The New U.S. Sanctions Are Directed at Trump As Much As Russia
Russian President Vladimir Putin said on Friday that he will not expel U.S. diplomats as a response to the Obama administration’s retaliatory measures against Putin’s election-related cyberattacks.
Russia’s foreign minister, Sergei Lavrov, had suggested that Putin meet the U.S. sanctions that were announced on Thursday in kind, but the president declined the suggestion, likely looking to cultivate relations with the incoming Donald Trump administration.
As punishment for Russia’s alleged role in the hacking during the 2016 U.S. presidential campaign, Obama announced that the U.S. is shutting down two Russian government compounds in the United States, expelling 35 Russian diplomats described as intelligence operatives, and issuing sanctions on a number of senior Russian officials and companies.
Putin appears to agree with the widespread assumption that Trump will pursue a much more Russia-friendly foreign policy than Obama, so perhaps he feels it’s hardly worth getting that worked up over measures taken by a president who’s going to be gone in three weeks.
The administration’s moves Thursday may, in fact, be as much about sending a message to the incoming administration and to Capitol Hill as it is about sending one to the Kremlin.
One major indication of just how much Trump’s Russia policy will deviate from the norm—and one area where Obama may be seeking to box in Trump on his way out the door—is Rex Tillerson’s nomination as secretary of state. The pro-Russian oil man is now sure to be asked about sanctions, Russia’s alleged role in the election, its conduct during the war in Syria, the legitimacy of its annexation of Crimea, and a host of other Russia-related issues at his confirmation hearings. A number of Russia hawk Republicans in the Senate have already expressed concern about Tillerson’s business ties to Russia and personal relationship with Putin. After Thursday’s announcement, John McCain and Lindsey Graham called for even stronger sanctions on Russia than those rolled out by Obama. (This was predictable: no anti-Russian sanctions are ever strong enough for McCain and Graham.)
Putin may not be taking those measures all that seriously, but they potentially leave Trump and Tillerson in the position of arguing to a skeptical Congress that the allegations of election hacking are no big deal.
Previous rounds of sanctions on Russia haven’t done much to alter Russian behavior. If the sanctions move Trump at all away from Russia—or increase distance between Republicans in Congress and the Trump administration on a critical nomination, or general policy toward Russia—then they may well end up being more effective.
http://www.slate.com/blogs/the_slatest/2016/12/30/obama_s_new_russia_sanctions_might_make_rex_tillerson_s_confirmation_an.html
Εξουσία, αριστερά, «πόθεν έσχες» και δημόσιος χώρος.
Η καθιέρωση του «πόθεν έσχες» θα ήταν μια θετική απόφαση αν συνοδευόταν και από τους αναγκαίους ελέγχους μετά την υποβολή των οικονομικών στοιχείων των υπόχρεων να τα δηλώσουν.
Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως στην Ελλάδα αυτό γίνεται στο βαθμό που χρειάζεται. Μπορεί να συμβεί μόνο για τους αντιπάλους της κάθε φορά πολιτικής εξουσίας, ώστε να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής επίθεσης. Καλό θα ήταν να τηρούνταν οι προβλέψεις του νόμου στο μεγαλύτερο βαθμό αλλά, ακόμη και αν δεν τηρούνται, είναι καλύτερο το ότι το «πόθεν έσχες» υπάρχει από το να μην υπήρχε καθόλου.
Η δημοσιοποίηση των σχετικών δηλώσεων έχει και μια άλλη, πολιτική διάσταση, ιδιαίτερα αν πρόκειται για πρόσωπα που υπηρετούν τις ιδέες της αριστεράς.
Διότι, υποτίθεται, πως η βασικότερη αρχή στην οποία βασίζεται η μαρξιστική, κυρίως, αριστερά, είναι η ανάλυση της εκμετάλλευσης του εργαζομένου και η παραγωγή πλούτου μέσω της υπεραξίας, από την εκμετάλλευση αυτή.
Άραγε, που τα βρίσκουν τα πολλά χρήματα άνθρωποι που επικαλούνται τις αρχές της αριστεράς,, ως νοηματοδότηση της ζωής τους, χωρίς να εκμεταλλεύονται- κατά τον Μάρξ- τον συνάνθρωπό τους;
Αλλά, όταν πρόκειται για πολιτικούς διαχειριστές, και μάλιστα σε μια κοινωνία σε βαθύτατη οικονομική κρίση, όπως σήμερα η ελληνική, προκύπτει και ένα άλλο, πολύ σημαντικό ερώτημα: μπορεί οι άνθρωποι αυτοί, ως διαχειριστές της εξουσίας, κάτω από την ισχυρή πίεση των δανειστών τους να ακολουθήσουν πολιτική υπέρ των ασθενέστερων, οικονομικά, στρωμάτων, όταν δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά και δεν αντιλαμβάνονται τις τραγικές δυσκολίες που τα στρώματα αυτά διέρχονται;
Η καθημερινή πράξη και η συμπεριφορά τους στη βουλή δείχνει πως όχι. Συμφωνούν σε όλα, τα ψηφίζουν όλα και δεν μπαίνουν στον κόπο να διαμορφώσουν μια εναλλακτική πολιτική.
Η περίπτωση του, οικονομικά, ευκατάστατου κυρίου Τσακαλώτου είναι χαρακτηριστική: συμπεριφέρεται υποτακτικά στους διεθνείς συνομιλητές του και, προκειμένου να διατηρήσει το αριστερό, θεωρητικό άρωμά του, όταν επιστρέφει στην Ελλάδα τόσο αυτός όσο και η υποκριτική κίνηση των «53» της οποίας ηγείται, βγάζουν τη γλώσσα, εκ του ασφαλούς. Το δυστύχημα είναι πως η τακτική τους βρίσκει απήχηση σε έναν αό που επαίρεται για την πολιτική του- και όχι μόνο- οξύνοια.
Ο κ. Τσακαλώτος, και ο Συριζα ως αριστερά, όφειλαν να έχουν μια διαφορετική πολιτική στη διαχείριση της κρίσης. Αν πρόκειται να εφαρμόζουν την ίδια πολιτική με τους νεοφιλελεύθερους, τότε πια η σημασία της εκλογής τους;
Για την κοινωνία καμία. Για τους ίδιους, όμως, υπάρχει. Η ανάδειξη στην κυβέρνηση του Συριζα αποκάλυψε, πρωτίστως, τα χαρακτηριστικά μιας ελληνικής αριστεράς η οποία, μεταπολιτευτικά αντιμετώπισε τον χώρο αυτό ως επάγγελμα. Ήταν επαγγελματίες αριστεροί. Και τα άτομα αυτά δεν βρίσκονται, σήμερα, μόνο στο Συριζα. Αν και βρίσκονται στο πολιτικό περιθώριο, διατέλεσαν πρώην σύντροφοι των σημερινών στελεχών του κυβερνώντος κόμματος. Είναι όλοι αυτοί που προήλθαν από τον πυρήνα της ανανεωτικής αριστεράς στην Ελλάδα και από τις παρυφές του ΚΚΕ και «ριζοσπαστικοποιημένων» ανανεωτικών ομάδων, όπως της παλαιάς, γνωστής, ως Β! Πανελλαδικής, τροτσκιστικών σεκτών κλπ.
Είναι αυτοί που στη λαϊκή διάλεκτο αποκλήθηκαν «αριστεροί στα λόγια και δεξιοί στην τσέπη».
Αριστερά με ιδεολογική συνέπεια δεν υπήρξε στην Ελλάδα.
Όσοι σκέφτονται το ΚΚΕ θα συμφωνήσουν, νομίζω, πως συμπεριφέρεται σήμερα, περισσότερο σαν ένας ιδεολογικός, επιχειρηματικός οργανισμός. Οι δε άλλες, εξωκοινοβουλευτικές αριστερίστικες σέκτες έχουν διαλυθεί και διότι δεν υπάρχει κοινωνικό πεδίο που να τις συντηρεί και διότι οι κρατικές δυνάμεις που τις συντηρούσαν, δεν υφίστανται.
Σε ό,τι αφορά, δε, τον αναρχοαυτόνομο, αντιεξουσιαστικό χώρο, αυτός και αν είδε την ύπαρξη κι παρουσία του ως επαγγελματική διασφάλιση. Παρακολουθείστε τη συμμετοχή του στους «αλληλέγγυους».
Άραγε, όλα αυτά τι σημαίνουν; Πως δεν υπάρχει χώρος για την αριστερά;
Μετά την εμπειρία του Συριζα, η έννοια αυτή θα κάνει χρόνια να αποκτήσει θετική σημασία στην ελληνική κοινωνία. Αλλά, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας πολιτικής πρότασης που θα πιστεύει στο δημόσιο χώρο. Που θα πιστεύει και θα μάχεται για δημόσια αγαθά που απειλούνται. Το δημόσιο σχολείο, το δημόσιο πανεπιστήμιο, το δημόσιο νοσοκομείο, η διατήρηση υπο κρατικό έλεγχο βασικών κοινωνικών αγαθών όπως είναι το νερό, η ασφάλεια, η άμυνα, η κοινωνική πολιτική υπέρ των ασθενέστερων, οικονομικά, στρωμάτων, η ουσιαστική διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η διαμόρφωση από το κράτος των ρυθμιστικών κανόνων της αγοράς, χωρίς υπονόμευση της επιχειρηματικότητας. Διότι αγορά χωρίς κανόνες είναι κοινωνικός φασισμός.
Όσοι πιστεύουν σ αυτήν την πολιτική αντίληψη πρέπει- εκτός των άλλων- να υπερπηδήσουν τις δυσκολίες που δημιούργησε η άσκηση κυβερνητικής εξουσίας από το Συριζα. Και το εγχείρημα αυτό είναι εξίσου δύσκολο με την απουσία συγκροτημένων, πολιτικά, στελεχών, που θα υποστηρίξουν πειστικά τις κοινωνικές αυτές αναγκαιότητες.
Προς το παρόν, το εκκρεμές κινείται από τον «αριστερό» καιροσκοπισμό, στο νεοφιλελευθερισμό. Το σκοτάδι, ακόμη, είναι βαθύ. Αλλά και η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.





