Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι για μια ακόμη φορά αντιμέτωπη με το φάσμα του πληθωρισμού. Η αναζωπύρωση της αντιπαράθεσης και των στρατιωτικών συγκρούσεων στο ουκρανικό μέτωπο, μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, αλλά και στον Περσικό Κόλπο, μεταξύ Η.Π.Α. και Ιράν και η παρεμπόδιση των πλοίων να διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο και από τα Στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ στην Ερυθρά Θάλασσα, δημιουργούν νέα δεδομένα. Ουσιαστικά επαναφέρουν την κρισιμότητα της εμπόλεμης κατάστασης τόσο στην Ουκρανία όσο και στον Περσικό Κόλπο. Δύο πολεμικά μέτωπα που συνεχίζονται και δύο τεράστιοι μοχλοί πίεσης της διεθνούς οικονομίας. Διπλή κρίση, διπλά προβλήματα.
Οι αντιξοότητες στις διεθνείς μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και άλλων βασικών προϊόντων, προκαλούν αναστάτωση στις διεθνείς αγορές, αυξάνουν τα ναύλα των πλοίων που εκτελούν μεταφορικές εργασίες και τα κέρδη των εμπλεκόμενων ναυτιλιακών εταιρειών, οι οποίες αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν το κρίσιμο για την βιωσιμότητα της διεθνούς οικονομίας έργο της ασφαλούς μεταφοράς των πολύτιμων υδρογονανθράκων προς τις χώρες που τους εισάγουν.
Όμως, το ζήτημα είναι ότι η επανενεργοποίηση της κρίσης στον Περσικό Κόλπο οδηγεί σε μετακύλιση του αυξημένου κόστους παραγωγής και μεταφοράς των αγαθών προς τους καταναλωτές – αγοραστές, επειδή οι ανατιμήσεις είναι αναπόφευκτες, ως συνέπεια της ενεργειακής κρίσης. Εκτός από αυτήν, παράλληλα, ενισχύεται και η επισιτιστική κρίση. Οι καταναλωτές καλούνται να αντιμετωπίσουν το “τέρας” της ακρίβειας, στα σούπερ μάρκετ, στις λαϊκές αγορές, στην ενέργεια, σε όλη την αγορά. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο που συνίσταται σε αλυσιδωτές, διαρκείς αυξήσεις των τιμών, ακόμη και σε αγαθά πρώτης ανάγκης (αρτοποιήματα, γαλακτοκομικά, καύσιμα κ.ά.)
Η πολυκρίση (polycrisis) που βιώνουμε αποκτά σταδιακά μόνιμα χαρακτηριστικά. Πρόκειται πλέον για μια μονιμοκρίση (permacrisis). Το ερώτημα αναδύετtαι αμείλικτο. Θα αντέξουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι μικρομεσαίοι καταναλωτές, με άλλα λόγια τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, την συνέχιση αυτής της πολυκρίσης; Ως πόσο ακόμα; Οι απαντήσεις πρέπει να δοθούν άμεσα και συντονισμένα από τις κυβερνήσεις με στοχευμένα και αποτελεσματικά μέτρα.
Δρ. Γιώργος Κωνσταντινίδης, οικονομολόγος, συγγραφέας του βιβλίου ΨΗΦΙΔΕΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ. ΕΛΛΑΔΑ, ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ, ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ, εκδόσεις Λειμών.
Η ιταλική διείσδυση στη Λιβύη, τα τουρκικά κέρδη και οι ευθύνες της Αθήνας
Η αναδιάταξη των ισορροπιών στη Λιβύη αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στη συστηματική παρουσία και στην αποσπασματική διπλωματική αντίδραση. Η Ιταλία διευρύνει τα οικονομικά της ερείσματα, οι ΗΠΑ προωθούν συνεννόηση μεταξύ των αντίπαλων κέντρων εξουσίας και η Τουρκία μετατρέπει την επιρροή της σε πολιτικά κέρδη. Για την Ελλάδα, το πρόβλημα είναι ότι διαμορφώνονται συγκλίσεις που μπορούν να παρακάμψουν τις προτεραιότητές της, χωρίς οι εμπλεκόμενοι να υιοθετήσουν επισήμως τις θέσεις της Άγκυρας.
Η Ρώμη ακολουθεί πολιτική με συνέχεια και συγκεκριμένο οικονομικό περιεχόμενο. Μέσω της ENI επιδιώκει να διασφαλίσει ενεργειακές ροές και να αναδειχθεί σε πύλη των λιβυκών υδρογονανθράκων προς την Ευρώπη. Η προβλεπόμενη επένδυση οκτώ δισ. δολαρίων στα κοιτάσματα Structures A&E, τα έργα στη Sabratha και στο Bouri και η ερευνητική συνεργασία με την QatarEnergy θεμελιώνουν μακροχρόνια παρουσία. Παράλληλα, οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες στη Βεγγάζη και στη Μισράτα προσφέρουν πρόσβαση στην ανοικοδόμηση, στις υποδομές και στο εμπόριο. Διατηρώντας συνομιλητές και στις δύο πλευρές, η Ιταλία περιορίζει την εξάρτησή της από τις πολιτικές ανακατατάξεις.
Στο ίδιο περιβάλλον παρεμβαίνει ο Μασάντ Μπούλος, επιδιώκοντας, εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης, ενοποίηση των λιβυκών θεσμών και διεύρυνση των ενεργειακών επενδύσεων. Οι επαφές με τον Σαντάμ Χαφτάρ και τον Ιμπραήμ Ντμπέιμπα, μεταξύ άλλων στη Ρώμη, δείχνουν προτίμηση σε μια διευθέτηση μέσω των υφιστάμενων κέντρων ισχύος. Η προσέγγιση μπορεί να διευκολύνει συμφωνίες, ενέχει όμως τον κίνδυνο παγίωσης των ίδιων μηχανισμών εξουσίας. Κυρίως, η επιδίωξη σταθερότητας και αυξημένης παραγωγής δεν συνεπάγεται ότι η Ουάσιγκτον θα απαιτήσει αναθεώρηση συμφωνιών που θίγουν την Ελλάδα.
Η Τουρκία αξιοποιεί τη μεταβατική περίοδο διευρύνοντας την πρόσβασή της στην ανατολική Λιβύη. Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 20 Οκτωβρίου αποτελεί ουσιαστικό πολιτικό κέρδος: η Άγκυρα εξασφάλισε στήριξη από τον θεσμό που επί χρόνια αντιτασσόταν στη συμφωνία. Η μεταστροφή αυτή αποδυναμώνει την ελληνική προσδοκία ότι το ανατολικό στρατόπεδο θα παρέμενε σταθερό ανάχωμα στην τουρκική επιρροή.
Η πρόταση Φιντάν για συνομιλίες με Ιταλία και Αίγυπτο, χωρίς αναφορά σε ελληνική και κυπριακή συμμετοχή, υποδεικνύει το επόμενο πιθανό βήμα. Η Άγκυρα ενδέχεται να επιδιώκει τη μεταφορά της συζήτησης από την αμφισβήτηση του μνημονίου στη διαχείριση αντιρρήσεων και στην αναζήτηση οικονομικών συγκλίσεων. Η Ρώμη προσφέρει ευρωπαϊκό βάρος και επιχειρηματικά κίνητρα, ενώ η συμμετοχή του Καΐρου θα επέτρεπε απευθείας διαπραγμάτευση με έναν βασικό επικριτή της συμφωνίας. Πρόκειται για εκτίμηση της τουρκικής σκοπιμότητας, καθώς δεν έχει τεκμηριωθεί η αποδοχή αυτού του σχεδιασμού ούτε αιγυπτιακή υποχώρηση.
Για την Αθήνα, ο κίνδυνος είναι να αντιμετωπίζεται σταδιακά το μνημόνιο ως πολιτικό δεδομένο γύρω από το οποίο οργανώνονται συνεργασίες. Μια ιταλοτουρκική συνεννόηση δεν προϋποθέτει ταύτιση στις θαλάσσιες διεκδικήσεις, αρκεί η προτεραιότητα των επενδύσεων να παραμερίσει τις ελληνικές ενστάσεις. Το ενδεχόμενο συνεργασίας ENI-TPAO, που εξετάζεται σε ανάλυση του ISPI, παραμένει σενάριο, αναδεικνύει ωστόσο περιθώρια σύγκλισης.
Η Ελλάδα διαθέτει επιχειρηματικά ερείσματα που μπορούν να στηρίξουν μια ενεργότερη πολιτική. Χαρακτηριστική είναι η δραστηριότητα του ομίλου Μυτιληναίου, σήμερα METLEN, ο οποίος έχει αναλάβει για τη λιβυκή GECOL τον σχεδιασμό, την προμήθεια και την κατασκευή μονάδας ηλεκτροπαραγωγής στο Τομπρούκ, προβλεπόμενης ισχύος 740 MW. Τέτοια έργα καλύπτουν βασικές κοινωνικές ανάγκες και δημιουργούν σχέσεις συνεργασίας, χρειάζονται όμως οργανωμένη διπλωματική υποστήριξη για να αποκτήσουν ευρύτερη σημασία.
Εδώ εντοπίζεται η ευθύνη του ελληνικού ΥΠΕΞ. Η επαναλειτουργία της πρεσβείας στην Τρίπολη το 2021 αποκατέστησε τη θεσμική παρουσία, αλλά η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής κρίνεται από την επιρροή που παράγει. Οι εξελίξεις επιβάλλουν απολογισμό για τη συνέχεια των επαφών, την αξιοποίηση των οικονομικών ερεισμάτων και την υπερβολική επένδυση σε πρόσκαιρες αντιτουρκικές συγκλίσεις. Η επίκληση της λιβυκής αστάθειας δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση σχεδιασμού μέσα σε αυτήν.
Η Αθήνα οφείλει να απαιτήσει από τη Ρώμη σαφείς απαντήσεις για τις προτεινόμενες διαβουλεύσεις και έμπρακτη συνέπεια προς τις ευρωπαϊκές θέσεις. Πρέπει να καταστήσει σαφές ότι η παράκαμψη Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας σε ζητήματα που αφορούν τα δικαιώματά τους επιβαρύνει την πολιτική συνεργασία. Παράλληλα, χρειάζεται απευθείας παρέμβαση στον Μπούλος και στην Ουάσιγκτον, ώστε οι ελληνικές θέσεις να συνεκτιμηθούν πριν διαμορφωθεί οποιαδήποτε λιβυκή διευθέτηση.
Στην ΕΕ απαιτείται συντονισμένη κινητοποίηση με τη Λευκωσία, με συγκεκριμένα αιτήματα προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων και την Επιτροπή. Η οικονομική στήριξη προς τις λιβυκές αρχές πρέπει να υπόκειται σε σαφείς πολιτικούς όρους, διαφάνεια και έλεγχο, με δυνατότητα επανεξέτασης χρηματοδοτήσεων που αποδεδειγμένα στηρίζουν δραστηριότητες εις βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών μελών. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν μπορεί να εξαντλείται σε διατυπώσεις, ενώ οι αποδέκτες της υποστήριξης προωθούν αντίθετες διευθετήσεις.
Η πίεση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από συνεχή δραστηριότητα στα λιβυκά κέντρα εξουσίας και έμπρακτη στήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων. Οι μεγαλόσχημες δηλώσεις στερούνται ουσιαστικού αντικρίσματος όταν δεν μεταφράζονται σε πρωτοβουλίες με στόχους και αξιολόγηση αποτελεσμάτων. Όσο άλλοι διαμορφώνουν συμφωνίες και συσχετισμούς, η περιοδική παρουσία και οι εκ των υστέρων διαμαρτυρίες περιορίζουν την Ελλάδα στην υπεράσπιση δικαιωμάτων μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει ήδη διαμορφωθεί ερήμην της.
Ο σεξουαλικός διασυρμός, ο ψυχιατρικός στιγματισμός και η επιτήρηση του πένθους ως μέσα πολιτικής απαξίωσης. Οι ευθύνες της εξουσίας, της δημοσιογραφίας και όσων υπερασπίζονται επιλεκτικά τα δικαιώματα.
Τα δικαιώματα δοκιμάζονται όταν πρέπει να τα αναγνωρίσουμε σε εκείνον με τον οποίο διαφωνούμε. Στους φίλους μας, στους πολιτικούς μας συμμάχους και στους ανθρώπους που επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις μας, η υπεράσπισή τους είναι εύκολη. Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού αποκαλύπτει πόσο εύκολα ορισμένοι από τους πιο θορυβώδεις υπερασπιστές τους, “φιλελεύθεροι”, “αριστεροί”, δικαιωματιστές, ακροκεντρώοι, κεντροαριστεροί κα, εγκαταλείπουν τις αρχές τους μόλις απέναντί τους βρεθεί μια γυναίκα πολιτικά ανεπιθύμητη. Κια συμπλέουν με το πιο σκοτεινό πρόσωπο της εξουσίας που σήμερα εκφράζεται απο την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Στο κείμενο που παραθέτουμε στη συνέχεια διακρίνονται τέσσερις δρόμοι: η σεξουαλική διαπόμπευση, ο ψυχιατρικός στιγματισμός, η αστυνόμευση του πένθους και η πολιτική απαξίωση με τον χαρακτηρισμό της ως ακροδεξιάς.
Να μετατραπεί η γυναίκα σε σεξουαλικό αντικείμενο, ώστε το πρόσωπό της να συνδεθεί με τη χυδαιότητα. Να παρουσιαστεί ως «τρελή», ώστε οι καταγγελίες της να μη χρειάζονται απάντηση. Να ελεγχθεί ως μητέρα ακόμη και για την ενδυμασία της, σαν να υπάρχει εγκεκριμένη ενδυμασία πένθους. Και να της αποδοθεί η ταμπέλα της «ακροδεξιάς» ως συνολική καταδίκη, που υποτίθεται ότι καθιστά περιττή ακόμη και την υπεράσπισή της απέναντι στον διασυρμό.
Εδώ βρίσκεται η ευθύνη όσων, από τον φιλελεύθερο, τον αριστερό, τον κεντροαριστερό, τον δικαιωματικό ή τον λεγόμενο ακροκεντρώο χώρο, συμμετέχουν σε αυτή την απαξίωση, την αναπαράγουν ή της προσφέρουν άλλοθι. Οι διαφορετικές ιδεολογικές τους αφετηρίες δεν τους απαλλάσσουν από την ευθύνη της στάσης τους. Όταν ο εξευτελισμός μιας ενοχλητικής φωνής γίνεται ανεκτός επειδή διευκολύνει την εξουσία, η σύμπλευση με το σύστημα Μητσοτάκη αποκτά συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Η συζήτηση απομακρύνεται από τη λογοδοσία για τα Τέμπη και στρέφεται στο αν η γυναίκα που την απαιτεί δικαιούται να αντιμετωπίζεται με σεβασμό.
Πόσο αξίζουν οι διακηρύξεις για τη γυναικεία αυτονομία όταν γίνονται εκπτώσεις μπροστά στη σεξουαλική ταπείνωση μιας πολιτικής αντιπάλου; Πόσο συνεπής είναι η καταδίκη του στίγματος της ψυχικής ασθένειας όταν η λέξη «τρελή» γίνεται αποδεκτό εργαλείο πολεμικής; Και ποιος υπερασπιστής της ελευθερίας μπορεί να απαιτεί από μια μητέρα να πενθεί όπως εκείνος εγκρίνει, να ντύνεται όπως εκείνος επιτρέπει και να μιλά μόνο μέχρι εκεί που δεν τον ενοχλεί;
Καμία πολιτική διαφωνία δεν αναστέλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Όσοι αναγνωρίζουν δικαιώματα μόνο στα μέλη και στους φίλους της παράταξής τους τα υποβιβάζουν σε προνόμια κομματικής ένταξης. Και όσοι προσφέρουν προοδευτικό ή φιλελεύθερο άλλοθι σε πρακτικές δημόσιου εξευτελισμού λειτουργούν ως στηρίγματα ενός σαθρού συστήματος, του οποίου η ηθική αξιοπιστία καταρρέει μέσα στις ίδιες του τις αντιφάσεις.
Η Μαρία Καρυστιανού ζητά δικαιοσύνη για το παιδί της που χάθηκε στα Τέμπη. Για να ακουστεί, υποχρεώνεται να αντιμετωπίζει και μια δεύτερη δοκιμασία: την απόπειρα να καταστραφεί η δημόσια εικόνα της. Στα στιγμιότυπα που έχουμε στη διάθεσή μας απο τα κοινωνικά δίκτυα, το πρόσωπό της χρησιμοποιείται σε σεξουαλικά κολάζ, η μητρική της οδύνη χλευάζεται και η επιμονή της παρουσιάζεται ως ψυχική διαταραχή ή χρηματική ιδιοτέλεια. Αυτές οι επιθέσεις επιχειρούν να αφαιρέσουν από μια γυναίκα το δικαίωμα να γίνεται πιστευτή πριν ακόμη εξεταστούν όσα λέει.
Το ποτήρι έχει ξεχειλίσει. Όταν η δημόσια αντιπαράθεση φτάνει να δανείζεται τη γλώσσα της σεξουαλικής ταπείνωσης, η κοινωνία οφείλει να αναγνωρίσει τι συμβαίνει: επιχειρείται η ηθική και πολιτική εξόντωση ενός προσώπου. Η Καρυστιανού δικαιούται να υπάρχει ολόκληρη στη δημόσια ζωή, ως άνθρωπος, ως γυναίκα, ως μητέρα και ως πολίτης με πολιτική βούληση. Δεν χρειάζεται άδεια από όσους ενοχλούνται από την παρουσία της.
Η πορνογραφική διαπόμπευση ως πολιτικό όπλο
Σε ένα από τα στιγμιότυπα, με εμφανές όνομα λογαριασμού «Mark Demon» και αναγνωριστικό «@SirMarkDemon», η Καρυστιανού εμφανίζεται σε κατασκευασμένη διαφήμιση τηλεφωνικής υπηρεσίας ενηλίκων. Η λεζάντα «Όταν τελειώνουν τα λεφτά της συναυλίας» συνδυάζει τον σεξουαλικό εξευτελισμό με υπαινιγμό οικονομικής ιδιοτέλειας. Σε δεύτερη σύνθεση, η τοποθέτηση της μορφής της ανάμεσα σε άνδρες και η αναφορά σε «ταινία» επιστρατεύουν έναν αναγνωρίσιμο πορνογραφικό κώδικα. Η χρήση μαύρων ανδρών στο συγκεκριμένο πλαίσιο αξιοποιεί και φυλετικά στερεότυπα γύρω από τη σεξουαλικότητα. [1]
Η ένδειξη «λογαριασμός παρωδίας» δεν αλλάζει το περιεχόμενο της επίθεσης. Το κοινό δεν χρειάζεται να πιστέψει ότι η εικόνα είναι πραγματική. Αρκεί να συνδέσει το πρόσωπο με την ταπείνωση. Αυτό είναι το πολιτικό αποτέλεσμα που επιδιώκει η σύνθεση: αντί να ακούγεται μια γυναίκα που καταγγέλλει, να προβάλλεται ένα σώμα προσφερόμενο στον χλευασμό.
Με αυτή την έννοια, η γλώσσα, η αργκό και τα στερεότυπα του πορνοκινηματογράφου γίνονται όπλα πολιτικής απαξίωσης. Δεν πρόκειται εδώ για συνολική κρίση της σεξουαλικότητας ή κάθε ερωτικής αναπαράστασης. Πρόκειται για την επιβολή μιας σεξουαλικής εικόνας σε συγκεκριμένο πρόσωπο χωρίς τη συναίνεσή του, ώστε να πληγεί η αξιοπρέπειά του και να αποδυναμωθεί η δημόσια φωνή του.
Η γυναίκα που διεκδικεί να αποφασίζει για τον εαυτό της υποβιβάζεται σε αντικείμενο διαθέσιμο στους άλλους. Άλλοτε σε σκεύος ηδονής, άλλοτε σε μια ύπαρξη που επιτρέπεται να ορίζεται αποκλειστικά από τη μητρότητα. Και στις δύο περιπτώσεις, το ζητούμενο είναι να της αφαιρεθεί η αυτονομία.
Η έρευνα επιτρέπει να κατονομάσουμε τους κώδικες που επιστρατεύονται. Δεν υπάρχει ένας ενιαίος πορνογραφικός κινηματογράφος με αμετάβλητη ιδεολογία. Υπάρχουν, όμως, επαναλαμβανόμενα σχήματα σε συγκεκριμένα δείγματα της εμπορικής παραγωγής, τα οποία μπορούν να μεταφερθούν στον πολιτικό διασυρμό. Η συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε το 2020 στο Journal of Medical Internet Research επισημαίνει μεγάλες διαφορές μεταξύ των μελετών, των δειγμάτων και των ορισμών της βίας. Η ακρίβεια εδώ ενισχύει την καταγγελία: μας επιτρέπει να περιγράψουμε αυτό που βλέπουμε, χωρίς να μετατρέπουμε κάθε σεξουαλική αναπαράσταση σε τεκμήριο μισογυνισμού. [16]
Πρώτο σχήμα: η γυναίκα ως μέσο για την ικανοποίηση κάποιου άλλου. Οι Marleen Klaassen και Jochen Peter, αναλύοντας 400 δημοφιλή διαδικτυακά πορνογραφικά βίντεο, εντόπισαν συχνότερη παρουσίαση των γυναικών ως εργαλείων της σεξουαλικής απόλαυσης. Στην ίδια μελέτη, οι άνδρες εμφανίζονταν συχνότερα σε κυρίαρχους και οι γυναίκες σε υποτακτικούς ρόλους. Τα αποτελέσματα αφορούν το συγκεκριμένο δείγμα και διαφορετικές διαστάσεις της αντικειμενοποίησης, όχι μια καθολική περιγραφή όλων των ανδρών και όλων των γυναικών στην πορνογραφία. [17]
Η πολιτική χρήση αυτού του σχήματος είναι αναγνωρίσιμη στα κολάζ: το πρόσωπο που μιλά μετατρέπεται σε σώμα που προσφέρεται. Η επαγγελματική διαδρομή, η μαρτυρία, η πολιτική βούληση και η προσωπικότητα αποσύρονται από το κάδρο. Στη θέση τους τοποθετείται μια κατασκευασμένη σεξουαλική διαθεσιμότητα. Η εικόνα επιχειρεί να προλάβει τον λόγο: να αποφασίσει ο θεατής ποια είναι η γυναίκα πριν ακούσει τι έχει να πει.
Δεύτερο σχήμα: η κυριαρχία εμφανίζεται ως αυτονόητη και η υποταγή ως γυναικείος προορισμός. Στη μεταφορά αυτού του σχήματος στην πολιτική αντιπαράθεση, ο αντίπαλος δεν αρκείται να αντικρούσει ένα επιχείρημα. Επιδεικνύει συμβολικά ότι μπορεί να ορίζει το σώμα, την εικόνα και την κοινωνική θέση της γυναίκας. Η δημόσια αυτενέργεια τιμωρείται με μια παράσταση ελέγχου πάνω της. Αυτό είναι το νόημα της σεξουαλικοποιημένης ταπείνωσης ως πολιτικού μηνύματος.
Τρίτο σχήμα: ο εξευτελισμός παρουσιάζεται σαν να είναι αποδεκτός από εκείνη που τον υφίσταται. Η Ana Bridges και οι συνεργάτες της, σε ανάλυση 304 σκηνών από εμπορικά επιτυχημένα πορνογραφικά βίντεο, κατέγραψαν σωματική και λεκτική επιθετικότητα, με συχνότερους δράστες άνδρες και συχνότερους αποδέκτες γυναίκες. Οι αντιδράσεις των αποδεκτών στην οθόνη ήταν συνήθως ουδέτερες ή θετικές. Πρόκειται για κωδικοποίηση μιας σκηνοθετημένης αναπαράστασης, όχι για απόδειξη πραγματικής συναίνεσης ή για μέτρηση όλης της πορνογραφικής παραγωγής. [18]
Στον δημόσιο διασυρμό, αντίστοιχη λειτουργία μπορεί να αποκτά η προσταγή «μην αντιδράς, πλάκα κάνουμε». Η γυναίκα καλείται να ανεχθεί την ταπείνωση για να μη χαρακτηριστεί υπερβολική ή ανίκανη να δεχθεί σάτιρα. Αν διαμαρτυρηθεί, η αντίδρασή της χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθεί νέα επίθεση. Πρόκειται για ένα διπλό αδιέξοδο: να υποστεί τον εξευτελισμό ή να κατηγορηθεί επειδή αρνήθηκε να τον υποστεί.
Τέταρτο σχήμα: η φυλετική ταυτότητα μετατρέπεται σε σεξουαλικό στερεότυπο. Η μελέτη των Gloria Cowan και Robin Campbell για τη διαφυλετική πορνογραφία ανέδειξε τη συνύπαρξη ρατσιστικών και σεξιστικών αναπαραστάσεων. Νεότερη ανάλυση 5,4 εκατομμυρίων τίτλων πορνογραφικού περιεχομένου από τους Sarmad Chandio και συνεργάτες καταγράφει επίσης φυλετικά και έμφυλα στερεότυπα στη γλώσσα της πλατφόρμας που μελέτησαν. Η δεύτερη έρευνα αφορά τίτλους, όχι παρακολούθηση των ίδιων των ταινιών. [19][20]
Η παρουσία μαύρων ανδρών σε μια εικόνα δεν είναι, βεβαίως, προσβολή. Προσβλητικός είναι ο τρόπος με τον οποίο μια σύνθεση τους χρησιμοποιεί ως σύμβολα υποτιθέμενης υπερσεξουαλικότητας, προκειμένου να ταπεινώσει μια γυναίκα. Έτσι ο διασυρμός της Καρυστιανού μπορεί να ενεργοποιεί ταυτόχρονα δύο προκαταλήψεις: τη γυναίκα ως αντικείμενο και τον μαύρο άνδρα ως επιβήτορα. Ο εξευτελισμός δεν περιορίζεται στο πρόσωπο που αποτελεί τον άμεσο στόχο.
Οι παραπάνω μελέτες δεν εξέτασαν τις επιθέσεις στην Καρυστιανού. Μας δίνουν, όμως, ένα λεξιλόγιο για να αναλύσουμε τους κώδικες που χρησιμοποιούνται στα συγκεκριμένα τεκμήρια.
Λόλα 1981
Το πολιτικό όπλο είναι η επιβεβλημένη σεξουαλικοποίηση: η αυθαίρετη μετατροπή ενός ανθρώπου σε θέαμα, ώστε να απαξιωθεί ως συνομιλητής.
Η πολιτική επιστήμονας Mona Lena Krook περιγράφει ως «σημειωτική βία» τη χρήση λέξεων και εικόνων για την υπονόμευση της πολιτικής παρουσίας των γυναικών. Το μήνυμα φτάνει και σε όσες παρακολουθούν: αυτό μπορεί να είναι το τίμημα αν αποκτήσετε δημόσια επιρροή.Η έρευνα των Clare McGlynn και Erika Rackley για τη σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνων βοηθά επίσης να δούμε τη βλάβη πέρα από το ερώτημα αν μια φωτογραφία είναι αυθεντική. Η καταναγκαστική σεξουαλικοποίηση μπορεί να αποτελεί την ίδια την επίθεση. [8][9]
Η υπεράσπιση της Καρυστιανού δεν χρειάζεται πιστοποιητικό σεξουαλικής «ευπρέπειας». Καμία γυναίκα δεν χάνει την αξιοπρέπειά της εξαιτίας της προσωπικής ζωής ή της εργασίας της. Η προσβολή βρίσκεται στη χρήση του σεξουαλικού στίγματος ως μέσου εξευτελισμού.
Salò
Η επικαιρότητα του Salò
Από την κινηματογραφική αλληγορία του Παζολίνι στη σύγχρονη εξουσία και την υπόθεση της Μαρίας Καρυστιανού
Το Salò ή οι 120 μέρες των Σοδόμων (1975), η τελευταία ολοκληρωμένη ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι, αποτελεί ένα από τα πιο ακραία και ταυτόχρονα πιο διεισδυτικά κινηματογραφικά δοκίμια για τη φύση της εξουσίας. Πρόκειται για ένα έργο που υπερβαίνει την ιστορική συγκυρία του φασισμού, για να εξετάσει τη δυνατότητα της εξουσίας να καταργεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να μετατρέπει τους ανθρώπους σε αντικείμενα και να οργανώνει την υποταγή τους ως μια φυσιολογική, σχεδόν διοικητική διαδικασία.
Η επικαιρότητα του Salò δεν βρίσκεται στην κυριολεκτική επανάληψη των γεγονότων που απεικονίζει. Βρίσκεται στην αναγνώριση μηχανισμών κυριαρχίας που μπορούν να επιβιώνουν ακόμη και σε κοινωνίες με “δημοκρατικούς” θεσμούς:
στην κατάχρηση της θεσμικής ισχύος, στην υποβάθμιση του δημόσιου διαλόγου, στη μετατροπή της ενημέρωσης σε εργαλείο επιρροής και στην προσπάθεια απαξίωσης εκείνων που αμφισβητούν την εξουσία.
Από αυτή την άποψη, η ταινία προσφέρει ένα εξαιρετικά γόνιμο φιλοσοφικό πλαίσιο για να εξετάσουμε τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα και ειδικότερα τη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού.
Η κινηματογραφική γεωμετρία της εξουσίας
Ο Παζολίνι μεταφέρει το ημιτελές μυθιστόρημα του Μαρκήσιου ντε Σαντ, Οι 120 μέρες των Σοδόμων, από τη Γαλλία του 18ου αιώνα στη Δημοκρατία του Σαλό, το φασιστικό κρατικό μόρφωμα που εγκαθιδρύθηκε στη βόρεια Ιταλία υπό την προστασία της ναζιστικής Γερμανίας.
Τέσσερις εκπρόσωποι της κυρίαρχης τάξης —ένας δούκας, ένας επίσκοπος, ένας δικαστής και ένας πρόεδρος— συγκεντρώνουν νεαρούς αιχμαλώτους σε μια απομονωμένη έπαυλη. Εκεί εγκαθιδρύουν ένα σύστημα απόλυτης υποταγής, μέσα στο οποίο η ανθρώπινη βούληση καταργείται και κάθε πλευρά της ζωής υπάγεται στις επιθυμίες των κυρίαρχων.
Η έπαυλη αποτελεί μικρογραφία ενός ολοκληρωτικού κράτους. Οι τέσσερις άντρες δεν είναι απλώς διεστραμμένα άτομα. Ενσαρκώνουν θεσμούς: την πολιτική, τη δικαιοσύνη, τη θρησκευτική και την κοινωνικοοικονομική ισχύ. Η σύμπραξή τους δημιουργεί έναν κλειστό κόσμο όπου δεν υπάρχει δυνατότητα προσφυγής σε μια ανεξάρτητη αρχή. Εκείνοι που θεσπίζουν τους κανόνες είναι ταυτόχρονα εκείνοι που τους ερμηνεύουν, τους εφαρμόζουν και αποφασίζουν για τις συνέπειες της παραβίασής τους.
Η σκηνοθεσία αναδεικνύει αυτή τη λογική με αξιοσημείωτη αυστηρότητα. Τα κάδρα είναι συχνά στατικά και συμμετρικά, οι χώροι επιβλητικοί, οι κινήσεις τελετουργικές. Οι άνθρωποι τοποθετούνται μέσα στον χώρο σαν αντικείμενα μιας γεωμετρικής σύνθεσης. Η ίδια η αισθητική της ταινίας υποβάλλει την ιδέα ότι η εξουσία έχει οργανώσει ακόμη και την κίνηση των σωμάτων.
Ο Παζολίνι αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό τη συναισθηματική κινηματογράφηση. Η κάμερα παρατηρεί από απόσταση, χωρίς να προσφέρει την παρηγοριά μιας εύκολης ταύτισης. Η πολυτέλεια των χώρων συνυπάρχει με την ηθική φρίκη, δημιουργώντας μια αντίθεση που αποκαλύπτει πόσο εύκολα η πολιτισμένη εξωτερική μορφή μπορεί να συγκαλύπτει τη βαρβαρότητα.
Η ταινία οργανώνεται σε τέσσερις ενότητες, με αναφορά στην Κόλαση του Δάντη: τον Προθάλαμο της Κόλασης, τον Κύκλο των Μανιών, τον Κύκλο των Κοπράνων και τον Κύκλο του Αίματος. Πρόκειται για μια προοδευτική κάθοδο στην απανθρωποποίηση. Σε αντίθεση όμως με τη Θεία Κωμωδία, η κάθοδος αυτή δεν υπόσχεται κάθαρση ή σωτηρία.
Η φιλοσοφία του Salò: όταν η ελευθερία του ισχυρού γίνεται ανελευθερία του άλλου
Η φιλοσοφική αφετηρία βρίσκεται στον Μαρκήσιο ντε Σαντ. Τι συμβαίνει όταν η επιθυμία του ισχυρού δεν αναγνωρίζει κανέναν ηθικό περιορισμό; Όταν η προσωπική του ελευθερία θεωρείται απεριόριστη, ακόμη και όταν προϋποθέτει την πλήρη υποδούλωση των άλλων;
Ο Παζολίνι μετατρέπει αυτό το ερώτημα σε πολιτική αλληγορία. Η ελευθερία των τεσσάρων αρχόντων δεν είναι ελευθερία με την ανθρώπινη και δημοκρατική σημασία της. Είναι η δυνατότητα να επιβάλλουν τη θέλησή τους χωρίς αντίσταση, χωρίς έλεγχο και χωρίς λογοδοσία.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι η απουσία κανόνων, αλλά το αντίθετο: η ύπαρξη ενός εξαιρετικά οργανωμένου συστήματος κανόνων. Οι βασανιστές δεν ενεργούν πάντοτε αυθόρμητα. Νομοθετούν, ταξινομούν, επιτηρούν, τιμωρούν. Η αυθαιρεσία αποκτά τη μορφή νόμου. Η σαδιστική επιθυμία μετατρέπεται σε διοίκηση.
Εδώ η ταινία συναντά, σε επίπεδο ερμηνείας, τη φιλοσοφία του Μισέλ Φουκώ. Η εξουσία δεν λειτουργεί αποκλειστικά με τη βία. Οργανώνει τον χώρο, καθορίζει τον χρόνο, ταξινομεί τις συμπεριφορές, διακρίνει το κανονικό από το αποκλίνον και διεκδικεί την αρμοδιότητα να αποφασίζει ποιος δικαιούται να μιλά και ποιος πρέπει να πειθαρχεί.
Ωστόσο, ο Παζολίνι προχωρά πέρα από την καταγγελία του ιστορικού φασισμού. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε τον καταναλωτισμό ως μια νέα δύναμη πολιτισμικής ομοιομορφίας. Η σύγχρονη κοινωνία, πίστευε, δεν αρκείται στην εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας. Εμπορευματοποιεί το σώμα, την επιθυμία, την ταυτότητα και τελικά την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.
Αυτή η αντίληψη εξηγεί και τη δραματική μεταστροφή του από την προηγούμενη Τριλογία της Ζωής. Εκεί το σώμα αποτελούσε πηγή χαράς και ελευθερίας. Στο Salò μετατρέπεται σε αντικείμενο ιδιοκτησίας, χρήσης και καταστροφής.
Το ουσιαστικό φιλοσοφικό μήνυμα είναι ότι η απανθρωποποίηση δεν αρχίζει αναγκαστικά με τη φυσική εξόντωση. Αρχίζει τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να αναγνωρίζεται ως αυτόνομο υποκείμενο και αντιμετωπίζεται ως υλικό πάνω στο οποίο η εξουσία μπορεί να ασκεί απεριόριστα τις δυνατότητές της.
Το τέλος: η εξουσία ως θέαμα και η κοινοτοπία του κακού
Η τελευταία ενότητα της ταινίας ολοκληρώνει αυτή τη φιλοσοφία με έναν ιδιαίτερα σκληρό τρόπο.
Οι νεαροί αιχμάλωτοι βασανίζονται και δολοφονούνται. Οι τέσσερις άρχοντες εναλλάσσονται ανάμεσα στην άμεση συμμετοχή και την παρακολούθηση των βασανιστηρίων από το παράθυρο, χρησιμοποιώντας κιάλια.
Η λεπτομέρεια των κιαλιών έχει τεράστια σημασία. Η βία δεν αποτελεί μόνο πράξη εξουσίας. Μετατρέπεται και σε θέαμα που η ίδια η εξουσία καταναλώνει. Οι κυρίαρχοι οργανώνουν τη φρίκη και στη συνέχεια την παρακολουθούν από ασφαλή απόσταση.
Ο θεατής βρίσκεται μπροστά σε ένα ενοχλητικό ερώτημα: ποια είναι η σχέση ανάμεσα σε εκείνον που ασκεί τη βία, σε εκείνον που τη νομιμοποιεί και σε εκείνον που την παρακολουθεί χωρίς να αντιδρά;
Η τελική δολοφονία των αιχμαλώτων δεν εξυπηρετεί κάποια ανάγκη. Είναι η ακραία επιβεβαίωση της κυριαρχίας. Οι τέσσερις άντρες δεν χρειάζονται δικαιολογία για να αφαιρέσουν τη ζωή, επειδή θεωρούν ότι η ίδια η ισχύς τους αποτελεί επαρκή δικαιολογία.
Και τότε ο Παζολίνι επιλέγει ένα απροσδόκητο φινάλε.
Δύο νεαροί φρουροί, ενώ έξω συνεχίζεται η φρίκη, αλλάζουν τη μουσική στο ραδιόφωνο και αρχίζουν να χορεύουν. Η συζήτησή τους αφορά κάτι εντελώς καθημερινό: την κοπέλα του ενός.
Δεν υπάρχει εξέγερση, τιμωρία των ενόχων ή ηθική αποκατάσταση. Η ζωή συνεχίζεται σαν να μη συνέβη τίποτα. (Ελλάδα του Μητσοτάκη και των συνενόχων).
Η σκηνή μπορεί να διαβαστεί μέσα από την έννοια της «κοινοτοπίας του κακού» της Χάνα Άρεντ. Το κακό δεν προϋποθέτει πάντοτε έντονο προσωπικό μίσος. Μπορεί να αναπαράγεται από ανθρώπους που συνηθίζουν την αδικία, εκτελούν εντολές ή αποδέχονται τη φρίκη ως τμήμα της καθημερινότητας.
Η τελευταία σκηνή είναι, επομένως, και μια σκηνή κοινωνικής ευθύνης. Οι τέσσερις άρχοντες δεν θα μπορούσαν να λειτουργούν χωρίς τους φρουρούς, τους υπηρέτες και όλους εκείνους που συμμετέχουν ή σιωπούν.
Η εξουσία δεν διατηρείται μόνο από όσους την ασκούν. Διατηρείται και από όσους αποδέχονται ως φυσιολογικές τις συνέπειές της.
Από το Salò στη σημερινή εξουσία
Πενήντα ένα χρόνια μετά την ταινία, το ερώτημα του Παζολίνι παραμένει επίκαιρο: με ποιους τρόπους μπορεί η εξουσία να υποτάσσει τον άνθρωπο χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγει πάντοτε στην ανοιχτή βία;
Η σύγχρονη εξουσία λειτουργεί μέσα από πολύπλοκα δίκτυα πολιτικών, οικονομικών, επικοινωνιακών και θεσμικών σχέσεων. Η δυνατότητα ελέγχου της πληροφορίας, η επιρροή πάνω στη δημόσια ατζέντα, η επιλεκτική προβολή γεγονότων και η δημόσια απαξίωση προσώπων μπορούν να επηρεάζουν ουσιαστικά την άσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων.
Το έργο μάς καλεί να εξετάσουμε τι συμβαίνει όταν οι θεσμοί παύουν να λειτουργούν ως αμοιβαία αντίβαρα και αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως προεκτάσεις της εκτελεστικής ή οικονομικής ισχύος.
Στην Ελλάδα, οι συζητήσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, την ελευθερία του Τύπου, τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα του κοινοβουλευτικού ελέγχου δεν είναι αφηρημένες. Αποτελούν υπαρκτά πεδία δημόσιας αντιπαράθεσης και αντικείμενα εκθέσεων για το κράτος δικαίου.
Το κεντρικό ερώτημα είναι εάν η πολιτική εξουσία δέχεται να ελέγχεται πραγματικά και εάν οι θεσμοί διαθέτουν την ανεξαρτησία να την ελέγχουν ακόμη και όταν αυτό προκαλεί πολιτικό κόστος.
Η απουσία λογοδοσίας, όπου διαπιστώνεται, δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα διοικητικής λειτουργίας. Μεταβάλλει τη σχέση του πολίτη με το κράτος. Ο πολίτης παύει να αισθάνεται ότι οι θεσμοί υπάρχουν για να προστατεύουν τα δικαιώματά του και αρχίζει να τους αντιμετωπίζει ως μηχανισμούς απέναντι στους οποίους πρέπει διαρκώς να απολογείται.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται μια από τις πιο ουσιαστικές σύγχρονες αναγνώσεις του Παζολίνι: η αυθαιρεσία μπορεί να αποκτήσει θεσμική μορφή, ενώ η αμφισβήτησή της μπορεί να παρουσιάζεται ως απειλή για την κανονικότητα.
Η δημοκρατία, όμως, δεν κρίνεται μόνο από τη διεξαγωγή εκλογών. Κρίνεται και από την ποιότητα του ελέγχου της εξουσίας, από την προστασία της διαφωνίας και από την ικανότητα των θεσμών να αντιμετωπίζουν ισότιμα τον ισχυρό και τον αδύναμο.
Η Μαρία Καρυστιανού και η δοκιμασία της θεσμικής εξουσίας
Η δημόσια παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα από αυτή τη φιλοσοφική οπτική.
Μια μητέρα που έχασε το παιδί της στην τραγωδία των Τεμπών αναδείχθηκε σε πρόσωπο με έντονη δημόσια παρουσία, διεκδικώντας απαντήσεις, δικαιοσύνη και λογοδοσία. Η μετέπειτα πολιτική της δραστηριοποίηση μετέφερε τη συζήτηση από την προσωπική της τραγωδία στο ευρύτερο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στον πολίτη, την κοινωνία και την πολιτική εξουσία.
Η σημασία αυτής της μετάβασης δεν εξαρτάται από το εάν κάποιος συμφωνεί με τις πολιτικές θέσεις της. Βρίσκεται στο γεγονός ότι ένας πολίτης που αμφισβητεί δημόσια τους θεσμούς μπορεί να μετατραπεί ο ίδιος σε αντικείμενο έντονου θεσμικού, πολιτικού και δημοσιογραφικού ελέγχου.
Αυτό δημιουργεί ένα διπλό ερώτημα: πώς πρέπει να ελέγχεται ένα δημόσιο πρόσωπο και πότε ο έλεγχος κινδυνεύει να μετατραπεί σε προσωπική απαξίωση;
Οι τέσσερις άρχοντες του Παζολίνι και οι σύγχρονοι μηχανισμοί ισχύος
Εδώ η κινηματογραφική αλληγορία αποκτά μια δεύτερη, πιο σύνθετη επικαιρότητα.
Στο Salò, οι τέσσερις άρχοντες συγκεντρώνουν στα χέρια τους διαφορετικές μορφές εξουσίας. Στη σύγχρονη κοινωνία, η πολιτική εξουσία, η οικονομική επιρροή, η Δικαιοσύνη, η διοίκηση, τα μέσα ενημέρωσης και οι επιστημονικοί θεσμοί έχουν διακριτές αρμοδιότητες και διαφορετικές πηγές νομιμοποίησης.
Η δημοκρατική λειτουργία προϋποθέτει ακριβώς αυτή τη διάκριση.
Ο κίνδυνος εμφανίζεται όταν η ανεξαρτησία τους αποδυναμώνεται ή όταν η δημόσια εντύπωση είναι ότι διαφορετικοί μηχανισμοί ισχύος λειτουργούν προς την ίδια πολιτική κατεύθυνση, χωρίς επαρκή αντίβαρα.
Η κυβέρνηση οφείλει να λογοδοτεί στο Κοινοβούλιο. Η Δικαιοσύνη οφείλει να κρίνει ανεξάρτητα από τις επιθυμίες της κυβέρνησης. Η δημοσιογραφία οφείλει να ελέγχει την εξουσία και όχι να περιορίζεται στην αναπαραγωγή των θέσεών της. Οι επιστημονικοί φορείς οφείλουν να προστατεύουν την επιστημονική εγκυρότητα και τη δεοντολογία χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις.
Η υπόθεση Καρυστιανού μπορεί να αποτελέσει αφορμή για να εξεταστεί στην πράξη κατά πόσο αυτές οι διακρίσεις τηρούνται.
Ο Παζολίνι θα μας καλούσε, μέσα από τη λογική του έργου του, να κοιτάξουμε όχι μόνο τις δηλώσεις των πρωταγωνιστών, αλλά και τη δομή των σχέσεων ανάμεσά τους. Ποιος έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει ένα θέμα στη δημόσια συζήτηση; Ποιος διαθέτει τους μηχανισμούς να υπερασπιστεί τη φήμη του; Ποιος αποφασίζει ποια καταγγελία αξίζει δημοσιότητα και ποια θα αποσιωπηθεί; Ποιος ελέγχει τον ελεγκτή;
Η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να περιλαμβάνει σκληρή κριτική. Όταν όμως μετατρέπεται σε διαρκή προσωπικό διασυρμό, το αντικείμενό της αλλάζει. Δεν εξετάζονται πλέον μόνο οι πράξεις και οι θέσεις ενός ανθρώπου, αλλά επιχειρείται να προσδιοριστεί συνολικά η κοινωνική του αξία.
Αυτή είναι μια από τις μορφές συμβολικής εξουσίας που αξίζει να εξεταστούν μέσα από το Salò: η δυνατότητα των ισχυρών να επηρεάζουν όχι μόνο όσα συμβαίνουν σε έναν άνθρωπο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τον αντιλαμβάνεται η κοινωνία.
Η δημοσιογραφία, η διανόηση και οι θεατές της εξουσίας
Η επικαιρότητα της τελευταίας σκηνής του Salò γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν μεταφέρουμε το βλέμμα από τους τέσσερις άρχοντες στους δύο νεαρούς φρουρούς.
Η αδιαφορία τους δεν είναι απλώς προσωπικό χαρακτηριστικό. Είναι στοιχείο ενός συστήματος στο οποίο η συμμετοχή, η υπακοή και η σιωπή επιτρέπουν τη συνέχιση της βίας.
Στις σύγχρονες δημοκρατίες, τα μέσα ενημέρωσης και οι άνθρωποι του πνεύματος έχουν ευθύνη.
Η επικαιρότητα του Salò: το μέλλον της εξουσίας
Το Salò δεν προσφέρει μια αισιόδοξη απάντηση. Ο κόσμος του Παζολίνι είναι ένας κόσμος όπου η εξουσία δεν αναγνωρίζει όρια, επειδή κανένας μηχανισμός δεν μπορεί να την υποχρεώσει να λογοδοτήσει.
Όταν η συγκέντρωση εξουσίας συνδυάζεται με αδύναμους ελεγκτικούς θεσμούς, περιορισμένη διαφάνεια και εξάρτηση της δημόσιας ενημέρωσης, δημιουργούνται συνθήκες που μπορούν να ευνοήσουν περαιτέρω αυθαιρεσίες.
Η μεγάλη δύναμη της ταινίας βρίσκεται ακριβώς στην απουσία εύκολης παρηγοριάς. Ο Παζολίνι δεν επιτρέπει στον θεατή να αποδώσει όλη την ευθύνη σε τέσσερα τέρατα και να αποχωρήσει ανακουφισμένος από την αίθουσα.
Τον υποχρεώνει να σκεφτεί τους μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να υπάρχουν.
Η τελευταία σκηνή, με τους δύο φρουρούς να χορεύουν ενώ έξω συντελείται η καταστροφή, αποτελεί ίσως το πιο διαχρονικό πολιτικό σχόλιο της ταινίας. Η καθημερινότητα συνεχίζεται. Οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν. Οι άνθρωποι συζητούν, εργάζονται, διασκεδάζουν. Και μέσα σε αυτή τη φαινομενική κανονικότητα μπορεί να υπάρχουν αδικίες που δεν προκαλούν πλέον την αναμενόμενη αντίδραση.
Η πραγματική επικαιρότητα του Salò δεν βρίσκεται, επομένως, στην αναζήτηση τεσσάρων σημερινών προσώπων που θα αντικαταστήσουν τους τέσσερις άρχοντες του Παζολίνι.
Βρίσκεται στην ανάγκη να εξετάζουμε διαρκώς εάν οι θεσμοί προστατεύουν τον άνθρωπο από την αυθαιρεσία ή εάν, σε συγκεκριμένες περιστάσεις, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε μέσα αναπαραγωγής της.
Η υπόθεση της Μαρίας Καρυστιανού αποτελεί μια ευκαιρία να τεθούν αυτά τα ερωτήματα με συγκεκριμένους όρους, χωρίς να προδικάζονται οι απαντήσεις.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο δίδαγμα του Παζολίνι: η δημοκρατική ευθύνη δεν εξαντλείται στην καταδίκη της ιστορικής βαρβαρότητας. Απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση απέναντι στις σύγχρονες μορφές ανθρωποθυσίας, ακόμη και όταν αυτές εμφανίζονται με τον μανδύα της νομιμότητας, της κανονικότητας ή του δημόσιου συμφέροντος.
Το Salò τελειώνει με έναν χορό.
Η πραγματική ζωή συνεχίζεται μετά το τέλος της προβολής.
Και το ερώτημα παραμένει: ποιος ελέγχει την εξουσία όταν η ίδια διεκδικεί το δικαίωμα να ορίζει τα όρια του ελέγχου της;
Η μητέρα που δεν επιτρέπεται να ζει
Η επιτήρηση του πένθους είναι μια άλλη όψη της ίδιας βίας. Η Καρυστιανού καλείται να αποδεικνύει διαρκώς ότι πενθεί με τον τρόπο που εγκρίνουν οι θεατές της. Το ντύσιμο, η εμφάνιση, το μακιγιάζ, το χτένισμα, ένα χαμόγελο, μια προσωπική σχέση μπορούν να μετατραπούν σε κατηγορητήριο. Η αποδοχή της ως πενθούσας μητέρας γίνεται υπό όρους: να προκαλεί συγκίνηση χωρίς να απαιτεί λογοδοσία και χωρίς να διεκδικεί δική της πολιτική διαδρομή.
Τον Φεβρουάριο του 2025, τα προσβλητικά σχόλια που αποδόθηκαν στον μητροπολίτη Ικονίου Θεόληπτο για την εμφάνιση και τα κίνητρά της προκάλεσαν την παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριάρχη. Ακολούθησε δήλωση συγγνώμης του μητροπολίτη, ο οποίος ανέφερε ότι οι δηλώσεις που του αποδίδονταν δεν αντιπροσώπευαν τις προσωπικές του απόψεις. [2]
Η ίδια λογική επιτρέπει να μετατρέπεται η συζήτηση για ένα ταξίδι με τον σύντροφό της -το οποίο πραγματοποιήθηκε πριν τα τραγικά γεγονότα των Τεμπών- σε δίκη της μητρικής της ιδιότητας. Μια γυναίκα που έχασε το παιδί της δεν χάνει το δικαίωμα να αγαπά, να ταξιδεύει και να συνεχίζει να ζει. Η οδύνη δεν είναι δημόσια περιουσία, ούτε η διαρκής επίδειξή της προϋπόθεση για να ζητά κανείς δικαιοσύνη.
Το πέμπτο σχήμα είναι το παλιό δίπολο «Παναγία–πόρνη»: είτε εξιδανικευμένη, άφυλη μητέρα είτε γυναίκα που θεωρείται ανάξια σεβασμού επειδή έχει επιθυμίες. Η διάκριση αυτή προϋπήρχε της πορνογραφικής βιομηχανίας. Η μελέτη των Chandio και συνεργατών εντοπίζει την αναπαραγωγή της και στη σύγχρονη πορνογραφική γλώσσα. [20] Στη δημόσια αντιμετώπιση της Καρυστιανού, το δίλημμα προσλαμβάνει μια ιδιαίτερα σκληρή μορφή: μπορεί να είναι μητέρα που πενθεί μόνο αν παραιτηθεί από την υπόλοιπη ζωή της.
Αυτός ο καταναγκασμός εξηγεί γιατί ένα ταξίδι ή μια σχέση μπορεί να επιστρατεύεται εναντίον της αξιοπιστίας της. Η προσδοκία είναι να παραμένει καθηλωμένη στην εικόνα που οι άλλοι επέλεξαν γι’ αυτήν. Η απαίτηση να υπάρχει αποκλειστικά ως μητέρα και η απόπειρα να μετατραπεί σε σεξουαλικό αντικείμενο φαίνονται αντίθετες, αλλά συγκλίνουν στην άρνηση της αυτονομίας της. Η αναγωγή μιας γυναίκας σε «μηχανή αναπαραγωγής» ανήκει σε αυτόν τον ευρύτερο πατριαρχικό περιορισμό της ταυτότητάς της· δεν χρειάζεται να αποδοθεί συλλήβδην στον πορνοκινηματογράφο για να καταγγελθεί.
Το δικαίωμα μιας μητέρας στη δικαιοσύνη δεν εξαρτάται από την παραίτησή της από τη ζωή. Κανένας πολιτικός αντίπαλος, δημοσιογράφος ή χρήστης των κοινωνικών δικτύων δεν δικαιούται να της επιβάλει αυτή την ανταλλαγή.
Η Kate Manne, στο Down Girl, εξετάζει τον μισογυνισμό ως μηχανισμό επιβολής έμφυλων κανόνων. Η προσέγγιση αυτή φωτίζει τη μετάβαση από τη συμπάθεια στην εχθρότητα: μια γυναίκα μπορεί να γίνεται αποδεκτή όσο ανταποκρίνεται στον ρόλο που της αποδίδεται και να τιμωρείται όταν διεκδικεί αυτονομία. [10]
Ο ψυχιατρικός στιγματισμός αφαιρεί τη φωνή
Σε άλλο κολάζ, η Καρυστιανού παρουσιάζεται με ένδυμα που παραπέμπει σε ζουρλομανδύα, σε επενδεδυμένο δωμάτιο, κάτω από τη φράση «Φραγκοενέσεις — Το δράμα μιας μάνας». Η σύνθεση ενώνει τον ψυχιατρικό χλευασμό, την κατηγορία της φιλοχρηματίας και την απαξίωση του πένθους. [1]
Το μήνυμα είναι συγκεκριμένο: δεν χρειάζεται να απαντήσετε σε όσα καταγγέλλει, αρκεί να θεωρήσετε την ίδια παράλογη.Η πολιτική διαφωνία μεταφέρεται στην υποτιθέμενη ψυχική κατάσταση του προσώπου. Προσβάλλονται συγχρόνως και οι άνθρωποι που ζουν με ψυχικές διαταραχές, σαν η κατάσταση της υγείας τους να τους στερεί αυτομάτως δικαιώματα και αξιοπιστία.
Η Paige L. Sweet έχει μελετήσει πώς το gaslighting, η χειραγώγηση που υπονομεύει την εμπιστοσύνη ενός ανθρώπου στην αντίληψή του, αξιοποιεί έμφυλες προκαταλήψεις και ανισότητες. Η έρευνά της αφορά την ενδοοικογενειακή κακοποίηση· εδώ χρησιμεύει ως αναλυτική αναλογία, όχι ως διάγνωση κάθε πολιτικής αντιπαράθεσης. Η Miranda Fricker προσφέρει ένα ακόμη χρήσιμο εργαλείο: την «επιστημική αδικία», όταν η προκατάληψη στερεί από κάποιον την αξιοπιστία που δικαιούται ως φορέας γνώσης και μαρτυρίας. [11][12]
Η ιστορική κατάχρηση της ψυχιατρικής για την καταστολή αντιφρονούντων, την οποία έχει μελετήσει ο Robert van Voren, υπενθυμίζει πόσο επικίνδυνη είναι η μετατροπή μιας πολιτικής φωνής σε υποτιθέμενο σύμπτωμα. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, τα τεκμήρια αφορούν στιγματιστικές εικόνες, όχι ψυχιατρικό εγκλεισμό. Η αναλογία αφορά την απαξιωτική λογική: να πάψει ο αντίπαλος να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος που έχει λόγους να αντιδρά. [13]
Τα δικαιώματα δεν είναι κομματική ιδιοκτησία
Η στάση απέναντι στην Καρυστιανού δοκιμάζει και εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως υπερασπιστές των γυναικών. Όποιος διεκδικεί ειδική ποινική αναγνώριση της γυναικοκτονίας οφείλει να αντιστέκεται και στις πρακτικές που απαξιώνουν τις γυναίκες στη δημόσια ζωή.
Η ευαισθησία δεν μπορεί να εξαντλείται στις περιπτώσεις όπου το θύμα συμφωνεί μαζί μας.
Η φράση «λεκτική γυναικοκτονία» εκφράζει, μεταφορικά, την οργή για την απόπειρα εξάλειψης μιας γυναίκας από τον δημόσιο χώρο. Δεν εξισώνει τον λόγο με τη δολοφονία. Περιγράφει την επιδίωξη να καταστραφεί η κοινωνική και πολιτική της υπόσταση, να μείνει το πρόσωπο ορατό αλλά η φωνή του ανυπόληπτη.
Η αντιπαράθεση για τις αμβλώσεις δείχνει γιατί χρειάζεται ακρίβεια. Στη συνέντευξή της στο OPEN, τον Ιανουάριο του 2026, η Καρυστιανού μίλησε για «δημόσια διαβούλευση», ενώ αναφέρθηκε και στον σεβασμό της ελεύθερης βούλησης. Αργότερα κατήγγειλε σκόπιμη διαστρέβλωση, διευκρινίζοντας ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν τίθενται σε διαπραγμάτευση. Οι αρχικές δηλώσεις προκάλεσαν έντονη κριτική από την κυβέρνηση και κόμματα της αντιπολίτευσης. [3][4]
Οι θέσεις της δικαιούνται αυστηρή εξέταση. Η αυτοδιάθεση των γυναικών χρειάζεται υπεράσπιση. Καμία διαφωνία, όμως, δεν δίνει άδεια να μετατρέπεται η ίδια σε στόχο σεξουαλικού εξευτελισμού. Η πολιτική ετικέτα της «ακροδεξιάς»- για την απόδοση της οποίας πρωταγωνίστησε η Αριστερά και υιοθέτησαν οι “Φιλελεύθεροι”, οι Δικαιωματιστές, η Κεντροαριστερά και οι άλλες παραφυάδες του συστήματος- όταν χρησιμοποιείται ως συνολική ακύρωση ενός ανθρώπου, μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι για να θεωρηθεί περιττή η υπεράσπισή του απέναντι στην κακοποίηση.
Η ευθύνη αφορά όσους συμμετέχουν σε αυτή την ακύρωση ή την ανέχονται, είτε προέρχονται από την Αριστερά είτε αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι ή συντηρητικοί. Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε ενιαία στάση σε ολόκληρους πολιτικούς χώρους για να καταγγείλουμε την επιλεκτική τους ευαισθησία εκεί όπου εκδηλώνεται. Όποιος υπερασπίζεται την ελευθερία μιας γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα της οφείλει να υπερασπίζεται και το δικαίωμά της να μην χρησιμοποιείται αυτό το σώμα ως υλικό πολιτικής διαπόμπευσης.
Η δημοσιογραφία που ανακρίνει το θύμα
Η δημοσιογραφική υποχρέωση απέναντι στις καταγγελίες της Καρυστιανού είναι σαφής: παρουσίαση, έλεγχος και αναζήτηση απαντήσεων. Όταν η συζήτηση μετατοπίζεται από όσα καταθέτει στη Βουλή ή υποστηρίζει δημόσια στο αν έχει πολιτικές φιλοδοξίες, το κρίσιμο αντικείμενο της έρευνας χάνεται. Η υπόνοια για τα κίνητρα δεν υποκαθιστά τον έλεγχο των στοιχείων.
Η προτροπή να μην πολιτευτεί, όταν συνοδεύεται από τον υπαινιγμό ότι γι’ αυτό κατήγγειλε όσα κατήγγειλε, λειτουργεί ως εκβιαστικό δίλημμα: ή θα μείνει στον ρόλο της μητέρας που της παραχωρούν ή θα θεωρηθεί ότι εργαλειοποιεί την απώλειά της. Η πολιτική συμμετοχή δεν ακυρώνει το πένθος και δεν καθιστά αναδρομικά ψευδείς τις καταγγελίες.
Η Καρυστιανού είναι παιδίατρος, με επαγγελματική διαδρομή πριν από τη δημόσια έκθεσή της. Το ιατρείο της βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Αυτό δεν της προσφέρει ασυλία στην κριτική. Yπενθυμίζει όμως ότι πρόκειται για έναν πραγματικό άνθρωπο, με ζωή και εργασία πέρα από τις τηλεοπτικές κατασκευές. Και ακόμη κι αν επιδιώκει πολιτικό ρόλο, έχει το ίδιο δικαίωμα με οποιονδήποτε άλλο πολίτη.
Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλούμ
Υπάρχει και δημοσιογραφική αλητεία. Με τη λέξη εννοώ τη βάναυση προσβολή της ανθρώπινης υπόστασης από εκείνον που διαθέτει δημόσιο βήμα. Η δημοσιογραφία, είτε τη θεωρεί κανείς λειτούργημα είτε επάγγελμα, απαιτεί στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Οι δημοσιογραφικές ενώσεις οφείλουν να εξετάζουν συγκεκριμένες παραβιάσεις και να εφαρμόζουν τις προβλεπόμενες διαδικασίες δεοντολογίας. Οι γενικόλογες εκκλήσεις δεν αρκούν όταν ο εξευτελισμός επαναλαμβάνεται.
Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλούμ
Η πολιτική ευθύνη του συστήματος Μητσοτάκη
Η καταγγελία ενός συστήματος εξουσίας αποκτά βάρος όταν συνδέεται με ελέγξιμες σχέσεις και δημόσιες πράξεις. Η λίστα Πέτσα, που δημοσιοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2020, κατέγραψε τη διανομή κρατικών διαφημιστικών κονδυλίων στα μέσα ενημέρωσης. Η διαχείριση δημόσιου χρήματος στον Τύπο επιβάλλει διαφάνεια και έλεγχο της ανεξαρτησίας του. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι κάθε δημοσιογράφος που επιτίθεται στην Καρυστιανού πληρώνεται για τη συγκεκριμένη επίθεση. [5]
Τον Απρίλιο του 2025, η έρευνα του Inside Story για την Blue Skies και τη μισθοδοσία προσώπων της Ομάδας Αλήθειας έφερε στο επίκεντρο τις σχέσεις ιδιωτικών εταιρειών και κομματικής επικοινωνίας. Στην απάντηση που δημοσιοποιήθηκε, η πλευρά της εταιρείας αρνήθηκε επαγγελματική ή άλλη σχέση με την κυβέρνηση και τη ΝΔ, ενώ υποστήριξε ότι οι εργαζόμενοι δεν χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όσο η εταιρεία ανήκε στον όμιλο V+O. [6]
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη συνέντευξή του της 23ης Απριλίου 2025, αρνήθηκε οργανική διασύνδεση και παροχή οδηγιών προς την Ομάδα Αλήθειας. Αναγνώρισε, ωστόσο, την ιδεολογική και κομματική εγγύτητα των στελεχών της στη ΝΔ και υπερασπίστηκε δημόσια τη δραστηριότητά της. Απαντώντας στις κατηγορίες περί δολοφονίας χαρακτήρων, μίλησε για «αποκάλυψη χαρακτήρων». [7]
Ο πρωθυπουργός έχει πολιτική ευθύνη για την επικοινωνιακή κουλτούρα που επιβραβεύει και για τα όρια που θέτει στους υποστηρικτές του. Η δημόσια υπεράσπιση ενός μηχανισμού επικοινωνίας γεννά υποχρέωση να διατυπώνει εξίσου καθαρή αποδοκιμασία απέναντι στη σεξουαλική διαπόμπευση και στον ψυχιατρικό χλευασμό.
Τα διαθέσιμα στιγμιότυπα τεκμηριώνουν το περιεχόμενο των επιθέσεων όπως αναδημοσιεύτηκε. Δεν αρκούν για να αποδείξουν ποιος χρηματοδότησε κάθε ανάρτηση ή έδωσε εντολή για κάθε κολάζ. Η έρευνα για την προέλευση και τις διασυνδέσεις τους παραμένει αναγκαία. Η πολιτική κριτική, όμως, δεν αναστέλλεται μέχρι να βρεθεί υπογεγραμμένη εντολή. Μπορεί και πρέπει να ελέγχει τις δημόσιες επιβραβεύσεις, την ανοχή και τη διάχυση πρακτικών που μετατρέπουν τον αντίπαλο σε στόχο εξευτελισμού.
Τα ειρωνικά «εύσημα» μιας επικοινωνιακής παρακμής
Ας αποδώσουμε, λοιπόν, τα ειρωνικά «εύσημα» στους οργανωτές της επικοινωνιακής ισχύος του Μητσοτάκη: θα ήταν πράγματι αξιοθαύμαστη η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής που κατορθώνει να μεταφέρει τη συζήτηση από την υποχρέωση της εξουσίας να απαντήσει στην υποχρέωση μιας μητέρας να αποδείξει ότι είναι αξιοσέβαστη. Μόνο που μια τέτοια «επιτυχία» μετριέται με την υποβάθμιση της δημοκρατίας. Όταν ο πολίτης καλείται να θυμάται το προσβλητικό κολάζ αντί για το αναπάντητο ερώτημα, η επικοινωνία έχει γίνει μέσο αποφυγής της λογοδοσίας.
Η ειρωνεία απευθύνεται στην επικοινωνιακή κουλτούρα που ο πρωθυπουργός υπερασπίζεται δημοσίως, όχι σε μια ανεξακρίβωτη εντολή του για τα συγκεκριμένα κολάζ. Η διαφορά έχει σημασία: η προσωπική του πολιτική ευθύνη μπορεί να εξεταστεί στη βάση όσων λέει και επιβραβεύει, χωρίς να επινοηθεί ένας αόρατος διάλογος ανάμεσα στο Μαξίμου και κάθε λογαριασμό που χυδαιολογεί.
Αυτό που συχνά αποκαλούμε «πέρασμα στο λαϊκό υποσυνείδητο» περιγράφεται εδώ ακριβέστερα ως επιδίωξη να εγκατασταθεί ένας επαναλαμβανόμενος συνειρμός. Το όνομα να ανακαλεί τη χυδαιότητα. Η καταγγελία να ανακαλεί την υποψία. Η πολιτική επιμονή να ανακαλεί την εικόνα της «τρελής». Δεν διαθέτουμε μετρήσεις για το αν και σε ποιον βαθμό οι συγκεκριμένες αναρτήσεις άλλαξαν τις αντιλήψεις του κοινού. Το περιεχόμενό τους, όμως, επιτρέπει να αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο επιχειρούν αυτή τη σύνδεση.
Ο θεατής δεν είναι αναγκαίο να εξαπατηθεί ως προς την αυθεντικότητα της εικόνας. Μπορεί να γνωρίζει ότι πρόκειται για κατασκευή και παρ’ όλα αυτά να προσκαλείται να γελάσει εις βάρος του προσώπου. Το πολιτικό διακύβευμα βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην πρόσκληση να συμμετάσχει στον εξευτελισμό. Κάθε αναδημοσίευση μπορεί να γίνεται μια μικρή πράξη κοινωνικής άδειας προς τον επόμενο διασυρμό.
Ένα τέτοιο περιβάλλον δεν απαιτεί όλοι οι συμμετέχοντες να γνωρίζονται ή να λαμβάνουν την ίδια εντολή. Αρκεί να διαμορφώνονται κοινά κίνητρα: προβολή, κομματική επιδοκιμασία, ευκολία αναπαραγωγής και η αίσθηση ότι ο συγκεκριμένος στόχος επιτρέπεται να ταπεινώνεται. Αυτό είναι ένα ερμηνευτικό σχήμα για τη λειτουργία ενός επικοινωνιακού περιβάλλοντος, όχι διαπιστωμένος χάρτης των δημιουργών των εικόνων. Γι’ αυτό και η διερεύνηση των δικτύων διάδοσης παραμένει ουσιαστικό δημοσιογραφικό καθήκον.
Η πολιτική ευθύνη του Μητσοτάκη δεν εξαντλείται στο αν πάτησε ο ίδιος το κουμπί μιας ανάρτησης. Αφορά το πρότυπο δημόσιας αντιπαράθεσης που νομιμοποιεί, τη λογοδοσία που οφείλει και την έμπρακτη απόρριψη της διαπόμπευσης ακόμη και όταν αυτή στρέφεται εναντίον ενός ενοχλητικού αντιπάλου. Ένας πρωθυπουργός που υπερασπίζεται την «αποκάλυψη χαρακτήρων» οφείλει να εξηγεί πού θέτει το όριοανάμεσα στον πολιτικό έλεγχο και στην κατασκευή ενός ανθρώπου ως νόμιμου στόχου χλευασμού.
Αυτό είναι το περιεχόμενο της καταγγελίας για εκμαυλισμό της δημόσιας ζωής: η εξοικείωση με την ιδέα ότι η αποτελεσματική επικοινωνία επιτρέπεται να συντρίβει τον άνθρωπο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να κριθεί αυστηρά για τις σχέσεις εξουσίας και ενημέρωσης που διαμορφώνει. Η κριτική προς την Καρυστιανού δεν μπορεί να χρησιμεύει ως προπέτασμα για να αποφεύγεται η λογοδοσία για τα Τέμπη.
Ο Φασμπίντερ και η συντριβή του ανθρώπου στο Μπερλίν Αλεξάντερπλατς
Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ
Ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ μάς επιτρέπει να εξετάσουμε πώς η εξουσία εισχωρεί στις καθημερινές σχέσεις και πώς ένας άνθρωπος μπορεί να απογυμνώνεται από την αυτονομία του. Στο Μπερλίν Αλεξάντερπλατς (1980), τη δεκαπεντάωρη περίπου διασκευή του μυθιστορήματος του Άλφρεντ Ντέμπλιν, αυτή η διερεύνηση αποκτά ιδιαίτερο βάθος. Ο Φραντς Μπίμπερκοπφ αποφυλακίζεται και προσπαθεί να ξανασταθεί στο Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η υπόσχεσή του να ζήσει τίμια δοκιμάζεται μέσα σε έναν κόσμο οικονομικής επισφάλειας και σχέσεων εξάρτησης. [27] Η σύνδεση με το θέμα μας είναι ερμηνευτική: εξετάζουμε τους μηχανισμούς της ταπείνωσης.
Berlin Alexanderplatz
Ο Φραντς δεν είναι αθώος. Έχει σκοτώσει τη σύντροφό του, την Ίντα, και η βία ανήκει στη δική του ιστορία. Ο Φασμπίντερ, ωστόσο, δεν τον εξαντλεί στο έγκλημά του. Όπως εξηγούσε ο ίδιος για το μυθιστόρημα, τον ενδιέφερε η δυνατότητα να βλέπουμε με τρυφερότητα ανθρώπους των οποίων γνωρίζουμε την αθλιότητα. Ο Τομ Τίκβερ παραθέτει αυτή τη θέση στη μελέτη του για τη διασκευή. [28]
Για τη δική μας συζήτηση, η σημασία της βρίσκεται στην απαίτηση να μην περιορίζεται ένας άνθρωπος σε μια ταμπέλα. Μπορούμε να κρίνουμε αυστηρά πράξεις και απόψεις και συγχρόνως να υπερασπιζόμαστε την ανθρώπινη υπόστασή του.
Η σχέση του Φραντς με τον Ράινχολντ φωτίζει την εξάρτηση από εκείνον που μας πληγώνει. Η ανάγκη του για δεσμό και αναγνώριση τον κρατά κοντά σε έναν άνθρωπο που τον καταστρέφει. Ο δεσμός τους υπερβαίνει όσα μπορούν οι ίδιοι να καταλάβουν ή να ομολογήσουν. [28]
Στη δική μας ανάγνωση, εδώ η εξουσία γίνεται οδυνηρά αποτελεσματική επειδή συναντά μια ανθρώπινη ανάγκη. Το ερώτημα μεταφέρεται στη δημόσια ζωή:πόση υποταγή μπορεί να ζητήσει ένα περιβάλλον ως αντάλλαγμα για να αναγνωρίσει σε κάποιον το δικαίωμα να ανήκει και να ακούγεται;
Οι γυναίκες πληρώνουν βαρύ τίμημα σε αυτόν τον κόσμο. Η Μίτσε, την οποία υποδύεται η Μπάρμπαρα Σούκοβα, δολοφονείται από τον Ράινχολντ. [27][28] Η δική μας εστίαση αφορά τη μετατροπή της γυναίκας σε πεδίο άσκησης ανδρικής εξουσίας.Η βούληση μιας γυναίκας αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο που οι άλλοι δικαιούνται να παρακάμψουν.
Αυτός είναι ο ουσιαστικός δεσμός με τον διασυρμό που εξετάζουμε. Η Καρυστιανού μιλά για δικαιοσύνη, ενώ άλλοι επιβάλλουν στο πρόσωπό της μια σεξουαλική αφήγηση. Επιχειρούν έτσι να μεταβάλουν και τη σχέση της με το κοινό: από πολίτη που διατυπώνει καταγγελίες σε αντικείμενο που προσφέρεται για κατανάλωση και χλευασμό. Το ερώτημα που αντλούμε από το έργο του Φασμπίντερ αφορά ποιος διαθέτει τη δύναμη να ορίζει έναν άνθρωπο και ποιοι αποδέχονται αυτόν τον ορισμό.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο επίλογος του Μπερλίν Αλεξάντερπλατς, που παρουσιάζεται ως το όνειρο του Φασμπίντερ πάνω στο όνειρο του Φραντς. Ο ήρωας βρίσκεται σε ψυχιατρικό ίδρυμα και η αφήγηση περνά στην ονειρική επεξεργασία της κατάρρευσής του. Η σύνοψη του επεισοδίου περιγράφει τον άνθρωπο που προκύπτει ως συντετριμμένο αλλά ικανό να συνεχίσει να ζει. [29]
Αυτή η ανάγνωση φωτίζει τον ψυχιατρικό χλευασμό στο κολάζ της Καρυστιανού. Εκεί η εικόνα της «τρέλας» χρησιμοποιείται για να ακυρώσει τον λόγο της πριν εξεταστεί. Το κινηματογραφικό έργο μάς καλεί να παρακολουθήσουμε τη διαδρομή ενός ανθρώπου προς την κατάρρευση και να αναρωτηθούμε για όσα υπέστη και όσα προκάλεσε. Η διαπόμπευση κλείνει αυτή την αναζήτηση με μια ετικέτα. Η σύνδεση αφορά τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε τον άλλον.
Υπάρχει και μια δημοσιογραφική συνέπεια. Στη δική μας ανάγνωση, η έκταση του Μπερλίν Αλεξάντερπλατς απαιτεί να μείνουμε κοντά στους ανθρώπους αρκετά ώστε να δυσκολευτεί η εύκολη ετυμηγορία. Το προσβλητικό κολάζ επιδιώκει την αντίθετη οικονομία της προσοχής: ένα βλέμμα να αρκεί για την απαξίωση. Για τον δημοσιογράφο, η ευθύνη είναι να επιστρέψει στο πρόσωπο τον χρόνο και τον χώρο που χρειάζεται για να ακουστεί, και στις καταγγελίες του την εξέταση που απαιτούν.
Η έμφαση στον Φασμπίντερ αλλάζει επομένως το ερώτημα της υπεράσπισης. Χρειάζεται να εξετάσουμε πώς η ταπείνωση γίνεται αποδεκτός τρόπος δημόσιας αντιπαράθεσης και τι χάνει η κοινωνία που εξοικειώνεται μαζί της. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μπορεί να εξαρτάται από την πολιτική χρησιμότητα, τη σεξουαλική εικόνα ή την υπακοή στους ρόλους που επιβάλλουν οι άλλοι.
Η ίδια διερεύνηση συνεχίζεται και σε άλλα έργα του. Στη Μάρθα (1974), η ταινία επιτρέπει να σκεφτούμε πώς μια γυναίκα στερείται τη δυνατότητα να ορίσει η ίδια την εμπειρία της, ενώ ο έλεγχος εμφανίζεται ως ενδιαφέρον για το καλό της. Στη δική μας συζήτηση, ανάλογη αξίωση ελέγχου αναγνωρίζουμε όταν άλλοι υπαγορεύουν σε μια μητέρα πώς πρέπει να πενθεί, να μιλά και να ζει.
Μάρθα
Στη Λόλα (1981), η τραγουδίστρια που εργάζεται σε οίκο ανοχής βρίσκεται στο επίκεντρο των σχέσεων ανάμεσα στην οικονομική ισχύ, τη δημοτική διοίκηση και την κοινωνική υποκρισία. Η φιλοδοξία της συναντά έναν κόσμο όπου η διαφθορά δεν είναι απλώς ατομική παρέκκλιση αλλά τρόπος συναλλαγής. [22] Η δική μας πολιτική ανάγνωση δεν στρέφεται κατά της γυναίκας ή της εργασίας της. Στρέφεται κατά της κοινωνίας που τη χρησιμοποιεί, ενώ διατηρεί για τον εαυτό της το προνόμιο να μοιράζει πιστοποιητικά ηθικής. Αυτή η αντιστροφή είναι κρίσιμη και σήμερα: να εξετάζουμε ποιος οργανώνει τον εξευτελισμό, αντί για οτιδήποτε άλλο.
Λόλα
Από αυτές τις ταινίες αντλούμε ένα ερώτημα που αφορά και τη σημερινή δημόσια ζωή: τι χρειάζεται να αποκρύπτει μια κοινωνία για να διατηρεί την ευπρεπή εικόνα της; Στην περίπτωση της Καρυστιανού, η μετατόπιση της προσοχής στην εμφάνιση, στην προσωπική ζωή και στην υποτιθέμενη ψυχική της κατάσταση προσφέρεται για να παραμερίζονται οι καταγγελίες της. Το θέαμα του προσώπου καταλαμβάνει τον χώρο που θα έπρεπε να έχει η εξέταση των ευθυνών.
Ο Φασμπίντερ μάς βοηθά έτσι να δούμε τις κοινωνικές σχέσεις που κάνουν την ταπείνωση ανεκτή: την υποταγή που βαφτίζεται αγάπη, την εκμετάλλευση που περιβάλλεται με κύρος, τη συναλλαγή που παρουσιάζεται ως ομαλότητα. Η πιο ανησυχητική στιγμή είναι εκείνη κατά την οποία ο εξευτελισμός παύει να προκαλεί αντίδραση και ενσωματώνεται στην καθημερινή διασκέδαση.Αυτήν ακριβώς την εξοικείωση οφείλει να διακόψει μια δημοσιογραφία που αξιώνει να υπηρετεί τον δημόσιο έλεγχο.
Το Nymphomaniac και η υποκρισία της ανεκτικότητας
Από τις σχέσεις εξάρτησης που φωτίζει ο Φασμπίντερ, το Nymphomaniac του Λαρς φον Τρίερ (2013), σε δύο μέρη, μας μεταφέρει σε μια άλλη σχέση εξουσίας: ανάμεσα στη γυναίκα που αφηγείται τη ζωή της και στον άνδρα που αναλαμβάνει να την ερμηνεύσει. Η Τζο, την οποία υποδύονται η Σαρλότ Γκενσμπούρ και, σε νεότερη ηλικία, η Στέισι Μάρτιν, βρίσκεται τραυματισμένη σε ένα δρομάκι. Ο Σέλιγκμαν, με τον Στέλαν Σκάρσγκορντ στον ρόλο, τη φιλοξενεί και ακούει την ιστορία της. Η αφήγηση οργανώνεται σε κεφάλαια, με αναδρομές στη ζωή της και επιστροφές στη συνομιλία τους. [24]
«Nymphomaniac» (2013), του Λαρς φον Τρίερ. Η Σαρλότ Γκενσμπούρ και ο Στέλαν Σκάρσγκορντ στους ρόλους της Τζο και του Σέλιγκμαν.
Ο Σέλιγκμαν εμφανίζεται καλλιεργημένος, υπομονετικός, απαλλαγμένος από τη συμβατική ηθικολογία. Αντιπαραθέτει στην αυτοκαταδίκη της Τζο ερμηνείες αντλημένες από τη μουσική, τα μαθηματικά και άλλες περιοχές της γνώσης. Η Carmen Gray, στο Sight and Sound του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου, επισημαίνει την ενοχή που η ηρωίδα έχει εσωτερικεύσει, αλλά και την ανεξαρτησία της σκέψης της. Παρατηρεί επίσης ότι η ταινία θέτει υπό αμφισβήτηση την προσδοκία ερωτικού θεάματος που είχε καλλιεργήσει η ίδια η διαφημιστική της εκστρατεία. [25]
Εδώ βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα για τη δική μας ανάγνωση: ποιος έχει τον τελευταίο λόγο για το νόημα της εμπειρίας μιας γυναίκας; Η Τζο μιλά, αλλά η αφήγησή της περνά διαρκώς μέσα από το ερμηνευτικό σύστημα του ακροατή της. Οι παρεμβάσεις του μπορούν να λειτουργούν ως ανακούφιση από την ενοχή, συγχρόνως όμως μας επιτρέπουν να εξετάσουμε το όριο ανάμεσα στην ακρόαση και στην οικειοποίηση της ιστορίας του άλλου. Η μόρφωση και η ευγένεια δεν εγγυώνται από μόνες τους ότι αυτό το όριο θα γίνει σεβαστό.
Το τέλος του δεύτερου μέρους δίνει στο ερώτημα βίαιη οξύτητα. Ο Σέλιγκμαν επιχειρεί να βιάσει την Τζο ενώ εκείνη κοιμάται. Ο άνθρωπος που εμφανιζόταν ως ασφαλής αποδέκτης της εξομολόγησής της γίνεται ο ίδιος απειλή. [26] Στην ανάγνωση που μας ενδιαφέρει εδώ, η ανατροπή αποκαλύπτει μια υποκρισία βαθύτερη από τη συμβατική σεμνοτυφία: την αποδοχή της γυναικείας σεξουαλικότητας μόνο όσο αυτή μπορεί να εκληφθεί ως διαθεσιμότητα προς τον άνδρα. Καμία προηγούμενη εμπειρία και καμία εξομολόγηση δεν συνιστούν παραίτηση από το δικαίωμα στην άρνηση.
Η ταινία δεν προσφέρει μια απλή, αδιατάρακτη διακήρυξη γυναικείας απελευθέρωσης. Η επιθυμία συνυπάρχει με την οδύνη, τον καταναγκασμό και τις αντιφάσεις της ηρωίδας. Η δική μας κριτική ανάγνωση εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο μια γυναίκα μπορεί να γίνεται αποδεκτή ως αφήγημα ή θέαμα, ενώ η αυτονομία της παραμένει υπό αίρεση. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε την Τζο για να αναγνωρίσουμε την παραβίαση που υφίσταται. Η αξιοπρέπεια δεν αποτελεί ανταμοιβή για έναν άμεμπτο βίο.
Η σύνδεση με την Καρυστιανού αφορά αυτή τη σχέση εξουσίας πάνω στη γυναικεία φωνή, χωρίς καμία αντιστοίχιση της προσωπικής της ζωής με εκείνη της κινηματογραφικής ηρωίδας. Στη δημόσια διαπόμπευση που εξετάζουμε, άλλοι κατασκευάζουν μια σεξουαλική εικόνα της και τη χρησιμοποιούν για να αποφασίσουν πόσο σεβασμό και πόση αξιοπιστία δικαιούται. Έτσι η εικόνα που της επιβάλλουν επιχειρεί να υποκαταστήσει όσα η ίδια λέει.
Το Nymphomaniac οξύνει και την κριτική απέναντι στην επιλεκτική υπεράσπιση των δικαιωμάτων. Εκείνος που δηλώνει φιλελεύθερος, αριστερός, δικαιωματιστής, ακραιοκεντρώος ή υπερασπιστής της γυναικείας ελευθερίας κρίνεται και από τη στάση του όταν μια γυναίκα τού είναι πολιτικά δυσάρεστη. Η ανεκτικότητα αποδεικνύεται στον σεβασμό της αυτονομίας της, ακόμη κι όταν δεν εγκρίνουμε τις επιλογές της. Όταν ο σεξουαλικός διασυρμός επιστρατεύεται για να ακυρώσει μια δημόσια φωνή, η επίκληση προοδευτικών αρχών δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για τη συμμετοχή ή την ανοχή.
Η κατασκευασμένη δημόσια εικόνα
Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλούμ
Η Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, των Volker Schlöndorff και Margarethe von Trotta, δείχνει πώς η σκανδαλοθηρική δημοσιογραφία μετατρέπει την ιδιωτική ζωή μιας γυναίκας σε δημόσιο κατηγορητήριο. Το Gaslight του George Cukor φωτίζει την υπονόμευση της εμπιστοσύνης μιας γυναίκας στην ίδια της την αντίληψη. Οι ταινίες προσφέρουν παραλληλισμούς για να κατανοήσουμε τον μηχανισμό. [14][15]
Στην περίπτωση της Καρυστιανού, ο μηχανισμός είναι ορατός στις εικόνες: άλλοι επιχειρούν να ορίσουν ποια είναι, τι σημαίνει το πένθος της και πόση αξιοπιστία δικαιούται
Στηρίζουμε τη Μαρία Καρυστιανού απέναντι σε αυτή την απόπειρα δημόσιας εξόντωσης. Ως άνθρωπο που δικαιούται αξιοπρέπεια, ως γυναίκα που δικαιούται αυτονομία, ως πολιτικό πρόσωπο που δικαιούται να κρίνεται για τις θέσεις του και ως μητέρα που δικαιούται να απαιτεί δικαιοσύνη για το παιδί της. Κανένα κολάζ δεν απαντά στα ερωτήματα για τα Τέμπη. Κανένας σεξουαλικός υπαινιγμός δεν απαλλάσσει την εξουσία από τις ευθύνες της. Και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να απαιτεί από μια γυναίκα να σωπάσει για να γλιτώσει τον εξευτελισμό.
Καταρίνα Μπλούμ
Πηγές και αναφορές
[1] Στιγμιότυπα κοινωνικών δικτύων που τέθηκαν υπόψη του συντάκτη. Τεκμηριώνουν το αναπαραγόμενο περιεχόμενο, όχι αυτοτελώς την ταυτότητα των διαχειριστών ή τη χρηματοδότηση. Δεν αναδημοσιεύονται εδώ οι προσβλητικές συνθέσεις.
[2] Το Βήμα, 16.02.2025, «Μητροπολίτης Ικονίου: Η “ταπεινή συγγνώμη” για τη χυδαία επίθεση στην Καρυστιανού». Σύνδεσμος πηγής
[3] ΣΚΑΪ, 19.01.2026, καταγραφή δηλώσεων της Μαρίας Καρυστιανού στο OPEN για τις αμβλώσεις. Σύνδεσμος πηγής
[4] NEWS 24/7, 20.01.2026, καταγραφή της απάντησης της Καρυστιανού. Χρησιμοποιείται για το περιεχόμενο της δήλωσής της, όχι ως υιοθέτηση της αξιολόγησης του δημοσιεύματος. Σύνδεσμος πηγής
[5] Η Εφημερίδα των Συντακτών, 06.07.2020, «Στη δημοσιότητα η λίστα με τα ποσά που δόθηκαν στα ΜΜΕ». Σύνδεσμος πηγής
[6] Η Καθημερινή, «Ερώτηση και απαντήσεις για την Ομάδα Αλήθειας». Παρουσίαση της έρευνας του Inside Story και της απάντησης της πλευράς της Blue Skies. Σύνδεσμος πηγής
[8] Mona Lena Krook, Violence against Women in Politics, Oxford University Press, 2020.
[9] Clare McGlynn και Erika Rackley, «Image-Based Sexual Abuse», Oxford Journal of Legal Studies, 37(3), 2017, σ. 534–561.
[10] Kate Manne, Down Girl: The Logic of Misogyny, Oxford University Press, 2017.
[11] Paige L. Sweet, «The Sociology of Gaslighting», American Sociological Review, 84(5), 2019, σ. 851–875.
[12] Miranda Fricker, Epistemic Injustice: Power and the Ethics of Knowing, Oxford University Press, 2007.
[13] Robert van Voren, «Political Abuse of Psychiatry—An Historical Overview», Schizophrenia Bulletin, 36(1), 2010, σ. 33–35.
[14] Volker Schlöndorff και Margarethe von Trotta, Η Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, 1975, βασισμένη στο έργο του Heinrich Böll.
[15] George Cukor, Gaslight, 1944.
[16] «Sexual Behaviors and Violence in Pornography: Systematic Review and Narrative Synthesis of Video Content Analyses», Journal of Medical Internet Research, 22(5), 2020, e16702. DOI: 10.2196/16702. Σύνδεσμος πηγής
[17] Marleen J. E. Klaassen και Jochen Peter, «Gender (In)equality in Internet Pornography: A Content Analysis of Popular Pornographic Internet Videos», The Journal of Sex Research, 52(7), 2015, σ. 721–735. DOI: 10.1080/00224499.2014.976781. Σύνδεσμος πηγής
[18] Ana J. Bridges, Robert Wosnitzer, Erica Scharrer, Chyng Sun και Rachael Liberman, «Aggression and Sexual Behavior in Best-Selling Pornography Videos: A Content Analysis Update», Violence Against Women, 16(10), 2010, σ. 1065–1085. DOI: 10.1177/1077801210382866. Σύνδεσμος πηγής
[19] Gloria Cowan και Robin R. Campbell, «Racism and Sexism in Interracial Pornography: A Content Analysis», Psychology of Women Quarterly, 18, 1994, σ. 323–338. DOI: 10.1111/j.1471-6402.1994.tb00459.x. Σύνδεσμος πηγής
[20] Sarmad Chandio, Osama Khalid, Sharaf Zia και Ethan Kutlu, «Flattening Fantasies: Analyzing Stereotypes in Pornographic Discourse», Proceedings of the International AAAI Conference on Web and Social Media, 20(1), 2026, σ. 421–434. DOI: 10.1609/icwsm.v20i1.42646. Σύνδεσμος πηγής
[21] Rainer Werner Fassbinder, Martha, 1974. Στοιχεία παραγωγής και σύνοψη: filmportal.de / Deutsches Filminstitut & Filmmuseum. Σύνδεσμος πηγής
[22] Rainer Werner Fassbinder, Lola, 1981. Παρουσίαση: The Criterion Collection. Σύνδεσμος πηγής
[23] Rainer Werner Fassbinder, The Marriage of Maria Braun, 1979, και Veronika Voss, 1982. Για την τριλογία: Kent Jones, «Heartbreak House: Fassbinder’s BRD Trilogy», The Criterion Collection, 29.09.2003. Σύνδεσμος πηγής
[24] Lars von Trier, Nymphomaniac, Volume I και Volume II, 2013. Επίσημη παρουσίαση και συντελεστές: Magnolia Pictures. Σύνδεσμος πηγής
[25] Carmen Gray, «Sticks to beat them with: She’s Lost Control and Nymph()maniac first look», Sight and Sound / BFI, 10.02.2014, ενημέρωση 10.03.2017. Η κριτική εξετάζει την προβολή του πρώτου μέρους στο Βερολίνο. Σύνδεσμος πηγής
[26] «Nymphomaniac Ending Explained: The Not-So Little Death», /Film. Αναφορά στην τελική σκηνή του δεύτερου μέρους. Σύνδεσμος πηγής
[27] Rainer Werner Fassbinder, Berlin Alexanderplatz, 1980, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Alfred Döblin. Στοιχεία παραγωγής και συντελεστές: The Criterion Collection. https://www.criterion.com/films/839-berlin-alexanderplatz
[28] Tom Tykwer, «Berlin Alexanderplatz: He Who Lives in a Human Skin», The Criterion Collection, 12.11.2007. Περιλαμβάνει αποσπάσματα κειμένου του Fassbinder του 1980. Χρησιμοποιείται για τα στοιχεία πλοκής και τη δηλωμένη στάση του σκηνοθέτη απέναντι στους χαρακτήρες. Η σύνδεση με την Καρυστιανού αποτελεί ερμηνεία του παρόντος άρθρου. https://www.criterion.com/current/posts/617-berlin-alexanderplatz-he-who-lives-in-a-human-skin
[29] Fassbinder’s Berlin Alexanderplatz, «Episode 14: Epilogue — Rainer Werner Fassbinder: My dream of the dream of Franz Biberkopf», σύνοψη προγράμματος προβολής, Eventive. https://watch.eventive.org/fassbindersberlinalexanderplatz/play/60390a088ca45c0030a2506b/603923ccfb722a0075f42ec2
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, η τουρκική διεκδίκηση και η εξωτερική πολιτική των διαρκών συμβιβασμών
Η υπόθεση του υποθαλάσσιου καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου αποκαλύπτει ένα από τα πιο κρίσιμα προβλήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: την τάση να αντιμετωπίζεται κάθε σοβαρή διεκδίκηση εθνικών δικαιωμάτων μέσα από το δίλημμα «υποχώρηση ή πόλεμος».
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται να ζητήσει άδεια από την Τουρκία για τις έρευνες και την πόντιση του καλωδίου. Η Άγκυρα, αντιθέτως, επιμένει ότι στις θαλάσσιες περιοχές που θεωρεί δικής της αρμοδιότητας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καμία δραστηριότητα χωρίς τη συγκατάθεσή της.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις αναζητείται, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, μια φόρμουλα συνεννόησης.
Η Ελλάδα θα μπορεί να δηλώνει ότι απλώς ενημέρωσε την Τουρκία. Και η Τουρκία θα μπορεί να υποστηρίζει ότι ενημερώθηκε επειδή η συγκατάθεσή της ήταν απαραίτητη.
Δύο διαφορετικές πολιτικές ερμηνείες για την ίδια διαδικασία. Και ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος τελικά θα έχει επιβάλει τη δική του αντίληψη για τις αρμοδιότητες στην Ανατολική Μεσόγειο;
Το πρόβλημα δεν είναι η ενημέρωση. Είναι το προηγούμενο.
Η ενημέρωση ενός γειτονικού κράτους για τεχνικές εργασίες στη θάλασσα δεν συνιστά από μόνη της παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Υπάρχουν κανόνες ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, διαδικασίες συντονισμού και πρακτικές που μπορούν να αποτρέψουν ατυχήματα και επικίνδυνες εντάσεις.
Όμως άλλο η ενημέρωση και άλλο η αναγνώριση δικαιώματος έγκρισης.
Η Τουρκία δεν ενδιαφέρεται μόνο να πληροφορηθεί πότε και πού θα κινηθεί ένα ερευνητικό πλοίο. Επιδιώκει να κατοχυρώσει διεθνώς την αντίληψη ότι σε συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές αποτελεί απαραίτητο συνομιλητή και ότι καμία δραστηριότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αγνοώντας τις αξιώσεις της.
Αν μια διαδικασία ενημέρωσης παρουσιαστεί συστηματικά από την Άγκυρα ως διαδικασία συγκατάθεσης, δημιουργείται ένας πολιτικός κίνδυνος.
Η ελληνική πλευρά μπορεί να επιμένει ότι δεν παραχώρησε τίποτε. Η τουρκική πλευρά μπορεί να διακηρύσσει ότι τίποτε δεν πραγματοποιείται χωρίς αυτήν.
Το κρίσιμο τότε δεν είναι μόνο τι θα πουν οι δύο κυβερνήσεις. Είναι ποια πρακτική θα παγιωθεί και πώς θα επηρεάσει τις επόμενες δραστηριότητες στην περιοχή.
Μπορείς να μη ζητήσεις άδεια και παρ’ όλα αυτά να δημιουργήσεις εξάρτηση
Εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.
Μια κυβέρνηση μπορεί να δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν αναγνωρίζει δικαίωμα έγκρισης στην Τουρκία. Αν όμως στην πράξη κάθε ελληνική δραστηριότητα πρέπει προηγουμένως να περιμένει μια μορφή τουρκικής αποδοχής, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό ερώτημα για την πραγματική ελευθερία δράσης της χώρας.
Δεν χρειάζεται να υπάρχει υπογεγραμμένη συμφωνία παραχώρησης.
Μερικές φορές οι πολιτικές εξαρτήσεις διαμορφώνονται μέσα από επαναλαμβανόμενες πρακτικές, αναβολές και άτυπες συνεννοήσεις.
Αυτό ακριβώς πρέπει να αποτραπεί.
Και γι’ αυτό η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει όχι μόνο αν θα ζητηθεί τυπικά τουρκική άδεια, αλλά και αν οι εργασίες θα προχωρήσουν ανεξάρτητα από την πολιτική αποδοχή της Άγκυρας.
Διότι η άσκηση ενός δικαιώματος που εξαρτάται κάθε φορά από τη συναίνεση εκείνου που το αμφισβητεί κινδυνεύει να μετατραπεί σε δικαίωμα υπό διαρκή αίρεση.
Ο εκβιασμός του διλήμματος: υποχώρηση ή πόλεμος
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ελληνικής πολιτικής συζήτησης είναι η ευκολία με την οποία κάθε απαίτηση για πιο αποφασιστική διπλωματική στάση αντιμετωπίζεται σαν πρόσκληση σε πολεμική σύγκρουση.
Λες ότι δεν πρέπει να αναγνωριστούν τουρκικές αξιώσεις;
Σου απαντούν ότι δεν πρέπει να οδηγηθούμε σε πόλεμο.
Ζητάς να υλοποιηθεί ένα έργο ευρωπαϊκής στρατηγικής σημασίας;
Σου υπενθυμίζουν τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου.
Αμφισβητείς μια ατέρμονη διαδικασία συνεννοήσεων;
Σου παρουσιάζουν την κυβερνητική αυτοσυγκράτηση ως τη μοναδική υπεύθυνη επιλογή.
Πρόκειται για έναν εξαιρετικά περιοριστικό τρόπο σκέψης.
Η διεθνής πολιτική δεν εξαντλείται σε δύο επιλογές: ή υποχωρείς ή πολεμάς.
Υπάρχει η διπλωματία που δημιουργεί συμμαχίες. Υπάρχει η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών θεσμών. Υπάρχει η διεθνοποίηση των παράνομων διεκδικήσεων. Υπάρχει η αποτρεπτική ισχύς, όχι ως προετοιμασία πολέμου αλλά ως παράγοντας αποφυγής του. Υπάρχει η επιχειρησιακή προετοιμασία και η σταδιακή, αποφασιστική άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.
Όλα αυτά απαιτούν πολιτική βούληση, σχεδιασμό και ανάληψη ευθύνης.
Η αποφυγή του πολέμου είναι αυτονόητος εθνικός στόχος. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί τη μόνιμη απάντηση σε κάθε ερώτημα για το αν η χώρα ασκεί αποτελεσματικά τα δικαιώματά της.
Η πολιτική διαχείριση του φόβου
Υπάρχει και μια εσωτερική πολιτική διάσταση.
Η επίκληση του κινδύνου πολέμου μπορεί να λειτουργήσει ως ιδιαίτερα αποτελεσματικό επιχείρημα για την υπεράσπιση οποιουδήποτε συμβιβασμού.
Αρκεί η κυβέρνηση να υποστηρίξει ότι μια συνεννόηση απέτρεψε την κλιμάκωση.
Αλλά αυτό δεν απαντά σε όλα τα ερωτήματα.
Ποιο ήταν το περιεχόμενο της συνεννόησης; Τι αποδέχθηκε κάθε πλευρά; Δημιουργήθηκαν προηγούμενα; Θα μπορεί η Ελλάδα να κινηθεί με τον ίδιο τρόπο και στο μέλλον χωρίς να εξαρτάται από τουρκικές αντιδράσεις;
Μια πολιτική μπορεί να αποτρέπει προσωρινά την ένταση και ταυτόχρονα να δημιουργεί δυσμενέστερες συνθήκες για το μέλλον.
Η επιτυχία μιας εξωτερικής πολιτικής δεν πρέπει συνεπώς να μετριέται αποκλειστικά από την απουσία πολεμικής σύγκρουσης.
Πρέπει να μετριέται και από τη δυνατότητα της χώρας να ασκεί τα δικαιώματά της χωρίς αυτά να καθίστανται αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης.
Η εκλογική κυριαρχία δεν αποτελεί πιστοποιητικό ορθής πολιτικής
Υπάρχει τέλος ένα ζήτημα που ξεπερνά την εξωτερική πολιτική.
Μια κυβέρνηση με ισχυρή κοινοβουλευτική θέση μπορεί να αναπτύξει την πεποίθηση ότι οι επιλογές της δεν χρειάζονται ουσιαστική δημόσια λογοδοσία.
Η πολιτική κυριαρχία μπορεί να δημιουργήσει μια αίσθηση αυτάρκειας. Ότι οι δύσκολες αποφάσεις μπορούν να λαμβάνονται σε κλειστούς κύκλους και κατόπιν να παρουσιάζονται στην κοινωνία ως μονόδρομος.
Όταν αυτή η νοοτροπία συνδυάζεται με ευρύτερα ζητήματα διαφάνειας, πελατειακών σχέσεων και εμπιστοσύνης στους θεσμούς, το πρόβλημα γίνεται σοβαρότερο.
Η εκλογική επιτυχία δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγεί τις πράξεις της.
Ούτε μπορεί η διατήρηση της εξουσίας να θεωρείται απόδειξη ότι μια εξωτερική πολιτική είναι αποτελεσματική.
Οι κυβερνήσεις δεν κρίνονται μόνο από το αν κερδίζουν εκλογές, αλλά και από το τι αφήνουν πίσω τους.
Και στην εξωτερική πολιτική, όσα αφήνουν πίσω τους μπορεί να δεσμεύουν τη χώρα για δεκαετίες.
Η πραγματική δοκιμασία για την κυβέρνηση Μητσοτάκη
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου δεν είναι ένα δευτερεύον τεχνικό έργο. Είναι μια στρατηγική ενεργειακή υποδομή που αφορά την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η υλοποίησή του αποτελεί επομένως και δοκιμασία της ικανότητας της Αθήνας να μετατρέπει τις διεθνείς συμμαχίες, τα νομικά της επιχειρήματα και την πολιτική της επιρροή σε συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του χρειάζεται να αποδείξουν ότι μπορούν να υπερασπίζονται τα ελληνικά δικαιώματα χωρίς να επιτρέπουν στην Τουρκία να αποκτά, μέσα από άτυπες διαδικασίες, δυνατότητα παρέμβασης στην άσκησή τους.
Εάν το καλώδιο προχωρήσει με σαφείς ελληνικές και κυπριακές αδειοδοτήσεις, χωρίς τουρκική έγκριση και χωρίς αναγνώριση των τουρκικών αξιώσεων, αυτό θα είναι ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Εάν, αντιθέτως, οι εργασίες εξαρτηθούν στην πράξη από το αν η Άγκυρα αποφασίσει να τις ανεχθεί, τότε οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί μη παραχώρησης δικαιωμάτων θα χρειάζονται πολύ πιο πειστικές εξηγήσεις.
Η ειρήνη είναι πολύτιμη. Αλλά η ειρήνη δεν πρέπει να συγχέεται με τη διαρκή αποφυγή άσκησης νόμιμων δικαιωμάτων.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε πολεμικές ιαχές ούτε διπλωματικές υπεκφυγές.
Χρειάζεται εξωτερική πολιτική με σαφείς στόχους, συνέπεια, αποτρεπτική αξιοπιστία και δημοκρατική λογοδοσία.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Αθήνα θα καταφέρει να παρουσιάσει μια συνεννόηση ως επιτυχία.
Είναι αν, μετά τη συνεννόηση, η Ελλάδα θα μπορεί να κάνει όσα δικαιούται χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να περιμένει τη βούληση της Τουρκίας.
Και αυτή είναι μια απάντηση που δεν μπορεί να δοθεί με επικοινωνιακούς χειρισμούς. Θα δοθεί μόνο με πράξεις.
Τρεις μήνες μετά την κρίση της 13ης Ιουλίου με την πτήση της ιρανικής αεροπορικής εταιρείας Mahan, κατά την οποία οι Σαουδάραβες βομβάρδισαν το αεροδρόμιο της Σαναά για να εμποδίσουν την προσγείωση του αεροσκάφους, η Υεμένη έχει βυθιστεί σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο με ολέθριες συνέπειες.
Μιχάλης Μασαούτης | 22 Οκτωβρίου 2026
Ο δρόμος από την Αλ Τούρμπα προς την πόλη Ταΐζ. Φωτογραφία: Elsa Buchanan.
Συνοπτικά
Το Ριάντ επέλεξε την κλιμάκωση μετά την κατάληψη του λιμανιού Αλ Μόχα και των Στενών Μπαμπ αλ Μαντέμπ από την Ανσαρουλάχ.
Η αντεπίθεση «Αυγή της Υεμένης» του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας (PLC) ανακατέλαβε τα Στενά Μπαμπ αλ Μαντέμπ, αλλά η Ταΐζ παραμένει το βασικό εμπόδιο.
Η Τουρκία και το Πακιστάν αναπτύσσουν δυνάμεις στη Σαουδική Αραβία με αποκλειστικά αμυντικό ρόλο, ενώ η εμπλοκή της Συρίας και των ΗΠΑ παραμένει αβέβαιη.
Η Ανσαρουλάχ στοχοποιεί τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και τα αεροδρόμια της Σαουδικής Αραβίας, επιδιώκοντας να πλήξει καίρια τη σαουδαραβική οικονομία.
Η στρατιωτική δραστηριότητα της Σαουδικής Αραβίας και του PLC
Το έναυσμα για μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εκστρατεία, με στόχο όχι μόνο την ανακατάληψη των εδαφών που χάθηκαν τον Σεπτέμβριο, δόθηκε με την ομιλία του επικεφαλής του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας (PLC) και προέδρου της Υεμένης, Ρασάντ Μοχάμεντ αλ Αλίμι.
Ο Αλ Αλίμι κήρυξε γενική αντεπίθεση σε όλα τα μέτωπα, υπό την κωδική ονομασία «Αυγή της Υεμένης» (Yemen Dawn), με απώτερο στόχο την κατάληψη της Σαναά.
Η εξαγγελία αυτή δεν αποδείχθηκε κενή περιεχομένου. Μονάδες του PLC και συγκεκριμένα οι Ταξιαρχίες των Γιγάντων του Νότου (Southern Giants Brigades) εξαπέλυσαν χερσαία επίθεση, υποστηριζόμενη από μαζική αεροπορική ισχύ, με τη συμμετοχή έως και 100 αεροσκαφών.
Η επιχείρηση απώθησε τις δυνάμεις της Ανσαρουλάχ από τα Στενά Μπαμπ αλ Μαντέμπ και οδήγησε στην ανακατάληψη εδαφών κατά μήκος της δυτικής ακτογραμμής.
Επρόκειτο για μια απολύτως αναγκαία νίκη, η οποία ενίσχυσε το ηθικό των δυνάμεων του PLC και δημιούργησε ελπίδες για ταχεία μεταβολή των στρατιωτικών συσχετισμών.
Παράλληλα, η Βασιλική Πολεμική Αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας εξαπέλυσε πολλαπλά αεροπορικά πλήγματα εναντίον δυνάμεων της Ανσαρουλάχ, κέντρων διοίκησης, εκτοξευτών πυραύλων, πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και αποθηκών οπλισμού.
Στόχος των πληγμάτων ήταν η αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της οργάνωσης, η ανάσχεση της επιθετικής της ορμής και η υπονόμευση του ηθικού των μαχητών της.
Η υποστήριξη των συμμάχων του Συμφώνου της Μέκκας
Η Τουρκία και το Πακιστάν, μέλη της νεοσύστατης συμμαχίας του Συμφώνου της Μέκκας (Makkah Pact), ανακοίνωσαν ότι θα αναπτύξουν στρατιωτικές δυνάμεις στο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας.
Ωστόσο, αμφότερες οι χώρες ξεκαθάρισαν δημοσίως ότι η υποστήριξή τους θα έχει αποκλειστικά αμυντικό χαρακτήρα και θα περιορίζεται αυστηρά εντός της σαουδαραβικής επικράτειας, αποκλείοντας οποιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή στο εσωτερικό της Υεμένης.
Η Τουρκία θα συνδράμει τους Σαουδάραβες συμμάχους της με συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV), πληροφορίες και συμβουλευτική υποστήριξη. Παράλληλα, ένα μικρό απόσπασμα τουρκικών ειδικών δυνάμεων έχει ήδη αφιχθεί στο Βασίλειο.
Από την πλευρά του, το Πακιστάν έχει ήδη αναπτύξει στρατιωτικό προσωπικό, αεροσκάφη, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και συστήματα αεράμυνας.
Η εμπλοκή της Συρίας, της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Ευρώπης — και οι προθέσεις των ΗΠΑ
Ο προσωρινός πρόεδρος της Συρίας, Αλ Σάρα, έχει προηγουμένως αρνηθεί ότι θα αποστείλει Σύρους μαχητές για να συνδράμουν τους Σαουδάραβες στην Υεμένη. Ωστόσο, οι εικασίες περί του αντιθέτου εντείνονται.
Παράλληλα, αυξάνεται η πίεση του Ριάντ προς τη Δαμασκό για την αποστολή χερσαίων δυνάμεων.
Η χρηματοδοτική συνδρομή του Ριάντ διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην ανοικοδόμηση της Συρίας, γεγονός που η Δαμασκός γνωρίζει πολύ καλά.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Axios, γίνεται λόγος για 20.000 μαχητές από την 90ή και την 84η Μεραρχία του Συριακού Στρατού.
Η Αίγυπτος επηρεάζεται επίσης από τον συνεχιζόμενο πόλεμο. Η στρατιωτική δραστηριότητα της Ανσαρουλάχ στην Ερυθρά Θάλασσα έχει προκαλέσει στην αιγυπτιακή οικονομία απώλειες ύψους 800 εκατομμυρίων δολαρίων μηνιαίως.
Η αιγυπτιακή Προεδρία δηλώνει ότι:
«Η Αίγυπτος θα παράσχει στη Σαουδική Αραβία κάθε αναγκαία και δυνατή μορφή υποστήριξης για την προάσπιση της ασφάλειας και της σταθερότητάς της, την προστασία των πόρων της, της εδαφικής της ακεραιότητας και των ιερών τόπων του Ισλάμ».
Από την άλλη πλευρά, από τον Σεπτέμβριο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν εντείνει τις προσπάθειές τους για την αποκατάσταση των σχέσεών τους με το Ριάντ, οι οποίες είχαν επιδεινωθεί μετά την αντιπαράθεση του Δεκεμβρίου 2025 στην Υεμένη και τη συνακόλουθη εκδίωξη των Εμιράτων από τη χώρα.
Στο πλαίσιο αυτό, το Άμπου Ντάμπι αποφάσισε να επανεμπλακεί στη σύγκρουση της Υεμένης εναντίον των Χούθι, επαναλαμβάνοντας τη χρηματοδότηση πολιτοφυλακών που πρόσκεινται στην κυβέρνηση της Υεμένης, πιθανότατα εκείνων του νότου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρνηθεί ότι παρείχαν αεροπορική υποστήριξη στο Ριάντ κατά τη διάρκεια της «αστραπιαίας επίθεσης» της Ανσαρουλάχ τον Σεπτέμβριο, υποστηρίζοντας ότι περιορίστηκαν στην παροχή πληροφοριών και υλικοτεχνικής υποστήριξης.
Ωστόσο, μετά τα πρόσφατα πυραυλικά πλήγματα εναντίον του αεροδρομίου του Ριάντ, ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να προχωρήσει σε άμεση στρατιωτική δράση στον πόλεμο της Υεμένης, χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις.
Παράλληλα, οι δύο βασικές ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, αποφάσισαν επίσης να υποστηρίξουν τη Σαουδική Αραβία, αποστέλλοντας στρατιωτικό προσωπικό, ραντάρ, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας και αεροσκάφη.
Οι απειλές και οι κίνδυνοι για τον συνασπισμό των προθύμων υπό τη Σαουδική Αραβία
Οι προκλήσεις και οι παθογένειες του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας (PLC)
Η προέλαση των Ταξιαρχιών των Γιγάντων του PLC μπορεί να απώθησε την Ανσαρουλάχ από τα Στενά Μπαμπ αλ Μαντέμπ, να την ανάγκασε να υποχωρήσει βορειότερα και να ενίσχυσε το ηθικό των δυνάμεων του PLC, ωστόσο δεν πέτυχε μια αποφασιστική νίκη που θα διασφάλιζε τα εδαφικά αυτά κέρδη.
Οι δυνάμεις του PLC ανακατέλαβαν την περιοχή των Στενών Μπαμπ αλ Μαντέμπ, καθώς και το αεροδρόμιο της Ντουμπάμπ (Dhubab). Ωστόσο, το λιμάνι Αλ Μόχα και η παραθαλάσσια πόλη Ντουμπάμπ εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Ανσαρουλάχ. Παράλληλα, τα πρόσφατα ανακαταληφθέντα εδάφη παραμένουν υπό συνεχή πίεση από τις αντεπιθέσεις και τα πυραυλικά πλήγματα της οργάνωσης.
Για να διασφαλίσουν τον έλεγχο της δυτικής ακτογραμμής, οι δυνάμεις του PLC πρέπει όχι μόνο να ανακαταλάβουν το λιμάνι Αλ Μόχα, αλλά και να προελάσουν μέχρι τα περίχωρα της πόλης-λιμανιού Χοντέιντα (Hudaydah), αν όχι να την καταλάβουν πλήρως.
Μια τέτοια εξέλιξη θα ασκούσε τεράστια πίεση στην Ανσαρουλάχ, καθώς η οργάνωση θα έχανε τη μεγαλύτερη και τελευταία σημαντική πόλη-λιμάνι που βρίσκεται υπό τον έλεγχό της. Επιπλέον, θα αναγκαζόταν να αποσύρει δυνάμεις από άλλα μέτωπα, προκειμένου να προστατεύσει την πρωτεύουσα, Σαναά.
Επιπροσθέτως, για τη διασφάλιση των εδαφικών κερδών στην περιοχή των Στενών Μπαμπ αλ Μαντέμπ, είναι απαραίτητος και ο έλεγχος των ορεινών περιοχών της επαρχίας Ταΐζ. Τα υψώματα αυτά δεσπόζουν σε ολόκληρη την ακτογραμμή και προσφέρουν τη δυνατότητα απειλής τόσο των πεδινών παράκτιων εδαφών και των στρατιωτικών δυνάμεων που σταθμεύουν εκεί όσο και των θαλάσσιων οδών διέλευσης από τα Στενά Μπαμπ αλ Μαντέμπ.
Ωστόσο, η πόλη Ταΐζ βρίσκεται υπό ασφυκτική πολιορκία από τις δυνάμεις της Ανσαρουλάχ, οι οποίες έχουν αποκόψει την κύρια οδική αρτηρία που συνδέει την Ταΐζ με το Άντεν και έχουν καταλάβει τα γύρω υψώματα.
Ο αποκλεισμός αυτός απειλεί να διακόψει μια ζωτικής σημασίας γραμμή ανεφοδιασμού μεταξύ του Άντεν και των εσωτερικών περιοχών που ελέγχονται από το PLC.
Επιπλέον, η κατάληψη των υψωμάτων της Ταΐζ και των γύρω περιοχών επιτρέπει στην Ανσαρουλάχ να προστατεύει την οδική πρόσβαση προς τη Σαναά, να απειλεί το Άντεν, να ελέγχει τις πεδινές παράκτιες εκτάσεις και να θέτει υπό απειλή τη Μαρίμπ.
Η Μαρίμπ αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, φιλοξενεί τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Υεμένης και συνιστά σύμβολο της αντίστασης κατά της Ανσαρουλάχ.
Τέλος, η γεωγραφική θέση της επαρχίας Ταΐζ, στην καρδιά της χώρας, παρέχει στην Ανσαρουλάχ ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα: της επιτρέπει να μετακινεί ευκολότερα τις δυνάμεις της μέσω εσωτερικών γραμμών επικοινωνίας και να τις αναπτύσσει ταχύτερα σε οποιοδήποτε από τα τρία μέτωπα.
Με τον τρόπο αυτό, η οργάνωση αποκτά μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα να ασκεί πίεση σε πολλαπλές κατευθύνσεις.
Χάρτης του μετώπου της Ταΐζ. Πηγή: Sohail Ahmad
Κατά συνέπεια, χωρίς την εκδίωξη των δυνάμεων της Ανσαρουλάχ από την επαρχία Ταΐζ, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη η προέλαση προς τη Χοντέιντα, η διασφάλιση των εδαφικών κερδών στην ακτογραμμή, η ανακούφιση της στρατιωτικής πίεσης στο Άντεν και τη Μαρίμπ, η προστασία των γραμμών ανεφοδιασμού προς το εσωτερικό της χώρας και η εξαπόλυση χερσαίας επίθεσης εναντίον της Σαναά.
Η αεροπορική υποστήριξη του Ριάντ και των συμμάχων του δεν επαρκεί για την επίτευξη αυτών των στόχων.
Απαιτούνται καλά προετοιμασμένες και συντονισμένες χερσαίες επιχειρήσεις σε πολλαπλά μέτωπα, εναντίον ενός αντιπάλου με μεγάλη πολεμική εμπειρία, υψηλό βαθμό κινητοποίησης, πειθαρχία, εξαιρετική επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, ανθεκτικότητα και ισχυρά οχυρωμένες θέσεις.
Πρόκειται, επιπλέον, για έναν ιδιαίτερα ικανό αντίπαλο, ο οποίος διαθέτει προηγμένες δυνατότητες προσβολής στόχων, συνεκτική δομή διοίκησης και ελέγχου και υψηλό επίπεδο στρατιωτικής επάρκειας.
Οι δυνάμεις του PLC, αντιθέτως, χαρακτηρίζονται από έλλειψη συνοχής και έντονο κατακερματισμό, στερούμενες αυτών των κρίσιμων χαρακτηριστικών.
Αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη πρόκληση για το Ριάντ: εν μέσω ενός πολέμου πλήρους κλίμακας, με ιδιαίτερα υψηλό επιχειρησιακό ρυθμό, να μετασχηματίσει το PLC σε μια αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη, ικανή να αξιοποιήσει πλήρως την αεροπορική υπεροχή της, καθώς και τα πλεονεκτήματά της στην τεχνολογία και τις πληροφορίες.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα.
Το οξύ δίλημμα της σαουδαραβικής οικονομίας
Η Ανσαρουλάχ έχει πλήρη επίγνωση όλων των παραπάνω.
Πέρα από τη διεξαγωγή εντατικών στρατιωτικών επιχειρήσεων σε πολλαπλά μέτωπα εναντίον των δυνάμεων του PLC, η στρατηγική της αποσκοπεί στο να καταφέρει συντριπτικά πλήγματα στα «ζωτικά όργανα» της Σαουδικής Αραβίας, τα οποία αποτελούν ταυτόχρονα και τη ζωτική γραμμή υποστήριξης των δυνάμεων του PLC.
Η οργάνωση στοχοποιεί τους βασικούς πυλώνες της σαουδαραβικής οικονομίας με πρωτοφανή ένταση, συχνότητα και ακρίβεια.
Πλήττει ανελέητα εγκαταστάσεις υδρογονανθράκων, όπως αγωγούς, τερματικούς σταθμούς και κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, επιδιώκοντας να παρεμποδίσει όχι μόνο τις σαουδαραβικές εξαγωγές, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του Βασιλείου και τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και την ίδια την παραγωγή.
Παράλληλα, βομβαρδίζει πολιτικά αεροδρόμια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας, προκαλώντας απώλειες μεταξύ των αμάχων.
Ο σαφής και διακηρυγμένος στόχος της Ανσαρουλάχ είναι η καταστροφή της σαουδαραβικής οικονομίας, μέσω της επιβολής αεροπορικού και ναυτικού αποκλεισμού και της παράλληλης καταστροφής των βασικών οικονομικών της πυλώνων.
Η υφιστάμενη αντιαεροπορική ασπίδα αδυνατεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τις σαουδαραβικές υποδομές, εξαιτίας της γεωμορφολογίας του εδάφους και των προηγμένων τακτικών που εφαρμόζει η Ανσαρουλάχ.
Η Σαναά υλοποιεί πλέον την απειλή που είχε διατυπώσει στις 16 Ιουλίου:
«Αεροδρόμια έναντι αεροδρομίων, λιμάνια έναντι λιμανιών και αποκλεισμός έναντι αποκλεισμού».
Πρόκειται ουσιαστικά για την επιβολή μιας πολιορκίας ως απάντηση στην πολιορκία που έχει επιβάλει το Ριάντ στη Σαναά.
Η Ανσαρουλάχ επιδιώκει να επιτύχει τρεις βασικούς στόχους μέσω αυτής της στρατηγικής.
Πρώτον, να θέσει τη σαουδαραβική ηγεσία ενώπιον ενός οδυνηρού διλήμματος: είτε να προστατεύσει τις κρίσιμες υποδομές της χώρας μέσω ενός πολιτικού συμβιβασμού ή της αναστολής της αεροπορικής υποστήριξης προς το PLC είτε να συνεχίσει, ακόμη και να εντείνει, τη στρατιωτική της προσπάθεια, παρακολουθώντας παράλληλα την οικονομία της να υφίσταται καταστροφικά πλήγματα.
Δεύτερον, να αυξήσει το εσωτερικό πολιτικό κόστος για το Ριάντ και να υπονομεύσει τη νομιμοποίηση της σημερινής σαουδαραβικής ηγεσίας, προκαλώντας ενδεχομένως ακόμη και κοινωνικές αναταραχές.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εφιάλτη για το Βασίλειο, σε περίπτωση εξέγερσης στην Ανατολική Επαρχία της Σαουδικής Αραβίας, όπου κατοικεί σημαντικός σιιτικός πληθυσμός και συγκεντρώνονται μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Τρίτον, να ασκήσει πίεση στις διεθνείς αγορές και στην ήδη ασταθή παγκόσμια οικονομία, ώστε να ενισχυθούν οι πιέσεις προς το Ριάντ για την επίτευξη συμβιβασμού.
Χάρτης των πληγμάτων της Ανσαρουλάχ εναντίον πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Σαουδικής Αραβίας. Πηγή: Sohail Ahmad.
Οι κίνδυνοι για τα μέλη του Συμφώνου της Μέκκας
Οι δύο νέοι σύμμαχοι του Ριάντ κινδυνεύουν να βυθιστούν στο τέλμα της Υεμένης, παρά τις διαβεβαιώσεις τους ότι ο ρόλος τους θα είναι αυστηρά αμυντικός και θα περιορίζεται στη σαουδαραβική επικράτεια.
Ακόμη και αν δεν συμμετάσχουν σε επιθετικές επιχειρήσεις εντός της Υεμένης, ο κίνδυνος παραμένει υψηλός.
Αξιωματούχοι της Ανσαρουλάχ έχουν ήδη δηλώσει ότι τα στρατεύματα του Συμφώνου της Μέκκας που σταθμεύουν στη Σαουδική Αραβία αποτελούν νόμιμους στρατιωτικούς στόχους, ενώ πλοία που συνδέονται με τουρκικά και πακιστανικά συμφέροντα θα αντιμετωπίσουν αποκλεισμό στην Ερυθρά Θάλασσα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αυξήσει το οικονομικό κόστος για τις ήδη δοκιμαζόμενες οικονομίες των δύο χωρών.
Επιπλέον, ένα ενδεχόμενο μαζικών απωλειών μεταξύ των τουρκικών και πακιστανικών στρατευμάτων θα αύξανε κατακόρυφα το εσωτερικό πολιτικό κόστος της εμπλοκής τους, θέτοντας τις κυβερνήσεις τους ενώπιον του διλήμματος εάν θα πρέπει να αναστείλουν τις επιχειρήσεις τους εναντίον της Ανσαρουλάχ.
Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της Ανσαρουλάχ θα επιχειρήσει επίσης να διαδώσει το αφήγημα ότι τα δύο στρατιωτικά ισχυρότερα μουσουλμανικά κράτη δεν απέστειλαν ούτε μία σφαίρα στους Παλαιστίνιους μαχητές, ενώ τώρα επιτίθενται στη μοναδική αραβική δύναμη που τόλμησε να πλήξει το Ισραήλ και να υποστηρίξει τον αγώνα για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Η παρουσίαση της Τουρκίας και του Πακιστάν ως μελών του λεγόμενου «αμερικανοσιωνιστικού άξονα» θα αποτελέσει τον πυρήνα αυτού του αφηγήματος.
Στόχος του θα είναι να υπονομεύσει τον ρόλο και το κύρος του Ριάντ, της Άγκυρας και του Ισλαμαμπάντ ως προστατών της μουσουλμανικής κοινότητας (Ούμμα) και των Ιερών Τόπων του Ισλάμ, παρουσιάζοντας παράλληλα την Ανσαρουλάχ ως θεματοφύλακα του Ισλάμ.
Η επιρροή που θα μπορούσε να ασκήσει αυτό το αφήγημα στην τουρκική και την πακιστανική κοινή γνώμη, αλλά και γενικότερα στους αραβικούς και μουσουλμανικούς πληθυσμούς, δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Η Τουρκία, ωστόσο, ενδέχεται να αντιμετωπίσει ακόμη σοβαρότερες συνέπειες.
Η Ανσαρουλάχ θα μπορούσε να επιχειρήσει να πλήξει τα τουρκικά συμφέροντα στο Κέρας της Αφρικής, ιδιαίτερα στη Σομαλία, και να επιτεθεί σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και μέσα της Άγκυρας, τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα.
Τέτοια πλήγματα θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν είτε άμεσα, μέσω πυραύλων, ναρκών και μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας (USVs), είτε έμμεσα, μέσω τοπικών συνεργατών, όπως η Αλ Σαμπάμπ.
Παράλληλα, τα τουρκικά στρατεύματα στο Ιράκ θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχο επιθέσεων από ιρακινές πολιτοφυλακές.
Το Ιράν, επίσης, δεν αναμένεται να περιορίσει την υποστήριξή του στην Υεμένη.
Θα μπορούσε να πλήξει τα τουρκικά συμφέροντα στη Συρία, ενεργοποιώντας φιλοϊρανικούς πυρήνες και εξοπλίζοντας αντιφρονούντες Σύρους Κούρδους που αντιτίθενται στην εξουσία της Δαμασκού.
Η Τεχεράνη θα μπορούσε ακόμη και να προχωρήσει σε μια μακιαβελικού τύπου συνεργασία με πρώην ορκισμένους εχθρούς της στη Συρία, όπως το Ισλαμικό Κράτος (ISIS), η Αλ Κάιντα και άλλες τζιχαντιστικές οργανώσεις που είναι δυσαρεστημένες με τη διακυβέρνηση του Αλ Σάρα.
Η αποσταθεροποίηση της Συρίας, η οποία αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο γεωπολιτικό επίτευγμα της Τουρκίας από το 1922, θα δημιουργούσε ένα εξαιρετικά σοβαρό δίλημμα ασφαλείας για την Άγκυρα.
Ταυτόχρονα, θα έστελνε ένα σαφές μήνυμα προς τον Αλ Σάρα και κάθε Σύρο πολιτικό παράγοντα σχετικά με τις κόκκινες γραμμές της Τεχεράνης.
Ωστόσο, εάν η τουρκική στρατιωτική δραστηριότητα στην Υεμένη ενταθεί ή οι σχέσεις με την Τεχεράνη επιδεινωθούν περαιτέρω, τα ιρανικά αντίποινα θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον στόχων εντός της ίδιας της Τουρκίας.
Σύμφωνα με τον Χασίμ Τεκινές (Hashim Tekines), πολιτικό αναλυτή του Ινστιτούτου Διπλωματίας και Οικονομίας (The Institute for Diplomacy and Economy), το Ιράν διαθέτει αρκετές επιλογές αντιποίνων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η στοχοποίηση της αμερικανικής αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ και του νατοϊκού ραντάρ στη Μαλάτια, καθώς και η διακοπή της παροχής φυσικού αερίου προς την Τουρκία από το Ιράν, η οποία καλύπτει το 13% των τουρκικών εισαγωγών φυσικού αερίου.
Δεν θα πρέπει επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο δολιοφθοράς στον πετρελαιαγωγό Μπακού–Τσεϊχάν, μέσω του οποίου μεταφέρονται 600.000 βαρέλια πετρελαίου.
Ο αγωγός αποτελεί ζωτικής σημασίας ενεργειακή αρτηρία για την ισραηλινή οικονομία και τον στρατιωτικό της μηχανισμό, γεγονός που τον καθιστά «ελκυστικό» στόχο.
Το δίλημμα των Ηνωμένων Πολιτειών
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν παραμείνει εκτός του πολέμου στην Υεμένη μετά την αποτυχημένη αεροπορική εκστρατεία τους το 2025, έχοντας παράλληλα εξασφαλίσει ασυλία από επιθέσεις για τον δικό τους εμπορικό στόλο.
Παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις της Σαουδικής Αραβίας για αεροπορική υποστήριξη κατά τη στρατιωτική κατάρρευση του Σεπτεμβρίου, η Ουάσιγκτον αποφάσισε να περιορίσει τη συνδρομή της στην παροχή υλικοτεχνικής υποστήριξης και πληροφοριών.
Τα πρόσφατα καταστροφικά πλήγματα εναντίον σαουδαραβικών αεροδρομίων και πετρελαϊκών εγκαταστάσεων έχουν εντείνει τις πιέσεις για άμεση αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή.
Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή συνεπάγεται σοβαρά προβλήματα για τις ΗΠΑ.
Η παρατεταμένη αμερικανική υποστήριξη με άμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως αεροπορικά πλήγματα, επιβολή ναυτικού αποκλεισμού και ανάπτυξη συστημάτων αναχαίτισης, θα επιδείνωνε την ήδη υφιστάμενη έλλειψη αποθεμάτων προηγμένων πυραυλικών συστημάτων.
Επιπλέον, θα ενέπλεκε την αμερικανική Πολεμική Αεροπορία σε μια σύγκρουση αμφίβολης αποτελεσματικότητας, θα αύξανε το οικονομικό κόστος και θα επιβάρυνε περαιτέρω το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό, το οποίο βρίσκεται ήδη υπό έντονη πίεση λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Στο ενδεχόμενο επανέναρξης των στρατιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ, με πιθανή συμμετοχή του Ισραήλ, οι κίνδυνοι θα ήταν ακόμη μεγαλύτεροι.
Μια νέα αναμέτρηση αναμένεται να είναι πιο αιματηρή και εντονότερη από την προηγούμενη, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις θα βρίσκονταν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση: κατακερματισμένες, υπερφορτωμένες και περισσότερο εκτεθειμένες σε δύο ταυτόχρονα μέτωπα, με ανεπαρκή υλικοτεχνική υποστήριξη, ιδίως όσον αφορά τα προηγμένα πυραυλικά συστήματα.
Επιπροσθέτως, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Αφρική, και συγκεκριμένα στο Τζιμπουτί, θα ήταν επίσης εκτεθειμένη στις δυνατότητες εναέριων πληγμάτων της Ανσαρουλάχ.
Η πιθανή εμπλοκή της Αιγύπτου ξυπνά εφιάλτες του παρελθόντος, όπως η συμμετοχή του Καΐρου στον Εμφύλιο Πόλεμο της Βόρειας Υεμένης (1962–1970), τον αποκαλούμενο «αιγυπτιακό πόλεμο του Βιετνάμ», με 50.000 απώλειες.
Επιπλέον, παρότι η αιγυπτιακή εμπλοκή δηλώνεται ότι θα έχει αποκλειστικά αμυντικό χαρακτήρα και θα περιορίζεται στη σαουδαραβική επικράτεια, αυτό δεν εγγυάται ότι οι αιγυπτιακές δυνάμεις δεν θα αποτελέσουν στόχο επιθέσεων.
Θα μπορούσαν επίσης να στοχοποιηθούν πολιτικές υποδομές της Αιγύπτου, όπως ο πετρελαιαγωγός SUMED και οι συναφείς ενεργειακές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των τερματικών σταθμών και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης καυσίμων.
Η επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος τον Ιούλιο, η οποία προκάλεσε ζημιές σε δύο πετρελαιοφόρα στο αιγυπτιακό λιμάνι της Νταμιέτης, αποτελεί σοβαρή προειδοποίηση για τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης επέκτασης του πολέμου, παρότι η Σαναά δεν έχει αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση.
Παράλληλα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπα με την επανέναρξη των επιθέσεων της Ανσαρουλάχ εναντίον των ενεργειακών, εφοδιαστικών και οικονομικών υποδομών τους.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στην οικονομία των Εμιράτων, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο άμεσης ιρανικής στρατιωτικής δράσης εναντίον τους.
Τέλος, μολονότι οι δύο ευρωπαϊκές δυνάμεις, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, υποστηρίζουν αμυντικά το Ριάντ, αμφότερες θεωρούν ότι η μόνη ρεαλιστική λύση στη σύγκρουση πρέπει να είναι πολιτική και όχι στρατιωτική.
Μια περιφερειακή και διεθνής συμμαχία εναντίον της Ανσαρουλάχ φαίνεται να διαμορφώνεται.
Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την αποτυχία των προηγούμενων αεροπορικών εκστρατειών, καθώς και τους συνεχιζόμενους πολέμους Ρωσίας–Ουκρανίας και ΗΠΑ–Ιράν, η Σαναά μπορεί εύλογα να εκτιμά ότι δεν υπάρχει ούτε η πολιτική βούληση ούτε η στρατιωτική δυνατότητα για τη διεξαγωγή ενός παρατεταμένου πολέμου εναντίον της.
Η Ανσαρουλάχ αναμένεται να μην αποδεχθεί τίποτα λιγότερο από την άρση του σαουδαραβικού αποκλεισμού, την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων και κάποια μορφή πολιτικής αναγνώρισης του νόμιμου πρωταγωνιστικού της ρόλου στην πολιτική ζωή της Υεμένης.
Το Ριάντ βρίσκεται πλέον μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης: καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην πολιτική ήττα και τον συμβιβασμό, από τη μία πλευρά, και στη στρατιωτική κλιμάκωση, με κίνδυνο την καταστροφή των θεμελίων της οικονομικής του επιβίωσης, από την άλλη.
Σε τελική ανάλυση, το κλειδί για τη μεταβολή των συσχετισμών ισχύος προς όφελος του Ριάντ βρίσκεται στον μετασχηματισμό του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας (PLC) σε έναν συνεκτικό, αποτελεσματικό και συντονισμένο πολιτικό και στρατιωτικό μηχανισμό.
Οι κινητοποιήσεις, στο Παρίσι και σε πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις, εκδηλώνουν τις διευρυνόμενες δυσκολίες στην καθημερινή ζωή μεγάλων τμημάτων των Ευρωπαϊκών κοινωνιών, κυρίως των νέων, την συρρίκνωση κοινωνικών κεκτημένων και την ανασφάλεια για το μέλλον.
Άνθρωποι, που ζουν σε καθεστώς διαρκούς εργασιακής και οικονομικής ανασφάλειας. Ζουν, κυρίως, στις παρυφές των μεγάλων ευρωπαϊκών μητροπόλεων, όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και κοινωνικά. Δεν συναναστρέφονται πραγματικά με τους κατοίκους των κέντρων των πόλεων και των πλούσιων συνοικιών. Μπορεί να μοιράζονται την ίδια πόλη αλλά σπάνια μοιράζονται την ίδια κοινωνική ζωή. Σε αυτή την ταξική και οικονομική διάσταση προστίθεται η κοινωνική διάκριση, και όλα αυτά μέσα σε συνθήκες τεράστιας και απολύτως ορατής ανισότητας. Μιας ανισότητας που τη βλέπουν καθημερινά, τη βιώνουν και τη μεταφέρουν στα παιδιά τους.
Παιδιά, που μεγάλωσαν μέσα σε ένα περιβάλλον στο οποίο κυριάρχησαν οι λεγόμενες μεταϋλιστικές αξίες: τα ατομικά δικαιώματα, η αναγνώριση των ταυτοτήτων, η αυτοέκφραση, η προστασία του περιβάλλοντος. Και όμως, αυτή η ίδια γενιά βγαίνει σήμερα στους δρόμους διεκδικώντας κάτι πολύ πιο παραδοσιακό: αναδιανομή του πλούτου, περισσότερους πόρους για τη δημόσια εκπαίδευση, προσιτή κατοικία και οικονομική ασφάλεια.
Η βιωμένη καθημερινή πραγματικότητά τους, σε συνδυασμό με την επιταχυνόμενη συγκέντρωση πλούτου και ισχύος σε μειοψηφικές κοινωνικές ομάδες δημιουργούν την αγανάκτηση και την ένταση στις εκδηλώσεις τους.
Οι κυρίαρχες πολιτικές ομάδες, συντηρητικές στην πλειοψηφία τους στις χώρες της ΕΕ, συνεπώς και στα θεσμικά όργανά της, φαίνεται δεν μπορούν και δεν θέλουν να κατανοήσουν το μέγεθος των προβλημάτων και κυρίως τα αίτια που τα παράγουν, γιαυτό και οι επιλογές τους είτε λειτουργούν πυροσβεστικά είτε βαθαίνουν τα προβλήματα.
Σίγουρα, οι διεθνείς γεωοικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, επηρεάζουν αρνητικά τις ευρωπαϊκές οικονομίες, ακόμη χειρότερα οι επιλογές του Πούτιν για την επιστροφή της Ρωσίας στο παλιό Αυτοκρατορικό και Σοβιετικό status της υπερδύναμης, στις οποίες προστέθηκαν οι εξίσου βίαιες επιλογές του Τράμπ, που θέλει, όπως λέει, να ξανακάνει τις ΗΠΑ την μοναδική υπερδύναμη, οξύνουν τα προβλήματα.
Δηλαδή, ουσιαστικά και οι δύο θέλουν να επαναφέρουν το status του Ψυχρού Πολέμου, σε τελείως όμως διαφορετικές συνθήκες.
Οι ουσιαστικοί αντίπαλοί τους είναι η Κίνα και η ΕΕ.
Η πρώτη με την αλματώδη οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική της ανάπτυξη, αμφισβητεί ευθέως τόσο το μεταπολεμικό status, όσο και τις επιλογές Τράμπ πρωτίστως.
Η ΕΕ είναι το πολιτικό, οικονομικό, θεσμικό και κοινωνικό αντίβαρο στις επιθετικές επιδιώξεις, τόσο του Τράμπ, όσο και του Πούτιν.
Όμως, η πολιτική, τεχνολογική και στρατιωτική υστέρησή της, την καθιστά ευάλωτη, τόσο απέναντι στην Ρωσία του Πούτιν, όσο και στις ΗΠΑ του Τράμπ, ενώ ταυτόχρονα, δέχεται μια εμπορική εισβολή από την Κίνα, που κάνει εκρηκτικά τα παραγωγικά και κοινωνικά προβλήματά της.
Δέχεται επίσης και μεγάλη πίεση μεταναστευτικών και προσφυγικών κυμάτων, που δημιουργούν οι πόλεμοι, διακρατικοί και εμφύλιοι, η κλιματική αλλαγή και η απίστευτη φτώχεια.
Παρ’ ότι, οι χώρες της ΕΕ έχουν ανάγκη το εργατικό δυναμικό των τρίτων χωρών, η μεγάλη και ανεξέλεγκτη όμως εισροής τους δημιουργεί ή μεγεθύνει, υπαρκτά προβλήματα στις χώρες αυτές. Ένα από αυτά είναι και η ενίσχυση ακροδεξιών, ακόμη και νεοναζιστικών απόψεων, πρακτικών και φυσικά κομμάτων, που αξιοποιούνται από τον Τράμπ και τον Πούτιν, για την αποσταθεροποίηση της ΕΕ και των δημοκρατιών των χωρών μελών της.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, περισσότερο προβληματική διάσταση: μια βαθύτερη αμφισβήτηση της ίδιας της Ευρώπης, ως πολιτικού και αξιακού προτύπου, την οποία συναντά κανείς, τόσο εκτός της ηπείρου, όσο και σε ορισμένα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ιδιαίτερα με μεταναστευτική καταγωγή, ακόμη και δεύτερης ή τρίτης γενιάς. Πιστεύω, πως υπήρξε μια μεγάλη παρεξήγηση. Πιστέψαμε πολλοί, πως η ήπειρος ήταν ελκυστική, πρωτίστως λόγω των αξιών της. Υποτιμήσαμε όμως, το πόσο αυτή η έλξη στηριζόταν στην οικονομική της ευημερία. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι αξίες αυτές θα διατηρήσουν την ίδια κανονιστική ισχύ, όταν η Ευρώπη χάνει τη σχετική οικονομική της υπεροχή και, κυρίως, όταν τα οφέλη της ευημερίας της δεν διαχέονται σε όσους έρχονται να ζήσουν σε αυτήν και στα παιδιά τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει μέρος της ελκυστικότητάς της προς όφελος ανταγωνιστικών πολιτικών και ιδεολογικών αφηγημάτων, που προέρχονται από δυνάμεις με ολοένα μεγαλύτερη οικονομική και γεωπολιτική ισχύ.
Τέλος, ένα μεγάλο μέρος όσων διαδηλώνουν σήμερα στη Γαλλία θα προσέλθει και στις κάλπες τον Απρίλιο. Και δεν θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να φανταστούμε προς τα πού θα κατευθυνθεί εκλογικά, όπως είδαμε πρόσφατα και στο Βερολίνο και την Νέα Υόρκη. Θα ήταν μεγάλη έκπληξη, αν η πλειονότητα των σημερινών διαδηλωτών στη Γαλλία και στις άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις θα κατευθυνόταν εκλογικά προς την ακροδεξιά.
Διαφορετική είναι η περίπτωση όσων πρωταγωνιστούν στα βίαια επεισόδια.
Η βία προκαλεί φόβο, συντηρητικοποιεί τους ανθρώπους, ιδιαίτερα τις μεγάλες ηλικίες και εκείνες τις κοινωνικές ομάδες, που είτε έχουν υλικές απώλειες, όπως τα κατεστραμμένα μικρομάγαζα στο Παρίσι είτε φοβούνται ότι μπορεί να φέρουν ευρύτερες ανατροπές που θα ανατρέψουν το κοινωνικό και οικονομικό τους status.
Στην χώρα μας, τα προβλήματα είναι ακόμη πιο μεγάλα και το προσεχές μέλλον πιο ζοφερό. Η έλλειψη ανάλογων κινητοποιήσεων σήμερα, οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους: Στην έκρηξή τους, την περίοδο 2011-2014 και την απογοήτευση από τα αποτελέσματα που έφεραν και, στην έλλειψη ορατής και συγκροτημένης εναλλακτικής πολιτικής πρότασης.
Σε αυτό το δυστοπικό περιβάλλον, που δεν φαίνεται σήμερα να υπάρχουν δυνάμεις να το αλλάξουν, οι κινητοποιήσεις στις χώρες της ΕΕ, είναι μια μικρή εικόνα του προσεχούς μέλλοντος, που μπορεί να έχει είτε θετική είτε αρνητική έκβαση.
Στον σκληρό κόσμο της διεθνούς πολιτικής δεν υπάρχουν συναισθήματα. Επικρατούν μόνο τα στενά και ψυχρά συμφέροντα, μια θεμελιώδη αλήθεια που στην Ελλάδα συχνά προσποιούμαστε ότι αγνοούμε, αναζητώντας αιώνιους φίλους και σταθερά στηρίγματα στην Ανατολική Μεσογείο. Όμως η περίπτωση της Αιγύπτου ξεπερνά τα όρια της συνηθισμένης διπλωματικής ευελιξίας. Οποιαδήποτε κρίσιμη εθνική συμφωνία βασίζεται στην προσδοκία ότι το Κάιρο θα αποτελέσει έναν μακροπρόθεσμο και αξιόπιστο σύμμαχο είναι εξαρχής επίφοβη και επικίνδυνα ατελής.
Αυτή η διαπίστωση δεν πηγάζει από κάποιο φοβικό σύνδρομο, αλλά από τη συμπεριφορά της Αιγύπτου μέσα στον χρόνο. Η χώρα αυτή διακρίνεται διαχρονικά από μια φυσική ικανότητα να αλλάζει στρατόπεδο μόλις αλλάξουν τα συμφέροντά της. Το είδαμε καθαρά στη δεκαετία του ’70, όταν ο Ανουάρ Σαντάτ ακύρωσε ξαφνικά τη στενή συμμαχία με τη Ρωσία για να τα βρει με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Το ζήσαμε όμως και εμείς οι ίδιοι με τρόπο επώδυνο, καθώς παρά τη στήριξη που έδωσε η Αθήνα στο Κάιρο στην Κρίση του Σουέζ το 1956, η αιγυπτιακή ηγεσία λίγα χρόνια αργότερα προχώρησε σε μέτρα που οδήγησαν στον ουσιαστικό διωγμό και την οικονομική καταστροφή των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας.
Η ίδια τακτική φαίνεται καθαρά και στις μέρες μας. Όσοι πανηγύρισαν για τη μερική οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών μεταξύ Ελλάδας και Αίγυπτου το 2020, επέλεξαν να προσπεράσουν μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια. Το Κάιρο αρνήθηκε κατηγορηματικά να επεκτείνει τη συμφωνία ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, αφήνοντας εκτός το σύμπλεγμα του Καστελλόριζου και τμήμα της Ρόδου. Δεν επρόκειτο για κάποια τεχνική δυσκολία αλλά για μια υπολογισμένη κίνηση. Η αιγυπτιακή πλευρά αρνήθηκε να αναγνωρίσει πλήρη δικαιώματα στα ελληνικά νησιά, κρατώντας την περιοχή αυτή ως αντάλλαγμα για τη στιγμή που θα καθόταν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία.
Η ταχύτητα με την οποία οι Αιγύπτιοι αξιωματούχοι πέρασαν από τις σκληρές δηλώσεις κατά της Τουρκίας στις θερμές αγκαλιές και τις συμφωνίες συνεργασίας με τον Ερντογάν απλώς επιβεβαίωσε την πραγματικότητα. Για το Κάιρο, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικοί σύμμαχοι. Ήμασταν απλώς ένα προσωρινό μέσο πίεσης ώστε να αναγκαστεί η Άγκυρα να σταματήσει τη στήριξή της στους Μουσουλμάνους Αδελφούς και να περιορίσει τη δράση της στη Λιβύη. Από τη στιγμή που το Κάιρο πέτυχε αυτούς τους στόχους, η συνεργασία με την Ελλάδα έχασε αυτόματα την αξία της.
Παράλληλα, η Αίγυπτος αντιμετωπίζει μια τεράστια οικονομική κρίση, με έναν πληθυσμό που ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια και μεγάλη ανάγκη για ξένα χρήματα. Αυτό την αναγκάζει να κάνει μια καθαρά εμπορική διπλωματία, όπου όλα αγοράζονται και πουλιούνται. Όταν στο τραπέζι μπαίνουν τουρκικές επενδύσεις δισεκατομμυρίων, αγορές όπλων και κοινά σχέδια για το φυσικό αέριο, καμία υπογραφή με την Αθήνα δεν μπορεί να θεωρείται εξασφαλισμένη. Η Αίγυπτος βλέπει τον εαυτό της ως τη μεγάλη δύναμη της περιοχής που διαπραγματεύεται με όλους και όχι ως έναν δεσμευμένο σύμμαχο της Ελλάδας.
Το πραγματικό μας πρόβλημα όμως δεν είναι η Αίγυπτος αλλά η δική μας στάση.Η έλλειψη μιας δικής μας αυτόνομης στρατηγικής σε βάθος χρόνου και η τάση μας να τρέχουμε απλώς πίσω από τις εξελίξεις μάς σπρώχνουν στην ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να στηριζόμαστε σε υποτιθέμενους στρατηγικούς εταίρους. Όταν δεν χτίζεις τη δική σου πραγματική ισχύ και περιμένεις από τους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, είναι απλώς θέμα χρόνου να νιώσεις στο πετσί σου ότι σε πουλήσανε μόλις αλλάξουν τα συμφέροντά τους.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.
Από την τραγωδία του Νόβι Σαντ στις κάλπες – Το φοιτητικό κίνημα απέναντι σε ένα σύστημα εξουσίας δεκατεσσάρων ετών, οι αντικρουόμενες δημοσκοπήσεις και ο φόβος μιας αμφισβητούμενης εκλογικής αναμέτρησης
Φωτογραφία: Η μεγάλη συγκέντρωση των φοιτητών στο Βελιγράδι. Πλατεία Σλάβια, 22 Οκτωβρίου 2026. Οι υποστηρικτές της Φοιτητικής Λίστας συγκεντρώνονται πριν από την αναμέτρηση της Κυριακής. Πηγή: AFP/Getty Images. Εναλλακτικά, υπάρχει φωτογραφία της ίδιας εκδήλωσης από Reuters / Uroš Arsić.
Βελιγράδι (Ιδιαίτερη Ανταπόκριση) 24 Οκτωβρίου 2026
Η Σερβία προσέρχεται την Κυριακή 25 Οκτωβρίου στις κάλπες για μια εκλογική αναμέτρηση που υπερβαίνει τα συνηθισμένα όρια του κομματικού ανταγωνισμού. Δεν πρόκειται απλώς για την ανάδειξη μιας νέας κυβέρνησης. Πρόκειται για μια δοκιμασία του πολιτικού συστήματος που οικοδόμησε ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς και για την πρώτη μεγάλη προσπάθεια ενός κοινωνικού κινήματος να μετατρέψει τη δύναμη των διαδηλώσεων σε κοινοβουλευτική εξουσία.
Από τη μια πλευρά βρίσκεται ο Βούτσιτς, ο πολιτικός που κυριαρχεί στη σερβική σκηνή από το 2012, αρχικά μέσω του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος (SNS), στη συνέχεια ως πρωθυπουργός και έπειτα ως πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Από την άλλη, ένα φοιτητικό κίνημα που γεννήθηκε μέσα από την οργή για μια πολύνεκρη τραγωδία, απλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα και κατάφερε να κινητοποιήσει πολίτες που είχαν πάψει να εμπιστεύονται τόσο την κυβέρνηση όσο και την παραδοσιακή αντιπολίτευση.
Το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις διαφωνούν ακόμη και ως προς το ποιος προηγείται, ενώ οι διεθνείς παρατηρητές προειδοποιούν ότι οι συνθήκες διεξαγωγής των εκλογών παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα.
Την Κυριακή δεν θα κριθεί μόνο ποιος θα εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Θα κριθεί επίσης αν το αποτέλεσμα θα γίνει αποδεκτό ως αξιόπιστο από μια βαθιά διχασμένη κοινωνία.
Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς Προεκλογική ομιλία στο Βελιγράδι, 22 Οκτωβρίου 2026. AFP/Getty Images. 3. Το φοιτητικό κίνημα Πορεία στο Βελιγράδι, 14 Σεπτεμβρίου 2026, με το σύνθημα «Οι φοιτητές νικούν». AFP/Getty Images.
Από τις δεκαέξι ζωές του Νόβι Σαντ στη μεγάλη πολιτική αμφισβήτηση
Η αφετηρία της σημερινής αναμέτρησης βρίσκεται στην 1η Νοεμβρίου 2024.
Εκείνη την ημέρα κατέρρευσε το στέγαστρο του σιδηροδρομικού σταθμού στο Νόβι Σαντ, προκαλώντας τον θάνατο δεκαέξι ανθρώπων.
Η τραγωδία μετατράπηκε γρήγορα σε πολιτική κρίση. Οι επικριτές της κυβέρνησης συνέδεσαν την κατάρρευση με καταγγελίες για διαφθορά, αδιαφανείς δημόσιες συμβάσεις και ανεπαρκείς ελέγχους σε έργα υποδομής. Οι αρχές αρνήθηκαν τις κατηγορίες, αλλά η κοινωνική δυσπιστία δεν υποχώρησε.
Οι φοιτητές άρχισαν καταλήψεις πανεπιστημιακών σχολών, κινητοποιήσεις και πορείες. Πολύ σύντομα στο πλευρό τους βρέθηκαν καθηγητές, εργαζόμενοι, αγρότες και πολίτες διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων.
Τον Ιανουάριο του 2025 παραιτήθηκε ο τότε πρωθυπουργός Μίλος Βούτσεβιτς. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, το Βελιγράδι γνώρισε μία από τις μεγαλύτερες αντικυβερνητικές συγκεντρώσεις της πρόσφατης ιστορίας του.
Το σύμβολο του κινήματος έγινε μια κόκκινη παλάμη, υπενθύμιση του αίματος των θυμάτων και της ευθύνης που οι διαδηλωτές καταλογίζουν στο σύστημα εξουσίας.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι κινητοποιήσεις δεν εξαφανίστηκαν όταν πέρασε η πρώτη περίοδος οργής. Αντιθέτως, εξελίχθηκαν σε οργανωμένο δίκτυο κοινωνικής δράσης, με συνελεύσεις, τοπικές επιτροπές, εθελοντές και συστηματική παρουσία σε μικρότερες πόλεις και χωριά.
Όπως καταγράφει το Reuters, η δύναμη του κινήματος δεν βασίστηκε μόνο στις εντυπωσιακές συγκεντρώσεις. Στηρίχθηκε σε μια μεθοδική προσπάθεια προσωπικής επικοινωνίας με τους πολίτες, πόρτα πόρτα, και στη διατήρηση μιας συλλογικής ηγεσίας, χωρίς ένα μοναδικό πρόσωπο που θα μπορούσε εύκολα να στοχοποιηθεί.
Αυτό υπήρξε ίσως το σημαντικότερο πολιτικό του επίτευγμα: έδωσε οργανωμένη έκφραση σε μια δυσαρέσκεια που υπήρχε, αλλά δεν έβρισκε πειστική εκπροσώπηση.
Το φοιτητικό κίνημα Πορεία στο Βελιγράδι, 14 Σεπτεμβρίου 2026, με το σύνθημα «Οι φοιτητές νικούν». AFP/Getty Images.
Η κίνηση Βούτσιτς: Από την προεδρία ξανά στην πρωθυπουργία
Οι εκλογές της 25ης Οκτωβρίου είναι πρόωρες. Οι επόμενες τακτικές βουλευτικές εκλογές αναμένονταν στα τέλη του 2027.
Ο Βούτσιτς επέλεξε να επισπεύσει την αναμέτρηση και τον Σεπτέμβριο παραιτήθηκε από την προεδρία, πριν από τη λήξη της δεύτερης και τελευταίας συνταγματικά επιτρεπόμενης θητείας του.
Τώρα εμφανίζεται ως επικεφαλής του κυβερνητικού ψηφοδελτίου «Αλεξάνταρ Βούτσιτς – Ενωμένη Σερβία», επιδιώκοντας την επιστροφή στην πρωθυπουργία, την οποία είχε κατέχει από το 2014 έως το 2017.
Η κίνηση αυτή έχει προφανή πολιτική σημασία. Ο Βούτσιτς δεν διεκδικεί απλώς τη συνέχιση της διακυβέρνησης από το κόμμα του. Μετατρέπει την αναμέτρηση σε προσωπική δοκιμασία της πολιτικής του ισχύος.
Το κυβερνών στρατόπεδο προβάλλει τη σταθερότητα, την οικονομική ανάπτυξη, τις επενδύσεις, τα έργα υποδομής και την ικανότητα της Σερβίας να διατηρεί σχέσεις με ανταγωνιστικά διεθνή κέντρα ισχύος.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Βούτσιτς σημειώθηκαν περίοδοι ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης και μείωσης της ανεργίας, στοιχεία που δεν μπορούν να αγνοηθούν στην αποτίμηση της εκλογικής του ανθεκτικότητας.
Παράλληλα, η κυβερνητική ρητορική παρουσιάζει τις αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις ως παράγοντα αποσταθεροποίησης. Ο ίδιος ο Βούτσιτς έχει κατηγορήσει αντιπάλους του για εξάρτηση από ξένα συμφέροντα, χωρίς να προσκομίσει επαρκή δημόσια τεκμηρίωση για αυτές τις κατηγορίες.
Οι επικριτές του, αντιθέτως, καταγγέλλουν υπερσυγκέντρωση εξουσίας, πολιτικό έλεγχο κρατικών μηχανισμών, πίεση στα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και άνιση πρόσβαση των κομμάτων στους δημόσιους πόρους.
Σε τηλεοπτική του εμφάνιση στις 22 Οκτωβρίου, ο Βούτσιτς δήλωσε ότι, αν χάσει, θα αναγνωρίσει την ήττα. Ταυτόχρονα υποστήριξε ότι, αν κερδίσει, καμία ξένη πρεσβεία δεν θα μπορέσει να του αφαιρέσει τη νίκη.
Οι δηλώσεις αυτές αποτυπώνουν την ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα της αναμέτρησης.
Η τραγωδία που πυροδότησε τις διαδηλώσεις Λουλούδια και αναμνηστικές πλακέτες για τους 16 νεκρούς του σιδηροδρομικού σταθμού στο Νόβι Σαντ, 1 Νοεμβρίου 2025. Πηγή: RTVE.
Οι φοιτητές μπροστά στο δίλημμα της εξουσίας
Ο βασικός αντίπαλος του κυβερνητικού συνασπισμού είναι η «Φοιτητική Λίστα – Οι Φοιτητές Νικούν» (Studentska lista – Studenti pobeđuju).
Πρόκειται για έναν εκλογικό σχηματισμό με 250 υποψηφίους, ανάμεσά τους πανεπιστημιακούς, γιατρούς, καλλιτέχνες και επαγγελματίες χωρίς προηγούμενη κομματική σταδιοδρομία.
Επικεφαλής του ψηφοδελτίου είναι ο γιατρός Ίλια Σρντάνοβιτς από το Νόβι Σαντ. Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα αναλάβει την πρωθυπουργία σε περίπτωση κυβερνητικής αλλαγής.
Οι βασικοί άξονες του κινήματος είναι η καταπολέμηση της διαφθοράς, η αποκατάσταση του κράτους δικαίου, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και η ανασυγκρότηση των δημόσιων θεσμών.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι φοιτητές έχουν αποφύγει, σε μεγάλο βαθμό, να μετατρέψουν την εκστρατεία τους σε σύγκρουση πάνω στα πιο διχαστικά ζητήματα της σερβικής εξωτερικής πολιτικής.
Το Κόσοβο, η σχέση με τη Ρωσία και η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχουν αποτελέσει τον κεντρικό άξονα της εκλογικής τους επικοινωνίας.
Η επιλογή αυτή επιτρέπει στο κίνημα να συγκεντρώνει υποστηρικτές από διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους. Την ίδια στιγμή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς θα μπορούσε να κυβερνήσει μια τόσο ετερογενής συμμαχία.
Οι διαφορές ανάμεσα σε φιλοευρωπαϊκούς μεταρρυθμιστές, συντηρητικούς πατριώτες και πολίτες που ενδιαφέρονται πρωτίστως για τη θεσμική κάθαρση μπορεί να μην εμποδίζουν τη συνύπαρξή τους στην αντιπολίτευση. Στην κυβέρνηση, όμως, θα απαιτούσαν συγκεκριμένες και ενδεχομένως δύσκολες αποφάσεις.
Το σύμβολο της προεκλογικής κινητοποίησης Φοιτητική μπλούζα με το σύνθημα «Οι φοιτητές νικούν» και την ημερομηνία των εκλογών, 22 Οκτωβρίου 2026. AFP/Getty Images.
Η παραδοσιακή αντιπολίτευση χάνει την πρωτοκαθεδρία
Μια άλλη σημαντική πλευρά της σερβικής αναμέτρησης είναι η υποχώρηση των παραδοσιακών αντιπολιτευόμενων κομμάτων.
Αρκετά επέλεξαν να μην κατέλθουν αυτόνομα στις εκλογές και να υποστηρίξουν τη φοιτητική λίστα. Άλλα συμμετέχουν, αλλά κινδυνεύουν να μείνουν κάτω από το όριο εισόδου στο Κοινοβούλιο.
Σύμφωνα με την εκλογική επιτροπή, συνολικά δεκαοκτώ ψηφοδέλτια διεκδικούν έδρες. Εννέα από αυτά εκπροσωπούν εθνικές μειονότητες.
Ανάμεσα στους υπόλοιπους σχηματισμούς ξεχωρίζει το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Ίβιτσα Ντάτσιτς, το οποίο έχει διαδραματίσει επί χρόνια ρόλο κυβερνητικού εταίρου.
Η σχετική αποδυνάμωση των παλιών κομμάτων δείχνει ότι η αμφισβήτηση του Βούτσιτς δεν συνοδεύεται απαραιτήτως από αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς την καθιερωμένη αντιπολίτευση.
Το φοιτητικό κίνημα φαίνεται να αντλεί πολιτική δύναμη ακριβώς από τη δυνατότητά του να εμφανίζεται ως κάτι διαφορετικό από ολόκληρο το προηγούμενο κομματικό σύστημα.
Βελιγράδι, 22 Οκτωβρίου 2026. Η τελική προεκλογική συγκέντρωση της Φοιτητικής Λίστας πριν από τις εκλογές. Φωτογραφία: Getty Images.
Οι δημοσκοπήσεις: Δύο διαφορετικές εικόνες της ίδιας χώρας
Η δημοσκοπική εικόνα είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και προβληματικά στοιχεία της αναμέτρησης.
Η έρευνα της New Serbian Political Thought (NSPM), που δημοσιεύθηκε στις 20 Οκτωβρίου, κατέγραψε μεταξύ των εκλογικών προτιμήσεων που παρουσιάστηκαν:
Φοιτητική Λίστα: 44,5%
Συνασπισμός Βούτσιτς: 42,7%
Σοσιαλιστικό Κόμμα: 2,9%
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τηλεφωνικά σε δείγμα 1.050 ατόμων, από τις 25 Σεπτεμβρίου έως τις 5 Οκτωβρίου. Το 18,3% δεν δήλωσε εκλογική προτίμηση.
Αντίθετα, δημοσκόπηση της Ipsos, που δημοσιεύθηκε το βράδυ της 22ας Οκτωβρίου, έδωσε:
Συνασπισμός Βούτσιτς: 47,4%
Φοιτητική Λίστα: 40%
Σοσιαλιστικό Κόμμα: 3,2%
Η συγκεκριμένη έρευνα έγινε από τις 20 έως τις 22 Οκτωβρίου, σε δείγμα 3.624 ερωτηθέντων, και εκτίμησε συμμετοχή περίπου 64,7%.
Υπάρχει, όμως, μια ουσιαστική πληροφορία που πρέπει να συνοδεύει υποχρεωτικά την παρουσίασή της: η έρευνα της Ipsos παραγγέλθηκε από τον κυβερνητικό εκλογικό συνασπισμό «Ενωμένη Σερβία».
Αυτό δεν ακυρώνει αυτομάτως τα ευρήματά της, αλλά αποτελεί στοιχείο απαραίτητο για την αξιολόγησή τους. Επιπλέον, η Ipsos δεν συμπεριέλαβε στο δείγμα της δικαιούχους ψήφου που ζουν στο Κόσοβο και στο εξωτερικό.
Το Γραφείο Κοινωνικών Ερευνών BIRODI ζήτησε τη δημοσιοποίηση περισσότερων μεθοδολογικών στοιχείων για την τελευταία έρευνα.
Οι δύο μετρήσεις, επομένως, δεν προσφέρουν μια κοινή πρόβλεψη που θα μπορούσε να παρουσιαστεί με βεβαιότητα.
Αποκαλύπτουν κυρίως πόσο δύσκολο είναι να εκτιμηθεί η πραγματική εκλογική δυναμική σε μια κοινωνία έντονης πόλωσης, με αμφισβητούμενες συνθήκες ενημέρωσης και μεγάλη κινητοποίηση πολιτών που στο παρελθόν απείχαν.
Η συμμετοχή και η κινητοποίηση των νέων
Στο ζήτημα της συμμετοχής επικεντρώνονται πολλές από τις αναλύσεις των σερβικών μέσων.
Το φοιτητικό κίνημα επιδιώκει να φέρει στις κάλπες ανθρώπους που είχαν απομακρυνθεί από την πολιτική διαδικασία, ιδίως νέους και πολίτες που δεν πίστευαν ότι η ψήφος τους μπορούσε να αλλάξει κάτι.
Το SNS, από την πλευρά του, διαθέτει οργανωμένο κομματικό δίκτυο, εμπειρία εκλογικής κινητοποίησης και σταθερή εκλογική βάση.
Η εντυπωσιακή παρουσία στους δρόμους δεν μεταφράζεται υποχρεωτικά σε αντίστοιχο ποσοστό στις κάλπες. Ωστόσο, η έκταση της κινητοποίησης είναι δύσκολο να παραβλεφθεί.
Στις 22 Οκτωβρίου, η φοιτητική λίστα πραγματοποίησε την τελική μεγάλη συγκέντρωσή της στην πλατεία Σλάβια του Βελιγραδίου.
Το ανεξάρτητο Αρχείο Δημόσιων Συγκεντρώσεων (Arhiv javnih skupova) εκτίμησε την παρουσία περίπου 150.000 ανθρώπων, βασιζόμενο στην επιφάνεια που κατελάμβανε το πλήθος και στην εκτιμώμενη πυκνότητά του.
Πρόκειται για εκτίμηση του συγκεκριμένου φορέα, όχι για επίσημη καταμέτρηση.
Τις προηγούμενες ημέρες, φοιτητές είχαν φτάσει στο Βελιγράδι πεζοί από διαφορετικές περιοχές της χώρας, αναπαράγοντας την εικόνα ενός κινήματος που επιχειρεί να ενώσει την πρωτεύουσα με την επαρχία.
Το ερώτημα της Κυριακής είναι πόσοι από τους πολίτες που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις —και πόσοι ακόμη που δεν εμφανίστηκαν ποτέ σε αυτές— θα προσέλθουν τελικά στα εκλογικά τμήματα.
14 Σεπτεμβρίου 2026. Εκπρόσωποι της Φοιτητικής Λίστας καταθέτουν τις υπογραφές για τη συμμετοχή τους στις εκλογές. AFP/Getty Images.
Το πρόβλημα της αξιοπιστίας των εκλογών
Πέρα από τους πολιτικούς συσχετισμούς, το μεγαλύτερο θεσμικό ζήτημα αφορά την αξιοπιστία της εκλογικής διαδικασίας.
Ο ΟΑΣΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και αντιπροσωπεία της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν εκφράσει ανησυχίες για την πόλωση, τις καταγγελίες εκφοβισμού, την ασφάλεια δημοσιογράφων και παρατηρητών και την άνιση εκλογική μεταχείριση.
Το Radio Free Europe/Radio Liberty, σε έρευνα που δημοσίευσε στις 23 Οκτωβρίου, εντόπισε περισσότερους από 500.000 εγγεγραμμένους εκλογείς χωρίς πλήρη διεύθυνση κατοικίας στους σχετικούς καταλόγους.
Κατέγραψε επίσης εγγραφές σε δημόσιες δομές και περιπτώσεις διευθύνσεων όπου εμφανίζονται να κατοικούν ασυνήθιστα πολλοί ψηφοφόροι.
Οι διαπιστώσεις αυτές δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την ποιότητα των εκλογικών καταλόγων. Δεν αποδεικνύουν, από μόνες τους, ότι οι συγκεκριμένες εγγραφές είναι παράνομες ή ότι θα χρησιμοποιηθούν για νοθεία.
Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά την ψήφο των Σέρβων του εξωτερικού.
Έρευνα των δημοσιογραφικών οργανισμών KRIK και OCCRP αποκάλυψε ότι σε χώρο συλλόγου Σέρβων στη Βιέννη συγκεντρώνονταν έγγραφα εκλογέων μέσω ανεπίσημου μηχανισμού που, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, εξυπηρετούσε υποστηρικτές του κυβερνώντος κόμματος.
Οι δημοσιογράφοι παρουσίασαν ηχογραφήσεις και ηλεκτρονικά μηνύματα, επισημαίνοντας ότι ο συγκεκριμένος σύλλογος δεν είχε νόμιμη αρμοδιότητα να διεκπεραιώνει αιτήσεις εκλογικής εγγραφής για λογαριασμό των σερβικών αρχών.
Οι ανησυχίες δεν ξεκινούν από το μηδέν. Μετά τις εκλογές του 2023, διεθνείς παρατηρητές είχαν επισημάνει προβλήματα σχετικά με την πίεση στους ψηφοφόρους, την πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και τη χρήση δημόσιων πόρων στην προεκλογική εκστρατεία.
Η σερβική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έχει εφαρμόσει τις συστάσεις των παρατηρητών. Ωστόσο, η ενδιάμεση αξιολόγηση του ΟΑΣΕ καταγράφει ότι σημαντικές συστάσεις δεν έχουν υλοποιηθεί πλήρως.
Δεν είναι τυχαίο ότι ομάδα Αμερικανών γερουσιαστών και από τα δύο κόμματα κάλεσε αυτή την εβδομάδα τις σερβικές αρχές να διασφαλίσουν ελεύθερη και ειρηνική ψηφοφορία, προστατεύοντας ψηφοφόρους, δημοσιογράφους και παρατηρητές.
Η διασφάλιση αξιόπιστης καταμέτρησης θα αποτελέσει κρίσιμη δοκιμασία, ιδίως εάν η διαφορά των δύο μεγαλύτερων συνασπισμών αποδειχθεί περιορισμένη.
1 Νοεμβρίου 2025. Πολίτες αφήνουν λουλούδια στη μνήμη των 16 θυμάτων της κατάρρευσης του στεγάστρου του σιδηροδρομικού σταθμού. Πηγή: Bloomberg Adria.
Βρυξέλλες, Μόσχα και Πεκίνο παρακολουθούν
Οι εκλογές δεν ενδιαφέρουν μόνο τους Σέρβους.
Η Σερβία αποτελεί κομβική χώρα των Δυτικών Βαλκανίων και βρίσκεται εδώ και χρόνια ανάμεσα σε διαφορετικούς γεωπολιτικούς προσανατολισμούς.
Είναι υποψήφια για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά διατηρεί στενές σχέσεις με τη Ρωσία και σημαντική οικονομική συνεργασία με την Κίνα.
Ο Βούτσιτς έχει επενδύσει πολιτικά στη δυνατότητά του να συνομιλεί με όλες αυτές τις πλευρές. Οι επικριτές του θεωρούν ότι αυτή η στρατηγική χρησιμοποιήθηκε και για την αναβολή δύσκολων επιλογών που σχετίζονται με τις ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις και την εξωτερική πολιτική.
Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι μια νίκη της φοιτητικής λίστας θα οδηγούσε αυτομάτως σε φιλοευρωπαϊκή στροφή.
Ορισμένοι υποψήφιοί της έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για συμφωνίες που αφορούν το Κόσοβο και έχουν τεθεί ακόμη και ζητήματα επανεξέτασης της ευρωπαϊκής πορείας μέσω δημοψηφίσματος.
Η εξωτερική πολιτική είναι, επομένως, ένας τομέας όπου η ενότητα του κινήματος θα μπορούσε να δοκιμαστεί σοβαρά.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, πάντως, το άμεσο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει. Είναι πώς θα αντιμετωπίσει ένα εκλογικό αποτέλεσμα εφόσον αμφισβητηθεί με τεκμηριωμένες καταγγελίες.
Το European Council on Foreign Relations έχει παρουσιάσει διαφορετικά μετεκλογικά ενδεχόμενα, από τον σχηματισμό κυβέρνησης από τον συνασπισμό Βούτσιτς μέχρι μια κυβερνητική αλλαγή ή παρατεταμένο κοινοβουλευτικό αδιέξοδο.
Αυτές είναι αναλυτικές δυνατότητες, όχι προβλέψεις για το αποτέλεσμα.
Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς σε κομματική εκδήλωση στο Ζρένιανιν, το 2025. Πηγή: σερβικό ειδησεογραφικό μέσο 021.rs. Πρόκειται για φωτογραφία αρχείου, όχι από τη φετινή τελική συγκέντρωση.
Τι σημαίνουν οι εκλογές για την Ελλάδα
Η αναμέτρηση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Αθήνα.
Η Ελλάδα διατηρεί παραδοσιακά στενές σχέσεις με τη Σερβία, έχει σημαντική οικονομική παρουσία στη χώρα και υποστηρίζει την ευρωπαϊκή της προοπτική.
Παράλληλα, το ζήτημα του Κοσόβου αποτελεί κρίσιμο στοιχείο των διμερών και περιφερειακών ισορροπιών. Η ελληνική πολιτική στηρίζει τον διάλογο Βελιγραδίου–Πρίστινας και επιδιώκει τη σταθερότητα των Δυτικών Βαλκανίων.
Μια κυβερνητική αλλαγή στο Βελιγράδι θα άνοιγε αναπόφευκτα ένα νέο κεφάλαιο στις διμερείς επαφές. Δεν θα συνεπαγόταν, όμως, αυτομάτως αλλαγή της σερβικής στάσης στα εθνικά και περιφερειακά ζητήματα.
Αντίστοιχα, η παραμονή του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού δεν θα σήμαινε ότι η πολιτική κρίση που έχει διαπεράσει τη σερβική κοινωνία θα είχε ξεπεραστεί.
Για την Ελλάδα, συνεπώς, το σημαντικότερο δεν είναι να προεξοφλήσει τον προσανατολισμό της επόμενης κυβέρνησης, αλλά να παρακολουθήσει αν η Σερβία θα αποκτήσει έναν σταθερό και νομιμοποιημένο πολιτικό συσχετισμό, ικανό να διαχειριστεί τις εσωτερικές της αντιθέσεις.
Το πραγματικό διακύβευμα: Η εξουσία και οι θεσμοί
Υπάρχει ένα χαρακτηριστικό αυτών των εκλογών που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.
Η πολιτική κυριαρχία του Βούτσιτς επί δεκατέσσερα χρόνια δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εκλογική απήχηση ενός κόμματος. Συνδέθηκε και με την ανάπτυξη ενός ισχυρού μηχανισμού πολιτικής επιρροής, τη διαχείριση της δημόσιας εικόνας του ηγέτη και τη συγκέντρωση κρίσιμων αποφάσεων γύρω από την εκτελεστική εξουσία.
Αυτή είναι η εικόνα που περιγράφουν επί χρόνια οργανώσεις παρακολούθησης της δημοκρατίας και επικριτές της κυβέρνησης, ενώ η ίδια απορρίπτει τις κατηγορίες περί συστηματικών καταχρήσεων.
Η ιδιαιτερότητα της φοιτητικής αμφισβήτησης βρίσκεται στο ότι δεν ξεκίνησε με αίτημα την αντικατάσταση ενός πολιτικού προσώπου από κάποιο άλλο.
Ξεκίνησε με αίτημα την απόδοση ευθυνών για τον θάνατο δεκαέξι ανθρώπων.
Στη συνέχεια έθεσε ένα ευρύτερο ερώτημα: Μπορούν οι θεσμοί του κράτους να λειτουργούν ανεξάρτητα από τις ανάγκες της εκάστοτε εξουσίας;
Ακριβώς γι’ αυτό, ακόμη και μια ενδεχόμενη κυβερνητική αλλαγή δεν θα αρκούσε από μόνη της για την εκπλήρωση των στόχων του κινήματος.
Η αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, η προστασία των δημοσιογράφων, η διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις και η αξιόπιστη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών αποτελούν διαδικασίες πολύ πιο σύνθετες από μια εκλογική νίκη.
Αντίστοιχα, εάν ο κυβερνητικός συνασπισμός διατηρήσει την πλειοψηφία, θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει ένα κοινωνικό κίνημα που έχει ήδη αποκτήσει οργανωτική συνοχή και σημαντική δημόσια παρουσία.
Η πολιτική κρίση της Σερβίας δεν είναι βέβαιο ότι θα τελειώσει το βράδυ της Κυριακής, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα.
Η επόμενη ημέρα μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερη από την εκλογική νύχτα
Την Κυριακή έχουν δικαίωμα ψήφου 6.450.523 εγγεγραμμένοι εκλογείς. Οι κάλπες θα ανοίξουν στις 7 το πρωί και θα κλείσουν στις 8 το βράδυ, τοπική ώρα. Η νέα Βουλή θα έχει 250 έδρες και απαιτούνται τουλάχιστον 126 για την απόλυτη πλειοψηφία.
Συνολικά θα λειτουργήσουν 8.392 εκλογικά τμήματα.
Η διαδικασία παρακολουθείται από διεθνείς αποστολές, μεταξύ των οποίων ο ΟΑΣΕ. Οι πρώτες επίσημες διαπιστώσεις των διεθνών παρατηρητών αναμένονται τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου.
Η εκλογική αναμέτρηση έχει τρεις διακριτές δοκιμασίες.
Η πρώτη είναι η πολιτική: ποιος θα συγκεντρώσει τις ψήφους και τις έδρες που απαιτούνται για να κυβερνήσει.
Η δεύτερη είναι η θεσμική: αν η διαδικασία θα θεωρηθεί ελεύθερη, αξιόπιστη και δίκαιη.
Η τρίτη είναι η κοινωνική: αν οι αντίπαλες πλευρές θα αναγνωρίσουν το αποτέλεσμα και θα διαχειριστούν τη μετεκλογική σύγκρουση μέσα από τους θεσμούς.
Σε μια χώρα με βαθιά πολιτική πόλωση και ισχυρό ιστορικό φορτίο, αυτές οι τρεις δοκιμασίες δεν είναι απαραίτητο να έχουν την ίδια κατάληξη.
Το ουσιαστικό ερώτημα της Κυριακής δεν είναι μόνο αν μπορεί να αλλάξει η κυβέρνηση της Σερβίας. Είναι αν η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να μεταφερθεί από τους δρόμους στους θεσμούς χωρίς να χαθεί η εμπιστοσύνη στην ίδια τη δημοκρατική διαδικασία.
Από αυτή την άποψη, οι σερβικές εκλογές αποτελούν μια αναμέτρηση με σημασία πολύ μεγαλύτερη από τα σύνορα της χώρας.
5 Αυγούστου 2026, Μέγαρο Μαξίμου. Υπογραφή των συμφωνιών για τη συμμετοχή της γαλλικής Meridiam στο GSI και τις εργασίες για την υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης, παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πηγή: Γραφείο Πρωθυπουργού
Ο Great Sea Interconnector (GSI) δεν αντιμετωπίζει μόνο τεχνικές δυσκολίες, οικονομικές εκκρεμότητες και γεωπολιτικές πιέσεις. Αντιμετωπίζει και μια σοβαρή δοκιμασία πολιτικής αξιοπιστίας. Ελλάδα και Κύπρος τον παρουσίασαν ως έργο στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια, τη γεωπολιτική αναβάθμιση της Ανατολικής Μεσογείου και την ευρωπαϊκή συνοχή. Τώρα, όμως, που οι δυσκολίες απαιτούν συγκεκριμένες αποφάσεις, οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν μπορούν να διεκδικούν από κοινού τα πολιτικά οφέλη ενός στρατηγικού έργου και να αφήνουν τις κρίσιμες εκκρεμότητές του να διαιωνίζονται χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα και δημόσια λογοδοσία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο ηγέτες ευθύνονται προσωπικά για κάθε τεχνική καθυστέρηση ή για κάθε διαφωνία μεταξύ ρυθμιστικών αρχών και εταιρειών. Σημαίνει ότι έχουν την πολιτική ευθύνη να εξασφαλίσουν συντονισμό, να επιλύσουν τις διακρατικές εκκρεμότητες και να ενημερώνουν τους πολίτες για το πραγματικό σχέδιο υλοποίησης.
H ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης
Στις 5 Αυγούστου 2026, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ανακοινώθηκε η συμφωνία για την είσοδο της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία GSI, ενώ υπογράφηκε και συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans για τις έρευνες βυθού. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το έργο στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ευρώπη.
Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις. Ποιο είναι το επικαιροποιημένο χρονοδιάγραμμα; Ποιες εγκρίσεις απομένουν; Πώς θα προχωρήσουν οι έρευνες βυθού; Ποια είναι η οικονομική εικόνα μετά τις αναθεωρήσεις που εξετάζονται; Και ποιο σχέδιο υπάρχει για την αντιμετώπιση νέων καθυστερήσεων ή τουρκικών αντιδράσεων;
Η ευθύνη του πρωθυπουργού δεν είναι να υποκαταστήσει τους τεχνικούς, τους διαχειριστές ή τις ρυθμιστικές αρχές. Είναι να διασφαλίσει ότι το έργο διαθέτει σαφή πολιτική κατεύθυνση και ότι οι αρμόδιοι φορείς λειτουργούν μέσα σε ένα συνεκτικό πλαίσιο αποφάσεων.
Εάν ο GSI παραμένει εθνική προτεραιότητα, η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει τα επόμενα βήματα και τις προϋποθέσεις επιτυχίας του. Εάν οι αρχικοί σχεδιασμοί έχουν μεταβληθεί, πρέπει να εξηγήσει τι άλλαξε και με ποιες συνέπειες.
Ο πρωθυπουργός δεν κρίνεται από το πόσες φορές χαρακτηρίζει ένα έργο στρατηγικό, αλλά από το αν η κυβέρνησή του μπορεί να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί.
H Κύπρος δεν μπορεί να παραμένει θεατής της δικής της ενεργειακής ασφάλειας
Μητσοτάκης και Χριστοδουλίδης Οι ηγέτες Ελλάδας και Κύπρου στη Διακυβερνητική Σύνοδο της 12ης Νοεμβρίου 2025 στην Αθήνα. Πηγή: Κυπριακή Δημοκρατία
Για τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, η ευθύνη είναι εξίσου ουσιαστική. Η Κύπρος έχει άμεσο στρατηγικό συμφέρον από την ηλεκτρική διασύνδεση με την Ελλάδα και το ευρωπαϊκό δίκτυο. Ταυτόχρονα, η κυπριακή κυβέρνηση δικαιούται και οφείλει να απαιτεί πλήρη διαφάνεια για το κόστος, τον επιμερισμό των υποχρεώσεων και τις επιπτώσεις στους καταναλωτές.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αναγκαία οικονομική αξιολόγηση μετατρέπεται σε παρατεταμένη αβεβαιότητα χωρίς σαφή πολιτική κατάληξη.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 2026, σύμφωνα με δημοσίευμα του κυπριακού Τύπου, ο υπουργός Οικονομικών Μάκης Κεραυνός ενημέρωσε κοινοβουλευτική επιτροπή ότι το τελικό κόστος αναμένεται να υπερβεί τα 1,9 δισ. ευρώ, καθώς πρέπει να συνυπολογιστούν πρόσθετες εργασίες και άλλες δαπάνες. Ο υπουργός Ενέργειας Μιχάλης Δαμιανός ανέφερε ότι η επικαιροποιημένη μελέτη βιωσιμότητας αναμενόταν προς το τέλος του έτους και ότι η κυπριακή κυβέρνηση θα τοποθετηθεί αφού γίνει γνωστό το αναθεωρημένο κόστος.
Αυτή η επιφύλαξη μπορεί να είναι οικονομικά δικαιολογημένη. Δεν απαλλάσσει, όμως, την κυβέρνηση από την υποχρέωση να καταλήξει εγκαίρως σε σαφή θέση.
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης οφείλει να διασφαλίσει ότι η κυπριακή συμμετοχή δεν θα παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα στη στρατηγική ανάγκη και στην οικονομική αβεβαιότητα. Η κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει ποιο κόστος θεωρεί αποδεκτό, ποιες εγγυήσεις ζητά και υπό ποιες προϋποθέσεις δεσμεύεται να προχωρήσει.
Η Κύπρος δεν μπορεί να απαιτεί ενεργειακή διασύνδεση χωρίς να αποσαφηνίζει τους όρους συμμετοχής της. Ούτε, όμως, μπορεί να επικαλείται επ’ αόριστον την ανάγκη για νέες μελέτες χωρίς να δίνει στους πολίτες μια συγκεκριμένη εικόνα της απόφασής της.
ΑΔΜΗΕ, η τεχνική και διαχειριστική ευθύνη δεν μπορεί να χάνεται μέσα στην πολιτική ρητορική
Ο ΑΔΜΗΕ είναι ο φορέας που ανέλαβε την ανάπτυξη και προώθηση του έργου και παραμένει στρατηγικός μέτοχος της εταιρείας GSI. Επομένως, έχει συγκεκριμένη ευθύνη για τη διαχείριση του έργου, τον συντονισμό των συμβατικών και τεχνικών ενεργειών και την ενημέρωση των αρμόδιων αρχών.
Η διοίκηση του ΑΔΜΗΕ οφείλει να παρουσιάσει με σαφήνεια την πραγματική κατάσταση για το ποια τμήματα της κατασκευής έχουν προχωρήσει, ποιες ρυθμιστικές εγκρίσεις εκκρεμούν, ποια ορόσημα έχουν μεταβληθεί και ποιο είναι το ρεαλιστικό πρόγραμμα των επόμενων εργασιών.
Δεν είναι αποδεκτό να μένει η δημόσια συζήτηση εγκλωβισμένη σε γενικές αναφορές περί στρατηγικής σημασίας, χωρίς συστηματική ενημέρωση για τις προϋποθέσεις υλοποίησης.
Η ευθύνη του ΑΔΜΗΕ δεν είναι να επιλύσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές ή να λάβει κυβερνητικές αποφάσεις. Είναι να εξασφαλίσει ότι οι τεχνικές και διαχειριστικές παράμετροι του έργου είναι πλήρως τεκμηριωμένες και ότι οι κυβερνήσεις γνωρίζουν εγκαίρως τι πρέπει να αποφασίσουν.
Nexans, να μην της αποδίδονται ευθύνες που δεν της αναλογούν
Η γαλλική Nexans έχει δηλώσει ότι συνεχίζει να εκτελεί τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ότι έχει λάβει σημαντικές πληρωμές που επέτρεψαν την κατασκευή του καλωδίου. Έχει επίσης διευκρινίσει ότι τα ορόσημα μπορούν να προσαρμόζονται ανάλογα με τις συνθήκες του έργου.
Η πρόσφατη ανακοίνωση δεν συνιστά δήλωση εγκατάλειψης. Ούτε, όμως, αποτελεί εγγύηση ότι ολόκληρο το έργο θα ολοκληρωθεί χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις.
Η Nexans έχει ευθύνη για τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις, την ποιότητα και την εκτέλεση του αντικειμένου που έχει αναλάβει. Δεν είναι υπεύθυνη να επιλύσει τις πολιτικές διαφωνίες Αθήνας και Λευκωσίας, να αποφασίσει την κατανομή του κόστους μεταξύ κρατών ή να καθορίσει την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Η πολιτική ηγεσία δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την εταιρεία ως αποδιοπομπαίο τράγο. Πρέπει να εξασφαλίσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες ο ανάδοχος μπορεί να εκτελέσει το έργο.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η στήριξη χρειάζεται σαφείς όρους και συγκεκριμένες ενέργειες
Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν θεσμικό ρόλο στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής και των σχετικών χρηματοδοτικών και ρυθμιστικών διαδικασιών.
Η ευθύνη τους δεν είναι να υποκαταστήσουν τις κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου. Είναι να αποσαφηνίσουν το εύρος της ευρωπαϊκής στήριξης, τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης και τις δυνατότητες συντονισμού που προσφέρουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί.
Εάν ο GSI θεωρείται κρίσιμος για την ενεργειακή διασύνδεση της Ευρώπης, η Επιτροπή οφείλει να βοηθήσει στην επίλυση των εκκρεμοτήτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της. Η ευρωπαϊκή στήριξη, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε υπέρβαση κόστους πρέπει να καλύπτεται χωρίς αξιολόγηση ή ότι οι εθνικές κυβερνήσεις απαλλάσσονται από τις δικές τους υποχρεώσεις.
Η ευθύνη πρέπει να είναι αμοιβαία, σαφής και μετρήσιμη.
Τουρκία: υπεύθυνη για τις δικές της αμφισβητήσεις, όχι για κάθε δική μας καθυστέρηση
Η Άγκυρα αμφισβητεί τη διεξαγωγή ερευνών σε θαλάσσιες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, επικαλούμενη τη δική της ερμηνεία του τουρκολιβυκού μνημονίου. Η Αθήνα απορρίπτει τη νομική βάση των τουρκικών αξιώσεων ως προς τις ελληνικές θαλάσσιες ζώνες.
Στις 15 Οκτωβρίου 2026, το Reuters ανέφερε ότι η Nexans υπέβαλε αίτηση για την επανέναρξη των ερευνών βυθού, με τις εργασίες να εξαρτώνται από τις προβλεπόμενες ελληνικές εγκρίσεις.
Η τουρκική αντίδραση συνιστά πραγματικό γεωπολιτικό κίνδυνο και απαιτεί διπλωματική και επιχειρησιακή προετοιμασία. Δεν εξηγεί, όμως, από μόνη της τις οικονομικές εκκρεμότητες, τις ρυθμιστικές διαφωνίες ή την ανάγκη να συμφωνήσουν Αθήνα και Λευκωσία στους όρους υλοποίησης.
Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να υπερασπίζεται τις νόμιμες αρμοδιότητές της και να διασφαλίζει την ασφαλή διεξαγωγή των νόμιμων δραστηριοτήτων. Το Πολεμικό Ναυτικό μπορεί να συμβάλει στην επιτήρηση και στην αποτροπή επικίνδυνων ενεργειών, όχι όμως να υποκαταστήσει τη διπλωματία ή να θεραπεύσει τις εσωτερικές αδυναμίες του έργου.
Η τελική πολιτική ευθύνη είναι συγκεκριμένη
Ο καταμερισμός της ευθύνης πρέπει να είναι καθαρός:
Κυριάκος Μητσοτάκης: πολιτικός συντονισμός και σαφής δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης για τα επόμενα βήματα.
Νίκος Χριστοδουλίδης: σαφής κυπριακή απόφαση για τη συμμετοχή, το κόστος και τις προϋποθέσεις βιωσιμότητας.
ΑΔΜΗΕ και διοίκηση του GSI: τεκμηριωμένο χρονοδιάγραμμα, διαφάνεια για τις εκκρεμότητες και αποτελεσματική διαχείριση της υλοποίησης.
Nexans: τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων και σαφής ενημέρωση για τις επιπτώσεις τυχόν αλλαγών στο πρόγραμμα εργασιών.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή: αποσαφήνιση των χρηματοδοτικών, ρυθμιστικών και συντονιστικών δυνατοτήτων της ευρωπαϊκής στήριξης.
Τουρκία: ευθύνη για τις δικές της αμφισβητήσεις και ενέργειες, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται με νόμιμα και αναλογικά μέσα.
Αυτή η διάκριση δεν αποτελεί προσπάθεια εξίσωσης όλων των εμπλεκομένων. Είναι ο μόνος τρόπος να αποδοθούν οι ευθύνες εκεί όπου πραγματικά ανήκουν.
Το ερώτημα προς τις ηγεσίες
Κύριε Μητσοτάκη, κύριε Χριστοδουλίδη, ο GSI παρουσιάστηκε ως έργο στρατηγικής σημασίας. Ποια είναι σήμερα τα συγκεκριμένα επόμενα βήματα; Πότε θα υπάρχει οριστική εικόνα για το κόστος; Ποιο είναι το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα; Ποιες δεσμεύσεις αναλαμβάνει κάθε πλευρά; Και ποιος θα λογοδοτήσει εάν οι στόχοι δεν επιτευχθούν;
Οι πολίτες δεν απαιτούν να εξαφανιστούν όλες οι δυσκολίες με μια πολιτική απόφαση. Απαιτούν να γνωρίζουν ποιος είναι υπεύθυνος για καθεμία από αυτές, τι γίνεται για να αντιμετωπιστεί και πότε αναμένεται αποτέλεσμα.
Η πολιτική ευθύνη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια που μοιράζεται σε όλους για να μην επιβαρύνει κανέναν. Είναι η υποχρέωση κάθε ηγεσίας να απαντά για τις δικές της αποφάσεις, τις παραλείψεις της και τα αποτελέσματά τους.
Ο GSI δεν χρειάζεται άλλη μία πανηγυρική ανακοίνωση. Χρειάζεται αποφάσεις, χρονοδιάγραμμα, διαφάνεια και λογοδοσία. Και η πρώτη ευθύνη να τα εξασφαλίσουν ανήκει στις κυβερνήσεις που τον ανέδειξαν σε στρατηγική προτεραιότητα.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. ΣήμεραείναισυνεργάτηςκαιερευνητήςτουInstitute for National and International Security(INIS),τουStrategy International (SI)καιτουResearch Institute for European and American Studies (RIEAS).
Φωτογραφία: Ο αιγύπτιος ΥΠΕΞ επανέλαβε στον Φιντάν την κατηγορηματική απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου
Η παρέμβαση του Αιγύπτιου βουλευτή Σαμίρ Ελ-Μπαγιούμι για την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου αναδεικνύει την ανησυχία που προκαλεί στο Κάιρο η μεταστροφή της Βουλής της ανατολικής Λιβύης. Ζητώντας επείγουσα κυβερνητική ενημέρωση, ο βουλευτής συνδέει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις με την ενεργειακή ασφάλεια, την οικονομία και τις περιφερειακές ισορροπίες.
Το νέο στοιχείο δεν είναι η συμφωνία με την Τουρκία, γνωστή από το 2019, αλλά η αποδοχή της από έναν θεσμό που επί χρόνια την απέρριπτε. Για την Αίγυπτο, το ζήτημα υπερβαίνει επομένως την επαναφορά μιας ανεπιθύμητης θαλάσσιας χάραξης: ένας γειτονικός πολιτικός πόλος, με τον οποίο διατηρεί στενούς δεσμούς, εγκαταλείπει μια θέση που υπηρετούσε τα κοινά τους συμφέροντα.
Η έμφαση του Ελ-Μπαγιούμι στα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων προσδίδει οικονομικό περιεχόμενο στην παρέμβασή του. Κατά τον ίδιο, το μνημόνιο απειλεί πόρους απαραίτητους για την ανάπτυξη της χώρας. Η επίκληση του Δικαίου της Θάλασσας συνοδεύεται έτσι από ένα συγκεκριμένο πολιτικό αίτημα: να εξηγήσει η κυβέρνηση με ποια μέσα θα προστατεύσει τα αιγυπτιακά συμφέροντα, τώρα που η αντίθεση της ανατολικής λιβυκής Βουλής παύει να λειτουργεί ως ανάχωμα.
Η κοινοβουλευτική κινητικότητα δεν υποδηλώνει κατ’ ανάγκην αντιπαράθεση με την κυβέρνηση. Το Κάιρο έχει ήδη χαρακτηρίσει το μνημόνιο απολύτως άκυρο και χωρίς έννομα αποτελέσματα για την Αίγυπτο, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Μπαντρ Αμπντελατί επανέλαβε την απόρριψή του στον Χακάν Φιντάν κατά τη συνάντησή τους στην Κωνσταντινούπολη στις 23 Οκτωβρίου. Η παρέμβαση Ελ-Μπαγιούμι μπορεί συνεπώς να διαβαστεί ως πρόσθετη πολιτική πίεση για έμπρακτη συνέχεια της διπλωματικής αντίδρασης.
Τους λεπτούς αιγυπτιακούς χειρισμούς φωτίζουν και οι τοποθετήσεις άλλων βουλευτών. Ο Άτεφ Μαγκάουρι υπογράμμισε ότι ούτε η Αίγυπτος ούτε η Τουρκία άλλαξαν θέση, εκείνο που μεταβλήθηκε είναι η στάση της ανατολικής λιβυκής Βουλής. Ο Μουστάφα Μπάκρι χαρακτήρισε το μνημόνιο προσβολή των αιγυπτιακών δικαιωμάτων, επιμένοντας παράλληλα στη σημασία των σχέσεων με την Τουρκία και τη Λιβύη. Το μήνυμα είναι διπλό: απόρριψη της θαλάσσιας διευθέτησης και διατήρηση των διαύλων με την Άγκυρα.
Εδώ βρίσκεται και η δυσκολότερη εξίσωση για το Κάιρο. Η υπεράσπιση των θαλάσσιων θέσεών του συνυπάρχει με την επιδίωξη διατήρησης των περιφερειακών συνεργασιών του, την ώρα που η ανατολική Λιβύη διευρύνει τις δικές της επιλογές. Η προσέγγισή της με την Τουρκία αναδεικνύει τα όρια της αιγυπτιακής επιρροής και υποχρεώνει την Αίγυπτο να αναζητήσει αποτελεσματικότερα διπλωματικά ερείσματα.
Οι αντιδράσεις στον υπόλοιπο αραβικό κόσμο δεν έχουν ενιαίο χαρακτήρα. Η Τυνησία αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση: οι επίσημες αντιρρήσεις της στον ΟΗΕ αφορούν συγκεκριμένες λιβυκές χαράξεις και ερμηνείες των μεταξύ τους θαλάσσιων ορίων και προηγούνται της πρόσφατης επικύρωσης. Η αναζωπύρωση της συζήτησης στον τυνησιακό Τύπο δεν αρκεί, επομένως, για να συναχθεί ότι η πολιτική ηγεσία συντάσσεται με την αιγυπτιακή αντίδραση.
Αντίθεση στο μνημόνιο εξέφρασε και το αυτοαποκαλούμενο «Μεταβατικό Συμβούλιο του Όρους Λίβανος» (MLTC), το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως μη κυβερνητική οντότητα. Σε ανακοίνωση του προέδρου του, Σάμι Χούρι, χαρακτήρισε τη συμφωνία απόπειρα «κάθετου διαμελισμού» της Ανατολικής Μεσογείου, υποστηρίζοντας ότι θίγει τα συμφέροντα της Ελλάδας, της Κύπρου, της Αιγύπτου και του Ισραήλ. Ζήτησε την επανεξέτασή της και κάλεσε τη λιβανική κυβέρνηση να στηρίξει τις ελληνοαιγυπτιακές θέσεις. Πρόκειται, ωστόσο, για παρέμβαση μη κρατικού φορέα και όχι για επίσημη θέση του Λιβάνου.
Για την Αθήνα, η σαφής αιγυπτιακή απόρριψη προσφέρει έδαφος για στενότερο διπλωματικό συντονισμό. Η εκτίμηση ότι η ανακοίνωση του Καΐρου αφήνει περιθώριο επέκτασης της ελληνοαιγυπτιακής οριοθέτησης προς ανατολάς χρειάζεται να διακρίνεται από την επιβεβαίωση σχετικών συνομιλιών ή συμφωνίας. Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι κατά πόσον η σύγκλιση των δύο χωρών μπορεί να επηρεάσει τις επόμενες κινήσεις στην περιοχή.
Καθώς η ανατολική Λιβύη αναδιατάσσει τις συμμαχίες της και η Τουρκία διευρύνει το αποτύπωμά της στη Μεσόγειο, το μνημόνιο λειτουργεί ως μοχλός ανακατανομής επιρροής. Το επόμενο κεφάλαιο θα κριθεί στη θάλασσα: στις έρευνες, στις ενεργειακές συμβάσεις και στην έμπρακτη παρουσία, εκεί όπου οι διπλωματικές θέσεις δοκιμάζονται στην πράξη.
Η Αίγυπτος και η Τουρκία συγκλίνουν σε αρκετές περιοχές έντασης, ενώ τα κράτη του Κόλπου αναζητούν νέους εταίρους στον τομέα της ασφάλειας. Παράλληλα, τα συμφέροντα του Ισραήλ εξυπηρετούνται από την υποστήριξη της ανόδου του Σαντάμ Χάφταρ στην εξουσία.
Του Sean Mathews, από την Αθήνα
Middle East Eye | 20 Οκτωβρίου 2026, 22:41 (ώρα Βρετανίας)
Ο ισχυρός άνδρας της Λιβύης Χαλίφα Χάφταρ (αριστερά) συνομιλεί με τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη κατά τη διάρκεια συναντήσεων στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2020. Φωτογραφία: Aris Messinis/AFP.Τις ημέρες που προηγήθηκαν της έγκρισης από το κοινοβούλιο της Ανατολικής Λιβύης της αμφιλεγόμενης συμφωνίας θαλάσσιας οριοθέτησης με την Τουρκία, η Ελλάδα προσπαθούσε να κινητοποιήσει τους συμμάχους της —την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα— προκειμένου να αποτρέψει τη συμφωνία, σύμφωνα με όσα δήλωσαν στο Middle East Eye πολλοί αξιωματούχοι της περιοχής.
Ωστόσο, την Τρίτη, η λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων, με έδρα τη Βεγγάζη, επικύρωσε τη συμφωνία, αποδεικνύοντας ότι μια κατακερματισμένη Λιβύη μπορεί, τουλάχιστον, να καταλήξει σε συναίνεση ως προς την αναγνώριση των εκτεταμένων τουρκικών θαλάσσιων διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Η Τουρκία έχει εδραιωθεί στη Λιβύη. Είναι πλέον σχεδόν αδύνατο για έναν μελλοντικό Λίβυο ηγέτη να υπογράψει συμφωνία με την Ελλάδα, επειδή υπάρχει λιβυκή συναίνεση», δήλωσε στο Middle East Eye ο Κωνσταντίνος Φίλης, διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων στην Αθήνα.
Ωστόσο, η συμφωνία αυτή είναι κάτι περισσότερο από μια αποτυχία για την Ελλάδα ή μία ακόμη διπλωματική επιτυχία για την Τουρκία στη Μεσόγειο.
Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η Μέση Ανατολή αναδιατάσσεται μετά τον πόλεμο των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, καθώς και υπό την επίδραση των συγκρούσεων που εξακολουθούν να υποβόσκουν στην ευρύτερη περιοχή.
Με λίγα λόγια, οι συνεργασίες στις οποίες βασίστηκε η Ελλάδα για να αντιμετωπίσει την Τουρκία στη Μεσόγειο δεν απέδωσαν, επειδή η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε μια διαδικασία γεωπολιτικής αναδιάταξης των προτεραιοτήτων της.
Η Αίγυπτος και η Τουρκία έχουν αποκαταστήσει τις σχέσεις τους έπειτα από μια περίοδο βαθιάς ρήξης.
Την ίδια στιγμή, χώρες του Κόλπου, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αναζητούν νέους εταίρους στον τομέα της ασφάλειας, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν βρίσκεται στα πρόθυρα νέας ανάφλεξης.
Η ειρωνεία για την Ελλάδα είναι ότι οι ενέργειες του στενότερου εταίρου της, του Ισραήλ, έχουν συμβάλει σε αυτές τις μεταβολές.
Το κενό των Ηνωμένων Πολιτειών
Ο ανταγωνισμός μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για τις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου προϋπήρχε κατά πολύ της διάσπασης της Λιβύης σε αντίπαλες κυβερνήσεις, μετά την ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι το 2011.
Οι δύο γειτονικές χώρες είχαν φτάσει κοντά στον πόλεμο το 1996, εξαιτίας μιας ακατοίκητης νησίδας.
Παραδοσιακά, η Ελλάδα και η Τουρκία μπορούσαν να κλιμακώνουν τις μεταξύ τους εντάσεις, γνωρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρενέβαιναν για να εμποδίσουν τους δύο συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ να ξεπεράσουν το όριο και να εμπλακούν σε άμεση σύγκρουση.
Ωστόσο, αυτή η δυναμική έχει αλλάξει.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν περιορίσει την εμπλοκή τους στη Μέση Ανατολή και βρίσκονται σε αντιπαράθεση με το ΝΑΤΟ σε διάφορα μέτωπα, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Η Ελλάδα πραγματοποιεί υψηλές αμυντικές δαπάνες στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, αλλά η Τουρκία έχει αναπτύξει τη δική της εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Η περιφερειακή ισχύς της Τουρκίας αυξάνεται, καθώς στη Συρία κυβερνά πλέον ένας σύμμαχός της και τα κράτη του Κόλπου τη βλέπουν ως πιθανό εταίρο στον τομέα της ασφάλειας, την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρονται σταδιακά από τον προηγούμενο ρόλο τους.
Ο Τομ Μπάρακ, πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ, δήλωσε την Τρίτη ότι η «μεγάλη συμφωνία» μεταξύ των ΗΠΑ και των κρατών του Κόλπου, η οποία βασιζόταν στην ανταλλαγή πετρελαίου έναντι ασφάλειας, «βρίσκεται σε μεταβατική φάση».
Λιβυκή πηγή με γνώση της υπόθεσης δήλωσε στο Middle East Eye ότι η επικύρωση της θαλάσσιας συμφωνίας από την Ανατολική Λιβύη αποτελεί ένα βήμα στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου για την ενοποίηση της Λιβύης υπό μία κυβέρνηση, στο οποίο η κυβέρνηση Τραμπ έχει συμφωνήσει με την Τουρκία.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν η Τουρκία να διαμεσολαβήσει για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αντίπαλων κυβερνήσεων της Βεγγάζης και της Τρίπολης.
Ο επικεφαλής των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών, Ιμπραήμ Καλίν, επισκέφθηκε την Τρίπολη την Τρίτη.
Η Ελλάδα έχει αναζητήσει νέους συμμάχους στη Μέση Ανατολή, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζουν τον ρόλο τους ως εγγυητή της ασφάλειας και η Τουρκία επιδεικνύει ολοένα μεγαλύτερη ισχύ στην περιοχή.
Η συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης που έχει συνάψει η Άγκυρα με τη Λιβύη παραγνωρίζει τις ελληνικές διεκδικήσεις σε θαλάσσιες ζώνες όχι μόνο γύρω από ακατοίκητα νησιά, αλλά και γύρω από μεγάλα νησιά όπως η Κρήτη, όπου κατοικούν περίπου 600.000 Έλληνες.
Η αναζήτηση συμμάχων από την Ελλάδα για την κάλυψη του αμερικανικού κενού
Η Αθήνα έχει επενδύσει ακόμη περισσότερο στις παραδοσιακά σχετικά θερμές σχέσεις της με την Αίγυπτο.
Όταν η Τουρκία υπέγραψε για πρώτη φορά τη συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης με την κυβέρνηση της Τρίπολης, η Αθήνα απάντησε υπογράφοντας δική της συμφωνία με την Αίγυπτο, προκειμένου να αντισταθμίσει την τουρκολιβυκή συμφωνία.
Η Ελλάδα έχει επίσης αναπτύξει στενότερες σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν ένας από τους πρώτους ξένους ηγέτες που επισκέφθηκαν το κράτος του Κόλπου στην κορύφωση του πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Το 2020, όταν οι εντάσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είχαν κορυφωθεί, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έστειλαν πολεμικά αεροσκάφη στην Κρήτη.
Ωστόσο, η πιο αμφιλεγόμενη επιλογή της Ελλάδας ήταν η δημιουργία μιας στενής συμμαχίας με το Ισραήλ, το οποίο ανταγωνίζεται την Τουρκία για την άσκηση επιρροής σε περιοχές έντασης, όπως η Συρία, αλλά ακόμη και το Κέρας της Αφρικής.
Τον Αύγουστο, η Ελλάδα συμφώνησε μάλιστα να αγοράσει από το Ισραήλ ένα σύστημα αεράμυνας αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, στη μεγαλύτερη συμφωνία πώλησης οπλικών συστημάτων στην ιστορία του Ισραήλ.
Η επικύρωση της τουρκικής θαλάσσιας συμφωνίας από την Ανατολική Λιβύη αποτελεί ιδιαίτερα οδυνηρό πλήγμα για την Ελλάδα, επειδή το Ισραήλ, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι οι κύριοι υποστηρικτές του Χαλίφα Χάφταρ.
Ο Χάφταρ είναι ο στρατιωτικός διοικητής που ελέγχει την Ανατολική Λιβύη και παραδοσιακά υπήρξε αντίπαλος της κυβέρνησης με έδρα την Τρίπολη.
Η Ελλάδα έχει βασιστεί σε αυτές τις σχέσεις προκειμένου να αντιμετωπίσει την τουρκική επιρροή στη Λιβύη.
Πέρυσι, η Αθήνα επιδίωξε την υποστήριξη της Αιγύπτου για να αποτρέψει την επικύρωση της θαλάσσιας συμφωνίας από τη Βεγγάζη.
Αιγυπτιακή αντιπροσωπεία επισκέφθηκε την Αθήνα μόλις πριν από πέντε ημέρες, προκειμένου να πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις με την ελληνική πλευρά για τη Λιβύη.
Ο Σαντάμ Χάφταρ, γιος του Χαλίφα Χάφταρ, θεωρείται ολοένα περισσότερο ο πιθανότερος επόμενος ηγέτης της Ανατολικής Λιβύης.
Παρότι η Τουρκία είχε επέμβει στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης για να αποτρέψει τον πατέρα του από την κατάληψη της Τρίπολης, ο Σαντάμ έχει προσεγγίσει την Άγκυρα.
Το φετινό καλοκαίρι, με κάποια παρακίνηση από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ο Σαντάμ πείστηκε να επισκεφθεί την Αθήνα, παρά την προσέγγισή του με την Τουρκία, σύμφωνα με πληροφορίες του Middle East Eye.
Ο Κωνσταντίνος Φίλης δήλωσε στο Middle East Eye:
«Δεν είναι δουλειά της Αιγύπτου ή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να μας υποστηρίζουν στη Λιβύη. Έχουν άλλα συμφέροντα.
Ήταν άστοχο εκ μέρους της Ελλάδας να περιμένει ότι θα υποστήριζαν την Ελλάδα εις βάρος των δικών τους συμφερόντων».
Η προσέγγιση Τουρκίας και Αιγύπτου
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, τόσο η Αίγυπτος όσο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονταν σε έντονη αντιπαράθεση με την Τουρκία.
Το Κάιρο και το Άμπου Ντάμπι υποστήριζαν την οικογένεια Χάφταρ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στη Λιβύη, ενώ η Τουρκία υποστήριζε την κυβέρνηση της Τρίπολης.
Έκτοτε, όμως, οι χώρες αυτές έχουν πραγματοποιήσει βήματα για την αποκατάσταση των μεταξύ τους σχέσεων.
Αιγύπτιοι αξιωματούχοι έχουν τονίσει επανειλημμένα στο Middle East Eye ότι η προσέγγιση του Καΐρου με την Άγκυρα δεν στρέφεται κατά της Ελλάδας.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου, Μπαντρ Αμπντελάτι, είχε τηλεφωνική επικοινωνία την Τρίτη με τον Έλληνα ομόλογό του, κατά την οποία επιβεβαιώθηκαν τα κοινά συμφέροντα των δύο χωρών.
Σύμφωνα με Άραβες αξιωματούχους που μίλησαν στο Middle East Eye, η Αίγυπτος δεν επιθυμεί να δει την Ανατολική Μεσόγειο να μετατρέπεται σε «τουρκική λίμνη».
Ωστόσο, η Αίγυπτος και η Τουρκία συγκλίνουν πλέον σε περισσότερα περιφερειακά μέτωπα απ’ όσα τις φέρνουν σε αντιπαράθεση.
Και οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν με ανησυχία την ισραηλινή επεκτατική πολιτική μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023, υπό την ηγεσία της Χαμάς.
Το Ισραήλ έχει διαπράξει γενοκτονία στη Γάζα και κατέχει εκτεταμένες περιοχές της Συρίας και του Λιβάνου, σύμφωνα με τη διατύπωση του δημοσιεύματος.
Η Αίγυπτος και η Τουρκία έχουν επίσης κοινές θέσεις στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας.
Και τα δύο κράτη υποστηρίζουν τη Σομαλία και αντιτίθενται στην αναγνώριση από το Ισραήλ της αποσχισθείσας Δημοκρατίας της Σομαλιλάνδης.
Παράλληλα, υποστηρίζουν τις ένοπλες δυνάμεις του Σουδάν απέναντι στην παραστρατιωτική οργάνωση Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF).
Η συγκεκριμένη οργάνωση διατηρεί φιλικές σχέσεις με το Ισραήλ, σύμφωνα με παραδοχή του ίδιου του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, όπως αναφέρει το δημοσίευμα.
Στη Λιβύη υπάρχουν επίσης περιθώρια συνεργασίας.
Η Αίγυπτος επιθυμεί να κατασκευάσει έναν πετρελαιαγωγό αξίας ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, ο οποίος θα συνδέει το Τομπρούκ με το λιμάνι της Αλεξάνδρειας.
Η εξομάλυνση των σχέσεων Τουρκίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων
Παρότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Τουρκία βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα σε περιφερειακές εστίες έντασης, όπως το Σουδάν, έχουν πλέον κινηθεί προς τη διαχείριση των διαφορών τους.
Για παράδειγμα, το 2022 τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αγόρασαν τουρκικής κατασκευής μη επανδρωμένα αεροσκάφη TB2.
Ο ρόλος του Ισραήλ και η άνοδος του Σαντάμ Χάφταρ
Και ύστερα υπάρχει το Ισραήλ.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η αναγνώριση των τουρκικών θαλάσσιων διεκδικήσεων από την Ανατολική Λιβύη πραγματοποιήθηκε την ίδια εβδομάδα κατά την οποία ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δημοσιοποίησε έναν χάρτη που παρουσίαζε την περιοχή ως «φιλική» προς το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Ελλάδα.
Ο Σαντάμ Χάφταρ συναντήθηκε μάλιστα τον Σεπτέμβριο με τον Νετανιάχου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σύμφωνα με λιβυκή πηγή που μίλησε στο Middle East Eye, επιβεβαιώνοντας προηγούμενα δημοσιεύματα.
Ωστόσο, ένας Ευρωπαίος αξιωματούχος δήλωσε στο Middle East Eye ότι το Ισραήλ ενδέχεται να θεωρεί πως η διεύρυνση των τουρκικών θαλάσσιων διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο θα ωθήσει την Ελλάδα ακόμη πιο κοντά στη δική του σφαίρα επιρροής.
Το γεγονός ότι οι εταίροι της Ελλάδας δεν κινητοποιήθηκαν για να αποτρέψουν την επικύρωση της θαλάσσιας συμφωνίας από την Ανατολική Λιβύη καταδεικνύει πόσο βαθιά μεταβάλλονται οι γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.
Του Sinan Ciddi Διευθυντή του Προγράμματος Τουρκίας και ανώτερου ερευνητή στο Foundation for Defense of Democracies (FDD)
Στις αρχές του έτους, ο πρόεδρος του κοινοβουλίου της Ανατολικής Λιβύης είχε χαρακτηρίσει την προτεινόμενη συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων συνόρων με την Τουρκία ως μια συμφωνία που «βασίζεται στην παρανομία».
Ωστόσο, στις 20 Οκτωβρίου, το ίδιο κοινοβούλιο ενέκρινε ομόφωνα τη συμφωνία.
Η συμφωνία παραβιάζει τα διεθνώς αναγνωρισμένα θαλάσσια δικαιώματα της Ελλάδας, ανοίγει τον δρόμο για τουρκικές γεωτρήσεις σε αμφισβητούμενα ύδατα και αυξάνει το ενδεχόμενο ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.
Η έγκριση σημαίνει ότι η συμφωνία διαθέτει πλέον την υποστήριξη και των δύο αντίπαλων κυβερνήσεων της Λιβύης.
Η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA), με έδρα την Τρίπολη, στη Δυτική Λιβύη, είχε αποδεχθεί τη συμφωνία το 2019, γεγονός που αντανακλούσε την εξάρτησή της από την Άγκυρα, λόγω της τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης υπέρ της κατά τον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης.
Η Τουρκία χρειάστηκε επτά χρόνια συστηματικής προσέγγισης της Κυβέρνησης Εθνικής Σταθερότητας (GNS), με έδρα τη Βεγγάζη, προκειμένου να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα και στην Ανατολική Λιβύη.
Εκεί, ο στρατηγός Χαλίφα Χάφταρ ηγείται της παράταξης της οποίας οι δυνάμεις είχαν στο παρελθόν πολεμήσει εναντίον αντιπάλων που υποστηρίζονταν από την Τουρκία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καταδίκασε αμέσως τη συμφωνία που εγκρίθηκε από την κυβέρνηση της Ανατολικής Λιβύης, επειδή «παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν συμμορφώνεται με το Δίκαιο της Θάλασσας».
Παρ’ όλα αυτά, η υποστήριξη του κοινοβουλίου της Ανατολικής Λιβύης ενισχύει τη θέση της Τουρκίας στις αμφισβητούμενες θαλάσσιες ζώνες τις οποίες διεκδικούν η Ελλάδα και η Κύπρος, προωθώντας την εφαρμογή του επεκτατικού ναυτικού δόγματος της Τουρκίας, της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Στρατηγική νίκη για την Άγκυρα
Η θέση της Τουρκίας στη Λιβύη έχει πλέον ενισχυθεί σε τρεις διακριτούς αλλά αλληλένδετους τομείς.
Στο νομικό επίπεδο, η έγκριση της συμφωνίας θεραπεύει τη βασική αδυναμία της συμφωνίας του 2019: το γεγονός ότι είχε εγκριθεί μόνο από τη μία από τις δύο αντίπαλες διοικήσεις της Λιβύης.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, η παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στη Λιβύη έχει πλέον εξουσιοδοτηθεί να συνεχιστεί έως τον Ιανουάριο του 2028.
Στην Ανατολική Λιβύη, η παράταξη του Χάφταρ φέρεται επίσης να έχει καταλήξει σε συμφωνίες με την Άγκυρα σχετικά με στρατιωτικές βάσεις, υποδομές επιτήρησης και εκπαίδευση αξιωματικών.
Στο οικονομικό επίπεδο, η κοινοβουλευτική έγκριση διασφαλίζει τα τουρκικά εμπορικά συμφέροντα, καθώς τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες συμμετέχουν σε 633 έργα στη Λιβύη, συνολικής αξίας 31 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Σοβαρές ανησυχίες για τους περιφερειακούς συμμάχους των ΗΠΑ
Για την Ελλάδα, η κοινοβουλευτική έγκριση συνιστά οπισθοχώρηση των διπλωματικών προσπαθειών της να αποτρέψει την επικύρωση της συμφωνίας.
Η Αθήνα έχει υποστηρίξει σταθερά ότι η συμφωνία αγνοεί την ύπαρξη και τη θαλάσσια επήρεια της Κρήτης, η οποία βρίσκεται μεταξύ των τουρκικών και των λιβυκών ακτών.
Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε αμέσως τη νέα θαλάσσια συμφωνία «άκυρη και ανυπόστατη».
Η Άγκυρα αντιμετωπίζει ήδη τη συγκεκριμένη θαλάσσια οριοθέτηση ως επιχειρησιακά ισχύουσα.
Τον Απρίλιο, ένα τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος διέσχισε την περιοχή κατά τη διάρκεια στρατιωτικής άσκησης στη Λιβύη υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Για την Κύπρο, η βασική ανησυχία αφορά την πιθανή αποδυνάμωση της περιφερειακής της επιρροής.
Η Άγκυρα έχει αξιοποιήσει τη συμφωνία του 2019 προκειμένου να διεκδικήσει ρόλο στην ανάπτυξη του Great Sea Interconnector (GSI), του σχεδιαζόμενου υποθαλάσσιου ηλεκτρικού καλωδίου που θα συνδέει την Ελλάδα, την Κύπρο και, τελικά, το Ισραήλ.
Η ανάπτυξη τουρκικών μαχητικών F-16 στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο, τον Μάρτιο, ενδέχεται επίσης να αυξήσει την εγγύτητα μεταξύ ισραηλινών ναυτικών μέσων και τουρκικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Χωρίς ισχυρή αντίδραση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας τα θαλάσσια σύνορα αμφισβητούνται από την Τουρκία και τη Λιβύη, η συμφωνία αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει ένοπλη σύγκρουση μεταξύ δύο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, της Τουρκίας και της Ελλάδας.
Η Τουρκία διατηρεί πλέον στρατιωτικές δυνάμεις στη Λιβύη, στη Συρία, στην κατεχόμενη Κύπρο και στη Σομαλία, λειτουργώντας στρατιωτικές βάσεις σε τρεις ηπείρους και ενισχύοντας την ικανότητά της να προωθεί τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της με στρατιωτικά μέσα.
Οι ΗΠΑ πρέπει να στηρίξουν τους Ευρωπαίους συμμάχους τους στον περιορισμό της τουρκικής προβολής ισχύος
Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να υποστηρίξει τη συνεργασία που εδράζεται στο διεθνές δίκαιο.
Η αμερικανική κυβέρνηση θα πρέπει να επαναβεβαιώσει δημοσίως ότι το μνημόνιο δεν δημιουργεί υποχρεώσεις για τρίτα κράτη, ευθυγραμμιζόμενη με τη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επιπλέον, θα πρέπει να ασκήσει πίεση στον Χάφταρ, ο οποίος είναι Αμερικανός πολίτης, και να θέσει ως προϋπόθεση για την υποστήριξη οποιασδήποτε πρωτοβουλίας ενοποίησης της Λιβύης τη συμμετοχή της Τρίπολης και της Βεγγάζης σε διαπραγματεύσεις οριοθέτησης θαλάσσιων συνόρων με την Ελλάδα και την Αίγυπτο, σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας.
Το Πεντάγωνο θα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι στρατιωτικές ασκήσεις της AFRICOM, της Αμερικανικής Διοίκησης Αφρικής, δεν ενισχύουν την τουρκική θαλάσσια οριοθέτηση.
Παράλληλα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα πρέπει να υποστηρίξει τις ερευνητικές και αποτυπωτικές δραστηριότητες που σχετίζονται με το Great Sea Interconnector.
Το Κογκρέσο θα πρέπει να εξετάσει εάν η ανάπτυξη αμερικανικής κατασκευής μαχητικών F-16 από την Τουρκία στην κατεχόμενη Κύπρο παραβιάζει τους κανονισμούς που διέπουν την τελική χρήση των αμερικανικών οπλικών συστημάτων.
Θα πρέπει επίσης να θέσει όρους για τις μελλοντικές μεταβιβάσεις οπλισμού προς την Άγκυρα, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε πιθανής επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Οι όροι αυτοί θα πρέπει να περιλαμβάνουν την απαίτηση να εγκαταλείψει η Τουρκία τη χρήση βίας για την προώθηση των θαλάσσιων διεκδικήσεών της που στηρίζονται στη συμφωνία με τη Λιβύη.
Επιπλέον, το Κογκρέσο θα πρέπει να συνεχίσει να ενισχύει τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας με την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, ώστε να διασφαλιστεί ότι η στρατηγική της Άγκυρας θα έχει μεγαλύτερο κόστος από τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει.
Ο συγγραφέας
Ο Sinan Ciddi είναι ανώτερος ερευνητής και διευθυντής του Προγράμματος Τουρκίας στο Foundation for Defense of Democracies (FDD).
Το FDD είναι ερευνητικό ινστιτούτο με έδρα την Ουάσιγκτον, το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως μη κομματικό και επικεντρώνεται σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής.
Πηγή: Foundation for Defense of Democracies (FDD), Policy Brief, 22 Οκτωβρίου 2026.