του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Στον σκληρό κόσμο της διεθνούς πολιτικής δεν υπάρχουν συναισθήματα. Επικρατούν μόνο τα στενά και ψυχρά συμφέροντα, μια θεμελιώδη αλήθεια που στην Ελλάδα συχνά προσποιούμαστε ότι αγνοούμε, αναζητώντας αιώνιους φίλους και σταθερά στηρίγματα στην Ανατολική Μεσογείο. Όμως η περίπτωση της Αιγύπτου ξεπερνά τα όρια της συνηθισμένης διπλωματικής ευελιξίας. Οποιαδήποτε κρίσιμη εθνική συμφωνία βασίζεται στην προσδοκία ότι το Κάιρο θα αποτελέσει έναν μακροπρόθεσμο και αξιόπιστο σύμμαχο είναι εξαρχής επίφοβη και επικίνδυνα ατελής.
Αυτή η διαπίστωση δεν πηγάζει από κάποιο φοβικό σύνδρομο, αλλά από τη συμπεριφορά της Αιγύπτου μέσα στον χρόνο. Η χώρα αυτή διακρίνεται διαχρονικά από μια φυσική ικανότητα να αλλάζει στρατόπεδο μόλις αλλάξουν τα συμφέροντά της. Το είδαμε καθαρά στη δεκαετία του ’70, όταν ο Ανουάρ Σαντάτ ακύρωσε ξαφνικά τη στενή συμμαχία με τη Ρωσία για να τα βρει με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Το ζήσαμε όμως και εμείς οι ίδιοι με τρόπο επώδυνο, καθώς παρά τη στήριξη που έδωσε η Αθήνα στο Κάιρο στην Κρίση του Σουέζ το 1956, η αιγυπτιακή ηγεσία λίγα χρόνια αργότερα προχώρησε σε μέτρα που οδήγησαν στον ουσιαστικό διωγμό και την οικονομική καταστροφή των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας.
Η ίδια τακτική φαίνεται καθαρά και στις μέρες μας. Όσοι πανηγύρισαν για τη μερική οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών μεταξύ Ελλάδας και Αίγυπτου το 2020, επέλεξαν να προσπεράσουν μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια. Το Κάιρο αρνήθηκε κατηγορηματικά να επεκτείνει τη συμφωνία ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, αφήνοντας εκτός το σύμπλεγμα του Καστελλόριζου και τμήμα της Ρόδου. Δεν επρόκειτο για κάποια τεχνική δυσκολία αλλά για μια υπολογισμένη κίνηση. Η αιγυπτιακή πλευρά αρνήθηκε να αναγνωρίσει πλήρη δικαιώματα στα ελληνικά νησιά, κρατώντας την περιοχή αυτή ως αντάλλαγμα για τη στιγμή που θα καθόταν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία.
Η ταχύτητα με την οποία οι Αιγύπτιοι αξιωματούχοι πέρασαν από τις σκληρές δηλώσεις κατά της Τουρκίας στις θερμές αγκαλιές και τις συμφωνίες συνεργασίας με τον Ερντογάν απλώς επιβεβαίωσε την πραγματικότητα. Για το Κάιρο, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικοί σύμμαχοι. Ήμασταν απλώς ένα προσωρινό μέσο πίεσης ώστε να αναγκαστεί η Άγκυρα να σταματήσει τη στήριξή της στους Μουσουλμάνους Αδελφούς και να περιορίσει τη δράση της στη Λιβύη. Από τη στιγμή που το Κάιρο πέτυχε αυτούς τους στόχους, η συνεργασία με την Ελλάδα έχασε αυτόματα την αξία της.
Παράλληλα, η Αίγυπτος αντιμετωπίζει μια τεράστια οικονομική κρίση, με έναν πληθυσμό που ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια και μεγάλη ανάγκη για ξένα χρήματα. Αυτό την αναγκάζει να κάνει μια καθαρά εμπορική διπλωματία, όπου όλα αγοράζονται και πουλιούνται. Όταν στο τραπέζι μπαίνουν τουρκικές επενδύσεις δισεκατομμυρίων, αγορές όπλων και κοινά σχέδια για το φυσικό αέριο, καμία υπογραφή με την Αθήνα δεν μπορεί να θεωρείται εξασφαλισμένη. Η Αίγυπτος βλέπει τον εαυτό της ως τη μεγάλη δύναμη της περιοχής που διαπραγματεύεται με όλους και όχι ως έναν δεσμευμένο σύμμαχο της Ελλάδας.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


