Αρχική Blog Σελίδα 3016

ISIS Ends Its Separate Peace With Turkey

0

The Atlantic.

The group claims the Reina nightclub massacre—making its war of terror official.

lead_960

Flowers and a Turkish flag outside the Reina nightclub in IstanbulYagiz Karahan / Reuters

 Ever since New Year’s Day, when a gunman killed at least 39 partiers at the Reina nightclub in Istanbul, watchers of the Islamic State have engaged in a familiar, morbid countdown. How long until the Islamic State issues a statement taking credit for the attack? This morning, the wait ended with a press release from the group avowing its authorship of the carnage. Turkish newspapers report that many of the victims died from head shots, point-blank. First they were wounded or cornered, then executed. The killer remains at large.
It is proper to resist the temptation to assess the gravity of this attack by noting that its body count is less than that of Omar Mateen’s Islamic State-inspired attack at the Pulse nightclub in Orlando (50 dead), or the coordinated attacks in Paris in November 2015 (130 dead). Allocating column inches according to these benchmarks is the very definition of normalization. (If this attack had taken place five years ago, it would have prompted smothering coverage for days, not a quickly expiring moment of media attention, and a return to regularly scheduled coverage.)

Moreover, in this case especially, the politics of the attack and its avowal make the Reina massacre much more pivotal than many others with higher tallies of casualties. The Islamic State has now formally ended its separate peace with Turkey. Since the group’s sack of Mosul in mid-2014, when it took captive 46 Turks, including diplomats, from the consulate there, the Turkish posture toward the Islamic State has been inconsistent at best. Turkey negotiated the hostages’ freedom (at what price is unclear), and its border remained permeable to anyone who wished to cross it—rebels opposed to Syrian President Bashar al-Assad, but also jihadists bound for the Islamic State—for well over a year. At the same time, Turkey allowed U.S. anti-Islamic State operations out of Incirlik Air Base. The Islamic State, for its part, fulminated against the Turkish “secular” government (never mind that President Recep Tayyip Erdogan is himself an Islamist) in its propaganda and even mounted a few attacks.

But it never claimed an attack outright. Few doubted that the Istanbul Airport raid was the Islamic State’s handiwork, and many smaller attacks have likewise been attributed but not avowed. (A car bombing in Diyarbakir in November was claimed for the Islamic State by its Amaq News Agency. But the attribution for that attack is still murky, as it was claimed by a Kurdish terror group as well.) Turkey has, up till now, been unique among victims in never having its victimhood acknowledged by its assailant. Whatever value this fiction held, it has now ended.

 This time is different. The press release states that the attack was “ordered by the prince of the believers,” Abu Bakr al-Baghdadi, and not merely addressed to him by an adoring fan. The Islamic State chooses its words carefully, and these ones imply responsibility at the highest level. Moreover, the new aggression comes after Turkey’s own tilt against ISIS, through military campaigns along the western edge of the Islamic State’s territory, and Baghdadi’s personal call in November for attacks against Turkey’s “apostate” government. Last week, Turkey participated in a Russian-backed ceasefire involving a slate of rebel groups, including several jihadist ones but not the Islamic State. That agreement demonstrates overt, unforced alignment with Assad and his non-Muslim allies. And it is accompanied by further Turkish military gains against the Islamic State in al-Bab, the group’s former stronghold in western Syria. Just weeks ago, the Islamic State chained two captured Turkish soldiers by the neck, doused them with gasoline, and burned them alive on camera. Hostilities are open, and the game is on.
The countdown I mentioned earlier—the social-media vigil kept by Islamic State analysts, for the moment the attack was claimed through the group’s official channels—is rarely undertaken with such certainty of the outcome. The target of the attack, a gathering of mostly Muslim merrymakers celebrating the end of a year as marked on the Christian calendar, was pure Islamic State bait. The commando-style raid likewise bears the group’s hallmarks. But we knew, too, that Turkey was by now an overripe target, and another, longer countdown, for its inclusion on the list of countries targeted aggressively and openly, had reached its conclusion as well.

https://www.theatlantic.com/international/archive/2017/01/isis-ends-its-separate-peace-with-turkey/512003/

Οι αυξανόμενες ναυτικές φιλοδοξίες του Ιράν

0
Γιατί θέλει ναυτικές βάσεις στην Συρία και την Υεμένη
guzansky_iran_navy_rtr3bccja1
Ένα πολεμικό πλοίο του ιρανικού ναυτικού φτάνει για να δέσει στο λιμάνι του Σουδάν, την 8η Δεκεμβρίου 2012. REUTERS
Περίληψη:

Αν αφεθεί ανεξέλεγκτο, το Ιράν θα μπορούσε δυνητικά να αναπτύξει την ικανότητα να απειλήσει κρίσιμες οδούς ναυτιλίας στην Κασπία Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό.

Ο YOEL GUZANSKY είναι ερευνητικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, εθνικός υπότροφος στο Hoover Institution στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, μεταδιδακτορικός υπότροφος 2016-17 στο Israel Institute και υπότροφος του Ιδρύματος Fulbright.

Στα τέλη Νοεμβρίου, το Ιράν έκανε μια ασυνήθιστη ανακοίνωση: Είπε ότι σχεδίαζε να δημιουργήσει ναυτικές βάσεις στην Συρία και την Υεμένη, οι οποίες, όπως το έθεσε ευθέως μια κρατική εφημερίδα αργότερα, «θα μπορούσαν να είναι δέκα φορές πιο αποτελεσματικές από την πυρηνική ισχύ». Παρά το γεγονός ότι το Ιράν έχει προσπαθήσει από καιρό να καθιερωθεί ως ηγετική περιφερειακή δύναμη, και οι ναυτικές βάσεις είναι το κλειδί για την επίτευξη αυτού του στόχου, ετούτη ήταν η πρώτη φορά που η Τεχεράνη διακήρυξε επισήμως τις προθέσεις της για την κατασκευή τέτοιων βάσεων πέρα από τα σύνορά της.

Οι βάσεις στην Συρία και την Υεμένη θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικές για το Ιράν. Η Υεμένη βρίσκεται στην στρατηγική ναυτική οδό του Στενού Bab el Mandeb, μια από τις πιο πολυσύχναστες πλωτές οδούς του κόσμου, και μια ναυτική βάση εκεί θα δώσει στην Τεχεράνη απρόσκοπτη πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα και θα την τοποθετήσει σε μια πιο πλεονεκτική θέση για να απειλήσει τον κύριο περιφερειακό ανταγωνιστή της, την Σαουδική Αραβία. Μια βάση στην Υεμένη θα επέτρεπε επίσης στο Ιράν να υποστηρίξει καλύτερα τους αντάρτες Χούθι, έναν από τους πληρεξούσιούς της, οι οποίοι κατέλαβαν την Sanaa τον Σεπτέμβριο του 2014. Ο υπό σαουδαραβική ηγεσία αποκλεισμός [1] της Υεμένης έχει εμποδίσει το Ιράν από το να έχει πρόσβαση στις ακτές της Υεμένης. Και στα τέλη Οκτωβρίου, τα ιρανικά πλοία που μεταφέρουν προμήθειες για τους Χούθι αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω αφότου πολεμικά πλοία των ΗΠΑ τα εμπόδισαν [2] –η πέμπτη αποστολή ιρανικών όπλων στις Χούθι την οποία απέτρεψαν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά το παρελθόν ενάμιση έτος. Αυτό έχει αναγκάσει το Ιράν να αναδρομολογήσει τις λαθραίες επιχειρήσεις του μέσα από το Ομάν. Μια ιρανική βάση στην Υεμένη θα επιλύσει αυτό το πρόβλημα, σε κάποιο βαθμό.

Οι πρόσφατες συγκρούσεις στο Στενό Bab el Mandeb τόνισαν την σημασία της ναυτικής διάστασης του πολέμου στην Υεμένη. Την 1η Οκτωβρίου, οι Χούθι πυροδότησαν παρεχόμενους από το Ιράν πυραύλους εναντίον πλοίου από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Τα ΗΑΕ είναι μέρος της υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας συμμαχίας που έχει δημιουργήσει τον ναυτικό αποκλεισμό γύρω από την Υεμένη. Αρκετές ημέρες αργότερα, οι Χούθι εκτόξευσαν πυραύλους εναντίον ενός πλοίου του Ναυτικού των ΗΠΑ, του USS Mason, το οποίο, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, ήταν στην περιοχή για να «διεξάγει επιχειρήσεις ρουτίνας» [3]. Η επίθεση οδήγησε τις Ηνωμένες Πολιτείες να εμπλακούν σε χτυπήματα αντιποίνων «περιορισμένης αυτοάμυνας» στις εγκαταστάσεις των ναυτικών ραντάρ των Χούθι που ενεπλάκησαν στην επίθεση.

Μια βάση στην Συρία, εάν υλοποιηθεί ποτέ, θα εκτείνει τον ναυτικό βραχίονα του Ιράν στην Μεσόγειο και θα ενισχύσει την ιρανική στρατιωτική παρουσία κοντά στις ακτές της Ευρώπης. Θα βοηθήσει επίσης τους συμμάχους της Τεχεράνης στον Λίβανο, την Παλαιστίνη και την Συρία –την Χεζμπολάχ, την Χαμάς, και το καθεστώς του προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ, αντίστοιχα. Μια ναυτική βάση στην Συρία θα επιτρέψει στο Ιράν να μεταφέρει τακτικό εφοδιασμό και να παρέχει άλλη βοήθεια προς την Χεζμπολάχ χωρίς να εξαρτάται από χερσαίες συνοδείες ή εναέρια μεταφορά μέσω του Ιράκ ή της Τουρκίας. Η βάση θα κάνει επίσης το Ιράν λιγότερο εξαρτημένο από το Σουδάν. Παρά το γεγονός ότι το Σουδάν έχει από καιρό χρησιμεύσει ως πύλη εισόδου για τα ιρανικά όπλα στην Μεσόγειο και την Αφρική, ο αφρικανικός σύμμαχος της Τεχεράνης έχει αλλάξει την πολιτική του τα τελευταία χρόνια και έχει μετακινηθεί πιο κοντά στην πλούσια Σαουδική Αραβία. (Η τελευταία αναφορά περί ιρανικών πλοίων ελλιμενισμένων στο Πορτ Σουδάν ήταν τον Μάιο του 2014 [4]). Το Χαρτούμ, πεινασμένο για σαουδαραβικές οικονομικές επενδύσεις, έχει προφανώς κλείσει τα λιμάνια του για το ιρανικό ναυτικό, γεγονός που καθιστά δύσκολο στο Ιράν να περάσει λαθραία όπλα στην Χεζμπολάχ και την Χαμάς. Επιπλέον, στο πλαίσιο της περιφερειακής μάχης που βρίσκεται σε εξέλιξη μεταξύ του Ιράν από την μια πλευρά, και της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από την άλλη, οι δύο τελευταίες [χώρες] έχουν κερδίσει ένα πλεονέκτημα, αποκτώντας τον έλεγχο στο θέατρο της Ερυθράς Θάλασσας με το άνοιγμα ναυτικών βάσεων στο Τζιμπουτί και την Ερυθραία. Μια ιρανική βάση στην Συρία θα μπορούσε να συμβάλλει στην διόρθωση αυτής της ανισορροπίας ισχύος.

Οι δύο βάσεις θα ταίριαζαν στο ευρύτερο σχέδιο του Ιράν να επεκτείνει την πρόσβασή του τόσο περιφερειακά όσο και ευρύτερα. Η Τεχεράνη βρίσκεται στην διαδικασία της οικοδόμησης της παρουσίας της κατά μήκος των ακτών του Περσικού Κόλπου και του Κόλπου του Ομάν, μια πολιτική που ανακοίνωσε, επίσης, τον Νοέμβριο. «Χτίζουμε δύο ναυτικές ζώνες και τρεις ναυτικές βάσεις στις ακτές Makran», είπε ο υποναύαρχος Habibollah Sayyari, διοικητής του ιρανικού Ναυτικού, σε συνέντευξη Τύπου [5] στην Τεχεράνη. «Αυτό είναι σύμφωνο με την πολιτική μας να κάνουμε μια επιστροφή προς την θάλασσα». Ο Sayyari υπογράμμισε σχέδια για να εξοπλίσει το ιρανικό ναυτικό με εγχώριους πυραύλους επιφανείας-επιφανείας, μη επανδρωμένα αεροσκάφη με βάση στην θάλασσα, και ραντάρ αναχαίτισης.

Ο Sayyari έκανε επίσης αναφορά [6], και όχι για πρώτη φορά, στους στόχους του Ιράν έξω από τα περιφερειακά ύδατά του. «Πέρα από κάθε αμφιβολία», είπε, «ο ναυτικός στόλος μας, στο εγγύς μέλλον, θα κυκλώνει την Αφρική και θα διασχίζει τον Ατλαντικό». Αναφέρθηκε επίσης στα νερά της Ανατολικής Ασίας. Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος, το Ιράν διεξάγει επισκέψεις προς -και κοινές ναυτικές ασκήσεις με- χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Τον Μάιο του 2013, το ναυτικό του Ιράν πραγματοποίησε επίσκεψη στο κινεζικό λιμάνι Zhangjiagang, και αργότερα τον ίδιο χρόνο έστειλε δύο πολεμικά πλοία και ένα υποβρύχιο [7] στο Κολόμπο, στην Σρι Λάνκα. Το 2014, η Κίνα ανταπέδωσε με την αποστολή, για πρώτη φορά, δύο πλοίων στο ιρανικό λιμάνι Μπαντάρ Αμπάς για να διεξάγουν κοινές ναυτικές ασκήσεις, φαινομενικά επικεντρωθείσες κατά πράξεων πειρατείας. Και τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, η Τεχεράνη αποστέλλει ένα ιρανικό αντιτορπιλικό στο ινδικό λιμάνι Visakhapatnam, επίσης για να πραγματοποιήσει κοινές ναυτικές ασκήσεις.

«Ο Ινδικός Ωκεανός είναι υψηλής σημασίας για τον κόσμο και την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν», δήλωσε ο Sayyari εκείνη την εποχή, «και η ασφάλειά του είναι πολύ σημαντική για εμάς και τον κόσμο. Ως εκ τούτου, έχουμε ανακοινώσει ότι είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε την ασφάλεια στο βόρειο τμήμα του Ινδικού Ωκεανού για να προλάβουμε κάθε ανασφάλεια εκεί». Έναν μήνα αργότερα, το Ιράν έστειλε πολεμικά πλοία στο Καράτσι του Πακιστάν [8], και συζήτησε την θαλάσσια συνεργασία με το Ισλαμαμπάντ. Τέλος, τον Νοέμβριο, δύο ιρανικά πλοία έπλευσαν στο λιμάνι του Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής, αφότου είχαν καταπλεύσει στο λιμάνι της πόλης Νταρ ες Σαλάμ της Τανζανίας. Ο Sayyari [9] αργότερα ανακοίνωσε ότι το Ιράν είχε «για πρώτη φορά … καταφέρει να πλεύσει γύρω από την αφρικανική ήπειρο και στον Ατλαντικό Ωκεανό». (Αλλά το Durban βρίσκεται στην πλευρά του Ινδικού Ωκεανού, και είναι ασαφές αν τα ιρανικά πλοία αργότερα έπλευσαν προς ανατολάς μετά το Cape Agulhas και όντως στον Ατλαντικό).

Όπως σημείωσε πρόσφατα ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ [10], η μεγαλύτερη πρόκληση για την Μέση Ανατολή είναι «η δυνητική κυριαρχία στην περιοχή ενός Ιράν που θα είναι και αυτοκρατορικό και τζιχαντιστικό». Προχώρησε εξηγώντας ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να «κάνει σαφές ότι είμαστε αντίθετοι σε περαιτέρω εδαφική επέκταση του Ιράν και ότι αυτό που ζητάμε από τους Ιρανούς είναι να λειτουργήσουν σαν ένα έθνος, και όχι σαν σταυροφόροι». Αλλά οι πιο πρόσφατες δηλώσεις του Ιράν, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, είναι κυρίως πολιτικές πόζες -ένα είδος διπλωματίας των κανονιοφόρων που στοχεύουν σε εγχώριο ακροατήριο. Η χρονική στιγμή της νοεμβριάτικης δήλωσης της Τεχεράνης μπορεί επίσης να υποδηλώνει ότι η εκλογή του Donald Trump ως του επόμενου προέδρου των ΗΠΑ έχει βάλει τους Ιρανούς στα όρια. Στο κάτω-κάτω, το Ιράν δεν διαθέτει επί του παρόντος τις στρατιωτικές ικανότητες ή τους χρηματοοικονομικούς πόρους για τέτοιες επεκτάσεις – για παράδειγμα, το ναυτικό του της ανοιχτής θάλασσας εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ξεπερασμένο εξοπλισμό από την εποχή του σάχη- και είναι δύσπιστοι όσον αφορά τον Trump, ο οποίος έχει αποκαλέσει την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν «φρικτή».

Παρ’ όλα αυτά, η επέκταση του ναυτικού του Ιράν αποκτά αρκετή ταχύτητα ώστε να ανησυχεί τους γείτονες της χώρας. Το 2009, το Ιράν άρχισε να διενεργεί ανεξάρτητες επιχειρήσεις κοντά στον Κόλπο του Άντεν, υποστηρίζοντας ότι καταπολεμούσε την πειρατεία, και το 2011, έστειλε δύο πλοία μέσω της διώρυγας του Σουέζ καθ’ οδόν προς το συριακό λιμάνι της Λατάκειας. Η τελευταία κίνηση ανησύχησε τόσο την περιοχή, που η Σαουδική Αραβία πρότεινε το σχηματισμό μιας κοινής αραβικής ναυτικής δύναμης [11] υπό την αρχική ηγεσία του Ριάντ. Το σχέδιο ανέκυψε και πάλι το 2014 [12] και το 2015 [13], αλλά έχει εμποδιστεί, προφανώς, λόγω των διαφωνιών μεταξύ των 11 εμπλεκόμενων χωρών σχετικά με την σύνθεση και τα καθήκοντα της δύναμης.

Αν αφεθεί ανεξέλεγκτο, το Ιράν θα μπορούσε δυνητικά να αναπτύξει την ικανότητα να απειλήσει κρίσιμες οδούς ναυτιλίας στην Κασπία Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό. Ως αποτέλεσμα, οι πρόσφατες ανακοινώσεις του Ιράν για τα σχέδιά του να επεκτείνει την περιφερειακή παρουσία του στην Ερυθρά Θάλασσα και την Μεσόγειο θα μπορούσε να τονώσει την συνεργασία μεταξύ του Ισραήλ, το οποίο επιδιώκει να περιορίσει την επιρροή του Ιράν, και του αραβικού κόσμου. Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα έχουν αποστασιοποιηθεί από την αντιπαράθεση με το Ιράν [14] σε σχεδόν όλες τις περιπτώσεις. Το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό έχει επιλέξει να μην αντιμετωπίζει τις αυξανόμενες προκλήσεις [15] στον Περσικό Κόλπο από το Ναυτικό Σώμα της Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς του Ιράν. Από τον Σεπτέμβριο του 2016 υπήρξαν 31 «μη ασφαλείς συναντήσεις» με ιρανικά πλοία στον Περσικό Κόλπο, σε σύγκριση με 23 [16] το 2015, σύμφωνα με το αμερικανικό Ναυτικό. Η έλλειψη δράσης κοστίζει στην Ουάσιγκτον την αξιοπιστία της ως αντίρροπη δύναμη στην Τεχεράνη.

Η νέα κυβέρνηση Trump θα πρέπει να κάνει περισσότερα για να αντιμετωπίσει την απειλή από το Ιράν, ιδίως στον ναυτικό στίβο, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σαφή υπεροχή. Θα πρέπει να χαράξει ξεκάθαρες «κόκκινες γραμμές» γύρω από τις ιρανικές ναυτικές δράσεις -για να εξασφαλιστεί ότι οι προκλήσεις του Ιράν δεν θα μείνουν αναπάντητες και να αποδείξει την αποφασιστικότητα της Ουάσινγκτον. Πίσω στο 2015, ο Ανώτατος Ηγέτης [17] του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, δήλωσε ότι η ναυτική δύναμη του Ιράν ήταν το βέλτιστο μέσο «για την δυναμική αντιμετώπιση των εχθρών» και την «αποτελεσματική συνεργασία με τους φίλους», προσθέτοντας ότι στις προεπαναστατικές ημέρες του, το Ιράν είχε αποτύχει να κατανοήσει το πόσο «ευαίσθητη είναι η θάλασσα». Κρίνοντας και μόνο από τα πρόσφατα σχόλια της Τεχεράνης, το Ιράν πράγματι αλλάζει την πορεία του στην θάλασσα, και η διοίκηση Trump θα πρέπει να ανταποκριθεί με την ανάπτυξη μιας πιο ολοκληρωμένης πολιτικής για το Ιράν που θα αντιδρά κατά των ιρανικών φιλοδοξιών.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/iran/2017-01-01/irans-growing-na…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.washingtonpost.com/news/checkpoint/wp/2015/04/17/navy-has-se…
[2] http://www.cnn.com/2016/10/28/politics/us-intercepts-iranian-weapons/
[3] http://www.nytimes.com/2016/10/13/world/middleeast/yemen-rebels-missile-…
[4] http://www.sudantribune.com/spip.php?article50894
[5] http://www.tehrantimes.com/news/408464/Iran-s-maritime-build-up-accelerates
[6] http://www.presstv.ir/Detail/2016/11/27/495343/Iran-Navy-Sayyari-US-Trum…
[7] http://en.farsnews.com/newstext.aspx?nn=13920929000437
[8] http://tribune.com.pk/story/1189917/iranian-navy-ships-arrive-karachi/
[9] http://www.presstv.ir/Detail/2016/11/21/494550/Iran-Habibollah-Sayyari-N…
[10] https://www.algemeiner.com/2016/11/11/kissinger-to-prevent-regional-expl…
[11] http://english.aawsat.com/2009/06/article55254433/all-arab-red-sea-anti-…
[12] http://www.arabnews.com/middle-east/news/645206
[13] http://www.bbc.com/news/world-middle-east-32106939
[14] http://www.businessinsider.com/uss-mason-obama-phobic-yemen-iran-2016-10
[15] https://news.usni.org/2016/09/06/iranian-boats-harass-another-u-s-navy-p…
[16] http://www.cnn.com/2016/09/06/politics/iran-us-navy-confrontation/
[17] http://en.alalam.ir/news/1764634

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

House Republicans vote to rein in independent ethics office

0
By Mike DeBonis and Karoun Demirjian January 2 at 8:13 PM

Defying the wishes of their top leaders, House Republicans voted behind closed doors Monday night to rein in the independent ethics office created eight years ago in the wake of a series of embarrassing congressional scandals.

The 119-to-74 vote during a GOP conference meeting means that the House rules package expected to be adopted Tuesday, the first day of the 115th Congress, would rename the Office of Congressional Ethics (OCE) as the Office of Congressional Complaint Review and place it under the oversight of the House Ethics Committee.

The OCE was created in 2008 to address concerns that the Ethics Committee had been too timid in pursuing allegations of wrongdoing by House members. Under the current House ethics regime, the OCE is empowered to release a public report of its findings even if the Ethics Committee chooses not to take further action against a member.

The move to place the OCE under the Ethics Committee’s aegis stands to please many lawmakers who have been wary of having their dirty laundry aired by the independent entity, but some Republicans feared that rolling back a high-profile ethical reform would send a negative message as the GOP assumes unified control in Washington. President-elect Donald Trump has repeatedly promised to “drain the swamp” and has proposed a series of his own ethics reforms.

House Speaker Paul D. Ryan (R-Wis.) and Majority Leader Kevin McCarthy (R-Calif.) opposed the amendment to the House rules package, speaking out against it in the Monday evening conference meeting, according to two people in the room.

But the measure’s sponsor, Judiciary Committee Chairman Bob Goodlatte (R-Va.), said in a statement that it “builds upon and strengthens” the current arrangement and that it improves the due process rights for the House members under investigation and witnesses interviewed in the course of OCE probes.

“The OCE has a serious and important role in the House, and this amendment does nothing to impede their work,” Goodlatte said.

Goodlatte’s amendment to the House rules “provides protections against any disclosures to the public or other government entities,” according to a summary provided by his office, and also mandates that the Ethics Committee — not the OCE itself — make any referral of a potential criminal violation to law enforcement authorities.

“Feedback from Members and staff having gone through review by the OCE has been that those under investigation need increased protection of their due process rights, greater access to basic evidentiary standards, and a process that does not discriminate against them for invoking those rights,” the summary said. “The amendment seeks to strengthen each of these needs while maintaining the basic core of OCE’s functions.”

The measure also prohibits the OCE from investigating anonymous complaints and limits its jurisdiction to the previous three Congresses, aligning its statute of limitations to the Ethics Committee’s.

An OCE spokeswoman did not respond to a request for comment.

Ethics watchdog groups warned Monday that the amendment could undermine public confidence in Congress.

“Threatening its independence is a disservice to the American people who need a nonpartisan body to investigate the ethical failures of their representatives,” said Jordan Libowitz, a spokesman for Citizens for Ethics and Responsibility in Washington, a watchdog organization. “The fact that they do not want an Office with ‘Congressional Ethics’ in the name is a pretty good metaphor for how ethics scandals will be dealt with if this rule passes.”

Democrats, then in the House majority, established the OCE in 2008 in the aftermath of the lobbying scandal surrounding Jack Abramoff to conduct ethics investigations free from political influence. But in recent years, some members of Congress have sought to limit the office and its work.

At the start of the last Congress, Rep. Steve Pearce (R-N.M.) pushed for a rule change to stress that people being investigated by the OCE could not be denied their constitutional rights and had a right to counsel. According to media reports, Pearce raised the objection because he felt a staffer in his office had been treated unfairly.

The OCE’s rules permit people under investigation to work through a lawyer.

Last summer, Pearce repeated such complaints during comments on the House floor, when he proposed an amendment to limit the OCE’s funding, arguing that it was justified by government-wide budget restrictions and the need “to give notice to the OCE that we’re watching what you’re doing.”

The pushback hasn’t come only from Republicans. In 2011, Rep. Mel Watt (D-N.C.) — who had been subject to an OCE investigation — drafted an amendment to slash funding from the OCE by 40 percent, calling the office “redundant and duplicative” of the House Ethics Committee. That amendment was rejected.

“Republicans claim they want to drain the swamp, but the night before the new Congress gets sworn in, the House GOP has eliminated the only independent ethics oversight of their actions,” Pelosi said. “Evidently, ethics are the first casualty of the new Republican Congress.”

The House Ethics Committee is composed of sitting members of Congress, while the Office of Congressional Ethics is run by a six-member board with two alternates. One alternate position is vacant.

It does not have subpoena power, but its reports and investigations are often a first vetting in situations where members are alleged to have violated the rules of congressional conduct. Several of the cases reviewed by the OCE have been referred to the House Ethics Committee for further proceedings.

In the Senate, there is no equivalent of the Office of Congressional Ethics.

House Republicans vote to rein in independent ethics office

Παγιδεύουν τον Τσίπρα με το Κυπριακό

5

 anastasiadis_tsipras

Η κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, από τις 25 Ιανουαρίου του 2015 που ανέλαβε την εξουσία μέχρι τώρα, είχε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα, αυτό της οικονομίας και πέρασε 22 μήνες μίας δύσκολης διακυβέρνησης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως, υποχρεώθηκε να απεμπολήσει, κατά ορισμένους να προδώσει, όχι μόνο την κομματική κοσμοθεωρία του αλλά, το χειρότερο, να αναγκαστεί να δικαιολογεί τα οικονομικά μέτρα που το διευθυντήριο, τουτέστιν οι δανειστές, επέβαλαν με ομολογουμένως άκομψο και πολλές φορές αμφιλεγόμενο  τρόπο.

Αν και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ  είχαν διαπρέψει στη διαλεκτική, πριν από την ανάληψη της εξουσίας, δεν κατόρθωσαν να εξηγήσουν στο λαό τα οικονομικά μέτρα που τον εξαθλίωναν ώστε να τον καταστήσει κοινωνό του προβλήματος, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια. Παρά ταύτα, η συγκυβέρνηση παραμένει σταθερή, έστω και αν δημοσκοπικά  έχασε ποσοστό οπαδών της που δεν αφορούν την παρούσα ανάλυση.

Και τώρα η κυβέρνηση έρχεται αντιμέτωπη με ένα από τα σοβαρότερα εθνικά θέματα. Το Κυπριακό.
Από τις 11 Φεβρουαρίου του 2015, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης άρχισε ένα νέο γύρο συνομιλιών για την εξεύρεση λύσης του Κυπριακού, που προήλθε από την εισβολή του 1974 και κατοχή από μία εκ των τριών εγγυητριών δυνάμεων, της Τουρκίας, για να προστατεύσει κατ’ αυτήν, τους Κύπριους τουρκικής καταγωγής, παραβιάζοντας κατάφωρα την ίδια τη συμφωνία εγγυήσεων.
Η βασική αιτία των προβλημάτων που οδήγησε στην εισβολή και κατοχή ήταν η αποχώρηση από τη κυβέρνηση, το 1963, του τότε αντιπροέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Φαζίλ Κιουτσούκ, –Τουρκοκύπριος που είχε δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) και τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους των δεκαπέντε Τουρκοκυπρίων βουλευτών καθώς και όλων των Τουρκοκυπρίων που κατείχαν πολιτειακά αξιώματα και θέσεις στο δημόσιο. Το αποτέλεσμα ήταν η Τουρκία, η οποία είχε μεθοδεύσει όλη αυτήν την διαδικασία, να δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει τις πολιτικές αποφάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας καθ’ ότι ήσαν αντισυνταγματικές, λόγω μη ψήφου του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου, και να μην αναγνωρίζει πλέον και τις νομοθετικές πράξεις της κυπριακής Βουλής.
Στις τωρινές ρυθμίσεις που διαπραγματεύτηκε, εν αγνοία της ελληνικής κυβέρνησης, ο κ. Αναστασιάδης, την οποίαν ενημέρωνε κατόπιν εορτής, όπως και τα κυπριακά κόμματα, οι Τουρκοκύπριοι μεταξύ πολλών άλλων ευεργετημάτων που τους παραχώρησε ο Κύπριος πρόεδρος, είχαν και το δικαίωμα αρνησικυρίας στην εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία.
Δηλαδή ο κ. Αναστασιάδης επανέλαβε, τα τραγικά λάθη του παρελθόντος που οδήγησαν στην εισβολή και κατοχή της Τουρκίας στο νησί.

Επειδή, πλην του κόμματός του (ΔΗΣΥ) και του ΑΚΕΛ υπάρχει καθολική αντίδραση από όλα τα υπόλοιπα αντιπολιτευόμενα κυπριακά κόμματα, δρομολογήθηκε η εμπλοκή της ελληνικής κυβέρνησης ώστε να επιτευχθούν, μεταξύ πολλών άλλων, τα ακόλουθα:

  • Η εξουδετέρωση της αντίδρασης στα συνομολογούμενα των αντιπολιτευομένων Κυπριακών κομμάτων και ταυτόχρονα ο επηρεασμός  των Ελληνοκυπρίων στο αναμενόμενο δημοψήφισμα ώστε να έχει θετική κατάληξη
  • Η εμπλοκή της μητέρας πατρίδας, η οποία θα επιμεριστεί την ευθύνη της επαίσχυντης συμφωνίας και θα απαλλάξει τους διαπραγματευόμενους από την δική τους αποκλειστική ευθύνη
  • Η διάσωση της υπόσχεσης που είχε δοθεί τόσο προς την υπερδύναμη όσο και στην Τουρκία πριν από οκτώ μηνών, ότι η παραμονή τμήματος τουρκικών δυνάμεων στο νησί υπό μανδύα στρατοφυλακής κλπ. είναι αποδεκτή, όχι όμως πραγματοποιήσιμη, λόγω αντίδρασης των Αθηνών.

Η παρουσία της Ελληνικής Αντιπροσωπείας, ανεξαρτήτως επιπέδου εκπροσώπησης, θα έχει πολύ χειρότερα αποτελέσματα από αυτά που εισέπραξε η παρουσία –απουσία του τότε Έλληνα πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή και πάλι στην Ελβετία.
Είναι βέβαιον ότι, υπό την παρούσα συγκυρία των συνομιλιών που, με… νηφαλιότητα και χωρίς την επίδραση… ουσιών, προκύπτει ότι δεν έχουν καταλήξει σε καμία συμφωνία, η τυχόν συμμετοχή του Έλληνα πρωθυπουργού στην πενταμερή ή πολυμερή στην Ελβετία, την οποίαν ασμένως αποδέχθηκε ο Τούρκος πρωθυπουργός, θα αποτελέσει βαρύτατο πολιτικό λάθος το οποίο, όχι τόσο η αντιπολίτευση, αλλά ο ελληνικός λαός θα του το καταλογίσει για το υπόλοιπο της πολιτικής του σταδιοδρομίας και θα είναι αμφίβολη πλέον η παραμονή της κυβέρνησης στην εξουσία.
Είναι προτιμότερο η παρουσία της Ελλάδος, ως εγγυήτριας δύναμης να λάβει χώρα αφού οι δύο διαπραγματευόμενες πλευρές καταλήξουν σε οριστική συμφωνία και απομένει το θέμα των εγγυήσεων, για το οποίο η Αθήνα έχει μόνον και αποκλειστικό λόγο.

(Φωτ. αρχείου: ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Ειδικός συνεργάτης

infognomon

Kerry’s Attack on Israel: A Failed Attempt to Divert Attention from Obama’s Disastrous Foreign Policy

0

 

kerry-vote

EXECUTIVE SUMMARY: Secretary of State John Kerry’s attack on Israel last week represents a vain attempt to deflect attention from the Obama administration’s failed foreign policy. Kerry’s fixation on the Palestinian issue explains why Russia, with one-tenth the GDP of the US, has emerged as the winner in Syria against both US and Israeli interests and why Iran, its ally, has come to control two more Arab capitals by proxy. Instead of promoting core US interests, Kerry has squandered efforts on promoting a two-state solution that has failed to materialize since it was first proposed by the Peel Commission eighty years ago. Hopefully, the next administration will give core US interests their due and find creative ways to deal with the fallout of a Palestinian national movement that has failed for 100 years.

In US Secretary of State John Kerry’s recent speech, in which he attempted to defend Washington’s abstention on the UNSCR resolution against Israeli settlements, he sounded more similar than ever before to the European leaders who reflexively condemn Israel. The similarity is rooted in a predicament shared by both the US under Obama and the EU – a weak and ineffectual foreign policy. Obama’s and Kerry’s “European” orientation has reduced American influence in world affairs to its lowest point since WWII and most certainly since the Vietnam War.

Just as the Europeans cover up their geostrategic weakness by ganging up on Israel, so too have Obama and Kerry zeroed in on Israel and the Palestinian issue as a means of covering up the abysmal failures of their foreign policy. Unfortunately, Israel is saddled with the costs of those foreign policy failures.

Kerry noted that the US concluded “an historic $38 billion memorandum of understanding that exceeds any military assistance package the United States has provided to any country, at any time, and that will invest in cutting-edge missile defense and sustain Israel’s qualitative military edge for years to come.” True, but he neglected to mention that most of those funds will go to meet the dangers of an aggressive Iranian policy.

Tehran has been emboldened by a $50-100 billion windfall resulting from the unfreezing of its assets in Western capitals, a bonanza orchestrated by Obama and Kerry. Israel knows full well that much of that windfall will be used to buy Russian state-of-the-art anti-air defense systems. This will make it much more difficult for Israel to attack Iran when it goes nuclear (which it inevitably will). Those systems will also be used to augment Hezbollah’s massive missile inventory in southern Lebanon, which is aimed at Israel’s major population centers.

Israel is also paying dearly for Obama’s debacle in Syria. For the first time since the 1980s, Israel is severely constrained in its mastery over the skies by a strong Russian air force presence in Syria, a state of affairs the Obama administration did nothing to prevent. Incredibly, President Vladimir Putin, the leader of a country with less than half the population of the US and one tenth its GDP, has led a winning Russian-Iranian-Syrian coalition against an ineffectual US. Tensions have only increased among Arabs, Kurds, Turkey, and the US. The Arab-Kurd standoff in Syria runs the risk of driving many Arabs into an alliance with IS.

Kerry’s speech might have inadvertently explained why the US failed in Syria. “We have committed our influence and our resources to trying to resolve the Arab-Israeli conflict because, yes, it would serve American interests to stabilize a volatile region,” he said. But consider the state of the region in 2011 and beyond. How could the Obama administration justify committing so much effort to the Israeli-Palestinian conflict when the bloodletting and instability in Syria were one hundred times worse? Or when Iranian allies took over Beirut, where the Iranian/Hezbollah candidate became president? Or when pro-Iranian Houthis took over San’a? Wasn’t the formation of an Arab coalition to wage a destructive air war in Yemen the product of an American policy failure?

Kerry naively believes it is Israel’s obligation to take incredible risks to appease a failed national movement, which, in 1936, 1947, 1979, 2000, 2007, and 2009, rejected every opportunity it was offered to make peace with the Zionist movement and later the State of Israel.

But he must know through his advisors that the Palestinians have been going through their own civil war for the past ten years. The only reason it is not as bloody as its Syrian counterpart is the presence of Israel, which separates the Palestinian Authority under Mahmoud Abbas’s dictatorial rule from Hamas’s Islamist theocracy in Gaza. Both governments excel at brutally suppressing one another’s supporters in their respective territories.

In shedding tears over the Palestinians’ plight, Kerry cannot dispel the truth that life expectancy in Gaza is a respectable 75 years and electricity is available in almost 100% of homes – a far higher economic welfare rate than that enjoyed by one-third of humanity, including most of tropical Africa. Fifteen thousand Gazans have received critical medical care in Israel’s hospitals, just as they receive Israeli electricity (for which they rarely pay).

Kerry informs us that the Arab states are committed to the two-state solution. If so, why did Jordan annex the West Bank when it ruled over the area between 1948 and 1967? Why did Egypt maintain military rule over Gaza during that period? Are they really committed to a Palestinian state, which their mutual nemesis, Hamas, is likely to take over, just as it took Gaza from the PA in 2007?

In 2017, the world will be commemorating 80 years of failure to bring a two-state solution to fruition. Four generations have passed since the Peel Commission, and numerous opportunities have been missed due to Palestinian and Arab intransigence.

It is time to lay the idea of a two-state solution to rest. The US and the international community should be thinking of new solutions. The Palestinian Authority’s billions can be diverted, for example, toward the creation of a transnational space linking the West Bank to Jordan and Gaza as well as to the greater Arab world. That is but one avenue worthy of exploration. A world that invented the smartphone and the internet should be able to come up with others.

No amount of doting on the Palestinians can hide the fact that the Obama administration’s foreign policy pursuits have been a failure, and no amount of scapegoating Israel will hide the growing force of this assessment in the years to come.Prof. Hillel Frisch, a senior research associate at the Begin-Sadat Center for Strategic Studies, is a professor of political studies and Middle East studies at Bar-Ilan University.

By Prof. Hillel Frisch,

Prof. Hillel Frisch, a senior research associate at the Begin-Sadat Center for Strategic Studies, is a professor of political studies and Middle East studies at Bar-Ilan University.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Η μάχη της Τουρκίας κατά της κουρδικής επέκτασης

0

1471029-stratfor_930Οι Κούρδοι σε Ιράκ και Συρία έχουν δει τα εδάφη τους να αυξάνονται ως αποτέλεσμα του πολέμου κατά του Ισλαμικού Κράτους και του εμφυλίου στη Συρία. Όμως διχασμοί και ανταγωνισμοί εμποδίζουν τις προσπάθειες για μεγαλύτερη ενότητα.

Την ώρα που οι άλλες δυνάμεις θα είναι απασχολημένες με τη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους, το 2017 η Τουρκία θα διευρύνει τη σφαίρα επιρροής της στη βόρεια Συρία και στο Ιράκ, με «οδηγό» την επιτακτική της ανάγκη να μπλοκάρει την κουρδική επέκταση.

Στη Συρία, η παρουσία Ρώσων στρατιωτών πιθανότατα θα αποτρέψει την Τουρκία από το να επιχειρήσει πιο νότια από την αλ Μπαμπ στη βόρεια επαρχία του Χαλεπιού. Από την αλ Μπαμπ, η Τουρκία θα προσπαθήσει να κινηθεί ανατολικά προς την πόλη Μανμπίζ, για να διαιρέσει και να αποδυναμώσει τις περιοχές που κρατούν οι Κούρδοι.

Η Τουρκία θα πιέσει επίσης για μεγαλύτερο ρόλο στις επιχειρήσεις κατά του Ισλαμικού Κράτους στη Ράκα. Η Άγκυρα θα αναπτύξει περισσότερες δικές της δυνάμεις στον πόλεμο της Συρίας, τόσο για να εμποδίσει την επέκταση των συριακών κουρδικών δυνάμεων, όσο και να υποβαθμίσει το Ισλαμικό Κράτος.

Υπάρχουν βεβαίως ορισμένα μειονεκτήματα στη στρατηγική της Τουρκίας. Κυρίως, υπάρχει ο κίνδυνος συγκρούσεων με δυνάμεις της Ρωσίας και των Κούρδων της Συρίας. Ως εκ τούτου, η Άγκυρα θα πρέπει να επικεντρωθεί στη διατήρηση στενότερων δεσμών με τη Μόσχα, ώστε να αποφύγει περιπλοκές στο πεδίο της μάχης, την ώρα που θα διαχειρίζεται τις εντάσεις με τις ΗΠΑ αναφορικά με τη συνεχιζόμενη στήριξη που παρέχει η Ουάσινγκτον στους Κούρδους.

Και στο Ιράκ, όμως, η Τουρκία θα διευρύνει την επιρροή της στα βόρεια, κυρίως εκεί που κάποτε υπήρχαν τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη Σιντζάρ, στη Μοσούλη, στην Ερμπίλ και στο Κιρκούκ. Στην πορεία, θα ανταγωνιστεί με το Ιράν για επιρροή στο κενό εξουσίας που θα αφήσει η ήττα του Ισλαμικού Κράτους στη Μοσούλη.

Η επαναφορά της Τουρκίας απειλεί το τόξο επιρροής του Ιράν στη βόρεια Συρία και στο Ιράκ και η Τεχεράνη έχει πολλούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να «απαντήσει». Η κυβέρνηση θα ενθαρρύνει τους Σιίτες στη Βαγδάτη να αντισταθούν σε αυτό που χαρακτηρίζουν τουρκική κατοχή. Θα βασιστεί επίσης στους Σιίτες αντάρτες για να μπλοκάρουν την Άγκυρα, αμφισβητώντας εδάφη και εκμεταλλευόμενη τους διαχωρισμούς μεταξύ των Κούρδων του Ιράκ. Η Σαουδική Αραβία και οι υπόλοιπες χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, που έχουν συγκριτικά μικρότερη επιρροή στο Ιράκ, θα βασιστούν στην Τουρκία για να διατηρήσει τα συμφέροντα των Σουνιτών.

Η πτώση της Μοσούλης θα οδηγήσει σε μεγαλύτερο διχασμό των Κούρδων του Ιράκ. Η αναπόφευκτη μάχη για εδάφη και επιρροή θα φέρει το Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα (KDP), που στηρίζεται από την Τουρκία, αντιμέτωπο με την Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν (PUK), που είναι πιο ευθυγραμμισμένη με το Ιράν. Το Κιρκούκ, μια πόλη και περιφέρεια γεμάτη πετρέλαιο, θα είναι μια ιδιαίτερα αμφισβητούμενη περιοχή. Το KDP θα προσπαθήσει να κρατήσει όσα έχει κερδίσει εκεί, ενώ η Βαγδάτη, με τη στήριξη του Ιράν, θα προσπαθήσει να το ανακαταλάβει. Αυτό θα βάλει εμπόδια σε μια βιώσιμη συνεργασία στην ενεργειακή παραγωγή και στις δραστηριότητες διαμοιρασμού των εσόδων μεταξύ της Βαγδάτης και του Ιρακινού Κουρδιστάν.

Έτσι, παρά τα σημαντικά κέρδη των Κούρδων ως αποτέλεσμα της μάχης κατά του Ισλαμικού Κράτους, οι συνεχιζόμενοι ανταγωνισμοί θα εμποδίσουν τις όποιες προσπάθειες για δημιουργία μιας ενωμένης κουρδικής περιοχής.

Επτά ορόσημα για την παγκόσμια οικονομία

0

1470956-ft-930-2Financial Times

Από την εγκαθίδρυση του Τραμπ ως τις εκλογές στη Γερμανία τα ορόσημα είναι πολλά και σημαντικά. Το ερώτημα για τη στάση της FED στα επιτόκια και τα κρίσιμα μέτωπα στη Μέση Ανατολή και την Κίνα.

Μετά από μια χρονιά πολιτικών σεισμών, το 2017 δεν είναι πιθανό να είναι «εύκολο». Αυτός είναι ένας οδηγός για το τι πρέπει να κοιτά κανείς στον πλανήτη, από την ανάληψη της ηγεσίας από τον Τραμπ ως την αργή έξοδο της Μεγάλης Βρετανίας από την ΕΕ και την πιθανότητα να μπει τέλος στο Χαλιφάτο του ISIS στη Μέση Ανατολή.

Ιανουάριος: Η εγκαθίδρυση του Τραμπ

Κρίνοντας από τη συμπεριφορά του, ο 45ος Πρόεδρος των ΗΠΑ θα βιάζεται να βάλει το σημάδι του. Ο Τραμπ υποσχέθηκε να δράσει γρήγορα για να βγάλει τις ΗΠΑ από την συμφωνία Trans-Pacific, να αναθεωρήσει και να αντικαταστήσει το Obamacare, να ξεφορτωθεί την πολιτική καθαρής ενέργειας του Ομπάμα και πολλά περισσότερα.

Η γλώσσα που θα χρησιμοποιήσει ο νέος πρόεδρος στην πρώτη ομιλία του και οι πρώτες ημέρες στο οβάλ γραφείο θα θέσουν τον τόνο της διακυβέρνησής του, ακόμα και αν ο Τραμπ παραμένει απρόβλεπτος.

Μια άλλη εξέλιξη που θα πρέπει να παρακολουθήσουμε, είναι η πρώτη σύνοδος με τον Βλ Πούτιν, τον οποίο οι υπηρεσίες ασφαλείας των ΗΠΑ υποπτεύονται ότι έπαιξε ρόλο στην απρόσμενη νίκη του Ρεπουμπλικάνου υποψήφιου.

Μάρτιος: Η Μεγάλη Βρετανία ενεργοποιεί το άρθρο 50

Εννέα μήνες μετά το δημοψήφισμα που διέλυσε ουσιαστικά μισό αιώνα βρετανικής εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής, η κυβέρνηση της χώρας ετοιμάζεται να ενεργοποιήσει τις διετούς διάρκειας διαπραγματεύσεις ως τα τέλη Μαρτίου.

Αυτή τη στιγμή η κατεύθυνση δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρη. Η Τερέζα Μέι όμως υποσχέθηκε να παρουσιάσει ένα σχέδιο πριν ενεργοποιήσει τη διαδικασία διαζυγίου του άρθρου 50. Ακόμα και αν το σχέδιο δεν είναι λεπτομερές η Μεγάλη Βρετανία θα πρέπει να σχεδιάσει μια περιεκτική διαπραγματευτική στρατηγική. Η Μέι θα αναζητήσει τρόπους να αποφύγει ένα σοκ στις αγορές ενώ θα ενθαρρύνει τις εγχώριες επενδύσεις και θα κρατά τους συντηρητικούς υπέρ του Brexit στο πλευρό της. Θα είναι δύσκολο να πετύχει και τα τρία.

Στα μισά του έτους: Η μάχη για τη Ράκκα

Εχοντας τρομοκρατήσει τον κόσμο με τα εδαφικά κέρδη τους σε Συρία και Ιρακ, οι τζιχαντιστές του ISIS χάνουν έδαφος και στις δυο χώρες για σχεδόν δυο χρόνια. Οι τελευταίοι μήνες αναλώθηκαν στη μάχη για τον έλεγχο της Μοσούλης, της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης του Ιρακ που οι εξτρεμιστές κατέλαβαν το 2014.

Εξαρτώμενη από την εξέλιξη στη συγκεκριμένη μάχη, η επόμενη, πιθανών στις αρχές του 2017, θα είναι για την de facto πρωτεύουσα του ISIS στη Συρία, τη Ράκκα. Η πρόκληση για την διακυβέρνηση Τραμπ θα είναι να διαμορφώσει μια συμμαχία συριακών δυνάμεων -Κούρδων και Αράβων- που θα είναι ταυτόχρονα ικανή να εκδιώξει τον ISIS από την πόλη και να κυβερνήσει αποτελεσματικά μετά την επόμενη ημέρα.
Απρίλιος – Μάιος: Γαλλικές προεδρικές εκλογές

Μετά το Brexit, την εκλογή Τραμπ και το δημοψήφισμα που είπε «όχι» στον Ματέο Ρέντσι έρχονται το 2017 κρίσιμες εκλογές. Το γαλλικό πολιτικό κατεστημένο θα αναζητήσει τρόπους να αντισταθεί στην άνοδο της Marine Le Pen, υποψηφίας του Εθνικού Μετώπου.

Αν και θα μπορούσε να κερδίσει τον πρώτο γύρο, η Le Pen ευρέως αναμένεται να ηττηθεί στον δεύτερο γύρο καθώς οι μετριοπαθείς ψηφοφόροι θα στραφούν εναντίον της. Ο François Fillon, των συντηρητικών ρεπουμπλικάνων, εμφανίζεται ως το φαβορί

Υπάρχουν όμως έριδες μεταξύ των κύριων κομμάτων και η Le Pen έχει κερδίσει ισχυρή στήριξη από τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης. Αν με κάποιο τρόπο επικρατήσει η ΕΕ θα αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη κρίση της έως σήμερα.

Μάιος: Η μάχη για την προεδρία του Ιραν

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, παρά τις αρχικές εκτιμήσεις περί του αντιθέτου, ο Hassan Rouhani έβαλε το σημάδι του στο Ιραν, μέσω της συμφωνία για τα πυρηνικά με τις ΗΠΑ και άλλες πέντε παγκόσμιες δυνάμεις.
Αλλά η ικανότητα του Hassan Rouhani να διαμορφώσει την ατζέντα της χώρας έχει δεχτεί συνεχείς επιθέσεις από φρουρούς της παλαιάς τάξης, κυρίως την Επαναστατική Φρουρά και μέλη του δικαστικού συστήματος.

Τώρα με τη συμφωνία για τα πυρηνικά υπό πίεση, εξαιτίας της έλευσης του Τραμπ, που πολλές φορές υποσχέθηκε να καταργήσει ο Rouhani αντιμετωπίζει την πρόκληση της επανεκλογής, μια ψηφοφορία που οι σκληροπυρηνικοί θα επιδιώξουν να επηρεάσουν. Είτε επικρατήσει, είτε όχι και το εάν το Ιραν θα πάρει ένα περισσότερο συγκρουσιακό μονοπάτι, θα έχει μεγάλες επιπτώσεις στη Μέση Ανατολή αλλά και ευρύτερα.

Σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς: Οι αυξήσεις επιτοκίων της FED

Τα επιτόκια στις ΗΠΑ σε συνδυασμό με τις τιμές του πετρελαίου είναι οικονομικά δεδομένα που μπορούν να αναστατώσουν τον κόσμο. Για πολλούς το βασικό ερώτημα του 2017 είναι πόσο υψηλότερα μπορούν να φτάσουν.

Η Federal Reserve που τον Δεκέμβριο αύξησε τα βασικά επιτόκια μόλις για δεύτερη φορά μετά την χρηματοπιστωτική κρίση, υποστηρίζει ότι θα το κάνει τρεις ακόμα φορές το 2017. Οι αγορές δεν έχουν πειστεί ότι θα φτάσει τόσο μακριά. Αλλά στην πραγματικότητα τα επιτόκια μπορεί να αυξηθούν ακόμα περισσότερο.

Με βάση τις εκμυστηρεύσεις της, η Janet Yellen δεν έχει μετρήσει την πιθανότητα ενός «Trump effect» που μπορεί να οδηγήσει τα επιτόκια ακόμα υψηλότερα, αν ο εκλεγμένος πρόεδρος εξασφαλίσει την στήριξη του κογκρέσου για τη συντριπτική δημοσιονομική τόνωση που ζητά.

Οι κάτοχοι ομολόγων και τα νομίσματα, όπως το μεξικανικό πέσο και η τουρκική λίρα έχουν ήδη δεχτεί ομοβροντίες από την εκλογή του Τραμπ. Θα μπορούσαν να δοκιμαστούν περαιτέρω αν οι πολιτικές του αυξήσουν το κόστος χρήματος ανά τον πλανήτη.

Πρώτο μισό του έτους: Το δημοψήφισμα του Ερντογάν

Για σχεδόν 15 χρόνια, ο Recep Tayyip Erdogan αναζητούσε τρόπους να αυξήσει την εξουσία του στην Τουρκία και για να το πετύχει έγινε ο ποιο ισχυρός ηγέτης μετά τον Mustafa Kemal Ataturk, τον ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας.

Το 2017 ο Erdogan μπορεί, εν τέλει, να πετύχει τη βασική φιλοδοξία του: την επίσημη άνοδό του στη θέση του εκτελεστικού προέδρου, κυβερνόντας τη χώρα ως επικεφαλής τόσο του κράτους, όσο και της κυβέρνησης.

Μετά από μια αιματηρή χρονιά που περιελάμβανε τόσο την απόπειρα πραξικοπήματος, όσο και μια σειρά τρομοκρατικών χτυπημάτων, η λαϊκή στήριξη στο να αποκτήσει περισσότερες εξουσίες έχει αυξηθεί. Ένα δημοψήφισμα μπορεί να γίνει Απρίλιο ή Μάιο. Ο πρόεδρος είναι πιθανό να υποστηρίξει ότι ψήφος στο «ναι» είναι ενδυνάμωση της βούλησης του λαού. Οι αντίπαλοι του θα αντικρούσουν ότι με η ψήφος στο «όχι» είναι η τελευταία ευκαιρία να αποτραπεί μια διδακτορία.

Φθινόπωρο: Το συνέδριο του κινεζικού κουμμουνιστικού κόμματος

Για αιώνες η Κίνα δεν ήταν τόσο ισχυρή στην παγκόσμια σκηνή όπως είναι σήμερα. Ούτε μετά τον Mao Zedong είχε η χώρα τόσο ισχυρό ηγέτη όπως ο Xi Jinping.

Ο Xi θα προσπαθήσει να εδραιώσει την ηγεσία του στο 19ο συνέδριο του κόμματος. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα συνεχίσει ως γενικός γραμματέας μέχρι το 2022, αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι ποιους άλλους διορισμούς θα κάνει και εάν θα επεκτείνει την επιρροή του με την ανύψωση των συμμάχων του.

Αν το Συνέδριο παρακάμψει την ηλικία και τα χρονικά όρια ηγεσίας, θα μπορούσε να είναι ένα σημάδι ότι ο Xi θα επιδιώξει να ηγηθεί του κόμματος και μετά την ενδεικτική ημερομηνία συνταξιοδότησης το 2022, μια περαιτέρω ρήξη με το παρελθόν για τον πλέον φιλόδοξο ηγέτη της Κίνας.

Εν τω μεταξύ, η Κίνα θα πρέπει να αντιμετωπίσει μεγάλες προκλήσεις, περιλαμβανομένης της ηπιότερης ανάπτυξης της οικονομίας και της πιθανής αύξησης των εντάσεων με τον Τραμπ.

Σεπτέμβριος-Οκτώβριος: Γερμανικές εκλογές

Η Αγκελα Μέρκελ είναι για καιρό η σημαντικότερη ηγέτης της Ευρώπης, αν όχι του ελεύθερου κόσμου. Το 2017, όμως, καθώς θα επιδιώκει την τέταρτη θητεία της, αντιμετωπίζει μια μεγάλη εκλογική πρόκληση.

Τα μαθηματικά για το σχηματισμό μιας σταθερής συμμαχίας είναι πιθανό να είναι πολύ πολύπλοκα από τα προβλήματα των κυρίαρχων κομμάτων. Η λαϊκή απογοήτευση για την φιλελεύθερη γραμμή της Μέρκελ στο προσφυγικό έχει συνδυασμτεί με την μακροπρόθεσμη πτώση του σημερινού συμμάχου της στην κυβέρνηση, των σοσιαλδημοκρατών, και την αβέβαιη προοπτική των παραδοσιακών συμμάχων της, των Ελεύθερων Δημοκρατών.

Το αντιευρωπαϊκό, αντιμεταναστευτικό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» θα προσπαθήσει να πάρει το πλεονέκτημα. Η Μέρκελ θα επιδιώξει να εξασφαλίσει ότι ο κρίσιμος διεθνής ρόλος της δεν θα υπονομευτεί από μια αδυναμία στο εσωτερικό.

του Daniel Dombey (Λονδίνο)

Eur2day

After Aleppo

0

1048037916Christopher R. Hill*

DENVER – The end of the fighting in Aleppo will not end the Syrian war, despite the countrywide ceasefire that has just been agreed. Nor will it ease the suffering of the city’s population, much of which has been displaced.
What the Aleppo siege will do is clinch Syria’s place in history as, to borrow former US Secretary of State Warren Christopher’s phrase, another “problem from hell.” And, like other hellish recent regional conflicts, such as those in Bosnia (to which Christopher was referring) and Rwanda, future historians will emphasize a crucial feature of the Syria conflict: the spectacular diplomatic failures that enabled it to escalate.
Good diplomacy begins with a keen analysis of interests, both of the country in question and of relevant external powers. It demands a careful assessment of how the pursuit of those interests will affect the regional and international order. And it seeks ways to strengthen the capacity of regional or world powers to help solve problems.
Throughout this process, universally shared and consistently reinforced values – both critical in getting disparate actors to work together to resolve problems and challenges – must provide a moral compass and common ground for action. The key is to ensure that values do not become weapons, deployed by one actor against another in a way that exacerbates tensions and undermines solutions.
Consider the 1990s Bosnian War – the result of unfinished business from the breakup of the Austrian and Ottoman empires and the creation of nation-states earlier in the twentieth century. The conflict erupted in the immediate aftermath of the Cold War, at a moment when one set of international organizing principles had collapsed and a new set had not yet been created. Partly as a result of this, the conflict was characterized by large-scale civilian carnage and human-rights violations.
But, as a test for the new world order, the Bosnian War ended up catalyzing change in the international community’s institutional structure (including the establishment of war crimes tribunals). Could the nascent post-Cold War system handle the inchoate problems of the former Soviet Union? Could NATO take on new roles and missions? Could the West work with the new Russian Federation? Could the transatlantic relationship weather the storm?
The answer to all of these questions turned out to be yes. As a result, though the region continues to be beset by serious problems, the gates of hell have remained closed – as they have in Rwanda. And yet, just 20 years later, it seems that the world’s collective memory of how to cooperate has failed.
To be sure, there was never a clear path to peace in Syria. President Bashar al-Assad, whose forces now control all of Aleppo for the first time since 2012, is a brutal dictator who has waged war on his own people, including civilians, and has even used chemical weapons. The temptation to seek regime change – a goal embraced by the United States and some European countries – was understandable.
Yet, in a display of spectacularly incompetent diplomacy, the US set about pursuing that goal without any serious effort to marshal international support, or even to take stock of other opinions or interests. And make no mistake: there are a lot of (often conflicting) opinions and interests. After all, Syria is strategically perched on the Mediterranean; shares borders with Israel, Jordan, Turkey, and Iraq; and, like Iraq, has its own restive Kurdish minority. It is not the kind of country to which international and regional powers would be indifferent.
In fact, when Western powers called for regime change, other actors – including Iran, Russia, and Shia interests in neighboring Lebanon – objected. Nonetheless, the US soldiered on with its own poorly formulated agenda, supplying weapons to virtually unknown combatants on the ground before properly vetting them. That gave the Assad regime’s allies all the justification they needed to supply weapons of their own.
Some argue that, if the US had just provided more weapons sooner, Assad would not have had time to galvanize support and hold onto power. But that neglects the strategic importance of Syria to so many external powers, as well as the fragmentation and unpredictability of the US-based combatants.
America’s real mistake was failing to engage with all sides, including Assad and the Sunni opposition, which it deemed sectarian. (During the Bosnian War, by contrast, the US talked to rump Yugoslavia’s ruler, Slobodan Milošević.) With that narrow-minded approach – reflected in the lack of any articulated vision for a post-war Syria – the US effectively handed the diplomatic reins over to Russia.
Now, the US is essentially playing the role of agitator, offering little more than displays of moral outrage and stale references to a stillborn Geneva process. Reacting to the carnage in Aleppo, Samantha Power, the US ambassador to the United Nations, was reduced to demanding of Assad’s Russian ally, “Are you truly incapable of shame?” Meanwhile, the conflict rages on, with severe spillover effects on US allies like the European Union.
As for Russia, it, too, is pursuing a version of diplomacy that utterly lacks inclusiveness. It is working with Turkey (a NATO member that seems increasingly lost at sea) to bring the Syrian opposition and representatives of the Assad government together in Kazakhstan for a new series of peace talks, facilitated by the ceasefire, of which Russia and Turkey are guarantors. Iran will be there. But where are the Sunni Arab states? More important, where is the US?
It is often observed that, every four years, the US does without a foreign policy. This time, it seems to have gotten an early start.
Christopher R. Hill, former US Assistant Secretary of State for East Asia, was US Ambassador to Iraq, South Korea, Fyrom, and Poland, a US special envoy for Kosovo, a negotiator of the Dayton Peace Accords, and the chief US negotiator with North Korea from 2005-2009. He is currently Dean of the Korbel School of International Studies, University of Denver, and the author of Outpost.

https://www.project-syndicate.org/columnist/christopher-r-hill

Αθήνα και Λευκωσία μπροστά σε ιστορικές αποφάσεις για την Κύπρο

4

cyprus_pinΧρήστος Καπούτσης

Το Κυπριακό αναμετράται με την Ιστορία. Η Κυπριακή Δημοκρατία «βλέπει» να πλησιάζει το τέλος της. Η τρισχιλιετής παρουσία του ελληνισμού και του ελληνικού πολιτισμού στο περιώνυμο νησί της Αφροδίτης απειλείται με αφανισμό. Η Τουρκία σχεδιάζει τηνπολιτική και στρατιωτική ομηρία της Κύπρου, ταυτιζόμενη πλήρως με τους στόχους της αμερικανό-βρετανικής διπλωπίας, με μοναδικό απρόβλεπτο παράγοντα την αλλοπρόσαλλη πολιτική Τ. Ερντογάν.
Ως λύση του Κυπριακού προωθείται παραλλαγή του τερατουργήματος του Σχεδίου Ανάν, που ένθερμος υποστηριχτής του ήταν και είναι ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Ν. Αναστασιάδης, αλλά και ο ελλαδικός εθνομηδενισμός των μεταλλαγμένων εκσυγχρονιστών του πνεύματος Σημίτη, των απάτριδων νεοιστορικών του «πνεύματος» Γ.Α. Παπανδρέου, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και των συστημικών «διανοουμένων», Πανεπιστημιακών και δημοσιογράφων.
Αυτή την περίοδο, ενόψει των κρίσιμων συνομιλιών στις 9 και 12 Ιανουαρίου στη Γενεύη, εντατικοποιούνται οι διαπραγματεύσεις, οι διαβουλεύσεις και οι πολύπλοκες συνομιλίες στα διπλωματικά παρασκήνια, για το μείζον εθνικό πρόβλημα το Κυπριακό. Πιθανότατα η έκβαση του Κυπριακού, να πυροδοτήσει και ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις.
Όμως, παρά τις διακηρύξεις των «αισιόδοξων», πολλά σημαντικά θέματα παραμένουν ακόμη σε εκκρεμότητα, όπως: Ποιοι θα μετέχουν στη Διεθνή διάσκεψη στη Γενεύη; Μόνο οι τρεις εγγυήτριες χώρες (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία); Θα μετέχουν κάποια από τα μόνιμα κράτη- μέλη του Σ.Α. του ΟΗΕ; Θα εκπροσωπηθεί η Ε.Ε.; Θα μετέχει η Κυπριακή Δημοκρατία;
Ο τουρκοκύπριος ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί ήταν ξεκάθαρος: «Κατά τις διαπραγματεύσεις στην Γενεύη θα βρίσκονται αρχικά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων οι δυο πλευρές (Ν. Αναστασιάδης και . Ακιντζί) και μετά τις 12 Ιανουαρίου θα παρακαθίσουν και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, ενώ αυτός που θα υπογράψει για την νέα κατάσταση στην Κύπρο δεν είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά η συσταθείσα ομόσπονδη Κύπρος. Κανείς άλλος (εκτός των τριών εγγυητριών δυνάμεων) δεν θα βρίσκεται γύρω από το τραπέζι». Είναι όμως έτσι; Έχει αποδεχτεί πράγματι ο Ν. Αναστασιάδης, το διαπραγματευτικό «σχήμα» της Γενεύης, όπως το περιέγραψε ο συνομιλητής του, τουρκοκύπριος ηγέτης;
Ειδικότερα, για τη συμμετοχή της Τουρκίας στην επικείμενη διάσκεψη της Γενεύης, ο Ν. Αναστασιάδης δήλωσε: ««Για πρώτη φορά απέναντι μας θα ευρίσκεται ο Τούρκος Πρόεδρος, ο οποίος θα είναι υποχρεωμένος να ανοίξει τα χαρτιά του ενώπιον της διεθνούς κοινότητας και να αποδείξει εάν η θετική ρητορική στην οποία συχνά καταφεύγει, θα μετατραπεί σε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση».
Σχετικά με την ισότιμη συμμετοχή (ελληνοκυπρίων – τουρκοκυπρίων) στις διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, είναι σαφές, ότι υιοθετείται η Τουρκική άποψη, σύμφωνα με την οποία, δεν υφίσταται κράτος με την επωνυμία Κυπριακή Δημοκρατία και ότι στη Κύπρο υπάρχουν δυο κοινότητες η ελληνική και η τουρκική (αναφέρομαι στην περίπτωση που Ν. Αναστασιάδης αποκλειστεί από την Συνεδρίαση των εγγυητριών δυνάμεων). Όμως η Ε.Ε. έχει εκδώσει την αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005, με την οποία καθιστά σαφές ότι στο νησί αναγνωρίζει ως μόνο νόμιμο κράτος την Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ενταξιακής διαδικασίας της Άγκυρας είναι όπως αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Όσο δε, για τον ΟΗΕ, το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει εκδώσει τα ψηφίσματα 541 και 550, που καθορίζουν ρητώς ότι το τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος και οι θεσμοί του, δεν αναγνωρίζονται και επομένως ο Μ. Ακιντζί δεν μπορεί συνυπογράφει διεθνείς συμφωνίες. Ο Ν. Αναστασιάδης είναι ο πρόεδρος κράτους- μέλους του ΟΗΕ με πλήρη δικαιώματα, τα οποία ελπίζουμε ότι δεν θα τα απεμπολήσει.
Επίσης, υπάρχουν δυο κομβικά σημεία (ερωτηματικά), για την λύση του Κυπριακού. Το πρώτο, θα καταργηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία ή το νέο ομόσπονδο κράτος θα είναι η συνέχειά της; Και το Δεύτερο, θα αποχωρήσουν στο σύνολό τους τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας;
Τα παραπάνω συνιστούν θεμελιώδη ζητήματα που επηρεάζουν την πολιτειακή ύπαρξη και συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και θα καθορίσουν, αν το νέο Κυπριακό κράτος, θα είναι Κυρίαρχο, αδέσμευτο και ακηδεμόνευτο ή κράτος παρίας υπό την «προστασία» της Τουρκίας και των πολυεθνικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου ορυκτού πλούτου της Αν. Μεσογείου;
Η προωθούμενη συμφωνία είναι το νέο Κυπριακό κράτος, να έχει τρία Συντάγματα, ένα για κάθε συνιστών κράτος και ένα κοινό. Δύο ή τρεις ιθαγένειες (ελληνική , τουρκική, κυπριακή) και κάθε συνιστών κρατίδιο να έχει δική του εξωτερική πολιτική και να συνάπτει διεθνείς σχέσεις και να υπογράφει διακρατικές συμφωνίες, ακόμη και εν αγνοία του άλλου συνιστώντος κρατιδίου ( ρητή πρόβλεψη σχεδίου Ανάν). Εύλογο ερώτημα: Πόσο λειτουργικό και βιώσιμο, είναι ένα τέτοιο κράτος; Μήπως η λύση που προωθεί η Τουρκία (παραλλαγή του Σχεδίου Ανάν), νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της εισβολής ; Και επομένως, θα νομιμοποιηθεί και η διχοτόμηση μέσω του ενιαίου κράτους, που θα είναι χωρισμένο σε δυο ισότιμου καθεστώτος συνιστώντα κράτη; Επισημαίνουμε ακόμη ότι, η Τουρκία καταφέρνοντας να παρουσιάσει το Κυπριακό πρόβλημα ως δικοινοτικό και όχι ως πρόβλημα εισβολής – κατοχής πέτυχε σταδιακώς και μακροπροθέσμως, όχι μόνο τον παραμερισμό των κανόνων δικαίου , αλλά αποπειράται να νομιμοποιήσει τα τετελεσμένα της στρατιωτικής εισβολής του 1974.
Αναμφίβολα, θα πρέπει να αξιολογηθεί πιο προσεκτικά ο ενεργειακός παράγοντας και πόσο η αξιοποίηση του ενεργειακού πλούτου της ΑΟΖ της Κύπρου, θα επηρεάσει τις διαπραγματεύσεις στη Γενεύη και τελικά τη λύση του Κυπριακού. Η «στροφή» της Άγκυρας προς τη Ρωσία, και η επίσημη συμφωνία για τη διευθέτηση της κρίσης στη Συρία σε μια τριμερή συμμαχία που περιλαμβάνει και το Ιράν, μάλλον και δεν ευνοεί τα ενεργειακά σχέδια των ΗΠΑ. Επίσης, η συμφωνία της EΧΧΟΝ MΟΒΙL, του μελλοντικού υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ κ. Τίλλερσον, με την Κυπριακή Δημοκρατία, για εκμετάλλευση του οικοπέδου 10 της κυπριακής ΑΟΖ, βάζει και τον νέο αμερικανό πρόεδρο Ντ. Τραμπ στο «παιχνίδι» της λύσης Κυπριακού για οικονομικούς, αφού εκτιμάται, ότι η οικονομική – ενεργειακή διάσταση, θα είναι πολύ σημαντική για την νέα αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Σε κάθε περίπτωση , οι Κυβερνήσεις σε Αθήνα και Λευκωσία, επωμίζονται τεράστιες ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές ευθύνες, μάλλον δυσανάλογες με το πολιτικό τους ανάστημα και αυτό, προκαλεί εύλογες ανησυχίες για την τελική έκβαση του Κυπριακού.
infognomon.gr

Angela Merkel, Russia’s Next Target

0

Since the annexation of Crimea in 2014, Ms. Merkel has been the most consequential voice for punishing Russia. The next year, she welcomed a million refugees into Germany, and pushed the rest of Europe to do the same — thus, in the view of Russian ethno-nationalists, diluting European culture. And she still believes in a united, integrated European Union, a bastion of liberal values and, at least implicitly, a political and economic bulwark against Russia.

HAMBURG, Germany — It’s no surprise that Russia met President Obama’s expulsion of its diplomats, which he announced Thursday in response to the Kremlin’s efforts to manipulate the 2016 election, with a collective shrug. Moscow seems content to let the clock run out, knowing that on Jan. 20 Mr. Obama will be replaced by an admirer in the White House and an old friend in the State Department.

But the changeover is bittersweet; President Vladimir V. Putin has also lost a beloved boogeyman. For the foreseeable future, the United States can hardly serve as Russia’s preferred enemy of the state. So guess who qualifies best as a new, well, boogeywoman? Angela Merkel.

The German chancellor is a perfect target. Germany is holding general elections next autumn, and with politicians sympathetic to Moscow on the rise, she may well be running for her fourth term as the sole European leader willing to stand up to a newly assertive Russia.

After all, last year the same hackers who broke into the Democratic Party’s computers, known online as Fancy Bear or Sofacy Group, attacked the German Parliament’s network; they are also accused of stealing documents from individual members of Parliament. Every revelation about how Russia interfered in the American elections gives Germany a foretaste of what is already looking to be the nastiest, toughest, most exhausting election campaign in modern German history.

That foretaste, though, is also Germany’s one advantage. We know something about Russians’ technical abilities and methods, and, even more important, we have a developing sense of where they’re coming from ideologically — and how that will guide their attacks.

Here, we can draw valuable lessons from the Cold War. What Russia does today is very much the digital version of what we Germans, before 1989, termed “Zersetzung.” The term is hard to translate, but it’s best described as the political equivalent of what happens when you pour acid on organic material: dissolution and disintegration.

The methods of Zersetzung are to cast doubt on the basic norms of the Western liberal order and its institutions; to distort and thereby discredit the purposes of the European Union, NATO and the free-market economy; to erode the credibility of the free press and free elections. The means of Zersetzung include character assassination and, through the spreading of lies and fake news, the creation of a gray zone of doubt in which facts struggle to survive.

We have seen all of this before, employed by the K.G.B. and the East German Stasi: psychological warfare, rumor-mongering, schemes to bribe politicians and then expose them as criminals. They used it both internally, against dissidents, and externally, against Western enemies. Mr. Putin and his former K.G.B. colleagues should know that, this time, we have a better sense of their dirty tricks, and how they have updated Zersetzung for the internet.

The government has its role to play, but so do journalists and civil-society groups. We journalists will put pressure on companies like Facebook and Twitter to be vigilant against fake news; we will expose the patterns of Russian agitprop where we see them.

But it is just as important to be clear about the ideology driving these attacks. In September, my newspaper, Die Zeit, joined with the broadcaster ZDF to reveal details of Moscow’s highly sophisticated disinformation campaign. We had gained access to roughly 10,000 emails that showed how ideologues close to the Putin administration advised the pro-Russian rebel government in Eastern Ukraine.

Among the emails was a document that set “thematic guidelines” which rebel-allied media outlets had to follow — if necessary by distorting facts and faking news. “Today’s Russia is no longer the Russia of the 1990s, but is working unwaveringly to re-establish the strength of the Soviet Union. Today’s Russia is on an equal footing with the West,” it read. “A global diplomatic war is underway. But the West is also suffering in this war, and it is still unclear who will prevail.”

Every weekday, get thought-provoking commentary from Op-Ed columnists, the Times editorial board and contributing writers from around the world.

It is quite clear who will lose. Mr. Putin and his reckless fakers should be aware that the only thing they will harvest from this mendacity is another lost generation of Russians who could serve their country better by being given the opportunity for honest and constructive intellectual challenges. A government that maligns the outside world to make feel Russia great again is doomed to fail — as it failed before.

State Department Worried Trump Is Going to Be a Foreign Policy Madman

0

23414300891_5280cba1f6_b Photo Credit: DonkeyHotey/Flickr CC

We’re dealing with a president-elect who may well start a war over Twitter.

Foreign policy is a tricky beast for any new president, at any time. But 2016 presents some particular international challenges: ISIS, Syria, Russia and the Ukraine, Russia and Syria, China and Iran (to name just a few). When a new president is on the way, traditional adversaries might test the waters a bit by, say, seizing a U.S. unmanned research drone. Just to see what happens. It’s a period of uncertainty for the foreign policy establishment, an establishment that relies entirely upon norms, rules of engagement that have been agreed upon, protocol. And here comes Trump, freaking the hell out of everybody.

As Trump veers from one surprise tweet to the next—at times misspelled 140-character statements that seem to contradict decades of U.S. foreign policy, State Department bureaucrats are facing a unique challenge: How to follow the lead of a president who seems uninterested in consistency, protocol and nuance?In Trump’s November phone call to Pakistani Prime Minister Nawaz Sharif, for example, he called Pakistan a “fantastic country, fantastic place of fantastic people,” neglecting to mention Pakistan’s involvement in fomenting terrorism against U.S. interests, a major point of tension for American presidents since Al Qaeda and its affiliates set up shop in Pakistan after the September 11 attacks. On December 2, Trump spoke by phone with Taiwanese President Tsai Ing-wen, a move breaking with nearly four decades of protocol in U.S.-China relations.

This seemingly impulsive personal style makes it extremely difficult for the State Department bureaucracy to interpret Trump and follow his example. Do these new developments signal a real shift in U.S. alliances or are they offhand remarks? Will Twitter be the primary platform for Trump to issue new statements of foreign policy? If so, how much will the State Department be involved in the shaping, coordination and vetting of such messages?

No one in the Trump sphere seems to be able to do anything about that itchy Twitter finger, or the phone calls. Or maybe, in their arrogance and ignorance, they don’t understand the import of what it is Trump is doing. This is all terrifying for the State Department, which has the responsibility of carrying out that policy and of protecting continuity and consistency in the messages that the rest of the world is hearing.

Back when Tricky Dick Nixon was president, the canny president coined what he called  the “madman” theory of foreign policy. He wanted foreign leaders, adversaries, to think that he was irrational and volatile and capable of doing anything on a whim. That was intended to send the message to adversaries that the U.S. should not be provoked. But it was a facade carefully crafted and communicated through his foreign policy team, one that they understood and used with some restraint. And with a knowledge of the world in which they were operating. Out of it came one good—totally unexpected and maybe even a little irrational—the beginnings of a rapprochement with China.

Now we’ve got an actual madman going to the White House, a man who appears to have no control over his impulses and no understanding of why following them is dangerous. For the existing State Department employees, it’s a problem. Ambassador Richard A. Boucher, a former Department spokesman under no less than six secretaries of state, explains that “until the president gives a clear statement about where America stands in the world with our enemies and allies, it will be hard for career people to take that and turn it into policy.”

For the career State Department folks, this is a deeply unsettling prospect, one in which we get cozy with Russia and they have to worry about things like whether housing visiting foreign dignitaries in Trump hotels will create international incidents.

Joan McCarter is a Daily Kos staff writer.

http://www.alternet.org/election-2016/state-department-worried-trump-going-be-foreign-policy-madman

Οι κίνδυνοι του δικομματικού «εμφυλίου» της Ουάσιγκτον: Γιατί κερδίζουν η Ρωσία και η Κίνα!

0

obama-trump-white-house01-1Του Βασίλη Κοψαχείλη*

Η «εμφύλια» σύγκρουση του παραδοσιακού διακομματικού συστήματος της Ουάσιγκτον με το νεόδμητο σύστημα Τράμπ, αγγίζει πλέον επικίνδυνα επίπεδα συνολικής και πιθανών μακροχρόνιας υπονόμευσης των αμερικανικών συμφερόντων παγκοσμίως.

Από αυτή τη σύγκρουση κερδισμένοι βγαίνουν η Ρωσία και η Κίνα, για λόγους που εξηγούμε ακολούθως.

Ξεκαθάρισμα λογαριασμών… με boy’s talk

Η σύγκρουση μεταξύ του παραδοσιακού, διακομματικού συστήματος χάραξης και άσκησης πολιτικής στην Ουάσιγκτον με αυτό που τώρα οικοδομεί ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος Τράμπ, έχει αγγίξει επικίνδυνα επίπεδα υπονόμευσης της εικόνας και της ισχύος των ΗΠΑ στον κόσμο.

Το παλαιό σύστημα που εγκαινιάστηκε με την προεδρία του Μπιλ Κλίντον to 1993 έφτασε στις μέρες μας να έχει γίνει ένα δεινοσαυρικό καθεστώς συντήρησης, χωρίς ουσιαστικές προτάσεις για τον αμερικανό πολίτη και τη θέση της χώρας στον κόσμο.

Αυτό το σύστημα σήμερα αγωνίζεται, θα λέγαμε με πολύ ύποπτο ζήλο, να δικαιολογήσει την παρουσία του και την χρησιμότητά του στα πολιτικά πράγματα των ΗΠΑ, αν και απαξιώθηκε εκλογικά προσφάτως. Από την άλλη, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Τράμπ, με την ρητορική και το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, θεωρήθηκε ως το «νέο», που τόσο ανάγκη έχει η Αμερική.

Μένει να αποδειχθεί αν οι προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν κατά την προεκλογική περίοδο θα γίνουν πράξη.

Ο «εμφύλιος» της Ουάσιγκτον έχει πολλές πράξεις. Ξεκίνησε με τις κατηγορίες ότι πίσω από την υπονόμευση της προεδρικής υποψήφιας της κας Κλίντον βρίσκονταν το Κρεμλίνο που έκανε πλάτες στον Τράμπ. Ο πόλεμος φθοράς συνεχίστηκε με πλούσιο υλικό και κατηγορίες, με το πλέον πρόσφατο επεισόδιο να κλείνει με τις δηλώσεις Ομπάμα ότι αν ήταν εκείνος υποψήφιος ο Τράμπ δεν θα είχε καμία εκλογική τύχη. Όμως, όπως είχε δηλώσει και η Μελάνια Τράμπ, όταν ο σύζυγός της είχε μιλήσει σεξιστικά στο παρελθόν, «…δεν δίνω σημασία, είναι απλά… boy’s talk».

Ο «εμφύλιος» υπονομεύει τις ΗΠΑ

Αν δούμε τον «εμφύλιο» που έχει ξεσπάσει ή καλύτερα τον πόλεμο φθοράς, ως ένα φαινόμενο πολιτικής συμπεριφοράς που παραπέμπει σε ανώριμες αντιδράσεις της εφηβικής ηλικίας, τότε θα λέγαμε πως η κατάσταση αυτή κάνει απλά ζημιά στην εικόνα των ΗΠΑ συνολικά. Αν ωστόσο δούμε αυτόν τον πόλεμο φθοράς ως πολιτική πράξη με βάθος και ουσία, τότε οι κίνδυνοι είναι πολλαπλάσια μεγαλύτεροι και μακροχρόνια υπονομευτικοί για την αμερικανική ισχύ στον κόσμο.

Εχουμε πολύ απλά ένα Λευκό Οίκο που θα έχει μια «Α» στρατηγική και ένα σύστημα – το σύστημα της Ουάσιγκτον – που ενδεχομένως θα έχει μια «Β» στρατηγική και πιθανώς υπονομευτική της βούλησης του νέου Προέδρου.

Ο καθένας αντιλαμβάνεται τί σημαίνει μια τέτοια κατάσταση στις διεθνείς σχέσεις και σε μια εποχή όπως η σημερινή!

Στην αγκαλιά του Πούτιν;

Αν ο νέος πρόεδρος δεν καταφέρει να ελέγξει πλήρως το σύστημα εξουσίας στην Ουάσιγκτον, τότε να περιμένουμε τον εμφύλιο να συνεχιστεί και μετά την 20η Ιανουαρίου, όπου αναλαμβάνει και επίσημα ο νέος πρόεδρος.

Η βούληση της νέας προεδρίας είναι να υπάρξει μια «συνεννόηση» με την Μόσχα συνολικά, και από κοινού να αντιμετωπίσουν (με ότι σημαίνει αυτό) την άνοδο της κινεζικής ισχύος που αποτελεί και τον πραγματικό κίνδυνο των συμφερόντων τους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η βούληση αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους σχεδιασμούς του παλαιού συστήματος της Ουάσιγκτον όπου ήθελε σύγκρουση με τη Ρωσία και χάιδεμα της Κίνας. Άλλωστε αρκετοί και σημαντικοί χρηματοδότες του παλαιού συστήματος, είχαν επενδύσει πολλά στην κινεζοποίηση του καπιταλιστικού μοντέλου, και το πολιτικό χάιδεμα της Κίνας ήταν εξόχως βολικό για τις επιχειρήσεις τους.

Η κατάσταση αυτή αναγκάζει την νέα αμερικανική προεδρία να αμυνθεί των θέσεών της για αλλαγή στάσης στα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Ενδεχομένως η νέα αμερικανική προεδρία να αναζητήσει και χέρι βοήθειας από τον ίδιο τον πρόεδρο Πούτιν. Μία κίνησή του που θα διευκολύνει τον Λευκό Οίκο να περάσει την πολιτική του στροφή απαξιώνοντας παράλληλα τους πολιτικούς αντιπάλους του Τράμπ.

Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα με εξέπληττε μια κίνηση καλής θέλησης του Πούτιν στην Ουκρανία! Ωστόσο, η εχθρότητα μεταξύ συστήματος της Ουάσιγκτον και Λευκού Οίκου θα καταστήσει τον Λευκό Οίκο τρωτό στις διαθέσεις του υπερμέγιστου στρατηγιστή Πούτιν.

Η κατάσταση αυτή δίνει δυνητικά την δυνατότητα στον Πούτιν κάθε φορά που θα θέλει τη συναίνεση του Λευκού Οίκου να κινητοποιεί ενεργούμενά του στην αντίπαλη πλευρά από τον Τράμπ και να αναγκάζει τον νέο πρόεδρο σε συγκλίσεις με τη Μόσχα.

Παράλληλα, το σύστημα της Ουάσιγκτον έχει ήδη υπονομεύσει τον δρόμο του Τράμπ στην από κοινού με τη Ρωσία αντιμετώπιση της Κίνας.

Στη μακραίωνη διαδρομή της στην ιστορία, κάθε φορά που η Κίνα πιεζόταν από υπέρτερους αντιπάλους, αναδιπλωνόταν στο εσωτερικό της φυλαγόμενη με αυτόν τον τρόπο από την έκθεση σε κινδύνους και το ενδεχόμενο της καταστροφής του δικού της συστήματος εξουσίας. Ωστόσο, στη σύγχρονη εποχή, η Κίνα έχει τέτοιο πληθυσμό και δυναμική που η αναδίπλωση θα φέρει σοβαρά εσωτερικά προβλήματα και ενδεχόμενη κατάρρευση, λόγω λαικής πίεσης, του συστήματος εξουσίας της.

Στο βορρά της Κίνας υπάρχει η Μογγολία η οποία εδώ και τουλάχιστο μια δεκαετία αποτελεί πεδίο σημαντικής αλλά σιωπηλής δράσης ισχυρών αμερικανικών συμφερόντων που βρίσκονται σε ευθεία σχέση συνεργασίας με το παλαιό σύστημα στην Ουάσιγκτον. Εκτός της Μογγολίας υπάρχει μια αχανής Ρωσική έκταση, που οικονομικά υπολειτουργεί, και που κατοικείται από μόλις 15 εκατ. κατοίκους. Ενδεχόμενη λοιπόν πίεση της Κίνας στο νότο να την οδηγήσει σε ένα άνοιγμα προς το βορρά που θα εκληφθεί από τη Ρωσία ως απειλή, σπάζοντας με αυτόν τον τρόπο την συνεργασία ΗΠΑ-Ρωσίας στην από κοινού πίεσή τους εναντίον του Πεκίνου ώστε να περιοριστεί η επεκτατική ισχύς του.

Το επιχειρηματικό αμερικανικό σύστημα στη Μογγολία θα ενισχύει την τάση ανοίγματος της Κίνας προς το βορρά και προς το ρωσικό έδαφος, οπότε θα προκαλέσουν την αντίδραση της Μόσχας και θα βρεθεί ο Λευκός Οίκος απομονωμένος και χωρίς συμμάχους.

Μια τέτοια εξέλιξη θα σημάνει και το τέλος της Αμερικανικής ισχύος ως παγκόσμιας δύναμης.

Επίσπευση του ρόλου της Κίνας ως υπερδύναμης

Η κατάσταση οδηγεί την Κίνα ένα σκαλί παραπάνω, να δοκιμάσει δηλαδή τις αντοχές της ως υπερδύναμης συνολικά. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να προχωρήσει γρήγορα στη σύσφιξη των σχέσεών της με τη Μόσχα ακόμη και άν είναι εις βάρος της οικονομικά (π.χ. αγωγός φυσικού αερίου). Σε κάθε περίπτωση να λειτουργήσει αποτρεπτικά έναντι των ΗΠΑ στην νότια κινεζική θάλασσα, ενδεχομένως δημιουργόντας προβλήματα στο Λευκό Οίκο σε άλλες περιοχές του πλανήτη.

Λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, δύσκολα το Πεκίνο θα στραφεί εναντίον της Μόσχας, αντίθετα έχει κάθε λόγο να σπάσει την όσμωση συμφερόντων μεταξύ Λευκού Οίκου – Κρεμλίνου, την ίδια ώρα που εκείνο θα προετοιμάζεται για ένα ενισχυμένο ρόλο παγκόσμιας δύναμης.

Αν ο Λευκός Οίκος αποφασίσει να παίξει το χαρτί του νομισματικού πολέμου με την Κίνα, ναι μεν έχει περισσότερες πιθανότητες να επικρατήσει, αλλά θα βάλει απέναντι του την Μόσχα που επίσης θα πληγεί από το νομισματικό πόλεμο.

Σύστημα της Ουάσιγκτον και Λευκός Οίκος πρέπει να πάνε σε… deal!

Η παραπάνω ανάλυση δείχνει ότι ο Λευκός Οίκος από μόνος του είναι αδύναμος να προωθήσει αποτελεσματικά την πολιτική του στις διεθνείς σχέσεις αν δεν έρθει σε κάποια «συνεννόηση» πρώτα με το βαθύ σύστημα εξουσίας στην Ουάσιγκτον. Το deal θα φέρει εκπτώσεις στην στρατηγική και των δύο πλευρών. Αξίζει να δούμε πού θα βρεθει το σημείο ισορροπίας. Πάντως, μέχρι να υπάρξει deal, κανείς δεν θα εμπιστεύεται κανένα, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στις διεθνείς σχέσεις. Και αυτό δεν θα είναι καλό για τον κόσμο συνολικά!

* Ο κ. Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος, Γεωστρατηγικός Αναλυτής. Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα LIBERAL