του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Μια επιστολή που αποδίδεται στον πρώην Αρχιεπίσκοπο Σινά Δαμιανό περιλαμβάνει μια βαριά καταγγελία. «Δυστυχώς η Μονή “πουλήθηκε” από την Ελληνική Κυβέρνηση στην Αιγυπτιακή», αναφέρεται στο κείμενο που δημοσιοποίησε ο Παύλος Πολάκης. Πρόκειται για ευθεία κατηγορία, η οποία δεν μπορεί ούτε να υιοθετηθεί άκριτα, αλλά ούτε να προσπεραστεί.
Πριν από όλα, χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε τι γνωρίζουμε. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο εκπρόσωπος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ανέφερε ότι η επιστολή δεν συζητήθηκε, καθώς δεν υπήρχαν επαρκή εχέγγυα γνησιότητάς της. Συνεργάτες του Δαμιανού, ωστόσο, επιβεβαίωσαν ότι είχε αποσταλεί προσωπική επιστολή προς τον Ιερώνυμο. Αυτό αποτελεί ένδειξη προέλευσης, όχι ανεξάρτητη πιστοποίηση του συγκεκριμένου αντιγράφου. Ούτε φυσικά η καταγγελία περί ξεπουλήματος έχει αποδειχθεί. Η επιφύλαξη αυτή δεν ακυρώνει το ζήτημα που θέτει, αλλά επιβάλλει να εξετάσουμε τα πραγματικά δεδομένα.
Στην επιστολή γίνεται λόγος για αμφισβήτηση δεκαπέντε αιώνων ιστορίας και προσφοράς. Επικαλείται επίσης δημοσίευμα της ιταλικής Corriere della Sera τον Ιούνιο του 2025, στο οποίο αποδίδεται στην Ελλάδα η κατηγορία ότι «πούλησε το παρελθόν της». Διατυπώθηκαν τότε αιχμές για το ενδεχόμενο η υπόθεση της Μονής να εντάσσεται σε ευρύτερες ελληνοαιγυπτιακές διαπραγματεύσεις. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει παρουσιαστεί τεκμήριο που να αποδεικνύει συγκεκριμένο αντάλλαγμα.
Το πιο αιχμηρό σημείο της επιστολής αφορά τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Η προωθούμενη συμφωνία χαρακτηρίζεται «νεοαποικιστική», ενώ διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι ούτε ο ίδιος έχει διαβάσει το περιεχόμενό της. Οι μοναχοί που αρνούνται να υπογράψουν παρουσιάζονται ως άνθρωποι που έχουν δίκιο να αντιστέκονται και όχι ως εμπόδιο που πρέπει να παραμεριστεί για να κλείσει η εκκρεμότητα.
Η επίκληση της υστεροφημίας και η προειδοποίηση να μη μείνει η Εκκλησία της Ελλάδος στην ιστορία ως συνεργός μιας τέτοιας απώλειας μεταφέρουν τη διαμάχη από το επίπεδο της διαπραγμάτευσης σε εκείνο της ιστορικής ευθύνης. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι ποιος θα δικαιωθεί επικοινωνιακά, αλλά τι ακριβώς προβλέπει η συμφωνία και ποια δικαιώματα διασφαλίζει.
Χρειάζεται, στο σημείο αυτό, να διακρίνουμε τη στάση της Ιεράς Συνόδου από την έγκριση των όρων μιας συμφωνίας. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις του εκπροσώπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αποφασίστηκε η αποστολή επιστολής συμπαράστασης προς τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο Σινά Συμεών, με την ευχή οι προσπάθειές του να αποβούν προς όφελος της Αδελφότητας και της Μονής.
Η Σύνοδος δεν είχε λάβει το κείμενο της συμφωνίας και, συνεπώς, δεν γνώριζε τους όρους του…
Παράλληλα, ο Ιερώνυμος διέψευσε ότι στηρίζει τη συγκεκριμένη συμφωνία. Όπως διευκρινίστηκε, το μέλλον της Μονής αφορά πρωτίστως την ίδια την Αδελφότητα. Άλλο, λοιπόν, η συμπαράσταση στον Συμεών και άλλο η έγκριση μιας συγκεκριμένης διευθέτησης. Η σύγχυση των δύο δημιουργεί εντυπώσεις που δεν στηρίζονται στα διαθέσιμα στοιχεία.
Ας αφήσουμε, όμως, τις επιστολές και τις δηλώσεις. Υπάρχει ένας πραγματικός λόγος ανησυχίας, ο οποίος δεν εξαρτάται από το ποιος υποστηρίζει τι.
Η αιγυπτιακή οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Egyptian Initiative for Personal Rights εξέτασε την απόφαση του Εφετείου Ισμαηλίας της 28ης Μαΐου 2025, η οποία αφορούσε 71 επίδικα ακίνητα. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, το δικαστήριο δεν αναγνώρισε την κυριότητα της Αρχιεπισκοπής επί των επίδικων εκτάσεων. Για ορισμένους χώρους αναγνώρισε μορφές θρησκευτικής κατοχής, ενώ για άλλες εκτάσεις διέταξε την αποβολή και την παράδοσή τους μαζί με εγκαταστάσεις και φυτεύσεις.
Η διάκριση είναι ουσιώδης. Μπορεί να διατηρείται η δυνατότητα τέλεσης της λατρείας χωρίς να αναγνωρίζεται η ιδιοκτησία. Μπορεί οι ακολουθίες να συνεχίζονται, ενώ η μοναστική κοινότητα χάνει εκτάσεις και πόρους που στηρίζουν την καθημερινή ζωή της.
Η Μονή Σινά δεν είναι μόνο ένας ναός που ανοίγει για τους προσκυνητές και τους επισκέπτες, αλλά είναι μια ζωντανή κοινότητα, η περιουσία της, οι χώροι που χρησιμοποιεί, τα αρχεία και τα κειμήλιά της, η δυνατότητα να διοικείται και να συνεχίζει απρόσκοπτα την αποστολή της. Η προστασία του θρησκευτικού χαρακτήρα δεν ταυτίζεται με την προστασία της ιδιοκτησίας και της αυτονομίας της.
Η αιγυπτιακή Προεδρία έχει δεσμευτεί για τη διατήρηση του ιδιαίτερου και ιερού θρησκευτικού καθεστώτος της Μονής. Η δημόσια αυτή δέσμευση, όμως, δεν ισοδυναμεί από μόνη της με αναγνώριση της κυριότητας στα επίδικα ακίνητα.
Υπάρχει, μάλιστα, ένα στοιχείο που καθιστά αναγκαία τη σύγκριση. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής τον Μάιο του 2025, προηγούμενο σχέδιο συμφωνίας προέβλεπε αναγνώριση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας της Μονής και αυτονομία στη διαχείριση των εσωτερικών, διοικητικών και θρησκευτικών υποθέσεών της. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι ίδιες εγγυήσεις διατηρούνται στη σημερινή διευθέτηση. Χωρίς το πλήρες κείμενό της, δεν μπορούμε να αποφανθούμε ότι εγκαταλείφθηκαν. Μπορούμε, όμως, να απαιτήσουμε να γνωστοποιηθούν.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Η καταγγελία περί ξεπουλήματος δεν αποδεικνύεται μόνο από την ύπαρξη μιας δικαστικής απόφασης ούτε από τις αντιδράσεις του Δαμιανού. Αντίστοιχα, η επίκληση της προστασίας της λατρείας δεν αρκεί για να αποδείξει ότι διασφαλίζεται το σύνολο των δικαιωμάτων της Μονής.
Ούτε, βέβαια, κάθε συμβιβασμός συνιστά παράδοση. Εάν μια συμφωνία μπορεί να προστατεύσει ουσιαστικά την Αδελφότητα από δυσμενέστερες δικαστικές εξελίξεις, τότε οφείλουμε να εξετάσουμε σοβαρά τα οφέλη της. Όποιος απορρίπτει κάθε συμβιβασμό πρέπει επίσης να εξηγήσει ποια ασφαλέστερη λύση προτείνει. Αυτό, όμως, προϋποθέτει γνώση των πραγματικών όρων και όχι διαβεβαιώσεις από τη μία πλευρά ή καταγγελίες από την άλλη.
Στο μεταξύ, μια πολύ πρόσφατη εξέλιξη προσθέτει νέα διάσταση στο διπλωματικό πλαίσιο.
Στις 22 Οκτωβρίου 2026, οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Αιγύπτου, Γιώργος Γεραπετρίτης και Μπαντρ Αμπντελάτι, επικοινώνησαν τηλεφωνικά για τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και τη συνέχιση των συνομιλιών για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Στο επίκεντρο βρίσκεται η προοπτική επέκτασης της ελληνοαιγυπτιακής οριοθέτησης προς ανατολάς, στην κατεύθυνση της Κύπρου, σε μια περίοδο κατά την οποία η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης προσθέτει νέα πίεση στο περιφερειακό περιβάλλον.
Η ανάγκη συνεννόησης με το Κάιρο είναι προφανής. Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να ενισχύσει τη συνεργασία της με την Αίγυπτο και να διαμορφώσει ισχυρότερη νομική και διπλωματική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε κάθε διμερές ζήτημα απομονωμένα από το συνολικό πλαίσιο των σχέσεων των δύο χωρών.
Δεν υπάρχει αποδεδειγμένη σύνδεση ανάμεσα στην υπόθεση της Μονής και στις διαπραγματεύσεις για την ΑΟΖ. Η χρονική συγκυρία, ωστόσο, δικαιολογεί ερωτήματα που η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με διαφάνεια. Ποιο ακριβώς καθεστώς θα κατοχυρωθεί για τη Μονή και την περιουσία της; Ποιες δεσμευτικές εγγυήσεις έχει εξασφαλίσει η Αθήνα; Έχουν εξεταστεί οι συνέπειες της συμφωνίας για τη διοίκηση και τη μακροχρόνια αυτονομία της Αδελφότητας; Γιατί δεν δημοσιοποιούνται οι όροι που θα καθορίσουν το μέλλον ενός από τα σημαντικότερα ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία του ελληνισμού;
Η ΑΟΖ αποτελεί ζήτημα εθνικού συμφέροντος. Η Μονή Σινά αποτελεί ζήτημα ιστορίας, πίστης, περιουσίας και θεσμικής συνέχειας. Δεν έχουμε στοιχεία, ούτε φανταζόμαστε, ότι το ένα ανταλλάσσεται με το άλλο. Έχουμε, όμως, κάθε λόγο να απαιτούμε αποδείξεις ότι και τα δύο προστατεύονται με σαφείς και δεσμευτικές εγγυήσεις.
Η διαφάνεια δεν είναι εχθρός της διπλωματίας, αλλά προϋπόθεση για να διακρίνουμε έναν αναγκαίο συμβιβασμό από μια αδικαιολόγητη υποχώρηση. Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει στις καταγγελίες με στοιχεία και να παρουσιάσει τους όρους της διευθέτησης. Η εκκλησιαστική ηγεσία να ξεκαθαρίσει τι γνωρίζει και τι στηρίζει, και όσοι αντιδρούν να τεκμηριώσουν τι ακριβώς απορρίπτουν και ποια εναλλακτική λύση προτείνουν.
Μέχρι τότε, ας μη βιαζόμαστε να πανηγυρίσουμε. Αν τελικά οι μοναχοί εξασφαλίσουν μόνο την άδεια να παραμένουν εκεί όπου επί αιώνες ζούσαν, θα χρειαστεί μεγάλη επικοινωνιακή τέχνη για να παρουσιαστεί αυτό ως θρίαμβος.
Οι καμπάνες μπορεί να συνεχίσουν να χτυπούν. Ας μη μας ζητήσουν να χτυπάμε κι εμείς παλαμάκια.
……
Η επιστολή που δημοσιοποιήθηκε από τον Παύλο Πολάκη και αποδίδεται στον πρώην Αρχιεπίσκοπο Σινά Δαμιανό. Σύμφωνα με τα Παραπολιτικά, συνεργάτες του επιβεβαίωσαν την αποστολή προσωπικής επιστολής προς τον Ιερώνυμο, ενώ ο εκπρόσωπος της ΔΙΣ δήλωσε ότι δεν υπήρχαν εχέγγυα γνησιότητάς της. Το συγκεκριμένο αντίγραφο αναδημοσιεύεται με αυτή την επιφύλαξη, χωρίς ανεξάρτητη πιστοποίηση της γνησιότητάς του.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.