Θεσσαλονίκη-Αθήνα: Φυσικές και καιροσκοπικές πόλεις-πρωτεύουσες

13/2/19 | 6 σχόλια | 4 απαντήσεις | 576 εμφανίσεις

Στην πλέον συγκεντρωτική χώρα του κόσμου, δεν μπορεί να πηγαίνεις σε δημοτικές και περιφερειακές εκλογές και να μη συζητάς το θεμελιακό της πρόβλημα, αυτό της χωροταξικής της ανωμαλίας. Δεν μπορεί να συζητάς για το «δημόσιο χρέος», χωρίς να το συναρθρώνεις με τις ιστορικές διαδικασίες του γιγαντισμού της Αθήνας.
Πόσο δημοκρατία, ανάπτυξη και μέλλον μπορεί να έχει μια χώρα, που το μισό του πληθυσμού της βρίσκεται στο 3% της έκτασής της; Και, μάλιστα, όταν αυτό  συμβαίνει σε μία χώρα που η φύση και η ιστορία την προίκισαν με το πλεονέκτημα της ισόρροπης κατανομής των ανθρώπινων, φυσικών και ιστορικών πόρων;  όταν  το κεφάλαιο, η εξουσία και ο κόσμος δεν συγκεντρώθηκαν στην Αττική εξαιτίας κάποιων φυσικών ή γεωγραφικών πλεονεκτημάτων της, αλλά λόγω απαγόρευσής τους να πάνε αλλού, λόγω μιας ανορθολογικής οργάνωσης των οικονομικών σχέσεων και εξαιτίας των πολιτικών πιέσεων που μεταφράζονταν σε διαχειριστικές μεροληψίες.
Η εισαγωγή στο εθνικό και κοινωνικό μας ζήτημα πρέπει να ξεκινάει από το ερώτημα: Γιατί ο πλούτος, η εξουσία και ο κόσμος  μαζεύτηκαν στην Αθήνα; Εδώ θα συγκρίνω δύο εθνοποιητικά συστήματα, τα οποία προσδιόρισαν δύο διαφορετικές αστικοποιητικές διαδικασίες και αντιπροσωπεύουν διαφορετικές εθνικές γεωγραφίες και κεντρικότητες. Το ένα αναφέρεται στη Θεσσαλονίκη και το άλλο στην Αθήνα.
Θα πάμε στα 1800: Tότε διαμορφώνονταν οι δυνάμεις του σχηματισμού του έθνους-κράτους ή των κράτους–έθνους των Ελλήνων. Θα αναφερθώ σε ιστορικά ζητήματα γιατί αυτά, όταν δεν λύνονται σωστά, επιστρέφουν με την πρώτη ευκαιρία. Η ιστορία είναι εφέσιμη. Όσοι κατακτητές και αποικιοκράτες και αν περάσουν, δεν καταφέρνουν τελικά να ξεριζώσουν την ψυχή ενός λαού, να μπούνε στο μεδούλι του, πάντοτε μένει ένα υπόλειμμα, το οποίο συντηρεί τημνήμη, που αυτή πάλι ενεργοποιείται σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους και επαναφέρει άλυτα ιστορικά ζητήματα, απαιτώντας την αποκατάσταση των αδικιών.
Τότε, στην εποχή της «άνοιξης των εθνών» συγκροτούνταν δύο εθνοποιητικά  συστήματα –οραματισμοί για τους Έλληνες.

Το «πάλι δικά σας θα’ ναι»

Είναι η κωδικοποίηση του δικαίου και των προσδοκιών ενός  ιστορικού λαού στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Αντιπροσωπεύει μια εμπειρία αντίστασης, ανυπακοής, κλεφταρματολισμού, αυτόχθονου βαλκανικού διαφωτισμού, αλλά και ένα πρόγραμμα πολιτειακής οργάνωσης των κόσμων του ελληνισμού. Θα χαρακτήριζα την ταυτότητα, που παρήγαγε αυτό το εθνολογικό υλικό, γηγενή και  αυτοπροσδιοριστική. Αποδόθηκε με τους όρους ελληνισμός και ρωμιοσύνη. Η στρατηγική και η συμβολική πρωτεύουσα ήταν η Κωνσταντινούπολη. Οι παγκόσμιες όμως τάσεις της «προόδου» αναδείκνυαν νέες εθνικές γεωγραφίες και κεντρικότητες.
Στα 1800 δημιουργούνται στην Ευρώπη οι ζώνες υφαντουργίας και βιοτεχνίας, οι οποίες αποτέλεσαν το οικονομικό υπόστρωμα όχι μόνον της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά και  του σχηματισμού των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών και των πρωτευουσών τους. Μια  τέτοια ζώνη αναδείχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Επρόκειτο για μια ευρεία ζώνη που περικλειόταν από το Μοναστήρι, Φιλιππούπολη, Σέρρες, Αμπελάκια, Τσαρίτσανη, Μέτσοβο, Καστοριά. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμπληρωματικά δίκτυα πόλεων, με διεθνικές εμπορικές σχέσεις και με αλληλοτροφοδότηση κυρίως με τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Αυτές οι πόλεις-δίκτυα συνέκλιναν σταδιακά στη Θεσσαλονίκη, στην οποία συγκεντρώνονταν οι προϋποθέσεις ενός συντονισμού και εξορθολογισμού του εμπορίου τους. Επρόκειτο για τη ζώνη του Ορθόδοξου Βαλκάνιου Εμπόρου που περιγράφεται από Έλληνες και άλλους Βαλκάνιους μελετητές (Σβορώνο, Στογιάνοβιτς, Τοντόροφ κ.λπ.) ως το «εσωτερικό εμπόριο της Θεσσαλονίκης». Τέτοιες ζώνες, με μικρότερη δυναμική, αναπτύσσονται γύρω από την Κωνσταντινούπολη, την Ιωνία και τον Πόντο.
Η γεωγραφική  και η πολιτική έκφραση αυτού του εμπορίου ήταν η Χάρτα και η Ελληνική Δημοκρατία του Ρήγα, αντίστοιχα. Αν συγκρίνουμε τον χάρτη του εσωτερικού εμπορίου της Θεσσαλονίκης με τη Χάρτα του Ρήγα,  θα διαπιστώσουμε ότι ταυτίζονται. Δηλαδή, ο Ρήγας φαντάζεται τον εθνικό χώρο με βάση τη δράση των κοινωνικοοικονομικών δυνάμεων, χωρίς βέβαια να υποβαθμίζει τις ιστορικονοηματικές. Μια χωροταξική εκλογίκευση της «ελληνικής δημοκρατίας» θα αναδείκνυε ως πιθανή πόλη της συνεδρίασης των νομοδοτικών σωμάτων και της άσκησης ορισμένων κεντρικών διοικητικών λειτουργιών, τη Θεσσαλονίκη. Δηλαδή, θα κατέληγε με κάποια λογική κλιμάκωση στο κέντρο του προαναφερόμενου δικτύου. Αν φέρουμε τις διαγώνιους, θα διαπιστώσουμε ότι το κέντρο της Χάρτας ταυτίζεται με την Πέλλα της Μακεδονίας. Η Πέλλα σημειώνεται ως  η «πατρίς του Αλεξάνδρου». Ο Αλέξανδρος είναι το πρότυπο του Ρήγα, από τον οποίο αντλεί τις πολιτικές του ιδέες. Αυτή η νοηματική επίκληση καλύπτει τις ανάγκες μιας ιστορικής τεκμηρίωσης και νομιμοποίησης της νέας κεντρικότητας, την οποία προκαλούν οι κοινωνικοοικονομικές διεργασίες. Θα πρέπει να διευκρινίσουμε όμως  ότι στον Ρήγα δεν αναπτύσσεται κάποια κατηγορία πόλης-πρωτεύουσας, με συγκεντρωτικό και αυταρχικό περιεχόμενο.
Πολιτιστικά, η δυναμική αυτού του εμπορίου καθοριζόταν από τη γλωσσική ελληνοποίησή του (Βαλκανικός Διαφωτισμός). Η ελληνική γλώσσα, πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, δεν χρησιμοποιούνταν ως στοιχείο εθνικής διάκρισης, αλλά ενότητας και εκσυγχρονισμού. Εξάλλου και ο εθνικός οραματισμός των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής δεν εμπνεόταν από τις εθνολογικές δυτικοευρωπαϊκές (χερντεριανές) θεωρίες, αλλά από εγχώριες εθνοποιητικές εμπειρίες, που συντηρούσαν τη βυζαντινή-πατριαρχική γεωγραφία, με δημοκρατική πολιτικά και ομοσπονδιακή πολιτειακά συγκρότηση των αυτοδιοικούμενων εθνοτικών ομάδων (βλ. την πολιτειακή πρόταση του Ρήγα). Η ελληνική γλώσσα γινόταν η γλώσσα της εγγράμματης βαλκανικής τάξης και της πολιτικής ενοποίησης των λαών της Βαλκανικής.

Οι «αρχαίοι Έλληνες»

Εκείνη την περίοδο, που οι οικονομικές και πνευματικές διαδικασίες στα Βαλκάνια αναδείκνυαν τη Θεσσαλονίκη ως τη νέα κεντρικότητά της, στη Βορειοδυτική Ευρώπη αναδεικνυόταν ένα νέο  εθνολογικό υπόστρωμα γύρω από την κατηγορία «αρχαίοι Έλληνες». Ως εθνολογικό υλικό προέκυψε από τις επεξεργασίες της ελληνικής αρχαιότητας στις Ακαδημίες της Δύσης (νεοκλασικισμός/φιλελληνισμός) και για τις ανάγκες των δυτικών κοινωνιών. Εισήχθη στην Ελλάδα και μετάλλαξε ή απώθησε το αυτόχθονο εθνολογικό υλικό. Καθόρισε, δε, μια εθνική ταυτότητα, την οποία θα χαρακτηρίσω εξωγενή και ετεροπροσδιοριστική, αποδίδοντάς τη με τον όρο «αθηναϊσμός».
Ο φιλελληνισμός/νεοκλασικισμός  ενέταξε την ελληνική αρχαιότητα στον πυρήνα της παράδοσης των δυτικών κοινωνιών ως «ιδεώδες», καθιστώντάς την πλαίσιο ορθού προσανατολισμού της εθνικοποιητικής τους διαδικασίας. Η δήλωση του Σέλεϊ ότι «είμαστε όλοι Έλληνες» εισήγαγε την άποψη  ότι οι «αρχαίοι Έλληνες» ήταν ένα αρχέτυπο, μια εξειδικευμένη συνθήκη ελέγχου της εθνικής ταυτότητας, της γεωγραφικής και ψυχολογικής διεύρυνσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Η ιδεατοποίηση της ελληνικής αρχαιότητας δεν συμπεριλάμβανε αρχικά τους  σύγχρονους Έλληνες. Οι οπτικές εμπειρίες και οι αφηγήσεις των περιηγητών παρήγαγαν κυρίως μια περιθωριοποίηση ή και παρασιτισμό τους. Η Επανάσταση του 1821 επανακαθόρισε το περιεχόμενο του φιλελληνισμού. τον ανάγκασε να εξετάσει και το ανθρώπινο «υπόλειμμα» αυτού του ιδεώδους κόσμου, τους σύγχρονους Έλληνες, τους οποίους όμως ανάγκαζε να προσεγγίσουν τον προγονικό τους πολιτισμό εξ αντανακλάσεως, μέσω των αναγκών και των τρόπων των Δυτικών, μέσω αυτού που ονομάζω αθηναϊσμό.
Ο αθηναϊσμός είναι πλέγμα θεσμών, αισθητικής, γεωγραφίας, κεντρικότητας, που κάνει ευκρινή την ηγεμονία της Δύσης επί του ιστορικού χώρου του ελληνισμού. Η βιωματική σχέση σύγχρονων Ελλήνων με τους αρχαίους, αν και υπήρχε έντονα λόγω  των αστικών, λαογραφικών και γλωσσικών συνδέσμων, απωθείται στο όνομα μιας εξιδανίκευσης της αρχαιότητας κατά το πρότυπο της Δύσης. Ο αθηναϊσμός γινόταν ένας  εξαναγκασμός να προσεγγίσουν τη δική τους παράδοση έμμεσα, μέσω των δυτικών επεξεργασιών/εμπειριών,  όχι σαν Έλληνες, αλλά σαν φιλέλληνες. Η διαδικασία εσωτερίκευσης της δυτικής ελληνικότητας στην εθνική ταυτότητα των Ελλήνων θα γίνει μια διαδικασία  συνεχούς ιδεολογικής και  υλικής διόγκωσης της Αθήνας στο σώμα του ελληνισμού.
Ο φιλελληνισμός δεν κουβάλησε μόνο ιδέες για το πώς πρέπει να σκέπτονται οι Έλληνες την ιστορία και την παράδοσή τους, αλλά και το προσωπικό, τα μέσα και τους θεσμούς, για το πώς θα υπάρχουν πολιτικά και εθνικά. Όπως σημείωνε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, οι Βαυαροί ήρθαν «με μια έτοιμη Ελλάδα, κατασκεύασμα της λογικής των».
Μια από τις θεμελιώδεις  πράξεις του δυτικού/γερμανικού φιλελληνισμού  ήταν ο καθορισμός της πρωτεύουσας του κράτους. Η Αθήνα δεν υποδείχτηκε ως πρωτεύουσα από τις εγχώριες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις (αυτές υπέδειξαν προσωρινά τον Ισθμό, με ορθολογικά κριτήρια), αλλά από εξωχώριες: Φιλέλληνες και Βαυαρούς. Η επιλογή της αντανακλούσε την κυριαρχία των δυτικοευρωπαϊκών διευθυντηρίων στους κόσμους του ελληνισμού. Δεν απηχούσε τη θεσμική ολοκλήρωση των οραμάτων των Ελλήνων, ούτε ερμήνευε τις στοχεύσεις της επαναστατικής τους συνείδησης. Σηματοδοτούσε τη θέσμιση του ελληνικού κράτους-έθνους ως παρεπόμενου και βοηθήματος της ανάδυσης/θέσμισης των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών.
Όχι μόνον η επιλογή, αλλά και η εσπευσμένη μεταφορά της από το Ναύπλιο, τον Δεκέμβριο του 1834, επιβεβαιώνουν τη σημαντική θέση που κατείχε η Αθήνα στο πλέγμα των βαυαρικών/δυτικών παρεμβάσεων. Γιατί, η μεταφορά του χωρικού πεδίου της διαμάχης με τις εγχώριες εξουσίες, σε μια θέση που η παρουσία των γηγενών ήταν αδύναμη, κατέγραφε ένα ψυχολογικό πλεονέκτημα για τους Βαυαρούς/Δυτικούς. Η επιλογή της Αθήνας συμβόλιζε και σηματοδοτούσε τόσο την αντιπαλότητα των στοχεύσεων των Δυτικών με τις στοχεύσεις του ελληνισμού, όπως αυτές οι τελευταίες ορίζονταν από την επαναστατική εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας, όσο και έναν περιφερειακό ρόλο στο ελληνικό κράτος-έθνος ως προγεφυρώματος της Δύσης στην Ανατολή.
Η ανοικοδόμηση της Αθήνας καθίσταται μια «υψηλή ιδέα», που υπερκάλυπτε τόσο την ανασυγκροτησιακή διαδικασία στο βασίλειο, όσο και τις απελευθερωτικές προτεραιότητες στους κόσμους του ελληνισμού. Ορίστηκε ως το απόλυτο και νόμιμο σημείο από το οποίο εκπορευόταν και επαληθευόταν η νέα εθνική ιδεολογία. Εντός αυτού του πλαισίου, η οικονομική και κοινωνική συγκρότηση καθοριζόταν από κριτήρια ισχυροποίησης του συγκριτικού πλεονεκτήματος των διευθυντηρίων της Δύσης στους κόσμους του ελληνισμού. Αυτή ήταν και η βασική αιτία που κινητοποίησε την ιδεολογική και υλική διόγκωση της Αθήνας τους επόμενους αιώνες και καθόρισε σημαντικά τα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους.
Το σχήμα του γιγαντισμού έχει ως εξής: Οι γεωπολιτικές στοχεύσεις των ισχυρών δυτικών κρατών κινητοποιούν και οργανώνουν, μέσω μιας εγχώριας πολιτικής τάξης και διανόησης, μια εθνοποιητική/αναπτυξιακή διαδικασία με το βλέμμα στραμμένο στην Αθήνα. Το βασικό κεφάλαιο εκκίνησης γίνεται το έδαφος-νόημα της Αττικής, που πηγάζει από τον συμβολισμό της στη δυτική κουλτούρα. Στην πραγματικότητα το έδαφος της Αττικής λειτουργεί ως υπερτιμημένη διαφορική γαιοπρόσοδος, σε σχέση με τον υπόλοιπο εθνικό χώρο, γιατί σ’ αυτήν συναρθρώνονται οι μηχανισμοί εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, δηλαδή το πλέγμα των οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών παραμέτρων της δυτικοευρωπαϊκής ηγεμονίας.

Η αποδόμηση της κεντρικότητας της Θεσσαλονίκης

Στις διαδικασίές διαμόρφωσης του ελληνικού κράτους, αυτά τα δύο εθνολογικά συστήματα συνυπήρχαν, με ηγεμονία όμως του δεύτερου. Αυτό που προσδιόρισε τη σχέση τους  ήταν η γεωπολιτική σύγκρουση Ανατολής-Δύσης, που έλαβε χώρα κυρίως στα Βαλκάνια. Η αναζήτηση γεωπολιτικού συνόρου οδήγησε στη διάσπαση του ενιαίου χώρου που αναδείκνυε τη Θεσσαλονίκη ως κέντρο της βαλκανικής ενοποίησης και αγοράς. Από την  καταστροφή του ελληνισμού, το 1922, γίνεται μια πόλη συνόρου, αποκομμένη από τη φυσική της ενδοχώρα.
Η Θεσσαλονίκη είναι το κατεξοχήν θύμα του διπολισμού  και της Βαλκανικής εχθρότητας. Η εχθρότητα δεν ήταν ενδογενής στους Βαλκανικούς λαούς αλλά εξωγενής. Αναπτύχθηκε από τους Μεγάλους γεωπολιτικούς συνασπισμούς (Δυτική Ευρώπη, Ρωσία) μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854) και εσωτερικεύτηκε συστηματικά στην εθνική τους ταυτότητα.
Όταν το 1985, με την περεστρόικα, άρχισε η πτώση του διπολισμού και απειλούνταν η πολιτική γεωγραφία των Βαλκανίων ενώ η Θεσσαλονίκη ανακτούσε τα γεωοικονομικά της πλεονεκτήματα, τότε το πολιτικό και το οικονομικό συγκρότημα εξουσίας εξαπέλυσε ένα πρόγραμμα συγκεντρωτισμού στην Αθήνα (μεγάλα έργα, Αττική SOS κ.λπ.) και εξασφάλισης της απειλούμενης κεντρικότητάς της. Αυτός ο καιροσκοπισμός τιτλοφορούνταν «Ολυμπιάδα της Αθήνας» και λειτουργούσε αναχαιτιστικά στην ιδέα της επανασύνδεσης με τους απαγορευμένους, μέχρι τότε, γεωπολιτικούς χώρους: τα Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο.
Η παραχώρηση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα έγινε  ακριβώς σε μια φάση που οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί της είχαν ανάγκη να μεταφέρουν το μέτωπο σύγκρουσης με την Ανατολή σ’ ένα αμφισβητούμενο όριο, στο όριο όπου επανέρχονταν οι προβληματισμοί για μια άλλη αντιμετώπιση της Ανατολής, πέραν από τους κώδικες του οριενταλισμού και του ιμπεριαλισμού, δηλαδή επανέρχονταν οι κώδικες της «καθ’ ημάς Ανατολής» και  η Ανατολή ως  εμπειρία του ελληνισμού. Για τους Δυτικούς έπρεπε και μπορούσε η Ελλάδα να ξαναπαίξει τον ρόλο του «πρότυπου κράτους-έθνους στην Ανατολή». Επομένως, η ανάληψη των αγώνων ήταν το επιστέγασμα μιας πορείας για την επαναβεβαίωση της ηγεμονίας του αθηναϊσμού στην εθνική ταυτότητα. Ως μηχανισμός αναχαίτισης της αναβίωσης ιστορικών ζητημάτων (Ανατολικό Ζήτημα, Κουρδικό, Βορειοηπειρωτικό, Βυζάντιο, 1922, κ.λπ.),  διευθετούσε τις αμφισβητήσεις ως προς τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του ελληνικού κράτους και επανατοποθετούσε την Ελλάδα επί των προοπτικών του νέου οριενταλισμού της Δύσης, δηλαδή του προγεφυρώματος στις κλυδωνιζόμενες (τρομοκρατικές) κοινωνίες  τις Ανατολής.
Η μεταδιπολική εποχή στιγματίστηκε, στην περιοχή των Βαλκανίων, από τη μέριμνα των παραδοσιακών βαλκανικών εξουσιών να ελέγξουν  τους γεωπολιτικούς ανέμους, που ανέτρεπαν τις εσωτερικές περιφερειακές ισορροπίες, απειλούσαν το «τείχος» των Βαλκανίων και αναβάθμιζαν την κεντρικότητα της Θεσσαλονίκης. Τα «προγράμματα σωτηρίας» της Αθήνας έκλεβαν, υπό μία έννοια, τις ευκαιρίες «παγκοσμιοποίησης» της Θεσσαλονίκης.  Υπονόμευαν τις γεωπολιτικές ευκαιρίες  των  πόλεων και περιφερειών, που βρέθηκαν, μετά το 1974, σε μια ευνοϊκή συγκυρία περιφερειακής και πολυκεντρικής αναδιάταξης του εθνικού χώρου, λόγω της περιφερειακής μνήμης και συνείδησης, που εκφράστηκε ως πολιτικό κίνημα ενάντια στην ερήμωση της υπαίθρου, της πτώσης του διπολισμού (1989), τις νέες τεχνολογίες και τα ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης.
Η Αθήνα επιδιώκει, αλλά και προορίζεται, όπως φάνηκε με την Ολυμπιάδα 2004, αλλά και με τις εξαγγελίες του μνημονιακού συγκροτήματος εξουσίας για  «προτεραιότητα διάσωσης του κέντρου της Αθήνας», ν’ αποτελέσει μια πόλη των δικτύων της διεθνούς ολιγαρχίας. Μια σειρά έργα, τα οποία δέσμευσαν τους εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους, για να μπορέσει να οργανώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες και σήμερα να αναβαθμίσει τη διεθνή αξία του εδάφους της Αττικής, έχουν ως απώτερο στόχο να την καταστήσουν μια πόλη εξυπηρέτησης διεθνών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Η Θεσσαλονίκη όμως είναι αληθινή «παγκοσμιούπολη» γιατί μπορεί να συνδεθεί με διαδικασίες ενοποίησης εθνικών αγορών, με βάση τη δική της κεντρικότητα και να ενισχύσει την αυτοδυναμία των εγχώριων επιχειρηματικών ομάδων. Αντίθετα, η επιλογή της Αθήνας ως ανατολικομεσογειακής global city συνδέεται με λογικές μεταπρατικές και υποταγμένες στις παγκοσμιοποιημένες ελίτ. Η θεωρία της ανάπτυξης μέσω της «διάχυσης των ωφελειών από τη διεθνοποίηση του εδάφους της Αττικής» είναι μια ασύνετη θεωρία, γιατί οδηγεί στην αποεθνοποίηση και την υποβάθμιση του ελληνικού χώρου, ενώ η διάχυση των ωφελειών από τη διεθνοποίηση της Θεσσαλονίκης-Μακεδονίας εμπεριέχει περισσότερα επιχειρήματα ισχυροποίησης της ευρωπαϊκής και διεθνούς θέσης της Ελλάδας.
Στον αγώνα για την τοπική και περιφερειακή χειραφέτησή μας, η Θεσσαλονίκη, η διανόησή της, η νεολαία της, ο δημοτικός συνδυασμός «Μένουμε Θεσσαλονίκη: ούτε φυγή ούτε υποταγή» συγκεντρώνουν όλες τις προϋποθέσεις να αναδείξουν και να οργανώσουν αυτό τον αγώνα.

Category: Κυριο Θεμα, Πολιτισμός, Προτεινόμενα άρθρα

( 6 σχόλια )

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. 1
    Μαρία Μ. says:

    Πέρα από τη σημαντικότητα της συγκεκριμένης οπτικής γωνίας, χρειάζεται σοβαρή περισυλλογή όλων μας για το ρίζωμα της εξέλιξής μας σε δύο Ελλάδες.
    Οι βαθιές ρίζες φτάνουν μέχρι την εποχή των Ρωμαίων, την εποχή της πρώτης υποδούλωσης που χώρισε την κοινωνία στους δουλοπρεπείς/εκσυγχρονιστές και τους αντιστεκόμενους/παραδοσιακούς

    Ο αθηναϊσμός είναι ένα βαρύ πλήγμα στην ελληνική ταυτότητα. Όπως υπογραμμίζεται στο κείμενο πρόκειται για ιδεολογία ενταγμένη στην αποεθνικοποίησή μας, σε έναν πρώιμο εθνομηδενισμό κομμένο και ραμμένο για την περίπτωσή μας.

    Η Αθήνα-σύμβολο της δυτικής ηγεμονίας πάνω “στον ιστορικό χώρο” αλλά και τον χρόνο, δηλαδή στις συνειδήσεις μας, στην παράδοσή μας, υπήρξε μια βίαιη ψυχική ρήξη με τη “βιωματική” σχέση μας με τους προγόνους. Υπήρξε μια μαζική δολοφονία χαρακτήρων όπως λέμε σήμερα την ψυχική καταστροφή του θύματος.

    Πρόκειται μάλιστα για εγκληματική πράξη διαρκείας. Μπορεί να ξεχάστηκε στον 20ο αιώνα η ζωτική ανάγκη του 19ου για να οικοδομηθεί η δυτική ταυτότητα σε βάρος της ελληνικής αλλά οι παρερμηνείες της ελληνικής αρχαιότητας για να καλυφθούν τα δυτικά “ιδεώδη” δεν επανορθώθηκαν…

    Κάτι ανάλογο είχε συμβεί στην εποχή του Καρλομάγνου, ο οποίος με μια στρατηγική συστηματικής υποτίμησης των Βυζαντινών επιχείρησε να δώσει μια “ανώτερη” ταυτότητα στους Φράγκους σε βάρος των Ελλήνων.

    Σαν να μην έφτανε που μας στέρησαν την αυτονομίας μας μας επέβαλαν μια ψεύτικη ταυτότητα, μα υποχρέωσαν να ξεγράψουμε τη σχέση μας με το παρελθόν, μας κατάντησαν να μην τολμάμε να αμφισβητήσουμε ακόμα και τις ατελείωτες παρανοήσεις των Δυτικών για το τι λένε οι σοφοί μας.

  2. 2
    η γνώμη μου says:

    ήπρεπε νά ‘χουμε αναβάλλει τό 1821 γιά καιρό, νά προκάμει
    νά γίνει περιφέρεια στήν κεντρικότητα τής παγκοσμιοποίησης τής Θεσσαλονίκης
    καί ό Πλανήτης Άρης…

  3. 3
    Ελένη Π. says:

    “Ο έρωτας δε θέλει φροντιστήριο,
    δεν είναι φιλολό, είναι μυστήριο.”

    Τόσο ἑλληνικός ὁ ἔρωτας καί τόσα τά μυστήρια, πού δέν εἶναι θέμα πόλεων ἀλλά ἑλληνικότητας καί τί εἶναι. Καί θέμα γλώσσας.
    Δέν συγκρίνεται καμμία πόλη μέ ἄλλη. Ἡ ἱδρυτική συνθήκη τῆς Ἀθήνας εἶναι ἡ ἐλιά, ἡ παραγωγική διαδικασία δηλαδή, “πατρίδα της ελιάς είναι η Αθήνα και η πρώτη ελιά φυτεύτηκε από την θεά Αθηνά στην Ακρόπολη.”.

    https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ελιά

  4. 4
    Μαρία Μ. says:

    Ελένη, μαζί σου! Για τη δική μας ιστορία όμως, όχι για την “εργαλειοποίησή” της από τα δυτικά “πόλιτικς”.

    Ο Έρως και τα Μυστήρια είναι ελληνικά Νοήματα δεν τα καταλαβαίνουν τα αφεντικά μας.
    Ούτε την Ελιά, ούτε την Αθηνά την καταλάβαιναν οι Βαυαροί ως Σημασία. Όπως όλοι οι Δυτικοί χρησιμοποίησαν τις ζωές μας, την παράδοσή μας, για δικές τους Σήμασίες, το “ιδεώδες”, την “αποικιοκρατία” κλπ

    Το θέμα εδώ δεν είναι σύγκριση πόλεων αλλά συσχετισμός του ρου της ιστορίας στην περίπτωση μιας ελεύθερης Ελλάδας με τη βία του “εκπολιτισμού” μας.

    • 4.1
      Ελένη Π. says:

      Τί νά κάνουν ὅσοι γεννήθηκαν στήν Ἀθήνα στήν ἐποχή μας;

      Ἡ φράση “τα αφεντικά μας” υἱοθετεῖ τήν δεσποτεία, κάτι πού εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετο μέ τόν Ἑλληνισμό, πού οὔτε θέλει νά ἔχει ἀφεντικά οὔτε νά εἶναι ἀφεντικό. Ἐλεύθεροι μεταξύ ἐλευθέρων.

      Ἄς πιάσουμε μερικά σημεῖα τοῦ κειμένου πού ἐκφράζει κάποιες ἀπόψεις.

      “Η ελληνική γλώσσα, πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, δεν χρησιμοποιούνταν ως στοιχείο εθνικής διάκρισης, αλλά ενότητας και εκσυγχρονισμού.”
      Ἄν αὐτό συνέβη κάποια περίοδο, πιό πρίν ἦταν ἀπό τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῶν Ἑλλήνων καί ποτέ δέν σταμάτησε νά εἶναι (θυμόμαστε τά λόγια τοῦ Ἐλύτη κατά τήν βράβευσή του), “το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομότροπον και το ομόθρησκον ως συστατικά στοιχεία του έθνους”, καί ἐπίσης ἡ γλῶσσα αὐτή ἔχει τήν δυνατότητα ἔκφρασης βαθύτατων νοημάτων, ὁ τρόπος πού μιλιέται δηλαδή ἀλλά καί ὁ τρόπος πού γίνονται ἀντιληπτά αὐτά τά νοήματα, ἄν ὄχι ἀπό τους Ἕλληνες τότε ἀπό ποιούς. Τό ὅτι μιλιέται ἡ γλῶσσα αὐτή ἀπό τούς Ἕλληνες μόνο, ἴσως δέν ἐγγράφεται στά ἀρνητικά.

      “στη Βορειοδυτική Ευρώπη αναδεικνυόταν ένα νέο  εθνολογικό υπόστρωμα γύρω από την κατηγορία «αρχαίοι Έλληνες»”Ως εθνολογικό υλικό προέκυψε από τις επεξεργασίες της ελληνικής αρχαιότητας στις Ακαδημίες της Δύσης (νεοκλασικισμός/φιλελληνισμός) και για τις ανάγκες των δυτικών κοινωνιών. Εισήχθη στην Ελλάδα και μετάλλαξε ή απώθησε το αυτόχθονο εθνολογικό υλικό. Καθόρισε, δε, μια εθνική ταυτότητα, την οποία θα χαρακτηρίσω εξωγενή και ετεροπροσδιοριστική, αποδίδοντάς τη με τον όρο «αθηναϊσμός».
      “Η ιδεατοποίηση της ελληνικής αρχαιότητας δεν συμπεριλάμβανε αρχικά τους  σύγχρονους Έλληνες.”
      “Η επιλογή της αντανακλούσε την κυριαρχία των δυτικοευρωπαϊκών διευθυντηρίων στους κόσμους του ελληνισμού. Δεν απηχούσε τη θεσμική ολοκλήρωση των οραμάτων των Ελλήνων, ούτε ερμήνευε τις στοχεύσεις της επαναστατικής τους συνείδησης. Σηματοδοτούσε τη θέσμιση του ελληνικού κράτους-έθνους ως παρεπόμενου και βοηθήματος της ανάδυσης/θέσμισης των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών.”

      Ὑπάρχει μία συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Το Βυζάντιο καί τήν Ὀρθοδοξία δέν τήν κατανόησαν οἱ Δυτικοί. Τήν ἀρχαιοελληνική συνέχεια ὅμως τήν ξέχασαν καί κάποιοι ΄βυζαντινολάτρες΄, ἐνῶ στά μοναστήρια τῆς ἀνατολικῆς θρησκείας κάποιοι κατανοοῦσαν ὀρθά καί φύλαξαν τήν ἀρχαιοελληνική γραμματεία.
      Ὁ Γιῶργος Κοντογιώργης ἔχει στό βιβλίο του «ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ» Τόμος Β΄, ἒνα πολύ ἐνδιαφέρον κεφάλαιο, στό ὁποῖο ἀναλύει τήν περίοδο καί τήν ἄποψή του γιά τήν γέννηση τοῦ Ὀρθόδοξου Χριστιανισμοῦ, κατά τήν συνάντησή του μέ τόν Ἑλληνισμό.
      Γιά νά μποῦμε λίγο στόν χρόνο, μετά τίς πόλεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου.
      «Συγχρόνως με την οικοδόμηση της «ελληνορωμαϊκής» εκδοχής του ελληνικού πολιτισμού στην βασικά λατινική ή εκλατινισμένη Δύση και την αναγέννηση του ελληνισμού στην Ανατολή, στους κόλπους του ελληνικού κοσμοσυστήματος θα δημιουργηθούν οι υλικές και φιλοσοφικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση μιας τομής στην εξέλιξη του ανθρωποκεντρικού κόσμου και του παγκόσμιου πολιτισμού. Ο χριστιανισμός μπορεί να θεωρηθεί, ουσιαστικά, ως η απόρροια της μακραίωνης οικουμενικής θητείας του ελληνικού κοσμοσυστήματος, η οποία το εγκαλούσε να εναρμονιστεί επίσης και στο πεδίο της θρησκείας με το διατακτικό της»

      Ὄμως ἡ οἰκουμενική θητεία τοῦ ἑλληνικοῦ κοσμοσυστήματος, μέ τίς πόλεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, μέ τήν ΄ριζική ΄ διάδοση πρός Ἀνατολάς τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ τρόπου, ἔγινε μέ τήν θρησκευτικότητα τῆς ἐποχῆς (στίς πόλεις αὐτές κατά τίς ἀνασκαφές βρέθηκαν ἀγάλματα π.χ. τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς), καί αὐτό ὅλο, προκάλεσε τήν ΄ἄνοδο ΄ πρός τήν ἰδέα τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Δέν εἶναι δηλαδή μία ἀπόρροια πού ἀπό τό πολιτικό ἐπίπεδο πηγαίνει στο θρησκευτικό, ἀλλά μία ὀντολογική πορεία. Πού ξεκινάει καί ἀπό μία ἄλλη θέαση τῆς ζωῆς ἀνθρωποκεντρική καί ὄχι δεσποτική. Πού ἔχει τό θεῖο κατά κάποιο τρόπο δίπλα του, βοηθό.

      “Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των,
      γιατί τους διώξαμε απ’ τους ναούς των,
      διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.”
      του Καβάφη

      «Η σημαντικότερη εντούτοις περιοχή, όπου θα συναντηθεί παραδειγματικά ο ελληνισμός με τον χριστιανισμό, αφορά στον τρόπο θέασης και βίωσης της νέας θρησκείας και, συνακόλουθα, του θείου. Εν προκειμένω, η νέα θρησκεία θα συμφιλιωθεί με το κεκτημένο της προγενέστερης ελληνικής θρησκείας και, μάλιστα, θα ενσωματώσει σημαντικά στοιχεία της, που αφορούν στην ανθρωποκεντρική ενόραση του θείου, τα οποία θα τοποθετήσουν την νέα θρησκεία στον αντίποδα των ιουδαϊκών της καταβολών.»
      «Εντούτοις στο βάθος δεν είναι τόσο η μονοθεϊκή η πολυθεϊκή της θεμελίωση που ορίζει το κοινό ή το διαφορετικό της πρόσημο, όσο οι ιδιότητες του θείου και οι αξίες που ανάγονται στο θρησκευτικό διακύβευμα, δηλαδή ο τρόπος της πρόσληψης του θείου και η θέση της θρησκείας στο κοινωνικό γίγνεσθαι.»
      Ἡ κατανόηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ χωρίς τήν κατανόηση τῆς Ὀρθοδοξίας, δέν εἶναι ἐφικτή.
      Τό πολιτικό καί τό θεῖο, ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Δήμου στήν Ἐκκλησία.

      Ἀνέβασα κάποια ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Γ.Κοντογιώργη πού ἀνέφερα πρίν, γιατί προσφέρει ἕνα καλό πεδίο σκέψης γιά τήν πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

  5. 5
    Μαρία Μ. says:

    Φτάνει άραγε το να μη θέλουμε αφεντικά για να μην έχουμε;
    Γιατί να ωραιοποιήσει κανείς τους όρους προτεκτοράτου με τους οποίους υπάρχουμε;
    Μήπως αυτοί που δεν λένε τα πράγματα με το όνομά τους υιοθετούν αυτό που μας συμβαίνει;

    Πώς μπορούμε να γενικεύσουμε και να λέμε ότι είναι Ελληνισμός ο τρόπος που ζει σήμερα ένα μεγάλο μέρος του λαού μας;
    Είναι βέβαιο ότι ο Τσίπρας πχ και οι κουστωδία του καθεστώτος είναι «ελεύθεροι μεταξύ ελευθέρων»;

    Γιατί είναι κακό η ελληνική γλώσσα να ενώνει και να εκσυγχρονίζει; ]
    Ποιος είπε ότι είναι αρνητικό που η γλώσσα μας μιλιέται από τους Έλληνες μόνο;
    Το κείμενο δεν αμφισβητεί τη συνέχεια του Ελληνισμού. Και προφανώς εγώ ούτε το διανοούμαι. Πως προκύπτει αμφισβήτηση από Έλληνες αυτού του γεγονότος με το να παραδεχθούμε πώς μας βλέπουν οι Δυτικοί;

    Από την εποχή των Ρωμαίων, οι Δυτικοί δεν μας αναγνωρίζουν γνήσιους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων. Με το να παραδεχόμαστε τι κάνουν οι άλλοι πάει να πει ότι δεν πιστεύουμε στη συνέχειά μας;
    Για μένα τουλάχιστον, η εικόνα που έχουν οι Δυτικοί για τους αρχαίους Έλληνες είναι σαν τα μούτρα τους, δεν την θέλω. Θυμώνω που δεν βλέπουν ποιοι πραγματικά είμαστε διαχρονικά. Αυτό με θυμώνει πιο πολύ από την υποτίμηση που γίνεται στους «Νεοέλληνες» (τον μοναδικό λαό που του φόρεσαν με το ζόρι το «Νέο» για να φαίνεται ότι οι αρχαίες ρίζες πήγαν στους Δυτικούς και εμείς ήρθαμε από του πουθενά).

    Τι δουλειά έχει ο δανεικός με το ζόρι τρόπος οργάνωσης του κράτους μας με τη συνέχειά μας, με την παράδοσή μας, με το κοινωνικό μας φαντασιακό που μας κάνει αυτό που είμαστε;
    Ασφαλώς και η Ορθοδοξία γεννήθηκε λόγω των ελληνικών φαντασιακών σημασιών. Συμφωνούμε πέρα για πέρα με τον Κοντογιώργη. Και με τον Καβάφη ασφαλώς. Άλλο η οντολογική πορεία των Ελλήνων και άλλο τι συμβαίνει στο επίπεδο της κρατικής οργάνωσης.
    Συμφωνώ και υπερθεματίζω: «Ἡ κατανόηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ χωρίς τήν κατανόηση τῆς Ὀρθοδοξίας, δέν εἶναι ἐφικτή».

    Πάντως, καλύτερα είναι να μιλάμε για Έλληνες, Παράδοση, οτιδήποτε άλλο πλην του Ελληνισμού:
    Ο «Ελληνισμός» είναι ένας γερμανικός όρος του 19ου αιώνα (της εποχής που συμβαίνουν τα εν λόγω κακά στη χώρα μας) που σημαίνει μίξη ανατολικών και δυτικών στοιχείων. Αναφέρεται στην «ελληνιστική» εποχή (μετά τον Μέγα Αλέξανδρο εποχή και μέχρι τη ναυμαχία του Ακτίου). Επινοήθηκε για ιδεολογικούς λόγους από τον Ντρόυζεν με στόχο να σωθεί η «κινδυνεύουσα γερμανικότητα», δηλαδή να εμφανιστεί ο γερμανικός λαός καθαρός από την ανάμιξη Ρωμαίων-Βαρβάρων που χαρακτηρίζει του λατινόγλωσσους. Για τους Χέγκελ και Χέρντερ σήμαινε ότι η ελληνική γλώσσα έγινε φορέας ανατολίτικων ιδεών…

    • 5.1
      Ελένη Π. says:

      «Η βαθιά εντύπωση που προκάλεσε στους Ρωμαίους η επαφή με τις ελληνικές κοινωνίες, τον ελληνικό πολιτισμό και,τελικά, με το ενγένει ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα, άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στον ρωμαϊκό τρόπο ζωής και στο ρωμαϊκό πολιτισμικό γίγνεσθαι. Θα υιοθετήσουν πλήρως τα ελληνικά λογοτεχνικά πρότυπα, τα φιλοσοφικά ρεύματα, τις αρχιτεκτονικές κατευθύνσεις και κατά μια γενικότερη έννοια, τον ελληνικό τρόπο του σκέπτεσθαι και του ζην. Ακόμη και κατά την περίοδο που αρχίζει από τον 2ο αιώνα μετά Χριστόν, οπότε η ρωμαϊκή γλώσσα και δημιουργία θα αποκτήσουν μια σχετική αυτοδυναμία, πολλοί Ρωμαίοι θα εξακολουθήσουν να γράφουν στην ελληνική γλώσσα, ενώ η επίδραση του ελληνικού πολιτισμού γίνεται εμφανής παντού και στις πιο ευτυχείς στιγμές της ρωμαϊκής πρωτοτυπίας. Εντούτοις, η ελληνική προσομοίωση της Ρώμης δεν θα οδηγήσει και στην αλλαγή ταυτοτικού παραδείγματος της μητροπολιτικής πολιτείας, παρά μόνο μετά την μετακίνηση της στον ζωτικό πολιτισμικό χώρο του ελληνισμού, στο Βυζάντιο.»
      Εἶναι γνωστό ὅτι ἔμειναν ἔκθαμβοι οἱ Ρωμαῖοι μπροστά στον ἑλληνικό πολιτισμό, ἀποφάσισαν νά τόν μελετήσουν χωρίς νά ἀλλοτριωθοῦν, δέν ἄλλαξαν τήν ἑλληνική γλώσσα στίς περιοχές πού εἶχε διαδοθεῖ ἀπό τόν Μεγαλέξανδρο.
      Ὀ Μ. Κωνσταντίνος σέ αὐτόν τόν ὑπαρκτό ἑλληνικό πολιτισμό καί στήν διατήρησή του πάτησε γιά νά προχωρήσει στό Βυζάντιο, στό Ἀνατολικό τμῆμα.
      Οἱ Ρωμαῖοι κατέκτησαν τίς ἑλληνικές κτήσεις, ἔφτασαν στά ὅριά τους, οἱ Ἕλληνες ἀναγεννήθηκαν καί δημιούργησαν νέο πολιτισμό στό Βυζάντιο, ΄κουβαλώντας΄ καί τό ὄνομα ‘Ρωμαῖοι’, χωρίς νά χάσουν τήν ἑλληνικότητά τους, βρῆκαν τήν ἑλληνικότητα καί τό ὄνομά τους καί οἱ Ρωμαῖοι ξαναβρῆκαν τήν ρωμαϊκότητά τους, ΄λόγω ΄ τοῦ Καρλομάγνου.
      Ὁ πολιτισμός τοῦ Βυζαντίου εἶναι κυρίως πνευματικός, θρησκευτικός.
      «Η ιδιότητα αυτή του χριστιανισμού ως νέας θρησκείας συνάδει με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εγγράφεται εξ ολοκλήρου ως μια ελληνική δημιουργία. Αποτέλεσε, με άλλα λόγια, φαινόμενο του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος της περιόδου της οικουμένης, του οποίου την πολιτισμική συνιστώσα ενςάρκωνε από κάθε άποψη ο ελληνισμός. Ως Έλληνας λόγος,ως στοχαστική διαλεκτική, ως ταυτοτική συνείδηση κοινωνίας, ως τρόπος του (οικονομικού, κοινωνικού και πνευματικού) βίου, ως πολιτειακή παράμετρος κ.λ.π.»
      «Η διαπίστωση αυτή ακολουθεί ως φυσική συνέπεια, αν αναλογιστεί κανείς ότι η δημιουργία στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα συνδυάζει την πραγματολογική (υλική η πνευματική) ανάγκη με την διανοητική (γνωστική η στοχαστική) επεξεργασία των φαινομένων, σε μια δυναμική σχέση που υπαγορεύει η συνιστώσα της ελευθερίας. Υπό το πρίσμα αυτό οι διεργασίες που θα αναπτυχθούν στον ελληνικό κόσμο σχετικά με τις λεπτές έννοιες, έως τις αποχρώσεις τους, που όφειλαν να επιστρατευθούν, προκειμένου να οικοδομηθεί εκ του μηδενός η νέα θρησκεία, στοιχειοθετούν την νέα εποποιία της ελληνικής φιλοσοφίας. Το γεγονός ότι το διάβημα αυτό εγγράφεται στην θεολογία της σκέψης δεν αναιρεί τον διαπιστωτικά κοσμοϊστορικό χαρακτήρα του φαινομένου. Σε κάθε περίπτωση, η διανοητική αυτή πορεία του ελληνικού κόσμου υπήρξε μοναχική, με την έννοια ότι συμμετείχαν σε αυτή σχεδόν αποκλειστικά όσοι βίωναν τον ελληνικό τρόπο, την ελληνική γλώσσα και οι εγκλιματισμένοι στην ελληνική φιλοσοφία.»

      «Η ρωμαϊκή κοινωνία και πολιτεία ουδέποτε θα αποκτήσουν μια ολοκληρωμένη, ανθρωποκεντρικά, ιδιοσυστασία.
      Εντούτοις, η ελληνορωμαϊκή εκδοχή του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος θα αποτελέσει μία σημαντική στιγμή στην ιστορία της Δυτικής Ευρώπης, καθώς θα λειτουργήσει ως η αιτιακή συνιστώσα και αναφορά για τη σμίλευση μια σχετικά ανθρωποκεντρικής ώσμωσης των κοινωνιών της. Οι κοινωνίες αυτές (της Γαλατίας, της Ιβηρικής, της Δακίας και, υπό μία έννοια, της Αγγλίας και των νότιων γερμανικών χωρών έως τον Ρήνο) θα ανασυγκροτηθούν με πρόσημο το θεμέλιο παράδειγμα της ανθρωποκεντρικής πόλης. Με όχημα την πόλη, οι Ρωμαίοι θα οργανώσουν την υπονόμευση του δεσποτικού χαρακτήρα των κοινωνιών της Ευρώπης, επαναλαμβάνοντας το εγχείρημα των Μακεδόνων στην αφροασιατική περιοχή. Η ημιτελής αυτή θητεία του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας στην ευρωπαΐκή ενδοχώρα θα αποτελέσει την θεμελιώδη αιτία της κατάρρευσης της, υπό την λεηλατική πίεση των γερμανό- σκανδιναβικών βαρβαρικών φύλων, και του επανεγκλωβισμού της στην πλέον αποπνικτική εκδοχή του δεσποτικού κοσμοσυστήματος, την ιδιωτική δεσποτεία ή φεουδαρχία. Το μεσοδιάστημα ανάμεσα στην ελληνο-ρωμαϊκή θητεία της Δυτικής Ευρώπης στον ανθρωποκεντρισμό και στη νεώτερη επάνοδο της σε ανθρωποκεντρική τροχιά ορίζει ακριβώς τον δυτικό Μεσαίωνα.»
      Εἶναι γνωστή καί ἡ ἐπιρροή τοῦ Βυζαντίου στήν Ἀναγέννηση.
      Ὁ πολιτισμός ὅμως τοῦ Βυζαντίου τώρα φαίνεται νά ἐρευνᾶται.

      Αὐτή εἶναι μία περίληψη τῆς ἐπιρροῆς τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ πολιτισμοῦ.
      Ὑπάρχουμε; Ὑπάρχουν ἀπό τήν ἀρχαιότητα τά ἴχνη, ναοί τῶν θεῶν μας, ναός τοῦ Ὀλυμπίου Διός, ναός τοῦ Ποσειδῶνα, τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς κλπ., θέατρα, πόλεις, φιλοσοφία, ἐπιστῆμες, γλῶσσα, πολιτική. Παραγωγικός πολιτισμός, ἀνθρωποκεντρικός, πιστεύει στίς γεννήσεις, στήν ὀμορφιά τῆς ζωῆς, στόν ἔρωτα, στόν πολιτισμό.
      Πιστεύει στίς ρίζες γιατί πιστεύει στόν κάθε ἄνθρωπο. Ἔχουμε κοινές ρίζες οἱ Ἕλληνες, τά ἀδέλφια ἔχουν κοινές ρίζες, τά ζευγὰρια ἔχουν καί κοινή ρίζα ἀφοῦ ἔχουν καί μεταξύ τους σύνδεση, “οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός· καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα”. Ἄν χάσουμε τίς ρίζες μας, χάνουμε καί τά ἔνστικτά μας, γιατί εἴμαστε ζωντανοί ὀργανισμοί. Δέν ὑποκαθίστανται τά ἔνστικτα ἀπό ἄλλους. Καί ἡ ἑλληνική γλῶσσα εἶναι κάτι ζωντανό. Λειτουργεῖ σέ βαθύτερο ἤ ὑψηλότερο ἐπίπεδο ὅταν λειτουργοῦν τά ἔνστικτα.
      Ἄν δέν λειτουργεῖ οὔτε γιά ἐμᾶς αὐτό πού λέμε ἑλληνική γλῶσσα, τότε πῶς θά ἐκσυγχρονίσει ἄλλους; Ἄν τήν γνωρίζουμε ἐμεῖς σωστά, τότε πρέπει νά μάθουμε καί τήν γλῶσσα τῶν ἄλλων, γιά να βροῦμε τίς διαφορές.
      Εὐκαιρία δηλαδή νά μαθαίνουμε ἀπό τούς Γερμανούς, ἀπό τούς Δυτικούς, ἀπό τούς Ἀνατολικούς. Καί σίγουρα ὑπάρχουν καί πράγματα πού μποροῦμε νά μάθουμε ἀπό αὐτούς. Μποροῦμε νά βλέπουμε καί τήν πρόοδο τῶν ἄλλων.
      Ἄν δέν γνωρίσουμε καί δέν ἀποδεχθοῦμε τήν ἰδιαιτερότητά μας, θά χρειάζεται νά εἴμαστε ὑποτελεῖς στούς ἄλλους καί νά μαθαίνουμε τόν τρόπο τους. Δέν μᾶς φταῖνε οἱ ἄλλοι, πρέπει νά μελετήσουμε τόν ἑαυτό μας καί νά βροῦμε τά ταλέντα μας. Χαρακτηριστικότατο τό ἑξῆς παράδειγμα, τοῦ τί εἶναι αὐθεντικό, τοῦ τί περιμένουν οἱ ἄλλοι ἀπό ἐμᾶς.
      https://www.protagon.gr/epikairotita/politismos/o-dimitris-papadimitriou-kai-i-anazitisi-tis-ellinikis-mousikis-glwssas-44341781829

      Ἀποσπάσματα ἀλλά καί κάποιες σκέψεις ἐπιρρεασμένες ἀπό τό βιβλίο τοῦ Γιώργου Κοντογιώργη «ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ» Τόμος Β΄.

  6. 6
    Μαρία Μ. says:

    I) Οι Ρωμαίοι όσο θαύμασαν τα πολιτισμικά προϊόντα των Ελλήνων άλλο τόσο αγνόησαν τον τρόπο της δημιουργίας τους. Μιμήθηκαν τα πάντα και σε όλα αποτύπωσαν τα δικά τους νοήματα, τις αξίες τους, τον τρόπο τους.
    Έτσι, για παράδειγμα, οι κατοπινοί θαυμαστές της «ελληνικής» τέχνης (όπως ο Γκαίτε ή ο Μιχαήλ Άγγελος) θαύμαζαν, νομίζοντας ότι η ρωμαϊκή είναι ελληνική, ταύτιζαν την ελληνική Ομορφιά «με ότι πιο ψεύτικο και γυμνό από νόημα έχει να επιδείξει η αρχαιότητα». {το γράφει ο Κώστας Παπαϊωάννου γνωρίζοντας καλά το θέμα του}.

    Παρόμοια και στη φιλοσοφία: Με αδιανόητο το ελληνικό φιλοσοφικό ζήτημα, το ζήτημα του Όντος (δηλαδή το επίπεδο ύπαρξης της Αιώνιας Ζωής), οι Ρωμαίοι νόμιζαν πως είναι «λογική μέθοδος» που πραγματεύεται τα υπέρ και τα κατά κάθε ζητήματος. Έτσι, το λεξιλόγιο που δημιούργησε ο Κικέρων με «εξελληνισμό» λατινικών εννοιών, αντί για το αντίστροφο, εξακολουθεί να κάνει μεγάλη ζημιά συγχέοντας οντολογικά επίπεδα. Στην πορεία, ταυτίστηκε η φιλοσοφία με «ηθικές ερμηνείες» προς επίδειξη «πνευματικότητας» ως «ιδεώδους σοφίας».

    ΙΙ) Οι Ρωμαίοι, οι Φράγκοι, οι Βαυαροί, έκαναν την Ελλάδα κομπλεξική επειδή την έπεισαν πως δεν έχει ρίζες, δεν είναι η γνήσια κληρονόμος, εκείνοι είναι οι καλοί και εμείς οι κακοί. Όπως το λέει ο Καβάφης για τον χαρακτήρα του Δημάρατου: ‘και δεν τους έφτασε που τον εστέρησαν τη βασιλεία, αλλ΄ όταν πια υπέκυψε, έπρεπ’ εμπρός στον λαό να τον προσβάλουν’. Σαν να μην τους έφτανε που μας στέρησαν την αυτονομία, έπρεπε και να μας υποτιμούν ως μη γνήσιους Έλληνες. ‘Μεγάλη αδικία τον έγινε. Ή τ α ν του Αρίστωνος ο υιός’.
    Εμείς το ξέρουμε ότι «δεν είμαστε ελέφαντες», αυτοί όμως το κάνουν επίτηδες για να μας καταστρέφουν ψυχικά ώστε να μας διοικούν χωρίς αντίσταση.

    ΙΙΙ) Ο πολιτισμός του Βυζαντίου, ακριβώς όπως της Αρχαιότητας δεν ήταν ποτέ θρησκευτικός-πνευματικός με τη δυτική έννοια. Ήταν πάντα οντολογικός, στο επίπεδο-τρόπο του Λόγου-Ελευθερίας-Αγάπης. Είναι πάντα το επίπεδο-τρόπος του Εμείς που επιτρέπει να πραγματοποιείται η δυνατότητα του Υποκειμένου, το να γίνεις αληθινός άνθρωπος: με στοχαστικό Νου (άλλο πράγμα από τη λογική σκέψη) και με Αυτεξούσια Βούληση (άλλο πράγμα από την ατομική θέληση).

    Πράγματι, οι Έλληνες Θεολόγοι ακολουθούν κατά γράμμα την παραδοσιακή τρίπτυχη Σκέψη, την αρχαία Κοσμολογία-Οντολογία-Ψυχολογία.
    Και βέβαια, ο δυτικός ανθρωποκεντρισμός δεν έχει καμία σχέση με την ελληνική Ανθρωπιά, πρόκειται για ατομοκεντρισμό και για την ψευδαίσθηση του γερμανικού ιδεαλισμού περί Πνεύματος της Ιστορίας.

    Δεν υπάρχει όμως «ελληνορωμαϊκή εκδοχή του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος». Αυτό είναι το μόνο σημείο που διαφωνώ με τον Γ. Κοντογιώργη επειδή συμφωνώ με τον Κ. Καστοριάδη: Δεν γίνεται να υπάρχει σύνθεση κοινωνικών φαντασιακών. Εδώ, ο Κοντογιώργης υιοθετεί το φαντασιακό των Βορείων, για το οποίο η πόλις-άστυ (σε καμία περίπτωση η Πόλη στο επίπεδο του Όντος) «υπονόμευσε τη δυτική δεσποτεία».
    Η λατινική δεσποτεία υπονομεύθηκε από τον βαρβαρικό Βορρά. Έκτοτε, το βαρβαρικό φαντασιακό είναι το κυρίαρχο. Η «επιρροή» του Βυζαντίου στην Αναγέννηση μπορεί να είναι γνωστή αλλά δεν είναι σωστά ερμηνευμένη.
    Το Βυζάντιο μόλις και έχει αρχίσει να μελετάται ακριβώς επειδή κανείς δεν τόλμησε, μέχρι πρόσφατα, να υποστηρίξει ότι υπάρχον ρίζες και τη συνέχεια των Ελλήνων. Ο γενναίος Άγγλος σερ Σ. Ράνσιμαν μελετώντας το Βυζάντιο λάτρεψε την Ορθοδοξία.

    Η ελληνική γλώσσα είναι ο φαντασιακός μας κόσμος, χάρη σ’ αυτήν υπάρχουμε. Οι ξένες γλώσσες-σκέψεις μπορεί να μας μαθαίνουν πολύτιμα για την επιβίωση πράγματα αλλά όχι για την οντολογία, το μόνο πράγμα που πρέπει να ενδιαφέρει τον άνθρωπο.
    Τι να την κάνεις την «πρόοδο» του τεχνολογικού πολιτισμού αν δεν ξέρεις πώς να γίνεις αληθινός άνθρωπος. Έτσι είναι πράγματι: «Ἄν δέν γνωρίσουμε καί δέν ἀποδεχθοῦμε τήν ἰδιαιτερότητά μας, θά χρειάζεται νά εἴμαστε ὑποτελεῖς στούς ἄλλους»

    Σε αυτό φταίμε οι ίδιοι. Φταίνε όμως και οι άλλοι για τον χαρακτήρα μας, όπως στην περίπτωση του «χαρακτήρα του Δημάρατου». Κι αυτό μέρος της αυτοσυνείδησης είναι. Μας χρειάζεται και η μη διαστρεβλωμένη ιστορία εκτός από το να θυμηθούμε τη Σκέψη μας.
    Τη Σκέψη πρέπει που αίρεται στο επίπεδο της Κοσμολογίας (Λόγος = Δημιουργός των πάντων), της Οντολογίας (ο Λόγος υπάρχει μέσα στα όντα επιτρέποντας στον άνθρωπο να γίνεται θεός), της Ψυχολογίας (η οντολογική Ελευθερία έρχεται με το ψυχικό άνοιγμα της Αγάπης, με την οντολογική μεταμόρφωση του Εμείς).

Back to Top

Leave a Reply

 

Το σχόλιο της ημέρας

Ροή ειδήσεων




Καιρός


Το σκίτσο της ημέρας