Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, η τουρκική διεκδίκηση και η εξωτερική πολιτική των διαρκών συμβιβασμών
Η υπόθεση του υποθαλάσσιου καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου αποκαλύπτει ένα από τα πιο κρίσιμα προβλήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: την τάση να αντιμετωπίζεται κάθε σοβαρή διεκδίκηση εθνικών δικαιωμάτων μέσα από το δίλημμα «υποχώρηση ή πόλεμος».
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται να ζητήσει άδεια από την Τουρκία για τις έρευνες και την πόντιση του καλωδίου. Η Άγκυρα, αντιθέτως, επιμένει ότι στις θαλάσσιες περιοχές που θεωρεί δικής της αρμοδιότητας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καμία δραστηριότητα χωρίς τη συγκατάθεσή της.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις αναζητείται, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, μια φόρμουλα συνεννόησης.
Η Ελλάδα θα μπορεί να δηλώνει ότι απλώς ενημέρωσε την Τουρκία. Και η Τουρκία θα μπορεί να υποστηρίζει ότι ενημερώθηκε επειδή η συγκατάθεσή της ήταν απαραίτητη.
Δύο διαφορετικές πολιτικές ερμηνείες για την ίδια διαδικασία. Και ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος τελικά θα έχει επιβάλει τη δική του αντίληψη για τις αρμοδιότητες στην Ανατολική Μεσόγειο;
Το πρόβλημα δεν είναι η ενημέρωση. Είναι το προηγούμενο.

Η ενημέρωση ενός γειτονικού κράτους για τεχνικές εργασίες στη θάλασσα δεν συνιστά από μόνη της παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Υπάρχουν κανόνες ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, διαδικασίες συντονισμού και πρακτικές που μπορούν να αποτρέψουν ατυχήματα και επικίνδυνες εντάσεις.
Όμως άλλο η ενημέρωση και άλλο η αναγνώριση δικαιώματος έγκρισης.
Η Τουρκία δεν ενδιαφέρεται μόνο να πληροφορηθεί πότε και πού θα κινηθεί ένα ερευνητικό πλοίο. Επιδιώκει να κατοχυρώσει διεθνώς την αντίληψη ότι σε συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές αποτελεί απαραίτητο συνομιλητή και ότι καμία δραστηριότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αγνοώντας τις αξιώσεις της.
Αν μια διαδικασία ενημέρωσης παρουσιαστεί συστηματικά από την Άγκυρα ως διαδικασία συγκατάθεσης, δημιουργείται ένας πολιτικός κίνδυνος.
Η ελληνική πλευρά μπορεί να επιμένει ότι δεν παραχώρησε τίποτε. Η τουρκική πλευρά μπορεί να διακηρύσσει ότι τίποτε δεν πραγματοποιείται χωρίς αυτήν.
Το κρίσιμο τότε δεν είναι μόνο τι θα πουν οι δύο κυβερνήσεις. Είναι ποια πρακτική θα παγιωθεί και πώς θα επηρεάσει τις επόμενες δραστηριότητες στην περιοχή.
Μπορείς να μη ζητήσεις άδεια και παρ’ όλα αυτά να δημιουργήσεις εξάρτηση
Εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.
Μια κυβέρνηση μπορεί να δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν αναγνωρίζει δικαίωμα έγκρισης στην Τουρκία. Αν όμως στην πράξη κάθε ελληνική δραστηριότητα πρέπει προηγουμένως να περιμένει μια μορφή τουρκικής αποδοχής, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό ερώτημα για την πραγματική ελευθερία δράσης της χώρας.
Δεν χρειάζεται να υπάρχει υπογεγραμμένη συμφωνία παραχώρησης.
Μερικές φορές οι πολιτικές εξαρτήσεις διαμορφώνονται μέσα από επαναλαμβανόμενες πρακτικές, αναβολές και άτυπες συνεννοήσεις.
Αυτό ακριβώς πρέπει να αποτραπεί.
Και γι’ αυτό η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει όχι μόνο αν θα ζητηθεί τυπικά τουρκική άδεια, αλλά και αν οι εργασίες θα προχωρήσουν ανεξάρτητα από την πολιτική αποδοχή της Άγκυρας.
Διότι η άσκηση ενός δικαιώματος που εξαρτάται κάθε φορά από τη συναίνεση εκείνου που το αμφισβητεί κινδυνεύει να μετατραπεί σε δικαίωμα υπό διαρκή αίρεση.
Ο εκβιασμός του διλήμματος: υποχώρηση ή πόλεμος
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ελληνικής πολιτικής συζήτησης είναι η ευκολία με την οποία κάθε απαίτηση για πιο αποφασιστική διπλωματική στάση αντιμετωπίζεται σαν πρόσκληση σε πολεμική σύγκρουση.
Λες ότι δεν πρέπει να αναγνωριστούν τουρκικές αξιώσεις;
Σου απαντούν ότι δεν πρέπει να οδηγηθούμε σε πόλεμο.
Ζητάς να υλοποιηθεί ένα έργο ευρωπαϊκής στρατηγικής σημασίας;
Σου υπενθυμίζουν τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου.
Αμφισβητείς μια ατέρμονη διαδικασία συνεννοήσεων;
Σου παρουσιάζουν την κυβερνητική αυτοσυγκράτηση ως τη μοναδική υπεύθυνη επιλογή.
Πρόκειται για έναν εξαιρετικά περιοριστικό τρόπο σκέψης.
Η διεθνής πολιτική δεν εξαντλείται σε δύο επιλογές: ή υποχωρείς ή πολεμάς.
Υπάρχει η διπλωματία που δημιουργεί συμμαχίες. Υπάρχει η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών θεσμών. Υπάρχει η διεθνοποίηση των παράνομων διεκδικήσεων. Υπάρχει η αποτρεπτική ισχύς, όχι ως προετοιμασία πολέμου αλλά ως παράγοντας αποφυγής του. Υπάρχει η επιχειρησιακή προετοιμασία και η σταδιακή, αποφασιστική άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.
Όλα αυτά απαιτούν πολιτική βούληση, σχεδιασμό και ανάληψη ευθύνης.
Η αποφυγή του πολέμου είναι αυτονόητος εθνικός στόχος. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί τη μόνιμη απάντηση σε κάθε ερώτημα για το αν η χώρα ασκεί αποτελεσματικά τα δικαιώματά της.
Η πολιτική διαχείριση του φόβου

Υπάρχει και μια εσωτερική πολιτική διάσταση.
Η επίκληση του κινδύνου πολέμου μπορεί να λειτουργήσει ως ιδιαίτερα αποτελεσματικό επιχείρημα για την υπεράσπιση οποιουδήποτε συμβιβασμού.
Αρκεί η κυβέρνηση να υποστηρίξει ότι μια συνεννόηση απέτρεψε την κλιμάκωση.
Αλλά αυτό δεν απαντά σε όλα τα ερωτήματα.
Ποιο ήταν το περιεχόμενο της συνεννόησης; Τι αποδέχθηκε κάθε πλευρά; Δημιουργήθηκαν προηγούμενα; Θα μπορεί η Ελλάδα να κινηθεί με τον ίδιο τρόπο και στο μέλλον χωρίς να εξαρτάται από τουρκικές αντιδράσεις;
Μια πολιτική μπορεί να αποτρέπει προσωρινά την ένταση και ταυτόχρονα να δημιουργεί δυσμενέστερες συνθήκες για το μέλλον.
Η επιτυχία μιας εξωτερικής πολιτικής δεν πρέπει συνεπώς να μετριέται αποκλειστικά από την απουσία πολεμικής σύγκρουσης.
Πρέπει να μετριέται και από τη δυνατότητα της χώρας να ασκεί τα δικαιώματά της χωρίς αυτά να καθίστανται αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης.
Η εκλογική κυριαρχία δεν αποτελεί πιστοποιητικό ορθής πολιτικής
Υπάρχει τέλος ένα ζήτημα που ξεπερνά την εξωτερική πολιτική.
Μια κυβέρνηση με ισχυρή κοινοβουλευτική θέση μπορεί να αναπτύξει την πεποίθηση ότι οι επιλογές της δεν χρειάζονται ουσιαστική δημόσια λογοδοσία.
Η πολιτική κυριαρχία μπορεί να δημιουργήσει μια αίσθηση αυτάρκειας. Ότι οι δύσκολες αποφάσεις μπορούν να λαμβάνονται σε κλειστούς κύκλους και κατόπιν να παρουσιάζονται στην κοινωνία ως μονόδρομος.
Όταν αυτή η νοοτροπία συνδυάζεται με ευρύτερα ζητήματα διαφάνειας, πελατειακών σχέσεων και εμπιστοσύνης στους θεσμούς, το πρόβλημα γίνεται σοβαρότερο.
Η εκλογική επιτυχία δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγεί τις πράξεις της.
Ούτε μπορεί η διατήρηση της εξουσίας να θεωρείται απόδειξη ότι μια εξωτερική πολιτική είναι αποτελεσματική.
Οι κυβερνήσεις δεν κρίνονται μόνο από το αν κερδίζουν εκλογές, αλλά και από το τι αφήνουν πίσω τους.
Και στην εξωτερική πολιτική, όσα αφήνουν πίσω τους μπορεί να δεσμεύουν τη χώρα για δεκαετίες.

Η πραγματική δοκιμασία για την κυβέρνηση Μητσοτάκη
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου δεν είναι ένα δευτερεύον τεχνικό έργο. Είναι μια στρατηγική ενεργειακή υποδομή που αφορά την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η υλοποίησή του αποτελεί επομένως και δοκιμασία της ικανότητας της Αθήνας να μετατρέπει τις διεθνείς συμμαχίες, τα νομικά της επιχειρήματα και την πολιτική της επιρροή σε συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του χρειάζεται να αποδείξουν ότι μπορούν να υπερασπίζονται τα ελληνικά δικαιώματα χωρίς να επιτρέπουν στην Τουρκία να αποκτά, μέσα από άτυπες διαδικασίες, δυνατότητα παρέμβασης στην άσκησή τους.
Εάν το καλώδιο προχωρήσει με σαφείς ελληνικές και κυπριακές αδειοδοτήσεις, χωρίς τουρκική έγκριση και χωρίς αναγνώριση των τουρκικών αξιώσεων, αυτό θα είναι ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Εάν, αντιθέτως, οι εργασίες εξαρτηθούν στην πράξη από το αν η Άγκυρα αποφασίσει να τις ανεχθεί, τότε οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί μη παραχώρησης δικαιωμάτων θα χρειάζονται πολύ πιο πειστικές εξηγήσεις.
Η ειρήνη είναι πολύτιμη. Αλλά η ειρήνη δεν πρέπει να συγχέεται με τη διαρκή αποφυγή άσκησης νόμιμων δικαιωμάτων.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε πολεμικές ιαχές ούτε διπλωματικές υπεκφυγές.
Χρειάζεται εξωτερική πολιτική με σαφείς στόχους, συνέπεια, αποτρεπτική αξιοπιστία και δημοκρατική λογοδοσία.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Αθήνα θα καταφέρει να παρουσιάσει μια συνεννόηση ως επιτυχία.
Είναι αν, μετά τη συνεννόηση, η Ελλάδα θα μπορεί να κάνει όσα δικαιούται χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να περιμένει τη βούληση της Τουρκίας.
Και αυτή είναι μια απάντηση που δεν μπορεί να δοθεί με επικοινωνιακούς χειρισμούς. Θα δοθεί μόνο με πράξεις.


