Τρεις μήνες μετά την κρίση της 13ης Ιουλίου με την πτήση της ιρανικής αεροπορικής εταιρείας Mahan, κατά την οποία οι Σαουδάραβες βομβάρδισαν το αεροδρόμιο της Σαναά για να εμποδίσουν την προσγείωση του αεροσκάφους, η Υεμένη έχει βυθιστεί σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο με ολέθριες συνέπειες.
Μιχάλης Μασαούτης | 22 Οκτωβρίου 2026
Ο δρόμος από την Αλ Τούρμπα προς την πόλη Ταΐζ. Φωτογραφία: Elsa Buchanan.
Συνοπτικά
-
Το Ριάντ επέλεξε την κλιμάκωση μετά την κατάληψη του λιμανιού Αλ Μόχα και των Στενών Μπαμπ αλ Μαντέμπ από την Ανσαρουλάχ.
-
Η αντεπίθεση «Αυγή της Υεμένης» του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας (PLC) ανακατέλαβε τα Στενά Μπαμπ αλ Μαντέμπ, αλλά η Ταΐζ παραμένει το βασικό εμπόδιο.
-
Η Τουρκία και το Πακιστάν αναπτύσσουν δυνάμεις στη Σαουδική Αραβία με αποκλειστικά αμυντικό ρόλο, ενώ η εμπλοκή της Συρίας και των ΗΠΑ παραμένει αβέβαιη.
-
Η Ανσαρουλάχ στοχοποιεί τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και τα αεροδρόμια της Σαουδικής Αραβίας, επιδιώκοντας να πλήξει καίρια τη σαουδαραβική οικονομία.
Η στρατιωτική δραστηριότητα της Σαουδικής Αραβίας και του PLC
Το έναυσμα για μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εκστρατεία, με στόχο όχι μόνο την ανακατάληψη των εδαφών που χάθηκαν τον Σεπτέμβριο, δόθηκε με την ομιλία του επικεφαλής του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας (PLC) και προέδρου της Υεμένης, Ρασάντ Μοχάμεντ αλ Αλίμι.
Ο Αλ Αλίμι κήρυξε γενική αντεπίθεση σε όλα τα μέτωπα, υπό την κωδική ονομασία «Αυγή της Υεμένης» (Yemen Dawn), με απώτερο στόχο την κατάληψη της Σαναά.
Η εξαγγελία αυτή δεν αποδείχθηκε κενή περιεχομένου. Μονάδες του PLC και συγκεκριμένα οι Ταξιαρχίες των Γιγάντων του Νότου (Southern Giants Brigades) εξαπέλυσαν χερσαία επίθεση, υποστηριζόμενη από μαζική αεροπορική ισχύ, με τη συμμετοχή έως και 100 αεροσκαφών.
Η επιχείρηση απώθησε τις δυνάμεις της Ανσαρουλάχ από τα Στενά Μπαμπ αλ Μαντέμπ και οδήγησε στην ανακατάληψη εδαφών κατά μήκος της δυτικής ακτογραμμής.
Επρόκειτο για μια απολύτως αναγκαία νίκη, η οποία ενίσχυσε το ηθικό των δυνάμεων του PLC και δημιούργησε ελπίδες για ταχεία μεταβολή των στρατιωτικών συσχετισμών.
Παράλληλα, η Βασιλική Πολεμική Αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας εξαπέλυσε πολλαπλά αεροπορικά πλήγματα εναντίον δυνάμεων της Ανσαρουλάχ, κέντρων διοίκησης, εκτοξευτών πυραύλων, πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και αποθηκών οπλισμού.
Στόχος των πληγμάτων ήταν η αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της οργάνωσης, η ανάσχεση της επιθετικής της ορμής και η υπονόμευση του ηθικού των μαχητών της.
Η υποστήριξη των συμμάχων του Συμφώνου της Μέκκας
Η Τουρκία και το Πακιστάν, μέλη της νεοσύστατης συμμαχίας του Συμφώνου της Μέκκας (Makkah Pact), ανακοίνωσαν ότι θα αναπτύξουν στρατιωτικές δυνάμεις στο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας.
Ωστόσο, αμφότερες οι χώρες ξεκαθάρισαν δημοσίως ότι η υποστήριξή τους θα έχει αποκλειστικά αμυντικό χαρακτήρα και θα περιορίζεται αυστηρά εντός της σαουδαραβικής επικράτειας, αποκλείοντας οποιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή στο εσωτερικό της Υεμένης.
Η Τουρκία θα συνδράμει τους Σαουδάραβες συμμάχους της με συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV), πληροφορίες και συμβουλευτική υποστήριξη. Παράλληλα, ένα μικρό απόσπασμα τουρκικών ειδικών δυνάμεων έχει ήδη αφιχθεί στο Βασίλειο.
Από την πλευρά του, το Πακιστάν έχει ήδη αναπτύξει στρατιωτικό προσωπικό, αεροσκάφη, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και συστήματα αεράμυνας.
Η εμπλοκή της Συρίας, της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Ευρώπης — και οι προθέσεις των ΗΠΑ
Ο προσωρινός πρόεδρος της Συρίας, Αλ Σάρα, έχει προηγουμένως αρνηθεί ότι θα αποστείλει Σύρους μαχητές για να συνδράμουν τους Σαουδάραβες στην Υεμένη. Ωστόσο, οι εικασίες περί του αντιθέτου εντείνονται.
Παράλληλα, αυξάνεται η πίεση του Ριάντ προς τη Δαμασκό για την αποστολή χερσαίων δυνάμεων.
Η χρηματοδοτική συνδρομή του Ριάντ διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην ανοικοδόμηση της Συρίας, γεγονός που η Δαμασκός γνωρίζει πολύ καλά.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Axios, γίνεται λόγος για 20.000 μαχητές από την 90ή και την 84η Μεραρχία του Συριακού Στρατού.
Η Αίγυπτος επηρεάζεται επίσης από τον συνεχιζόμενο πόλεμο. Η στρατιωτική δραστηριότητα της Ανσαρουλάχ στην Ερυθρά Θάλασσα έχει προκαλέσει στην αιγυπτιακή οικονομία απώλειες ύψους 800 εκατομμυρίων δολαρίων μηνιαίως.
Η αιγυπτιακή Προεδρία δηλώνει ότι:
«Η Αίγυπτος θα παράσχει στη Σαουδική Αραβία κάθε αναγκαία και δυνατή μορφή υποστήριξης για την προάσπιση της ασφάλειας και της σταθερότητάς της, την προστασία των πόρων της, της εδαφικής της ακεραιότητας και των ιερών τόπων του Ισλάμ».
Πηγή: Reuters, 18 Οκτωβρίου 2026
Από την άλλη πλευρά, από τον Σεπτέμβριο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν εντείνει τις προσπάθειές τους για την αποκατάσταση των σχέσεών τους με το Ριάντ, οι οποίες είχαν επιδεινωθεί μετά την αντιπαράθεση του Δεκεμβρίου 2025 στην Υεμένη και τη συνακόλουθη εκδίωξη των Εμιράτων από τη χώρα.
Στο πλαίσιο αυτό, το Άμπου Ντάμπι αποφάσισε να επανεμπλακεί στη σύγκρουση της Υεμένης εναντίον των Χούθι, επαναλαμβάνοντας τη χρηματοδότηση πολιτοφυλακών που πρόσκεινται στην κυβέρνηση της Υεμένης, πιθανότατα εκείνων του νότου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρνηθεί ότι παρείχαν αεροπορική υποστήριξη στο Ριάντ κατά τη διάρκεια της «αστραπιαίας επίθεσης» της Ανσαρουλάχ τον Σεπτέμβριο, υποστηρίζοντας ότι περιορίστηκαν στην παροχή πληροφοριών και υλικοτεχνικής υποστήριξης.
Ωστόσο, μετά τα πρόσφατα πυραυλικά πλήγματα εναντίον του αεροδρομίου του Ριάντ, ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να προχωρήσει σε άμεση στρατιωτική δράση στον πόλεμο της Υεμένης, χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις.
Παράλληλα, οι δύο βασικές ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, αποφάσισαν επίσης να υποστηρίξουν τη Σαουδική Αραβία, αποστέλλοντας στρατιωτικό προσωπικό, ραντάρ, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας και αεροσκάφη.
Οι απειλές και οι κίνδυνοι για τον συνασπισμό των προθύμων υπό τη Σαουδική Αραβία
Οι προκλήσεις και οι παθογένειες του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας (PLC)
Η προέλαση των Ταξιαρχιών των Γιγάντων του PLC μπορεί να απώθησε την Ανσαρουλάχ από τα Στενά Μπαμπ αλ Μαντέμπ, να την ανάγκασε να υποχωρήσει βορειότερα και να ενίσχυσε το ηθικό των δυνάμεων του PLC, ωστόσο δεν πέτυχε μια αποφασιστική νίκη που θα διασφάλιζε τα εδαφικά αυτά κέρδη.
Οι δυνάμεις του PLC ανακατέλαβαν την περιοχή των Στενών Μπαμπ αλ Μαντέμπ, καθώς και το αεροδρόμιο της Ντουμπάμπ (Dhubab). Ωστόσο, το λιμάνι Αλ Μόχα και η παραθαλάσσια πόλη Ντουμπάμπ εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Ανσαρουλάχ. Παράλληλα, τα πρόσφατα ανακαταληφθέντα εδάφη παραμένουν υπό συνεχή πίεση από τις αντεπιθέσεις και τα πυραυλικά πλήγματα της οργάνωσης.
Για να διασφαλίσουν τον έλεγχο της δυτικής ακτογραμμής, οι δυνάμεις του PLC πρέπει όχι μόνο να ανακαταλάβουν το λιμάνι Αλ Μόχα, αλλά και να προελάσουν μέχρι τα περίχωρα της πόλης-λιμανιού Χοντέιντα (Hudaydah), αν όχι να την καταλάβουν πλήρως.
Μια τέτοια εξέλιξη θα ασκούσε τεράστια πίεση στην Ανσαρουλάχ, καθώς η οργάνωση θα έχανε τη μεγαλύτερη και τελευταία σημαντική πόλη-λιμάνι που βρίσκεται υπό τον έλεγχό της. Επιπλέον, θα αναγκαζόταν να αποσύρει δυνάμεις από άλλα μέτωπα, προκειμένου να προστατεύσει την πρωτεύουσα, Σαναά.
Επιπροσθέτως, για τη διασφάλιση των εδαφικών κερδών στην περιοχή των Στενών Μπαμπ αλ Μαντέμπ, είναι απαραίτητος και ο έλεγχος των ορεινών περιοχών της επαρχίας Ταΐζ. Τα υψώματα αυτά δεσπόζουν σε ολόκληρη την ακτογραμμή και προσφέρουν τη δυνατότητα απειλής τόσο των πεδινών παράκτιων εδαφών και των στρατιωτικών δυνάμεων που σταθμεύουν εκεί όσο και των θαλάσσιων οδών διέλευσης από τα Στενά Μπαμπ αλ Μαντέμπ.
Ωστόσο, η πόλη Ταΐζ βρίσκεται υπό ασφυκτική πολιορκία από τις δυνάμεις της Ανσαρουλάχ, οι οποίες έχουν αποκόψει την κύρια οδική αρτηρία που συνδέει την Ταΐζ με το Άντεν και έχουν καταλάβει τα γύρω υψώματα.
Ο αποκλεισμός αυτός απειλεί να διακόψει μια ζωτικής σημασίας γραμμή ανεφοδιασμού μεταξύ του Άντεν και των εσωτερικών περιοχών που ελέγχονται από το PLC.
Επιπλέον, η κατάληψη των υψωμάτων της Ταΐζ και των γύρω περιοχών επιτρέπει στην Ανσαρουλάχ να προστατεύει την οδική πρόσβαση προς τη Σαναά, να απειλεί το Άντεν, να ελέγχει τις πεδινές παράκτιες εκτάσεις και να θέτει υπό απειλή τη Μαρίμπ.
Η Μαρίμπ αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, φιλοξενεί τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Υεμένης και συνιστά σύμβολο της αντίστασης κατά της Ανσαρουλάχ.
Τέλος, η γεωγραφική θέση της επαρχίας Ταΐζ, στην καρδιά της χώρας, παρέχει στην Ανσαρουλάχ ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα: της επιτρέπει να μετακινεί ευκολότερα τις δυνάμεις της μέσω εσωτερικών γραμμών επικοινωνίας και να τις αναπτύσσει ταχύτερα σε οποιοδήποτε από τα τρία μέτωπα.
Με τον τρόπο αυτό, η οργάνωση αποκτά μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα να ασκεί πίεση σε πολλαπλές κατευθύνσεις.

Χάρτης του μετώπου της Ταΐζ. Πηγή: Sohail Ahmad
Κατά συνέπεια, χωρίς την εκδίωξη των δυνάμεων της Ανσαρουλάχ από την επαρχία Ταΐζ, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη η προέλαση προς τη Χοντέιντα, η διασφάλιση των εδαφικών κερδών στην ακτογραμμή, η ανακούφιση της στρατιωτικής πίεσης στο Άντεν και τη Μαρίμπ, η προστασία των γραμμών ανεφοδιασμού προς το εσωτερικό της χώρας και η εξαπόλυση χερσαίας επίθεσης εναντίον της Σαναά.
Η αεροπορική υποστήριξη του Ριάντ και των συμμάχων του δεν επαρκεί για την επίτευξη αυτών των στόχων.
Απαιτούνται καλά προετοιμασμένες και συντονισμένες χερσαίες επιχειρήσεις σε πολλαπλά μέτωπα, εναντίον ενός αντιπάλου με μεγάλη πολεμική εμπειρία, υψηλό βαθμό κινητοποίησης, πειθαρχία, εξαιρετική επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, ανθεκτικότητα και ισχυρά οχυρωμένες θέσεις.
Πρόκειται, επιπλέον, για έναν ιδιαίτερα ικανό αντίπαλο, ο οποίος διαθέτει προηγμένες δυνατότητες προσβολής στόχων, συνεκτική δομή διοίκησης και ελέγχου και υψηλό επίπεδο στρατιωτικής επάρκειας.
Οι δυνάμεις του PLC, αντιθέτως, χαρακτηρίζονται από έλλειψη συνοχής και έντονο κατακερματισμό, στερούμενες αυτών των κρίσιμων χαρακτηριστικών.
Αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη πρόκληση για το Ριάντ: εν μέσω ενός πολέμου πλήρους κλίμακας, με ιδιαίτερα υψηλό επιχειρησιακό ρυθμό, να μετασχηματίσει το PLC σε μια αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη, ικανή να αξιοποιήσει πλήρως την αεροπορική υπεροχή της, καθώς και τα πλεονεκτήματά της στην τεχνολογία και τις πληροφορίες.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα.
Το οξύ δίλημμα της σαουδαραβικής οικονομίας
Η Ανσαρουλάχ έχει πλήρη επίγνωση όλων των παραπάνω.
Πέρα από τη διεξαγωγή εντατικών στρατιωτικών επιχειρήσεων σε πολλαπλά μέτωπα εναντίον των δυνάμεων του PLC, η στρατηγική της αποσκοπεί στο να καταφέρει συντριπτικά πλήγματα στα «ζωτικά όργανα» της Σαουδικής Αραβίας, τα οποία αποτελούν ταυτόχρονα και τη ζωτική γραμμή υποστήριξης των δυνάμεων του PLC.
Η οργάνωση στοχοποιεί τους βασικούς πυλώνες της σαουδαραβικής οικονομίας με πρωτοφανή ένταση, συχνότητα και ακρίβεια.
Πλήττει ανελέητα εγκαταστάσεις υδρογονανθράκων, όπως αγωγούς, τερματικούς σταθμούς και κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, επιδιώκοντας να παρεμποδίσει όχι μόνο τις σαουδαραβικές εξαγωγές, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του Βασιλείου και τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και την ίδια την παραγωγή.
Παράλληλα, βομβαρδίζει πολιτικά αεροδρόμια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας, προκαλώντας απώλειες μεταξύ των αμάχων.
Ο σαφής και διακηρυγμένος στόχος της Ανσαρουλάχ είναι η καταστροφή της σαουδαραβικής οικονομίας, μέσω της επιβολής αεροπορικού και ναυτικού αποκλεισμού και της παράλληλης καταστροφής των βασικών οικονομικών της πυλώνων.
Η υφιστάμενη αντιαεροπορική ασπίδα αδυνατεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τις σαουδαραβικές υποδομές, εξαιτίας της γεωμορφολογίας του εδάφους και των προηγμένων τακτικών που εφαρμόζει η Ανσαρουλάχ.
Η Σαναά υλοποιεί πλέον την απειλή που είχε διατυπώσει στις 16 Ιουλίου:
«Αεροδρόμια έναντι αεροδρομίων, λιμάνια έναντι λιμανιών και αποκλεισμός έναντι αποκλεισμού».
Πρόκειται ουσιαστικά για την επιβολή μιας πολιορκίας ως απάντηση στην πολιορκία που έχει επιβάλει το Ριάντ στη Σαναά.
Η Ανσαρουλάχ επιδιώκει να επιτύχει τρεις βασικούς στόχους μέσω αυτής της στρατηγικής.
Πρώτον, να θέσει τη σαουδαραβική ηγεσία ενώπιον ενός οδυνηρού διλήμματος: είτε να προστατεύσει τις κρίσιμες υποδομές της χώρας μέσω ενός πολιτικού συμβιβασμού ή της αναστολής της αεροπορικής υποστήριξης προς το PLC είτε να συνεχίσει, ακόμη και να εντείνει, τη στρατιωτική της προσπάθεια, παρακολουθώντας παράλληλα την οικονομία της να υφίσταται καταστροφικά πλήγματα.
Δεύτερον, να αυξήσει το εσωτερικό πολιτικό κόστος για το Ριάντ και να υπονομεύσει τη νομιμοποίηση της σημερινής σαουδαραβικής ηγεσίας, προκαλώντας ενδεχομένως ακόμη και κοινωνικές αναταραχές.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εφιάλτη για το Βασίλειο, σε περίπτωση εξέγερσης στην Ανατολική Επαρχία της Σαουδικής Αραβίας, όπου κατοικεί σημαντικός σιιτικός πληθυσμός και συγκεντρώνονται μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Τρίτον, να ασκήσει πίεση στις διεθνείς αγορές και στην ήδη ασταθή παγκόσμια οικονομία, ώστε να ενισχυθούν οι πιέσεις προς το Ριάντ για την επίτευξη συμβιβασμού.

Χάρτης των πληγμάτων της Ανσαρουλάχ εναντίον πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Σαουδικής Αραβίας. Πηγή: Sohail Ahmad.
Οι κίνδυνοι για τα μέλη του Συμφώνου της Μέκκας
Οι δύο νέοι σύμμαχοι του Ριάντ κινδυνεύουν να βυθιστούν στο τέλμα της Υεμένης, παρά τις διαβεβαιώσεις τους ότι ο ρόλος τους θα είναι αυστηρά αμυντικός και θα περιορίζεται στη σαουδαραβική επικράτεια.
Ακόμη και αν δεν συμμετάσχουν σε επιθετικές επιχειρήσεις εντός της Υεμένης, ο κίνδυνος παραμένει υψηλός.
Αξιωματούχοι της Ανσαρουλάχ έχουν ήδη δηλώσει ότι τα στρατεύματα του Συμφώνου της Μέκκας που σταθμεύουν στη Σαουδική Αραβία αποτελούν νόμιμους στρατιωτικούς στόχους, ενώ πλοία που συνδέονται με τουρκικά και πακιστανικά συμφέροντα θα αντιμετωπίσουν αποκλεισμό στην Ερυθρά Θάλασσα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αυξήσει το οικονομικό κόστος για τις ήδη δοκιμαζόμενες οικονομίες των δύο χωρών.
Επιπλέον, ένα ενδεχόμενο μαζικών απωλειών μεταξύ των τουρκικών και πακιστανικών στρατευμάτων θα αύξανε κατακόρυφα το εσωτερικό πολιτικό κόστος της εμπλοκής τους, θέτοντας τις κυβερνήσεις τους ενώπιον του διλήμματος εάν θα πρέπει να αναστείλουν τις επιχειρήσεις τους εναντίον της Ανσαρουλάχ.
Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της Ανσαρουλάχ θα επιχειρήσει επίσης να διαδώσει το αφήγημα ότι τα δύο στρατιωτικά ισχυρότερα μουσουλμανικά κράτη δεν απέστειλαν ούτε μία σφαίρα στους Παλαιστίνιους μαχητές, ενώ τώρα επιτίθενται στη μοναδική αραβική δύναμη που τόλμησε να πλήξει το Ισραήλ και να υποστηρίξει τον αγώνα για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Η παρουσίαση της Τουρκίας και του Πακιστάν ως μελών του λεγόμενου «αμερικανοσιωνιστικού άξονα» θα αποτελέσει τον πυρήνα αυτού του αφηγήματος.
Στόχος του θα είναι να υπονομεύσει τον ρόλο και το κύρος του Ριάντ, της Άγκυρας και του Ισλαμαμπάντ ως προστατών της μουσουλμανικής κοινότητας (Ούμμα) και των Ιερών Τόπων του Ισλάμ, παρουσιάζοντας παράλληλα την Ανσαρουλάχ ως θεματοφύλακα του Ισλάμ.
Η επιρροή που θα μπορούσε να ασκήσει αυτό το αφήγημα στην τουρκική και την πακιστανική κοινή γνώμη, αλλά και γενικότερα στους αραβικούς και μουσουλμανικούς πληθυσμούς, δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Η Τουρκία, ωστόσο, ενδέχεται να αντιμετωπίσει ακόμη σοβαρότερες συνέπειες.
Η Ανσαρουλάχ θα μπορούσε να επιχειρήσει να πλήξει τα τουρκικά συμφέροντα στο Κέρας της Αφρικής, ιδιαίτερα στη Σομαλία, και να επιτεθεί σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και μέσα της Άγκυρας, τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα.
Τέτοια πλήγματα θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν είτε άμεσα, μέσω πυραύλων, ναρκών και μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας (USVs), είτε έμμεσα, μέσω τοπικών συνεργατών, όπως η Αλ Σαμπάμπ.
Παράλληλα, τα τουρκικά στρατεύματα στο Ιράκ θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχο επιθέσεων από ιρακινές πολιτοφυλακές.
Το Ιράν, επίσης, δεν αναμένεται να περιορίσει την υποστήριξή του στην Υεμένη.
Θα μπορούσε να πλήξει τα τουρκικά συμφέροντα στη Συρία, ενεργοποιώντας φιλοϊρανικούς πυρήνες και εξοπλίζοντας αντιφρονούντες Σύρους Κούρδους που αντιτίθενται στην εξουσία της Δαμασκού.
Η Τεχεράνη θα μπορούσε ακόμη και να προχωρήσει σε μια μακιαβελικού τύπου συνεργασία με πρώην ορκισμένους εχθρούς της στη Συρία, όπως το Ισλαμικό Κράτος (ISIS), η Αλ Κάιντα και άλλες τζιχαντιστικές οργανώσεις που είναι δυσαρεστημένες με τη διακυβέρνηση του Αλ Σάρα.
Η αποσταθεροποίηση της Συρίας, η οποία αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο γεωπολιτικό επίτευγμα της Τουρκίας από το 1922, θα δημιουργούσε ένα εξαιρετικά σοβαρό δίλημμα ασφαλείας για την Άγκυρα.
Ταυτόχρονα, θα έστελνε ένα σαφές μήνυμα προς τον Αλ Σάρα και κάθε Σύρο πολιτικό παράγοντα σχετικά με τις κόκκινες γραμμές της Τεχεράνης.
Ωστόσο, εάν η τουρκική στρατιωτική δραστηριότητα στην Υεμένη ενταθεί ή οι σχέσεις με την Τεχεράνη επιδεινωθούν περαιτέρω, τα ιρανικά αντίποινα θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον στόχων εντός της ίδιας της Τουρκίας.
Σύμφωνα με τον Χασίμ Τεκινές (Hashim Tekines), πολιτικό αναλυτή του Ινστιτούτου Διπλωματίας και Οικονομίας (The Institute for Diplomacy and Economy), το Ιράν διαθέτει αρκετές επιλογές αντιποίνων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η στοχοποίηση της αμερικανικής αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ και του νατοϊκού ραντάρ στη Μαλάτια, καθώς και η διακοπή της παροχής φυσικού αερίου προς την Τουρκία από το Ιράν, η οποία καλύπτει το 13% των τουρκικών εισαγωγών φυσικού αερίου.
Δεν θα πρέπει επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο δολιοφθοράς στον πετρελαιαγωγό Μπακού–Τσεϊχάν, μέσω του οποίου μεταφέρονται 600.000 βαρέλια πετρελαίου.
Ο αγωγός αποτελεί ζωτικής σημασίας ενεργειακή αρτηρία για την ισραηλινή οικονομία και τον στρατιωτικό της μηχανισμό, γεγονός που τον καθιστά «ελκυστικό» στόχο.
Το δίλημμα των Ηνωμένων Πολιτειών
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν παραμείνει εκτός του πολέμου στην Υεμένη μετά την αποτυχημένη αεροπορική εκστρατεία τους το 2025, έχοντας παράλληλα εξασφαλίσει ασυλία από επιθέσεις για τον δικό τους εμπορικό στόλο.
Παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις της Σαουδικής Αραβίας για αεροπορική υποστήριξη κατά τη στρατιωτική κατάρρευση του Σεπτεμβρίου, η Ουάσιγκτον αποφάσισε να περιορίσει τη συνδρομή της στην παροχή υλικοτεχνικής υποστήριξης και πληροφοριών.
Τα πρόσφατα καταστροφικά πλήγματα εναντίον σαουδαραβικών αεροδρομίων και πετρελαϊκών εγκαταστάσεων έχουν εντείνει τις πιέσεις για άμεση αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή.
Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή συνεπάγεται σοβαρά προβλήματα για τις ΗΠΑ.
Η παρατεταμένη αμερικανική υποστήριξη με άμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως αεροπορικά πλήγματα, επιβολή ναυτικού αποκλεισμού και ανάπτυξη συστημάτων αναχαίτισης, θα επιδείνωνε την ήδη υφιστάμενη έλλειψη αποθεμάτων προηγμένων πυραυλικών συστημάτων.
Επιπλέον, θα ενέπλεκε την αμερικανική Πολεμική Αεροπορία σε μια σύγκρουση αμφίβολης αποτελεσματικότητας, θα αύξανε το οικονομικό κόστος και θα επιβάρυνε περαιτέρω το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό, το οποίο βρίσκεται ήδη υπό έντονη πίεση λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Στο ενδεχόμενο επανέναρξης των στρατιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ, με πιθανή συμμετοχή του Ισραήλ, οι κίνδυνοι θα ήταν ακόμη μεγαλύτεροι.
Μια νέα αναμέτρηση αναμένεται να είναι πιο αιματηρή και εντονότερη από την προηγούμενη, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις θα βρίσκονταν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση: κατακερματισμένες, υπερφορτωμένες και περισσότερο εκτεθειμένες σε δύο ταυτόχρονα μέτωπα, με ανεπαρκή υλικοτεχνική υποστήριξη, ιδίως όσον αφορά τα προηγμένα πυραυλικά συστήματα.
Επιπροσθέτως, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Αφρική, και συγκεκριμένα στο Τζιμπουτί, θα ήταν επίσης εκτεθειμένη στις δυνατότητες εναέριων πληγμάτων της Ανσαρουλάχ.
Η πιθανή εμπλοκή της Αιγύπτου ξυπνά εφιάλτες του παρελθόντος, όπως η συμμετοχή του Καΐρου στον Εμφύλιο Πόλεμο της Βόρειας Υεμένης (1962–1970), τον αποκαλούμενο «αιγυπτιακό πόλεμο του Βιετνάμ», με 50.000 απώλειες.
Επιπλέον, παρότι η αιγυπτιακή εμπλοκή δηλώνεται ότι θα έχει αποκλειστικά αμυντικό χαρακτήρα και θα περιορίζεται στη σαουδαραβική επικράτεια, αυτό δεν εγγυάται ότι οι αιγυπτιακές δυνάμεις δεν θα αποτελέσουν στόχο επιθέσεων.
Θα μπορούσαν επίσης να στοχοποιηθούν πολιτικές υποδομές της Αιγύπτου, όπως ο πετρελαιαγωγός SUMED και οι συναφείς ενεργειακές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των τερματικών σταθμών και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης καυσίμων.
Η επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος τον Ιούλιο, η οποία προκάλεσε ζημιές σε δύο πετρελαιοφόρα στο αιγυπτιακό λιμάνι της Νταμιέτης, αποτελεί σοβαρή προειδοποίηση για τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης επέκτασης του πολέμου, παρότι η Σαναά δεν έχει αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση.
Παράλληλα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπα με την επανέναρξη των επιθέσεων της Ανσαρουλάχ εναντίον των ενεργειακών, εφοδιαστικών και οικονομικών υποδομών τους.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στην οικονομία των Εμιράτων, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο άμεσης ιρανικής στρατιωτικής δράσης εναντίον τους.
Τέλος, μολονότι οι δύο ευρωπαϊκές δυνάμεις, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, υποστηρίζουν αμυντικά το Ριάντ, αμφότερες θεωρούν ότι η μόνη ρεαλιστική λύση στη σύγκρουση πρέπει να είναι πολιτική και όχι στρατιωτική.
Για τον λόγο αυτό, επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή, επιδιώκοντας να αποφύγουν οποιαδήποτε άμεση αντιπαράθεση με το Ιράν.

Συμπεράσματα
Μια περιφερειακή και διεθνής συμμαχία εναντίον της Ανσαρουλάχ φαίνεται να διαμορφώνεται.
Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την αποτυχία των προηγούμενων αεροπορικών εκστρατειών, καθώς και τους συνεχιζόμενους πολέμους Ρωσίας–Ουκρανίας και ΗΠΑ–Ιράν, η Σαναά μπορεί εύλογα να εκτιμά ότι δεν υπάρχει ούτε η πολιτική βούληση ούτε η στρατιωτική δυνατότητα για τη διεξαγωγή ενός παρατεταμένου πολέμου εναντίον της.
Η Ανσαρουλάχ αναμένεται να μην αποδεχθεί τίποτα λιγότερο από την άρση του σαουδαραβικού αποκλεισμού, την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων και κάποια μορφή πολιτικής αναγνώρισης του νόμιμου πρωταγωνιστικού της ρόλου στην πολιτική ζωή της Υεμένης.
Το Ριάντ βρίσκεται πλέον μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης: καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην πολιτική ήττα και τον συμβιβασμό, από τη μία πλευρά, και στη στρατιωτική κλιμάκωση, με κίνδυνο την καταστροφή των θεμελίων της οικονομικής του επιβίωσης, από την άλλη.
Σε τελική ανάλυση, το κλειδί για τη μεταβολή των συσχετισμών ισχύος προς όφελος του Ριάντ βρίσκεται στον μετασχηματισμό του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας (PLC) σε έναν συνεκτικό, αποτελεσματικό και συντονισμένο πολιτικό και στρατιωτικό μηχανισμό.


