του Γεωργίου Καλογερά, Διπλωματικού ΣυντάκτηΗ ιταλική διείσδυση στη Λιβύη, τα τουρκικά κέρδη και οι ευθύνες της Αθήνας
Η αναδιάταξη των ισορροπιών στη Λιβύη αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στη συστηματική παρουσία και στην αποσπασματική διπλωματική αντίδραση. Η Ιταλία διευρύνει τα οικονομικά της ερείσματα, οι ΗΠΑ προωθούν συνεννόηση μεταξύ των αντίπαλων κέντρων εξουσίας και η Τουρκία μετατρέπει την επιρροή της σε πολιτικά κέρδη. Για την Ελλάδα, το πρόβλημα είναι ότι διαμορφώνονται συγκλίσεις που μπορούν να παρακάμψουν τις προτεραιότητές της, χωρίς οι εμπλεκόμενοι να υιοθετήσουν επισήμως τις θέσεις της Άγκυρας.
Η Ρώμη ακολουθεί πολιτική με συνέχεια και συγκεκριμένο οικονομικό περιεχόμενο. Μέσω της ENI επιδιώκει να διασφαλίσει ενεργειακές ροές και να αναδειχθεί σε πύλη των λιβυκών υδρογονανθράκων προς την Ευρώπη. Η προβλεπόμενη επένδυση οκτώ δισ. δολαρίων στα κοιτάσματα Structures A&E, τα έργα στη Sabratha και στο Bouri και η ερευνητική συνεργασία με την QatarEnergy θεμελιώνουν μακροχρόνια παρουσία. Παράλληλα, οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες στη Βεγγάζη και στη Μισράτα προσφέρουν πρόσβαση στην ανοικοδόμηση, στις υποδομές και στο εμπόριο. Διατηρώντας συνομιλητές και στις δύο πλευρές, η Ιταλία περιορίζει την εξάρτησή της από τις πολιτικές ανακατατάξεις.
Στο ίδιο περιβάλλον παρεμβαίνει ο Μασάντ Μπούλος, επιδιώκοντας, εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης, ενοποίηση των λιβυκών θεσμών και διεύρυνση των ενεργειακών επενδύσεων. Οι επαφές με τον Σαντάμ Χαφτάρ και τον Ιμπραήμ Ντμπέιμπα, μεταξύ άλλων στη Ρώμη, δείχνουν προτίμηση σε μια διευθέτηση μέσω των υφιστάμενων κέντρων ισχύος. Η προσέγγιση μπορεί να διευκολύνει συμφωνίες, ενέχει όμως τον κίνδυνο παγίωσης των ίδιων μηχανισμών εξουσίας. Κυρίως, η επιδίωξη σταθερότητας και αυξημένης παραγωγής δεν συνεπάγεται ότι η Ουάσιγκτον θα απαιτήσει αναθεώρηση συμφωνιών που θίγουν την Ελλάδα.
Η Τουρκία αξιοποιεί τη μεταβατική περίοδο διευρύνοντας την πρόσβασή της στην ανατολική Λιβύη. Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 20 Οκτωβρίου αποτελεί ουσιαστικό πολιτικό κέρδος: η Άγκυρα εξασφάλισε στήριξη από τον θεσμό που επί χρόνια αντιτασσόταν στη συμφωνία. Η μεταστροφή αυτή αποδυναμώνει την ελληνική προσδοκία ότι το ανατολικό στρατόπεδο θα παρέμενε σταθερό ανάχωμα στην τουρκική επιρροή.
Η πρόταση Φιντάν για συνομιλίες με Ιταλία και Αίγυπτο, χωρίς αναφορά σε ελληνική και κυπριακή συμμετοχή, υποδεικνύει το επόμενο πιθανό βήμα. Η Άγκυρα ενδέχεται να επιδιώκει τη μεταφορά της συζήτησης από την αμφισβήτηση του μνημονίου στη διαχείριση αντιρρήσεων και στην αναζήτηση οικονομικών συγκλίσεων. Η Ρώμη προσφέρει ευρωπαϊκό βάρος και επιχειρηματικά κίνητρα, ενώ η συμμετοχή του Καΐρου θα επέτρεπε απευθείας διαπραγμάτευση με έναν βασικό επικριτή της συμφωνίας. Πρόκειται για εκτίμηση της τουρκικής σκοπιμότητας, καθώς δεν έχει τεκμηριωθεί η αποδοχή αυτού του σχεδιασμού ούτε αιγυπτιακή υποχώρηση.
Για την Αθήνα, ο κίνδυνος είναι να αντιμετωπίζεται σταδιακά το μνημόνιο ως πολιτικό δεδομένο γύρω από το οποίο οργανώνονται συνεργασίες. Μια ιταλοτουρκική συνεννόηση δεν προϋποθέτει ταύτιση στις θαλάσσιες διεκδικήσεις, αρκεί η προτεραιότητα των επενδύσεων να παραμερίσει τις ελληνικές ενστάσεις. Το ενδεχόμενο συνεργασίας ENI-TPAO, που εξετάζεται σε ανάλυση του ISPI, παραμένει σενάριο, αναδεικνύει ωστόσο περιθώρια σύγκλισης.
Η Ελλάδα διαθέτει επιχειρηματικά ερείσματα που μπορούν να στηρίξουν μια ενεργότερη πολιτική. Χαρακτηριστική είναι η δραστηριότητα του ομίλου Μυτιληναίου, σήμερα METLEN, ο οποίος έχει αναλάβει για τη λιβυκή GECOL τον σχεδιασμό, την προμήθεια και την κατασκευή μονάδας ηλεκτροπαραγωγής στο Τομπρούκ, προβλεπόμενης ισχύος 740 MW. Τέτοια έργα καλύπτουν βασικές κοινωνικές ανάγκες και δημιουργούν σχέσεις συνεργασίας, χρειάζονται όμως οργανωμένη διπλωματική υποστήριξη για να αποκτήσουν ευρύτερη σημασία.
Εδώ εντοπίζεται η ευθύνη του ελληνικού ΥΠΕΞ. Η επαναλειτουργία της πρεσβείας στην Τρίπολη το 2021 αποκατέστησε τη θεσμική παρουσία, αλλά η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής κρίνεται από την επιρροή που παράγει. Οι εξελίξεις επιβάλλουν απολογισμό για τη συνέχεια των επαφών, την αξιοποίηση των οικονομικών ερεισμάτων και την υπερβολική επένδυση σε πρόσκαιρες αντιτουρκικές συγκλίσεις. Η επίκληση της λιβυκής αστάθειας δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση σχεδιασμού μέσα σε αυτήν.
Η Αθήνα οφείλει να απαιτήσει από τη Ρώμη σαφείς απαντήσεις για τις προτεινόμενες διαβουλεύσεις και έμπρακτη συνέπεια προς τις ευρωπαϊκές θέσεις. Πρέπει να καταστήσει σαφές ότι η παράκαμψη Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας σε ζητήματα που αφορούν τα δικαιώματά τους επιβαρύνει την πολιτική συνεργασία. Παράλληλα, χρειάζεται απευθείας παρέμβαση στον Μπούλος και στην Ουάσιγκτον, ώστε οι ελληνικές θέσεις να συνεκτιμηθούν πριν διαμορφωθεί οποιαδήποτε λιβυκή διευθέτηση.
Στην ΕΕ απαιτείται συντονισμένη κινητοποίηση με τη Λευκωσία, με συγκεκριμένα αιτήματα προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων και την Επιτροπή. Η οικονομική στήριξη προς τις λιβυκές αρχές πρέπει να υπόκειται σε σαφείς πολιτικούς όρους, διαφάνεια και έλεγχο, με δυνατότητα επανεξέτασης χρηματοδοτήσεων που αποδεδειγμένα στηρίζουν δραστηριότητες εις βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών μελών. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν μπορεί να εξαντλείται σε διατυπώσεις, ενώ οι αποδέκτες της υποστήριξης προωθούν αντίθετες διευθετήσεις.
Η πίεση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από συνεχή δραστηριότητα στα λιβυκά κέντρα εξουσίας και έμπρακτη στήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων. Οι μεγαλόσχημες δηλώσεις στερούνται ουσιαστικού αντικρίσματος όταν δεν μεταφράζονται σε πρωτοβουλίες με στόχους και αξιολόγηση αποτελεσμάτων. Όσο άλλοι διαμορφώνουν συμφωνίες και συσχετισμούς, η περιοδική παρουσία και οι εκ των υστέρων διαμαρτυρίες περιορίζουν την Ελλάδα στην υπεράσπιση δικαιωμάτων μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει ήδη διαμορφωθεί ερήμην της.


