Ο Πολ Κοζιγκιάν (Paul Cozighian) είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος και ανταποκριτής στο Βουκουρέστι για διάφορα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, όπως τα Le Figaro, Radio France, TF1/LCI και TV5-Monde.
24 Οκτωβρίου 2026, 05:16
Αλίνα Μανολάκε (Alina Manolache) – Αρχισυντάκτρια
Πηγή: Cotidianul
romerkur.de
Ο δημοσιογράφος Πολ Κοζιγκιάν μίλησε στην εφημερίδα Cotidianul για τις διαδηλώσεις στη Γαλλία. Οι κινητοποιήσεις αυτές έχουν πυροδοτήσει ένα σπάνιο φαινόμενο: η δυσαρέσκεια, κυρίως των νέων αλλά όχι αποκλειστικά αυτών, έχει οδηγήσει στην ταυτόχρονη ενίσχυση της δημόσιας εικόνας τόσο της ριζοσπαστικής Δεξιάς όσο και της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Πώς εξηγείται αυτό; Γιατί η Γαλλία μοιάζει με καζάνι που βράζει, έτοιμο να εκραγεί;
Προσκαλέσαμε τον δημοσιογράφο Πολ Κοζιγκιάν, έναν βαθύ γνώστη της γαλλικής πραγματικότητας, να παρουσιάσει τη δική του οπτική για τις εικόνες χάους και βίας που όλοι παρακολουθήσαμε τις τελευταίες εβδομάδες.
Cotidianul: Πώς εξηγούνται οι μαζικές διαδηλώσεις στη Γαλλία;
Πολ Κοζιγκιάν:
Οι σημερινές διαδηλώσεις δεν μοιάζουν με τα μεγάλα παραδοσιακά κοινωνικά κινήματα της Γαλλίας.
Το 1995, το 2006, ακόμη και κατά την κρίση των «Κίτρινων Γιλέκων» το 2018, οι κινητοποιήσεις επικεντρώνονταν στην αντίθεση προς μια συγκεκριμένη μεταρρύθμιση ή ένα συγκεκριμένο κυβερνητικό μέτρο.
Σήμερα, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια συσσώρευση πολλαπλών κοινωνικών δυσαρεσκειών: την εκπαίδευση, το κόστος ζωής, το αίσθημα κοινωνικής υποβάθμισης, το δημόσιο χρέος, την πολιτική εκπροσώπηση, το επαγγελματικό μέλλον και την ιδεολογική πόλωση.
Ακριβώς αυτός ο πολυδιάστατος χαρακτήρας των κινητοποιήσεων εξηγεί την εντύπωση ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει από τα συνηθισμένα όρια.
«Ένα μέρος της νέας γενιάς αναπτύσσει μια συνολική αντίληψη για την κοινωνική κρίση»
Πολ Κοζιγκιάν:
Η Γαλλία θεωρούνταν επί μακρόν ένα από τα πλέον ανεπτυγμένα κοινωνικά κράτη της Ευρώπης, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτους πρόνοιας.
Ωστόσο, σήμερα, ένα μέρος της γαλλικής κοινωνίας, και ιδιαίτερα οι νέοι, δεν πιστεύει πλέον ότι οι παραδοσιακοί μηχανισμοί κοινωνικής ανέλιξης λειτουργούν αποτελεσματικά.
Προβλήματα όπως το υπερβολικά αυστηρά ελεγχόμενο σύστημα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, μέσω της πλατφόρμας «Parcoursup», η έλλειψη επαρκούς αριθμού εκπαιδευτικών, η υποβάθμιση των συνθηκών στα λύκεια, καθώς και οι δυσλειτουργίες των δημόσιων υπηρεσιών, αναφέρονται διαρκώς από τους νέους και τους γονείς τους.
Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η διάσταση μεταξύ των γενεών.
Αρκετοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι τα αιτήματα, τα οποία αρχικά αφορούσαν ζητήματα της εκπαίδευσης, επεκτάθηκαν γρήγορα σε πολύ ευρύτερα προβλήματα: το οικονομικό μέλλον, την κλιματική αλλαγή, τη στεγαστική κρίση, την αστυνομική βία, τον πόλεμο στη Γάζα και την άνοδο της Ακροδεξιάς.
Έτσι, ένα μέρος της νέας γενιάς διαμορφώνει μια συνολική αντίληψη για την κοινωνική κρίση, αντί να περιορίζεται σε επιμέρους, κλαδικά αιτήματα.
«Ένα κράτος υπερβολικά ανεκτικό απέναντι στους ταραξίες»
Πολ Κοζιγκιάν:
Ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας είναι η απώλεια εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.
Μαθητές λυκείων, εκπαιδευτικοί, συνδικάτα, ακόμη και εκπρόσωποι της κρατικής διοίκησης, περιγράφουν ένα κράτος που αντιδρά καθυστερημένα και φαίνεται ανίκανο να προβλέψει τα προβλήματα.
Αρκετοί δημόσιοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η έκταση του κινήματος είχε υποτιμηθεί.
Υπάρχουν, ωστόσο, και φωνές που κατηγορούν το κράτος ότι επιδεικνύει υπερβολική ανοχή απέναντι στους ταραξίες, αφήνοντάς τους σκόπιμα να προκαλούν χάος, προκειμένου να αποθαρρύνουν τους διαδηλωτές και να υποβαθμίσουν τα αιτήματά τους.
Για παράδειγμα, μια γυναίκα στη Λυών, ιδιοκτήτρια καταστήματος στο κέντρο της πόλης, διαπίστωσε μέσω των καμερών ασφαλείας ότι το κατάστημά της λεηλατούνταν.
Τηλεφώνησε στην αστυνομία ζητώντας βοήθεια, αλλά η απάντηση που έλαβε ήταν ότι «η αστυνομία είχε λάβει εντολή να μην επέμβει».
(Σύμφωνα με ρεπορτάζ του TF1/LCI.)
«Πολύ πιο ετερόκλητες πορείες διαδηλωτών»
Πολ Κοζιγκιάν:
Υπάρχει επίσης μια νέα πολιτική διάσταση.
Παραδοσιακά, οι μεγάλες κινητοποιήσεις στη Γαλλία οργανώνονταν και ελέγχονταν από τα συνδικάτα ή τα πολιτικά κόμματα.
Σήμερα, όμως, έχουμε να κάνουμε με πολύ πιο ετερόκλητες πορείες, στις οποίες συμμετέχουν μαθητές λυκείων, φοιτητές, συνδικαλιστές, πρώην μέλη του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων», γονείς και πολλές άλλες κοινωνικές ομάδες.
Η απουσία ενός παραδοσιακού οργανωτικού πλαισίου καθιστά το κίνημα δυσκολότερο στην πρόβλεψη και στον έλεγχο.
Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η Γαλλία αντιμετωπίζει ταυτόχρονα ασθενή οικονομική ανάπτυξη και υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα, με ένα δημόσιο χρέος που προκαλεί ανησυχία στις χρηματοπιστωτικές αγορές και με τα επιτόκια να αυξάνονται ραγδαία.
Πολλοί Γάλλοι ζητούν μεγαλύτερη κοινωνική προστασία, ακριβώς τη στιγμή που τα δημοσιονομικά περιθώρια του κράτους περιορίζονται.
«Βαθιά κρίση εμπιστοσύνης»
Πολ Κοζιγκιάν:
Βρισκόμαστε, επομένως, αντιμέτωποι με μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης, η οποία επηρεάζει ταυτόχρονα τους θεσμούς, την οικονομία, την εκπαίδευση, την πολιτική εκπροσώπηση και την ίδια τη λειτουργία του γαλλικού κοινωνικού συμβολαίου.
Cotidianul: Ποιοι παράγοντες προκάλεσαν αυτές τις διαδηλώσεις;
Πολ Κοζιγκιάν:
Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει μια κρίση στην εκπαίδευση. Πολλοί νέοι αισθάνονται ότι το σχολείο δεν εγγυάται πλέον την κοινωνική ανέλιξη.
Στη συνέχεια, υπάρχουν όλα τα προβλήματα που συνδέονται με τον πληθωρισμό και την αγοραστική δύναμη, προβλήματα για τα οποία η κυβέρνηση δεν φαίνεται να βρίσκει λύσεις.
Υπάρχει επίσης ένα ολοένα εντονότερο άγχος σχετικά με το επαγγελματικό μέλλον αυτών των νέων, τη δυνατότητά τους να αποκτήσουν αξιοπρεπή κατοικία και το κατά πόσο θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στις συνθήκες μιας αγοράς εργασίας που φαίνεται να επιδεινώνεται με αρκετά γρήγορους ρυθμούς.
«Βαθιά απώλεια εμπιστοσύνης στους κρατικούς θεσμούς»
Πολ Κοζιγκιάν:
Υπάρχει, επιπλέον, μια βαθιά απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς του κράτους. Και αυτό είναι εξαιρετικά σοβαρό.
Επομένως, αντιμετωπίζουμε πράγματι μια εξαιρετική κατάσταση, η οποία δεν μπορεί να επιλυθεί στο άμεσο μέλλον.
Cotidianul: Πώς είναι σήμερα η ζωή στη Γαλλία, αν τη συγκρίνουμε με τη Ρουμανία;
Πολ Κοζιγκιάν:
Η Γαλλία διέρχεται μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης και κοινωνικής συνοχής, γεγονός που εξηγεί την έκταση των διαδηλώσεων και την εντύπωση ότι η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μια πρωτοφανή συγκυρία.
Ωστόσο, από οικονομική και κοινωνική άποψη, η Γαλλία παραμένει, σε κάθε περίπτωση, μία από τις πιο ευημερούσες ευρωπαϊκές χώρες, με υψηλό επίπεδο κοινωνικής προστασίας, δημόσιων υπηρεσιών και εισοδημάτων.
Διαθέτει επίσης σημαντικές δυνατότητες ανάκαμψης, χάρη στην ισχυρή οικονομία της.
«Η βασική διαφορά από τη Ρουμανία είναι πολιτισμική και ιστορική»
Πολ Κοζιγκιάν:
Το σημερινό πρόβλημα σχετίζεται περισσότερο με την κοινωνική υποβάθμιση και την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς, παρά με μια κατάσταση γενικευμένης φτώχειας.
Η βασική διαφορά από τη Ρουμανία είναι πολιτισμικής και ιστορικής φύσεως.
Έπειτα από δεκαετίες μετάβασης και περιόδους υψηλού πληθωρισμού, πολλοί Ρουμάνοι έχουν αναπτύξει μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής στις οικονομικές δυσκολίες και τείνουν να υπομένουν τα προβλήματα χωρίς μαζικές κινητοποιήσεις.
Στη Γαλλία, αντίθετα, υπάρχει η προσδοκία ότι το κράτος οφείλει να προστατεύει τους πολίτες, το σχολείο να προσφέρει ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης και οι δημόσιες υπηρεσίες να λειτουργούν αποτελεσματικά.
Όταν αυτές οι υποσχέσεις φαίνεται ότι δεν τηρούνται πλέον, η κοινωνική αντίδραση εκδηλώνεται ταχύτερα και με μεγαλύτερη ένταση.
Cotidianul: Πώς θα επηρεάσουν αυτές οι διαδηλώσεις τις επόμενες εκλογές;
Πολ Κοζιγκιάν:
Η βασική πολιτική συνέπεια της κρίσης είναι η αποδυνάμωση της κυβερνητικής εξουσίας και η ενίσχυση των δυνάμεων της αντιπολίτευσης.
«Η κυριότερη ωφελημένη είναι η κυρία Μαρίν Λεπέν»
Πολ Κοζιγκιάν:
Η κυβέρνηση κατηγορείται ότι δεν προέβλεψε σωστά την έκταση των κινητοποιήσεων και ότι αντέδρασε καθυστερημένα στην κοινωνική δυσαρέσκεια.
Επιπλέον, οι οικονομικές δυσκολίες και η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους ενισχύουν την εικόνα μιας κυβέρνησης που βρίσκεται υπό έντονη πίεση.
Η κυριότερη ωφελημένη είναι η κυρία Μαρίν Λεπέν, η υποψήφια της Ακροδεξιάς για τις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους.
Η Λεπέν έχει αυξήσει κατά δύο ακόμη ποσοστιαίες μονάδες το προβάδισμά της στην κατάταξη των διεκδικητών της γαλλικής προεδρίας και, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, εμφανίζεται ως νικήτρια ανεξαρτήτως του αντιπάλου που θα αντιμετωπίσει στον δεύτερο γύρο, ο οποίος έχει προγραμματιστεί για τις 2 Μαΐου 2027.
«Η ριζοσπαστική Αριστερά επωφελείται επίσης από την κατάσταση»
Πολ Κοζιγκιάν:
Τα βίαια επεισόδια και το αίσθημα απώλειας του ελέγχου ενισχύουν τις κεντρικές θέσεις που προβάλλει το κόμμα της, ο Εθνικός Συναγερμός (Rassemblement National – RN), δηλαδή τη δημόσια τάξη, την ασφάλεια και την κρατική εξουσία.
Ωστόσο, η ριζοσπαστική Αριστερά επωφελείται επίσης από την κατάσταση.
Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν και το κόμμα του, Ανυπότακτη Γαλλία (La France Insoumise – LFI), αξιοποιούν πολιτικά τη δυσαρέσκεια των νέων, την κριτική για την εκπαίδευση, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και τις δημόσιες υπηρεσίες, τις οποίες θεωρούν αναποτελεσματικές.
Δύο ημέρες μετά τα βίαια επεισόδια της 17ης Οκτωβρίου, η εφημερίδα Le Figaro δημοσίευσε δημοσκόπηση που τοποθετεί τον Μελανσόν στη δεύτερη θέση των προτιμήσεων του εκλογικού σώματος, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, δηλαδή της κοινωνικής ομάδας που αποτέλεσε την αφετηρία των διαδηλώσεων του τελευταίου μήνα.
«Η κρίση φαίνεται να ευνοεί ταυτόχρονα δύο αντίπαλα στρατόπεδα»
Πολ Κοζιγκιάν:
Η μεγάλη καινοτομία, ωστόσο, είναι η πολιτική πόλωση.
Η κρίση φαίνεται να ευνοεί ταυτόχρονα δύο αντίπαλα στρατόπεδα: το ένα ζητά περισσότερη κρατική εξουσία και τάξη, ενώ το άλλο διεκδικεί μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και περισσότερες δημόσιες επενδύσεις.
Αντίθετα, τα μετριοπαθή κόμματα και ο πολιτικός κεντρώος χώρος βρίσκονται εγκλωβισμένα ανάμεσα σε αυτές τις δύο πιέσεις και αποτελούν, με μεγάλη διαφορά, τους κυριότερους χαμένους της παρούσας συγκυρίας.
Με λίγα λόγια, εάν οι διαδηλώσεις συνεχιστούν, οι εκλογές του 2027 κινδυνεύουν να μετατραπούν όχι τόσο σε μια αντιπαράθεση οικονομικών προγραμμάτων, όσο σε ένα ιδιότυπο δημοψήφισμα για την ικανότητα του κράτους να ανταποκριθεί ταυτόχρονα στο αίτημα για τάξη και στο αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη.
«Κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό Κέντρο»
Cotidianul: Πώς εξηγείται η ταυτόχρονη άνοδος των πολιτικών άκρων;
Πολ Κοζιγκιάν:
Η ταυτόχρονη άνοδος των πολιτικών άκρων αντανακλά, πάνω απ’ όλα, μια κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό Κέντρο και τους παραδοσιακούς θεσμούς.
Αυτό είναι το σημαντικότερο πολιτικό φαινόμενο που ανέδειξε η σημερινή κρίση.
Για σχεδόν δύο δεκαετίες, ο γαλλικός δημόσιος διάλογος κυριαρχούνταν από την άνοδο της Ακροδεξιάς.
Σήμερα, όμως, τόσο η Ακροδεξιά όσο και η ριζοσπαστική Αριστερά ενισχύονται ταυτόχρονα.
«Τα πολιτικά άκρα συμμερίζονται την ίδια διάγνωση»
Πολ Κοζιγκιάν:
Παραδόξως, οι ψηφοφόροι του Εθνικού Συναγερμού (RN) και εκείνοι της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI) συμμερίζονται συχνά την ίδια διάγνωση:
Οι θεσμοί λειτουργούν ολοένα χειρότερα, οι πολιτικές ελίτ έχουν αποκοπεί από την πραγματικότητα, η κοινωνική κινητικότητα έχει μπλοκαριστεί και οι δημόσιες υπηρεσίες υποβαθμίζονται.
Η διαφορά βρίσκεται στην ερμηνεία που δίνει κάθε πολιτικός χώρος.
Για τον Εθνικό Συναγερμό (RN), το βασικό πρόβλημα είναι η απώλεια της κρατικής αυθεντίας, η ανασφάλεια και η αποδυνάμωση του δημόσιου ελέγχου.
Για την Ανυπότακτη Γαλλία (LFI), η κύρια αιτία είναι η κοινωνική αδικία, η διεύρυνση των ανισοτήτων και η ανεπάρκεια των δημόσιων επενδύσεων.
«Η ίδια κρίση προκαλεί αντίθετες πολιτικές αντιδράσεις»
Πολ Κοζιγκιάν:
Ορισμένοι ψηφοφόροι βλέπουν στα βίαια επεισόδια στους δρόμους την απόδειξη ότι απαιτούνται περισσότερη τάξη και ασφάλεια, ενώ άλλοι θεωρούν ότι τα ίδια γεγονότα αποκαλύπτουν ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα.
Όσον αφορά την άνοδο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ικανότητες και στο ρητορικό χάρισμα του Ζαν-Λικ Μελανσόν.
Ο Μελανσόν κατάφερε να προσελκύσει τη νεολαία, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, και το αίτημα για τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, κερδίζοντας με αυτόν τον τρόπο και τη συμπάθεια πολιτών μουσουλμανικής καταγωγής.


