Το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου 1912, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, η Θεσσαλονίκη άλλαζε σελίδα. Έπειτα από σχεδόν πέντε αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας, ο διοικητής της, Χασάν Ταχσίν πασάς, αποδεχόταν την παράδοση της πόλης στον Eλληνικό Στρατό.
Πίσω από την υπογραφή του πρωτοκόλλου βρίσκονταν εβδομάδες πολεμικών επιχειρήσεων, δύσκολες αποφάσεις και διαπραγματεύσεις που εξελίχθηκαν υπό ασφυκτική χρονική πίεση. Η Θεσσαλονίκη αποτελούσε πλέον το επίκεντρο ενός ανταγωνισμού στον οποίο οι σύμμαχοι απέναντι στους Οθωμανούς είχαν διαφορετικές επιδιώξεις.
Η απελευθέρωσή της δεν ήταν αυτονόητη συνέπεια της ελληνικής προέλασης. Ο βουλγαρικός στρατός πλησίαζε επίσης και η σειρά άφιξης μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά τη μελλοντική διεκδίκηση της πόλης.
Για την ελληνική κυβέρνηση, επομένως, το ζητούμενο ήταν διπλό: να καμφθεί η οθωμανική αντίσταση και να εξασφαλιστεί εγκαίρως ο έλεγχος της Θεσσαλονίκης. Έτσι, η στρατιωτική επιχείρηση απέκτησε ταυτόχρονα χαρακτήρα αγώνα δρόμου με ιδιαίτερα μεγάλο πολιτικό διακύβευμα.
Η πόλη που διεκδικούσαν οι σύμμαχοι
Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος είχε φέρει την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και το Μαυροβούνιο απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κοινή πολεμική προσπάθεια, ωστόσο, δεν εξάλειφε τις μεταξύ τους αντιθέσεις για την επόμενη ημέρα.
Η Θεσσαλονίκη, με το λιμάνι, τις εμπορικές δραστηριότητες και τη στρατηγική της θέση, αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους στόχους της εκστρατείας.
Ο έλεγχός της θα επηρέαζε την ισορροπία δυνάμεων στη Μακεδονία και ευρύτερα στα Βαλκάνια.
Η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο στις 5 Οκτωβρίου 1912, σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο που χρησιμοποιούσε τότε. Η Στρατιά Θεσσαλίας, υπό τον διάδοχο Κωνσταντίνο, κινήθηκε προς τη Μακεδονία, ενώ άλλες ελληνικές δυνάμεις επιχειρούσαν στην Ήπειρο.
Οι πρώτες επιτυχίες και η διάσπαση της οθωμανικής άμυνας στο Σαραντάπορο άνοιξαν τον δρόμο για την προέλαση. Μαζί τους, όμως, έφεραν και μια κρίσιμη απόφαση: προς ποια κατεύθυνση έπρεπε να κινηθεί ο κύριος όγκος τουστρατού;
Η διαφορετική προτεραιότητα Βενιζέλου και Κωνσταντίνου
Στο ελληνικό στρατηγείο εξεταζόταν η κίνηση προς το Μοναστήρι, με στρατιωτικό σκεπτικό την καταδίωξη και εξουδετέρωση των οθωμανικών δυνάμεων που υποχωρούσαν. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος έδινε προτεραιότητα στη Θεσσαλονίκη, αντιλαμβανόμενος τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης βουλγαρικής κατάληψής της.
Η διαφορετική αυτή προσέγγιση προκάλεσε έντονη επικοινωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην ηγεσία του στρατεύματος. Τα τηλεγραφήματα αποτύπωναν τη σύγκρουση ανάμεσα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και στην ανάγκη επίτευξης ενός άμεσου πολιτικού στόχου.
Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ υποστήριξε επίσης την κατεύθυνση προς τη Θεσσαλονίκη. Τελικά, ο στρατός στράφηκε ανατολικά, με την ταχύτητα να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Η απόφαση αυτή υπήρξε καθοριστική, καθώς οι εξελίξεις στο πεδίο δημιουργούσαν τετελεσμένα που δύσκολα θα ανατρέπονταν αργότερα στις διαπραγματεύσεις. Η Θεσσαλονίκη έπρεπε πρώτα να εξασφαλιστεί στρατιωτικά, ώστε η ελληνική πλευρά να μπορεί να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τη διεκδίκησή της.
Από τα Γιαννιτσά στον Αξιό
Η μάχη των Γιαννιτσών, στις 19 και 20 Οκτωβρίου, αποτέλεσε αποφασιστικό σταθμό. Οι οθωμανικές δυνάμεις επιχείρησαν να ανακόψουν εκεί την ελληνική προέλαση, αλλά η ήττα τους άνοιξε την προσέγγιση προς τη Θεσσαλονίκη.
Παρέμενε, ωστόσο, ένα σοβαρό φυσικό εμπόδιο: ο Αξιός. Οι καταστροφές στις γέφυρες και οι βροχοπτώσεις δυσκόλευαν τη μετακίνηση στρατιωτών, πυροβολικού και εφοδίων, την ώρα που κάθε καθυστέρηση μπορούσε να αποδειχθεί κρίσιμη.
Η διάβαση απαίτησε οργανωτική προσπάθεια και αξιοποίηση πρόχειρων υλικών από την περιοχή. Μέχρι τις 25 Οκτωβρίου μεγάλο μέρος των ελληνικών δυνάμεων είχε περάσει τον ποταμό και το Γενικό Στρατηγείο είχε εγκατασταθεί στην έπαυλη Τοψίν, στη σημερινή Γέφυρα.
Ο στρατός μπορούσε πλέον να προετοιμαστεί για επίθεση εναντίον των οθωμανικών θέσεων. Παράλληλα, άρχιζε η προσπάθεια να επιτευχθεί παράδοση και να αποφευχθεί μάχη για την πόλη.
Οι όροι που απορρίφθηκαν
Ο Χασάν Ταχσίν πασάς αντιμετώπιζε μια δυσμενή στρατιωτική κατάσταση. Με τη μεσολάβηση των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων άρχισαν επαφές με την ελληνική διοίκηση.
Η αρχική οθωμανική πρόταση προέβλεπε να επιτραπεί στον στρατό του να αποσυρθεί με τον οπλισμό του προς την ανατολική πλευρά της Θεσσαλονίκης και να παραμείνει εκεί μέχρι τη λήξη του πολέμου. Για την ελληνική πλευρά, μια τέτοια συμφωνία δεν εξασφάλιζε την πλήρη εξουδετέρωση της αντίπαλης δύναμης.
Ο Κωνσταντίνος απέρριψε την πρόταση και απαίτησε παράδοση του στρατού και κατάθεση των όπλων. Το πρωί της 26ης Οκτωβρίου η οθωμανική πλευρά επανήλθε, ζητώντας να διατηρήσει πέντε χιλιάδες όπλα για την εκπαίδευση νεοσυλλέκτων.
Το αίτημα απορρίφθηκε επίσης και οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν ενώ οι ελληνικές μονάδες προωθούνταν.
Ο χρόνος πίεζε και τις δύο διοικήσεις: η μία έβλεπε την άμυνά της να περισφίγγεται και η άλλη επιδίωκε άμεση ολοκλήρωση της παράδοσης.
Η υπογραφή πριν από τα μεσάνυχτα
Το απόγευμα ο Ταχσίν πασάς γνωστοποίησε ότι αποδεχόταν τις ελληνικές προτάσεις. Ο Κωνσταντίνος διέκοψε την προέλαση και έστειλε αντιπροσώπους για τη σύνταξη του πρωτοκόλλου. Την αποστολή ανέλαβαν ο αντισυνταγματάρχης Βίκτωρ Δούσμανης και ο λοχαγός Ιωάννης Μεταξάς.
Η στρατιωτική πίεση μεταφερόταν πλέον στο τραπέζι της τελικής συμφωνίας, όπου έπρεπε να αποτυπωθούν με σαφήνεια οι υποχρεώσεις της οθωμανικής πλευράς.
Γύρω στις έντεκα το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης. Προέβλεπε την παράδοση της Θεσσαλονίκης στον Ελληνικό Στρατό και τον αφοπλισμό των οθωμανικών δυνάμεων, ενώ οι αξιωματικοί διατηρούσαν τα ξίφη τους υπό συγκεκριμένους όρους.
Την επομένη ρυθμίστηκαν συμπληρωματικά ζητήματα εφαρμογής της συμφωνίας. Η υπογραφή ανήμερα του πολιούχου Αγίου Δημητρίου συνέδεσε οριστικά τη στρατιωτική επέτειο με την ήδη ξεχωριστή ημέρα της πόλης.
Η είσοδος και η ιστορική τομή
Στις 27 Οκτωβρίου ελληνικά τμήματα εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη, ενώ στις 28 ακολούθησε ο Κωνσταντίνος με το επιτελείο του. Ο ελληνικός πληθυσμός υποδέχθηκε τον στρατό με ενθουσιασμό και η ελληνική σημαία υψώθηκε στο Διοικητήριο.
Η παράδοση είχε προηγηθεί της βουλγαρικής άφιξης, εξασφαλίζοντας στην Ελλάδα το καθοριστικό πλεονέκτημα. Ο ανταγωνισμός των συμμάχων, πάντως, παρέμενε ανοιχτός, καθώς ο κοινός πόλεμος δεν είχε επιλύσει το ζήτημα της διανομής των οθωμανικών εδαφών.
Η οριστική κατοχύρωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα συνδέθηκε με τις εξελίξεις του 1913 και τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου.
Η 26η Οκτωβρίου 1912, ωστόσο, παρέμεινε η καθοριστική ημερομηνία της αλλαγής κυριαρχίας.
Η επιτυχία προέκυψε από τον συνδυασμό στρατιωτικών νικών, πολιτικής επιμονής και διαπραγμάτευσης σε συνθήκες αβεβαιότητας.
Εκείνο το βράδυ έκλεισε η οθωμανική περίοδος της Θεσσαλονίκης και διαμορφώθηκε ένα από τα σημαντικότερα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Ο Πολ Κοζιγκιάν (Paul Cozighian) είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος και ανταποκριτής στο Βουκουρέστι για διάφορα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, όπως τα Le Figaro, Radio France, TF1/LCI και TV5-Monde.
24 Οκτωβρίου 2026, 05:16
Αλίνα Μανολάκε (Alina Manolache) – Αρχισυντάκτρια
Πηγή: Cotidianul
romerkur.de
Ο δημοσιογράφος Πολ Κοζιγκιάν μίλησε στην εφημερίδα Cotidianul για τις διαδηλώσεις στη Γαλλία. Οι κινητοποιήσεις αυτές έχουν πυροδοτήσει ένα σπάνιο φαινόμενο: η δυσαρέσκεια, κυρίως των νέων αλλά όχι αποκλειστικά αυτών, έχει οδηγήσει στην ταυτόχρονη ενίσχυση της δημόσιας εικόνας τόσο της ριζοσπαστικής Δεξιάς όσο και της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Πώς εξηγείται αυτό; Γιατί η Γαλλία μοιάζει με καζάνι που βράζει, έτοιμο να εκραγεί;
Προσκαλέσαμε τον δημοσιογράφο Πολ Κοζιγκιάν, έναν βαθύ γνώστη της γαλλικής πραγματικότητας, να παρουσιάσει τη δική του οπτική για τις εικόνες χάους και βίας που όλοι παρακολουθήσαμε τις τελευταίες εβδομάδες.
Cotidianul: Πώς εξηγούνται οι μαζικές διαδηλώσεις στη Γαλλία;
Πολ Κοζιγκιάν:
Οι σημερινές διαδηλώσεις δεν μοιάζουν με τα μεγάλα παραδοσιακά κοινωνικά κινήματα της Γαλλίας.
Το 1995, το 2006, ακόμη και κατά την κρίση των «Κίτρινων Γιλέκων» το 2018, οι κινητοποιήσεις επικεντρώνονταν στην αντίθεση προς μια συγκεκριμένη μεταρρύθμιση ή ένα συγκεκριμένο κυβερνητικό μέτρο.
Σήμερα, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια συσσώρευση πολλαπλών κοινωνικών δυσαρεσκειών: την εκπαίδευση, το κόστος ζωής, το αίσθημα κοινωνικής υποβάθμισης, το δημόσιο χρέος, την πολιτική εκπροσώπηση, το επαγγελματικό μέλλον και την ιδεολογική πόλωση.
Ακριβώς αυτός ο πολυδιάστατος χαρακτήρας των κινητοποιήσεων εξηγεί την εντύπωση ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει από τα συνηθισμένα όρια.
«Ένα μέρος της νέας γενιάς αναπτύσσει μια συνολική αντίληψη για την κοινωνική κρίση»
Πολ Κοζιγκιάν:
Η Γαλλία θεωρούνταν επί μακρόν ένα από τα πλέον ανεπτυγμένα κοινωνικά κράτη της Ευρώπης, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτους πρόνοιας.
Ωστόσο, σήμερα, ένα μέρος της γαλλικής κοινωνίας, και ιδιαίτερα οι νέοι, δεν πιστεύει πλέον ότι οι παραδοσιακοί μηχανισμοί κοινωνικής ανέλιξης λειτουργούν αποτελεσματικά.
Προβλήματα όπως το υπερβολικά αυστηρά ελεγχόμενο σύστημα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, μέσω της πλατφόρμας «Parcoursup», η έλλειψη επαρκούς αριθμού εκπαιδευτικών, η υποβάθμιση των συνθηκών στα λύκεια, καθώς και οι δυσλειτουργίες των δημόσιων υπηρεσιών, αναφέρονται διαρκώς από τους νέους και τους γονείς τους.
Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η διάσταση μεταξύ των γενεών.
Αρκετοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι τα αιτήματα, τα οποία αρχικά αφορούσαν ζητήματα της εκπαίδευσης, επεκτάθηκαν γρήγορα σε πολύ ευρύτερα προβλήματα: το οικονομικό μέλλον, την κλιματική αλλαγή, τη στεγαστική κρίση, την αστυνομική βία, τον πόλεμο στη Γάζα και την άνοδο της Ακροδεξιάς.
Έτσι, ένα μέρος της νέας γενιάς διαμορφώνει μια συνολική αντίληψη για την κοινωνική κρίση, αντί να περιορίζεται σε επιμέρους, κλαδικά αιτήματα.
«Ένα κράτος υπερβολικά ανεκτικό απέναντι στους ταραξίες»
Πολ Κοζιγκιάν:
Ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας είναι η απώλεια εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.
Μαθητές λυκείων, εκπαιδευτικοί, συνδικάτα, ακόμη και εκπρόσωποι της κρατικής διοίκησης, περιγράφουν ένα κράτος που αντιδρά καθυστερημένα και φαίνεται ανίκανο να προβλέψει τα προβλήματα.
Αρκετοί δημόσιοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η έκταση του κινήματος είχε υποτιμηθεί.
Υπάρχουν, ωστόσο, και φωνές που κατηγορούν το κράτος ότι επιδεικνύει υπερβολική ανοχή απέναντι στους ταραξίες, αφήνοντάς τους σκόπιμα να προκαλούν χάος, προκειμένου να αποθαρρύνουν τους διαδηλωτές και να υποβαθμίσουν τα αιτήματά τους.
Για παράδειγμα, μια γυναίκα στη Λυών, ιδιοκτήτρια καταστήματος στο κέντρο της πόλης, διαπίστωσε μέσω των καμερών ασφαλείας ότι το κατάστημά της λεηλατούνταν.
Τηλεφώνησε στην αστυνομία ζητώντας βοήθεια, αλλά η απάντηση που έλαβε ήταν ότι «η αστυνομία είχε λάβει εντολή να μην επέμβει».
(Σύμφωνα με ρεπορτάζ του TF1/LCI.)
«Πολύ πιο ετερόκλητες πορείες διαδηλωτών»
Πολ Κοζιγκιάν:
Υπάρχει επίσης μια νέα πολιτική διάσταση.
Παραδοσιακά, οι μεγάλες κινητοποιήσεις στη Γαλλία οργανώνονταν και ελέγχονταν από τα συνδικάτα ή τα πολιτικά κόμματα.
Σήμερα, όμως, έχουμε να κάνουμε με πολύ πιο ετερόκλητες πορείες, στις οποίες συμμετέχουν μαθητές λυκείων, φοιτητές, συνδικαλιστές, πρώην μέλη του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων», γονείς και πολλές άλλες κοινωνικές ομάδες.
Η απουσία ενός παραδοσιακού οργανωτικού πλαισίου καθιστά το κίνημα δυσκολότερο στην πρόβλεψη και στον έλεγχο.
Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η Γαλλία αντιμετωπίζει ταυτόχρονα ασθενή οικονομική ανάπτυξη και υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα, με ένα δημόσιο χρέος που προκαλεί ανησυχία στις χρηματοπιστωτικές αγορές και με τα επιτόκια να αυξάνονται ραγδαία.
Πολλοί Γάλλοι ζητούν μεγαλύτερη κοινωνική προστασία, ακριβώς τη στιγμή που τα δημοσιονομικά περιθώρια του κράτους περιορίζονται.
«Βαθιά κρίση εμπιστοσύνης»
Πολ Κοζιγκιάν:
Βρισκόμαστε, επομένως, αντιμέτωποι με μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης, η οποία επηρεάζει ταυτόχρονα τους θεσμούς, την οικονομία, την εκπαίδευση, την πολιτική εκπροσώπηση και την ίδια τη λειτουργία του γαλλικού κοινωνικού συμβολαίου.
Cotidianul: Ποιοι παράγοντες προκάλεσαν αυτές τις διαδηλώσεις;
Πολ Κοζιγκιάν:
Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει μια κρίση στην εκπαίδευση. Πολλοί νέοι αισθάνονται ότι το σχολείο δεν εγγυάται πλέον την κοινωνική ανέλιξη.
Στη συνέχεια, υπάρχουν όλα τα προβλήματα που συνδέονται με τον πληθωρισμό και την αγοραστική δύναμη, προβλήματα για τα οποία η κυβέρνηση δεν φαίνεται να βρίσκει λύσεις.
Υπάρχει επίσης ένα ολοένα εντονότερο άγχος σχετικά με το επαγγελματικό μέλλον αυτών των νέων, τη δυνατότητά τους να αποκτήσουν αξιοπρεπή κατοικία και το κατά πόσο θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στις συνθήκες μιας αγοράς εργασίας που φαίνεται να επιδεινώνεται με αρκετά γρήγορους ρυθμούς.
«Βαθιά απώλεια εμπιστοσύνης στους κρατικούς θεσμούς»
Πολ Κοζιγκιάν:
Υπάρχει, επιπλέον, μια βαθιά απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς του κράτους. Και αυτό είναι εξαιρετικά σοβαρό.
Επομένως, αντιμετωπίζουμε πράγματι μια εξαιρετική κατάσταση, η οποία δεν μπορεί να επιλυθεί στο άμεσο μέλλον.
Cotidianul: Πώς είναι σήμερα η ζωή στη Γαλλία, αν τη συγκρίνουμε με τη Ρουμανία;
Πολ Κοζιγκιάν:
Η Γαλλία διέρχεται μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης και κοινωνικής συνοχής, γεγονός που εξηγεί την έκταση των διαδηλώσεων και την εντύπωση ότι η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μια πρωτοφανή συγκυρία.
Ωστόσο, από οικονομική και κοινωνική άποψη, η Γαλλία παραμένει, σε κάθε περίπτωση, μία από τις πιο ευημερούσες ευρωπαϊκές χώρες, με υψηλό επίπεδο κοινωνικής προστασίας, δημόσιων υπηρεσιών και εισοδημάτων.
Διαθέτει επίσης σημαντικές δυνατότητες ανάκαμψης, χάρη στην ισχυρή οικονομία της.
«Η βασική διαφορά από τη Ρουμανία είναι πολιτισμική και ιστορική»
Πολ Κοζιγκιάν:
Το σημερινό πρόβλημα σχετίζεται περισσότερο με την κοινωνική υποβάθμιση και την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς, παρά με μια κατάσταση γενικευμένης φτώχειας.
Η βασική διαφορά από τη Ρουμανία είναι πολιτισμικής και ιστορικής φύσεως.
Έπειτα από δεκαετίες μετάβασης και περιόδους υψηλού πληθωρισμού, πολλοί Ρουμάνοι έχουν αναπτύξει μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής στις οικονομικές δυσκολίες και τείνουν να υπομένουν τα προβλήματα χωρίς μαζικές κινητοποιήσεις.
Στη Γαλλία, αντίθετα, υπάρχει η προσδοκία ότι το κράτος οφείλει να προστατεύει τους πολίτες, το σχολείο να προσφέρει ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης και οι δημόσιες υπηρεσίες να λειτουργούν αποτελεσματικά.
Όταν αυτές οι υποσχέσεις φαίνεται ότι δεν τηρούνται πλέον, η κοινωνική αντίδραση εκδηλώνεται ταχύτερα και με μεγαλύτερη ένταση.
Cotidianul: Πώς θα επηρεάσουν αυτές οι διαδηλώσεις τις επόμενες εκλογές;
Πολ Κοζιγκιάν:
Η βασική πολιτική συνέπεια της κρίσης είναι η αποδυνάμωση της κυβερνητικής εξουσίας και η ενίσχυση των δυνάμεων της αντιπολίτευσης.
«Η κυριότερη ωφελημένη είναι η κυρία Μαρίν Λεπέν»
Πολ Κοζιγκιάν:
Η κυβέρνηση κατηγορείται ότι δεν προέβλεψε σωστά την έκταση των κινητοποιήσεων και ότι αντέδρασε καθυστερημένα στην κοινωνική δυσαρέσκεια.
Επιπλέον, οι οικονομικές δυσκολίες και η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους ενισχύουν την εικόνα μιας κυβέρνησης που βρίσκεται υπό έντονη πίεση.
Η κυριότερη ωφελημένη είναι η κυρία Μαρίν Λεπέν, η υποψήφια της Ακροδεξιάς για τις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους.
Η Λεπέν έχει αυξήσει κατά δύο ακόμη ποσοστιαίες μονάδες το προβάδισμά της στην κατάταξη των διεκδικητών της γαλλικής προεδρίας και, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, εμφανίζεται ως νικήτρια ανεξαρτήτως του αντιπάλου που θα αντιμετωπίσει στον δεύτερο γύρο, ο οποίος έχει προγραμματιστεί για τις 2 Μαΐου 2027.
«Η ριζοσπαστική Αριστερά επωφελείται επίσης από την κατάσταση»
Πολ Κοζιγκιάν:
Τα βίαια επεισόδια και το αίσθημα απώλειας του ελέγχου ενισχύουν τις κεντρικές θέσεις που προβάλλει το κόμμα της, ο Εθνικός Συναγερμός (Rassemblement National – RN), δηλαδή τη δημόσια τάξη, την ασφάλεια και την κρατική εξουσία.
Ωστόσο, η ριζοσπαστική Αριστερά επωφελείται επίσης από την κατάσταση.
Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν και το κόμμα του, Ανυπότακτη Γαλλία (La France Insoumise – LFI), αξιοποιούν πολιτικά τη δυσαρέσκεια των νέων, την κριτική για την εκπαίδευση, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και τις δημόσιες υπηρεσίες, τις οποίες θεωρούν αναποτελεσματικές.
Δύο ημέρες μετά τα βίαια επεισόδια της 17ης Οκτωβρίου, η εφημερίδα Le Figaro δημοσίευσε δημοσκόπηση που τοποθετεί τον Μελανσόν στη δεύτερη θέση των προτιμήσεων του εκλογικού σώματος, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, δηλαδή της κοινωνικής ομάδας που αποτέλεσε την αφετηρία των διαδηλώσεων του τελευταίου μήνα.
«Η κρίση φαίνεται να ευνοεί ταυτόχρονα δύο αντίπαλα στρατόπεδα»
Πολ Κοζιγκιάν:
Η μεγάλη καινοτομία, ωστόσο, είναι η πολιτική πόλωση.
Η κρίση φαίνεται να ευνοεί ταυτόχρονα δύο αντίπαλα στρατόπεδα: το ένα ζητά περισσότερη κρατική εξουσία και τάξη, ενώ το άλλο διεκδικεί μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και περισσότερες δημόσιες επενδύσεις.
Αντίθετα, τα μετριοπαθή κόμματα και ο πολιτικός κεντρώος χώρος βρίσκονται εγκλωβισμένα ανάμεσα σε αυτές τις δύο πιέσεις και αποτελούν, με μεγάλη διαφορά, τους κυριότερους χαμένους της παρούσας συγκυρίας.
Με λίγα λόγια, εάν οι διαδηλώσεις συνεχιστούν, οι εκλογές του 2027 κινδυνεύουν να μετατραπούν όχι τόσο σε μια αντιπαράθεση οικονομικών προγραμμάτων, όσο σε ένα ιδιότυπο δημοψήφισμα για την ικανότητα του κράτους να ανταποκριθεί ταυτόχρονα στο αίτημα για τάξη και στο αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη.
«Κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό Κέντρο»
Cotidianul: Πώς εξηγείται η ταυτόχρονη άνοδος των πολιτικών άκρων;
Πολ Κοζιγκιάν:
Η ταυτόχρονη άνοδος των πολιτικών άκρων αντανακλά, πάνω απ’ όλα, μια κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό Κέντρο και τους παραδοσιακούς θεσμούς.
Αυτό είναι το σημαντικότερο πολιτικό φαινόμενο που ανέδειξε η σημερινή κρίση.
Για σχεδόν δύο δεκαετίες, ο γαλλικός δημόσιος διάλογος κυριαρχούνταν από την άνοδο της Ακροδεξιάς.
Σήμερα, όμως, τόσο η Ακροδεξιά όσο και η ριζοσπαστική Αριστερά ενισχύονται ταυτόχρονα.
«Τα πολιτικά άκρα συμμερίζονται την ίδια διάγνωση»
Πολ Κοζιγκιάν:
Παραδόξως, οι ψηφοφόροι του Εθνικού Συναγερμού (RN) και εκείνοι της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI) συμμερίζονται συχνά την ίδια διάγνωση:
Οι θεσμοί λειτουργούν ολοένα χειρότερα, οι πολιτικές ελίτ έχουν αποκοπεί από την πραγματικότητα, η κοινωνική κινητικότητα έχει μπλοκαριστεί και οι δημόσιες υπηρεσίες υποβαθμίζονται.
Η διαφορά βρίσκεται στην ερμηνεία που δίνει κάθε πολιτικός χώρος.
Για τον Εθνικό Συναγερμό (RN), το βασικό πρόβλημα είναι η απώλεια της κρατικής αυθεντίας, η ανασφάλεια και η αποδυνάμωση του δημόσιου ελέγχου.
Για την Ανυπότακτη Γαλλία (LFI), η κύρια αιτία είναι η κοινωνική αδικία, η διεύρυνση των ανισοτήτων και η ανεπάρκεια των δημόσιων επενδύσεων.
«Η ίδια κρίση προκαλεί αντίθετες πολιτικές αντιδράσεις»
Πολ Κοζιγκιάν:
Ορισμένοι ψηφοφόροι βλέπουν στα βίαια επεισόδια στους δρόμους την απόδειξη ότι απαιτούνται περισσότερη τάξη και ασφάλεια, ενώ άλλοι θεωρούν ότι τα ίδια γεγονότα αποκαλύπτουν ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα.
Όσον αφορά την άνοδο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ικανότητες και στο ρητορικό χάρισμα του Ζαν-Λικ Μελανσόν.
Ο Μελανσόν κατάφερε να προσελκύσει τη νεολαία, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, και το αίτημα για τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, κερδίζοντας με αυτόν τον τρόπο και τη συμπάθεια πολιτών μουσουλμανικής καταγωγής.
Παρά την ομόφωνη στήριξη πέντε Ορθόδοξων Εκκλησιών, η Ελπίδα για τη Δημοκρατία θέτει ζητήματα νομιμότητας και διαφάνειας για τη συμφωνία που προωθεί ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών
Με εξώδικη δήλωση προς την πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία παρεμβαίνει το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, Ελπίδα για τη Δημοκρατία, στη συμφωνία που έχει δρομολογηθεί μεταξύ της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά και του αιγυπτιακού κράτους, ζητώντας τη δημοσιοποίηση του περιεχομένου της και των σχετικών εκκλησιαστικών εγγράφων.
Η παρέμβαση έρχεται την ίδια ημέρα, κατά την οποία ο Αρχιεπίσκοπος Σινά, Φαράν και Ραϊθώ Συμεών ανακοίνωσε την πρόθεσή του να υπογράψει τη συμφωνία, έχοντας εξασφαλίσει την ομόφωνη στήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, καθώς και των Εκκλησιών Ελλάδος και Κύπρου.
Πρόκειται για μια σημαντική εξέλιξη σε μια μακρόχρονη εκκρεμότητα σχετικά με το νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς της ιστορικής Μονής, καθώς η προωθούμενη συμφωνία, σύμφωνα με την ελληνική κυβέρνηση, αποσκοπεί στη διασφάλιση της συνέχειας της μοναστικής ζωής, του θρησκευτικού χαρακτήρα της Μονής και των νόμιμων δικαιωμάτων της.
Ωστόσο, η κυρία Καρυστιανού επιλέγει να παρέμβει με εξώδικο, θέτοντας ερωτήματα για τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συμφωνίας. Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η κίνηση αυτή εκδηλώνεται, ενώ η Σιναϊτική Αδελφότητα και οι κορυφαίοι εκκλησιαστικοί θεσμοί έχουν ήδη εκφράσει τη στήριξή τους στην προωθούμενη διευθέτηση.
Στην ανακοίνωση του Τομέα Δικαιοσύνης του κόμματος της κυρίας Καρυστιανού αναφέρεται ότι το εξώδικο, με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 2026, απευθύνεται στον Αρχιεπίσκοπο Συμεών, στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, στον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, καθώς και στους επικεφαλής των Εκκλησιών που έχουν εκφράσει τη συμπαράστασή τους.
Ειδικότερα, το κόμμα ζητά να δοθεί στη δημοσιότητα το κείμενο της συμφωνίας με την Αίγυπτο, αλλά και τα Πατριαρχικά και Συνοδικά Γράμματα, με τα οποία οι Ορθόδοξες Εκκλησίες παρείχαν την υποστήριξή τους στον Αρχιεπίσκοπο Σινά.
Παράλληλα, ζητά έγγραφη ενημέρωση σχετικά με το εάν υπάρχει απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της Σιναϊτικής Αδελφότητας για την κατάρτιση και υπογραφή της συμφωνίας, επικαλούμενο τον Θεμελιώδη Κανονισμό Λειτουργίας της Μονής του 1971.
Στο εξώδικο γίνεται επίσης αναφορά στην ανάγκη προστασίας της νομικής προσωπικότητας και της ακίνητης περιουσίας της Μονής, καθώς και στην αξιοποίηση κάθε διαθέσιμου νομικού μέσου για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής σε διεθνείς οργανισμούς, με ιδιαίτερη αναφορά στην UNESCO. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών, ωστόσο, έχει αναφέρει ότι οι πέντε Ορθόδοξες Εκκλησίες ενημερώθηκαν λεπτομερώς και απέστειλαν επίσημα Πατριαρχικά και Συνοδικά Γράμματα, τα οποία έχουν καταχωριστεί στο αρχείο της Μονής.
Ολόκληρη η ανακοίνωση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία»
Η ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ αντιδρώντας άμεσα στα σημερινά δημοσιεύματα που περιέχουν τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, κ.κ. Συμεών, του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Υπουργού Εξωτερικών, Γ. Γεραπετρίτη περί επικείμενης συμφωνίας άγνωστου περιεχομένου με το Αιγυπτιακό Κράτος για τα δικαιώματα επί ακινήτων της Ιεράς Μονής, για τα οποία υπάρχει ήδη εκκρεμής δίκη και μάλιστα με τη σύμφωνη γνώμη του Οικουμενικού Πατριάρχη, του Πατριάρχη Ιεροσολύμων, του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και των Αρχιεπισκόπων Αθηνών και Κύπρου, απέστειλε σε όλους τους παραπάνω αυθημερόν την από 24.10.2026 εξώδικη δήλωση που επισυνάπτεται σε link, με την οποία:
1ον] ΤΟΥΣ ΚΑΛΕΣΑΜΕ να δημοσιοποιήσουν:
(α) το κείμενο της συμφωνίας με το Αιγυπτιακό Κράτος, την οποία ο Αρχιεπίσκοπος Σιναίου, κ. Συμεών, δηλώνει με τη σημερινή με αρ. πρωτ. 23/24.10.2026 έγγραφη δήλωσή του ότι θα υπογράψει, oι δε Γεώργιος Γεραπετρίτης, Υπουργός Εξωτερικών και Κυριάκος Μητσοτάκης, Πρωθυπουργός της χώρας, τοποθετούνται ωσάν αυτή να έχει ήδη συναφθεί∙
(β) τα έγγραφα των άνω Πατριαρχών και Αρχιεπισκόπων, με τα οποία παρείχαν τη στήριξη και συμπαράστασή τους προς τον Αρχιεπίσκοπο Σιναίου, για την (επικείμενη) υπογραφή της οικείας «συμφωνίας» με το Αιγυπτιακό Κράτος.
2ον] ΤΟΥΣ ΚΑΛΕΣΑΜΕ να μας ενημερώσουν εγγράφως αν υπάρχει απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της Σιναϊτικής Αδελφότητας για την κατάρτιση και υπογραφή της άνω συμφωνίας, ως απαιτείται από τον Θεμελιώδη Κανονισμό Λειτουργίας της Ιεράς Μονής του Σινά του 1971, και αν ναι, να μας γνωστοποιήσουν το περιεχόμενο αυτής.
3ον] ΤΟΥΣ ΔΗΛΩΣΑΜΕ ΟΤΙ:
Α. ΟΦΕΙΛΟΥΝ να τηρούν απαρεγκλίτως τον Θεμελιώδη Κανονισμό Λειτουργίας της Ιεράς Μονής Σινά, του 1971, σύμφωνα με τον οποίο η Σιναϊτική Αδελφότης αποτελεί την Ανωτάτη Αρχή της Ιεράς Μονής και είναι ανεξάρτητη, αδούλωτη, και αυτοδέσποτη, όσον αφορά άπαντα τα διοικητικής και οικονομικής φύσεως ζητήματα της Ιεράς Μονής Σινά.
Β. ΟΦΕΙΛΟΥΝ να διαφυλάξουν την Ιερά Μονή και τον κρίσιμο ρόλο αυτής στην Ελληνορθόδοξη Παράδοση και να απέχουν από πράξεις ή παραλείψεις, ιδίως στη δικαστική διεκδίκηση δικαιωμάτων της, που οδηγούν στη βλάβη των συμφερόντων της.
Γ. ΟΦΕΙΛΟΥΝ να υπερασπιστούν τη νομική προσωπικότητα της Ιεράς Μονής, τη νομίμως κτηθείσα ακίνητη περιουσία αυτής και να διαφυλάξουν τα έννομα συμφέροντά αυτής, ασκώντας όλα τα νόμιμα δικαιώματά της δικαστικώς και εξωδίκως, προβάλλοντας όλους τους ισχυρισμούς που υποχρεούνται για την προσήκουσα νομική υπεράσπισή της και βέβαια απευθυνόμενοι και ζητώντας τη συνδρομή Διεθνών Οργανισμών, με προεξάρχουσα την UNESCO, που μετά βεβαιότητας θα σπεύσουν και θα στέρξουν για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων διαφύλαξης των συμφερόντων της Ιεράς Μονής.
Τομέας Δικαιοσύνης του Κινήματος ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η θαλάσσια ασφάλεια εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιάς μεταμόρφωσης. Από τα μη επανδρωμένα εναέρια και θαλάσσια συστήματα έως την τεχνητή νοημοσύνη και τις αυτόνομες τεχνολογίες, οι νέες επιχειρησιακές δυνατότητες μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο οι απειλές εντοπίζονται, αξιολογούνται και αντιμετωπίζονται στο θαλάσσιο επιχειρησιακό περιβάλλον. Ωστόσο, τα πρόσφατα περιστατικά στη Μαύρη Θάλασσα έχουν εγείρει ευρύτερα ερωτήματα σχετικά με την ανθεκτικότητα, τη λογοδοσία και την προστασία του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου.
Στη συνέντευξη αυτή, ο Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς εξετάζει το μέλλον της θαλάσσιας ασφάλειας, τον εξελισσόμενο ρόλο της ναυτικής αεροπορίας και την πρόκληση της διατήρησης ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου σε ένα ολοένα πιο σύνθετο επιχειρησιακό περιβάλλον.
Adrian Leonard Mociulschi:
Κύριε Ναύαρχε Τσαϊλά, σας ευχαριστούμε που είστε και πάλι μαζί μας.
Από την οπτική της θαλάσσιας ασφάλειας, ποια είναι τα σημαντικότερα διδάγματα που πρέπει να αντλήσουν οι ναυτικές δυνάμεις, οι ακτοφυλακές και οι φορείς της εμπορικής ναυτιλίας από τα πρόσφατα περιστατικά στη Μαύρη Θάλασσα;
Τι μας αποκαλύπτουν αυτά τα γεγονότα για το μέλλον της προστασίας της εμπορικής ναυτιλίας και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας σε θαλάσσιες περιοχές όπου επικρατούν συνθήκες αντιπαράθεσης;
Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς:
Σας ευχαριστώ που με προσκαλέσατε ξανά. Είναι χαρά μου να συνεχίζουμε αυτή τη σημαντική συζήτηση σχετικά με τις εξελισσόμενες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η θαλάσσια ασφάλεια.
Τα πρόσφατα περιστατικά έχουν καταδείξει ότι η θαλάσσια ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στην παρουσία συμβατικών ναυτικών δυνάμεων.
Τα μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα (UAVs) και τα μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας (USVs) επαναπροσδιορίζουν το περιβάλλον απειλών, καθώς έχουν τη δυνατότητα να θέτουν σε κίνδυνο την εμπορική ναυτιλία, να διαταράσσουν στρατηγικής σημασίας θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας και να επιβάλλουν δυσανάλογα υψηλό κόστος σε όσους έχουν αναλάβει τη διατήρηση της θαλάσσιας ασφάλειας.
Το πρώτο δίδαγμα είναι η καθοριστική σημασία της έγκαιρης προειδοποίησης και της ολοκληρωμένης επίγνωσης της κατάστασης στον θαλάσσιο χώρο (Maritime Domain Awareness).
Τα συστήματα ραντάρ, η δορυφορική επιτήρηση, οι ηλεκτροοπτικοί αισθητήρες, η συλλογή πληροφοριών και οι αναφορές των εμπορικών πλοίων πρέπει να ενσωματώνονται σε μια ενιαία και συνεκτική επιχειρησιακή εικόνα, ικανή να εντοπίζει ύποπτες δραστηριότητες στο πρωιμότερο δυνατό στάδιο.
Τα δεδομένα του Αυτόματου Συστήματος Αναγνώρισης Πλοίων (AIS) μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την προσπάθεια, δεν πρέπει όμως να θεωρούνται αλάνθαστη πηγή πληροφοριών.
Το δεύτερο δίδαγμα είναι ότι η ανθεκτικότητα είναι εξίσου σημαντική με την ικανότητα αναχαίτισης.
Τα εμπορικά πλοία χρειάζονται αξιόπιστες διαδικασίες αναφοράς περιστατικών, κατάλληλα εκπαιδευμένα πληρώματα και πρακτικά σχέδια αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων.
Παράλληλα, οι ναυτικές δυνάμεις, οι ακτοφυλακές, οι λιμενικές αρχές και οι εμπορικοί φορείς πρέπει να διατηρούν στενό συντονισμό και να ανταλλάσσουν πληροφορίες.
Σε τελική ανάλυση, η επιτυχία δεν πρέπει να μετριέται αποκλειστικά με τον αριθμό των απειλών που εξουδετερώνονται.
Πρέπει να αξιολογείται με βάση την ικανότητα προστασίας των ναυτικών, διασφάλισης της απρόσκοπτης ροής του θαλάσσιου εμπορίου και αποτροπής της άσκοπης κλιμάκωσης.
Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν εξαρτάται μόνο από την αποτροπή, αλλά και από την αποτελεσματική άσκηση θαλάσσιου ελέγχου, καθώς και από τη συλλογική ικανότητα να διατηρούνται οι κρίσιμες θαλάσσιες οδοί ασφαλείς, ανοικτές και αξιόπιστες μέσα σε ένα περιβάλλον ολοένα εντονότερης αντιπαράθεσης.
Adrian Leonard Mociulschi:
Καθώς η θαλάσσια ασφάλεια εισέρχεται σε μια νέα εποχή, η οποία διαμορφώνεται από τα μη επανδρωμένα συστήματα, τον αυτοματισμό και τα ολοένα πιο σύνθετα περιβάλλοντα απειλών, το επίκεντρο μετατοπίζεται από την αντίδραση στις επιθέσεις προς τη δημιουργία αποτελεσματικών και βιώσιμων αρχιτεκτονικών άμυνας.
Πώς πρέπει να εξελιχθούν η ναυτική άμυνα και η ασφάλεια της εμπορικής ναυτιλίας ώστε να αντιμετωπίσουν αυτές τις πολυτομεακές απειλές;
Και ποιες τεχνολογίες ή επιχειρησιακές δυνατότητες θεωρείτε ότι θα διαδραματίσουν τον πλέον καθοριστικό ρόλο στην προστασία της εμπορικής ναυτιλίας, των κρίσιμων θαλάσσιων οδών και των υπεράκτιων υποδομών τα επόμενα χρόνια;
Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς:
Κανένα μεμονωμένο αντίμετρο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε απειλή από μη επανδρωμένα συστήματα.
Προτεραιότητα πρέπει να αποτελεί η δημιουργία ενός πολυεπίπεδου, ολοκληρωμένου συστήματος άμυνας, το οποίο θα συνδυάζει τον εντοπισμό, την αναγνώριση, τον ηλεκτρονικό πόλεμο όπου ενδείκνυται και την αναλογική αμυντική αντίδραση.
Η προσέγγιση αυτή ξεκινά από την αξιόπιστη επιτήρηση και την έγκαιρη προειδοποίηση, με την υποστήριξη της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία μπορεί να επεξεργάζεται μεγάλους όγκους δεδομένων, να αναγνωρίζει επαναλαμβανόμενα πρότυπα και να βοηθά τους χειριστές να ιεραρχούν τις απειλές.
Ωστόσο, η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να υποστηρίζει την ανθρώπινη κρίση και όχι να την αντικαθιστά, ιδιαίτερα όταν οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι ελλιπείς ή όταν οι συνέπειες μιας λανθασμένης απόφασης ενδέχεται να είναι σοβαρές.
Οι αμυντικές επιλογές πρέπει να προσαρμόζονται στη φύση της απειλής και στις συνθήκες του επιχειρησιακού περιβάλλοντος.
Μπορούν να περιλαμβάνουν ηλεκτρονικά αντίμετρα, πυροβόλα, μη επανδρωμένα συστήματα αναχαίτισης και συστήματα άμυνας μικρού βεληνεκούς.
Παράλληλα, οι τεχνολογίες κατευθυνόμενης ενέργειας προσφέρουν πρόσθετες δυνατότητες, καθώς σταδιακά ωριμάζουν.
Τα πλοία πρέπει επίσης να είναι προετοιμασμένα να επιχειρούν ακόμη και υπό συνθήκες υποβαθμισμένων επικοινωνιών ή περιορισμένης δυνατότητας επιτήρησης.
Η σχέση κόστους και αποτελεσματικότητας είναι εξίσου σημαντική.
Η χρήση ενός ακριβού πυραύλου για την αντιμετώπιση ενός σχετικά φθηνού μη επανδρωμένου συστήματος μπορεί ορισμένες φορές να είναι αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να καθιερωθεί ως η συνήθης μέθοδος αντίδρασης.
Ο στόχος είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής, των πλοίων και του θαλάσσιου εμπορίου μέσα από έναν ευέλικτο συνδυασμό στρατιωτικών δυνατοτήτων, ορθών επιχειρησιακών διαδικασιών και διεθνούς συνεργασίας.
Καμία μεμονωμένη πλατφόρμα ή τεχνολογία δεν μπορεί να προσφέρει ολοκληρωμένη λύση.
Η μελλοντική θαλάσσια ασφάλεια θα εξαρτηθεί από τον αποτελεσματικό συντονισμό δυνατοτήτων σε όλα τα επιχειρησιακά πεδία: στον αέρα, στην επιφάνεια της θάλασσας, κάτω από την επιφάνειά της και στο πληροφοριακό περιβάλλον.
Η τεχνολογία από μόνη της, ωστόσο, δεν επαρκεί. Η αποτελεσματική θαλάσσια ασφάλεια εξαρτάται από την ολοκληρωμένη διασύνδεση των επιχειρησιακών μέσων, των αισθητήρων και του ανθρώπινου δυναμικού σε όλο το φάσμα των επιχειρήσεων. Παρότι μεγάλο μέρος της προσοχής επικεντρώνεται στα μη επανδρωμένα συστήματα, τα συμβατικά μέσα εξακολουθούν να διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στην επιτήρηση, στην ταχεία αντίδραση και στην προστασία της εμπορικής ναυτιλίας.
Τα πρόσφατα περιστατικά στη Μαύρη Θάλασσα ανέδειξαν τις δυσκολίες εντοπισμού και αναχαίτισης μικρών, ευέλικτων εναέριων και θαλάσσιων μη επανδρωμένων συστημάτων που στοχεύουν εμπορικά πλοία.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αεροπορική ισχύς παραμένει ουσιώδες συστατικό στοιχείο της θαλάσσιας ασφάλειας. Τα μαχητικά αεροσκάφη προσφέρουν δυνατότητες ταχείας αντίδρασης και κάλυψης εκτεταμένων περιοχών, ενώ τα οργανικά ελικόπτερα των πλοίων και τα μέσα θαλάσσιας περιπολίας παρέχουν συμπληρωματικές επιχειρησιακές δυνατότητες σε ολόκληρο το θαλάσσιο πεδίο.
Adrian Leonard Mociulschi:
Καθώς τα πολεμικά ναυτικά προσαρμόζονται σε ένα ολοένα πιο αμφισβητούμενο θαλάσσιο επιχειρησιακό περιβάλλον, το οποίο διαμορφώνεται από τα μη επανδρωμένα συστήματα, την τεχνητή νοημοσύνη και τις αυτόνομες τεχνολογίες, πολλοί αναλυτές θέτουν ερωτήματα σχετικά με τον μελλοντικό ρόλο της παραδοσιακής ναυτικής αεροπορίας.
Σε ποιον βαθμό η ναυτική αεροπορία, και ιδιαίτερα τα οργανικά ελικόπτερα των πολεμικών πλοίων, θα παραμείνουν απαραίτητα για τη θαλάσσια επιτήρηση, την ταχεία αντίδραση και την προστασία της εμπορικής ναυτιλίας τα επόμενα χρόνια;
Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς:
Η ναυτική αεροπορία θα παραμείνει θεμελιώδης πυλώνας της θαλάσσιας ασφάλειας, καθώς τα μη επανδρωμένα συστήματα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερες δυνατότητες και διαδίδονται ευρύτερα.
Η κύρια επιχειρησιακή της αξία έγκειται στην επέκταση των δυνατοτήτων επιτήρησης, στην ενίσχυση της επίγνωσης της κατάστασης στον θαλάσσιο χώρο και στην εξασφάλιση ταχείας αντίδρασης σε εκτεταμένες περιοχές επιχειρήσεων.
Τα αεροσκάφη σταθερών πτερύγων προσφέρουν ταχύτητα, μεγάλη ακτίνα δράσης και δυνατότητα κάλυψης ευρέων περιοχών, γεγονός που τα καθιστά ιδιαίτερα πολύτιμα για την παρακολούθηση μεγάλων θαλάσσιων εκτάσεων και την αντιμετώπιση αναδυόμενων περιστατικών.
Τα ελικόπτερα που επιχειρούν από πολεμικά πλοία παρέχουν ένα συμπληρωματικό σύνολο δυνατοτήτων. Μπορούν να διερευνούν ύποπτες επαφές, να παρακολουθούν πλοία ενδιαφέροντος, να μεταδίδουν πληροφορίες στα πλοία και στα κέντρα διοίκησης και να υποστηρίζουν συντονισμένες ναυτικές επιχειρήσεις.
Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται, τελικά, από τα συστήματα αισθητήρων, τον εξοπλισμό αποστολής, τις επιχειρησιακές συνθήκες και τη φύση του περιβάλλοντος απειλών.
Το μελλοντικό θαλάσσιο πεδίο επιχειρήσεων θα βασίζεται ολοένα περισσότερο στη συνδυασμένη αξιοποίηση επανδρωμένων και μη επανδρωμένων συστημάτων.
Οι μη επανδρωμένες πλατφόρμες μπορούν να εξασφαλίζουν συνεχή επιτήρηση για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ενώ τα ελικόπτερα προσφέρουν ευελιξία, κινητικότητα και την ικανότητα δυναμικής προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες επιχειρησιακές συνθήκες.
Μέσω της δικτυοκεντρικής διασύνδεσής τους με πολεμικά πλοία, παράκτια συστήματα επιτήρησης και κέντρα ναυτικών επιχειρήσεων, συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας πληρέστερης και ακριβέστερης επιχειρησιακής εικόνας.
Για ναυτικά κράτη όπως η Ελλάδα, με την εκτεταμένη ακτογραμμή, τα πολυάριθμα νησιά και τα σημαντικά εμπορικά και στρατηγικά συμφέροντα στη θάλασσα, η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η προστασία της εμπορικής ναυτιλίας, των λιμένων, των υπεράκτιων ενεργειακών εγκαταστάσεων και των κρίσιμων θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας απαιτεί στενή συνεργασία μεταξύ των ναυτικών δυνάμεων, των ακτοφυλακών, των ναυτιλιακών αρχών και των εμπορικών φορέων.
Σε τελική ανάλυση, το μέλλον της ναυτικής αεροπορίας δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την ικανότητα αναχαίτισης μη επανδρωμένων συστημάτων.
Ο ρόλος της είναι να αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο μιας πολυεπίπεδης, δικτυοκεντρικής και ανθεκτικής αρχιτεκτονικής θαλάσσιας άμυνας, ικανής να προστατεύει κρίσιμες υποδομές, να διαφυλάσσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και να εξασφαλίζει τη σταθερότητα σε θαλάσσια περιβάλλοντα αυξανόμενης αντιπαράθεσης.
Adrian Leonard Mociulschi:
Οι συζητήσεις για τη θαλάσσια ασφάλεια επικεντρώνονται συχνά στην αναχαίτιση μη επανδρωμένων συστημάτων και άλλων αναδυόμενων απειλών.
Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση εκτείνεται πολύ πέρα από τις μεμονωμένες επιχειρησιακές πλατφόρμες.
Οι λιμένες, οι υπεράκτιες ενεργειακές εγκαταστάσεις, τα θαλάσσια δίκτυα επικοινωνιών και οι εμπορικές αλυσίδες εφοδιασμού αποτελούν δυνητικούς στόχους σε ένα ταχύτατα μεταβαλλόμενο περιβάλλον απειλών.
Πώς μπορούν οι κυβερνήσεις, οι ναυτικές δυνάμεις και οι εμπορικοί φορείς να συνεργαστούν ώστε να ενισχύσουν τη θαλάσσια ανθεκτικότητα και να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη ροή του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου;
Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς:
Η θαλάσσια ασφάλεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αναχαίτισης μη επανδρωμένων συστημάτων.
Η ευρύτερη πρόκληση είναι η διασφάλιση της ανθεκτικότητας ολόκληρου του θαλάσσιου οικοσυστήματος.
Οι λιμένες, τα αγκυροβόλια, οι υπεράκτιες ενεργειακές εγκαταστάσεις, οι εμπορευματικοί τερματικοί σταθμοί και τα θαλάσσια δίκτυα επικοινωνιών ενδέχεται να εκτεθούν σε συνδυασμένες εναέριες, θαλάσσιες, κυβερνολογικές και ηλεκτρονικές απειλές.
Ένας αντίπαλος δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να βυθίσει ένα εμπορικό πλοίο για να επιτύχει στρατηγικά αποτελέσματα.
Η διατάραξη της λειτουργίας των λιμένων, η καθυστέρηση της διακίνησης φορτίων, η αύξηση του κόστους ασφάλισης ή η υπονόμευση της εμπιστοσύνης στις θαλάσσιες μεταφορές μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες.
Η βασική πρόκληση είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ναυτικές δυνάμεις, οι ακτοφυλακές, οι λιμενικές αρχές και οι εμπορικοί φορείς μπορούν να αναπτύξουν μια συντονισμένη προσέγγιση για την αξιολόγηση κινδύνων, την έγκαιρη προειδοποίηση, τον σχεδιασμό αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων και την αποκατάσταση της λειτουργίας μετά από ένα περιστατικό.
Η θαλάσσια ανθεκτικότητα πρέπει να αναγνωρίζεται ως αυτοτελής επιχειρησιακή ικανότητα και όχι απλώς ως παράπλευρο αποτέλεσμα της επιτυχούς αναχαίτισης απειλών.
Στο σημερινό θαλάσσιο επιχειρησιακό περιβάλλον, η επιτυχία δεν μετριέται αποκλειστικά με την ικανότητα εξουδετέρωσης μιας απειλής.
Αξιολογείται εξίσου από την ικανότητα διατήρησης των λιμένων σε λειτουργία, εξασφάλισης της αδιάλειπτης ροής του θαλάσσιου εμπορίου και διαφύλαξης της εμπιστοσύνης στα παγκόσμια ναυτιλιακά δίκτυα.
Η προστασία των κρίσιμων υποδομών και η εξασφάλιση της επιχειρησιακής συνέχειας έχουν πλέον καταστεί εξίσου σημαντικές με την ίδια την εξουδετέρωση των απειλών.
Adrian Leonard Mociulschi:
Πέρα από την τεχνολογία και τις υποδομές, υπάρχει και η ανθρώπινη διάσταση αυτής της συζήτησης.
Καθώς τα μη επανδρωμένα συστήματα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη παρουσία στις ναυτικές επιχειρήσεις, οι διοικητές και οι χειριστές ενδέχεται να κληθούν να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις υπό συνθήκες αβεβαιότητας και έντονης χρονικής πίεσης.
Πώς πρέπει οι ναυτικές δυνάμεις και οι αρμόδιες ναυτιλιακές αρχές να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της απόδοσης ευθύνης, της κλιμάκωσης και της λογοδοσίας, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η ανθρώπινη κρίση παραμένει στο επίκεντρο της χρήσης βίας και της προστασίας της εμπορικής ναυτιλίας;
Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς:
Τα μη επανδρωμένα συστήματα εισάγουν πρόσθετους παράγοντες αβεβαιότητας στη θαλάσσια ασφάλεια.
Η προέλευσή τους, οι χειριστές τους, οι συνδέσεις διοίκησης και ελέγχου, καθώς και οι επιδιωκόμενοι στόχοι τους ενδέχεται να μην είναι άμεσα αναγνωρίσιμοι. Παράλληλα, οι ηλεκτρονικές παρεμβολές ή οι παραπλανητικές πληροφορίες από αισθητήρες μπορούν να δυσχεράνουν την αξιολόγηση ενός περιστατικού.
Κατά συνέπεια, η εμφάνιση ενός άγνωστου μη επανδρωμένου συστήματος κοντά σε εμπορικό πλοίο μπορεί να δημιουργήσει ιδιαίτερα δύσκολα διλήμματα, τα οποία απαιτούν τη λήψη αποφάσεων υπό σημαντική χρονική πίεση.
Αυτό εγείρει κρίσιμα ζητήματα σχετικά με τους κανόνες εμπλοκής, την προστασία της εμπορικής ναυτιλίας, την επαλήθευση των απειλών και τη διατήρηση της ανθρώπινης ευθύνης κατά τη χρήση βίας.
Ο αποτελεσματικός συντονισμός μεταξύ ναυτικών δυνάμεων, ακτοφυλακών, κρατών σημαίας και εμπορικών φορέων είναι απαραίτητος, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος ένα ασαφές ή αμφιλεγόμενο περιστατικό να εξελιχθεί σε ευρύτερη αντιπαράθεση.
Η κεντρική πρόκληση είναι να ενισχυθούν η επίγνωση της κατάστασης στον θαλάσσιο χώρο και η αμυντική ετοιμότητα, χωρίς η αβεβαιότητα να οδηγεί σε αδικαιολόγητη κλιμάκωση.
Η τεχνολογική υπεροχή από μόνη της δεν μπορεί να επιλύσει αυτό το δίλημμα. Η ορθή κρίση, οι σαφείς διαδικασίες και η αξιόπιστη επικοινωνία εξακολουθούν να αποτελούν αναντικατάστατες προϋποθέσεις.
Σε τελική ανάλυση, το μέλλον της θαλάσσιας ασφάλειας δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τις δυνατότητες που θα αναπτύξουμε, αλλά και από τις αποφάσεις που θα λάβουμε κατά την αξιοποίησή τους.
Καθώς τα αυτόνομα και μη επανδρωμένα συστήματα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη παρουσία, η διατήρηση ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου, η λογοδοσία και η επαγγελματική κρίση θα παραμείνουν θεμελιώδεις παράγοντες.
Η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει τη θαλάσσια ασφάλεια, αλλά η ευθύνη για τη χρήση βίας πρέπει πάντοτε να παραμένει στα χέρια του ανθρώπου.
Τα επόμενα χρόνια, η επιτυχία δεν θα αξιολογείται αποκλειστικά με βάση την ικανότητα εντοπισμού ή εξουδετέρωσης αναδυόμενων απειλών.
Θα εξαρτάται επίσης από την ικανότητά μας να διαφυλάσσουμε την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, να προστατεύουμε το θαλάσσιο εμπόριο και να διατηρούμε την εμπιστοσύνη σε ένα ολοένα πιο σύνθετο και αμφισβητούμενο θαλάσσιο επιχειρησιακό περιβάλλον.
Adrian Leonard Mociulschi:
Κύριε Ναύαρχε, σας ευχαριστούμε για τον χρόνο σας και για την εμπειρία και τις γνώσεις που μοιραστήκατε με τους αναγνώστες του STIRIPESURSE.RO.
Οι αναλύσεις σας σχετικά με τη θαλάσσια ασφάλεια, τα αυτόνομα συστήματα και το μέλλον των ναυτικών επιχειρήσεων αποτέλεσαν σημαντική συμβολή σε αυτή τη συζήτηση.
Σας ευχαριστούμε που ήσασταν μαζί μας.
Πέρα από την Τεχνολογία
Η συζήτηση με τον Υποναύαρχο ε.α. Δημήτριο Τσαϊλά αναδεικνύει ένα θαλάσσιο επιχειρησιακό περιβάλλον που βρίσκεται σε περίοδο βαθιάς μεταμόρφωσης.
Τα μη επανδρωμένα συστήματα, η τεχνητή νοημοσύνη και οι αυτόνομες τεχνολογίες επαναπροσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις, τα πολεμικά ναυτικά και οι εμπορικοί φορείς προσεγγίζουν την προστασία των πλοίων, των κρίσιμων υποδομών και των παγκόσμιων θαλάσσιων οδών.
Ωστόσο, πέρα από την τεχνολογία, ένα κεντρικό μήνυμα διατρέχει ολόκληρη τη συζήτηση:
Η θαλάσσια ασφάλεια δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τους αισθητήρες, τους αλγορίθμους ή τα οπλικά συστήματα. Εξαρτάται εξίσου από την ορθή ανθρώπινη κρίση, την αποτελεσματική συνεργασία, την ανθεκτικότητα των θεσμών και την ικανότητα λήψης σωστών αποφάσεων υπό πίεση.
Καθώς οι θαλάσσιες απειλές συνεχίζουν να εξελίσσονται, η πρόκληση δεν θα περιορίζεται απλώς στην ανάπτυξη πιο προηγμένων συστημάτων.
Θα αφορά κυρίως τη διασφάλιση ότι η τεχνολογική καινοτομία συμβαδίζει με την ανθρώπινη ευθύνη, την επαγγελματική εμπειρία και τη διεθνή συνεργασία.
Σε ένα θαλάσσιο περιβάλλον όπου ο ανταγωνισμός και οι αντιπαραθέσεις εντείνονται, η διαφύλαξη της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και η εξασφάλιση της αδιάλειπτης ροής του παγκόσμιου εμπορίου θα εξακολουθήσουν να αποτελούν δύο από τις καθοριστικότερες αποστολές ασφάλειας του 21ου αιώνα.
Βασισμένο στη μελέτη «Building the Mental Golden Dome: Arming the Joint Force for Defensive Cognitive Warfare» — James M. Davitch
Στρατηγική και γεωστρατηγική ανάλυση | Ελληνική άμυνα, εθνική ανθεκτικότητα και ανθρώπινος παράγοντας
Του Θεόδωρου Ατματζίδη
Υποστράτηγου ε.α., πρώην Διευθυντή Πληροφοριών και Αντιπληροφοριών ΓΕΕΘΑ | Πρώην Διευθυντή Στρατιωτικής Συνεργασίας στο SHAPE/NATO Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst
Το άρθρο που ακολουθεί έχει ως αφετηρία τη μελέτη του Αμερικανού συνταγματάρχη James M. Davitch, η οποία δημοσιεύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 στο Joint Force Quarterly, το επαγγελματικό περιοδικό της αμερικανικής αμυντικής και στρατηγικής κοινότητας. Ο Davitch εξετάζει πώς οι στρατιωτικές δυνάμεις μπορούν να προστατεύσουν την ανθρώπινη κρίση από οργανωμένες προσπάθειες παραπλάνησης, επηρεασμού της αντίληψης και διατάραξης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων
Η άποψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η γεωγραφική της θέση, ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, καθώς και η ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας διαμορφώνουν ένα σύνθετο περιβάλλον ασφάλειας. Σε αυτό, η ποιότητα της πληροφόρησης μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την κοινή γνώμη, αλλά και την εκτίμηση μιας κρίσης, τη διπλωματική διαχείριση και τις στρατιωτικές αποφάσεις.
Το ζητούμενο δεν είναι να αποδοθεί κάθε ψευδής είδηση ή εσωτερική διαφωνία σε εχθρική ενέργεια. Είναι να αποκτήσει η χώρα τη δυνατότητα να αναγνωρίζει τεκμηριωμένα τις οργανωμένες προσπάθειες χειραγώγησης, να περιορίζει τις επιπτώσεις τους και να διατηρεί την ποιότητα των αποφάσεών της, χωρίς να υπονομεύει τη δημοκρατική λειτουργία και την ελευθερία της δημόσιας συζήτησης.
Η ανθρώπινη κρίση στο κέντρο της στρατιωτικής ισχύος
Η αφετηρία: Η πρόταση του James M. Davitch
Στο άρθρο του με τίτλο Building the Mental Golden Dome: Arming the Joint Force for Defensive Cognitive Warfare —«Χτίζοντας τον νοητικό Χρυσό Θόλο: Θωρακίζοντας τις Διακλαδικές Δυνάμεις για τον Αμυντικό Γνωστικό Πόλεμο»— ο James M. Davitch υποστηρίζει ότι η στρατιωτική ισχύς εξαρτάται και από την ικανότητα των ανθρώπων να αξιολογούν αξιόπιστα τις πληροφορίες, να διατηρούν την κρίση τους υπό πίεση και να αποφασίζουν μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας.
Η πρότασή του αφορά τη συστηματική ενσωμάτωση της αμυντικής γνωστικής προσέγγισης στο στρατιωτικό δόγμα, στην εκπαίδευση, στις ασκήσεις και στην αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Η προστασία της ανθρώπινης κρίσης δεν αντιμετωπίζεται ως περιστασιακή αντίδραση στην παραπληροφόρηση, αλλά ως οργανωμένη λειτουργία που πρέπει να αναπτύσσεται πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης [1].
Η μεταφορά του «νοητικού Χρυσού Θόλου» παραπέμπει στην ανάγκη δημιουργίας ενός συστήματος προστασίας της ανθρώπινης σκέψης, αντίστοιχης στρατηγικής σημασίας με την προστασία των φυσικών υποδομών και των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Η αναλογία έχει όρια: η πληροφορία δεν αναχαιτίζεται όπως ένας πύραυλος, ούτε η ανθρώπινη κρίση μπορεί να προστατευθεί με έναν μοναδικό τεχνολογικό μηχανισμό. Η αξία της έγκειται στην ανάδειξη της ανάγκης για έγκαιρη προετοιμασία, εκπαίδευση και συντονισμό.
Ο σχετικός προβληματισμός δεν είναι καινούργιος για το ΝΑΤΟ. Η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού έχει αναπτύξει εργασίες και εννοιολογικές προσεγγίσεις για τον γνωστικό πόλεμο, εξετάζοντας πώς οι δραστηριότητες επιρροής μπορούν να επηρεάσουν την ανθρώπινη αντίληψη και πώς είναι δυνατόν να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των στρατιωτικών δυνάμεων και των κοινωνιών [2][3][4].
Η ιδιαίτερη συμβολή του Davitch βρίσκεται στην έμφαση που δίνει στην οργανωμένη αμυντική προετοιμασία. Η αναγνώριση της απειλής δεν αρκεί. Απαιτείται μια διαδικασία που θα εκπαιδεύει όσους συλλέγουν και αξιολογούν πληροφορίες, σχεδιάζουν επιχειρήσεις και λαμβάνουν αποφάσεις, ώστε να μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά ακόμη και όταν το πληροφοριακό περιβάλλον γίνεται παραπλανητικό.
Η μελέτη του Davitch προχωρά πέρα από τη γενική διαπίστωση ότι η ανθρώπινη κρίση είναι ευάλωτη στην παραπλάνηση και προτείνει συγκεκριμένη κατεύθυνση στρατιωτικής εφαρμογής.
Πρώτον, εισηγείται να αποκτήσει η αμυντική γνωστική προσέγγιση σαφή θέση στο στρατιωτικό δόγμα, με λειτουργικό ορισμό και σύνδεση με τις υφιστάμενες διαδικασίες σχεδιασμού και διοίκησης.
Δεύτερον, προτείνει την ανάπτυξη εκπαιδευτικού υλικού και την ενσωμάτωση ειδικών σεναρίων στις ασκήσεις και στην προετοιμασία του προσωπικού πριν από την επιχειρησιακή ανάπτυξή του.
Σκοπός είναι τα στελέχη να εξασκούνται στην αναγνώριση παραπλανητικών ενδείξεων, στην αξιολόγηση αντικρουόμενων πληροφοριών και στη διατήρηση της ποιότητας της κρίσης τους υπό πίεση.
Τρίτον, ο Davitch δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην αξιολόγηση της εφαρμογής, διακρίνοντας τα μέτρα επίδοσης(Measures of Performance – MOPs), τα οποία εξετάζουν αν οι προβλεπόμενες ενέργειες εκτελούνται σωστά, από τα μέτρα αποτελεσματικότητας (Measures of Effectiveness – MOEs) με μοναδικό σκοπό να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Στο αρχικό στάδιο, τα μέτρα επίδοσης επιβεβαιώνουν ότι η εκπαίδευση και οι διαδικασίες εφαρμόζονται όπως σχεδιάστηκαν. Στη συνέχεια, τα μέτρα αποτελεσματικότητας αξιολογούν κατά πόσο ενισχύονται πράγματι η αντίληψη, η κρίση και η λήψη αποφάσεων. Η πρόταση, επομένως, δεν αφορά απλώς την ευαισθητοποίηση απέναντι στην παραπληροφόρηση, αλλά τη δημιουργία ενός συστήματος δόγματος, εκπαίδευσης και διαρκούς αξιολόγησης της αμυντικής γνωστικής ικανότητας [1].
Αυτή είναι και η βασική ιδέα που αξίζει να εξεταστεί στην ελληνική πραγματικότητα: η αξιοποίηση των υφιστάμενων θεσμών, της στρατιωτικής εμπειρίας και των συμμαχικών σχέσεων μέσα από ένα συνεκτικό πλαίσιο γνωστικής άμυνας.
Το στρατηγείο SHAPE του ΝΑΤΟ
Τι είναι ο γνωστικός πόλεμος και ποια είναι τα όριά του
Ο όρος «γνωστικός πόλεμος»(cognitive warfare) περιγράφει δραστηριότητες που επιδιώκουν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο άτομα και ομάδες αντιλαμβάνονται τα γεγονότα, αξιολογούν τις πληροφορίες και διαμορφώνουν τις αποφάσεις τους. Συνδέεται με την παραπληροφόρηση, τις επιχειρήσεις επιρροής, την ψυχολογική επίδραση, τις κυβερνοδραστηριότητες και την ευρύτερη αξιοποίηση των μέσων επικοινωνίας για την επίτευξη στρατηγικών σκοπών [2][3][4].
Η ανάγκη για σαφή οριοθέτηση του γνωστικού πολέμου αναδεικνύεται και στη μελέτη των Christoph Deppe και Gary S. Schaal, οι οποίοι εξετάζουν κριτικά το εννοιολογικό πλαίσιο που αναπτύσσει η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού του ΝΑΤΟ. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η νατοϊκή προσέγγιση είναι ευρεία και φιλόδοξη, καθώς περιλαμβάνει διαφορετικές τεχνικές και τεχνολογίες, με επιδιωκόμενες επιπτώσεις στη λήψη αποφάσεων, στην κοινωνική συνοχή και στη βούληση αντίστασης. Παράλληλα, τονίζουν ότι η ευρύτητα του όρου δημιουργεί δυσκολίες στην εμπειρική τεκμηρίωση και στη διάκριση του γνωστικού πολέμου από συναφείς έννοιες, όπως οι υβριδικές απειλές και η ξένη χειραγώγηση της πληροφορίας. Για τον λόγο αυτό, υποστηρίζουν την ανάγκη εννοιολογικής αποσαφήνισης και λειτουργικότερης οριοθέτησης, ώστε το πλαίσιο να μπορεί να αξιοποιηθεί αποτελεσματικότερα τόσο στη στρατιωτική ανάλυση όσο και στην επιστημονική έρευνα [5].
Ωστόσο, κάθε προσπάθεια πειθούς δεν καταδεικνύει γνωστικό πόλεμο, ούτε κάθε ανακριβής πληροφορία είναι προϊόν εχθρικού σχεδιασμού. Οι άνθρωποι κάνουν λάθη, τα μέσα ενημέρωσης μπορεί να δημοσιεύσουν ανακριβή στοιχεία και οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων συχνά να αναπαράγουν ισχυρισμούς χωρίς να τους έχουν ελέγξει. Για να αποδοθεί μια δραστηριότητα σε οργανωμένη επιχείρηση εξωτερικής επιρροής, χρειάζονται στοιχεία για την προέλευση, τον συντονισμό, τη μεθοδολογία και τον επιδιωκόμενο σκοπό της.
Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης για μια δημοκρατική χώρα. Η αντιμετώπιση πραγματικών απειλών δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μηχανισμό χαρακτηρισμού κάθε αντίθετης άποψης ως ζητήματος εθνικής ασφάλειας. Μια τέτοια υπεραντίδραση μπορεί να περιορίσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να ενισχύσει την πόλωση που οι οργανωμένες επιχειρήσεις επιρροής ενδέχεται να επιδιώκουν.
Συχνά, μια τέτοια επιχείρηση επιδιώκει:
να δημιουργήσει αμφιβολία για κάθε διαθέσιμη πηγή,
να ενισχύσει αντικρουόμενες αφηγήσεις και
να καταστήσει αδύνατη τη συμφωνία ακόμη και ως προς βασικά πραγματικά δεδομένα.
Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι όλοι ψεύδονται και οι θεσμοί αντιμετωπίζονται εκ προοιμίου ως αναξιόπιστοι, η δημόσια συζήτηση γίνεται ευάλωτη στη χειραγώγηση.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, η επίδραση είναι άμεση. Μια εσφαλμένη εικόνα οδηγεί τον διοικητή σε λανθασμένη εκτίμηση των προθέσεων του αντιπάλου, σε καθυστέρηση κρίσιμης απόφασης ή σε ακατάλληλη διάθεση δυνάμεων. Ένα επιτελείο καταλήγει έτσι σε μια φαινομενικά συνεκτική εκτίμηση, η οποία όμως βασίζεται σε ανακριβή ή ελλιπή δεδομένα.
Η γνωστική άμυνα αφορά, επομένως, την προστασία της ποιότητας της κρίσης. Προϋποθέτει την ικανότητα εντοπισμού αντιφάσεων, αναγνώρισης της αβεβαιότητας, εξέτασης εναλλακτικών εξηγήσεων και αποφυγής συμπερασμάτων που επιβεβαιώνουν απλώς τις αρχικές προσδοκίες. Δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα· βοηθά στη συστηματική διαχείρισή της.
Κοινωνικά δίκτυα και πληροφοριακή επιρροή
Η ελληνική γεωστρατηγική πραγματικότητα
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου συναντώνται ο ανταγωνισμός στην Ανατολική Μεσόγειο, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η αστάθεια σε τμήματα της Βόρειας Αφρικής, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή ασφάλεια και οι μεταβολές στις σχέσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Παράλληλα, συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, διατηρεί σημαντικές διμερείς σχέσεις και καλείται να υπερασπιστεί συγκεκριμένα εθνικά συμφέροντα σε ένα περιβάλλον όπου οι σύμμαχοι δεν έχουν πάντοτε ταυτόσημες προτεραιότητες.
Σε αυτή τη συνθήκη, η πληροφορία επηρεάζει την εκτίμηση μιας διπλωματικής πρωτοβουλίας, τη δημόσια αντίληψη για μια αμυντική συμφωνία και τη στάση απέναντι σε μια κρίση. Μια ανακριβής είδηση για στρατιωτική κινητοποίηση, μια παραποιημένη δήλωση ξένου αξιωματούχου ή ένας κατασκευασμένος ισχυρισμός περί εγκατάλειψης ελληνικών θέσεων δημιουργεί ανησυχία και ασκεί πίεση για άμεση αντίδραση.
Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας διάδοσης δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι υπήρξε κεντρικά σχεδιασμένη επιχείρηση. Μια ψευδής πληροφορία ξεκινά ενδεχομένως από έναν ανώνυμο λογαριασμό, αναπαράγεται από ιστοσελίδες που επιδιώκουν επισκεψιμότητα και στη συνέχεια ενισχύεται από πολιτικές ή κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Η επίδρασή της είναι επιζήμια ακόμη και όταν η οργανωμένη εχθρική προέλευση δεν τεκμηριώνεται.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά πρόσθετη διάσταση λόγω του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Η μακρά ιστορία διαφορών και κρίσεων, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική εγγύτητα, καθιστά την κοινή γνώμη ιδιαίτερα ευαίσθητη σε ειδήσεις που αφορούν το Αιγαίο, την Κύπρο, τη Θράκη και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ταχύτητα μετάδοσης μιας πληροφορίας συχνά προηγείται της επίσημης ενημέρωσης, δημιουργώντας πίεση για αντίδραση πριν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση των δεδομένων.
Η ελληνική πλευρά χρειάζεται, συνεπώς, να διατηρεί υψηλό επίπεδο επαγρύπνησης, χωρίς να παγιδεύεται στην υπεραντίδραση. Η βιαστική απόδοση ευθύνης χωρίς επαρκή στοιχεία πλήττει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας και μετατρέπει ένα διαχειρίσιμο περιστατικό σε διπλωματικό πρόβλημα.
Η γνωστική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει παθητική αποδοχή των κυβερνητικών ή στρατιωτικών ανακοινώσεων. Σημαίνει ότι πολίτες, δημοσιογράφοι, αναλυτές και θεσμοί μπορούν να διακρίνουν τα τεκμηριωμένα γεγονότα από τις εκτιμήσεις, να αξιολογούν τις πηγές και να αναθεωρούν τα συμπεράσματά τους όταν εμφανίζονται νέα στοιχεία. Η δυνατότητα έγκαιρης διόρθωσης ενός λάθους αποτελεί ένδειξη ανθεκτικότητας, όχι αδυναμίας.
Κέντρο στρατιωτικών επιχειρήσεων
Αιγαίο, Κύπρος και Θράκη: Περιοχές αυξημένης πληροφοριακής ευαισθησίας
Η στρατηγική σημασία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου καθιστά τις στρατιωτικές δραστηριότητες, τις θαλάσσιες οδούς, τις ενεργειακές υποδομές και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες αντικείμενα έντονου ενδιαφέροντος. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια πληροφορία που παρουσιάζεται ως επιβεβαιωμένη, χωρίς να είναι, διαμορφώνει κλίμα πίεσης πριν γίνει γνωστή η πραγματική κατάσταση.
Ας εξετάσουμε ένα υποθετικό σενάριο:
Σε περίοδο αυξημένης έντασης, διαδίδεται στα κοινωνικά δίκτυα ο ισχυρισμός ότι επίκειται στρατιωτικό επεισόδιο ή ότι έχει ληφθεί απόφαση για σημαντική υποχώρηση. Η ανάρτηση συνοδεύεται από παλαιά φωτογραφία, αποσπασματικό βίντεο ή δήλωση εκτός συμφραζομένων. Μέσα σε λίγες ώρες, η πληροφορία αναπαράγεται από λογαριασμούς με μεγάλη απήχηση και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως γεγονός.
Το παράδειγμα αυτό δεν αποτελεί ισχυρισμό ότι έχει συμβεί ανάλογο περιστατικό στην Ελλάδα με αποδεδειγμένο οργανωμένο σχεδιασμό. Αναδεικνύει μια ευρύτερη αδυναμία του σύγχρονου πληροφοριακού περιβάλλοντος: οι αρμόδιοι πιέζονται να αντιδράσουν πριν αποκτήσουν πλήρη εικόνα ή καθυστερούν, επιτρέποντας σε μια ψευδή αφήγηση να εδραιωθεί.
Η αντιμετώπιση απαιτεί προκαθορισμένες διαδικασίες επαλήθευσης, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και δυνατότητα υπεύθυνης ενημέρωσης του κοινού χωρίς αποκάλυψη διαβαθμισμένων πληροφοριών. Όταν τα στοιχεία δεν επαρκούν, η σαφής αναγνώριση της αβεβαιότητας είναι προτιμότερη από μια κατηγορηματική δήλωση που θα χρειαστεί να ανακληθεί.
Η Κύπρος αποτελεί επίσης κρίσιμο πεδίο, λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής μέρος του νησιού, της παρουσίας στρατιωτικών δυνάμεων, της σημασίας των θαλάσσιων ζωνών και του ενδιαφέροντος πολλών εξωτερικών δρώντων. Η ενημέρωση για το Κυπριακό επηρεάζει την ελληνική κοινή γνώμη και τις εκτιμήσεις για τις προθέσεις της Τουρκίας, των εγγυητριών δυνάμεων και των διεθνών οργανισμών. Απαιτείται, επομένως, διάκριση μεταξύ επιβεβαιωμένων εξελίξεων, επίσημων θέσεων και πολιτικών ερμηνειών.
Η Θράκη παρουσιάζει διαφορετικές, αλλά εξίσου σημαντικές ευαισθησίες λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της μουσουλμανικής μειονότητας που αναγνωρίζεται από τη Συνθήκη της Λωζάννης και των ευρύτερων σχέσεων Ελλάδας–Τουρκίας. Η προστασία της εθνικής ασφάλειας πρέπει να στηρίζεται στην ισότιμη εφαρμογή του νόμου, στον σεβασμό των δικαιωμάτων και στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων παράνομων ενεργειών με αποδεικτικά στοιχεία. Η συλλογική στοχοποίηση πολιτών ή κοινοτήτων δεν ενισχύει την ασφάλεια· μπορεί να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή.
Και στις τρεις περιπτώσεις, η βασική απαίτηση είναι κοινή: να διακρίνεται η πραγματική απειλή από τον πληροφοριακό θόρυβο και η τεκμηριωμένη ένδειξη από την υπόθεση.
Στρατιωτική εκπαίδευση και πληροφορίες
Η ανθρώπινη κρίση στο κέντρο της στρατιωτικής ισχύος
Η σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία έχει αυξήσει σημαντικά τις δυνατότητες επιτήρησης, επικοινωνιών, διοίκησης και προσβολής στόχων. Μη επανδρωμένα συστήματα, δορυφορικές εικόνες, αισθητήρες, ψηφιακά δίκτυα και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπουν την επεξεργασία δεδομένων σε ταχύτητες που πριν από λίγες δεκαετίες ήταν αδιανόητες. Η μεγαλύτερη ποσότητα δεδομένων δεν εξασφαλίζει αυτομάτως καλύτερες αποφάσεις.
Μια εικόνα είναι αυθεντική, αλλά προγενέστερη, διαφορετική από τον χρόνο που υποστηρίζει η λεζάντα της. Ένα βίντεο δείχνει πραγματική στρατιωτική δραστηριότητα χωρίς να αποδεικνύει τον σκοπό της. Μια σειρά ενδείξεων επιδέχεται περισσότερες από μία ερμηνείες. Η διάκριση ανάμεσα στην παρατήρηση και στο συμπέρασμα παραμένει, συνεπώς, θεμελιώδης για την επιτελική εργασία.
Ο έμπειρος αναλυτής δεν είναι εκείνος που εκφράζει πάντοτε βεβαιότητα, αλλά εκείνος που γνωρίζει ποια στοιχεία στηρίζουν την εκτίμησή του, ποια κενά παραμένουν και ποια νέα δεδομένα θα μπορούσαν να την ανατρέψουν. Η επαγγελματική κρίση δεν καταργεί την αβεβαιότητα· την καθιστά ορατή και διαχειρίσιμη.
Η προσέγγιση του Davitch αναδεικνύει την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η γνωστική ανθεκτικότητα ως αντικείμενο συστηματικής εκπαίδευσης. Στις ασκήσεις διοίκησης και επιτελικού σχεδιασμού μπορούν να ενσωματώνονται σενάρια με αντικρουόμενες αναφορές, παραποιημένα στοιχεία και γρήγορες μεταβολές της εικόνας της κατάστασης. Οι συμμετέχοντες πρέπει να καλούνται να αιτιολογούν γιατί εμπιστεύονται μια πηγή, πώς αξιολογούν την αβεβαιότητα και ποια πρόσθετα δεδομένα χρειάζονται πριν αποφασίσουν.
Η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν η τελική απόφαση ήταν ορθή. Χρειάζεται να εξετάζει και τη διαδικασία που οδήγησε σε αυτήν: αν εντοπίστηκαν οι αντιφάσεις, αν ζητήθηκε επιβεβαίωση και αν οι διαθέσιμες εναλλακτικές εκτιμήσεις εξετάστηκαν με επάρκεια.
Εξίσου σημαντικό είναι να μπορεί ένα κατώτερο στέλεχος να εκφράζει τεκμηριωμένη διαφωνία όταν εντοπίζει κενό στην εικόνα που έχει διαμορφώσει η διοίκηση. Η στρατιωτική πειθαρχία είναι απαραίτητη, αλλά η αποτελεσματική επιτελική λειτουργία προϋποθέτει χώρο για επαγγελματική αμφισβήτηση πριν από τη λήψη της απόφασης. Όταν οι άνθρωποι φοβούνται να αναφέρουν δυσάρεστα δεδομένα, η ηγεσία κινδυνεύει να αποφασίσει βάσει μιας εικόνας που επιβεβαιώνει τις αρχικές της πεποιθήσεις.
Η τελική ευθύνη παραμένει στην ηγεσία. Η γνωστική άμυνα δεν πρέπει να οδηγεί σε ατέρμονη αμφιβολία, αλλά σε έγκαιρες και τεκμηριωμένες αποφάσεις, με επίγνωση των ορίων των διαθέσιμων πληροφοριών.
Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού ΝΑΤΟ
Η παραπληροφόρηση ως εργαλείο στρατηγικής πίεσης
Η παραπληροφόρηση αποκτά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα όταν αξιοποιεί ήδη υπάρχουσες κοινωνικές εντάσεις, πολιτικές διαφωνίες ή δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Ένας ισχυρισμός που επιβεβαιώνει μια προϋπάρχουσα πεποίθηση ή αξιοποιεί μια πραγματική ανησυχία γίνεται συχνά πιο πειστικός από ένα εντελώς κατασκευασμένο αφήγημα.
Η χειραγώγηση δεν βασίζεται αναγκαστικά σε ψευδή γεγονότα από την αρχή έως το τέλος. Συχνά χρησιμοποιεί αληθινά στοιχεία σε παραπλανητικό πλαίσιο, επιλεκτική παράθεση δεδομένων, παλαιότερο οπτικό υλικό που εμφανίζεται ως πρόσφατο ή δηλώσεις αποκομμένες από τα συμφραζόμενά τους. Με αυτόν τον τρόπο, το κοινό οδηγείται σε συμπέρασμα πριν αποκτήσει την πλήρη εικόνα.
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης(European External Action Service – EEAS) καταγράφει δραστηριότητες ξένης χειραγώγησης και παρέμβασης στον πληροφοριακό χώρο, γνωστές ως FIMI (Foreign Information Manipulation and Interference). Η ευρωπαϊκή προσέγγιση εξετάζει δίκτυα, υποδομές και τρόπους διάδοσης, αντί να περιορίζεται στην αποσπασματική διάψευση μεμονωμένων ισχυρισμών [6][7].
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η διερεύνηση ενός περιστατικού πρέπει να εξετάζει τη συμπεριφορά των λογαριασμών που διαδίδουν μια πληροφορία, τη χρονική ακολουθία των δημοσιεύσεων, την πιθανή χρήση κοινού υλικού και την ύπαρξη τεκμηριωμένων δεσμών μεταξύ των εμπλεκομένων. Η αναδημοσίευση ενός μηνύματος από έναν χρήστη δεν σημαίνει ότι γνωρίζει την προέλευσή του ή συμμετέχει σε οργανωμένο δίκτυο. Η αξιοπιστία της ανάλυσης προϋποθέτει σαφή διάκριση ανάμεσα στην παρατήρηση, στην υπόθεση εργασίας και στο τελικό συμπέρασμα.
Η αξιοποίηση ανοικτών πηγών, γνωστή ως OSINT (Open-Source Intelligence), συμβάλλει στην επαλήθευση εικόνων και βίντεο, στη συσχέτιση δημόσιων δεδομένων και στην παρακολούθηση της διάδοσης συγκεκριμένων αφηγήσεων. Η χρήση της δεν αποτελεί αυτόματη εγγύηση ορθότητας. Η ποιότητα των συμπερασμάτων εξαρτάται από την αξιολόγηση των πηγών, τη μεθοδολογία και την ανεξάρτητη επιβεβαίωση.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται στην τεχνητή νοημοσύνη. Τα εργαλεία της βοηθούν στην ανάλυση μεγάλου όγκου δημοσιεύσεων, στη μετάφραση υλικού και στον εντοπισμό επαναλαμβανόμενων μοτίβων. Παράλληλα, ενδέχεται να παράγουν εσφαλμένα συμπεράσματα ή να παρουσιάζουν αβέβαιες εκτιμήσεις με πειστική γλωσσική μορφή. Η ανθρώπινη επαλήθευση και η καταγραφή των περιορισμών παραμένουν απαραίτητες.
Η τεχνολογία μπορεί να επιταχύνει την ανάλυση. Δεν μπορεί να απαλλάξει τον αναλυτή από την ευθύνη να ελέγχει αν τα στοιχεία επαρκούν για το συμπέρασμα που προτείνει.
Άσκηση κυβερνοεπιχειρήσεων
Η εμπειρία του ΝΑΤΟ την περίοδο 2019–2021: Η πανδημία ως δοκιμασία γνωστικής ανθεκτικότητας — Μια προσωπική εμπειρία από το SHAPE
Η περίοδος 2019–2021 αποτέλεσε σημαντική δοκιμασία για τη Συμμαχία, όχι μόνο ως προς την επιχειρησιακή ετοιμότητα, αλλά και ως προς τη διαχείριση της πληροφορίας, την επικοινωνία και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών. Η πανδημία COVID-19 δημιούργησε συνθήκες έντονης αβεβαιότητας, ενώ οι στρατιωτικοί οργανισμοί έπρεπε να διατηρήσουν τη λειτουργικότητά τους μέσα σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη υγειονομική και πληροφοριακή πραγματικότητα.
Για εμένα, η περίοδος αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό παράδειγμα που εξετάζεται εκ των υστέρων. Τη βίωσα υπηρετώντας στο Ανώτατο Στρατηγείο των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ευρώπη (SHAPE), ως ACOS (Assistant Chief of Staff for Military Cooperation), σε ένα περιβάλλον όπου η συνεργασία μεταξύ διαφορετικών εθνικών στρατιωτικών αντιλήψεων, προτεραιοτήτων και διαδικασιών αποτελούσε καθημερινή απαίτηση. Η εμπειρία αυτή ανέδειξε τη σημασία της κοινής αντίληψης της κατάστασης, της ψύχραιμης αξιολόγησης αντικρουόμενων πληροφοριών και του συντονισμού υπό συνθήκες αβεβαιότητας.
Κατά την πανδημία, το ΝΑΤΟ έπρεπε να διατηρήσει την επιχειρησιακή του ετοιμότητα και να υποστηρίξει τα κράτη-μέλη, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε προσπάθειες παραπληροφόρησης που αμφισβητούσαν τον ρόλο και την αξιοπιστία του. Από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 2020 καταγράφηκαν εκστρατείες παραπληροφόρησης που εκμεταλλεύονταν την αβεβαιότητα της πανδημίας και στόχευαν τη νατοϊκή παρουσία στην ανατολική πτέρυγα. Στις 20 και 21 Απριλίου 2020 καταγράφηκαν τρεις συντονισμένες επιχειρήσεις κατά της παρουσίας νατοϊκών δυνάμεων στη Λετονία, τη Λιθουανία και την Πολωνία [10].
Στη Λιθουανία κυκλοφόρησε πλαστή επιστολή που αποδιδόταν στον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ και εμφάνιζε τη Συμμαχία να σχεδιάζει την απόσυρση στρατευμάτων λόγω υποτιθέμενης έξαρσης κρουσμάτων COVID-19.
Στη Λετονία διαδόθηκε ψευδής ισχυρισμός ότι Καναδοί στρατιώτες της νατοϊκής δύναμης είχαν μεταφέρει τον ιό στη χώρα. Στην Πολωνία κυκλοφόρησε πλαστή επιστολή Πολωνού στρατιωτικού που εμφανιζόταν να επικρίνει την παρουσία αμερικανικών δυνάμεων και την άσκηση DEFENDER-Europe 20 [10].
Τα περιστατικά δείχνουν πώς μια πραγματική κρίση μπορεί να αξιοποιηθεί για να πληγεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, να δημιουργηθούν τριβές μεταξύ συμμάχων και να αμφισβητηθεί η αποδοχή της συμμαχικής παρουσίας από τις κοινωνίες. Η παραπληροφόρηση δεν χρειάζεται να δημιουργήσει την κρίση· συχνά εκμεταλλεύεται τις ήδη υπάρχουσες αβεβαιότητες και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτή γίνεται αντιληπτή.
Η προσωπική μου εμπειρία από το νατοϊκό επιτελικό περιβάλλον της περιόδου εκείνης ενισχύει ένα ευρύτερο στρατηγικό συμπέρασμα. Σε μια πολυεθνική συμμαχία, η κοινή αντίληψη της κατάστασης δεν είναι αυτονόητη. Τα κράτη-μέλη διαθέτουν διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες, διοικητικές διαδικασίες και ευαισθησίες. Η πολυεθνική σύνθεση αποτελεί πλεονέκτημα, επειδή επιτρέπει τη συνένωση διαφορετικών δυνατοτήτων και εμπειριών, αλλά απαιτεί συστηματική προσπάθεια ώστε οι επιμέρους εκτιμήσεις να μετατρέπονται σε κοινή επιχειρησιακή κατανόηση.
Τον Μάιο του 2021, το NATO Review δημοσίευσε την ανάλυση Countering cognitive warfare: awareness and resilience, η οποία εξέταζε πώς η χειραγώγηση της πληροφορίας, η πόλωση και η εκμετάλλευση ανθρώπινων γνωστικών αδυναμιών μπορούν να επηρεάσουν τη συλλογική κρίση και την κοινωνική συνοχή [8]. Η ανάλυση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για την ανάγκη προστασίας όχι μόνο των φυσικών και ψηφιακών συστημάτων, αλλά και της ικανότητας των ανθρώπων και των θεσμών να αξιολογούν αξιόπιστα την πληροφορία.
Για την Ελλάδα, το δίδαγμα είναι συγκεκριμένο. Σε περίοδο έντασης στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, μια πλαστή δήλωση συμμάχου, ένα παραποιημένο έγγραφο ή μια ψευδής πληροφορία για στρατιωτική κινητοποίηση επιδιώκει να επηρεάσει την κοινή γνώμη και να ασκήσει πίεση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η απάντηση απαιτεί έγκαιρη επαλήθευση, συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών και υπεύθυνη ενημέρωση.
Η εμπειρία της Συμμαχίας, σε συνδυασμό με τη δική μου υπηρεσιακή εμπειρία στο SHAPE, οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: η ανθεκτικότητα μιας συμμαχίας δεν εξαρτάται μόνο από τα οπλικά συστήματα και τις δομές διοίκησης, αλλά και από την ικανότητά της να διατηρεί κοινή επιχειρησιακή κατανόηση, να αξιολογεί νηφάλια την πληροφορία και να λαμβάνει συνεκτικές αποφάσεις υπό πίεση.
Γεωστρατηγικός χάρτης Αιγαίου
Από τη διάγνωση στην πράξη: Ένα πλαίσιο γνωστικής άμυνας για την Ελλάδα
Η ελληνική προσέγγιση στη γνωστική άμυνα χρειάζεται σαφείς αρμοδιότητες, λειτουργικές διαδικασίες και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η δημιουργία νέων δομών από μόνη της δεν βελτιώνει αυτομάτως την αποτελεσματικότητα. Προηγείται η αποσαφήνιση του:
ποιος εντοπίζει μια πιθανή απειλή,
ποιος επαληθεύει τα δεδομένα,
ποιος αξιολογεί τις επιπτώσεις και
ποιος αποφασίζει για την ενημέρωση ή την αντίδραση.
Πρώτον, κοινή μεθοδολογία αξιολόγησης πληροφοριών. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, οι αρμόδιες υπηρεσίες, οι φορείς πολιτικής προστασίας και οι υπηρεσίες επικοινωνίας χρειάζονται συμβατές βασικές αρχές αξιολόγησης, με σεβασμό στις ειδικές αρμοδιότητες και στα όρια πρόσβασης κάθε φορέα. Η προέλευση, ο χρόνος, η ανεξάρτητη επιβεβαίωση, οι εναλλακτικές εξηγήσεις και ο βαθμός βεβαιότητας πρέπει να καταγράφονται με σαφήνεια.
Δεύτερον, ενσωμάτωση της γνωστικής ανθεκτικότητας στη στρατιωτική εκπαίδευση. Οι ασκήσεις διοίκησης και επιτελικού σχεδιασμού πρέπει να περιλαμβάνουν ελεγχόμενα σενάρια παραπλανητικών αναφορών, αντικρουόμενων πληροφοριών και ταχείας διάδοσης φημών. Η αξιολόγηση πρέπει να εξετάζει αν το προσωπικό εντόπισε αντιφάσεις, ζήτησε πρόσθετη επιβεβαίωση και έλαβε εγκαίρως απόφαση. Η διαδικασία πρέπει να είναι εκπαιδευτική και όχι τιμωρητική.
Τρίτον, ουσιαστική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων φορέων. Η γνωστική άμυνα δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των Ενόπλων Δυνάμεων. Η διπλωματική υπηρεσία, οι αρμόδιες υπηρεσίες ασφάλειας, οι φορείς κυβερνοασφάλειας, η πολιτική προστασία και οι υπηρεσίες δημόσιας ενημέρωσης συντονίζονται σε ένα περιστατικό μέσω προκαθορισμένων διαδικασιών. Η συνεργασία προϋποθέτει σαφή όρια, προστασία των προσωπικών δεδομένων και διαδικασίες που επιτρέπουν την έγκαιρη ανταλλαγή χρήσιμων πληροφοριών.
Τέταρτον, αξιόπιστη δημόσια επικοινωνία. Όταν οι αρμόδιοι φορείς καθυστερούν να εξηγήσουν τι γνωρίζουν και τι παραμένει αδιευκρίνιστο, δημιουργείται κενό που καλύπτεται από εικασίες. Η έγκαιρη ενημέρωση δεν απαιτεί αποκάλυψη διαβαθμισμένων στοιχείων. Απαιτεί ακρίβεια, συνέπεια και σαφή διάκριση ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα δεδομένα και στις εκτιμήσεις.
Πέμπτον, αξιοποίηση της συμμαχικής συνεργασίας. Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει δυνατότητες ανταλλαγής εμπειρίας, κοινών ασκήσεων και αξιοποίησης μεθοδολογιών για την αντιμετώπιση της ξένης χειραγώγησης. Η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού έχει αναδείξει τη γνωστική άμυνα ως πεδίο ανάπτυξης εννοιών και σχετικών πρακτικών [2][9]. Η Ελλάδα συμβάλλει σε αυτή την προσπάθεια αξιοποιώντας την εμπειρία της σε ένα σύνθετο περιφερειακό περιβάλλον.
Έκτον, συστηματική μέτρηση της αποτελεσματικότητας. Η πρόοδος δεν πρέπει να μετριέται με τον αριθμό των διαψεύσεων ή των ενημερωτικών ανακοινώσεων. Χρειάζεται να εξετάζονται ο χρόνος εντοπισμού ενός περιστατικού, η ταχύτητα και η ακρίβεια της επαλήθευσης, η συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών και η δυνατότητα αποφυγής εσφαλμένων εκτιμήσεων. Η αξιολόγηση μετά από ασκήσεις και πραγματικά περιστατικά πρέπει να οδηγεί σε συγκεκριμένες διορθωτικές παρεμβάσεις.
Τέλος, διασφάλιση των δημοκρατικών ορίων. Η αντιμετώπιση οργανωμένης ξένης παρέμβασης δεν δικαιολογεί λογοκρισία, αυθαίρετη παρακολούθηση ή χαρακτηρισμό της νόμιμης κριτικής ως απειλής. Η εθνική ασφάλεια και η δημοκρατική λογοδοσία δεν είναι αντίπαλοι στόχοι. Η προστασία της χώρας είναι αποτελεσματικότερη όταν οι θεσμοί λειτουργούν με κανόνες, διαφάνεια και σεβασμό των δικαιωμάτων.
Κίμων
Η Ατζέντα 2030 και η επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα
Η γνωστική άμυνα συνδέεται άμεσα με τον εκσυγχρονισμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η ανανέωση των οπλικών συστημάτων, η ψηφιοποίηση, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και η βελτίωση της διακλαδικότητας είναι ουσιαστικές προϋποθέσεις για μια σύγχρονη αποτρεπτική δύναμη. Η επιχειρησιακή τους αξία, όμως, εξαρτάται και από τους ανθρώπους που καλούνται να τις αξιοποιήσουν.
Ένα σύστημα συγκεντρώνει τεράστιο όγκο δεδομένων, αλλά αν οι χρήστες του δεν διακρίνουν μια αξιόπιστη ένδειξη από μια παραπλανητική, η πληροφοριακή υπεροχή μετατρέπεται σε υπερφόρτωση. Η τεχνολογία προσφέρει δυνατότητες· η εκπαίδευση, η εμπειρία και η ανθρώπινη κρίση καθορίζουν τον τρόπο αξιοποίησής τους.
Η διάσταση αυτή πρέπει να συνυπολογίζεται στον σχεδιασμό μεταρρυθμίσεων όπως η Ατζέντα 2030. Η στελέχωση, η επαγγελματική ανάπτυξη, η διατήρηση της εμπειρίας και η εμπιστοσύνη μεταξύ διοίκησης και προσωπικού επηρεάζουν άμεσα την επιχειρησιακή ετοιμότητα. Οι οργανωτικές αλλαγές αποδίδουν περισσότερο όταν τα στελέχη κατανοούν τον σκοπό τους, διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα και έχουν ουσιαστικό ρόλο στην εφαρμογή τους.
Η γνωστική ανθεκτικότητα προϋποθέτει επαγγελματική κουλτούρα που ενθαρρύνει την ακρίβεια, την τεκμηριωμένη αμφισβήτηση και την έγκαιρη αναφορά προβλημάτων. Ένα στέλεχος που μπορεί να επισημάνει μια ασυνέπεια χωρίς να φοβάται ότι θα αντιμετωπιστεί ως ενοχλητικό συμβάλλει στην ποιότητα της συνολικής εκτίμησης.
Αντίθετα, όταν επιβραβεύονται μόνο οι εκτιμήσεις που επιβεβαιώνουν την αρχική άποψη της διοίκησης, αυξάνεται ο κίνδυνος να παραβλεφθούν κρίσιμα στοιχεία.
Η συνοχή δεν οικοδομείται μόνο με διαταγές και κανονισμούς. Ενισχύεται με επαγγελματισμό, συνέπεια, δικαιοσύνη, σαφείς στόχους και εμπιστοσύνη. Οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν την ανθεκτικότητα ενός οργανισμού απέναντι σε προσπάθειες που αξιοποιούν την απογοήτευση, την αβεβαιότητα ή την αίσθηση αδικίας.
Η γνωστική άμυνα αποτελεί, επομένως, ουσιαστικό συμπληρωματικό στοιχείο του αμυντικού μετασχηματισμού: όχι ως νέα εντυπωσιακή ονομασία, αλλά ως επένδυση στην ποιότητα της εκπαίδευσης, της διοίκησης και της λήψης αποφάσεων.
Η Πράσινη Γραμμή στη Λευκωσία
Η κοινωνική ανθεκτικότητα χωρίς φόβο και υπερβολές
Η γνωστική άμυνα δεν αφορά μόνο το στρατιωτικό προσωπικό. Σε περιόδους κρίσης, η ανθεκτικότητα μιας χώρας εξαρτάται και από την ικανότητα των πολιτών να αξιολογούν υπεύθυνα τις πληροφορίες που λαμβάνουν. Μια κοινωνία που μπορεί να διακρίνει την τεκμηριωμένη ενημέρωση από τον εντυπωσιασμό και την οργανωμένη παραπλάνηση διαθέτει καλύτερες προϋποθέσεις να διατηρήσει τη συνοχή της.
Η εκπαίδευση στον ψηφιακό γραμματισμό συμβάλλει ουσιαστικά. Οι πολίτες χρειάζεται να γνωρίζουν πώς να ελέγχουν την αρχική πηγή μιας είδησης, να αναζητούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση, να εντοπίζουν παλαιό οπτικό υλικό που παρουσιάζεται ως νέο και να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη ισχυρισμούς που προκαλούν έντονο φόβο ή οργή.
Τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα μέσα ενημέρωσης και οι δημόσιοι φορείς ενισχύουν αυτές τις δεξιότητες. Η ενημέρωση χρειάζεται να εξηγεί όχι μόνο ποιος ισχυρισμός είναι λανθασμένος, αλλά και πώς μπορεί να ελεγχθεί. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν οικοδομείται με την απαίτηση άκριτης αποδοχής των επίσημων ανακοινώσεων, αλλά με την ακρίβεια, τη διαφάνεια και την έγκαιρη διόρθωση των λαθών.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται απέναντι στην τεχνητή παραγωγή εικόνων, ήχου και βίντεο. Η τεχνολογία επιτρέπει τη δημιουργία υλικού που εμφανίζει ένα πρόσωπο να λέει ή να κάνει κάτι που δεν συνέβη. Η αυθεντικότητα ενός αρχείου δεν πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά από το πόσο πειστικό φαίνεται. Σε σοβαρά περιστατικά, απαιτείται έλεγχος της προέλευσης και διασταύρωση με ανεξάρτητες πηγές.
Υπάρχει, παράλληλα, και ο αντίστροφος κίνδυνος: να χαρακτηρίζεται ένα πραγματικό τεκμήριο ως «τεχνητό» χωρίς επαρκή εξέταση. Η κριτική αξιολόγηση πρέπει να εφαρμόζεται και στις δύο κατευθύνσεις, ώστε η κοινωνία να μην εγκλωβίζεται ούτε στην άκριτη αποδοχή ούτε στην καθολική δυσπιστία.
Για την Ελλάδα, η προστασία της κοινωνικής συνοχής έχει στρατηγική αξία. Οι διαφωνίες για την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, τις συμμαχίες και τις κυβερνητικές αποφάσεις αποτελούν φυσιολογικό στοιχείο μιας δημοκρατίας. Η απάντηση στην εχθρική επιρροή δεν είναι να εξαλειφθεί η διαφωνία, αλλά να προστατευθεί η δυνατότητα του δημόσιου διαλόγου να στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται να σκέφτεται ομοιόμορφα για να είναι ανθεκτική. Χρειάζεται να μπορεί να συζητά, να ελέγχει τους ισχυρισμούς και να μην επιτρέπει σε μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία να καθορίζει αυτομάτως τη στάση της απέναντι σε ένα κρίσιμο εθνικό ζήτημα.
Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης
Η γνωστική άμυνα ως παράγοντας εθνικής ισχύος
Η μελέτη του James M. Davitch προσφέρει μια χρήσιμη αφετηρία για τη συζήτηση γύρω από την αμυντική πλευρά του γνωστικού πολέμου. Η σημασία της για την Ελλάδα βρίσκεται στην ανάγκη να ενσωματωθεί η προστασία της ανθρώπινης κρίσης στην εκπαίδευση, στη διοίκηση και στον σχεδιασμό πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης [1].
Η πρακτική εφαρμογή αυτής της προσέγγισης απαιτεί συγκεκριμένες επιλογές:
κοινές διαδικασίες αξιολόγησης πληροφοριών,
εκπαίδευση με ρεαλιστικά σενάρια,
αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ αρμόδιων φορέων,
αξιόπιστη δημόσια επικοινωνία και
αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας με σαφή κριτήρια.
Δεν απαιτεί τη δημιουργία πολλών νέων δομών, αλλά την καλύτερη σύνδεση των υφιστάμενων δυνατοτήτων.
Έχοντας υπηρετήσει επί 38 χρόνια στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και 5 σε νατοϊκό περιβάλλον, θεωρώ ότι η διάσταση αυτή αξίζει να ενταχθεί ουσιαστικά στον εθνικό προβληματισμό για την άμυνα και την ασφάλεια. Η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την εκπαίδευση, την εμπειρία, την πειθαρχία και την ποιότητα της διοίκησης, αλλά και από την ικανότητα των στελεχών να αξιολογούν ψύχραιμα αντιφατικά στοιχεία και να αναγνωρίζουν πότε μια πληροφορία δεν επαρκεί για ασφαλές συμπέρασμα.
Η Ελλάδα χρειάζεται σύγχρονα μέσα και ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις. Χρειάζεται, παράλληλα, θεσμούς που αξιολογούν σωστά τις πληροφορίες, ηγεσίες που ακούν τεκμηριωμένες επισημάνσεις, στελέχη που εκπαιδεύονται να λειτουργούν υπό αβεβαιότητα και πολίτες που μπορούν να διακρίνουν την τεκμηρίωση από τον εντυπωσιασμό. Η συνδυασμένη αυτή ικανότητα ενισχύει την εθνική ανθεκτικότητα και υποστηρίζει την αξιοπιστία της αποτροπής.
Η προσπάθεια επηρεασμού της ανθρώπινης σκέψης αποτελεί υπαρκτή παράμετρο του σύγχρονου στρατηγικού ανταγωνισμού. Η αντιμετώπισή της απαιτεί ψυχραιμία, επαγγελματισμό, θεσμική νομιμότητα και συνεχή εκπαίδευση. Η ουσιαστική άμυνα βρίσκεται στην ικανότητα να εξετάζουμε τα δεδομένα, να αναγνωρίζουμε τα όρια της γνώσης μας και να αποφασίζουμε με πειθαρχία.
Η τελική δοκιμασία μιας σύγχρονης αμυντικής δύναμης είναι η ικανότητά της να αξιοποιεί σωστά τις δυνατότητές της όταν η πίεση είναι μεγάλη και ο χρόνος περιορισμένος. Σε αυτή τη δοκιμασία, η ποιότητα της ανθρώπινης κρίσης δεν αποτελεί δευτερεύουσα παράμετρο. Είναι μέρος της ίδιας της στρατιωτικής ισχύος.
Ανίχνευση παραποιημένων βίντεο
Βιβλιογραφία – Πηγές
[1] Davitch, James M., “Building the Mental Golden Dome: Arming the Joint Force for Defensive Cognitive Warfare”, Joint Force Quarterly, No. 120, National Defense University Press, 9 September 2026.
[2] NATO Allied Command Transformation, “Allied Command Transformation develops the Cognitive Warfare Concept to Combat Disinformation and Defend Against ‘Cognitive Warfare’”, 3 July 2024.
[5] Deppe, Christoph & Schaal, Gary S., “Cognitive warfare: a conceptual analysis of the NATO ACT cognitive warfare exploratory concept”, Frontiers in Big Data, 2024.
[6] European External Action Service (EEAS), “2025 Report on EEAS Activities to Counter Foreign Information Manipulation and Interference (FIMI)”, 24 June 2026.
Σημείωση: Η μελέτη του Davitch αποτελεί την αφετηρία της ανάλυσής μου, ενώ οι προτάσεις μου για την Ελλάδα συνιστούν στρατηγικές εισηγήσεις και τα παραδείγματα των ελληνικών πεδίων ενδιαφέροντος είναι υποθετικά σενάρια, όχι ισχυρισμοί ότι συγκεκριμένες επιχειρήσεις έχουν αποδεδειγμένα πραγματοποιηθεί στη χώρα. Η ενότητα για την περίοδο 2019–2021 βασίζεται στη δημόσια τεκμηρίωση του ΝΑΤΟ σχετικά με την παραπληροφόρηση κατά την πανδημία και στη σχετική ανάλυση του NATO Review, καθώς και στην προσωπική μου εμπειρία.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .
του Σπύρου Κάνουρα, Φυσικού, Περιβαλλοντικού Συμβούλου
Πρόσφατα είδαμε στον τύπο δημοσιεύματα σχετικά με την κατάταξη από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος ελληνικών πόλεων όσον αφορά στον εκτιμώμενο κίνδυνο θνησιμότητας από τη μακροχρόνια έκθεση του πληθυσμού στους πλέον επικίνδυνους αέριους ρύπους. Οι δεκατέσσερις ελληνικές πόλεις που αξιολογήθηκαν βρίσκονται στο χειρότερο 30% ανάμεσα σε 761 ευρωπαϊκές πόλεις, με την Θεσσαλονίκη στην 729η· μόλις 32 θέσεις από το τέλος…
Η πόλη μας έχει βρεθεί την τελευταία εικοσαετία επανειλημμένα στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και το Ελληνικό Δημόσιο έχει εγκληθεί για συστηματική και διαρκή υπέρβαση των ημερήσιων οριακών τιμών αερολυμάτων στην πόλη (πιο συγκεκριμένα αφορά τα αιωρούμενα σωματίδια PM₁₀) και για παράλειψη λήψης κατάλληλων μέτρων ώστε η διάρκεια των υπερβάσεων να περιοριστεί στο ελάχιστο δυνατό. Στις 23 Μαρτίου 2023 το Δικαστήριο της ΕΕ έλαβε καταδικαστική απόφαση επί του συγκεκριμένου θέματος.
Στο συνημμένο άρθρο της εφημερίδας ΑΥΓΗ, η Δάφνη Παρλιάρη (Daphne Parliari), μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Εργαστήριο Φυσικής της Ατμόσφαιρας του ΑΠΘ και στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, αναφερόμενη στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, την οποία μελετά συστηματικά, δηλώνει πολύ σωστά πως, “αυτό που απουσιάζει είναι μια πρωτοβουλία μεγάλης χωρικής και χρονικής κλίμακας, η οποία θα αξιοποιεί συστηματικά την επιστημονική γνώση που έχει ήδη παραχθεί για τη Θεσσαλονίκη“.
Βέβαια τέτοιες πρωτοβουλίες μεγάλης κλίμακας στον τομέα του περιβάλλοντος λείπουν γενικά από τις ελληνικές πόλεις και αυτό δεν είναι τυχαίο. Απορρέει από μια γενικότερη στάση η οποία μας χαρακτηρίζει ως χώρα και μας κρατά σε μια κατάσταση -βαθιάς πολλές φορές- αναποτελεσματικότητας, παρά το γεγονός ότι δεν μας λείπουν οι πόροι.
Από τότε που μπήκαμε στην τότε ΕΟΚ (στη συνέχεια ΕΕ) έχουμε δομήσει μια υπερτροφική “οικονομία υπηρεσιών μελέτης και διαπίστωσης”. Εκατομμύρια Ευρώ πηγαίνουν σε προγράμματα “μελέτης, καταγραφής και ανάδειξης” προβλημάτων και χιλιάδες άνθρωποι -υπάλληλοι δημοσίων οργανισμών, σύμβουλοι, μελετητές, ερευνητές, πανεπιστημιακοί, αλλά και απλοί πολίτες- εμπλέκονται και επωφελούνται ποικιλοτρόπως.
Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης της χώρας μας συμμετέχουν -συνήθως ως εταίροι και πιο σπάνια ως επικεφαλής επισπεύδοντες- σε άπειρα τέτοια προγράμματα και δίκτυα. Πληρώνουν μελετητές, προσλαμβάνουν εξωτερικούς συνεργάτες, μετατρέπουν προσωπικό σε “προγραμματολόγους”, το στέλνουν σε συναντήσεις οι οποίες συνήθως διαπιστώνουν και επαναδιατυπώνουν τα χιλιοδιαπιστωμένα, σε ένα μη παραγωγικό ως προς την ουσία, αποδοτικό όμως σε εντυπώσεις προς τους πολίτες-ψηφοφόρους παιχνίδι. Η ίδια αρρώστια έχει προσβάλει και τον ερευνητικό τομέα, ο οποίος παρά το εντυπωσιακό μέγεθός του και κάποιες ενθαρρυντικές κατατάξεις, δεν έχει, όσον αφορά στο πραγματικό κοινωνικό όφελος, τα αποτελέσματα που χρειάζεται μια χώρα που δυστυχώς παραμένει ουραγός στην καινοτομία και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Βέβαια, και στους ΟΤΑ και, πολύ περισσότερο στα ερευνητικά ιδρύματα, αλλά και σε άλλους τομείς, όπως στη βιομηχανία, υπάρχουν και εξαιρέσεις και μάλιστα αρκετές φορές λαμπρές· αυτές όμως απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Θα αναφερθώ σε ένα παράδειγμα το οποίο αφορά στο αστικό περιβάλλον και την υγεία και ασφάλεια των πολιτών: την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης των πόλεων· ένα κορυφαίο πρόβλημα του καιρού μας το οποίο επιδεινώνεται λόγω της προϊούσας κλιματικής αλλαγής, δημιουργώντας όλο και πιο αφόρητες συνθήκες σε όλο και περισσότερες ημέρες του καλοκαιριού.
Πέρα από τους βερμπαλισμούς των πολιτικών και παρά τις συμμετοχές σε σχετικά με το αντικείμενο ευρωπαϊκά προγράμματα, ελάχιστοι δήμοι φαίνεται να έχουν κατανοήσει την ουσία του προβλήματος και να προχωρούν στην αντιμετώπισή του μέσω της υλοποίησης Σχεδίων Δράσης για την ενέργεια και το κλίμα. Οι ελληνικές πόλεις (ανεξαρτήτως μεγέθους) με τη συμπαγή δόμησή τους, η οποία διαχρονικώς έχει αγνοήσει και παραβιάσει κάθε αρχή βιοκλιματισμού, πάσχουν κατά τους θερινούς μήνες από αφόρητη υπερθέρμανση, η οποία, παράλληλα με την ατμοσφαιρική ρύπανση, φθάνει συχνά σε απειλητικά για την υγεία των πολιτών επίπεδα.
Εν κατακλείδι, πρέπει να γίνει αντιληπτό πως οι όντως σημαντικές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει η παρούσα Δημοτική Αρχή για τον ευπρεπισμό και την βελτίωση της ζωής στην πόλη, πρέπει επιπλέον να βασίζονται στις αρχές του βιοκλιματικού σχεδιασμού και ταυτόχρονα να εξαπλωθούν σ’ όλη την πόλη (και στους λοιπούς δήμους του πολεοδομικού συγκροτήματος), σε κλίμακα η οποία θα φέρει αισθητά αποτελέσματα όσον αφορά στο περιβάλλον και το κλίμα της.
Ο αμερικανός πρέσβης στην τουρκία Τομ Μπαράκ(AP Photo/Riza Ozel)
Στα ελληνοτουρκικά αναφέρθηκε ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «η Ελλάδα και η Τουρκία διαφωνούν εις το διηνεκές, κάτι που είναι παράλογο».
«Το μόνο που πρέπει να κάνουν είναι να συνεργαστούν μεταξύ τους και να πουν ότι έχουμε δύο υπέροχους ενεργειακούς διαδρόμους και θα βοηθάμε ο ένας τον άλλον», πρόσθεσε.
U.S. Ambassador to Türkiye Tom Barrack:
Greece and Türkiye have been arguing forever, which is ridiculous.
All they have to do is align with each other and say, “Great, we’re going to have two energy corridors, and we’re going to help each other.”
O ίδιος αναφερόμενος στο Ιράν είπε ότι θα μπορούσε να πληγεί ακόμη και αυτό το Σαββατοκύριακο.
«Ο πρόεδρος Τραμπ υπήρξε πολύ σαφής. Είναι ανοιχτός, διαθέσιμος και πρόθυμος για μια συμφωνία. Κι εμείς βρισκόμαστε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων εδώ και πάρα πολλούς μήνες.
Όλοι συμφωνούν, σε γενικές γραμμές, ότι η επικείμενη πυρηνική απειλή έχει εκλείψει», τόνισε.
«Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να το διευθετήσουμε αυτό· κάτι που σημαίνει όχι αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, αλλά αλλαγή πολιτικής εκ μέρους του καθεστώτος στο Ιράν.
Και αυτό απαιτεί τη συμμετοχή και των δύο πλευρών. Πρέπει να ηρεμήσουμε και τις δύο πλευρές» κατέληξε.
Οι πολιτικές αντιλήψεις που διακατέχουν τους Γάλλους είναι εντελώς αντιφατικές για τα πεπραγμένα του κράτους τους: Από τη μια πλευρά η υποστήριξη της αποικιοκρατίας με τη ληστεία του Τρίτου Κόσμου και τις σφαγές στην Αλγερία, στην Ινδοκίνα και τη βία παντού όπου πάτησαν το πόδι τους. Με την στήριξη όχι μόνον της συντήρησης αλλά και των σοσιαλιστών. Ονομάστηκε σοσιαλιμπεριαλισμός η υποστήριξη της αφαίμαξης των χωρών της περιφέρειας χάριν των εργαζομένων της μητροπολιτικής Γαλλίας. Έτσι δημιουργήθηκαν οι θεσμοί και στην Ευρώπη που τη χαρακτηρίζουν ως πολιτισμένη, έτσι είχε φθάσει στην Belle Époque στις απαρχές του 20ου αιώνα. Από την άλλη πλευρά ήταν οι συνεχείς λαϊκοί αγώνες μέσα στη Γαλλία για τη δικαιότερη διανομή του προϊόντος της αποικιοκρατίας και την παραχώρηση δικαιωμάτων. Όμως μεταπολεμικά η αποικιοκρατία αποτελεί παρελθόν, οι συσχετισμοί της Γαλλίας με άλλες δυνάμεις έχουν ανατραπεί σε βάρος της. Παρόλα αυτά η Γαλλία χάρις στις λαϊκές αντιδράσεις παρέμενε το πλέον κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη. Γιαυτό ο νεοφιλελευθερισμός είναι περισσότερο αισθητός εκεί και προκαλεί αντιδράσεις αυτής της έκτασης
Στην ΕΕ, με το Μάαστριχτ, η αποδοχή του νεοφιλελευθερισμού θεωρείται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη μιας χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βίαιοι κοινωνικοί αγώνες στη Γαλλία εκδηλώθηκαν όταν άρχισαν να γίνονται φανερές οι αντικοινωνικές συνέπειες του Μάαστρχτ. Ο νεοφιλελευθερισμός ως αντικοινωνικός δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε δημοκρατίες εμπλουτισμένες με αρχές και σεβασμό στις ανθρώπινες αξίες. Ας μη ξεχνάμε ότι η πρόβα τζενεράλε επιβολής του νεοφιλελευθερισμού το 1973 στη Χιλή, με υποβολέα τα “Παιδιά του Σικάγο” του Μίλτον Φρίντμαν, συνοδεύτηκε από την εγκαθίδρυση στυγνής δικτατορίας επί χρόνια με χιλιάδες θύματα. Η πρώτη σημαντική δημοκρατική παρέκκλιση στη Γαλλία ήταν το δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα το 2005 όταν το “όχι” υπερίσχυσε με διαφορά. Το δημοψήφισμα δεν επαναλήφθηκε αλλά η Συνθήκη της Λισαβόνας που αντικατέστησε το Ευρωσύνταγμα, υπερψηφίστηκε από το κοινοβούλιο αγνοώντας το λαό ο οποίος είχε αποφανθεί αρνητικά.
Η επίφαση τςη δημοκρατίας χαρακτηρίζει τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία από το 2002. Ο πρόεδρος εκλέγεται τη δεύτερη Κυριακή, οποιοσδήποτε κι αν είναι ο υποψήφιος, προβάλλοντας ως φόβητρο την ακροδεξιά, τους Λεπέν δηλαδή. Προτάσσεται ο φόβος όχι η λειτουργία του πολιτεύματος, δημιουργώντας έτσι ρήγματα στο ίδιο το πολίτευμα Έχανε έτσι ο Γάλλος τη δυνατότητα επιλογής με αποτέλεσμα να υφίσταται τις νεοφιλελεύθερες και αντιδημοκρατικές αποφάσεις του εκλεγέντος μπροστά στο φόβο της ακροδεξιάς. Ώστε εκ των πραγμάτων να προκύπτει το ερώτημα ποιός εκ των υποψηφίων έκφραζε στην πράξη περισσότερο την ακροδεξιά.
Αποκορύφωμα της δημοκρατικής παρακμής υπήρξαν οι κοινοβουλευτικές εκλογές το 2024 από τον πρόεδρο Μακρόν: Ενώ την πρώτη Κυριακή των εκλογών, όταν καταγράφονται οι συσχετισμοί των κομμάτων, το κόμμα του Μακρόν κατατάχθηκε τρίτο, με πρώτη τη Λεπέν και δεύτερο τον Μελανσόν, και τη δεύτερη Κυριακή μετά την απόσυρση υποψηφίων άλλων κομμάτων για να αποτραπεί η επικράτηση της Λεπέν το κόμμα του Μακρόν κατατάχθηκε κοινοβουλευτικά δεύτερο, αγνόησε ο πρόεδρος τη λαϊκή βούληση στη συγκρότηση των κυβερνήσεων. Και προτίμησε να βυθίσει τη Γαλλία σε κυβερνητική κρίση εναλλάσσοντας τον ένα πρωθυπουργό της αρεσκείας του μετά τον άλλο παρά να σεβαστεί τη λαϊκή βούληση. Σήμερα εισπράττει το τίμημα.
Όταν οι αρχές λειτουργίας της δημοκρατίας καταπατούνται κατ’ εξακολούθηση έρχονται στιγμές όπου η συσσωρευμένη αγανάκτηση εκρήγνυται. Ο Μαρξ έλεγε ότι οι επαναστάσεις είναι η ατμομηχανή της ιστορίας. Αντίθετα ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θεωρούσε ότι οι επαναστάσεις είναι μια προσπάθεια των επιβατών αυτού του τρένου να σημάνουν το σήμα του κινδύνου. Μοιάζει μάλλον με μια συνειδητή πράξη για να σταματήσει η τραγική κούρσα του τρένου πριν φθάσει στον προορισμό του, ώστε να αποφευχθούν τα χειρότερα. Βέβαια το Nuit Depout επί Ολάντ, τα Κίτρινα Γιλέκα, και τα τελευταία γεγονότα, δεν είναι επαναστάσεις, είναι εξεγέρσεις, αλλά οι διαδηλωτές διαπνέονται από το ίδιο κίνητρο. Δεν αμφισβητούν το σύστημα, αλλά επιδιώκουν να τροχοπεδήσουν την πορεία του νεοφιλελευθερισμού
Ο μοναδικός τρόπος να αντιμετωπιστούν τα εξεγερσιακά φαινόμενα, δεν είναι η καταστολή αλλά η ολόπλευρη λειτουργία της δημοκρατίας με παρεμβάσεις μάλιστα που θα αναβαθμίζουν το ρόλο του πολίτη και θα περιορίζουν τις δικαιοδοσίες των αντιπροσώπων τους ώστε να μειωθεί το χάσμα που υφίσταται μεταξύ λαού και κοινοβουλίου. Διότι σε συνθήκες δημοκρατίας δεν μπορεί να βρει πεδίο εφαρμογής ο νεοφιλελευθερισμός.
Η Αίγυπτος δεν φαίνεται να δελεάζεται από το επιχείρημα της Τουρκίας, το οποίο υιοθετούν και ορισμένες φωνές στο εσωτερικό της χώρας, ότι η αποδοχή του τουρκολιβυκού μνημονίου θα της εξασφάλιζε ευνοϊκότερες θαλάσσιες διευθετήσεις. Η συζήτηση στον αιγυπτιακό δημόσιο λόγο σημειώνει τα όρια της προσέγγισης Καΐρου-Άγκυρας: η αποκατάσταση των σχέσεων ανοίγει πεδία συνεργασίας, αλλά οι διαφορές παραμένουν εκεί όπου διακυβεύονται κυριαρχικά δικαιώματα και στρατηγικά συμφέροντα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρέμβαση του αρχισυντάκτη Ιμάντ Ελ-Ντιν Χουσεΐν της εφημερίδας «Σουρούκ», ο οποίος αντικρούει τους ισχυρισμούς περί αιγυπτιακού οφέλους από το μνημόνιο. Η συλλογιστική του, συνδέει την απόρριψή του με την προστασία των εθνικών συμφερόντων και αμφισβητεί την ερμηνεία ότι το Κάιρο ενεργεί για να ικανοποιήσει τρίτες χώρες. Η αντίθεση στην τουρκολιβυκή χάραξη παρουσιάζεται, επομένως, ως σταθερή επιλογή, η οποία διατηρείται παρά τη βελτίωση των σχέσεων με την Τουρκία.
Δεδομένων των περιορισμένων περιθωρίων ανεξαρτησίας του αιγυπτιακού Τύπου, η κατηγορηματική αυτή τοποθέτηση αποκτά πρόσθετη πολιτική βαρύτητα. Χωρίς να υποκαθιστά την επίσημη θέση, ενισχύει την εκτίμηση ότι το Κάιρο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον θαλάσσιο φάκελο με γνώμονα τα δικά του συμφέροντα. Σε αυτή τη βάση εδράζεται και η ουσιαστική σύγκλιση με την Αθήνα, που αντλεί την αντοχή της από συγκεκριμένες κοινές επιδιώξεις.
Ακολουθεί αυτούσιο το άρθρο του Ιμάντ Ελ-Ντιν Χουσεΐν.
Ισχυρισμοί ότι η Αίγυπτος ωφελείται από την τουρκο-λιβυκή συμφωνία!!
Ιμάντ Ελ-Ντιν Χουσεΐν
Την περασμένη εβδομάδα, το λιβυκό κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης επικύρωσε τη συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών που υπεγράφη με την Τουρκία τον Νοέμβριο του 2019. Αξίζει να σημειωθεί ότι το εν λόγω κοινοβούλιο ήταν προηγουμένως σφόδρα αντίθετο στη συμφωνία η οποία είχε υπογραφεί από την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) υπό τον Φαγιέζ αλ-Σαράτζ, ωστόσο τώρα άλλαξε αιφνιδίως στάση, ωθούμενο από υπολογισμούς ισχύος εντός της οικογένειας του Χαλίφα Χαφτάρ· ένα ζήτημα που χρήζει περαιτέρω συζήτησης.
Την Τετάρτη, το αιγυπτιακό Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία απορρίπτει τη συμφωνία στο σύνολό της. Το Υπουργείο δήλωσε ότι το μνημόνιο συμφωνίας είναι «άκυρο και ανυπόστατο, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν έχει καμία επίπτωση για την Αίγυπτο». Πρόσθεσε δε ότι η συμφωνία παραβιάζει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) του 1982 και θίγει σαφώς τα κυριαρχικά δικαιώματα της Αιγύπτου εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της υφαλοκρηπίδας της.
Εκείνο που προκαλεί έκπληξη, αλλά και υποψίες, είναι ότι, παρά ταύτα, ακούγονται φωνές είτε από αφελείς, είτε από ανθρώπους ελλιπώς ενημερωμένους, είτε από άτομα με απώτερα κίνητρα που αναπαράγουν το αφήγημα ότι η συμφωνία αυτή, στην πραγματικότητα, ωφελεί την Αίγυπτο και της παρέχει διευρυμένα θαλάσσια δικαιώματα.
Ενώ είναι αναμενόμενο η Τουρκία και ο σύμμαχός της η κυβέρνηση που εδρεύει στην Τρίπολη να προβάλλουν τέτοιους ισχυρισμούς, είναι πραγματικά παράδοξο και εξαιρετικά ύποπτο να ακούγονται τα ίδια επιχειρήματα και από φωνές εντός της ίδιας της Αιγύπτου!
Δεν είμαι ειδικός στο Δίκαιο της Θάλασσας, ωστόσο έχω ερευνήσει, διαβάσει και εξετάσει το κατά πόσον η Αίγυπτος πρόκειται όντως να ωφεληθεί από τη συμφωνία αυτή και δεν βρήκα κανένα απολύτως στοιχείο που να στηρίζει έναν τέτοιο ισχυρισμό. Η ανακοίνωση του αιγυπτιακού Υπουργείου Εξωτερικών αναφέρει ρητά ότι το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο οριοθετεί μια θαλάσσια ζώνη μεταξύ των δύο χωρών βάσει συγκεκριμένων συντεταγμένων, οι οποίες έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τα απόλυτα θαλάσσια δικαιώματα της Αιγύπτου. Επιπλέον, συχνά παραβλέπεται το γεγονός ότι, πέρυσι, η Αίγυπτος υπέβαλε έγγραφο στα Ηνωμένα Έθνη, εκφράζοντας την αντίρρησή της για ένα μνημόνιο κατανόησης το οποίο υπεγράφη στις 25 Ιουνίου 2023 μεταξύ της Εθνικής Εταιρείας Πετρελαίου της Λιβύης και της Τουρκικής Εταιρείας Πετρελαίου και αφορά γεωλογικές και γεωφυσικές μελέτες, καθώς και σεισμικές έρευνες, σε τέσσερις θαλάσσιες ζώνες. Στο αιγυπτιακό έγγραφο αναφέρεται ότι το εν λόγω μνημόνιο παραβιάζει τα θαλάσσια σύνορα της Αιγύπτου, ενώ απορρίπτεται ρητά οποιαδήποτε δραστηριότητα βασίζεται σε αυτό.
Το ζήτημα αυτό μας επαναφέρει σε ένα απλό ερώτημα: Είναι δυνατόν η Αίγυπτος να απέρριπτε μια συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, εάν αυτή ήταν πράγματι προς το συμφέρον της;
Και οφείλουμε άραγε να πιστέψουμε εκείνους που επαναλαμβάνουν, σαν να παπαγαλίζουν, τον ισχυρισμό ότι η αντίθεση της Αιγύπτου αποτελεί απλώς μια κίνηση κατευνασμού προς την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ;
Τέτοιοι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν κατανοητοί εάν η συμφωνία δεν έθιγε τα συμφέροντά μας, ή εάν η αντίθεσή μας αποτελούσε απλώς έναν τρόπο αντιπαράθεσης με την Τουρκία δεδομένης της μακράς ιστορίας των διαφορών μας. Ωστόσο, οι αιγυπτo-τουρκικές σχέσεις έχουν, έκτοτε, σε μεγάλο βαθμό εξομαλυνθεί, ενώ είναι γνωστό ότι οι δεσμοί της Αιγύπτου με την ανατολική Λιβύη ήταν εξαιρετικά ισχυροί μέχρι και τη στιγμή της επικύρωσης της εν λόγω συμφωνίας.
Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου για το θέμα αυτό, εντόπισα ορισμένες σημαντικές επισημάνσεις από τον Ahmed Ismail στην πλατφόρμα X. Ο ίδιος παρέχει μια τεκμηριωμένη εξήγηση της πραγματικής κατάστασης και καταρρίπτει τον μύθο ότι η τουρκο-λιβυκή συμφωνία είναι νομικά έγκυρη ή ότι η Αίγυπτος πρόκειται να ωφεληθεί από αυτήν. Σημειώνει ότι, δεδομένης της εξειδίκευσής του στην ανάλυση δορυφορικών εικόνων, γεωδαιτικών δεδομένων και ακριβών υπολογισμών συντεταγμένων για την παρατήρηση της Γης, τίποτα δεν τον διασκεδάζει περισσότερο από το να βλέπει προσπάθειες χειραγώγησης της φυσικής γεωγραφίας και της φυσικής τουλάχιστον στα χαρτιά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ένα πολιτικό αφήγημα, το οποίο παρουσιάζει τη συμφωνία Λιβύης-Τουρκίας ως έγκυρη και επωφελή για την Αίγυπτο.
Υπογραφή της συμφωνίας μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου, Κάιρο, 6 Αυγούστου 2020. Πηγή: Anadolu Agency.
Είναι γνωστό ότι η Τουρκία ούτε έχει υπογράψει ούτε έχει αναγνωρίσει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) του 1982.
Οι δορυφορικές εικόνες, τα δεδομένα και οι συντεταγμένες καταδεικνύουν σαφώς ότι η τουρκική υφαλοκρηπίδα η οποία εκτείνεται από το ανατολικό οροπέδιο της Ανατολίας δεν παρουσιάζει καμία φυσική συνέχεια προς τις ακτές της Λιβύης. Αυτό οφείλεται στην παρουσία του Ελληνικού Τόξου, της βαθιάς Ελληνικής Τάφρου, των Τάφρων του Πλινίου και του Στράβωνα, καθώς και της Λεκάνης του Ηροδότου. Στις περιοχές αυτές, ο φλοιός της Γης βυθίζεται σε βάθη που υπερβαίνουν τα 4.000 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, δημιουργώντας μια τεκτονική και γεωλογική ασυνέχεια που διακόπτει κάθε άμεση ηπειρωτική σύνδεση μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Επιπλέον, το τεράστιο, ορεινό νησί της Κρήτης λειτουργεί τόσο ως γεωλογικό όσο και ως κυριαρχικό εμπόδιο ένα εμπόδιο που δεν μπορεί να παρακαμφθεί γεωμετρικά. Κατά συνέπεια, το νησί μια μεγάλη, κατοικημένη επικράτεια διαθέτει εδραιωμένη ιστορική και νομική κυριαρχία, η οποία αναγνωρίζεται βάσει της Συνθήκης του Ουσί του 1912 και της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 (στις οποίες η Τουρκία ήταν συμβαλλόμενο μέρος), καθώς και της συνθήκης του 1947.
Ο Ισμαήλ προσθέτει ότι όλες οι συμφωνίες οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν σεβαστεί τις αρχές της παράκτιας προβολής και τα δικαιώματα των νησιών. Αντιθέτως, η γραμμή προβολής της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας διασχίζει κατά τρόπο αντικανονικό τις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ) άλλων κρατών, συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου ένα προηγούμενο χωρίς ανάλογο στην ιστορία του δικαίου της θάλασσας. Ο Ισμαήλ καταλήγει σε ένα σημαντικό συμπέρασμα, απαντώντας στον ισχυρισμό ότι η Αίγυπτος ενδέχεται να επωφεληθεί από αυτή τη συμφωνία: δηλώνει σαφώς ότι το ανατολικό όριο της λιβυκής υφαλοκρηπίδας όπως καθορίζεται στη συμφωνία με την Τουρκία εκτείνεται ανατολικά της γραμμής του Σαλλούμ. Το όριο αυτό εισέρχεται πλήρως στα χωρικά ύδατα, τη συνορεύουσα ζώνη και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Αιγύπτου, συνιστώντας κατάφωρη παραβίαση της αιγυπτιακής κυριαρχίας.
Ο «Τάφρος του Πλινίου» είναι μια βαθιά, επιμήκη υποθαλάσσια κοιλότητα νότια–νοτιοανατολικά της Κρήτης, η οποία φέρει το όνομά του. Σε έγγραφο ονοματοδοσίας που έχει αναρτηθεί στον ΟΗΕ αναφέρεται μέγιστο βάθος περίπου 4.450 μέτρων.
Η Συνθήκη του Ουσί (Ouchy), περιοχής της Λωζάννης στην Ελβετία. Υπογράφηκε στις 18 Οκτωβρίου 1912, μεταξύ Ιταλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και τερμάτισε τον ιταλοτουρκικό πόλεμο. Είναι γνωστή και ως Συνθήκη της Λωζάνης του 1912.
Ωστόσο, η σύνδεσή της με την ελληνική κυριαρχία στην Κρήτη στο άρθρο είναι ανακριβής. Το κείμενο της συνθήκης αφορά την Τριπολίτιδα, την Κυρηναϊκή και τα υπό ιταλική κατοχή νησιά του Αιγαίου, δεν αποτελεί πράξη αναγνώρισης της Κρήτης ως ελληνικής επικράτειας.
«Γεωδαιτικών» σημαίνει σχετικών με τη γεωδαισία, την επιστήμη που μετρά με ακρίβεια το σχήμα και τις διαστάσεις της Γης, καθώς και τη θέση σημείων στην επιφάνειά της.
Στο συγκεκριμένο κείμενο, «γεωδαιτικά δεδομένα» είναι οι ακριβείς συντεταγμένες, οι αποστάσεις και οι μετρήσεις που χρησιμοποιούνται για τη χαρτογράφηση ακτών και θαλάσσιων περιοχών.
Μια επιστολή που αποδίδεται στον πρώην Αρχιεπίσκοπο Σινά Δαμιανό περιλαμβάνει μια βαριά καταγγελία. «Δυστυχώς η Μονή “πουλήθηκε” από την Ελληνική Κυβέρνηση στην Αιγυπτιακή», αναφέρεται στο κείμενο που δημοσιοποίησε ο Παύλος Πολάκης. Πρόκειται για ευθεία κατηγορία, η οποία δεν μπορεί ούτε να υιοθετηθεί άκριτα, αλλά ούτε να προσπεραστεί.
Πριν από όλα, χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε τι γνωρίζουμε. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο εκπρόσωπος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ανέφερε ότι η επιστολή δεν συζητήθηκε, καθώς δεν υπήρχαν επαρκή εχέγγυα γνησιότητάς της. Συνεργάτες του Δαμιανού, ωστόσο, επιβεβαίωσαν ότι είχε αποσταλεί προσωπική επιστολή προς τον Ιερώνυμο. Αυτό αποτελεί ένδειξη προέλευσης, όχι ανεξάρτητη πιστοποίηση του συγκεκριμένου αντιγράφου. Ούτε φυσικά η καταγγελία περί ξεπουλήματος έχει αποδειχθεί. Η επιφύλαξη αυτή δεν ακυρώνει το ζήτημα που θέτει, αλλά επιβάλλει να εξετάσουμε τα πραγματικά δεδομένα.
Στην επιστολή γίνεται λόγος για αμφισβήτηση δεκαπέντε αιώνων ιστορίας και προσφοράς. Επικαλείται επίσης δημοσίευμα της ιταλικής Corriere della Seraτον Ιούνιο του 2025, στο οποίο αποδίδεται στην Ελλάδα η κατηγορία ότι «πούλησε το παρελθόν της». Διατυπώθηκαν τότε αιχμές για το ενδεχόμενο η υπόθεση της Μονής να εντάσσεται σε ευρύτερες ελληνοαιγυπτιακές διαπραγματεύσεις. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει παρουσιαστεί τεκμήριο που να αποδεικνύει συγκεκριμένο αντάλλαγμα.
Το πιο αιχμηρό σημείο της επιστολής αφορά τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Η προωθούμενη συμφωνία χαρακτηρίζεται «νεοαποικιστική», ενώ διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι ούτε ο ίδιος έχει διαβάσει το περιεχόμενό της. Οι μοναχοί που αρνούνται να υπογράψουν παρουσιάζονται ως άνθρωποι που έχουν δίκιο να αντιστέκονται και όχι ως εμπόδιο που πρέπει να παραμεριστεί για να κλείσει η εκκρεμότητα.
Η επίκληση της υστεροφημίας και η προειδοποίηση να μη μείνει η Εκκλησία της Ελλάδος στην ιστορία ως συνεργός μιας τέτοιας απώλειας μεταφέρουν τη διαμάχη από το επίπεδο της διαπραγμάτευσης σε εκείνο της ιστορικής ευθύνης. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι ποιος θα δικαιωθεί επικοινωνιακά, αλλά τι ακριβώς προβλέπει η συμφωνία και ποια δικαιώματα διασφαλίζει.
Χρειάζεται, στο σημείο αυτό, να διακρίνουμε τη στάση της Ιεράς Συνόδου από την έγκριση των όρων μιας συμφωνίας. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις του εκπροσώπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αποφασίστηκε η αποστολή επιστολής συμπαράστασης προς τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο Σινά Συμεών, με την ευχή οι προσπάθειές του να αποβούν προς όφελος της Αδελφότητας και της Μονής. Η Σύνοδος δεν είχε λάβει το κείμενο της συμφωνίας και, συνεπώς, δεν γνώριζε τους όρους του…
Παράλληλα, ο Ιερώνυμος διέψευσε ότι στηρίζει τη συγκεκριμένη συμφωνία. Όπως διευκρινίστηκε, το μέλλον της Μονής αφορά πρωτίστως την ίδια την Αδελφότητα. Άλλο, λοιπόν, η συμπαράσταση στον Συμεών και άλλο η έγκριση μιας συγκεκριμένης διευθέτησης. Η σύγχυση των δύο δημιουργεί εντυπώσεις που δεν στηρίζονται στα διαθέσιμα στοιχεία.
Ας αφήσουμε, όμως, τις επιστολές και τις δηλώσεις. Υπάρχει ένας πραγματικός λόγος ανησυχίας, ο οποίος δεν εξαρτάται από το ποιος υποστηρίζει τι.
Η αιγυπτιακή οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Egyptian Initiative for Personal Rights εξέτασε την απόφαση του Εφετείου Ισμαηλίας της 28ης Μαΐου 2025, η οποία αφορούσε 71 επίδικα ακίνητα. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, το δικαστήριο δεν αναγνώρισε την κυριότητα της Αρχιεπισκοπής επί των επίδικων εκτάσεων. Για ορισμένους χώρους αναγνώρισε μορφές θρησκευτικής κατοχής, ενώ για άλλες εκτάσεις διέταξε την αποβολή και την παράδοσή τους μαζί με εγκαταστάσεις και φυτεύσεις.
Η διάκριση είναι ουσιώδης. Μπορεί να διατηρείται η δυνατότητα τέλεσης της λατρείας χωρίς να αναγνωρίζεται η ιδιοκτησία. Μπορεί οι ακολουθίες να συνεχίζονται, ενώ η μοναστική κοινότητα χάνει εκτάσεις και πόρους που στηρίζουν την καθημερινή ζωή της.
Η Μονή Σινά δεν είναι μόνο ένας ναός που ανοίγει για τους προσκυνητές και τους επισκέπτες, αλλά είναιμια ζωντανή κοινότητα, η περιουσία της, οι χώροι που χρησιμοποιεί, τα αρχεία και τα κειμήλιά της, η δυνατότητα να διοικείται και να συνεχίζει απρόσκοπτα την αποστολή της. Η προστασία του θρησκευτικού χαρακτήρα δεν ταυτίζεται με την προστασία της ιδιοκτησίας και της αυτονομίας της.
Η αιγυπτιακή Προεδρία έχει δεσμευτεί για τη διατήρηση του ιδιαίτερου και ιερού θρησκευτικού καθεστώτος της Μονής. Η δημόσια αυτή δέσμευση, όμως, δεν ισοδυναμεί από μόνη της με αναγνώριση της κυριότητας στα επίδικα ακίνητα.
Υπάρχει, μάλιστα, ένα στοιχείο που καθιστά αναγκαία τη σύγκριση. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής τον Μάιο του 2025, προηγούμενο σχέδιο συμφωνίας προέβλεπε αναγνώριση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας της Μονής και αυτονομία στη διαχείριση των εσωτερικών, διοικητικών και θρησκευτικών υποθέσεών της. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι ίδιες εγγυήσεις διατηρούνται στη σημερινή διευθέτηση. Χωρίς το πλήρες κείμενό της, δεν μπορούμε να αποφανθούμε ότι εγκαταλείφθηκαν. Μπορούμε, όμως, να απαιτήσουμε να γνωστοποιηθούν.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Η καταγγελία περί ξεπουλήματος δεν αποδεικνύεται μόνο από την ύπαρξη μιας δικαστικής απόφασης ούτε από τις αντιδράσεις του Δαμιανού. Αντίστοιχα, η επίκληση της προστασίας της λατρείας δεν αρκεί για να αποδείξει ότι διασφαλίζεται το σύνολο των δικαιωμάτων της Μονής.
Ούτε, βέβαια, κάθε συμβιβασμός συνιστά παράδοση. Εάν μια συμφωνία μπορεί να προστατεύσει ουσιαστικά την Αδελφότητα από δυσμενέστερες δικαστικές εξελίξεις, τότε οφείλουμε να εξετάσουμε σοβαρά τα οφέλη της. Όποιος απορρίπτει κάθε συμβιβασμό πρέπει επίσης να εξηγήσει ποια ασφαλέστερη λύση προτείνει. Αυτό, όμως, προϋποθέτει γνώση των πραγματικών όρων και όχι διαβεβαιώσεις από τη μία πλευρά ή καταγγελίες από την άλλη.
Στο μεταξύ, μια πολύ πρόσφατη εξέλιξη προσθέτει νέα διάσταση στο διπλωματικό πλαίσιο.
Στις 22 Οκτωβρίου 2026, οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Αιγύπτου, Γιώργος Γεραπετρίτης και Μπαντρ Αμπντελάτι, επικοινώνησαν τηλεφωνικά για τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και τη συνέχιση των συνομιλιών για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Στο επίκεντρο βρίσκεται η προοπτική επέκτασης της ελληνοαιγυπτιακής οριοθέτησης προς ανατολάς, στην κατεύθυνση της Κύπρου, σε μια περίοδο κατά την οποία η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης προσθέτει νέα πίεση στο περιφερειακό περιβάλλον.
Η ανάγκη συνεννόησης με το Κάιρο είναι προφανής. Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να ενισχύσει τη συνεργασία της με την Αίγυπτο και να διαμορφώσει ισχυρότερη νομική και διπλωματική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε κάθε διμερές ζήτημα απομονωμένα από το συνολικό πλαίσιο των σχέσεων των δύο χωρών.
Δεν υπάρχει αποδεδειγμένη σύνδεση ανάμεσα στην υπόθεση της Μονής και στις διαπραγματεύσεις για την ΑΟΖ. Η χρονική συγκυρία, ωστόσο, δικαιολογεί ερωτήματα που η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με διαφάνεια. Ποιο ακριβώς καθεστώς θα κατοχυρωθεί για τη Μονή και την περιουσία της; Ποιες δεσμευτικές εγγυήσεις έχει εξασφαλίσει η Αθήνα; Έχουν εξεταστεί οι συνέπειες της συμφωνίας για τη διοίκηση και τη μακροχρόνια αυτονομία της Αδελφότητας; Γιατί δεν δημοσιοποιούνται οι όροι που θα καθορίσουν το μέλλον ενός από τα σημαντικότερα ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία του ελληνισμού;
Η ΑΟΖ αποτελεί ζήτημα εθνικού συμφέροντος. Η Μονή Σινά αποτελεί ζήτημα ιστορίας, πίστης, περιουσίας και θεσμικής συνέχειας. Δεν έχουμε στοιχεία, ούτε φανταζόμαστε, ότι το ένα ανταλλάσσεται με το άλλο. Έχουμε, όμως, κάθε λόγο να απαιτούμε αποδείξεις ότι και τα δύο προστατεύονται με σαφείς και δεσμευτικές εγγυήσεις.
Η διαφάνεια δεν είναι εχθρός της διπλωματίας, αλλά προϋπόθεση για να διακρίνουμε έναν αναγκαίο συμβιβασμό από μια αδικαιολόγητη υποχώρηση. Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει στις καταγγελίες με στοιχεία και να παρουσιάσει τους όρους της διευθέτησης. Η εκκλησιαστική ηγεσία να ξεκαθαρίσει τι γνωρίζει και τι στηρίζει, και όσοι αντιδρούν να τεκμηριώσουν τι ακριβώς απορρίπτουν και ποια εναλλακτική λύση προτείνουν.
Μέχρι τότε, ας μη βιαζόμαστε να πανηγυρίσουμε. Αν τελικά οι μοναχοί εξασφαλίσουν μόνο την άδεια να παραμένουν εκεί όπου επί αιώνες ζούσαν, θα χρειαστεί μεγάλη επικοινωνιακή τέχνη για να παρουσιαστεί αυτό ως θρίαμβος.
Οι καμπάνες μπορεί να συνεχίσουν να χτυπούν. Ας μη μας ζητήσουν να χτυπάμε κι εμείς παλαμάκια.
…… Η επιστολή που δημοσιοποιήθηκε από τον Παύλο Πολάκη και αποδίδεται στον πρώην Αρχιεπίσκοπο Σινά Δαμιανό. Σύμφωνα με τα Παραπολιτικά, συνεργάτες του επιβεβαίωσαν την αποστολή προσωπικής επιστολής προς τον Ιερώνυμο, ενώ ο εκπρόσωπος της ΔΙΣ δήλωσε ότι δεν υπήρχαν εχέγγυα γνησιότητάς της. Το συγκεκριμένο αντίγραφο αναδημοσιεύεται με αυτή την επιφύλαξη, χωρίς ανεξάρτητη πιστοποίηση της γνησιότητάς του.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.
Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι διασφαλίζεται το μέλλον της Μονής Αγίας Αικατερίνης, αλλά οι ακριβείς όροι της συμφωνίας με την Αίγυπτο παραμένουν άγνωστοι στο ευρύ κοινό. Τα ερωτήματα για το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τα δικαιώματα των μοναχών και τις νομικές εγγυήσεις.
Ως ιστορική εξέλιξη για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία παρουσίασε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, το Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026, τη συμφωνία που έχει επιτευχθεί μεταξύ της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά και του αιγυπτιακού Δημοσίου.
Σύμφωνα με την επίσημη δήλωση του υπουργού Εξωτερικών, η συμφωνία δημιουργεί σταθερό νομικό θεμέλιο για τη λειτουργία της Μονής, κατοχυρώνει διαρκώς τον θρησκευτικό χαρακτήρα της και των εκκλησιαστικών κτημάτων και προβλέπει άδειες παραμονής μακράς διάρκειας για τους μοναχούς.
Πρόκειται για διαβεβαιώσεις ιδιαίτερης σημασίας, εφόσον αποτυπώνονται με σαφήνεια και δεσμευτικό τρόπο στο συμφωνημένο κείμενο.
Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιώδης εκκρεμότητα: το πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα.
Η απουσία του κειμένου δεν επιτρέπει την ανεξάρτητη αξιολόγηση των προβλεπόμενων εγγυήσεων, ιδιαίτερα σε μια υπόθεση που αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την ιστορική συνέχεια και τη λειτουργία ενός από τα σημαντικότερα μοναστικά κέντρα της Ορθοδοξίας.
Η συμφωνία έγινε αποδεκτή, αλλά δεν έχει ακόμη υπογραφεί
Υπάρχει, επιπλέον, μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στην κυβερνητική παρουσίαση και στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία.
Ο Αρχιεπίσκοπος Σινά, Φαράν και Ραϊθώ Συμεών ανακοίνωσε ότι προτίθεται να προχωρήσει στην υπογραφή της συμφωνίας στο προσεχές διάστημα, μόλις το επιτρέψει η κατάσταση της υγείας του. Η συγκεκριμένη ημερομηνία θα καθοριστεί σε συνεργασία με τη Σιναϊτική Αδελφότητα και την αιγυπτιακή κυβέρνηση.
Συνεπώς, στις 24 Οκτωβρίου υπάρχει συμφωνία επί των όρων, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, αλλά όχι ακόμη ολοκληρωμένη διαδικασία υπογραφής.
Η εξέλιξη αυτή δεν μειώνει τη σημασία της διπλωματικής προσπάθειας. Καθιστά, όμως, ακόμη πιο αναγκαία την αποσαφήνιση των δεσμεύσεων πριν από την οριστική ολοκλήρωσή της.
Το κρίσιμο ερώτημα: Ιδιοκτησία ή δικαίωμα χρήσης;
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται η απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας της 28ης Μαΐου 2025, η οποία δημιούργησε σοβαρές νομικές εκκρεμότητες για το περιουσιακό καθεστώς της Μονής.
Η ανακοίνωση ότι διασφαλίζεται ο θρησκευτικός χαρακτήρας των κτημάτων αποτελεί θετικό στοιχείο, αλλά δεν απαντά αυτομάτως στο ζήτημα της κυριότητάς τους.
Άλλο είναι η αναγνώριση δικαιώματος ιδιοκτησίας και άλλο η εξασφάλιση δυνατότητας κατοχής, χρήσης ή διαχείρισης ενός ακινήτου.
Για τον λόγο αυτόν απαιτούνται συγκεκριμένες απαντήσεις: Αναγνωρίζεται στη Μονή κυριότητα επί των ιστορικών κτημάτων της; Ποια ακίνητα περιλαμβάνονται στη συμφωνία και ποιο είναι το καθεστώς εκείνων που ενδεχομένως εξαιρούνται; Προβλέπονται μόνιμα και αμετάκλητα δικαιώματα ή δικαιώματα που υπόκεινται σε όρους και περιορισμούς;
Αντίστοιχη αποσαφήνιση χρειάζεται και για τις άδειες παραμονής των μοναχών. Ποια είναι η διάρκειά τους, με ποιες προϋποθέσεις ανανεώνονται και ποιες εγγυήσεις προβλέπονται για τη μελλοντική στελέχωση της Μονής;
Χωρίς γνώση των συγκεκριμένων διατάξεων, δεν είναι δυνατόν να κριθεί σε ποιον βαθμό οι πολιτικές διαβεβαιώσεις μεταφράζονται σε εκτελεστά και μακροχρόνια δικαιώματα.
Τα ερωτήματα για τη μοναστική αδελφότητα
Πρόσθετα ερωτήματα προκύπτουν από δημοσιεύματα που επικαλούνται πληροφορίες ότι μέλη της μοναστικής αδελφότητας δεν έχουν ενημερωθεί για το περιεχόμενο της συμφωνίας.
Το ίδιο δημοσίευμα θέτει ζήτημα τήρησης των προβλεπόμενων εσωτερικών διαδικασιών της Μονής για την έγκριση αποφάσεων που αφορούν θεμελιώδη δικαιώματά της.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα και δεν μπορούν να θεωρηθούν αποδεδειγμένοι. Αναδεικνύουν, ωστόσο, ένα ζήτημα που χρειάζεται θεσμική διευκρίνιση: ποιο όργανο της Μονής έχει εγκρίνει ή πρόκειται να εγκρίνει τους τελικούς όρους και με ποια διαδικασία;
Από την πλευρά του, ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών δηλώνει ότι η συμφωνία έχει την υποστήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, των Πατριαρχείων Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, καθώς και των Εκκλησιών Ελλάδος και Κύπρου, οι οποίες, όπως αναφέρει, ενημερώθηκαν λεπτομερώς.
Η εκκλησιαστική αυτή στήριξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν υποκαθιστά, όμως, την ανάγκη να αποσαφηνιστούν οι διαδικασίες έγκρισης από τα αρμόδια όργανα της ίδιας της Μονής.
Τι θα γίνει με τη δικαστική εκκρεμότητα;
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της δικαστικής διαδικασίας στην Αίγυπτο.
Ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών εκφράζει την εκτίμηση ότι, μετά την επίτευξη της συμφωνίας, εκλείπει ο λόγος έκδοσης απόφασης από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας.
Η εκτίμηση αυτή είναι σημαντική, δεν ισοδυναμεί όμως με επίσημη δικαστική πράξη που να βεβαιώνει την περάτωση της διαδικασίας.
Χρειάζεται επομένως να διευκρινιστεί πώς θα αντιμετωπιστούν οι εκκρεμείς προσφυγές, ποια θα είναι η τύχη των προηγούμενων δικαστικών αποφάσεων και με ποιον τρόπο θα κατοχυρωθεί νομικά η εφαρμογή της συμφωνίας.
Ειδικά σε θέματα ακινήτων και ιστορικών δικαιωμάτων, η πολιτική συνεννόηση αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν συνοδεύεται από σαφείς νομικούς μηχανισμούς.
Η ευθύνη της Αθήνας για πλήρη ενημέρωση
Η ελληνική κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να αναδεικνύει τη σημασία της συνεννόησης με την Αίγυπτο. Η προστασία της Μονής Αγίας Αικατερίνης αποτελεί ζήτημα θρησκευτικού, ιστορικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος, ενώ συνδέεται και με τις ευρύτερες σχέσεις Αθήνας και Καΐρου.
Η συμφωνία, άλλωστε, δεν αποτελεί τυπικά διμερή συνθήκη Ελλάδας και Αιγύπτου, αλλά ρύθμιση μεταξύ του αιγυπτιακού κράτους και της Μονής. Η διάκριση αυτή έχει σημασία ως προς τη διαδικασία δημοσιοποίησής της.
Ακριβώς γι’ αυτό, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών θα ήταν σκόπιμο να επιδιώξει, σε συνεννόηση με τα συμβαλλόμενα μέρη, τη δημοσιοποίηση του πλήρους συμφωνημένου κειμένου και των ουσιωδών συνοδευτικών εγγράφων.
Εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένοι νομικοί ή διπλωματικοί λόγοι που εμποδίζουν την άμεση δημοσιοποίηση, αυτοί μπορούν να εξηγηθούν επισήμως, μαζί με μια αναλυτική παρουσίαση των δεσμευτικών όρων.
Μια τέτοια πρωτοβουλία θα επέτρεπε σε ανεξάρτητους νομικούς, ειδικούς στο αιγυπτιακό δίκαιο και γνώστες του εκκλησιαστικού καθεστώτος να αξιολογήσουν τη συμφωνία με βάση το πραγματικό περιεχόμενό της.
Η διαφάνεια δεν αποτελεί αμφισβήτηση της διπλωματικής προσπάθειας ούτε προεξοφλεί ότι η συμφωνία είναι επιζήμια. Αντιθέτως, μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία μιας λύσης που η ίδια η κυβέρνηση χαρακτηρίζει ιστορική.
Η διασφάλιση του μέλλοντος της Μονής Σινά είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αξιολογείται αποκλειστικά μέσα από ανακοινώσεις.
Η ουσιαστική επιτυχία θα κριθεί από τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται, τις εγγυήσεις που παρέχονται και τη δυνατότητα εφαρμογής τους σε βάθος χρόνου.
Εάν η συμφωνία θωρακίζει πράγματι τη Μονή για το μέλλον, η δημοσιοποίηση των όρων της θα αποτελέσει την πιο ουσιαστική επιβεβαίωση αυτής της διασφάλισης.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι για μια ακόμη φορά αντιμέτωπη με το φάσμα του πληθωρισμού. Η αναζωπύρωση της αντιπαράθεσης και των στρατιωτικών συγκρούσεων στο ουκρανικό μέτωπο, μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, αλλά και στον Περσικό Κόλπο, μεταξύ Η.Π.Α. και Ιράν και η παρεμπόδιση των πλοίων να διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο και από τα Στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ στην Ερυθρά Θάλασσα, δημιουργούν νέα δεδομένα. Ουσιαστικά επαναφέρουν την κρισιμότητα της εμπόλεμης κατάστασης τόσο στην Ουκρανία όσο και στον Περσικό Κόλπο. Δύο πολεμικά μέτωπα που συνεχίζονται και δύο τεράστιοι μοχλοί πίεσης της διεθνούς οικονομίας. Διπλή κρίση, διπλά προβλήματα.
Οι αντιξοότητες στις διεθνείς μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και άλλων βασικών προϊόντων, προκαλούν αναστάτωση στις διεθνείς αγορές, αυξάνουν τα ναύλα των πλοίων που εκτελούν μεταφορικές εργασίες και τα κέρδη των εμπλεκόμενων ναυτιλιακών εταιρειών, οι οποίες αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν το κρίσιμο για την βιωσιμότητα της διεθνούς οικονομίας έργο της ασφαλούς μεταφοράς των πολύτιμων υδρογονανθράκων προς τις χώρες που τους εισάγουν.
Όμως, το ζήτημα είναι ότι η επανενεργοποίηση της κρίσης στον Περσικό Κόλπο οδηγεί σε μετακύλιση του αυξημένου κόστους παραγωγής και μεταφοράς των αγαθών προς τους καταναλωτές – αγοραστές, επειδή οι ανατιμήσεις είναι αναπόφευκτες, ως συνέπεια της ενεργειακής κρίσης. Εκτός από αυτήν, παράλληλα, ενισχύεται και η επισιτιστική κρίση. Οι καταναλωτές καλούνται να αντιμετωπίσουν το “τέρας” της ακρίβειας, στα σούπερ μάρκετ, στις λαϊκές αγορές, στην ενέργεια, σε όλη την αγορά. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο που συνίσταται σε αλυσιδωτές, διαρκείς αυξήσεις των τιμών, ακόμη και σε αγαθά πρώτης ανάγκης (αρτοποιήματα, γαλακτοκομικά, καύσιμα κ.ά.)
Η πολυκρίση (polycrisis) που βιώνουμε αποκτά σταδιακά μόνιμα χαρακτηριστικά. Πρόκειται πλέον για μια μονιμοκρίση (permacrisis). Το ερώτημα αναδύετtαι αμείλικτο. Θα αντέξουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι μικρομεσαίοι καταναλωτές, με άλλα λόγια τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, την συνέχιση αυτής της πολυκρίσης; Ως πόσο ακόμα; Οι απαντήσεις πρέπει να δοθούν άμεσα και συντονισμένα από τις κυβερνήσεις με στοχευμένα και αποτελεσματικά μέτρα.
Δρ. Γιώργος Κωνσταντινίδης, οικονομολόγος, συγγραφέας του βιβλίου ΨΗΦΙΔΕΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ. ΕΛΛΑΔΑ, ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ, ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ, εκδόσεις Λειμών.