Ο πόλεμος μέσα στο ανθρώπινο μυαλό: Η γνωστική άμυνα ως νέα προτεραιότητα για την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας

 

Βασισμένο στη μελέτη «Building the Mental Golden Dome: Arming the Joint Force for Defensive Cognitive Warfare» — James M. Davitch

Στρατηγική και γεωστρατηγική ανάλυση | Ελληνική άμυνα, εθνική ανθεκτικότητα και ανθρώπινος παράγοντας

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Υποστράτηγου ε.α., πρώην Διευθυντή Πληροφοριών και Αντιπληροφοριών ΓΕΕΘΑ | Πρώην Διευθυντή Στρατιωτικής Συνεργασίας στο SHAPE/NATO Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst

Το άρθρο που ακολουθεί έχει ως αφετηρία τη μελέτη του Αμερικανού συνταγματάρχη James M. Davitch, η οποία δημοσιεύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 στο Joint Force Quarterly, το επαγγελματικό περιοδικό της αμερικανικής αμυντικής και στρατηγικής κοινότητας. Ο Davitch εξετάζει πώς οι στρατιωτικές δυνάμεις μπορούν να προστατεύσουν την ανθρώπινη κρίση από οργανωμένες προσπάθειες παραπλάνησης, επηρεασμού της αντίληψης και διατάραξης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων

Η άποψη  αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η γεωγραφική της θέση, ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, καθώς και η ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας διαμορφώνουν ένα σύνθετο περιβάλλον ασφάλειας. Σε αυτό, η ποιότητα της πληροφόρησης μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την κοινή γνώμη, αλλά και την εκτίμηση μιας κρίσης, τη διπλωματική διαχείριση και τις στρατιωτικές αποφάσεις.

Το ζητούμενο δεν είναι να αποδοθεί κάθε ψευδής είδηση ή εσωτερική διαφωνία σε εχθρική ενέργεια. Είναι να αποκτήσει η χώρα τη δυνατότητα να αναγνωρίζει τεκμηριωμένα τις οργανωμένες προσπάθειες χειραγώγησης, να περιορίζει τις επιπτώσεις τους και να διατηρεί την ποιότητα των αποφάσεών της, χωρίς να υπονομεύει τη δημοκρατική λειτουργία και την ελευθερία της δημόσιας συζήτησης.

Η ανθρώπινη κρίση στο κέντρο της στρατιωτικής ισχύος

Η αφετηρία: Η πρόταση του James M. Davitch

Στο άρθρο του με τίτλο Building the Mental Golden Dome: Arming the Joint Force for Defensive Cognitive Warfare —«Χτίζοντας τον νοητικό Χρυσό Θόλο: Θωρακίζοντας τις Διακλαδικές Δυνάμεις για τον Αμυντικό Γνωστικό Πόλεμο»— ο James M. Davitch υποστηρίζει ότι η στρατιωτική ισχύς εξαρτάται και από την ικανότητα των ανθρώπων να αξιολογούν αξιόπιστα τις πληροφορίες, να διατηρούν την κρίση τους υπό πίεση και να αποφασίζουν μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας.

Η πρότασή του αφορά τη συστηματική ενσωμάτωση της αμυντικής γνωστικής προσέγγισης στο στρατιωτικό δόγμα, στην εκπαίδευση, στις ασκήσεις και στην αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Η προστασία της ανθρώπινης κρίσης δεν αντιμετωπίζεται ως περιστασιακή αντίδραση στην παραπληροφόρηση, αλλά ως οργανωμένη λειτουργία που πρέπει να αναπτύσσεται πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης [1].

Η μεταφορά του «νοητικού Χρυσού Θόλου» παραπέμπει στην ανάγκη δημιουργίας ενός συστήματος προστασίας της ανθρώπινης σκέψης, αντίστοιχης στρατηγικής σημασίας με την προστασία των φυσικών υποδομών και των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Η αναλογία έχει όρια: η πληροφορία δεν αναχαιτίζεται όπως ένας πύραυλος, ούτε η ανθρώπινη κρίση μπορεί να προστατευθεί με έναν μοναδικό τεχνολογικό μηχανισμό. Η αξία της έγκειται στην ανάδειξη της ανάγκης για έγκαιρη προετοιμασία, εκπαίδευση και συντονισμό.

Ο σχετικός προβληματισμός δεν είναι καινούργιος  για το ΝΑΤΟ. Η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού έχει αναπτύξει εργασίες και εννοιολογικές προσεγγίσεις για τον γνωστικό πόλεμο, εξετάζοντας πώς οι δραστηριότητες επιρροής μπορούν να επηρεάσουν την ανθρώπινη αντίληψη και πώς είναι δυνατόν να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των στρατιωτικών δυνάμεων και των κοινωνιών [2][3][4].

Η ιδιαίτερη συμβολή του Davitch βρίσκεται στην έμφαση που δίνει στην οργανωμένη αμυντική προετοιμασία. Η αναγνώριση της απειλής δεν αρκεί. Απαιτείται μια διαδικασία που θα εκπαιδεύει όσους συλλέγουν και αξιολογούν πληροφορίες, σχεδιάζουν επιχειρήσεις και λαμβάνουν αποφάσεις, ώστε να μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά ακόμη και όταν το πληροφοριακό περιβάλλον γίνεται παραπλανητικό.

Η μελέτη του Davitch προχωρά πέρα από τη γενική διαπίστωση ότι η ανθρώπινη κρίση είναι ευάλωτη στην παραπλάνηση και προτείνει συγκεκριμένη κατεύθυνση στρατιωτικής εφαρμογής.

Πρώτον, εισηγείται να αποκτήσει η αμυντική γνωστική προσέγγιση σαφή θέση στο στρατιωτικό δόγμα, με λειτουργικό ορισμό και σύνδεση με τις υφιστάμενες διαδικασίες σχεδιασμού και διοίκησης.

Δεύτερον, προτείνει την ανάπτυξη εκπαιδευτικού υλικού και την ενσωμάτωση ειδικών σεναρίων στις ασκήσεις και στην προετοιμασία του προσωπικού πριν από την επιχειρησιακή ανάπτυξή του.

Σκοπός είναι τα στελέχη να εξασκούνται στην αναγνώριση παραπλανητικών ενδείξεων, στην αξιολόγηση αντικρουόμενων πληροφοριών και στη διατήρηση της ποιότητας της κρίσης τους υπό πίεση.

Τρίτον, ο Davitch δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην αξιολόγηση της εφαρμογής, διακρίνοντας τα μέτρα επίδοσης (Measures of Performance – MOPs), τα οποία εξετάζουν αν οι προβλεπόμενες ενέργειες εκτελούνται σωστά, από τα μέτρα αποτελεσματικότητας (Measures of Effectiveness – MOEs) με μοναδικό σκοπό να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Στο αρχικό στάδιο, τα μέτρα επίδοσης επιβεβαιώνουν ότι η εκπαίδευση και οι διαδικασίες εφαρμόζονται όπως σχεδιάστηκαν. Στη συνέχεια, τα μέτρα αποτελεσματικότητας αξιολογούν κατά πόσο ενισχύονται πράγματι η αντίληψη, η κρίση και η λήψη αποφάσεων. Η πρόταση, επομένως, δεν αφορά απλώς την ευαισθητοποίηση απέναντι στην παραπληροφόρηση, αλλά τη δημιουργία ενός συστήματος δόγματος, εκπαίδευσης και διαρκούς αξιολόγησης της αμυντικής γνωστικής ικανότητας [1].

Αυτή είναι και  η βασική ιδέα που αξίζει να εξεταστεί στην ελληνική πραγματικότητα: η αξιοποίηση των υφιστάμενων θεσμών, της στρατιωτικής εμπειρίας και των συμμαχικών σχέσεων μέσα από ένα συνεκτικό πλαίσιο γνωστικής άμυνας.

Το στρατηγείο SHAPE του ΝΑΤΟ

Τι είναι ο γνωστικός πόλεμος και ποια είναι τα όριά του

Ο όρος «γνωστικός πόλεμος» (cognitive warfare) περιγράφει δραστηριότητες που επιδιώκουν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο άτομα και ομάδες αντιλαμβάνονται τα γεγονότα, αξιολογούν τις πληροφορίες και διαμορφώνουν τις αποφάσεις τους. Συνδέεται με την παραπληροφόρηση, τις επιχειρήσεις επιρροής, την ψυχολογική επίδραση, τις κυβερνοδραστηριότητες και την ευρύτερη αξιοποίηση των μέσων επικοινωνίας για την επίτευξη στρατηγικών σκοπών [2][3][4].

Η ανάγκη για σαφή οριοθέτηση του γνωστικού πολέμου αναδεικνύεται και στη μελέτη των Christoph Deppe και Gary S. Schaal, οι οποίοι εξετάζουν κριτικά το εννοιολογικό πλαίσιο που αναπτύσσει η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού του ΝΑΤΟ. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η νατοϊκή προσέγγιση είναι ευρεία και φιλόδοξη, καθώς περιλαμβάνει διαφορετικές τεχνικές και τεχνολογίες, με επιδιωκόμενες επιπτώσεις στη λήψη αποφάσεων, στην κοινωνική συνοχή και στη βούληση αντίστασης. Παράλληλα, τονίζουν ότι η ευρύτητα του όρου δημιουργεί δυσκολίες στην εμπειρική τεκμηρίωση και στη διάκριση του γνωστικού πολέμου από συναφείς έννοιες, όπως οι υβριδικές απειλές και η ξένη χειραγώγηση της πληροφορίας. Για τον λόγο αυτό, υποστηρίζουν την ανάγκη εννοιολογικής αποσαφήνισης και λειτουργικότερης οριοθέτησης, ώστε το πλαίσιο να μπορεί να αξιοποιηθεί αποτελεσματικότερα τόσο στη στρατιωτική ανάλυση όσο και στην επιστημονική έρευνα [5].

Ωστόσο, κάθε προσπάθεια πειθούς δεν καταδεικνύει γνωστικό πόλεμο, ούτε κάθε ανακριβής πληροφορία είναι προϊόν εχθρικού σχεδιασμού. Οι άνθρωποι κάνουν λάθη, τα μέσα ενημέρωσης μπορεί να δημοσιεύσουν ανακριβή στοιχεία και οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων συχνά να αναπαράγουν ισχυρισμούς χωρίς να τους έχουν ελέγξει. Για να αποδοθεί μια δραστηριότητα σε οργανωμένη επιχείρηση εξωτερικής επιρροής, χρειάζονται στοιχεία για την προέλευση, τον συντονισμό, τη μεθοδολογία και τον επιδιωκόμενο σκοπό της.

Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης για μια δημοκρατική χώρα. Η αντιμετώπιση πραγματικών απειλών δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μηχανισμό χαρακτηρισμού κάθε αντίθετης άποψης ως ζητήματος εθνικής ασφάλειας. Μια τέτοια υπεραντίδραση μπορεί να περιορίσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να ενισχύσει την πόλωση που οι οργανωμένες επιχειρήσεις επιρροής ενδέχεται να επιδιώκουν.

Συχνά, μια τέτοια επιχείρηση επιδιώκει:

  • να δημιουργήσει αμφιβολία για κάθε διαθέσιμη πηγή,
  • να ενισχύσει αντικρουόμενες αφηγήσεις και
  • να καταστήσει αδύνατη τη συμφωνία ακόμη και ως προς βασικά πραγματικά δεδομένα.

Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι όλοι ψεύδονται και οι θεσμοί αντιμετωπίζονται εκ προοιμίου ως αναξιόπιστοι, η δημόσια συζήτηση γίνεται ευάλωτη στη χειραγώγηση.

Στο στρατιωτικό επίπεδο, η επίδραση είναι άμεση. Μια εσφαλμένη εικόνα οδηγεί τον διοικητή σε λανθασμένη εκτίμηση των προθέσεων του αντιπάλου, σε καθυστέρηση κρίσιμης απόφασης ή σε ακατάλληλη διάθεση δυνάμεων. Ένα επιτελείο καταλήγει έτσι σε μια φαινομενικά συνεκτική εκτίμηση, η οποία όμως βασίζεται σε ανακριβή ή ελλιπή δεδομένα.

Η γνωστική άμυνα αφορά, επομένως, την προστασία της ποιότητας της κρίσης. Προϋποθέτει την ικανότητα εντοπισμού αντιφάσεων, αναγνώρισης της αβεβαιότητας, εξέτασης εναλλακτικών εξηγήσεων και αποφυγής συμπερασμάτων που επιβεβαιώνουν απλώς τις αρχικές προσδοκίες. Δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα· βοηθά στη συστηματική διαχείρισή της.

Κοινωνικά δίκτυα και πληροφοριακή επιρροή

Η ελληνική γεωστρατηγική πραγματικότητα

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου συναντώνται ο ανταγωνισμός στην Ανατολική Μεσόγειο, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η αστάθεια σε τμήματα της Βόρειας Αφρικής, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή ασφάλεια και οι μεταβολές στις σχέσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Παράλληλα, συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, διατηρεί σημαντικές διμερείς σχέσεις και καλείται να υπερασπιστεί συγκεκριμένα εθνικά συμφέροντα σε ένα περιβάλλον όπου οι σύμμαχοι δεν έχουν πάντοτε ταυτόσημες προτεραιότητες.

Σε αυτή τη συνθήκη, η πληροφορία επηρεάζει την εκτίμηση μιας διπλωματικής πρωτοβουλίας, τη δημόσια αντίληψη για μια αμυντική συμφωνία και τη στάση απέναντι σε μια κρίση. Μια ανακριβής είδηση για στρατιωτική κινητοποίηση, μια παραποιημένη δήλωση ξένου αξιωματούχου ή ένας κατασκευασμένος ισχυρισμός περί εγκατάλειψης ελληνικών θέσεων δημιουργεί ανησυχία και ασκεί πίεση για άμεση αντίδραση.

Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας διάδοσης δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι υπήρξε κεντρικά σχεδιασμένη επιχείρηση. Μια ψευδής πληροφορία ξεκινά ενδεχομένως από έναν ανώνυμο λογαριασμό, αναπαράγεται από ιστοσελίδες που επιδιώκουν επισκεψιμότητα και στη συνέχεια ενισχύεται από πολιτικές ή κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Η επίδρασή της είναι επιζήμια ακόμη και όταν η οργανωμένη εχθρική προέλευση δεν τεκμηριώνεται.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά πρόσθετη διάσταση λόγω του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Η μακρά ιστορία διαφορών και κρίσεων, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική εγγύτητα, καθιστά την κοινή γνώμη ιδιαίτερα ευαίσθητη σε ειδήσεις που αφορούν το Αιγαίο, την Κύπρο, τη Θράκη και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ταχύτητα μετάδοσης μιας πληροφορίας συχνά προηγείται της επίσημης ενημέρωσης, δημιουργώντας πίεση για αντίδραση πριν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση των δεδομένων.

Η ελληνική πλευρά χρειάζεται, συνεπώς, να διατηρεί υψηλό επίπεδο επαγρύπνησης, χωρίς να παγιδεύεται στην υπεραντίδραση. Η βιαστική απόδοση ευθύνης χωρίς επαρκή στοιχεία πλήττει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας και μετατρέπει ένα διαχειρίσιμο περιστατικό σε διπλωματικό πρόβλημα.

Η γνωστική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει παθητική αποδοχή των κυβερνητικών ή στρατιωτικών ανακοινώσεων. Σημαίνει ότι πολίτες, δημοσιογράφοι, αναλυτές και θεσμοί μπορούν να διακρίνουν τα τεκμηριωμένα γεγονότα από τις εκτιμήσεις, να αξιολογούν τις πηγές και να αναθεωρούν τα συμπεράσματά τους όταν εμφανίζονται νέα στοιχεία. Η δυνατότητα έγκαιρης διόρθωσης ενός λάθους αποτελεί ένδειξη ανθεκτικότητας, όχι αδυναμίας.

Κέντρο στρατιωτικών επιχειρήσεων

Αιγαίο, Κύπρος και Θράκη: Περιοχές αυξημένης πληροφοριακής ευαισθησίας

Η στρατηγική σημασία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου καθιστά τις στρατιωτικές δραστηριότητες, τις θαλάσσιες οδούς, τις ενεργειακές υποδομές και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες αντικείμενα έντονου ενδιαφέροντος. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια πληροφορία που παρουσιάζεται ως επιβεβαιωμένη, χωρίς να είναι, διαμορφώνει κλίμα πίεσης πριν γίνει γνωστή η πραγματική κατάσταση.

Ας εξετάσουμε ένα υποθετικό σενάριο:

Σε περίοδο αυξημένης έντασης, διαδίδεται στα κοινωνικά δίκτυα ο ισχυρισμός ότι επίκειται στρατιωτικό επεισόδιο ή ότι έχει ληφθεί απόφαση για σημαντική υποχώρηση. Η ανάρτηση συνοδεύεται από παλαιά φωτογραφία, αποσπασματικό βίντεο ή δήλωση εκτός συμφραζομένων. Μέσα σε λίγες ώρες, η πληροφορία αναπαράγεται από λογαριασμούς με μεγάλη απήχηση και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως γεγονός.

Το παράδειγμα αυτό δεν αποτελεί ισχυρισμό ότι έχει συμβεί ανάλογο περιστατικό στην Ελλάδα με αποδεδειγμένο οργανωμένο σχεδιασμό. Αναδεικνύει μια ευρύτερη αδυναμία του σύγχρονου πληροφοριακού περιβάλλοντος: οι αρμόδιοι πιέζονται να αντιδράσουν πριν αποκτήσουν πλήρη εικόνα ή καθυστερούν, επιτρέποντας σε μια ψευδή αφήγηση να εδραιωθεί.

Η αντιμετώπιση απαιτεί προκαθορισμένες διαδικασίες επαλήθευσης, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και δυνατότητα υπεύθυνης ενημέρωσης του κοινού χωρίς αποκάλυψη διαβαθμισμένων πληροφοριών. Όταν τα στοιχεία δεν επαρκούν, η σαφής αναγνώριση της αβεβαιότητας είναι προτιμότερη από μια κατηγορηματική δήλωση που θα χρειαστεί να ανακληθεί.

Η Κύπρος αποτελεί επίσης κρίσιμο πεδίο, λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής μέρος του νησιού, της παρουσίας στρατιωτικών δυνάμεων, της σημασίας των θαλάσσιων ζωνών και του ενδιαφέροντος πολλών εξωτερικών δρώντων. Η ενημέρωση για το Κυπριακό επηρεάζει την ελληνική κοινή γνώμη και τις εκτιμήσεις για τις προθέσεις της Τουρκίας, των εγγυητριών δυνάμεων και των διεθνών οργανισμών. Απαιτείται, επομένως, διάκριση μεταξύ επιβεβαιωμένων εξελίξεων, επίσημων θέσεων και πολιτικών ερμηνειών.

Η Θράκη παρουσιάζει διαφορετικές, αλλά εξίσου σημαντικές ευαισθησίες λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της μουσουλμανικής μειονότητας που αναγνωρίζεται από τη Συνθήκη της Λωζάννης και των ευρύτερων σχέσεων Ελλάδας–Τουρκίας. Η προστασία της εθνικής ασφάλειας πρέπει να στηρίζεται στην ισότιμη εφαρμογή του νόμου, στον σεβασμό των δικαιωμάτων και στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων παράνομων ενεργειών με αποδεικτικά στοιχεία. Η συλλογική στοχοποίηση πολιτών ή κοινοτήτων δεν ενισχύει την ασφάλεια· μπορεί να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή.

Και στις τρεις περιπτώσεις, η βασική απαίτηση είναι κοινή: να διακρίνεται η πραγματική απειλή από τον πληροφοριακό θόρυβο και η τεκμηριωμένη ένδειξη από την υπόθεση.

Στρατιωτική εκπαίδευση και πληροφορίες

Η ανθρώπινη κρίση στο κέντρο της στρατιωτικής ισχύος

Η σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία έχει αυξήσει σημαντικά τις δυνατότητες επιτήρησης, επικοινωνιών, διοίκησης και προσβολής στόχων. Μη επανδρωμένα συστήματα, δορυφορικές εικόνες, αισθητήρες, ψηφιακά δίκτυα και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπουν την επεξεργασία δεδομένων σε ταχύτητες που πριν από λίγες δεκαετίες ήταν αδιανόητες. Η μεγαλύτερη ποσότητα δεδομένων δεν εξασφαλίζει αυτομάτως καλύτερες αποφάσεις.

Μια εικόνα είναι αυθεντική, αλλά προγενέστερη, διαφορετική από τον χρόνο που υποστηρίζει η λεζάντα της. Ένα βίντεο δείχνει πραγματική στρατιωτική δραστηριότητα χωρίς να αποδεικνύει τον σκοπό της. Μια σειρά ενδείξεων επιδέχεται περισσότερες από μία ερμηνείες. Η διάκριση ανάμεσα στην παρατήρηση και στο συμπέρασμα παραμένει, συνεπώς, θεμελιώδης για την επιτελική εργασία.

Ο έμπειρος αναλυτής δεν είναι εκείνος που εκφράζει πάντοτε βεβαιότητα, αλλά εκείνος που γνωρίζει ποια στοιχεία στηρίζουν την εκτίμησή του, ποια κενά παραμένουν και ποια νέα δεδομένα θα μπορούσαν να την ανατρέψουν. Η επαγγελματική κρίση δεν καταργεί την αβεβαιότητα· την καθιστά ορατή και διαχειρίσιμη.

Η προσέγγιση του Davitch αναδεικνύει την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η γνωστική ανθεκτικότητα ως αντικείμενο συστηματικής εκπαίδευσης. Στις ασκήσεις διοίκησης και επιτελικού σχεδιασμού μπορούν να ενσωματώνονται σενάρια με αντικρουόμενες αναφορές, παραποιημένα στοιχεία και γρήγορες μεταβολές της εικόνας της κατάστασης. Οι συμμετέχοντες πρέπει να καλούνται να αιτιολογούν γιατί εμπιστεύονται μια πηγή, πώς αξιολογούν την αβεβαιότητα και ποια πρόσθετα δεδομένα χρειάζονται πριν αποφασίσουν.

Η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν η τελική απόφαση ήταν ορθή. Χρειάζεται να εξετάζει και τη διαδικασία που οδήγησε σε αυτήν: αν εντοπίστηκαν οι αντιφάσεις, αν ζητήθηκε επιβεβαίωση και αν οι διαθέσιμες εναλλακτικές εκτιμήσεις εξετάστηκαν με επάρκεια.

Εξίσου σημαντικό είναι να μπορεί ένα κατώτερο στέλεχος να εκφράζει τεκμηριωμένη διαφωνία όταν εντοπίζει κενό στην εικόνα που έχει διαμορφώσει η διοίκηση. Η στρατιωτική πειθαρχία είναι απαραίτητη, αλλά η αποτελεσματική επιτελική λειτουργία προϋποθέτει χώρο για επαγγελματική αμφισβήτηση πριν από τη λήψη της απόφασης. Όταν οι άνθρωποι φοβούνται να αναφέρουν δυσάρεστα δεδομένα, η ηγεσία κινδυνεύει να αποφασίσει βάσει μιας εικόνας που επιβεβαιώνει τις αρχικές της πεποιθήσεις.

Η τελική ευθύνη παραμένει στην ηγεσία. Η γνωστική άμυνα δεν πρέπει να οδηγεί σε ατέρμονη αμφιβολία, αλλά σε έγκαιρες και τεκμηριωμένες αποφάσεις, με επίγνωση των ορίων των διαθέσιμων πληροφοριών.

Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού ΝΑΤΟ

Η παραπληροφόρηση ως εργαλείο στρατηγικής πίεσης

Η παραπληροφόρηση αποκτά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα όταν αξιοποιεί ήδη υπάρχουσες κοινωνικές εντάσεις, πολιτικές διαφωνίες ή δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Ένας ισχυρισμός που επιβεβαιώνει μια προϋπάρχουσα πεποίθηση ή αξιοποιεί μια πραγματική ανησυχία γίνεται συχνά πιο πειστικός από ένα εντελώς κατασκευασμένο αφήγημα.

Η χειραγώγηση δεν βασίζεται αναγκαστικά σε ψευδή γεγονότα από την αρχή έως το τέλος. Συχνά χρησιμοποιεί αληθινά στοιχεία σε παραπλανητικό πλαίσιο, επιλεκτική παράθεση δεδομένων, παλαιότερο οπτικό υλικό που εμφανίζεται ως πρόσφατο ή δηλώσεις αποκομμένες από τα συμφραζόμενά τους. Με αυτόν τον τρόπο, το κοινό οδηγείται σε συμπέρασμα πριν αποκτήσει την πλήρη εικόνα.

Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (European External Action Service – EEAS) καταγράφει δραστηριότητες ξένης χειραγώγησης και παρέμβασης στον πληροφοριακό χώρο, γνωστές ως FIMI (Foreign Information Manipulation and Interference). Η ευρωπαϊκή προσέγγιση εξετάζει δίκτυα, υποδομές και τρόπους διάδοσης, αντί να περιορίζεται στην αποσπασματική διάψευση μεμονωμένων ισχυρισμών [6][7].

Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η διερεύνηση ενός περιστατικού πρέπει να εξετάζει τη συμπεριφορά των λογαριασμών που διαδίδουν μια πληροφορία, τη χρονική ακολουθία των δημοσιεύσεων, την πιθανή χρήση κοινού υλικού και την ύπαρξη τεκμηριωμένων δεσμών μεταξύ των εμπλεκομένων. Η αναδημοσίευση ενός μηνύματος από έναν χρήστη δεν σημαίνει ότι γνωρίζει την προέλευσή του ή συμμετέχει σε οργανωμένο δίκτυο. Η αξιοπιστία της ανάλυσης προϋποθέτει σαφή διάκριση ανάμεσα στην παρατήρηση, στην υπόθεση εργασίας και στο τελικό συμπέρασμα.

Η αξιοποίηση ανοικτών πηγών, γνωστή ως OSINT (Open-Source Intelligence), συμβάλλει στην επαλήθευση εικόνων και βίντεο, στη συσχέτιση δημόσιων δεδομένων και στην παρακολούθηση της διάδοσης συγκεκριμένων αφηγήσεων. Η χρήση της δεν αποτελεί αυτόματη εγγύηση ορθότητας. Η ποιότητα των συμπερασμάτων εξαρτάται από την αξιολόγηση των πηγών, τη μεθοδολογία και την ανεξάρτητη επιβεβαίωση.

Ανάλογη προσοχή χρειάζεται στην τεχνητή νοημοσύνη. Τα εργαλεία της βοηθούν στην ανάλυση μεγάλου όγκου δημοσιεύσεων, στη μετάφραση υλικού και στον εντοπισμό επαναλαμβανόμενων μοτίβων. Παράλληλα, ενδέχεται να παράγουν εσφαλμένα συμπεράσματα ή να παρουσιάζουν αβέβαιες εκτιμήσεις με πειστική γλωσσική μορφή. Η ανθρώπινη επαλήθευση και η καταγραφή των περιορισμών παραμένουν απαραίτητες.

Η τεχνολογία μπορεί να επιταχύνει την ανάλυση. Δεν μπορεί να απαλλάξει τον αναλυτή από την ευθύνη να ελέγχει αν τα στοιχεία επαρκούν για το συμπέρασμα που προτείνει.

Άσκηση κυβερνοεπιχειρήσεων

Η εμπειρία του ΝΑΤΟ την περίοδο 2019–2021: Η πανδημία ως δοκιμασία γνωστικής ανθεκτικότητας — Μια προσωπική εμπειρία από το SHAPE

Η περίοδος 2019–2021 αποτέλεσε σημαντική δοκιμασία για τη Συμμαχία, όχι μόνο ως προς την επιχειρησιακή ετοιμότητα, αλλά και ως προς τη διαχείριση της πληροφορίας, την επικοινωνία και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών. Η πανδημία COVID-19 δημιούργησε συνθήκες έντονης αβεβαιότητας, ενώ οι στρατιωτικοί οργανισμοί έπρεπε να διατηρήσουν τη λειτουργικότητά τους μέσα σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη υγειονομική και πληροφοριακή πραγματικότητα.

Για εμένα, η περίοδος αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό παράδειγμα που εξετάζεται εκ των υστέρων. Τη βίωσα υπηρετώντας στο Ανώτατο Στρατηγείο των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ευρώπη (SHAPE), ως ACOS (Assistant Chief of Staff for Military Cooperation), σε ένα περιβάλλον όπου η συνεργασία μεταξύ διαφορετικών εθνικών στρατιωτικών αντιλήψεων, προτεραιοτήτων και διαδικασιών αποτελούσε καθημερινή απαίτηση. Η εμπειρία αυτή ανέδειξε τη σημασία της κοινής αντίληψης της κατάστασης, της ψύχραιμης αξιολόγησης αντικρουόμενων πληροφοριών και του συντονισμού υπό συνθήκες αβεβαιότητας.

Κατά την πανδημία, το ΝΑΤΟ έπρεπε να διατηρήσει την επιχειρησιακή του ετοιμότητα και να υποστηρίξει τα κράτη-μέλη, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε προσπάθειες παραπληροφόρησης που αμφισβητούσαν τον ρόλο και την αξιοπιστία του. Από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 2020 καταγράφηκαν εκστρατείες παραπληροφόρησης που εκμεταλλεύονταν την αβεβαιότητα της πανδημίας και στόχευαν τη νατοϊκή παρουσία στην ανατολική πτέρυγα. Στις 20 και 21 Απριλίου 2020 καταγράφηκαν τρεις συντονισμένες επιχειρήσεις κατά της παρουσίας νατοϊκών δυνάμεων στη Λετονία, τη Λιθουανία και την Πολωνία [10].

Στη Λιθουανία κυκλοφόρησε πλαστή επιστολή που αποδιδόταν στον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ και εμφάνιζε τη Συμμαχία να σχεδιάζει την απόσυρση στρατευμάτων λόγω υποτιθέμενης έξαρσης κρουσμάτων COVID-19.

Στη Λετονία διαδόθηκε ψευδής ισχυρισμός ότι Καναδοί στρατιώτες της νατοϊκής δύναμης είχαν μεταφέρει τον ιό στη χώρα. Στην Πολωνία κυκλοφόρησε πλαστή επιστολή Πολωνού στρατιωτικού που εμφανιζόταν να επικρίνει την παρουσία αμερικανικών δυνάμεων και την άσκηση DEFENDER-Europe 20 [10].

Τα περιστατικά δείχνουν πώς μια πραγματική κρίση μπορεί να αξιοποιηθεί για να πληγεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, να δημιουργηθούν τριβές μεταξύ συμμάχων και να αμφισβητηθεί η αποδοχή της συμμαχικής παρουσίας από τις κοινωνίες. Η παραπληροφόρηση δεν χρειάζεται να δημιουργήσει την κρίση· συχνά εκμεταλλεύεται τις ήδη υπάρχουσες αβεβαιότητες και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτή γίνεται αντιληπτή.

Η προσωπική μου εμπειρία από το νατοϊκό επιτελικό περιβάλλον της περιόδου εκείνης ενισχύει ένα ευρύτερο στρατηγικό συμπέρασμα. Σε μια πολυεθνική συμμαχία, η κοινή αντίληψη της κατάστασης δεν είναι αυτονόητη. Τα κράτη-μέλη διαθέτουν διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες, διοικητικές διαδικασίες και ευαισθησίες. Η πολυεθνική σύνθεση αποτελεί πλεονέκτημα, επειδή επιτρέπει τη συνένωση διαφορετικών δυνατοτήτων και εμπειριών, αλλά απαιτεί συστηματική προσπάθεια ώστε οι επιμέρους εκτιμήσεις να μετατρέπονται σε κοινή επιχειρησιακή κατανόηση.

Τον Μάιο του 2021, το NATO Review δημοσίευσε την ανάλυση Countering cognitive warfare: awareness and resilience, η οποία εξέταζε πώς η χειραγώγηση της πληροφορίας, η πόλωση και η εκμετάλλευση ανθρώπινων γνωστικών αδυναμιών μπορούν να επηρεάσουν τη συλλογική κρίση και την κοινωνική συνοχή [8]. Η ανάλυση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για την ανάγκη προστασίας όχι μόνο των φυσικών και ψηφιακών συστημάτων, αλλά και της ικανότητας των ανθρώπων και των θεσμών να αξιολογούν αξιόπιστα την πληροφορία.

Για την Ελλάδα, το δίδαγμα είναι συγκεκριμένο. Σε περίοδο έντασης στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, μια πλαστή δήλωση συμμάχου, ένα παραποιημένο έγγραφο ή μια ψευδής πληροφορία για στρατιωτική κινητοποίηση επιδιώκει να επηρεάσει την κοινή γνώμη και να ασκήσει πίεση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η απάντηση απαιτεί έγκαιρη επαλήθευση, συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών και υπεύθυνη ενημέρωση.

Η εμπειρία της Συμμαχίας, σε συνδυασμό με τη δική μου υπηρεσιακή εμπειρία στο SHAPE, οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: η ανθεκτικότητα μιας συμμαχίας δεν εξαρτάται μόνο από τα οπλικά συστήματα και τις δομές διοίκησης, αλλά και από την ικανότητά της να διατηρεί κοινή επιχειρησιακή κατανόηση, να αξιολογεί νηφάλια την πληροφορία και να λαμβάνει συνεκτικές αποφάσεις υπό πίεση.

Γεωστρατηγικός χάρτης Αιγαίου

Από τη διάγνωση στην πράξη: Ένα πλαίσιο γνωστικής άμυνας για την Ελλάδα

Η ελληνική προσέγγιση στη γνωστική άμυνα χρειάζεται σαφείς αρμοδιότητες, λειτουργικές διαδικασίες και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η δημιουργία νέων δομών από μόνη της δεν βελτιώνει αυτομάτως την αποτελεσματικότητα. Προηγείται η αποσαφήνιση του:

  • ποιος εντοπίζει μια πιθανή απειλή,
  • ποιος επαληθεύει τα δεδομένα,
  • ποιος αξιολογεί τις επιπτώσεις και
  • ποιος αποφασίζει για την ενημέρωση ή την αντίδραση.

Πρώτον, κοινή μεθοδολογία αξιολόγησης πληροφοριών. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, οι αρμόδιες υπηρεσίες, οι φορείς πολιτικής προστασίας και οι υπηρεσίες επικοινωνίας χρειάζονται συμβατές βασικές αρχές αξιολόγησης, με σεβασμό στις ειδικές αρμοδιότητες και στα όρια πρόσβασης κάθε φορέα. Η προέλευση, ο χρόνος, η ανεξάρτητη επιβεβαίωση, οι εναλλακτικές εξηγήσεις και ο βαθμός βεβαιότητας πρέπει να καταγράφονται με σαφήνεια.

Δεύτερον, ενσωμάτωση της γνωστικής ανθεκτικότητας στη στρατιωτική εκπαίδευση. Οι ασκήσεις διοίκησης και επιτελικού σχεδιασμού πρέπει να περιλαμβάνουν ελεγχόμενα σενάρια παραπλανητικών αναφορών, αντικρουόμενων πληροφοριών και ταχείας διάδοσης φημών. Η αξιολόγηση πρέπει να εξετάζει αν το προσωπικό εντόπισε αντιφάσεις, ζήτησε πρόσθετη επιβεβαίωση και έλαβε εγκαίρως απόφαση. Η διαδικασία πρέπει να είναι εκπαιδευτική και όχι τιμωρητική.

Τρίτον, ουσιαστική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων φορέων. Η γνωστική άμυνα δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των Ενόπλων Δυνάμεων. Η διπλωματική υπηρεσία, οι αρμόδιες υπηρεσίες ασφάλειας, οι φορείς κυβερνοασφάλειας, η πολιτική προστασία και οι υπηρεσίες δημόσιας ενημέρωσης συντονίζονται σε ένα περιστατικό μέσω προκαθορισμένων διαδικασιών. Η συνεργασία προϋποθέτει σαφή όρια, προστασία των προσωπικών δεδομένων και διαδικασίες που επιτρέπουν την έγκαιρη ανταλλαγή χρήσιμων πληροφοριών.

Τέταρτον, αξιόπιστη δημόσια επικοινωνία. Όταν οι αρμόδιοι φορείς καθυστερούν να εξηγήσουν τι γνωρίζουν και τι παραμένει αδιευκρίνιστο, δημιουργείται κενό που καλύπτεται από εικασίες. Η έγκαιρη ενημέρωση δεν απαιτεί αποκάλυψη διαβαθμισμένων στοιχείων. Απαιτεί ακρίβεια, συνέπεια και σαφή διάκριση ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα δεδομένα και στις εκτιμήσεις.

Πέμπτον, αξιοποίηση της συμμαχικής συνεργασίας. Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει δυνατότητες ανταλλαγής εμπειρίας, κοινών ασκήσεων και αξιοποίησης μεθοδολογιών για την αντιμετώπιση της ξένης χειραγώγησης. Η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού έχει αναδείξει τη γνωστική άμυνα ως πεδίο ανάπτυξης εννοιών και σχετικών πρακτικών [2][9]. Η Ελλάδα συμβάλλει σε αυτή την προσπάθεια αξιοποιώντας την εμπειρία της σε ένα σύνθετο περιφερειακό περιβάλλον.

Έκτον, συστηματική μέτρηση της αποτελεσματικότητας. Η πρόοδος δεν πρέπει να μετριέται με τον αριθμό των διαψεύσεων ή των ενημερωτικών ανακοινώσεων. Χρειάζεται να εξετάζονται ο χρόνος εντοπισμού ενός περιστατικού, η ταχύτητα και η ακρίβεια της επαλήθευσης, η συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών και η δυνατότητα αποφυγής εσφαλμένων εκτιμήσεων. Η αξιολόγηση μετά από ασκήσεις και πραγματικά περιστατικά πρέπει να οδηγεί σε συγκεκριμένες διορθωτικές παρεμβάσεις.

Τέλος, διασφάλιση των δημοκρατικών ορίων. Η αντιμετώπιση οργανωμένης ξένης παρέμβασης δεν δικαιολογεί λογοκρισία, αυθαίρετη παρακολούθηση ή χαρακτηρισμό της νόμιμης κριτικής ως απειλής. Η εθνική ασφάλεια και η δημοκρατική λογοδοσία δεν είναι αντίπαλοι στόχοι. Η προστασία της χώρας είναι αποτελεσματικότερη όταν οι θεσμοί λειτουργούν με κανόνες, διαφάνεια και σεβασμό των δικαιωμάτων.

Κίμων

Η Ατζέντα 2030 και η επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα

Η γνωστική άμυνα συνδέεται άμεσα με τον εκσυγχρονισμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η ανανέωση των οπλικών συστημάτων, η ψηφιοποίηση, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και η βελτίωση της διακλαδικότητας είναι ουσιαστικές προϋποθέσεις για μια σύγχρονη αποτρεπτική δύναμη. Η επιχειρησιακή τους αξία, όμως, εξαρτάται και από τους ανθρώπους που καλούνται να τις αξιοποιήσουν.

Ένα σύστημα συγκεντρώνει τεράστιο όγκο δεδομένων, αλλά αν οι χρήστες του δεν διακρίνουν μια αξιόπιστη ένδειξη από μια παραπλανητική, η πληροφοριακή υπεροχή μετατρέπεται σε υπερφόρτωση. Η τεχνολογία προσφέρει δυνατότητες· η εκπαίδευση, η εμπειρία και η ανθρώπινη κρίση καθορίζουν τον τρόπο αξιοποίησής τους.

Η διάσταση αυτή πρέπει να συνυπολογίζεται στον σχεδιασμό μεταρρυθμίσεων όπως η Ατζέντα 2030. Η στελέχωση, η επαγγελματική ανάπτυξη, η διατήρηση της εμπειρίας και η εμπιστοσύνη μεταξύ διοίκησης και προσωπικού επηρεάζουν άμεσα την επιχειρησιακή ετοιμότητα. Οι οργανωτικές αλλαγές αποδίδουν περισσότερο όταν τα στελέχη κατανοούν τον σκοπό τους, διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα και έχουν ουσιαστικό ρόλο στην εφαρμογή τους.

Η γνωστική ανθεκτικότητα προϋποθέτει επαγγελματική κουλτούρα που ενθαρρύνει την ακρίβεια, την τεκμηριωμένη αμφισβήτηση και την έγκαιρη αναφορά προβλημάτων. Ένα στέλεχος που μπορεί να επισημάνει μια ασυνέπεια χωρίς να φοβάται ότι θα αντιμετωπιστεί ως ενοχλητικό συμβάλλει στην ποιότητα της συνολικής εκτίμησης.

Αντίθετα, όταν επιβραβεύονται μόνο οι εκτιμήσεις που επιβεβαιώνουν την αρχική άποψη της διοίκησης, αυξάνεται ο κίνδυνος να παραβλεφθούν κρίσιμα στοιχεία.

Η συνοχή δεν οικοδομείται μόνο με διαταγές και κανονισμούς. Ενισχύεται με επαγγελματισμό, συνέπεια, δικαιοσύνη, σαφείς στόχους και εμπιστοσύνη. Οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν την ανθεκτικότητα ενός οργανισμού απέναντι σε προσπάθειες που αξιοποιούν την απογοήτευση, την αβεβαιότητα ή την αίσθηση αδικίας.

Η γνωστική άμυνα αποτελεί, επομένως, ουσιαστικό συμπληρωματικό στοιχείο του αμυντικού μετασχηματισμού: όχι ως νέα εντυπωσιακή ονομασία, αλλά ως επένδυση στην ποιότητα της εκπαίδευσης, της διοίκησης και της λήψης αποφάσεων.

Η Πράσινη Γραμμή στη Λευκωσία

Η κοινωνική ανθεκτικότητα χωρίς φόβο και υπερβολές

Η γνωστική άμυνα δεν αφορά μόνο το στρατιωτικό προσωπικό. Σε περιόδους κρίσης, η ανθεκτικότητα μιας χώρας εξαρτάται και από την ικανότητα των πολιτών να αξιολογούν υπεύθυνα τις πληροφορίες που λαμβάνουν. Μια κοινωνία που μπορεί να διακρίνει την τεκμηριωμένη ενημέρωση από τον εντυπωσιασμό και την οργανωμένη παραπλάνηση διαθέτει καλύτερες προϋποθέσεις να διατηρήσει τη συνοχή της.

Η εκπαίδευση στον ψηφιακό γραμματισμό συμβάλλει ουσιαστικά. Οι πολίτες χρειάζεται να γνωρίζουν πώς να ελέγχουν την αρχική πηγή μιας είδησης, να αναζητούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση, να εντοπίζουν παλαιό οπτικό υλικό που παρουσιάζεται ως νέο και να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη ισχυρισμούς που προκαλούν έντονο φόβο ή οργή.

Τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα μέσα ενημέρωσης και οι δημόσιοι φορείς ενισχύουν αυτές τις δεξιότητες. Η ενημέρωση χρειάζεται να εξηγεί όχι μόνο ποιος ισχυρισμός είναι λανθασμένος, αλλά και πώς μπορεί να ελεγχθεί. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν οικοδομείται με την απαίτηση άκριτης αποδοχής των επίσημων ανακοινώσεων, αλλά με την ακρίβεια, τη διαφάνεια και την έγκαιρη διόρθωση των λαθών.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται απέναντι στην τεχνητή παραγωγή εικόνων, ήχου και βίντεο. Η τεχνολογία επιτρέπει τη δημιουργία υλικού που εμφανίζει ένα πρόσωπο να λέει ή να κάνει κάτι που δεν συνέβη. Η αυθεντικότητα ενός αρχείου δεν πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά από το πόσο πειστικό φαίνεται. Σε σοβαρά περιστατικά, απαιτείται έλεγχος της προέλευσης και διασταύρωση με ανεξάρτητες πηγές.

Υπάρχει, παράλληλα, και ο αντίστροφος κίνδυνος: να χαρακτηρίζεται ένα πραγματικό τεκμήριο ως «τεχνητό» χωρίς επαρκή εξέταση. Η κριτική αξιολόγηση πρέπει να εφαρμόζεται και στις δύο κατευθύνσεις, ώστε η κοινωνία να μην εγκλωβίζεται ούτε στην άκριτη αποδοχή ούτε στην καθολική δυσπιστία.

Για την Ελλάδα, η προστασία της κοινωνικής συνοχής έχει στρατηγική αξία. Οι διαφωνίες για την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, τις συμμαχίες και τις κυβερνητικές αποφάσεις αποτελούν φυσιολογικό στοιχείο μιας δημοκρατίας. Η απάντηση στην εχθρική επιρροή δεν είναι να εξαλειφθεί η διαφωνία, αλλά να προστατευθεί η δυνατότητα του δημόσιου διαλόγου να στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία.

Η κοινωνία δεν χρειάζεται να σκέφτεται ομοιόμορφα για να είναι ανθεκτική. Χρειάζεται να μπορεί να συζητά, να ελέγχει τους ισχυρισμούς και να μην επιτρέπει σε μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία να καθορίζει αυτομάτως τη στάση της απέναντι σε ένα κρίσιμο εθνικό ζήτημα.

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης

Η γνωστική άμυνα ως παράγοντας εθνικής ισχύος

Η μελέτη του James M. Davitch προσφέρει μια χρήσιμη αφετηρία για τη συζήτηση γύρω από την αμυντική πλευρά του γνωστικού πολέμου. Η σημασία της για την Ελλάδα βρίσκεται στην ανάγκη να ενσωματωθεί η προστασία της ανθρώπινης κρίσης στην εκπαίδευση, στη διοίκηση και στον σχεδιασμό πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης [1].

Η πρακτική εφαρμογή αυτής της προσέγγισης απαιτεί συγκεκριμένες επιλογές:

  • κοινές διαδικασίες αξιολόγησης πληροφοριών,
  • εκπαίδευση με ρεαλιστικά σενάρια,
  • αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ αρμόδιων φορέων,
  • αξιόπιστη δημόσια επικοινωνία και
  • αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας με σαφή κριτήρια.

Δεν απαιτεί τη δημιουργία πολλών νέων δομών, αλλά την καλύτερη σύνδεση των υφιστάμενων δυνατοτήτων.

Έχοντας υπηρετήσει επί 38 χρόνια στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και 5 σε νατοϊκό περιβάλλον, θεωρώ ότι η διάσταση αυτή αξίζει να ενταχθεί ουσιαστικά στον εθνικό προβληματισμό για την άμυνα και την ασφάλεια. Η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την εκπαίδευση, την εμπειρία, την πειθαρχία και την ποιότητα της διοίκησης, αλλά και από την ικανότητα των στελεχών να αξιολογούν ψύχραιμα αντιφατικά στοιχεία και να αναγνωρίζουν πότε μια πληροφορία δεν επαρκεί για ασφαλές συμπέρασμα.

Η Ελλάδα χρειάζεται σύγχρονα μέσα και ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις. Χρειάζεται, παράλληλα, θεσμούς που αξιολογούν σωστά τις πληροφορίες, ηγεσίες που ακούν τεκμηριωμένες επισημάνσεις, στελέχη που εκπαιδεύονται να λειτουργούν υπό αβεβαιότητα και πολίτες που μπορούν να διακρίνουν την τεκμηρίωση από τον εντυπωσιασμό. Η συνδυασμένη αυτή ικανότητα ενισχύει την εθνική ανθεκτικότητα και υποστηρίζει την αξιοπιστία της αποτροπής.

Η προσπάθεια επηρεασμού της ανθρώπινης σκέψης αποτελεί υπαρκτή παράμετρο του σύγχρονου στρατηγικού ανταγωνισμού. Η αντιμετώπισή της απαιτεί ψυχραιμία, επαγγελματισμό, θεσμική νομιμότητα και συνεχή εκπαίδευση. Η ουσιαστική άμυνα βρίσκεται στην ικανότητα να εξετάζουμε τα δεδομένα, να αναγνωρίζουμε τα όρια της γνώσης μας και να αποφασίζουμε με πειθαρχία.

Η τελική δοκιμασία μιας σύγχρονης αμυντικής δύναμης είναι η ικανότητά της να αξιοποιεί σωστά τις δυνατότητές της όταν η πίεση είναι μεγάλη και ο χρόνος περιορισμένος. Σε αυτή τη δοκιμασία, η ποιότητα της ανθρώπινης κρίσης δεν αποτελεί δευτερεύουσα παράμετρο. Είναι μέρος της ίδιας της στρατιωτικής ισχύος.

Ανίχνευση παραποιημένων βίντεο

Βιβλιογραφία – Πηγές

[1] Davitch, James M., “Building the Mental Golden Dome: Arming the Joint Force for Defensive Cognitive Warfare”, Joint Force Quarterly, No. 120, National Defense University Press, 9 September 2026.

https://ndupress.ndu.edu/Media/News/News-Article-View/Article/4560490/building-the-mental-golden-dome-arming-the-joint-force-for-defensive-cognitive/

[2] NATO Allied Command Transformation, “Allied Command Transformation develops the Cognitive Warfare Concept to Combat Disinformation and Defend Against ‘Cognitive Warfare’”, 3 July 2024.

https://www.act.nato.int/article/cogwar-concept/

[3] NATO Allied Command Transformation, “Cognitive Warfare: Beyond Military Information Support Operations”, 9 May 2023.

https://www.act.nato.int/article/cognitive-warfare-beyond-military-information-support-operations/

[4] NATO Allied Command Transformation, “Cognitive Warfare: Strengthening and Defending the Mind”, 5 April 2023.

https://www.act.nato.int/article/cognitive-warfare-strengthening-and-defending-the-mind/

[5] Deppe, Christoph & Schaal, Gary S., “Cognitive warfare: a conceptual analysis of the NATO ACT cognitive warfare exploratory concept”, Frontiers in Big Data, 2024.

https://doi.org/10.3389/fdata.2024.1452129

[6] European External Action Service (EEAS), “2025 Report on EEAS Activities to Counter Foreign Information Manipulation and Interference (FIMI)”, 24 June 2026.

https://www.eeas.europa.eu/eeas/2025-report-eeas-activities-counter-foreign-information-manipulation-interference-fimi_en

[7] European External Action Service (EEAS), “4th EEAS Annual Report on Foreign Information Manipulation and Interference Threats”, 12 March 2026.

https://www.eeas.europa.eu/eeas/4th-eeas-annual-report-foreign-information-manipulation-and-interference-threats_en

[8] NATO, “Countering cognitive warfare: awareness and resilience”, NATO Review, 20 May 2021.

https://www.nato.int/docu/review/articles/2021/05/20/countering-cognitive-warfare-awareness-and-resilience/index.html

[9] NATO Allied Command Transformation, “Workshop – Cognitive Warfare Concept”, 27 September 2022.

https://www.act.nato.int/article/workshop-cognitive-warfare-concept/

[10] NATO, “NATO’s approach to countering disinformation: a focus on COVID-19”, 17 July 2020.

https://www.nato.int/cps/en/natohq/177273.htm

Σημείωση: Η μελέτη του Davitch αποτελεί την αφετηρία της ανάλυσής μου, ενώ οι προτάσεις μου για την Ελλάδα συνιστούν στρατηγικές εισηγήσεις και τα παραδείγματα των ελληνικών πεδίων ενδιαφέροντος είναι υποθετικά σενάρια, όχι ισχυρισμοί ότι συγκεκριμένες επιχειρήσεις έχουν αποδεδειγμένα πραγματοποιηθεί στη χώρα. Η ενότητα για την περίοδο 2019–2021 βασίζεται στη δημόσια τεκμηρίωση του ΝΑΤΟ σχετικά με την παραπληροφόρηση κατά την πανδημία και στη σχετική ανάλυση του NATO Review, καθώς και στην προσωπική μου εμπειρία.

Θεόδωρος Ατματζίδης

Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης,  έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει  και καθηγητής  στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα