Ναι, ο Igor Girkin (γνωστός και ως Igor Strelkov ή «#Στρελκόφ») έλαβε ενεργό μέρος στον πόλεμο στην Ουκρανία, κυρίως το 2014.Ποιος είναι:
Πλήρες όνομα : Igor Vsevolodovich Girkin (Игорь Всеволодович Гиркин).
Γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1970 στη Μόσχα.
Πρώην αξιωματικός της ρωσικής FSB (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας), με βαθμό συνταγματάρχη.
Συμμετείχε στο παρελθόν σε συγκρούσεις στην Υπερδνειστερία (Μολδαβία), στη Βοσνία και στους δύο πολέμους της Τσετσενίας.
Ιδεολογικά είναι Ρώσος υπερεθνικιστής, μοναρχιστής και υποστηρικτής της ιδέας της «Νοβοροσίας».
Συμμετοχή στον πόλεμο στην Ουκρανία:
Το 2014 έπαιξε κεντρικό ρόλο στην έναρξη του πολέμου στο Ντονμπάς.
Τον Απρίλιο του 2014 οδήγησε μια ομάδα περίπου 50 ένοπλων Ρώσων μαχητών που πέρασαν τα σύνορα και κατέλαβαν τη Σλοβιάνσκ (Sloviansk) στην περιοχή του Ντόνετσκ.
Ο ίδιος έχει παραδεχτεί δημόσια:
«Εγώ τράβηξα τη σκανδάλη του πολέμου. Αν η μονάδα μας δεν είχε περάσει τα σύνορα, όλα θα είχαν τελειώσει όπως στο Χάρκοβο και στην Οδησσό».
Έγινε ο πρώτος «Υπουργός Άμυνας» της αυτοανακηρυχθείσας Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντόνετσκ (DNR) από τον Μάιο έως τον Αύγουστο του 2014 και διοικούσε τις φιλορωσικές δυνάμεις στην περιοχή.
Συμμετείχε επίσης στην προσάρτηση της Κριμαίας το 2014.
Το ολλανδικό δικαστήριο της Χάγης τον καταδίκασε ερήμην σε ισόβια κάθειρξη για τον ρόλο του στην κατάρριψη της πτήσης MH17 της Malaysia Airlines (Ιούλιος 2014), όπου σκοτώθηκαν 298 άνθρωποι.
Μετά τον Αύγουστο του 2014 επέστρεψε στη Ρωσία. Δεν συμμετείχε ενεργά ως μαχητής στη μεγάλη εισβολή του 2022, αλλά έγινε γνωστός στρατιωτικός μπλόγκερ. Ήταν υπέρ του πολέμου, αλλά ασκούσε πολύ σκληρή κριτική στον Πούτιν και στην ηγεσία του ρωσικού στρατού για «αναποτελεσματικότητα».Το 2023 συνελήφθη στη Ρωσία για «εξτρεμισμό» λόγω των κριτικών του και το 2024 καταδικάστηκε σε 4 χρόνια φυλάκιση. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη φυλακή και συνεχίζει να στέλνει επιστολές/αναλύσεις μέσω του καναλιού του στο Telegram.Με λίγα λόγια: Είναι ένας από τους βασικούς οργανωτές της ένοπλης σύγκρουσης στο Ντονμπάς το 2014 και θεωρείται από πολλούς ως ένα από τα πρόσωπα που «άναψαν τη φωτιά» του πολέμου στην ανατολική Ουκρανία..Οι αλλοι δυο ηταν η Βικτωρια Νουλαντ και ο Παγιατ.
Πρόκειται για επιστολή του Igor Girkin (Strelkov) από τη φυλακή, με ημερομηνία 16 Σεπτεμβρίου 2026, που δημοσιεύτηκε στο κανάλι του στο Telegram (
@strelkovii). Απευθύνεται σε συνεργάτη με το όνομα Φρολ Βλαντιμίροφ.Ακολουθεί το πλήρες σχετικό απόσπασμα για την
Τουρκία
Όσον αφορά την ερώτησή σας σχετικά με την αύξηση των τουρκικών στρατιωτικών δαπανών, η απάντηση είναι προφανής: το τουρκικό κατεστημένο έχει καταλήξει στο κατηγορηματικό συμπέρασμα ότι ένας μεγάλος πόλεμος είναι επικείμενος. Δεδομένου ότι η Τουρκία κυβερνάται πλέον από μια ηγεσία που έχει συνηθίσει να μετατρέπει γρήγορα τις αποφάσεις σε συγκεκριμένες, κατάλληλες ενέργειες, η χώρα έχει ξεκινήσει πυρετώδεις προετοιμασίες για έναν πόλεμο στον οποίο θα αναγκαστεί να συμμετάσχει ενεργά.
Ας απαντήσουμε στο ερώτημα: ΣΕ ΠΟΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑ ΑΝΑΓΚΑΣΤΕΙ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ;
Απάντηση: α) σε περίπτωση άμεσης επίθεσης· β) σε περίπτωση δικής της επιθετικότητας εναντίον ενός από τους #γείτονές της (υπονοώντας ότι αυτό θα είναι ένα κράτος με δυνατότητες συγκρίσιμες ή και μεγαλύτερες από της Τουρκίας)· γ) εάν οι Τούρκοι υποχρεωθούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τις συνθήκες στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ας το δούμε σημείο προς σημείο:
α) Ποιος θα μπορούσε να επιτεθεί στην Τουρκία; Η απάντηση είναι ότι ΚΑΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΕΚΑΝΕ ΑΥΤΟ (ούτε οι Έλληνες, που μισούν τους Τούρκους, επειδή η Τουρκία είναι «εκτός των δυνατοτήτων τους»· με ένα «ασυγκίνητο» μυαλό, ένας Τούρκος θα μπορούσε να επιτεθεί στο Ισραήλ ή στο Ιράν. Αλλά δεν πιστεύω σε καμία από τις δύο πιθανότητες.
Το Ισραήλ αγωνίζεται να αποτελειώσει τη Χεζμπολάχ και με κάποιο τρόπο να λύσει το ζήτημα της Παλαιστινιακής Αρχής. Πρόσφατα δέχτηκε ένα χτύπημα από το Ιράν και, μέχρι να καταστραφεί το τελευταίο ως στρατιωτική δύναμη, θα παραμείνει ο κύριος στόχος της ισραηλινής επιθετικότητας. Το Ιράν συνορεύει με τους Τούρκους, αλλά δεν θα συγκρουστεί ανοιχτά με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στην ουρά του (αυτό θα ήταν αυτοκτονία για το Ιράν). Και αν ηττηθεί από αυτούς, ακόμη περισσότερο. Κατά συνέπεια, η πιθανότητα να επιτεθεί κάποιος στην Τουρκία είναι κάτω από κάθε πιθανότητα.
β) και γ) Η επιθετικότητα της Τουρκίας εναντίον ενός από τους ισχυρούς γείτονές της· – Πιθανότερο. Υπάρχουν μόνο δύο πραγματικοί υποψήφιοι εδώ: η Ρωσία και το Ιράν. Αλλά – και στις δύο περιπτώσεις – η Τουρκία ΜΟΝΗ της δεν θα παρέμβει προς καμία κατεύθυνση. – Μόνο σε έναν συνασπισμό. Αυτή τη στιγμή, και οι δύο επιλογές είναι εξίσου πιθανές. Για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «αγοράσουν» με κάποιο τρόπο πλήρως την Erdi, προκειμένου να την χρησιμοποιήσουν ως δικό τους «αντιπρόσωπο εδάφους» εναντίον του καθεστώτος του αγιατολάχ. (Το Ισραήλ, σε αυτήν την περίπτωση, θα βρεθεί ως σύμμαχος). Οι Τούρκοι (ως μέρος της «εμμονής» τους με το «Μεγάλο Τουράν») έχουν κίνητρα να «δαγκώσουν» όλο το Νότιο Αζερμπαϊτζάν από το Ιράν και έτσι να αναλάβουν τον ρόλο ενός ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ ΗΓΕΜΟΝΑ, που ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από λίγο περισσότερο από 100 χρόνια. Επειδή το Ιράν έχει πλέον σημαντικές δυνατότητες να πραγματοποιεί αεροπορικές και πυραυλικές επιθέσεις σε όλους τους γείτονές του (συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας) και βρίσκεται «ένα βήμα» μακριά από τη δημιουργία των δικών του πυρηνικών όπλων (15-20 κεφαλές) – τότε τα έκτακτα μέτρα της Τουρκίας (σε περίπτωση προκαταρκτικής απόφασης «εμπλοκής» στον πόλεμο) είναι παραπάνω από δικαιολογημένα.
Αλλά εξίσου πιθανή είναι και η πιθανότητα συμμετοχής της Τουρκίας το 2027-29, ως μέρος του «Συνασπισμού των Προθύμων» στο «μοιράσμα του ρωσικού πετσιού της αρκούδας» (αν ο τελευταίος, υπό την αμίμητη ηγεσία του «NUSP», καταφέρει τελικά να φτάσει στην επιθανάτια κλίνη του). Και σε αυτή την περίπτωση, μαζί με τα πολυπόθητα «καλούδια» (Κριμαία, την ανατολική και βορειοανατολική περιοχή της Μαύρης Θάλασσας), η Τουρκία θα αντιμετωπίσει μια σημαντική απειλή, καθώς ακόμη και στα «ερείπια» της Ρωσίας, θα παραμείνουν σημαντικές δυνάμεις και πόροι ικανοί να «σύρουν την Τουρκία στην κόλαση πίσω από τον εαυτό της». Και γ) (στην πιο αγνή του μορφή): αν κάποιος (Ιράν, Ρωσία, Κίνα) εξαπολύσει πράγματι μια επίθεση πλήρους κλίμακας («βαριάς χρήσης») στο ΝΑΤΟ. Σε αυτήν την περίπτωση, «κανείς δεν θα αμφισβητήσει καν την Άγκυρα» — η συμμαχία θα επιχειρήσει από το έδαφός της και, κατά συνέπεια, θα χτυπήσει τους Τούρκους σε αντίποινα. Και θα πρέπει ακόμα να πολεμήσουν. Το ίδιο ισχύει και για μια «προληπτική» επίθεση του ΝΑΤΟ στην Κίνα ή τη Ρωσία. Το σενάριο θα είναι περίπου το ίδιο, και ακόμη και με την υποθετική «πλήρη επιτυχία» ενός αιφνιδιαστικού χτυπήματος, κάτι θα μπορούσε να «χτυπήσει τους Τούρκους» σκληρά.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Αυτή τη στιγμή, η τουρκική παρέμβαση σε έναν πόλεμο ΗΠΑ/Ισραήλ εναντίον του Ιράν είναι ΠΙΟ ΠΙΘΑΝΗ. Και, κατά συνέπεια, οι προετοιμασίες για αυτόν τον πόλεμο (ας πούμε, 2-3 μήνες μετά από μια νέα απότομη κλιμάκωση των εχθροπραξιών). Μακροπρόθεσμα, η πιθανότητα η Τουρκία να εισέλθει στον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας σε συμμαχία με την «Ουκρανία» και τον «συνασπισμό των προθύμων» (και, πιθανώς, τις ΗΠΑ) θα αυξηθεί. Και η πιθανότητα ενός Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου (στον οποίο οι Τούρκοι θα αναγκαστούν να συμμετάσχουν, είτε το θέλουν είτε όχι) παραμένει. Επιτρέψτε μου να τονίσω για άλλη μια φορά: το γεγονός ότι οι αμυντικές δαπάνες έχουν αυξηθεί πολλαπλά δείχνει ότι η Άγκυρα έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας νέος μεγάλος πόλεμος είναι αναπόφευκτος και ότι η εμπλοκή της Τουρκίας είναι πολύ πιθανή. Αυτή είναι η πιο σημαντική πτυχή αυτής της πληροφορίας.
Κύρια σημεία της άποψης του Girkin (σύνοψη με λεπτομέρειες):
Η απότομη αύξηση των τουρκικών αμυντικών δαπανών δείχνει ότι η Άγκυρα έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πως ένας μεγάλος πόλεμος είναι αναπόφευκτος και ότι η Τουρκία θα αναγκαστεί να συμμετάσχει ενεργά. Γι’ αυτό κάνει «πυρετώδεις προετοιμασίες».
Σε ποιες περιπτώσεις θα πολεμήσει η Τουρκία;
Αν της επιτεθούν άμεσα (το θεωρεί απίθανο – κανείς λογικός δεν θα το κάνει).
Αν η ίδια επιτεθεί σε ισχυρό γείτονα (Ρωσία ή Ιράν) – μόνο μέσα σε συνασπισμό, όχι μόνη της.
Αν υποχρεωθεί από τις υποχρεώσεις της στο ΝΑΤΟ (π.χ. αν κάποιος επιτεθεί στο ΝΑΤΟ ή αν το ΝΑΤΟ επιτεθεί σε Ρωσία/Κίνα/Ιράν).
Πιο πιθανό βραχυπρόθεσμα: Συμμετοχή σε αμερικανο-ισραηλινό πόλεμο κατά του Ιράν (ως «land proxy»). Έχει κίνητρα «Μεγάλης Τουράν» (να πάρει νότιο Αζερμπαϊτζάν κ.λπ.) και να γίνει περιφερειακός ηγεμόνας. Το Ιράν έχει δυνατότητες αεροπυραυλικών πληγμάτων και πλησιάζει σε πυρηνικά, άρα η Τουρκία δικαιολογημένα προετοιμάζεται.
Μεσο-μακροπρόθεσμα (2027-29): Συμμετοχή σε «συνασπισμό των πρόθυμων» για το «μοίρασμα της ρωσικής αρκούδας», αν η Ρωσία αποδυναμωθεί/διαλυθεί υπό την ηγεσία του Πούτιν («ΝΟΥΣΠ»). Θα ήθελε «καλούδια» όπως Κριμαία και ανατολική/βορειοανατολική Μαύρη Θάλασσα, αλλά ακόμα και στα ερείπια της Ρωσίας θα παραμείνουν δυνάμεις που μπορούν να «τραβήξουν την Τουρκία στην κόλαση».
Συμπέρασμα: Τώρα πιο πιθανή η εμπλοκή κατά του Ιράν. Μακροπρόθεσμα αυξάνεται η πιθανότητα κατά της Ρωσίας (μαζί με Ουκρανία και άλλους). Δεν αποκλείει ούτε Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον οποίο η Τουρκία θα αναγκαστεί να μπει.
Ο Girkin γράφει από τη φυλακή (είναι καταδικασμένος σε 4 χρόνια για «εξτρεμισμό» μετά από κριτική στον Πούτιν). Οι απόψεις του είναι αυτές ενός Ρώσου υπερεθνικιστή που βλέπει πολύ απαισιόδοξα το μέλλον της Ρωσίας μετά τον Πούτιν και φοβάται ότι εξωτερικές δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας) θα εκμεταλλευτούν μια πιθανή διάλυση.
Συμμετοχή στον πόλεμο στην Ουκρανία:
Το 2014 έπαιξε κεντρικό ρόλο στην έναρξη του πολέμου στο Ντονμπάς.
Τον Απρίλιο του 2014 οδήγησε μια ομάδα περίπου 50 ένοπλων Ρώσων μαχητών που πέρασαν τα σύνορα και κατέλαβαν τη #Σλοβιάνσκ (Sloviansk) στην περιοχή του Ντόνετσκ.
Ο ίδιος έχει παραδεχτεί δημόσια:
«Εγώ τράβηξα τη σκανδάλη του πολέμου. Αν η μονάδα μας δεν είχε περάσει τα σύνορα, όλα θα είχαν τελειώσει όπως στο Χάρκοβο και στην Οδησσό».
Έγινε ο πρώτος «Υπουργός Άμυνας» της αυτοανακηρυχθείσας Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντόνετσκ (DNR) από τον Μάιο έως τον Αύγουστο του 2014 και διοικούσε τις φιλορωσικές δυνάμεις στην περιοχή.
Συμμετείχε επίσης στην προσάρτηση της Κριμαίας το 2014.
Το ολλανδικό δικαστήριο της Χάγης τον καταδίκασε ερήμην σε ισόβια κάθειρξη για τον ρόλο του στην κατάρριψη της πτήσης MH17 της Malaysia Airlines (Ιούλιος 2014), όπου σκοτώθηκαν 298 άνθρωποι.
Μετά τον Αύγουστο του 2014 επέστρεψε στη Ρωσία. Δεν συμμετείχε ενεργά ως μαχητής στη μεγάλη εισβολή του 2022, αλλά έγινε γνωστός στρατιωτικός μπλόγκερ. Ήταν υπέρ του πολέμου, αλλά ασκούσε πολύ σκληρή κριτική στον Πούτιν και στην ηγεσία του ρωσικού στρατού για «αναποτελεσματικότητα».Το 2023 συνελήφθη στη Ρωσία για «εξτρεμισμό» λόγω των κριτικών του και το 2024 καταδικάστηκε σε 4 χρόνια φυλάκιση. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη φυλακή και συνεχίζει να στέλνει επιστολές/αναλύσεις μέσω του καναλιού του στο Telegram.Με λίγα λόγια: Είναι ένας από τους βασικούς οργανωτές της ένοπλης σύγκρουσης στο Ντονμπάς το 2014 και θεωρείται από πολλούς ως ένα από τα πρόσωπα που «άναψαν τη φωτιά» του πολέμου στην ανατολική Ουκρανία.
Τον Αύγουστο του 2014 (συγκεκριμένα στις 14-15 Αυγούστου), ο Igor Girkin (Strelkov) «παραιτήθηκε» ή μετακινήθηκε από τη θέση του «Υπουργού Άμυνας» της αυτοανακηρυχθείσας Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντόνετσκ (DNR).Τον αντικατέστησε ο Vladimir Kononov (Владимир Кононов), γνωστός με το πολεμικό ψευδώνυμο «Τσάρος» (Царь).
Ήταν τοπικός μαχητής από την περιοχή του Λουχάνσκ, πρώην προπονητής τζούντο.
Είχε ήδη διοικήσει μονάδες στις μάχες της Σλοβιάνσκ, Ιλοβάισκ κ.ά.
Έμεινε στη θέση του Υπουργού Άμυνας της DNR από τον Αύγουστο του 2014 μέχρι περίπου το 2018.
Η αλλαγή έγινε στο πλαίσιο μιας γενικότερης «τοπικοποίησης» της ηγεσίας των αυτονομιστών (έφυγαν πολλοί Ρώσοι και μπήκαν τοπικοί).
#Ukraine
#Οι_Ουκρανικες_προελασεις
-Επειχηρηση Βιβαλντι.
1) Οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν ανακτήσει τον έλεγχο του χωριού #Ντίμπροβα, στην κατεύθυνση Λιμαν, στην περιφέρεια Ντόνετσκ (περιφέρεια Κραματόρσκ). Προπολεμικός πληθυσμός: ~329. Συνολική έκταση γης: ~2,95 km². Οι μάχες για τη Ντίμπροβα διήρκεσαν περίπου 10 μήνες.
2) Στην κατεύθυνση Lyman – τομέας Zarichne: Ουκρανικές ομάδες εφόδου διεξάγουν αυτή τη στιγμή μια τριπλή επίθεση στο χωριό #Zarichne, σε μια προσπάθεια να εξαλείψουν το ρωσικό προγεφύρωμα δυτικά του ποταμού Zherebets. Από το νότο, προχωρούν βόρεια από τις προηγουμένως καταληφθείσες θέσεις τους στα δάση ανατολικά του Lyman, στο νότιο τμήμα του Zarichne, όπου πρόσφατα δημιουργήθηκε ένα μικρό προπύργιο. Προσπαθούν να εδραιώσουν περαιτέρω αυτές τις θέσεις και να διεισδύσουν βορειότερα, προς το κέντρο του Zarichne. Αυτή η επίθεση υποστηρίζεται από συνεχιζόμενες διεισδύσεις στο χωριό από τα ανατολικά. Οι ουκρανικές δυνάμεις κινούνται κατά μήκος του δρόμου Lyman-Zarichne, στη μικρή βιομηχανική ζώνη στο νοτιοδυτικό άκρο του χωριού, όπου διεξάγονται σφοδρές μάχες. Διεισδύουν επίσης ανατολικά κατά μήκος του πρόσφατα ανακτημένου Pinkov Gulley και εισέρχονται στο δυτικό τμήμα του Zarichne, αν και δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί προπύργιο. Στο βορρά, η ουκρανική προέλαση έχει σταματήσει. Κατάφεραν να εδραιώσουν την προηγούμενη θέση τους στους βόρειους δρόμους της Ζαρίχνε και κατέλαβαν τα γεωργικά κτίρια στα βορειοδυτικά περίχωρα, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν στο κέντρο του οικισμού λόγω της σφοδρής ρωσικής αντίστασης.
3) Οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν ανακτήσει τον έλεγχο του χωριού #Πισκουνίβκα, στην κατεύθυνση Σλαβιάνσκ, στην περιφέρεια Ντόνετσκ (περιφέρεια Κραματόρσκ). Προπολεμικός πληθυσμός: ~174. Συνολική έκταση γης: ~1,10 km². Οι μάχες για την Πισκουνίβκα διήρκεσαν περίπου 2 μήνες και 25 ημέρες.
4) Οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν επίσημα αποκαταστήσει τον έλεγχο της πόλης #Λιμαν, στην κατεύθυνση Λιμαν, στην περιφέρεια Ντόνετσκ (περιφέρεια Κραματόρσκ). Προπολεμικός πληθυσμός: ~20.066. Συνολική έκταση γης: ~22,9 km². Η τρίτη μάχη για το Λιμαν διήρκεσε περίπου 10 μήνες.
#Οι_ρωσικες_προελασεις
1) Οι ρωσικές μονάδες εφόδου από το 79ο Μηχανοκίνητο Σύνταγμα Τυφεκιοφόρων (μέρος της 18ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Τυφεκιοφόρων, 11ου Σώματος Στρατού, Ομάδα Δυνάμεων «Βόρεια») εξασφάλισαν τον έλεγχο του οικισμού #Ολχοβάτκα στην περιοχή του Χάρκοβο.
2) Μονάδες εφόδου της 80ής Ξεχωριστής Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας Τυφεκιοφόρων της ομάδας «Βόρεια», ως αποτέλεσμα σφοδρών μαχών, έδιωξαν μονάδες της 47ης Ξεχωριστής Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων από το χωριό #Μαρίνο στην περιοχή Σούμι.
3) Οι ρωσικές μονάδες κατελαβαν το χωριο #Λοζοβαγια στην περιοχη του Χαρκοβου.
4) Ως αποτέλεσμα σφοδρών μαχών, μονάδες εφόδου της 69ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Τυφεκιοφόρων του 6ου Στρατού Φρουράς και της 128ης Χωριστής Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας Τυφεκιοφόρων του 44ου Σώματος Στρατού της ομάδας «Βόρεια» κατελαβαν το χωριο #Πετροπάβλοφκα στην περιοχη του Χαρκοβου.
5) Οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το χωριό #Μίρνε, στην κατεύθυνση Ντομπροπίλια, στην περιφέρεια Ντόνετσκ (περιφέρεια Ποκρόβσκ). Προπολεμικός πληθυσμός: ~315. Συνολική έκταση γης: ~0,99 km². Οι μάχες για το Μίρνε διήρκεσαν περίπου 3 μήνες.
6) Οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το χωριό #Ουλανοβο στην περιοχη Σουμι.
7) Οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το χωριό #Χριπανι στην περιοχη του Χαρκοβου.
Όσοι θέλετε να κοινοποιείτε την σελίδα διότι η κρατική ΕΡΤ και τα λεγόμενα μεγάλα κανάλια δεν τα δείχνουν αυτά προς το παρόν. “Ουδέν νεότερον από το( #Ukraine_War ) Ανατολικό Μέτωπο”.
Σε πρόσφατες ομιλίες και συνεντεύξεις έκανα λόγο για ένα «3,5%». Το ποσοστό αυτό δεν έχει σχέση με εκλογές, αλλά αφορά κάποια πορίσματα από την πείρα κινημάτων που μπόρεσαν να αλλάξουν την πορεία πραγμάτων σε διάφορες χώρες και περιοχές του κόσμου. Πρόκειται για μελέτες που αξιοποιούν εμπειρικά δεδομένα από πολιτικά και κοινωνικά κινήματα εξεταζόμενα σε μια μεγάλη διάρκεια (από το 1900 έως το 2006), και κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: Προοπτικές πραγμάτωσης στόχων ή αποτροπής δυσμενέστατων καταστάσεων είχαν τα κινήματα που κατόρθωσαν να συσπειρώσουν τουλάχιστον το 3,5% του πληθυσμού μιας χώρας. Χωρίς αυτήν την προϋπόθεση, τα περισσότερα κατέληγαν σε αποτυχίες.
Αυτό το 3,5% του πληθυσμού, όταν είναι ένα πραγματικό αντιπροσωπευτικό δείγμα που συνενώνει διάφορες ηλικίες, επαγγέλματα, κατηγορίες πολιτών σε ολόκληρη τη χώρα (όχι μια ιδιαίτερη μόνο κατηγορία πολιτών), και συσπειρώνεται γύρω από κεντρικούς στόχους, είναι μια απαραίτητη και ικανή συνθήκη για να αλλάξουν συσχετισμοί, συνακόλουθα και η πορεία μιας χώρας. Πρόκειται για ένα ενεργό μέρος της κοινωνίας, όχι απλά ένα σύνολο ψηφοφόρων. Μιλάμε για ένα τμήμα της κοινωνίας που έχει αναπτύξει χαρακτηριστικά κινήματος και υποκειμένου, ένα τμήμα που μπορεί να είναι ο πυρήνας ενός μεγάλου ιστορικού μπλοκ μετασχηματισμού.
Στη χώρα μας από το 2010, χρονιά της χρεοκοπίας, έως σήμερα έχουν κινητοποιηθεί εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, εκατομμύρια σε κορυφαίες στιγμές (αντιμνημονιακό κίνημα, κίνημα Τεμπών). Αλλά δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να συγκροτηθεί ένα συλλογικό «Εμείς» που να θέτει συνολικότερα ζητήματα, να αποτελεί ένα Υποκείμενο ικανό να απαντήσει στο Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας, στο μεταπρατικό εξαρτημένο μοντέλο, στο πολιτικό σύστημα που υπηρετεί αυτό το μοντέλο.
Αν σκεφτούμε έναν πολύ γενικό ορισμό για την πολιτική (ας τη θεωρήσουμε ως έναν διαρκή αγώνα ανάμεσα στις προσπάθειες των υποτελών στρωμάτων και τάξεων να λύσουν το πρόβλημα της συλλογικής δράσης, και στις συστηματικές προσπάθειες του κράτους των κυρίαρχων δυνάμεων να το καταστήσουν δυσκολότερο, να εμποδίσουν την επίλυσή του με κάθε τρόπο), θα πρέπει να συμπεράνουμε πως δεν αρκούν οι κορυφαίες στιγμές κινητοποίησης για να επιφέρουν μόνιμα αποτελέσματα ή να αλλάξουν σε βάθος και ουσιαστικά τους συσχετισμούς. Άλλωστε η συστημική πλευρά έχει αποκτήσει μηχανισμούς και ικανότητες να καταστέλλει, να ενσωματώνει, να διασπά, να σκορπά την κοινωνική δυναμική και δυσαρέσκεια. Υπάρχουν και άλλοι λόγοι –θα τους δούμε παρακάτω– για τους οποίους δεν γεννήθηκε κάτι πιο πρωτότυπο και βαθύ-μόνιμο στα χρόνια 2010-2026.
Έχουμε όμως τρεις σειρές ερωτημάτων που πρέπει να θέσουμε εξ αρχής:
– Ερώτημα πρώτο: «Πώς ένα διάσπαρτο σύνολο πολιτών που αντιστέκεται ή δυσφορεί μετατρέπεται σε δύναμη αλλαγής και προοπτικής;»
– Ερώτημα δεύτερο (και εξαιρετικά δύσκολο να απαντηθεί): «Ποιο κοινωνικό υποκείμενο μπορεί να αλλάξει την πορεία της χώρας, και πώς συγκροτείται;».
– Ερώτημα τρίτο: «Γιατί στην Ελλάδα των χρόνων 2010-2026 δεν έχει συγκροτηθεί ένα συλλογικό Εμείς ικανό να αντιστρέψει την πορεία των πραγμάτων;»
Τα ερωτήματα αυτά άπτονται ζητημάτων θεωρίας, στρατηγικής, αλλά και εμπειρικών ιστορικών δεδομένων. Η πιο συνηθισμένη προσπάθεια απάντησης, στην Ελλάδα αυτών των χρόνων, ήταν συνήθως η εκλογική προσπάθεια – με την έννοια της δημιουργίας ενός κόμματος που θα συμμετείχε στις προσεχείς εκλογές κάθε φορά, με τη δημιουργία μιας κυβέρνησης που θα τα άλλαζε όλα, δια της αναθέσεως και με την ψήφο. Τα κινηματικά χαρακτηριστικά υποχωρούσαν, το βάθος της πολιτικοποίησης ήταν χαμηλό, η προοπτική δεν συνδεόταν με μια στρατηγική μακράς πνοής. Αναλώθηκαν δυνάμεις σε εκλογικές διαδικασίες και οι αυταπάτες έσυραν τον χορό κάθε φορά.
Ας τα θέσουμε λοιπόν κάπως πιο αξιωματικά τα ζητήματα, μήπως και συνεννοηθούμε καλύτερα και ουσιαστικότερα.
Η νέα συλλογική ικανότητα
Η Ελλάδα δεν χρειαζόταν και δεν χρειάζεται μόνο μια αλλαγή κυβέρνησης. Χρειάζεται κυρίως μια ανασυγκρότηση του πολιτικού και κοινωνικού υποκειμένου που θα συνδέσει ξανά το εθνικό σχέδιο με την κοινωνική προοπτική.
Το ζήτημα δεν μπορεί να προσπεραστεί με επίκληση κάθε φορά του «επείγοντος», του «εξαιρετικά επείγοντος» (που αφορά σχεδόν αποκλειστικά την ψήφο και τίποτα άλλο). Επειδή:
– η διάγνωση του προβλήματος (το «Υπαρξιακό Πρόβλημα» της χώρας),
– η ανάγκη συγκρότησης του κοινωνικού υποκειμένου που μπορεί να το αντιμετωπίσει (η εθνοκοινωνική συμμαχία),
– και οι αναγκαίες προϋποθέσεις πραγματικής αλλαγής (κρίσιμη μάζα πολιτών, συλλογική δράση, θεσμοί, εμπιστοσύνη),
είναι ζητούμενα σε επίπεδο συνείδησης, θεωρίας, γνώσης, προτάσεων, μεθόδου, ενότητας, πολιτικής και στρατηγικής. Διαφορετικά, ισχύει το λαϊκό «πού πας ρε Καραμήτρο;»…
Η πιο ενδιαφέρουσα κινούσα ιδέα (στρατηγική αντίληψη σε πολλά πεδία) είναι ότι η αλλαγή πορείας μιας χώρας δεν αρχίζει από μια κυβερνητική εξουσία, αλλά κυρίως και πρωταρχικά από τη δημιουργία μιας νέας συλλογικής ικανότητας. Δηλαδή από το αν μια κοινωνία μπορεί να πιστέψει (ή να ξαναπιστέψει) ότι:
– έχει κοινό μέλλον,
– μπορεί να συνεργαστεί,
– μπορεί να παράγει σχέδιο,
– μπορεί να δημιουργήσει θεσμούς που υπηρετούν αυτό το σχέδιο.
Εκεί συνδέεται η πρόταση του «3,5%» ενεργών πολιτών με κάτι βαθύτερο από έναν αριθμό: με την έννοια της κρίσιμης κοινωνικής μάζας, φορέα και διακινητή της ανάγκης δημιουργίας και στήριξης μιας νέας συλλογικής ικανότητας που αλλάζει τις προσδοκίες μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Ο ορίζοντας της Ελλάδας που θέλουμε
Έχει ιδιαίτερη σημασία να ορίσουμε το τι θέλουμε να πετύχουμε στρατηγικά. Γιατί αγωνιζόμαστε και προς τα πού κατευθυνόμαστε, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες και εντελώς ρευστές γεωπολιτικές συνθήκες, μέσα σε έναν ταραγμένο κόσμο που κι αυτός αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς.
Ο ορίζοντάς μας είναι η ανασυγκρότηση της Ελλάδας ως μιας σύγχρονης, δημοκρατικής και δημιουργικής εθνικής κοινωνίας, ικανής να εξασφαλίσει ιστορική συνέχεια, κοινωνική συνοχή και συλλογική προοπτική στον 21ο αιώνα. Είναι η ύπαρξή της ως κυρίαρχης χώρας, και όχι ως οικόπεδο-κόμβος. Ανασυγκρότηση λοιπόν ακριβώς για να μπορεί να υπάρχει, και δημοκρατική (με τον λαό να συμμετέχει ουσιαστικά). Φυσικά όχι σαν τάση επιστροφής σε ένα παρελθόν που έχει παρέλθει, αλλά εξασφαλίζοντας ιστορική συνέχεια και νόημα. Μια κοινωνία με συνοχή και συλλογική προοπτική στο σήμερα και το αύριο.
Σε αυτόν τον ορίζοντα υπάρχουν τρία επίπεδα:
– Εθνικό στοιχείο Η Ελλάδα ως ιστορική κοινότητα: με συνέχεια, πολιτισμό, γλώσσα, μνήμη, γεωπολιτική παρουσία, στρατηγικά συμφέροντα.
– Κοινωνικό στοιχείο Η κοινωνία ως πραγματικό περιεχόμενο του έθνους: με πολίτες κι όχι υπηκόους, με σεβασμό στην εργασία, με στήριξη της οικογενειακής αλληλεγγύης, με δικαιοσύνη, συμμετοχή παντού, με εκδημοκρατισμό σε όλους τους τομείς.
– Πολιτειακό στοιχείο Η Πολιτεία και το κράτος ως μοχλός: κυριαρχίας, οργάνωσης δημόσιου βίου, δημοκρατίας, στρατηγικού σχεδιασμού.
Δηλαδή εκδημοκρατισμός και ανασυγκρότηση Πολιτείας και κράτους τέτοια που να διαθέτουν-εκφράζουν στρατηγική βούληση, θεσμική ικανότητα, και κυρίως κοινωνική νομιμοποίηση προκειμένου να υπηρετούν τη μακροπρόθεσμη επιβίωση και ανάπτυξη της κοινωνίας.
Αυτό είναι το αντίθετο του φαινομένου που περιγράφουμε ως μεταπρατισμό και του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος: μια χώρα που καταναλώνει, εισάγει και προσαρμόζεται χωρίς δική της στρατηγική, που προσαρμόζεται, που εκποιείται, που καταστρέφεται προς όφελος μιας θλιβερής μειοψηφίας η οποία πλουτίζει σε άμεση συνεργασία με διεθνή μεγαθήρια-προστάτες.
Η σημασία της εθνοκοινωνικής συγκρότησης
Πέρα από το στόχο της εθνοκρατικής υπόστασης της χώρας, το εθνοκοινωνικό στήριγμα αυτής της πορείας είναι κρισιμότατος παράγοντας, τέτοιος που δίνει και τον χαρακτήρα της υπόστασης (το ουσιαστικό περιεχόμενό της). Επί της ουσίας, η εθνοκοινωνική συγκρότηση συνίσταται στη συνάντηση κοινωνικών ομάδων που, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, συμφωνούν ότι απαιτείται μια συνολική αλλαγή πορείας της χώρας, και μια νέα σύνδεση εθνικής στρατηγικής και κοινωνικής προόδου. Πρόκειται δηλαδή για συμμαχία γύρω από έναν κοινό σκοπό.
Ένας βασικός στόχος σε αναφορά με την εθνοκοινωνική συγκρότηση, είναι η πρόταση για το «3,5%». Δηλαδή ενός κινήματος που θα συγκεντρώσει μια κρίσιμη μάζα ενεργών πολιτών, οι οποίοι θα αποτελέσουν τον πυρήνα αυτής της εθνοκοινωνικής συμμαχίας.
Το έθνος, σε μια σύγχρονη σημασία του, αποτελείται από πολλά στοιχεία νοήματος, ιστορίας και καταγωγής, αλλά συμπληρώνεται και ως δημοκρατική ιστορική κοινότητα πολιτών με κοινή ευθύνη για το μέλλον. Με αυτήν την έννοια, μπορεί να λειτουργήσει ως ευρύ ενοποιητικό πλαίσιο για μια κοινωνική πλειοψηφία, συγχρόνως δε αποτελεί το σημείο που η έννοια της «εθνοκοινωνικής συμμαχίας» μπορεί να αποκτήσει τη μεγαλύτερη θεωρητική δύναμη.
Αυτό επιτρέπει να συνδεθούν τρία στοιχεία που συχνά εμφανίζονται διαχωρισμένα: α) η εθνική συνέχεια (ποιοι είμαστε και ποια ιστορική διαδρομή έχουμε), β) η κοινωνική δικαιοσύνη (για ποιους υπάρχει η χώρα και η ανάπτυξή της), και γ) η δημοκρατική συμμετοχή (ποιοι αποφασίζουν για το μέλλον της).
Η σύνθεση αυτή μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας νέας πολιτικής πρότασης.
Το κοινωνικό κεφάλαιο και το συλλογικό «Εμείς»
Το σημείο εκκίνησης για τους στόχους που θέσαμε είναι η συγκρότηση ενός συλλογικού πολιτικού και κοινωνικού υποκειμένου. Τα πρώτα βασικά θεμελιωτικά βήματα μπορούν να οριστούν ως εξής:
Να διαμορφώσουν κοινή συνείδηση του προβλήματος.
Να δημιουργήσουν δίκτυα εμπιστοσύνης.
Να παράγουν κοινωνικό κεφάλαιο.
Να συνδέσουν διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.
Να δημιουργήσουν ένα νέο αίτημα πολιτικής κατεύθυνσης.
Τι μπορούμε να θεωρήσουμε ως «κοινωνικό κεφάλαιο» και ποια η σημασία του;
Το κοινωνικό κεφάλαιο είναι η συλλογική ικανότητα μιας κοινωνίας να συνεργάζεται. Δεν αποτελείται από χρήματα ή υλικούς πόρους, αλλά από την εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών, την προθυμία τους να αναλαμβάνουν κοινές δράσεις και την ύπαρξη δικτύων που καθιστούν αυτή τη συνεργασία εφικτή.
Μια κοινωνία με υψηλό κοινωνικό κεφάλαιο έχει: υψηλή εμπιστοσύνη, περισσότερη συμμετοχή σε συλλόγους και κοινότητες, μεγαλύτερη εθελοντική δράση, ευκολότερη και ικανότερη συνεργασία, αποτελεσματικούς θεσμούς σε όλα τα πεδία.
Αντίθετα, το χαμηλό κοινωνικό κεφάλαιο χαρακτηρίζεται από: έντονη καχυποψία, ισχυρό ατομισμό, διχόνοια και δυσκολία συνεργασίας, διευρυμένες πελατειακές σχέσεις, χαμηλή συμμετοχή στα κοινά.
Ένα πραγματικό κίνημα λοιπόν έχει σαν βασική συνισταμένη την παραγωγή κοινωνικού κεφαλαίου. Δηλαδή τη δημιουργία ενός πυκνού δικτύου εμπιστοσύνης, συνεργασίας και κοινής ευθύνης μεταξύ ενεργών πολιτών, το οποίο θα αυξήσει τη συλλογική ικανότητα της ελληνικής κοινωνίας να σχεδιάζει και να υλοποιεί μακρόπνοους εθνικούς κοινωνικούς στόχους.
Η ελληνική περίπτωση
Παρά τα ισχυρά δείγματα εθελοντισμού και αλληλεγγύης που αναφάνηκαν στα χρόνια που εξετάζουμε, η ελληνική περίπτωση σήμερα χαρακτηρίζεται από χαμηλή εμπιστοσύνη, απογοήτευση από συλλογικές προσπάθειες, οργανωτική κόπωση, δυσπιστία στο αν μπορεί να γίνει κάτι αξιόλογο. Το υπάρχον κοινωνικό κεφάλαιο είναι χαμηλό.
Άρα δεν μπορούμε και δεν πρέπει να καλλιεργούμε την αίσθηση μιας εύκολης πορείας, μιας γρήγορης αλλαγής, ενός μικρού «θαύματος», μιας αίσθησης ότι όλα κρίνονται στην επόμενη εκλογική μάχη. Χρειάζεται πολύ και συστηματική δουλειά για την αύξηση του κοινωνικού κεφαλαίου εντός της ελληνικής κοινωνίας.
Κάθε πραγματικό κίνημα, πέρα από τους κεντρικούς στόχους που το συγκροτούν, παρουσιάζει ένα σύνολο μορφών δράσης και διαβούλευσης. Κίνημα δεν σημαίνει μόνο διαδηλώσεις και μεγάλες κινητοποιήσεις. Περιλαμβάνει επίσης συνέδρια, εκδηλώσεις, εκπαίδευση, τοπικές δράσεις, πολιτιστικές πρωτοβουλίες, κοινωνικές παρεμβάσεις κ.λπ. Δεν είναι σκέτα «πολιτικό» με τη στενή και τρέχουσα έννοια.
Οφείλει να είναι ταυτόχρονα πολιτικό, κοινωνικό, μορφωτικό, πολιτιστικό, παραγωγικό. Μόνο έτσι μπορεί να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός διαρκούς και αναγνωρίσιμου πολιτικού και κοινωνικού κινήματος.
Όλα αυτά διαφέρουν πολύ από το ιδρύω ένα κόμμα και κατεβαίνω στις εκλογές, νοιάζομαι για τα ποσοστά, υιοθετώ όλα τα τερτίπια του πολιτικού μάρκετινγκ και της μικροπολιτικής. Ακόμα, δεν έχει σημασία αν ένα κόμμα μεταμφιέζεται ή ονομάζεται «κίνημα». Σημασία έχει η ουσία.
Γιατί απέτυχαν οι μέχρι τώρα προσπάθειες (2010-2026);
Το ζήτημα είναι μεγάλο. Σαν απάντηση στο ερώτημα αυτό, στα πλαίσια του σημειώματος, θα αναφερθούμε σε ένα αξιόλογο παράδειγμα: αυτό της Σπίθας, του κινήματος που είχε δημιουργήσει ο Μίκης Θεοδωράκης το 2010, δηλαδή στην αρχή της μνημονιακής περιόδου, και το οποίο είχε βραχεία ιστορία.
Αμέσως προσέλκυσε ανθρώπους από διαφορετικές αφετηρίες: πατριωτικούς χώρους της Αριστεράς, ανένταχτους δημοκράτες, πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ, ανθρώπους της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, πανεπιστημιακούς, καλλιτέχνες, μικρομεσαίους επαγγελματίες, αρκετούς νέους που κινητοποιήθηκαν από τα Μνημόνια. Κατάφερε δε σε σύντομο διάστημα να ανοίξει έναν νέο δημόσιο λόγο, να δημιουργήσει εκατοντάδες τοπικές επιτροπές, να κινητοποιήσει χιλιάδες ανθρώπους, να συνδέσει κοινωνικό και πατριωτικό λόγο. Όλα αυτά δεν ήταν καθόλου λίγα.
Δεν μπόρεσε όμως εξελιχθεί σε μόνιμο πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα για διάφορους λόγους. Συνέτρεξαν αρκετοί παράγοντες, αναφέρω μερικούς:
Α) Στην πράξη αποτέλεσε περισσότερο συσπείρωση διαμαρτυρίας παρά μακροπρόθεσμο σχέδιο. Το κύριο συνεκτικό στοιχείο ήταν η αντίθεση στα Μνημόνια, χωρίς να έχει γίνει ή να έχει κατανοηθεί σε βάθος ένα επεξεργασμένο κοινό σχέδιο για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια, για το παραγωγικό μοντέλο, για τους θεσμούς, για την οργανωτική φυσιογνωμία του κινήματος. Δεν μιλάμε για ιδέες ή προτάσεις του Μίκη Θεοδωράκη: κάνουμε λόγο για το τι είχε «χωνευτεί» από το κίνημα Σπίθα και αν υπήρχε ενότητα στόχων σε κάποιο ηγετικό επίπεδο.
Β) Η προσωπικότητα του Μίκη ήταν ταυτόχρονα δύναμη και αδυναμία. Ο Μίκης είχε τεράστιο ηθικό κύρος, κι αυτό κινητοποίησε κόσμο. Ο ίδιος πήρε μια πολύ καθαρή και ουσιαστική θέση για το μνημονιακό καθεστώς. Ήταν παρών με ουσιαστικό τρόπο, έκανε ό,τι μπορούσε. Όμως παράλληλα δημιουργήθηκε μεγάλη εξάρτηση από την προσωπική του παρουσία και, παρόλο που δημιουργήθηκαν πολλές τοπικές Σπίθες, δεν έγινε δυνατό να υπάρξει κοινή μεθοδολογία, ούτε σαφής καταμερισμός ρόλων, ούτε σταθεροί μηχανισμοί συντονισμού, ούτε διαδικασία παραγωγής νέας ηγεσίας. Πέρα από αυτά, διάφοροι «εισοδισμοί» ποικίλων μαγαζιών έπαιξαν διαβρωτικό ρόλο.
Γ) Η ανάδυση του ΣΥΡΙΖΑ την ίδια εποχή έπαιξε σημαντικό ρόλο στο μη προχώρημα της Σπίθας, υπήρξε δηλαδή ο σημαντικότερος εξωτερικός παράγοντας. Από το 2012 και μετά, μεγάλο μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας μεταφέρθηκε στην εκλογική προσδοκία. Η πιθανότητα κυβερνητικής αλλαγής τράβηξε το ενδιαφέρον, και έτσι η ενέργεια μετακινήθηκε από το κοινωνικό κίνημα προς την εκλογική πολιτική.
Σε οξυμένες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις, υπάρχει ο πειρασμός σε διάφορα εγχειρήματα να ενώσουν τους ανθρώπους κυρίως μέσω μιας κοινής αντίθεσης (π.χ. στα Μνημόνια, στο πολιτικό σύστημα, ή Τέμπη σήμερα). Παρόλο που υπάρχει ισχυρή αρχική κινητοποίηση, αυτή δεν αρκεί για να εξασφαλίσει διάρκεια. Η ανθεκτικότητα φαίνεται να εξαρτάται κυρίως από τα ακόλουθα:
– ένα σαφές και θετικό κοινό όραμα,
– διαδικασίες που καλλιεργούν εμπιστοσύνη και συμμετοχή,
– οργανωτικές δομές που δεν εξαρτώνται από ένα πρόσωπο,
– μια κουλτούρα συνεργασίας που επιβιώνει ακόμη και όταν αλλάζουν οι πολιτικές συγκυρίες.
Αν αυτά λείπουν από την κεντρική κατεύθυνση, σαν απαραίτητες προϋποθέσεις ενός σχεδιασμού και μιας υλοποίησης στην πράξη, τότε η πραγματικότητα βάζει τον καθένα στη θέση που του αξίζει. Ιδιαίτερα όσους «παίζουν» με ποσοστά, εκλογικές διαδικασίες και καριέρες.
***
Θίξαμε στο σημείωμα ορισμένες πλευρές του ζητήματος. Ελπίζω να βοηθούν στον προβληματισμό και στην κατάδειξη του ότι ένα σχέδιο πρέπει να είναι επεξεργασμένο, να λαμβάνει υπόψη του πολλές πλευρές και ανάγκες. Άλλωστε η στρατηγική μπορεί να οριστεί και με έναν κάποιο πρακτικό τρόπο: Είναι η δυνατότητα και η προσπάθεια να βγεις από μια εξαιρετικά δύσκολη θέση και να αλλάξεις τους όρους και τους συσχετισμούς. Βρισκόμαστε σε τέτοιο σημείο, και αντιμετωπίζουμε μια σοβαρή και ισχυρή αντίδραση.
Δεν πρόλαβε καλά καλά να στεγνώσει το μελάνι από το προηγούμενο άρθρο μου για τη δήλωση βουλευτή ότι όποιος δεν έχει δέκα ευρώ για βενζίνη μπορεί να πάει στη δουλειά του με τα μέσα μαζικής μεταφοράς και ήρθε η επόμενη πολιτική προσφορά προς την κοινωνία, αυτή τη φορά από τον υφυπουργό Εξωτερικών κ. Χάρη Θεοχάρη, ο οποίος μας ενημέρωσε ότι υπάρχουν τα κόμματα που εκπροσωπούν τον «κακομοίρη» και υπάρχουν και οι «νοικοκύρηδες».
Η δήλωση προκάλεσε αντιδράσεις και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, ακολούθησε η απαραίτητη διευκρίνιση. Ο κ. Θεοχάρης εξήγησε ότι δεν αναφερόταν στους πολίτες που δυσκολεύονται, αλλά στα κόμματα που, κατά την άποψη του, παρουσιάζουν μια «κακόμοιρη» Ελλάδα.
Κάπως έτσι η λέξη απέκτησε άλλη σημασία, χωρίς φυσικά να αλλάξει η λέξη.
Ούτε ο πολίτης ήταν ο «κακομοίρης», ούτε ασφαλώς εκείνος που μετράει τα ευρώ στο τέλος του μήνα.
Κακομοίρης ήταν, τελικά, η πολιτική αφήγηση κάποιων κομμάτων. Μια πραγματικά βολική διευκρίνιση, η οποία μας επιτρέπει να συνεχίσουμε τη συζήτηση, χωρίς να χρειαστεί κανείς να αναρωτηθεί γιατί μια τέτοια λέξη χρησιμοποιείται στον δημόσιο πολιτικό λόγο.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι απλώς μια άστοχη έκφραση, αλλα η αντίληψη που κρύβεται πίσω από αυτήν. Ιδιαίτερα όταν έρχεται λίγες ημέρες μετά από μια άλλη δήλωση που αντιμετώπισε τον πολίτη ο οποίος δεν μπορεί να διαθέσει δέκα ευρώ για βενζίνη σαν να του προσφέρεται μια απλή λύση μετακίνησης με το λεωφορείο.
Γιατί πίσω από αυτά τα δέκα ευρώ υπάρχει ένας εργαζόμενος που πρέπει να φτάσει στη δουλειά του, ένας άνθρωπος που πληρώνει φόρους και λογαριασμούς, μια οικογένεια που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο κόστος της καθημερινότητας και στο εισόδημά της. Πίσω από την αδυναμία κάποιου να πληρώσει έναν ακόμη λογαριασμό δεν υπάρχει κακομοιριά, αλλά μια πραγματικότητα που μεγάλο μέρος της πολιτικής τάξης φαίνεται να δυσκολεύεται να αντιληφθεί.
Ο πολίτης που δυσκολεύεται δεν χρειάζεται να του απονεμηθεί ο τίτλος του «νοικοκύρη», ούτε να στιγματιστεί ως «κακομοίρης». Χρειάζεται μια πολιτεία που να καταλαβαίνει ότι η αξιοπρέπεια δεν μετριέται από το αν περισσεύουν δέκα ευρώ στο πορτοφόλι στο τέλος του μήνα.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Ο άνθρωπος που ξυπνάει κάθε πρωί για να πάει στη δουλειά, ο συνταξιούχος που έχει εργαστεί μια ολόκληρη ζωή, ο γονιός που προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του και ο νέος που εργάζεται και παρ’ όλα αυτά δυσκολεύεται να δημιουργήσει τη δική του ζωή δεν είναι στατιστικές μονάδες, ούτε πολιτικές κατηγορίες προς ταξινόμηση. Είναι οι πολίτες για τους οποίους υπάρχει και πρέπει να υπηρετεί η πολιτική.
Ο κ. Χάρης Θεοχάρης έχει εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα πριν από την πολιτική και έχει διανύσει διαφορετικές πολιτικές διαδρομές. Δεν υπάρχει, επομένως, κανένας λόγος να επιχειρήσουμε να ακυρώσουμε το βιογραφικό του για να ασκήσουμε κριτική στη συγκεκριμένη δήλωση. Το αντίθετο. Η κριτική γίνεται ισχυρότερη όταν μένει στη φράση και στη νοοτροπία που αυτή αποκαλύπτει.
Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις σπουδές, τις θέσεις και τα βιογραφικά. Κρίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο ένας πολιτικός αντιλαμβάνεται και περιγράφει τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι του.
Και εδώ υπάρχει κάτι που θα έπρεπε να προβληματίσει πολύ περισσότερο από μια διόρθωση μιας ατυχούς διατύπωσης. Όταν μέσα σε λίγες ημέρες ο πολίτης ακούει ότι, αν δεν έχει δέκα ευρώ για βενζίνη, μπορεί απλώς να πάρει το λεωφορείο και στη συνέχεια ακούει για «κακομοίρηδες» και «νοικοκύρηδες», δημιουργείται μια εικόνα που καμία διευκρίνιση δεν μπορεί εύκολα να σβήσει.
Οι πολίτες δεν ζητούν να τους αποκαλούν νοικοκυραίους ή κακομοίρηδες. Απλά ζητουν να μπορούν να ζουν από τη δουλειά τους, να μεγαλώνουν με αξιοπρεπεια τα παιδιά τους, να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους και να αισθάνονται ότι η πολιτεία αντιλαμβάνεται τον αγώνα τους.
Αυτό δεν είναι πολιτική παροχή. Είναι το ελάχιστο που οφείλει να υπηρετεί η πολιτική.
Γιατί στο τέλος υπάρχει μια απλή αλήθεια που δεν χρειάζεται ούτε επικοινωνιακή διόρθωση ούτε πολιτική ερμηνεία. Ο πολίτης δεν είναι ούτε «κακομοίρης» ούτε «νοικοκύρης», αλλα αυτός που εργάζεται, πληρώνει, αντέχει και ψηφίζει.
Στις δημοκρατίες, καλό είναι να θυμόμαστε ποιος βρίσκεται τελικά στην κορυφή της πολιτικής πυραμίδας και ποιος υπηρετεί ποιον.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.
Η Κρήτη, δύο εταιρείες και μια ερώτηση που δεν κάνει κανείς
του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Η οικονομία και η γεωπολιτική αποτελούν πλέον δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, σχηματίζοντας έναν ενιαίο τομέα που ονομάζεται γεωοικονομία. Τα κράτη χρησιμοποιούν την οικονομική ισχύ για να πετύχουν πολιτικούς στόχους και το αντίθετο. Ενέργεια, υποδομές, τεχνολογία και επενδύσεις δεν είναι απλώς οικονομικές δραστηριότητες. Μπορούν να αποκτήσουν στρατηγικό βάρος.
Στα ζητήματα ασφάλειας, ένα περιστατικό δεν εξετάζεται ποτέ μόνο του. Σημασία έχει το μοτίβο που διαμορφώνεται πίσω από αυτό.
Και το μοτίβο που αρχίζει να διαγράφεται γύρω από την Κρήτη τους τελευταίους μήνες αξίζει προσοχής.
Η Κρήτη δεν είναι ένα ακόμη ελληνικό νησί. Βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται οι ελληνικές θαλάσσιες ζώνες, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και οι ανταγωνισμοί για την ενέργεια και τις θαλάσσιες οδούς. Στη Σούδα λειτουργεί μια εγκατάσταση στρατηγικής σημασίας για την προβολή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ στο Μαράθι υπάρχει δυνατότητα ελλιμενισμού αεροπλανοφόρων.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλούνται στοιχεία ΓΕΜΗ και ΡΑΑΕΥ, συμφέροντα συνδεδεμένα με τον τουρκικό όμιλο Koç έχουν αποκτήσει εταιρείες με άδειες για έργα αποθήκευσης ενέργειας στην Κρήτη. Έχει επίσης αναφερθεί πρόθεση διεκδίκησης έργων άνω των 160 MW και περίπου 700 MWh, ποσότητα που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αντιστοιχούσε περίπου στο 80% της τότε διαθέσιμης ισχύος αποθήκευσης στην Κρήτη. Δεν πρόκειται για ήδη αποκτημένο έλεγχο του 80%, αλλά για επιχειρηματική επιδίωξη που, λόγω της φύσης της υποδομής, απαιτεί θεσμικό έλεγχο.
Η επόμενη περίπτωση είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Η Κρήτη αποτελεί κρίσιμο ελληνικό τμήμα του Great Sea Interconnector, της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ. Τον Αύγουστο η γαλλική Meridiam απέκτησε το 66% του φορέα του έργου. Η ίδια εταιρεία έχει σημαντική επιχειρηματική παρουσία στην Τουρκία, όπου λειτουργεί πέντε νοσοκομεία, ενώ σύμφωνα με δημοσιεύματα εξετάζει μαζί με την τουρκική Makyol και άλλες μεγάλες υποδομές στη χώρα. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται η πιο κρίσιμη εξέλιξη.
Η «Καθημερινή» έγραψε ότι Αθήνα και Παρίσι φέρονται να εξετάζουν έναν «ελαφρύ ανασχεδιασμό»της όδευσης του GSI, ώστε το καλώδιο να μην περνά από περιοχές του τουρκικού αποκαλούμενου θαλάσσιου πάρκου Φετιγιέ–Κας. Η πληροφορία δεν έχει μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί επίσημα και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δημοσιογραφική πληροφορία.
Όμως, αν επιβεβαιωθεί, το ζήτημα δεν θα είναι τεχνικό.
Άλλο να αλλάζει μια όδευση, επειδή οι έρευνες βυθού υπέδειξαν καταλληλότερη γεωλογικά διαδρομή και άλλο να προσαρμόζεται επειδή μια μονομερής τουρκική ενέργεια δημιουργεί έναν χώρο στον οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να προβάλει αρμοδιότητες.
Δεν σημαίνει αυτομάτα αναγνώριση του τουρκικού πάρκου. Θα σημαίνει όμως ότι μια μονομερής ενέργεια της Τουρκίας ενδέχεται να επηρεάζει στην πράξη τον σχεδιασμό μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής υποδομής.
Δεν χρειάζεται να μιλήσουμε για «σχέδιο». Δεν έχουμε τέτοια στοιχεία. Ούτε χρειάζεται να θεωρήσουμε ύποπτη μια εταιρεία επειδή δραστηριοποιείται στην Τουρκία. Οι διεθνείς επενδύσεις λειτουργούν έτσι.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει στην Ελλάδα μηχανισμός που να εξετάζει όχι μόνο κάθε επένδυση ξεχωριστά, αλλά και τη συσσώρευση στρατηγικών εξαρτήσεων σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.
Το ίδιο ερώτημα, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, έχει τεθεί κατά καιρούς και για την αυξανόμενη απόκτηση ακινήτων στη Θράκη από τουρκικά συμφέροντα. Γιατί η γεωγραφική συγκέντρωση, όταν αφορά ευαίσθητες περιοχές, μπορεί να αποκτά σημασία που δεν φαίνεται αν εξετάζεις κάθε συναλλαγή ξεχωριστά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ήδη μηχανισμό ελέγχου ξένων επενδύσεων για λόγους ασφάλειας και δημόσιας τάξης, ενώ το ευρωπαϊκό πλαίσιο έχει ενισχυθεί περαιτέρω για κρίσιμες υποδομές ενέργειας, μεταφορών και ψηφιακών δικτύων.
Η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις. Χρειάζεται όμως και στρατηγική εποπτεία.
Γιατί η Κρήτη δεν είναι απλώς μια αγορά ενέργειας ή ένας τόπος διέλευσης καλωδίων. Είναι γεωπολιτικός κόμβος και φιλοξενεί εγκαταστάσεις ζωτικής σημασίας για την ελληνική και συμμαχική ασφάλεια.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να ρωτάμε πόσα κεφάλαια φέρνει μια επένδυση.
Πρέπει να ρωτάμε και πόση εξάρτηση μπορεί να δημιουργήσει.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.
Το κείμενο που έστειλες είναι ελληνική απόδοση της υπηρεσιακής μελέτης του Henry P. Beers, U.S. Naval Detachment in Turkish Waters, 1919–1924, η οποία εκδόθηκε από το αμερικανικό Υπουργείο Ναυτικών τον Ιούνιο του 1943. Περιλαμβάνει επιπλέον πρόλογο, εισαγωγή, σημειώσεις και συμπεράσματα των Ελλήνων επιμελητών. Αυτή η διάκριση έχει σημασία: ο Beers καταγράφει κυρίως την οργάνωση και τη δράση της αποστολής, ενώ οι επιμελητές ασκούν πιο έντονη κριτική στην πολιτική των ΗΠΑ και ειδικά στον ναύαρχο Μαρκ Μπρίστολ.
Η κεντρική εικόνα είναι η εξής: οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρότι δεν είχαν πολεμήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και δεν συμμετείχαν ως δύναμη κατοχής στην Κωνσταντινούπολη, διατήρησαν ισχυρή ναυτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο. Τα πλοία τους προστάτευαν Αμερικανούς πολίτες και ιδρύματα, υποστήριζαν αποστολές αρωγής, συγκέντρωναν πληροφορίες και εξυπηρετούσαν εμπορικά και διπλωματικά συμφέροντα. <u>Η ανθρωπιστική δράση και η προώθηση της αμερικανικής επιρροής εξελίσσονταν μέσα από την ίδια ναυτική υποδομή.</u>
1. Γιατί βρέθηκαν οι ΗΠΑ στην περιοχή
Μετά την Ανακωχή του Μούδρου, τον Οκτώβριο του 1918, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε και οι Σύμμαχοι έλεγχαν την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά. Η ευρύτερη περιοχή είχε διαλυμένες μεταφορές και επικοινωνίες, ελλείψεις τροφίμων, προσφυγικές ροές και συνεχιζόμενες συγκρούσεις. Στον Εύξεινο Πόντο μαινόταν ο ρωσικός εμφύλιος πόλεμος· στη Μικρά Ασία και στον Καύκασο διαμορφώνονταν νέοι συσχετισμοί ισχύος.
Οι ΗΠΑ είχαν διαφορετική θέση από τη Βρετανία και τη Γαλλία. Οι σχέσεις τους με την Οθωμανική Αυτοκρατορία είχαν διακοπεί το 1917, χωρίς οι δύο χώρες να κηρύξουν μεταξύ τους πόλεμο. Παράλληλα, υπήρχαν στην περιοχή αμερικανικά σχολεία, ιεραποστολές, φιλανθρωπικά ιδρύματα, πολίτες και επιχειρήσεις. Η Ουάσιγκτον ήθελε να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να προστατεύει αυτή την παρουσία, χωρίς να ενταχθεί επισήμως στο καθεστώς συμμαχικής κατοχής.
Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε λοιπόν έναν ανώτερο αξιωματικό του Ναυτικού και ένα πλοίο μόνιμης παρουσίας στην Κωνσταντινούπολη. Η αποστολή ανατέθηκε στον υποναύαρχο Μαρκ Λάμπερτ Μπρίστολ. Οι αρχικές οδηγίες του ήταν εξαιρετικά γενικές: να προστατεύει τα αμερικανικά συμφέροντα και να ενεργεί όπως έκρινε σωστό. <u>Αυτή η ευρύτητα οδηγιών έδωσε στον Μπρίστολ μεγάλη προσωπική ευχέρεια να καθορίζει την καθημερινή αμερικανική στάση επί τόπου.</u> (PDF, σ. 4, 9–12)
2. Ο Μπρίστολ ως ναύαρχος και διπλωμάτης
Η αμερικανική ναυτική μοίρα συγκροτήθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1919. Ο Μπρίστολ δεν περιορίστηκε στη διοίκηση των πλοίων. Διαπραγματευόταν με συμμαχικές και τουρκικές αρχές, παρακολουθούσε τις πολιτικές εξελίξεις, λάμβανε πληροφορίες από προξένους σε όλη την περιοχή και συντόνιζε τη μετακίνηση προσωπικού και υλικού.
Αρχικά το επίσημο καθεστώς του ήταν ασαφές. Τον Αύγουστο του 1919 ορίστηκε Ύπατος Αρμοστής των ΗΠΑ στην Τουρκία. Έκτοτε είχε δύο διακριτούς ρόλους: για τα διπλωματικά ζητήματα λογοδοτούσε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ενώ ως ναυτικός διοικητής υπαγόταν στη ναυτική ιεραρχία. Στην πρεσβεία λειτουργούσαν μάλιστα χωριστά διπλωματικό και ναυτικό επιτελείο.
Η πρακτική του ισχύς στηριζόταν και στις επικοινωνίες. Η αποστολή εγκατέστησε ασύρματο στην πρεσβεία, ώστε να συνδέεται με τα πλοία και την Ουάσιγκτον. Αμερικανοί πρόξενοι και άλλοι εκπρόσωποι από τη Σμύρνη, τη Σαμψούντα, τη Βαγδάτη, τη Βηρυτό και άλλες πόλεις τροφοδοτούσαν ένα εκτεταμένο δίκτυο ενημέρωσης. Ο Μπρίστολ λειτουργούσε ταυτόχρονα ως διοικητής στόλου, κέντρο πληροφοριών και επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής παρουσίας. (PDF, σ. 11–17)
3. Πώς λειτουργούσε η ναυτική αποστολή
Η μελέτη του Beers αφιερώνει αξιοσημείωτο χώρο σε όσα συνήθως λείπουν από μια πολιτική αφήγηση: λιμενικά γραφεία, καύσιμα, επισκευές, ιατρική περίθαλψη, ταχυδρομείο, ασύρματες επικοινωνίες και εναλλαγή πλοίων. Η βάση της Κωνσταντινούπολης υποστήριζε αντιτορπιλικά που κινούνταν από το Αιγαίο και τις ακτές της Ανατολίας έως τον Καύκασο και τη βόρεια ακτή του Ευξείνου Πόντου.
Τα πλοία δεν βρίσκονταν όλα διαρκώς στο ίδιο μέρος. Έκαναν περιπολίες, μετέφεραν ανθρώπους και αλληλογραφία, χρησίμευαν ως σταθμοί ασυρμάτου και επισκέπτονταν λιμάνια όπου υπήρχαν Αμερικανοί ή εξελισσόταν κρίση. Το καλοκαίρι του 1920 η δύναμη είχε φθάσει τα δώδεκα αντιτορπιλικά. Μετά την καταστροφή της Σμύρνης, το 1922, ενισχύθηκε σε είκοσι.
<u>Η αύξηση της δύναμης μετά τη Σμύρνη δείχνει πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε η Ουάσιγκτον τον κίνδυνο νέας κρίσης, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη.</u> Οι επιμελητές προσθέτουν την ερμηνεία ότι μια τόσο μεγάλη δύναμη δεν εξυπηρετούσε μόνο ανθρωπιστικούς σκοπούς. Η ίδια η έκθεση καταγράφει πάντως πολλαπλές αποστολές των πλοίων και δεν αποδεικνύει έναν αποκλειστικό σκοπό για την παρουσία τους. (PDF, σ. 12–16, 20–25, 28)
4. Ανθρωπιστική βοήθεια, εμπόριο και αμερικανικά συμφέροντα
Μεγάλο μέρος της αποστολής αφορούσε την υποστήριξη οργανώσεων όπως η Near East Relief, ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός και η American Relief Administration. Το Ναυτικό διευκόλυνε την άφιξη φορτίων βοήθειας, τη μεταφορά προσωπικού, την επικοινωνία μεταξύ σταθμών και τη διανομή εφοδίων. Οι αξιωματικοί του λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι με τις συμμαχικές και τοπικές αρχές.
Η ίδια υποδομή εξυπηρετούσε και την αμερικανική οικονομική παρουσία. Η έκθεση αναφέρεται στη Standard Oil, σε άλλες επιχειρήσεις που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή και στον ρόλο των ναυτικών υπηρεσιών για τις μεταφορές και τις επικοινωνίες τους. Η εισαγωγή των επιμελητών συνδέει αυτό το ενδιαφέρον με την αμερικανική πολιτική της «ανοιχτής πόρτας»: την επιδίωξη πρόσβασης στις αγορές και στις οικονομικές ευκαιρίες της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χωρίς αποκλειστικά προνόμια των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Εξετάζει επίσης το Σχέδιο Τσέστερ για σιδηροδρομικές και άλλες παραχωρήσεις.
<u>Το ισχυρότερο τεκμηριωμένο συμπέρασμα εδώ είναι η συνύπαρξη αρωγής και οικονομικής προστασίας.</u> Η περαιτέρω θέση ότι η αρωγή ήταν κυρίως κάλυμμα οικονομικών επιδιώξεων αποτελεί ιστορική ερμηνεία των επιμελητών και χρειάζεται σύγκριση με περισσότερα αρχεία. (PDF, σ. 4–6, 14–16)
5. Η Σμύρνη το 1919 και η στάση του Μπρίστολ
Η έκθεση παρακολουθεί την παρουσία αμερικανικών πολεμικών πλοίων στη Σμύρνη γύρω από την απόβαση του ελληνικού στρατού τον Μάιο του 1919. Αναφέρει την άφιξη του θωρηκτού USS Arizona και αντιτορπιλικών, καθώς και την αποβίβαση αμερικανικής φρουράς για περιορισμένο διάστημα.
Ο Μπρίστολ αντιμετώπιζε αρνητικά την ελληνική παρουσία στη Σμύρνη. Κατά την παρουσίαση του Beers, θεωρούσε ότι ακόμη και η περιορισμένη αμερικανική συμμετοχή στα γεγονότα έβλαπτε την επιρροή των ΗΠΑ στους Τούρκους. Προήδρευσε επίσης διεθνούς επιτροπής που εξέτασε επεισόδια μετά την ελληνική απόβαση.
Εδώ το ελληνικό κείμενο επιτρέπει στον αναγνώστη να δει και την τριβή ανάμεσα στο πρωτότυπο και την επιμέλεια: σε ορισμένα σημεία οι επιμελητές αντικαθιστούν ή σχολιάζουν λέξεις όπως «κατάληψη» και «απελευθέρωση». Αυτό δεν είναι ασήμαντη γλωσσική λεπτομέρεια. Οι όροι μεταφέρουν διαφορετική πολιτική και ιστορική οπτική. Για ακριβή παράθεση της αμερικανικής υπηρεσιακής θέσης, πρέπει να διακρίνεται η διατύπωση του Beers από τις παρεμβάσεις σε αγκύλες. (PDF, σ. 18–19)
6. Το κεμαλικό κίνημα και το αρμενικό ζήτημα
Ο Beers περιγράφει την άνοδο του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος, τα συνέδρια του 1919, την αντιπαράθεση με τις αποφάσεις των Συμμάχων και τη συγκρότηση κυβέρνησης στην Άγκυρα. Ο Μπρίστολ πίστευε ότι ο διαμελισμός της Τουρκίας θα δημιουργούσε διαρκή αστάθεια. Κατά την έκθεση, θεωρούσε ότι η λύση βρισκόταν σε αποτελεσματική διακυβέρνηση, θρησκευτική ελευθερία και εκπαίδευση και αντιμετώπιζε τους εθνικιστές ως δύναμη ικανή να επικρατήσει.
Η στάση του απέναντι στην Αρμενία είναι ένα από τα πιο επίμαχα σημεία του εγγράφου. Η έκθεση μεταφέρει την πεποίθησή του ότι ένα αμερικανικό καθεστώς εντολής στην Αρμενία θα ενέπλεκε βαθιά τις ΗΠΑ στις συγκρούσεις της περιοχής. Μεταφέρει επίσης εξαιρετικά αμφισβητήσιμες εκτιμήσεις του για την αρμενική εθνική και κρατική υπόσταση. Πρόκειται για απόψεις που αποδίδονται στον Μπρίστολ, όχι για συμπεράσματα που πρέπει να υιοθετηθούν ως ιστορικά δεδομένα.
Οι Έλληνες επιμελητές κρίνουν συνολικά τη στάση του ως ευνοϊκή προς το κεμαλικό κίνημα και επικριτική προς τις ελληνικές και αρμενικές μαρτυρίες. Επισημαίνουν ιδίως ότι η υπηρεσιακή αφήγηση αφιερώνει πολύ λιγότερο χώρο στις διώξεις και τις σφαγές χριστιανικών πληθυσμών από ό,τι στη διοίκηση της αμερικανικής αποστολής. (PDF, σ. 2–3, 7, 18–19, 27–29)
7. Η Κριμαία, οι Ρώσοι πρόσφυγες και ο λιμός
Η αποστολή δεν περιοριζόταν στα οθωμανικά ή τουρκικά παράλια. Κατά τον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο, αμερικανικά πλοία παρακολουθούσαν τις εξελίξεις στη νότια Ρωσία και υποστήριξαν την απομάκρυνση αμερικανικού προσωπικού όταν κατέρρευσε η θέση των δυνάμεων του στρατηγού Βράνγκελ στην Κριμαία το 1920.
Στη συνέχεια το αμερικανικό Ναυτικό συνέβαλε στην περίθαλψη περισσότερων από 100.000 Ρώσων στρατιωτών και αμάχων προσφύγων, οι οποίοι είχαν καταφύγει σε περίπου 80 πλοία στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Δεν σημαίνει ότι όλοι μεταφέρθηκαν από αμερικανικά πλοία: η έκθεση περιγράφει κυρίως τη βοήθεια και τον συντονισμό μετά την άφιξή τους.
Το 1921–1922, η ναυτική παρουσία συνδέθηκε και με την αντιμετώπιση του λιμού στη σοβιετική Ρωσία. Αμερικανικά αντιτορπιλικά υποστήριξαν την American Relief Administration με μεταφορές, ταχυδρομείο και επικοινωνίες. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, επειδή δεν είχε αναγνωρίσει το σοβιετικό καθεστώς, προσπαθούσε ταυτόχρονα να περιορίζει την επίσημη εμφάνιση πολεμικών πλοίων στα σοβιετικά λιμάνια. <u>Η αποστολή έπρεπε συνεχώς να συνδυάζει επείγουσα ανθρωπιστική ανάγκη με διπλωματικούς περιορισμούς.</u> (PDF, σ. 19–21)
8. Η καταστροφή της Σμύρνης το 1922
Η πιο δραματική ενότητα αφορά τον Σεπτέμβριο του 1922. Καθώς ο ελληνικός στρατός υποχωρούσε και πρόσφυγες συγκεντρώνονταν στη Σμύρνη, ο Μπρίστολ έστειλε αντιτορπιλικά, προσωπικό αρωγής και ιατρικό υλικό. Αμερικανοί ναύτες αποβιβάστηκαν με επίσημη αποστολή την προστασία αμερικανικών ζωών και περιουσιών. Μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού και τη μεγάλη πυρκαγιά, τα πλοία απομάκρυναν Αμερικανούς και συμμετείχαν στον συντονισμό μιας πολύ μεγαλύτερης εκκένωσης προσφύγων.
Η έκθεση αναφέρει περίπου 250.000 Έλληνες πρόσφυγες στην προκυμαία και περιγράφει διαπραγματεύσεις με τις τουρκικές αρχές ώστε να χρησιμοποιηθούν ελληνικά πλοία για την απομάκρυνσή τους, υπό τη διεύθυνση Αμερικανών αξιωματικών. Η δράση επεκτάθηκε και σε άλλα μικρασιατικά λιμάνια. Αμερικανικές ανθρωπιστικές οργανώσεις ανέλαβαν στη συνέχεια μέρος της τεράστιας ανάγκης σίτισης και περίθαλψης.
Αυτή η ενότητα χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. <u>Το έγγραφο τεκμηριώνει πραγματική αμερικανική συμμετοχή στην εκκένωση, αλλά η αρχική εντολή προς τους ναύτες αφορούσε πρωτίστως τους Αμερικανούς και την περιουσία τους.</u> Οι επιμελητές επισημαίνουν επίσης προβληματικές διατυπώσεις της έκθεσης για τα αίτια της καταστροφής και για τους Έλληνες που εγκατέλειπαν την πόλη. Στη δική τους σημείωση διευκρινίζουν ειδικά ότι δεν προκύπτει διαταγή προστασίας αποκλειστικά της Standard Oil, παρότι οι εγκαταστάσεις της προστατεύθηκαν ως αμερικανική περιουσία και χρησιμοποιήθηκαν ως χώρος καταφυγής. (PDF, σ. 22–23)
9. Μουδανιά, Λωζάνη και αποχώρηση των πλοίων
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η κρίση μεταφέρθηκε προς τα Στενά και την Ανατολική Θράκη. Η έκθεση παρουσιάζει την Ανακωχή των Μουδανιών, τον Οκτώβριο του 1922, και τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν στη Λωζάνη. Ο Μπρίστολ συμμετείχε στην πρώτη φάση της διάσκεψης ως μέλος της αμερικανικής αντιπροσωπείας. Οι ΗΠΑ δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος της συνθήκης ειρήνης των Συμμάχων με την Τουρκία, αλλά επιδίωκαν δική τους διευθέτηση σχέσεων με το νέο καθεστώς.
Όσο η κατάσταση παρέμενε αβέβαιη, η μεγάλη αμερικανική ναυτική δύναμη διατηρήθηκε στην περιοχή, παρά το κόστος της. Το 1923 άρχισε σταδιακή μείωση. Όταν οι Σύμμαχοι αποχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη, οι ΗΠΑ απομάκρυναν επίσης τα περισσότερα πολεμικά τους πλοία από την πόλη, λαμβάνοντας υπόψη την ευαισθησία της νέας τουρκικής κυβέρνησης. Η αποστολή αναδιοργανώθηκε ως Ναυτική Μοίρα Ανατολικής Μεσογείου και τα τελευταία αντιτορπιλικά της επέστρεψαν τον Μάιο του 1924.
Ο Μπρίστολ, όμως, παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη ως Ύπατος Αρμοστής έως το 1927, όταν αποκαταστάθηκαν οι πλήρεις διπλωματικές σχέσεις και τον διαδέχθηκε πρέσβης. Η αρχικά προσωρινή αποστολή του είχε διαρκέσει περισσότερο από οκτώ χρόνια. (PDF, σ. 23–26)
10. Τι υποστηρίζουν οι Έλληνες επιμελητές
Στα τελικά τους συμπεράσματα οι επιμελητές θεωρούν την έκθεση πολύτιμη για τις κινήσεις των πλοίων, την οργάνωση της αποστολής και τον τρόπο άσκησης ισχύος από τις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή υποστηρίζουν ότι ο Beers αποφεύγει μια ουσιαστική αποτίμηση του Μπρίστολ και υποβαθμίζει τις διώξεις των Ελλήνων και των Αρμενίων.
Ερμηνεύουν τη στάση του Μπρίστολ μέσα από τρεις κυρίως παράγοντες: την εκτίμησή του ότι οι κεμαλικοί θα επικρατούσαν, την επιθυμία να αποφευχθεί νέα αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή και την προστασία της αμερικανικής πρόσβασης στο εμπόριο και στους πόρους της περιοχής. Υπογραμμίζουν την αντίθεση ανάμεσα στη θετική αξιολόγησή του από την αμερικανική διοίκηση και στην κριτική που του ασκήθηκε για τη στάση του απέναντι στις χριστιανικές κοινότητες.
Το τελικό τους συμπέρασμα είναι πολιτικό και ιστοριογραφικό: η υπηρεσιακή έκθεση δείχνει αποτελεσματικά πώς υπερασπίστηκαν οι ΗΠΑ τα συμφέροντά τους, αλλά χρειάζεται να διαβαστεί δίπλα σε προξενικά αρχεία, ημερολόγια, εκθέσεις ιεραποστόλων και μαρτυρίες προσφύγων για να εξεταστεί πληρέστερα ποιο ήταν το ανθρώπινο κόστος των γεγονότων και τι αποσιωπήθηκε. (PDF, σ. 26–29)
Τα σημαντικότερα σημεία σε σύντομη μορφή
<u>Οι ΗΠΑ δεν ήταν δύναμη κατοχής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά απέκτησαν ουσιαστική επιτόπια ισχύ μέσω του στόλου, των προξένων και του Μπρίστολ.</u>
<u>Ο Μπρίστολ συγκέντρωσε διπλωματική και ναυτική εξουσία, με ασυνήθιστα μεγάλη ελευθερία κινήσεων.</u>
<u>Η Σμύρνη του 1922 αποτελεί την πιο οξεία δοκιμασία της αποστολής: υπήρξε συμμετοχή στη διάσωση προσφύγων, μέσα όμως σε πλαίσιο εντολών που έδινε προτεραιότητα σε αμερικανικές ζωές και περιουσίες.</u>
<u>Η έκθεση του 1943 είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την επιχειρησιακή ιστορία, αλλά η οπτική της και οι παραλείψεις της πρέπει να εξετάζονται κριτικά.</u>
Μια τελευταία προσοχή για τη χρήση του κειμένου: οι αγκύλες, οι διορθώσεις και αρκετές εκτενείς υποσημειώσεις ανήκουν στους Έλληνες επιμελητές. Αν χρησιμοποιήσεις την εργασία σε άρθρο ή μελέτη, καλό είναι κάθε ισχυρισμός να αποδίδεται ρητά είτε στον Beers, είτε στον Μπρίστολ όπως τον παρουσιάζει ο Beers, είτε στους επιμελητές. Έτσι αποφεύγεται να εμφανιστεί μια μεταγενέστερη ερμηνεία ως αυτούσια αμερικανική μαρτυρία.
Υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες ένα πολιτικό σύστημα διατηρεί τη θεσμική του λειτουργία, ενώ παράλληλα μεταβάλλονται σταδιακά οι κοινωνικές στάσεις απέναντί του. Η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, οι θεσμοί να λειτουργούν τυπικά και οι κυβερνήσεις να συνεχίζουν να λαμβάνουν αποφάσεις. Παράλληλα, όμως, η σχέση της κοινωνίας με το πολιτικό σύστημα μπορεί να μεταβάλλεται.
Η σημερινή Ελλάδα μπορεί να εξεταστεί υπό το πρίσμα αυτό . Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την πρόβλεψη συγκεκριμένης πολιτικής εξέλιξης, αλλά καταγράφονται διαφορετικές μορφές δυσαρέσκειας, δυσπιστίας και αποστασιοποίησης. Το κύριο ερώτημα είναι αν αυτές οι πιέσεις αρχίζουν να συνδέονται και να δημιουργούν προϋποθέσεις ευρύτερης πολιτικής μεταβολής.
Σε αυτό το πλαίσιο είναι χρήσιμη η έννοια της κρίσιμης μάζας (critical mass).
Από τη δυσαρέσκεια στην «κρίσιμη μάζα»
Στις κοινωνικές επιστήμες, η «κρίσιμη μάζα» περιγράφει την κατάσταση στην οποία ένας επαρκής αριθμός αλληλεξαρτώμενων ατομικών αποφάσεων μπορεί να οδηγήσει σε συλλογική δράση ή να μεταβάλει τη δυναμική ενός συστήματος. Η σχετική συζήτηση συνδέεται ιδιαίτερα με το έργο των Pamela Oliver, Gerald Marwell και Ruy Teixeira. Παράλληλα, τα μοντέλα κατωφλίου του Mark Granovetter εξετάζουν πώς η συμπεριφορά ενός ατόμου μπορεί να εξαρτάται από τον αριθμό των άλλων που έχουν ήδη κινηθεί προς την ίδια κατεύθυνση. [1][2]
Η αξία αυτής της προσέγγισης δεν προϋποθέτει ότι όλοι οι πολίτες έχουν τις ίδιες απόψεις. Άτομα με διαφορετικές αφετηρίες και προτεραιότητες μπορεί να συγκλίνουν σταδιακά στην εκτίμηση ότι το πολιτικό σύστημα δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις προσδοκίες τους.
Η αφετηρία διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Για κάποιον είναι η ακρίβεια. Για άλλον η στέγαση. Για κάποιον τρίτο η αντίληψη ότι η πολιτεία δεν αντιμετωπίζει όλους τους πολίτες ισότιμα. Για άλλους είναι η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, η διαχείριση μιας κρίσης, ένα σκάνδαλο ή η εκτίμηση ότι η πολιτική δεν προσφέρει αποτελεσματικές λύσεις.
Καθεμία από αυτές τις αιτίες μπορεί, μόνη της, να μην αρκεί για να προκαλέσει πολιτική αλλαγή. Η πολιτική σημασία τους αυξάνεται όταν αρχίζουν να συνδέονται.
Η συσσώρευση δεν γίνεται πάντα αντιληπτή
Ένα βασικό χαρακτηριστικό τέτοιων διαδικασιών είναι ότι η συσσώρευση συχνά δεν γίνεται αντιληπτή σε πραγματικό χρόνο.
Η Ελλάδα έχει περάσει διαδοχικές κρίσεις: οικονομική κρίση, μεταναστευτικές πιέσεις, πανδημία, ενεργειακή κρίση, πόλεμο στην Ευρώπη και συνεχιζόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Κάθε κρίση αφήνει οικονομικό, κοινωνικό και ψυχολογικό αποτύπωμα. Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα μία ενιαία κοινωνική αντίδραση, αλλά η συσσώρευση διαφορετικών εμπειριών.
Η εικόνα της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς είναι ενδεικτική. Σύμφωνα με την έρευνα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Organisation for Economic Co-operation and Development – OECD) για το 2025, που δημοσιεύθηκε το 2026, το ποσοστό των πολιτών στην Ελλάδα που δήλωσαν υψηλή ή μέτρια υψηλή εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση μειώθηκε από 32% το 2023 σε 24% το 2025, έναντι 40% κατά μέσο όρο στις χώρες του OECD.33 Η ίδια έρευνα επισημαίνει ότι η αίσθηση πολιτικής φωνής και δυνατότητας επιρροής αποτελεί σημαντικό παράγοντα των διαφορών στην εμπιστοσύνη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία έχει απορρίψει τους θεσμούς ή ότι βρίσκεται σε θεσμική κατάρρευση. Σημαίνει ότι σημαντικό τμήμα της εμφανίζει χαμηλή εμπιστοσύνη στην πολιτική διαδικασία. Το στοιχείο αυτό είναι σχετικό με την εκτίμηση του κατά πόσο μπορεί να διαμορφωθεί κρίσιμη μάζα.
Η σημερινή Ελλάδα και η διάκριση μεταξύ δυσαρέσκειας και πολιτικής μετατόπισης
Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται αυτόματα σε μία ενιαία πολιτική επιλογή.
Η δημοσκόπηση της ALCO, που δημοσιεύθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2026, κατέγραψε ότι το 67% των ερωτηθέντων επιθυμεί αλλαγή κυβέρνησης. Παράλληλα, η ίδια μέτρηση έδειξε δυσκολία εντοπισμού μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης με αντίστοιχη αποδοχή.[4] Το εύρημα διακρίνει τη δυσαρέσκεια από την πολιτική μετατόπιση.
Η πρώτη μπορεί να υπάρχει χωρίς τη δεύτερη.
Για να μεταβληθεί ουσιαστικά η συμπεριφορά ενός πολιτικού συστήματος, δεν αρκεί η αύξηση της δυσαρέσκειας. Ένα τμήμα της κοινωνίας πρέπει να περάσει από την ατομική διαπίστωση στην πολιτική πράξη.
Ο Granovetter περιγράφει αυτή τη διαδικασία μέσω της έννοιας του «κατωφλίου»: διαφορετικοί άνθρωποι αλλάζουν συμπεριφορά σε διαφορετικό σημείο, ανάλογα με το τι κάνουν οι γύρω τους.[2] Πολιτικά, αυτό σημαίνει ότι ένας πολίτης μπορεί να είναι δυσαρεστημένος αλλά να μην αλλάζει επιλογή. Ένας δεύτερος μπορεί να αλλάξει μόνο όταν διαπιστώσει ότι αλλάζουν και άλλοι. Ένας τρίτος μπορεί να χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση.
Για τον λόγο αυτό, η αλλαγή δεν εξελίσσεται απαραίτητα γραμμικά.
Από την ατομική δυσαρέσκεια στη συλλογική δυναμική
Το φαινόμενο της «κρίσιμης μάζας» εμφανίζεται όταν διαφορετικές δυσαρέσκειες αρχίζουν να αποκτούν κοινό πολιτικό νόημα.
Τότε η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως οικονομικό πρόβλημα. Συνδέεται με την αντίληψη περί κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η στέγαση δεν αφορά μόνο την αγορά ακινήτων. Συνδέεται με την αντίληψη ότι μια ολόκληρη γενιά δυσκολεύεται να αποκτήσει οικονομική ανεξαρτησία.
Η χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν αφορά μόνο την πολιτική. Μπορεί να επεκταθεί στην αξιολόγηση της ικανότητας του κράτους να λειτουργεί αποτελεσματικά και δίκαια.
Έτσι διαμορφώνεται ένα σύνολο αλληλοσυνδεόμενων αντιλήψεων.
Δεν είναι απαραίτητο όλοι να συμφωνούν σε μια κοινή ιδεολογία. Αρκεί να συγκλίνουν σε μια κοινή διάγνωση: «κάτι στο υπάρχον σύστημα δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε».
Αυτό δεν συνιστά πολιτική ανατροπή. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει κοινωνική προϋπόθεσή της.
Η οικονομία και το χάσμα με την καθημερινότητα
Η ελληνική οικονομία έχει βελτιώσει τα τελευταία χρόνια αρκετούς μακροοικονομικούς δείκτες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε πολίτης βιώνει αντίστοιχη βελτίωση στην καθημερινότητά του.
Η άνοδος του κόστους ζωής παραμένει κεντρική ανησυχία στην Ευρώπη, σύμφωνα με το Standard Eurobarometer 105 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι οικονομικές πιέσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αξιολογούν την προσωπική τους κατάσταση.[5] Στην Ελλάδα, η πολιτική συζήτηση του Σεπτεμβρίου 2026 επικεντρώθηκε στην αγοραστική δύναμη, στους μισθούς, στη φορολογία και στο κόστος ζωής, ενώ η κυβέρνηση ανακοίνωσε πακέτο μέτρων ύψους περίπου 3,5 δισ. ευρώ για την περίοδο έως το 2030.[6]
Το ζήτημα είναι ότι ένα κράτος μπορεί να βελτιώνει τους οικονομικούς του δείκτες, ενώ σημαντικό τμήμα της κοινωνίας να θεωρεί ότι η προσωπική του κατάσταση δεν βελτιώνεται με τον ίδιο ρυθμό.
Όταν διευρύνεται η απόσταση ανάμεσα στη μακροοικονομική εικόνα και την καθημερινή εμπειρία, οι πολίτες αξιολογούν την πολιτική όχι μόνο με βάση τους αριθμούς, αλλά και με βάση τις επιπτώσεις που αντιλαμβάνονται στην προσωπική τους ζωή.
Η «κρίσιμη μάζα» δεν σημαίνει αναγκαστικά ανατροπή
Η χρήση της έννοιας «κρίσιμη μάζα» δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται αναγκαστικά μπροστά σε πολιτική ανατροπή. Ούτε επιτρέπει πρόβλεψη για το αποτέλεσμα μιας επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Η κρίσιμη μάζα μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές μορφές αλλαγής: μετακίνηση ψηφοφόρων, αναδιάταξη κομματικών συμμαχιών, ενίσχυση νέων σχηματισμών, αλλαγή θεματολογίας, μεγαλύτερη αποχή ή προσωρινή ενίσχυση του υφιστάμενου συστήματος, αν αυτό καταφέρει να απορροφήσει τη δυσαρέσκεια.
Αυτό καθιστά την έννοια χρήσιμη ως εργαλείο ανάλυσης. Δεν προβλέπει το αποτέλεσμα. Εξετάζει τι συμβαίνει όταν οι ατομικές αποφάσεις αρχίζουν να αλληλεπιδρούν σε μεγάλη κλίμακα.
Πού βρίσκεται η Ελλάδα;
Η πιο ασφαλής εκτίμηση δεν είναι ότι η Ελλάδα έχει φτάσει σε κάποιο συγκεκριμένο «σημείο βρασμού». Είναι ότι βρίσκεται σε περίοδο συσσώρευσης κοινωνικών και πολιτικών πιέσεων.
Υπάρχουν ενδείξεις μειωμένης εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση.[3] Υπάρχει έντονη ανησυχία για το κόστος ζωής.[50] Υπάρχει καταγεγραμμένη επιθυμία για πολιτική αλλαγή, αλλά όχι αντίστοιχη συγκέντρωση εμπιστοσύνης σε μια εναλλακτική πολιτική ηγεσία.[4] Παράλληλα, η δυσαρέσκεια, η αποστασιοποίηση και η αναζήτηση νέων επιλογών συνυπάρχουν.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι έχει ήδη δημιουργηθεί κρίσιμη μάζα.
Δείχνει, όμως, ότι υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που αξίζει να παρακολουθούνται.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν οι διαφορετικές δυσαρέσκειες θα συγκλίνουν σε κοινή πολιτική συμπεριφορά. Αν παραμείνουν αποσπασματικές, το σύστημα μπορεί να συνεχίσει να απορροφά τις πιέσεις. Αν αρχίσουν να αλληλοενισχύονται, η πολιτική δυναμική μπορεί να μεταβληθεί ταχύτερα από όσο υποδεικνύουν οι προηγούμενες τάσεις.
Τα πολιτικά συστήματα δεν μεταβάλλονται απαραίτητα όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδό της. Μπορεί να μεταβληθούν όταν ένα κρίσιμο τμήμα της κοινωνίας πάψει να θεωρεί δεδομένη την υπάρχουσα κατάσταση.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να βρίσκεται σε «κρίση» με την κλασική έννοια για να βρίσκεται σε διαδικασία πολιτικής μεταβολής. Μπορεί να περνά μια λιγότερο εμφανή φάση, κατά την οποία συσσωρεύονται οι προϋποθέσεις μιας αλλαγής που δεν έχει ακόμη αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή.
Αυτό είναι το βασικό αναλυτικό ενδιαφέρον της έννοιας της κρίσιμης μάζας.
Δεν μας λέει πότε θα αλλάξει η Ελλάδα.
Μας βοηθά να θέσουμε ένα πιο συγκεκριμένο ερώτημα:
Πόση κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να απορροφήσει ένα πολιτικό σύστημα πριν η ατομική δυσαρέσκεια αρχίσει να μετατρέπεται σε συλλογική πολιτική δυναμική;
Το ερώτημα αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο παρακολούθησης τους επόμενους μήνες.
Πηγές
[1] Oliver, Pamela E., Marwell, Gerald & Teixeira, Ruy, A Theory of the Critical Mass. I. Interdependence, Group Heterogeneity, and the Production of Collective Action, American Journal of Sociology, Vol. 91, No. 3, 1985.
[2] Granovetter, Mark, Threshold Models of Collective Behavior, American Journal of Sociology, Vol. 83, No. 6, 1978.
[3] Organisation for Economic Co-operation and Development (OECD), Survey on Drivers of Trust in Public Institutions 2026 Results: Greece, 29 June 2026.
[4] ALCO poll, September 2026, as reported by Kathimerini and SKAI, 21 September 2026.
[5] European Commission, Standard Eurobarometer 105 – Spring 2026, May 2026.
[6] Reuters, Greek PM unveils plan to boost incomes ahead of elections, 5 September 2026.
Σημείωση μεθοδολογίας: Η «κρίσιμη μάζα» χρησιμοποιείται εδώ ως έννοια από τη βιβλιογραφία της συλλογικής δράσης και όχι ως πρόβλεψη ότι η Ελλάδα έχει ήδη περάσει ένα συγκεκριμένο, μετρήσιμο κατώφλι. Τα δημοσκοπικά στοιχεία αποτυπώνουν συγκεκριμένες χρονικές στιγμές και δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη μελλοντικής πολιτικής εξέλιξης.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .
του Jacques de Saint Victor*, γιατην Le Figaro Littéraire
Στις 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη έπεσε. Μετά από περισσότερα από χίλια χρόνια ύπαρξης, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέρρευσε κάτω από τα χτυπήματα των Οθωμανών του Μωάμεθ Β’. Η πόλη λεηλατήθηκε για τρεις ημέρες. Η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε τζαμί. Για τους συγχρόνους της, το γεγονός ήταν μνημειώδες. Ωστόσο, η Δύση είχε αποστασιοποιηθεί προ πολλού από αυτόν τον παράξενο πολιτισμό – χριστιανικό, ρωμαϊκό και ελληνικό – τον οποίο αντιμετώπιζε με ένα μείγμα γοητείας και συγκατάβασης.
Είναι αποκλειστικά προς τιμήν του εξαιρετικού βιβλίου της Τζούντιθ Χέριν, της ομότιμης καθηγήτριας στο King’s College του Λονδίνου, ότι σώζει το Βυζάντιο από αυτή τη μακρά περίοδο παραμέλησης. Το Βυζάντιο, που τελικά μεταφράστηκε στα γαλλικά, δεν είναι μια συμβατική ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η συγγραφέας προχωρά μέσα από μια σειρά βινιετών: Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφία, ρωμαϊκό δίκαιο, εικόνες, ευνούχοι, ελληνική φωτιά, Άγιο Όρος, οι Σταυροφορίες, η πτώση του 1453, ακόμη και το πιρούνι, του οποίου η χρήση από μια βυζαντινή πριγκίπισσα αρχικά σκανδάλισε τη Δύση. Αυτή η επιστημονική εξερεύνηση επιδιώκει έναν μόνο στόχο: να αποκαταστήσει το Βυζάντιο στη θέση που του αξίζει στην ιστορία μας χωρίς να αποξενώσει τον αναγνώστη.
Γιατί αυτή η Αυτοκρατορία πάσχει από ένα μοναδικό παράδοξο. Είναι ενδιαφέρον. Ωστόσο, χωρίς αυτό, ένα μέρος της ελληνικής κληρονομιάς θα είχε εξαφανιστεί. Χωρίς τον Ιουστινιανό, το ρωμαϊκό δίκαιο δεν θα μπορούσε να ανακτήσει τη δύναμη των μεγάλων Λατίνων νομικών. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν αποτελεί επομένως ένα εξωτικό αξιοθέατο στα περίχωρα της Ευρώπης. Είναι ένα από τα πιο πολύτιμα λίκνα της.
Μεγάλο Προπύργιο της Χριστιανοσύνης
Για αιώνες, το Βυζάντιο χρησίμευσε επίσης ως το μεγάλο προπύργιο της Χριστιανοσύνης ενάντια στην επέκταση του Ισλάμ. Η σύγκρουση ξεκίνησε με εξαιρετική βιαιότητα. Ο Μωάμεθ πέθανε το 632. Σε μόλις δέκα χρόνια, οι αραβικοί στρατοί κατέλαβαν τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, περίπου τα δύο τρίτα της αυτοκρατορικής επικράτειας. Η Δαμασκός έπεσε το 634, η Αντιόχεια το 637 και η Ιερουσαλήμ το 638. Οι ιεροί τόποι του Χριστιανισμού τέθηκαν υπό μουσουλμανική κυριαρχία. Αυτό σηματοδότησε την αρχή ενός μακρού αποικισμού της χριστιανικής Ανατολής που θα περιθωριοποιούσε συνεχώς τον Χριστιανισμό.
Ωστόσο, το Βυζάντιο άντεξε. Χάρη στα τείχη του, τον στόλο του, την περίφημη ελληνικό υγρό πυρ, αλλά πάνω απ’ όλα, στην αξιοσημείωτη ικανότητα προσαρμογής. Η Αυτοκρατορία, που τόσο εύκολα απεικονιζόταν ως παρακμιακή, αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτική. Έχασε εδάφη, βίωσε εμφύλιους πολέμους και ατελείωτες θεολογικές διαμάχες, αλλά επέζησε. Αυτή η αντίσταση δεν ήταν ένα περιθωριακό επεισόδιο: για αιώνες συνέβαλε στην προστασία των Βαλκανίων και, πέρα από αυτά, της Ευρώπης.
Η Τζούντιθ Χέριν, ωστόσο, προσέχει να μην μετατρέψει αυτή τη μακρά αντιπαράθεση σε μια «σύγκρουση πολιτισμών» πριν από την εποχή της. Βυζαντινοί και Μουσουλμάνοι διεξήγαγαν πόλεμο, αλλά επίσης διαπραγματεύονταν, εμπορεύονταν και αντάλλασσαν γνώσεις. Τα σύνορα δεν απέκλειαν την ανταλλαγή, όπως ακριβώς η ανταλλαγή δεν εξαφάνισε τα σύνορα. Η εποχή μας, η οποία ευνοεί τις απλοϊκές αφηγήσεις, μερικές φορές αγωνίζεται να συμφιλιώσει αυτές τις δύο αλήθειες.
Εξωτερική άποψη της Αγίας Σοφίας, χαρακτικό του Louis Haghe (1806-1885) που δημοσιεύτηκε το 1852. Συλλογή Stapleton / Bridgeman Images
Το Τουρκικό Τουρμπάνι Προτιμάται από τη Λατινική Μίτρα
Η πιο ανησυχητική πτυχή είναι ότι το πλήγμα από το οποίο το Βυζάντιο δεν θα μπορούσε ποτέ να ανακάμψει πραγματικά δεν προήλθε από τους Μουσουλμάνους, αλλά από τους Χριστιανούς. Το 1204, η Δ’ Σταυροφορία στράφηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η χριστιανική πρωτεύουσα καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε από τους Λατίνους. Κειμήλια, έργα τέχνης και θησαυροί μεταφέρθηκαν στη Δύση. Οι Έλληνες ανακατέλαβαν την πόλη το 1261, αλλά η Αυτοκρατορία ήταν πλέον μόνο μια σκιά του παλιού της εαυτού. Η μνήμη της λεηλασίας δηλητηρίασε τις σχέσεις μεταξύ των δύο χριστιανικών κόσμων για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σε τέτοιο βαθμό που, όταν η οθωμανική απειλή έγινε θανάσιμη, ορισμένοι Βυζαντινοί εξακολουθούσαν να προτιμούν την τουρκική κυριαρχία από την προσέγγιση με τη Ρώμη. Η διάσημη φράση που αποδίδεται στον Μεγάλο Δούκα Λουκά Νοταρά – “καλύτερα το τουρκικό τουρμπάνι παρά η λατινική μίτρα” – συνοψίζει αυτό το μίσος που βρίσκεται στο χείλος της κατάρρευσης.
Σε αυτό το σημείο, το βιβλίο της Τζούντιθ Χέριν, χωρίς ποτέ να επιβάλει τον παραλληλισμό, αποκτά μια μοναδική σημασία. Οι πολιτισμοί δεν εξαφανίζονται απλώς και μόνο επειδή έχουν εχθρούς. Μπορούν επίσης να πεθάνουν από τις διαιρέσεις τους, την τύφλωσή τους και την αδυναμία τους να διακρίνουν την ιεραρχία των κινδύνων.
Ο μουσουλμανικός αποικισμός ήταν επιδέξιος. Το 1453, μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας, ο Μωάμεθ Β’ δεν ήθελε απλώς να καταστρέψει το Βυζάντιο: έφερε πέντε χιλιάδες μουσουλμανικές οικογένειες στην πρωτεύουσα, ξεκινώντας, γράφει ο Χέρριν, τη «διαδικασία του εξισλαμισμού» του.
Ίσως αυτό να είναι το μεγάλο επίτευγμα αυτού του βιβλίου: να μας υπενθυμίζει ότι το Βυζάντιο δεν είναι η περίπλοκη Ανατολή, της οποίας τα μεγαλεία και τις ατυχίες η Ευρώπη θα μπορούσε να συλλογίζεται από μακριά. Για χίλια χρόνια, αυτή η Αυτοκρατορία διατήρησε ένα μέρος της Ρώμης, της Ελλάδας και του πρώιμου Χριστιανισμού. Το Βυζάντιο είμαστε επίσης εμείς. Η πτώση του στέρησε από την Ευρώπη μια από τις πλουσιότερες αναμνήσεις της.
*καθηγητής ιστορίας του δικαίου και των πολιτικών ιδεών
Το GPS έχει γίνει τόσο συνηθισμένο ώστε συνήθως το προσέχουμε μόνο όταν σταματά να λειτουργεί. Σε άρθροτου ο Economist επισημαίνει ότι τα δορυφορικά σήματα πλοήγησης μπορούν να διαταραχθούν από φυσικά φαινόμενα, ακούσιες παρεμβολές ή σκόπιμες ενέργειες. Η λύση που αναζητούν ερευνητές και υπηρεσίες δεν είναι μία καινούργια «μαγική πυξίδα», αλλά τρόποι να εξακολουθεί ένα σύστημα να γνωρίζει πού βρίσκεται όταν το συνηθισμένο σήμα χάνεται.
Μια πρόσφατη έρευνα κάνει την απειλή πιο συγκεκριμένη. Ο Τοντ Χάμφρεϊς και συνεργάτες του, μελετώντας εκτεταμένα περιστατικά παρεμβολών από το 2019, απέδωσαν σύντομες διακοπές σήματος πάνω από την Ευρώπη σε εκπομπές ρωσικών δορυφόρων έγκαιρης προειδοποίησης. Το εργαστήριό τους μιλά για διακοπές διάρκειας δευτερολέπτων. Η ταυτοποίηση της πηγής των εκπομπών δεν αποδεικνύει από μόνη της την πρόθεση πίσω από κάθε περιστατικό· δείχνει, πάντως, ότι μια διαταραχή μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη γεωγραφική εμβέλεια από μια τοπική συσκευή παρεμβολών.
Μία από τις εναλλακτικές βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας: το μαγνητικό πεδίο της Γης. Τα πετρώματα δημιουργούν μικρές τοπικές αποκλίσεις. Ένας ευαίσθητος μαγνητικός αισθητήρας μπορεί να τις συγκρίνει με έναν χάρτη, περίπου όπως κάποιος αναγνωρίζει τη θέση του συγκρίνοντας το τοπίο με έναν γεωγραφικό χάρτη. Η μέθοδος δεν χρειάζεται να λαμβάνει σήμα GPS την ώρα της πλοήγησης, απαιτεί όμως καλούς μαγνητικούς χάρτες και πρέπει να ξεχωρίζει το σήμα του περιβάλλοντος από τις παρεμβολές που παράγει το ίδιο το όχημα.
Οι δοκιμές έχουν προχωρήσει πέρα από το εργαστήριο. Σε δημοσιευμένη ερευνητική εργασία, ομάδα που ανέπτυξε σύστημα με κβαντικούς μαγνητικούς αισθητήρες αναφέρει δοκιμές σε αεροσκάφη και στο έδαφος. Στην καλύτερη από τις αεροπορικές δοκιμές της, το τελικό σφάλμα θέσης ήταν 22 μέτρα. Αυτό είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης διαδρομής και διάταξης, όχι υπόσχεση ότι η μέθοδος προσφέρει παντού ακρίβεια 22 μέτρων. Το σύστημα συνδύαζε επίσης μαγνητικές μετρήσεις με αδρανειακή πλοήγηση και άλλα δεδομένα κίνησης.
Μια δεύτερη προσέγγιση χρησιμοποιεί δορυφόρους χαμηλής τροχιάς. Επειδή βρίσκονται πιο κοντά στη Γη από τους κλασικούς δορυφόρους πλοήγησης, μπορούν να προσφέρουν ισχυρότερα σήματα και πρόσθετες δυνατότητες υπολογισμού της θέσης. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος δοκιμάζει αυτή την ιδέα με το πρόγραμμα Celeste: οι πρώτοι δύο δορυφόροι εκτοξεύθηκαν τον Μάρτιο του 2026 και ο ένας μετέδωσε το πρώτο του σήμα πλοήγησης τον Απρίλιο. Το πρόγραμμα βρίσκεται ακόμη στη φάση επίδειξης σε τροχιά, όχι σε πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία.
Οι δύο λύσεις έχουν διαφορετικά πλεονεκτήματα και περιορισμούς. Η μαγνητική πλοήγηση μπορεί να λειτουργεί χωρίς λήψη δορυφορικού σήματος, αλλά εξαρτάται από την ποιότητα των χαρτών και των αισθητήρων. Οι δορυφόροι χαμηλής τροχιάς μπορούν να ενισχύσουν τη δορυφορική πλοήγηση, παραμένουν όμως σύστημα που βασίζεται σε ραδιοσήματα. Γι’ αυτό και οι αρμόδιες υπηρεσίες εξετάζουν συνδυασμούς τεχνολογιών ως πιο ανθεκτική λύση.
Το συμπέρασμα: το GPS δεν πρόκειται να εξαφανιστεί από το κινητό ή το αυτοκίνητο. Εκείνο που αλλάζει είναι η ανάγκη για αξιόπιστη εφεδρεία, ιδίως σε αεροπλάνα, πλοία και κρίσιμες υποδομές, όπου ένα χαμένο ή παραπλανητικό σήμα μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες. Οι νέες μέθοδοι δείχνουν ότι η πλοήγηση χωρίς GPS είναι τεχνικά δυνατή σε πραγματικές δοκιμές. Η ευρεία και αξιόπιστη εφαρμογή τους παραμένει το επόμενο βήμα.
Δεν ήταν μόνον οι εκλογές στη Σαξονία – Άνχαλτ όπου η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) υπερδιπλασίασε το ποσοστό που είχε λάβει το 2021 θριαμβεύοντας ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) το υποδιπλασίασαν. Και στις εκλογές στο Μεκλεμβούργο επαναλήφθηκε το ίδιο αλλά και στο Βερολίνο πάλι η AfD διπλασίασε το ποσοστό της ενώ το CDU είχε σοβαρότατες απώλειες. Ξαφνικά όσοι ψήφισαν την AfD έγιναν νεοφασίστες;;; Παρόλα αυτά ο Γερμανός καγκελάριος Μερτς διεμήνυσε ότι θα παραμείνει στη θέση του προχωρώντας το πλάνο των μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησής του. Όμως στα πλαίσια του δημοκρατικού πολιτεύματος οι εκλεγμένοι δεν πρέπει να είναι απλοί διαχειριστές της βούλησης του λαού και μόνον; Δήλωσε μάλιστα ότι «αυτές οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν το αντίδοτο στο δηλητήριο του αυταρχισμού, το οποίο διεισδύει όλο και πιο βαθιά στην κοινωνία μας». Ποιός είναι αυταρχικός εν προκειμένω;
Τί επέφερε αυτή την ανατροπή στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας; Έγραφε ο Eric Gujer, πολιτικός συντάκτης και εκδότης, στη Neue Zurcher Zeitung το 2012: «Η πλειοψηφία των Γερμανών επιθυμεί περισσότερο για τη χώρα τους έναν ρόλο μεγάλης Ελβετίας στο εικονοστάσιο της παγκόσμιας πολιτικής… Το Βερολίνο δεν ασκεί παρά απρόθυμα τον ηγετικό του ρόλο – ρόλο κατά προτίμηση οικονομικό, σπανίως εξωτερικής πολιτικής και ποτέ στρατιωτικό». Ο Μερτς, όπως και ο προκάτοχός του Σολτς, εμφανίζεται πολεμοκάπηλος, διακινεί σενάρια απειλών κατά της Γερμανίας, εκφοβίζει τους πολίτες μιλώντας για καταφύγια, προμήθειες έκτακτης ανάγκης, και επικείμενο πόλεμο, ανήγαγε μάλιστα σε υπαρξιακό θέμα το συμβάν στη Λειψία για να δικαιολογήσει την πολιτική του. Με τη στροφή της βιομηχανίας στην πολεμική βιομηχανία ελπίζει να αντιμετωπίσει τη συρρίκνωσή της . Οι πολίτες όμως αντιλαμβάνονται ότι η ύφεση της γερμανικής οικονομίας και τα συνακόλουθα που επέφερε στο βιοτικό τους επίπεδο είναι το αποτέλεσμα της απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο, νιώθουν προσβεβλημένοι για την καταπάτηση της εθνικής τους κυριαρχίας με το σαμποτάζ στους αγωγούς Nord Stream 1 & 2, αντιλαμβάνονται ότι οι κυρώσεις επιστρέφουν στους ίδιους και γίνονται μπούμερανγκ για τη ζωή τους. Γιαυτό και καταψηφίζουν τον παραλογισμό του καγκελαρίου στρεφόμενοι στην AfD αφού και οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) με καγκελάριο τον Σολτς ακολούθησαν την ίδια πολιτική. Σήμερα CDU και SPD συγκυβερνούν, οπότε οι αντιδράσεις στράφηκαν υπέρ της AfD. Βέβαια ο πόλεμος υπήρξε “δώρο του Θεού”, για τους κυβερνώντες στην Ευρώπη σύμφωνα με τον Emmanuel Todd . Αφενός διότι επισείοντας τη ρωσική απειλή μπορούν και αποπροσανατολίζουν τους λαούς από τα κοινωνικά προβλήματα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και της δημοκρατίας και αφετέρου διότι η ΕΕ σε συνθήκες διάλυσης χρειαζόταν έναν εχθρό για να συνέλθει
Μετά το Μάαστριχτ, επακόλουθο της διάλυσης της ΕΣΣΔ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η δημοκρατία, η σχέση του εκλογικού σώματος με τους εκλεγμένους που το εκπροσωπούν έγινε προκλητικά αντιφατική Θάλεγα ότι δεν υπάρχει δημοψήφισμα σε κράτος μέλος της ΕΕ όπου η διάσταση μεταξύ των κομμάτων και του εκλογικού σώματος για την επιθυμητή έκβαση του δημοψηφίσματος να μη ήταν μεγάλη. . Μάλιστα στην περίπτωση καταψήφισης της πρότασης των Βρυξελλών, το δημοψήφισμα επαναλαμβάνονταν με ανώδυνες τροποποιήσεις και εκφοβισμούς μέχρι να ψηφιστεί ή ακυρώνονταν. Να θυμίσουμε την περίπτωση του δημοψηφίσματος για το Ευρωσύνταγμα σε Γαλλία και Ολλανδία το 2005 όπου το “όχι” υπερίσχυσε με μεγάλη διαφορά. Το δημοψήφισμα στις δύο χώρες δεν επαναλήφθηκε αλλά η Συνθήκη της Λισαβόνας που το αντικατέστησε, υπερψηφίστηκε από τα δύο κοινοβούλια παρακάμπτοντας τους λαούς χωρίς καμία αντίδραση. Ήταν ένα σημείο καμπής για τους λαούς σύμφωνα με τον Todd: Σε δύο χώρες με φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση οι λαοί δεν υπολογίζονται πλέον, «όχι απλώς εξ αιτίας των “ελίτ” που τους παρακάμπτουν αλλά επειδή έχουν καταστεί αδρανείς από έναν θρησκευτικό και ιδεολογικό μηδενισμό, (ώστε) καμιά συλλογική δράση δεν μπορεί να τους κινητοποιήσει».
Η δημοκρατία απαξιώθηκε και στις κοινοβουλευτικές εκλογές στη Γαλλία το 2024 από τον πρόεδρο Μακρόν: Ενώ την πρώτη Κυριακή των εκλογών, όταν καταγράφονται οι συσχετισμοί των κομμάτων, το κόμμα του Μακρόν κατατάχθηκε τρίτο, με πρώτη τη Λεπέν και δεύτερο τον Μελανσόν, και τη δεύτερη Κυριακή μετά την απόσυρση υποψηφίων άλλων κομμάτων για να αποτραπεί η επικράτηση της Λεπέν το κόμμα του Μακρόν κατατάχθηκε κοινοβουλευτικά δεύτερο, αγνόησε εντελώς τη λαϊκή βούληση στη συγκρότηση των κυβερνήσεων. Και προτίμησε να βυθίσει τη Γαλλία σε κυβερνητική κρίση εναλλάσσοντας τον ένα πρωθυπουργό της αρεσκείας του μετά τον άλλο παρά να σεβαστεί τη λαϊκή βούληση. Για να ακολουθήσει σήμερα ο Μερτς. Δεν γνωρίζω πλέον ποιός είναι περισσότερο ή λιγότερο “δημοκράτης”: Ο Μερτς ή η Βάïντελ, ο Μακρόν ή η Λεπέν; Προφανώς κανείς Όμως ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις. Οι λαοί θα πρέπει αν απαντήσουν, αρκεί να αφυπνιστούν! Με τις εκλογές, απλά εκτονώνεται η λαϊκή δυσαρέσκεια. Το ζητούμενο είναι να μην αξιοποιείται η άνοδος της Ακροδεξιάς ως “πλυντήριο” της νεοφιλελεύθερης και αντιδημοκρατικής πολιτικής που εφαρμόζουν τα συστημικά κόμματα που κυβερνούν τα κράτη της Ευρώπης διότι η πολιτική τους είναι αυτή που εκτοξεύει την Ακροδεξιά εκλογικά.
Μπορεί μια επίσκεψη πάπα να γίνει σημείο καμπής για μια ολόκληρη ήπειρο; Ο Γάλλος αρθρογράφος Εντουάρ Ισόν πιστεύει πως η τετραήμερη περιοδεία του Λέοντα ΙΔ΄ στη Γαλλία μπορεί να συγκριθεί με το ταξίδι του Ιωάννη Παύλου Β΄ στην Πολωνία, το 1979. Η σύγκριση δίνει στο άρθρο του δραματικό τόνο. Όσα είπε όμως ο σημερινός πάπας, και όσα συνέβησαν από τις 25 έως τις 28 Σεπτεμβρίου, αξίζουν πρώτα να διαβαστούν ως γεγονότα.
Η επίσκεψη έφερε τον Λέοντα ΙΔ΄ από το Μέγαρο των Ηλυσίων και την UNESCO στην Παναγία των Παρισίων, στο Σταντ ντε Φρανς, στη Λούρδη και τελικά στη Μετς. Η λειτουργία του στην πλατεία Κονκόρντ συγκέντρωσε περίπου 800.000 ανθρώπους, σύμφωνα με την καταμέτρηση που μετέδωσε το Associated Press, ξεπερνώντας τις αρχικές εγγραφές. Η προσέλευση έδειξε τη δύναμη κινητοποίησης της Καθολικής Εκκλησίας στη Γαλλία. Δεν απαντά από μόνη της, ωστόσο, στο ερώτημα αν η χώρα εισέρχεται σε μια βαθύτερη θρησκευτική ή πολιτική αλλαγή.
Στη Μετς, πόλη συνδεδεμένη με τον Ρομπέρ Σουμάν και την ευρωπαϊκή ενοποίηση, ο πάπας απευθύνθηκε σε πολιτικούς και θρησκευτικούς εκπροσώπους. Ζήτησε από την Ευρώπη να θυμάται τη χριστιανική ιστορία της, αλλά και να αντλεί δύναμη από τη συνάντηση με άλλους πολιτισμούς. Υπερασπίστηκε τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και το διεθνές δίκαιο. Για τους ανθρώπους που φτάνουν στην ήπειρο κυνηγημένοι από πόλεμο ή φτώχεια, μίλησε για ασφαλείς νόμιμες οδούς και για ένταξη που να τους επιτρέπει να χτίσουν ζωή στις νέες κοινωνίες τους.
Το μήνυμά του για τον πόλεμο ήταν εξίσου σαφές. Κάλεσε τους ηγέτες να επιμείνουν στις διαπραγματεύσεις, ακόμη και όταν αυτές απαιτούν δύσκολες υποχωρήσεις, και αμφισβήτησε την ιδέα ότι ο επανεξοπλισμός αποτελεί από μόνος του απάντηση στην ανασφάλεια. Παράλληλα απέκρουσε έναν εύκολο ειρηνισμό: η ειρήνη, είπε, χρειάζεται ενεργή και επίμονη πολιτική προσπάθεια.
Το ταξίδι ανέδειξε και τις συγκρούσεις στο εσωτερικό της Γαλλίας. Στη Λούρδη ο Λέων ΙΔ΄ επανέλαβε την αντίθεση της Εκκλησίας στον υποβοηθούμενο θάνατο, θέμα έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης. Συναντήθηκε επίσης με επιζώντες σεξουαλικής κακοποίησης από μέλη του κλήρου. Η συνάντηση αυτή υπενθύμισε ότι η Εκκλησία καλείται να λογοδοτήσει για το παρελθόν της την ίδια στιγμή που επιδιώκει να μιλήσει με κύρος για το μέλλον της κοινωνίας.
Ο Ισόν θεωρεί ότι ο Αμερικανός πάπας θα συνοδεύσει μια κρίση του δυτικού κόσμου, όπως ο Πολωνός προκάτοχός του συνδέθηκε με την εποχή που προηγήθηκε της πτώσης του κομμουνισμού. Η επίσκεψη του Ιωάννη Παύλου Β΄ στην Πολωνία, τον Ιούνιο του 1979, απέκτησε την ιστορική της σημασία μέσα από όσα ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια. Για τον Λέοντα ΙΔ΄ βρισκόμαστε μόλις στην επομένη του ταξιδιού. Κανείς δεν μπορεί ακόμη να αποδώσει στη γαλλική επίσκεψη ανάλογο ιστορικό αποτέλεσμα.
Ο Λέων ΙΔ΄ έφυγε από τη Γαλλία έχοντας συγκεντρώσει μεγάλα πλήθη και έχοντας παρέμβει σε κρίσιμες ευρωπαϊκές συζητήσεις: πόλεμος, μετανάστευση, ταυτότητα, δικαιώματα, όρια της κρατικής εξουσίας. Αυτό είναι το γεγονός της ημέρας. Το αν οι τέσσερις αυτές ημέρες θα μείνουν στην ιστορία δίπλα στον Ιούνιο του 1979 θα κριθεί από τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν, όχι από το μέγεθος της προσέλευσης ή τη δύναμη μιας αναλογίας.
Εκτενής περίληψη της εισαγωγής και του πρώτου κεφαλαίου του Byzantine Art
Robin Cormack, Byzantine Art (Oxford History of Art)
Ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας: ο Κωνσταντίνος προσφέρει την πόλη και ο Ιουστινιανός τον ναό στην Παναγία.
Ο Cormack ξεκινά από μια διαφωνία που διατρέχει σχεδόν κάθε μελέτη της βυζαντινής τέχνης: είναι συνέχεια της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας ή μια ριζική απομάκρυνση από αυτήν; Ανάλογα με την απάντηση, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο αξιολογούμε τα έργα της.
Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, η βυζαντινή τέχνη αποτελεί επόμενο στάδιο της αρχαίας τέχνης. Η αυτοκρατορία εξακολούθησε να θεωρεί τον εαυτό της ρωμαϊκό, παρότι η ελληνική γλώσσα κυριάρχησε στη σκέψη και στη γραφή της. Από αυτή την οπτική, τα βυζαντινά έργα ανήκουν στην ιστορία της δυτικής τέχνης, και οι αναφορές τους στον κλασικισμό έχουν ιδιαίτερη σημασία. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι και οι ίδιοι οι Βυζαντινοί μπορούσαν να επαινούν την τέχνη τους για τη ζωντάνια της ή να τη συγκρίνουν με δημιουργήματα διάσημων αρχαίων καλλιτεχνών. Η σημερινή μας τάση να θεωρούμε τέτοιες συγκρίσεις παράξενες μάς υποχρεώνει να αναρωτηθούμε μήπως προσεγγίζουμε τα έργα με διαφορετικά κριτήρια από εκείνα των ανθρώπων που τα δημιούργησαν.
Η αντίθετη άποψη τονίζει τη ρήξη.Η επικράτηση του χριστιανισμού έδωσε στις εικόνες νέους σκοπούς και νέα νοήματα. Μήπως, λοιπόν, η εγκατάλειψη της φυσιοκρατικής απεικόνισης ήταν μια συνειδητή επιλογή; Μήπως η λιγότερο «ρεαλιστική» μορφή μπορούσε να εκφράσει καλύτερα την αιωνιότητα και την παρουσία ενός κόσμου πέρα από τον αισθητό; Μια τέτοια ερμηνεία οδηγούσε συχνά στο να παρουσιάζεται η βυζαντινή τέχνη ως περισσότερο «ανατολική» και λιγότερο «δυτική».
Ο Cormack αντιμετωπίζει αυτές τις δύο θέσεις ως άκρα ενός φάσματος. Η βασική του αφετηρία είναι ότι το Βυζάντιο γεννήθηκε μέσα στον ρωμαϊκό κόσμο. Η ίδια η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ήδη συνδέσει τόπους, λαούς και καλλιτεχνικές παραδόσεις της Ανατολής και της Δύσης. Επομένως, δεν μπορούμε να χωρίσουμε εύκολα τα βυζαντινά έργα σε μια «δυτική» κλασική κληρονομιά και μια «ανατολική» απόκλιση από αυτήν. Πρέπει κάθε φορά να εξετάζουμε το συγκεκριμένο έργο, την εποχή του, τη χρήση του και το κοινό του.
Αυτό εξηγεί και τη μέθοδο του βιβλίου. Ο συγγραφέας επιλέγει να προχωρήσει χρονολογικά, ώστε να φανεί ότι η βυζαντινή τέχνη άλλαξε μέσα στους αιώνες. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι κάθε διαίρεση σε περιόδους είναι συμβατική: οι αλλαγές δεν συμβαίνουν ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη ούτε εξαφανίζουν αμέσως όσα προηγήθηκαν. Μια αποκλειστικά θεματική παρουσίαση θα επέτρεπε, ίσως, να συγκριθούν ευκολότερα παρόμοια αντικείμενα, αλλά θα κινδύνευε να κρύψει αυτή την ιστορική μεταβολή.
Ο πρόλογος θέτει και ένα δεύτερο ζήτημα: τι θεωρούμε αντιπροσωπευτικό έργο βυζαντινής τέχνης; Η έρευνα έδωσε για πολύ καιρό ιδιαίτερο βάρος στα εικονογραφημένα χειρόγραφα, επειδή αυτά προσφέρονται συχνά για λεπτομερή χρονολόγηση και μελέτη. Η εμπειρία, όμως, των περισσότερων ανθρώπων που συναντούν σήμερα τη βυζαντινή τέχνη είναι διαφορετική:
μπαίνουν σε έναν ναό. Εκεί οι εικόνες, τα ψηφιδωτά, η αρχιτεκτονική και τα λειτουργικά αντικείμενα συνυπάρχουν και διαμορφώνουν την ατμόσφαιρα του χώρου. Για τον Cormack, η ιστορία της τέχνης πρέπει να προσπαθήσει να καταλάβει αυτή τη συνολική εμπειρία, καθώς και τα αισθήματα και τις σκέψεις που γεννούσε στους Βυζαντινούς.
Με άλλα λόγια, η μελέτη ενός βυζαντινού έργου δεν τελειώνει όταν αναγνωρίσουμε την τεχνική ή την πιθανή χρονολογία του. Χρειάζεται επίσης να καταλάβουμε τι έκανε το έργο μέσα στην κοινωνία που το χρησιμοποιούσε. Γι’ αυτό η ιστορία της βυζαντινής τέχνης είναι, ταυτόχρονα, ιστορία του βυζαντινού πολιτισμού.
Πρώτο κεφάλαιο – «Η Ρώμη με χριστιανικό πρόσωπο;»
1. Η αφετηρία: ένας ρωμαϊκός κόσμος που γίνεται χριστιανικός
Το ερώτημα του τίτλου συνοψίζει την κατεύθυνση του κεφαλαίου. Η πρώιμη βυζαντινή τέχνη δεν εμφανίστηκε ξαφνικά ως ένα πλήρως σχηματισμένο, νέο ύφος. Προέκυψε μέσα από τη μεταμόρφωση της ρωμαϊκής κοινωνίας καθώς εξαπλωνόταν ο χριστιανισμός και άλλαζαν οι χρήσεις των κτιρίων και των εικόνων.
Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τη ζωή του Χριστού ως καθοριστικό γεγονός για την κατοπινή ιστορία της τέχνης. Δεν υποστηρίζει ότι η διάδοση του χριστιανισμού εξηγεί από μόνη της κάθε πολιτική ή καλλιτεχνική αλλαγή της ύστερης αρχαιότητας. Υποστηρίζει, όμως, ότι η νέα θρησκεία αμφισβήτησε καθιερωμένες αντιλήψεις και συνέβαλε στη βαθιά αλλαγή του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Το κεντρικό πολιτικό σκηνικό αυτής της αλλαγής έγινε σταδιακά η Κωνσταντινούπολη: μια πόλη της οποίας οι κάτοικοι έβλεπαν τον εαυτό τους ως Ρωμαίους μέσα σε ένα χριστιανικό σύμπαν.
Ο Cormack απορρίπτει παράλληλα την παλιά ιστορική αφήγηση ότι η αρχαία τέχνη «πέθανε» στον Μεσαίωνα και ξαναγεννήθηκε αργότερα στην Ιταλία. Τη συνδέει με τη μεγάλη επιρροή του Βαζάρι στην ιστοριογραφία της τέχνης. Αν κοιτάξουμε προσεκτικά όσα κατασκευάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν στο Βυζάντιο, η ιδέα μιας απλής διακοπής της τέχνης ανάμεσα στην αρχαιότητα και την Αναγέννηση δεν αντέχει.
2. Τι ονομάζουμε «βυζαντινή τέχνη»;
Η πρώτη απάντηση που έρχεται συνήθως στον νου είναι η εικόνα. Στο Βυζάντιο, όμως, η λέξη μπορούσε να αφορά ευρύτερα τις απεικονίσεις μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Οι εικόνες δημιουργούνταν με φροντίδα και συχνά με μεγάλη δαπάνη. Αποτελούσαν κεντρικό μέρος της θρησκευτικής ζωής. Δεν προορίζονταν μόνο για παρατήρηση. Οι πιστοί προσεύχονταν μπροστά τους, τις ασπάζονταν και θεωρούσαν ότι μέσω αυτών απευθύνονταν στα πρόσωπα που απεικονίζονταν.
Ο συγγραφέας τονίζει αυτή τη λειτουργική και συναισθηματική πλευρά. Οι εικόνες συνόδευαν τον άνθρωπο στη χαρά, στον πόνο, στην αναζήτηση βοήθειας και στη λατρεία. Έπρεπε να παραμένουν κατανοητές και ισχυρές για διαδοχικές γενιές. Αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί η επανάληψη γνωστών μορφών είχε τόσο μεγάλη αξία. Η οικειότητα της εικόνας μπορούσε να προσφέρει πνευματική σταθερότητα και να επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι οι αλήθειες της πίστης διαρκούν.
Αυτή η διάρκεια δεν σημαίνει ότι όλα τα έργα ήταν ίδια. Κάτω από τη φαινομενική σταθερότητα, μια χρονολογική εξέταση αποκαλύπτει αλλαγές στην έκφραση και νέα θέματα. Ο Cormack ζητά επομένως να μην αντιμετωπίζουμε τη βυζαντινή τέχνη ούτε ως μια αμετάβλητη συνταγή ούτε ως μια απλή ακολουθία καινοτομιών.
Υπάρχει και δυσκολία στα ίδια τα όρια του όρου. Για τις ανάγκες της ιστορικής αφήγησης, ο συγγραφέας προτείνει έναν πρακτικό ορισμό: την τέχνη της κοινότητας που είχε κέντρο την Κωνσταντινούπολη από το 330 έως το 1453. Αμέσως, όμως, εξηγεί γιατί τα όρια αυτά δεν είναι απόλυτα. Η τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας συνεχίστηκε μετά την οθωμανική κατάκτηση. Δημιουργίες περιοχών που βρέθηκαν έξω από τον πολιτικό έλεγχο της αυτοκρατορίας διατήρησαν δεσμούς με την τέχνη της. Και η σχέση πρωτεύουσας και επαρχιών δεν αποτυπώνεται με μια απλή διαχωριστική γραμμή.
Τέλος, «βυζαντινή τέχνη» δεν σημαίνει αποκλειστικά θρησκευτική τέχνη. Υπήρχαν ανάκτορα, δημόσια μνημεία, πορτρέτα και αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Ωστόσο, ούτε η σημερινή διάκριση «κοσμικό – θρησκευτικό» εφαρμόζεται αυτούσια στο Βυζάντιο. Το αυτοκρατορικό ανάκτορο συνδεόταν με τελετές, ναούς και λείψανα. Η χριστιανική πίστη διαπερνούσε τον τρόπο με τον οποίο νοούνταν η εξουσία και η πόλη. Γι’ αυτό τα εκκλησιαστικά έργα κατείχαν κεντρική θέση, ενώ οι βιβλικές γνώσεις του κοινού τους έδιναν ιδιαίτερο νόημα.
3. Ο Κωνσταντίνος και η ανάδυση της Κωνσταντινούπολης
Ο Cormack επιμένει ότι δεν πρέπει να φανταζόμαστε την Κωνσταντινούπολη ως μια πρωτεύουσα που εμφανίστηκε ολοκληρωμένη και εξαρχής αποκλειστικά χριστιανική. Ο Κωνσταντίνος ανέπτυξε εντυπωσιακά το παλιό Βυζάντιο μετά τη νίκη του επί του Λικινίου, και η νέα πόλη εγκαινιάστηκε το 330. Η άνοδός της, όμως, σε αδιαμφισβήτητο κέντρο του κόσμου που αποκαλούμε βυζαντινό ήταν σταδιακή.
Για να εξηγήσει αυτή την πορεία, ο συγγραφέας γυρίζει στην αναδιοργάνωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και στην τετραρχία. Ο αυτοκράτορας είχε ήδη πάψει να ταυτίζεται αποκλειστικά με τη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος επέλεξε να δημιουργήσει στον Βόσπορο μια μεγαλόπρεπη αυτοκρατορική πόλη, ικανή να εκφράσει τη νίκη και την εξουσία του. Επέκτεινε την έκτασή της, κατασκεύασε οχυρώσεις και αντιμετώπισε πρακτικές ανάγκες, όπως η παροχή νερού. Οι μεταγενέστεροι αυτοκράτορες συνέχισαν να τη μεταμορφώνουν.
Η μορφή της νέας πόλης ήταν, σε μεγάλο βαθμό, ρωμαϊκή: ανάκτορο, ιππόδρομος, δημόσιοι χώροι, κιονοστοιχισμένοι δρόμοι, φόρα και αγάλματα. Η μεγάλη οδός συνέδεε το κέντρο με τις χερσαίες πύλες, ενώ η στήλη του Κωνσταντίνου αποτελούσε χαρακτηριστικό αυτοκρατορικό μνημείο. Η πρωτεύουσα συγκέντρωνε επίσης αρχαία γλυπτά από άλλα μέρη της αυτοκρατορίας. Έτσι, ο αρχαίος κόσμος ήταν παρών στις πλατείες και στα δημόσια κτίριά της, ακόμη κι όταν άλλαζαν οι πεποιθήσεις της κοινωνίας.
Η παρουσία αυτών των γλυπτών έχει ιδιαίτερη σημασία για το βασικό ερώτημα του βιβλίου. Οι Βυζαντινοί δεν απομάκρυναν απλώς την αρχαιότητα από το οπτικό τους περιβάλλον. Ούτε, όμως, η ύπαρξη αρχαίων αριστουργημάτων σημαίνει ότι οι καλλιτέχνες τους επιδίωξαν να ξαναδημιουργήσουν την τέχνη της κλασικής εποχής με τον τρόπο που θα το επιχειρούσε αργότερα η ιταλική Αναγέννηση. Η σχέση τους με το παρελθόν ήταν πιο σύνθετη: διατήρηση, μεταφορά, νέα χρήση και νέα ερμηνεία.
Ο χριστιανικός χαρακτήρας της Κωνσταντινούπολης διαμορφώθηκε επίσης μέσα στον χρόνο. Ο Κωνσταντίνος ανέγειρε ναούς, αλλά τα πρώτα μεγάλα χριστιανικά οικοδομικά του έργα δεν περιορίζονταν στη νέα πρωτεύουσα. Η Ιερουσαλήμ και η Ρώμη είχαν τόπους που συνδέονταν άμεσα με τη ζωή του Χριστού ή με τους αποστόλους, όπως ο Πανάγιος Τάφος και ο Άγιος Πέτρος. Η Κωνσταντινούπολη εξελίχθηκε αργότερα σε μεγάλο κέντρο προσκυνήματος, συγκεντρώνοντας λείψανα και συνδέοντάς τα με επιβλητικούς ναούς και τελετουργίες.
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το μεταγενέστερο ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας, στο οποίο ο Κωνσταντίνος προσφέρει συμβολικά την πόλη και ο Ιουστινιανός τον ναό στην Παναγία και στον Χριστό, για να δείξει πώς οι ίδιοι οι Βυζαντινοί αφηγήθηκαν εκ των υστέρων την ιστορία τους. Στην εικόνα αυτή, η ίδρυση της πόλης και η ανέγερση της Αγίας Σοφίας γίνονται θεμελιώδεις στιγμές ενός χριστιανικού κόσμου. Πρόκειται, όμως, για αναδρομική ερμηνεία. Δεν πρέπει να την περνάμε άκριτα για ακριβή εικόνα του 330.
4. Οι πρώτες χριστιανικές εικόνες γεννήθηκαν πριν από τη βυζαντινή πρωτεύουσα
Ένα από τα πιο ουσιαστικά σημεία του κεφαλαίου είναι ότι η χριστιανική τέχνη δεν ξεκίνησε στην Κωνσταντινούπολη. Πριν από την επίσημη αποδοχή του χριστιανισμού, κοινότητες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχαν ήδη αρχίσει να χρησιμοποιούν εικόνες.
Ο βαπτιστήριος χώρος της Δούρας Ευρωπού στη Συρία, από τις πρώιμες μαρτυρίες χριστιανικής ζωγραφικής.
Το χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η οικία που μετατράπηκε σε χώρο χριστιανικής λατρείας στη Δούρα Ευρωπό της Συρίας, τον 3ο αιώνα. Οι τοιχογραφίες του βαπτιστηρίου παρουσιάζουν βιβλικές μορφές και επεισόδια, ανάμεσά τους τον Καλό Ποιμένα και τον Αδάμ με την Εύα. Από άποψη τεχνοτροπίας, δεν φαίνονται να ανήκουν σε ένα εντελώς νέο είδος τέχνης. Θυμίζουν την τοπική ζωγραφική και άλλων κτισμάτων. Εκείνο που αλλάζει είναι η επιλογή των θεμάτων και η λειτουργία τους. Ο άνθρωπος που βαπτιζόταν συναντούσε οπτικά τις ιστορίες της νέας του πίστης.
Αντίστοιχη μαρτυρία προσφέρουν οι ζωγραφικές παραστάσεις των ρωμαϊκών κατακομβών και οι ανάγλυφες σαρκοφάγοι. Ο Cormack επισημαίνει τα όριά τους: οι κατακόμβες ήταν ταφικοί χώροι, όχι οι δημόσιοι ναοί μιας ήδη κυρίαρχης θρησκείας. Παρ’ όλα αυτά, αποδεικνύουν ότι οι χριστιανοί χρησιμοποιούσαν την τέχνη για να εκφράσουν ιδέες για τον θάνατο, τη σωτηρία και την ελπίδα της ανάστασης. Η παλιότερη επιφυλακτικότητα ορισμένων χριστιανών συγγραφέων απέναντι στις ειδωλολατρικές εικόνες δεν εμπόδισε όλες τις κοινότητες να αναπτύξουν δικές τους απεικονίσεις.
Ιδιαίτερα εύγλωττα είναι τα μαρμάρινα γλυπτά με την ιστορία του Ιωνά, που ο συγγραφέας τοποθετεί στη Μικρά Ασία του δεύτερου μισού του 3ου αιώνα. Ο Ιωνάς είχε ιδιαίτερη σημασία για τους χριστιανούς επειδή η παραμονή του μέσα στο κήτος μπορούσε να ερμηνευθεί ως προεικόνιση του θανάτου και της ανάστασης του Χριστού. Εδώ φαίνεται μια διαρκής πρακτική της χριστιανικής τέχνης: η ανάγνωση της Παλαιάς Διαθήκης ως προαναγγελίας γεγονότων της Καινής.
Ο Ιωνάς βγαίνει από το κήτος: χριστιανικό θέμα αποδοσμένο με την εικαστική γλώσσα της αρχαιότητας
Οι ίδιες μορφές, όμως, μπορούσαν να θυμίζουν σε έναν μη χριστιανό γνώριμες παραστάσεις της αρχαίας μυθολογίας. Ο Καλός Ποιμένας μπορούσε να ανακαλεί αρχαίους τύπους μορφών που μεταφέρουν ζώο στους ώμους. Ο κοιμώμενος Ιωνάς μπορούσε να θυμίζει κλασική μυθολογική μορφή. Αυτό δεν κάνει τις εικόνες λιγότερο χριστιανικές. Δείχνει ότι οι καλλιτέχνες πήραν μια γνωστή εικαστική γλώσσα και της έδωσαν άλλο νόημα. Για τον Cormack, στα πρώτα αυτά έργα δεν υπάρχει ακόμη κάποιο σαφώς διακριτό «χριστιανικό ύφος» που να αντικαθιστά την κλασική παράδοση.
5. Τι αλλάζει στην πρώιμη βυζαντινή τέχνη;
Στην Κωνσταντινούπολη συνεχίστηκαν επί ένα διάστημα ρωμαϊκές πρακτικές: αυτοκρατορικά μνημεία, δημόσια ανάγλυφα, πορτρέτα και γλυπτά. Ο συγγραφέας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη βάση του οβελίσκου του Θεοδοσίου στον Ιππόδρομο, όπου η αυτοκρατορική εξουσία προβάλλεται με ανάγλυφες παραστάσεις. Αγάλματα τιμούσαν αυτοκράτορες και άλλα δημόσια πρόσωπα. Και πόλεις της Μικράς Ασίας εξακολούθησαν να παράγουν γλυπτά πορτρέτα.
Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η παραγωγή δημόσιων χάλκινων και μαρμάρινων αγαλμάτων υποχώρησε. Το μάρμαρο συχνά ξαναχρησιμοποιούνταν, ενώ οι τεχνίτες στρέφονταν και σε άλλες εργασίες, όπως η αρχιτεκτονική διακόσμηση και τα στοιχεία του εκκλησιαστικού χώρου. Η αλλαγή δεν ήταν η αιφνίδια εξαφάνιση της τεχνικής γνώσης, αλλά η μετατόπιση των αναγκών, των παραγγελιών και του κύρους διαφορετικών μορφών τέχνης.
Η αυτοκρατορία κάλυπτε, επιπλέον, τεράστιες και διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Στους τόπους όπου έφτανε η εξουσία ή η επιρροή της υπήρχαν ποικίλα υλικά, τοπικές τεχνικές και καλλιτεχνικές συνήθειες. Ο Cormack καλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί τη βυζαντινή τέχνη ως γεωγραφικά εκτεταμένη, αλλά με ισχυρό κέντρο επιρροής την Κωνσταντινούπολη. Η πρωτεύουσα συγκέντρωνε πόρους και διαμόρφωνε προτιμήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε έργο που δημιουργούνταν μακριά της ήταν απλώς «κατώτερο» ή ότι μπορούμε πάντα να αποφασίσουμε με βεβαιότητα από πού προήλθε.
6. Οι δυσκολίες του ιστορικού της τέχνης: όρια, απώλειες και οπτική εμπειρία
Στο μέσον του κεφαλαίου ο συγγραφέας κάνει ένα βήμα πίσω και εξετάζει πώς γράφεται η ιστορία της βυζαντινής τέχνης. Ακόμη και ο όρος «βυζαντινή» είναι νεότερος και συμβατικός. Η κοινωνία για την οποία μιλάμε ονόμαζε τον εαυτό της ρωμαϊκό. Η αρχαιότητα, εξάλλου, δεν είχε τελειώσει τη στιγμή που αρχίζει η περίοδος την οποία ονομάζουμε βυζαντινή. Γι’ αυτό είναι παραπλανητικό να αναζητούμε μία και μοναδική ημερομηνία γέννησης ενός εντελώς καινούργιου πολιτισμού.
Η έρευνα δυσκολεύεται και από τις απώλειες των έργων. Πυρκαγιές, σεισμοί, πόλεμοι, λεηλασίες, αλλαγές στη διακόσμηση των ναών και η περίοδος της εικονομαχίας επηρέασαν όσα σώθηκαν. Αυτό που μπορούμε να δούμε σήμερα δεν είναι ένα ουδέτερο ή πλήρες δείγμα της παραγωγής κάθε αιώνα. Η ανακάλυψη και μελέτη των παλαιών εικόνων της Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, για παράδειγμα, μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά όσα πιστεύουμε για τη δημιουργία, την κυκλοφορία και τη χρήση των εικόνων.
Υπάρχει, όμως, και το αντίστροφο πρόβλημα: όσα έχουν σωθεί είναι πάρα πολλά και ανήκουν σε διαφορετικά υλικά και τόπους. Τα ψηφιδωτά ενός μεγάλου ναού, οι μικρογραφίες ενός χειρογράφου, τα ελεφαντοστά και τα σμάλτα απαιτούν διαφορετικές τεχνικές. Οι καλλιτέχνες, παρ’ όλα αυτά, δεν ζούσαν σε απομονωμένους κόσμους, και οι θεατές δεν συναντούσαν τα αντικείμενα χωρισμένα στις κατηγορίες ενός σημερινού μουσείου.
Το παράδειγμα της Αγίας Σοφίας βοηθά τον Cormack να αναδείξει το σημείο αυτό. Η περιγραφή του Προκοπίου παρουσιάζει έναν θεατή που στρέφει διαρκώς το βλέμμα του, αδυνατώντας να επιλέξει ένα μόνο στοιχείο ως το σημαντικότερο. Ο ναός βιώνεται ως σύνολο. Έτσι πρέπει, κατά τον συγγραφέα, να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε και πολλούς άλλους βυζαντινούς χώρους: οι άνθρωποι έβλεπαν μαζί παλαιότερα και νεότερα έργα, διαφορετικά υλικά, εικόνες και κτίριο.
Αυτή η συνύπαρξη κάνει τις λέξεις «συνέχεια», «παράδοση» και «καινοτομία» πιο δύσκολες απ’ όσο φαίνονται. Ένα νέο έργο μπορούσε να αντιγράφει ένα παλιό πρότυπο. Ένα αρχαίο γνώρισμα μπορούσε να επανεμφανιστεί σε πολύ μεταγενέστερο έργο. Ο Cormack αρνείται την εύκολη ταύτιση του κλασικισμού με τη Δύση και κάθε πιο σχηματικής ή μετωπικής μορφής με την Ανατολή. Η σχέση με την αρχαιότητα ήταν ένας διαρκής διάλογος, όχι μια επιλογή που έγινε μία φορά και τελείωσε.
7. Η Ροτόντα της Θεσσαλονίκης: ένα έργο ως δοκιμή της μεθόδου
Άγιοι και αρχιτεκτονικό σκηνικό στα ψηφιδωτά του τρούλου της Ροτόντας.
Για να δείξει στην πράξη πόσο σύνθετη είναι η εξέταση ενός έργου, ο συγγραφέας αφιερώνει μεγάλο τμήμα του κεφαλαίου στα ψηφιδωτά του τρούλου της Ροτόντας στη Θεσσαλονίκη. Το κτίσμα είχε αρχικά συνδεθεί με το συγκρότημα του Γαλερίου και μετατράπηκε αργότερα σε χριστιανικό ναό. Ακριβώς επειδή δεν διαθέτουμε σαφή καταγραφή για τον χρόνο της μετατροπής και της διακόσμησής του, η Ροτόντα προσφέρεται ως παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι ιστορικοί συνδυάζουν αρχιτεκτονική, εικόνες, επιγραφές, ύφος και ιστορικές συνθήκες.
Στη σωζόμενη κατώτερη ζώνη του τρούλου εμφανίζονται άγιοι μπροστά σε περίτεχνα αρχιτεκτονικά σκηνικά. Τα κτίρια, τα υφάσματα, οι λύχνοι, οι σταυροί και τα άλλα αντικείμενα δημιουργούν την εντύπωση ενός λαμπρού ουράνιου χώρου. Οι άγιοι παρουσιάζονται όρθιοι, σε στάση προσευχής. Οι επιγραφές δίνουν ονόματα και μήνες μνήμης. Έτσι, η διακόσμηση δεν είναι απλώς μια σειρά προσωπογραφιών: συνδέει τον χρόνο των εορτών της Εκκλησίας με την πεποίθηση ότι οι άγιοι ζουν κοντά στον Θεό.
Ορισμένες μορφές και επιγραφές έχουν χαθεί, ενώ για άλλους αγίους γνωρίζουμε ελάχιστα. Η λογική της επιλογής και της ομαδοποίησής τους δεν έχει εξηγηθεί πλήρως. Ο συγγραφέας εξετάζει την πιθανότητα να συνδέονταν με λείψανα φυλαγμένα στον ναό, αλλά δεν τη μετατρέπει σε βεβαιότητα. Αυτή η επιφυλακτικότητα είναι ουσιώδης: η προσεκτική ανάγνωση ενός έργου περιλαμβάνει και την αναγνώριση όσων δεν ξέρουμε.
Στην κορυφή του τρούλου βρισκόταν μορφή του Χριστού, από την οποία σώζονται ίχνη και στοιχεία του υποστρώματος. Με βάση τα διαθέσιμα κατάλοιπα, ο Cormack εξετάζει το συνολικό νόημα της παράστασης. Θεωρεί πιο πειστική τη σύνδεσή της με την ένδοξη εμφάνιση του αναστημένου Χριστού και τη Δευτέρα Παρουσία παρά με την Ανάληψη. Κάτω από τον Χριστό, οι άγιοι θα δήλωναν οπτικά την ελπίδα της μέλλουσας ζωής. Ο πιστός που βρισκόταν στον ναό έβλεπε, πάνω από τη λατρεία της γης, μια εικόνα του ουράνιου κόσμου.
Ακόμη και η χρονολόγηση των ψηφιδωτών παραμένει αντικείμενο διαφωνίας. Έχει προταθεί μια πρώιμη σύνδεση με την εποχή του Θεοδοσίου, κυρίως μέσω συγκρίσεων ύφους. Άλλες εκτιμήσεις δίνουν περισσότερο βάρος στην ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης από τα μέσα του 5ου αιώνα και στις συγκρίσεις με ψηφιδωτά άλλων ναών. Ο Cormack δείχνει γιατί η ομοιότητα ύφους δεν αρκεί πάντοτε για ακριβή χρονολόγηση, ιδίως όταν διαφορετικοί μελετητές έχουν δει τα ψηφιδωτά από το έδαφος, από κοντά ή μόνο σε φωτογραφίες.
Όποια επιμέρους χρονολόγηση κι αν προκριθεί, το ευρύτερο συμπέρασμά του είναι σαφές: οι δημιουργοί χρησιμοποίησαν την οπτική γλώσσα της αρχαιότητας —φυσιοκρατικές μορφές και εντυπωσιακή αρχιτεκτονική σκηνογραφία— για να παρουσιάσουν χριστιανικές ιδέες για τη σωτηρία, τους αγίους και τον ουρανό.
Η Ροτόντα αποτελεί έτσι παράδειγμα μετασχηματισμού της αρχαίας κληρονομιάς μέσα σε έναν νέο θρησκευτικό κόσμο.
8. Η σύγκριση με μια μεταγενέστερη εικόνα
Ο Cormack αντιπαραβάλλει τα ψηφιδωτά της Ροτόντας με μια πολύ μεταγενέστερη, μικρή φορητή εικόνα του Θριάμβου της Ορθοδοξίας. Η σύγκριση έχει συγκεκριμένο σκοπό: να φανεί τι διατηρείται στη βυζαντινή τέχνη επί αιώνες, αλλά και πόσο αλλάζουν οι ιστορικές αναφορές ενός έργου.
Και στις δύο περιπτώσεις απεικονίζονται άγιοι, ενώ το χρυσό συμβάλλει στην αίσθηση ενός κόσμου που υπερβαίνει την καθημερινή πραγματικότητα. Το υλικό, όμως, η κλίμακα και η χρήση διαφέρουν. Τα ψηφιδωτά της Ροτόντας είναι μέρος της μνημειακής διακόσμησης ενός κτιρίου· η εικόνα είναι μικρή και μετακινούμενη, κατάλληλη για πιο κοντινή θέαση και για συγκεκριμένες λατρευτικές περιστάσεις.
Φορητή εικόνα του Θριάμβου της Ορθοδοξίας, την οποία ο Cormack συγκρίνει με τα ψηφιδωτά της Ροτόντας.
Ακόμη σημαντικότερη είναι η διαφορά στο θέμα. Οι μάρτυρες της Ροτόντας συνδέονται με τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού. Η μεταγενέστερη εικόνα θυμίζει την αναστήλωση των εικόνων το 843 και παρουσιάζει πρόσωπα που, κατά την ορθόδοξη μνήμη, υπερασπίστηκαν την τιμή τους. Η ίδια η ύπαρξη και προσκύνηση της εικόνας γίνεται μέρος του μηνύματός της. Εκεί όπου τα ψηφιδωτά εκφράζουν τις ελπίδες και τη θρησκευτική αυτοπεποίθηση μιας πρώιμης χριστιανικής κοινωνίας, η εικόνα απαντά σε μεταγενέστερες διαμάχες για τη νόμιμη θέση των εικόνων στην Εκκλησία.
Η σύγκριση αποτρέπει μια πολύ γενική περιγραφή της βυζαντινής τέχνης ως «διαχρονικής». Τα έργα μοιράζονται μορφές, υλικά και θρησκευτικές πεποιθήσεις, αλλά το ακριβές νόημα κάθε έργου ανήκει στη δική του ιστορική στιγμή. Γι’ αυτό ο συγγραφέας επιστρέφει στην ανάγκη χρονολογικής και προσεκτικής εξέτασης, αντί να αρκεστεί σε ομοιότητες που φαίνονται με την πρώτη ματιά.
9. Η διαμόρφωση μιας χριστιανικής κοινωνίας και η αλλαγή της τέχνης
Στο τέλος του κεφαλαίου ο Cormack συνδέει τις εικόνες με ευρύτερες κοινωνικές μεταβολές. Η δημιουργία ναών, η τοποθέτηση λειψάνων, η ανάπτυξη της λατρείας των αγίων και η οργάνωση του ετήσιου εκκλησιαστικού κύκλου άλλαξαν τόσο τον δημόσιο χώρο όσο και την καθημερινή ζωή. Οι αυτοκράτορες και οι επίσκοποι χρηματοδοτούσαν ναούς και τον εξοπλισμό τους. Οι μοναχοί και οι ασκητές απέκτησαν ιδιαίτερη κοινωνική επιρροή. Οι εικόνες και τα λείψανα συνδέθηκαν με τις προσευχές και τις προσδοκίες των πιστών.
Αυτός ο χριστιανικός μετασχηματισμός δεν εξάλειψε αμέσως τις παλιές προτιμήσεις. Σε αντικείμενα της ιδιωτικής ζωής μπορούσαν να εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται κλασικές μορφές και θέματα. Ο συγγραφέας αναφέρει τον θησαυρό του Σεβσώ ως χαρακτηριστική περίπτωση πολυτελών αντικειμένων στα οποία διατηρούνται ισχυρά στοιχεία της αρχαίας εικαστικής κουλτούρας, παρά την παρουσία χριστιανικών αναφορών.
Ψηφιδωτό της Προσκύνησης των Μάγων στη Σάντα Μαρία Ματζόρε της Ρώμης, παράδειγμα πρώιμης χριστιανικής εικονογραφίας.
Το ίδιο ισχύει για την εξέλιξη της χριστιανικής εικονογραφίας. Ο Cormack χρησιμοποιεί τα ψηφιδωτά της Σάντα Μαρία Ματζόρε στη Ρώμη για να δείξει ότι μια ασυνήθιστη παράσταση δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται αυτομάτως «ατελής» μορφή ενός κατοπινού καθιερωμένου τύπου. Οι επιλογές για το πώς παρουσιάζεται το βρέφος Χριστός ή για το ποιες σκηνές απουσιάζουν μπορούσαν να σχετίζονται με τις θεολογικές συζητήσεις της εποχής για τον Χριστό και τη Μαρία. Καθώς διαμορφώνονταν οι δογματικές θέσεις της Εκκλησίας, μεταβάλλονταν και οι δυνατότητες της εικαστικής τους έκφρασης.
Έτσι ολοκληρώνεται η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου. Η πρώιμη βυζαντινή τέχνη ήταν πράγματι τέχνη ενός κόσμου που παρέμενε ρωμαϊκός ως προς τις δομές, τις τεχνικές και πολλές από τις μορφές του. Ταυτόχρονα, οι χριστιανικές ανάγκες άλλαζαν ολοένα περισσότερο ποια έργα παραγγέλλονταν, πού τοποθετούνταν, τι απεικόνιζαν και πώς τα βίωναν οι άνθρωποι. Η Κωνσταντινούπολη διατηρούσε το αρχαίο παρελθόν γύρω της, ενώ η ανέγερση ναών και η νέα θέση των εικόνων αναδιαμόρφωναν σταδιακά την πόλη.
Το κεντρικό συμπέρασμα των δύο μερών
Ο πρόλογος θέτει το ερώτημα της συνέχειας και της αλλαγής. Το πρώτο κεφάλαιο δείχνει γιατί δεν επιδέχεται απλή απάντηση. Η βυζαντινή τέχνη δεν δημιουργήθηκε έξω από την αρχαιότητα: κληρονόμησε τις πόλεις, τα υλικά, τις τεχνικές και πολλές εικαστικές μορφές της. Όμως η επικράτηση του χριστιανισμού άλλαξε βαθμιαία τη χρήση και το νόημά τους. Για τον Cormack, το καθήκον του ιστορικού είναι να εξετάζει αυτή τη μεταβολή μέσα στα συγκεκριμένα έργα και στους χώρους όπου οι Βυζαντινοί τα έβλεπαν και τα χρησιμοποιούσαν.
Το τμήμαλειτουργούσε εκτός της άδειας της κλινικής, ενώ οι ελεγκτές εντόπισαν σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές.
Χημειοθεραπείες σε ογκολογικό τμήμα που δεν προβλεπόταν στην άδεια λειτουργίας της φέρεται να πραγματοποιούσε από το 2022 ιδιωτική κλινική στη Θεσσαλονίκη.
Ο έλεγχος της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας αποκάλυψε παράλληλα ελλείψεις σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς και απουσία Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, παρότι ήταν υποχρεωτική για τη δυναμικότητα της κλινικής.
Η Αρχή εισηγήθηκε στην αρμόδια Περιφέρεια την οριστική διακοπή λειτουργίας της κλινικής και την ανάκληση της άδειάς της. Η έκθεση διαβιβάστηκε επίσης στον εισαγγελέα για την αναζήτηση τυχόν ποινικών ευθυνών και στον ΕΟΠΥΥ, προκειμένου να εξεταστούν στοιχεία που είχαν υποβληθεί για την αποζημίωση νοσηλειών.
Η κλινική διαφήμιζε τη λειτουργία της του Ογκολογικού Τμήματος με τον αρμόδιο γιατρό να συνταγογραφεί χημειοθεραπευτικά φάρμακα από το ιατρείο του στην Κλινική, τα οποία χορηγούσε στη συνέχεια από το Τμήμα από το 2022.
Σύμφωνα με τα ευρήματα:
Η κλινική έθεσε σε λειτουργία πλήρως εξοπλισμένο Ογκολογικό Τμήμα, μη νόμιμα, καθώς στην ισχύουσα άδεια λειτουργίας της δεν προβλεπόταν η λειτουργία του.
Το Τμήμα λειτουργούσε με έναν μόνο ιατρό, πνευμονολόγο με εξειδίκευση στην ογκολογία πνεύμονα, στον οποίο η κλινική παραχώρησε χώρο γραφείου χωρίς ωστόσο να έχει συνάψει έγγραφη σύμβαση μαζί του,
ανάρτησε ενημερωτικό υλικό (βίντεο) στην ιστοσελίδα της στο οποίο φαίνεται ότι λειτουργεί Ογκολογικό Τμήμα και διαθέτει τον απαραίτητο εξοπλισμό (θάλαμο βιολογικής ασφάλειας για χειρισμό κυτταροστατικών/χημειοθεραπευτικών φαρμάκων), παρότι δεν διέθετε την απαραίτητη νόμιμη αδειοδότηση καθώς στην ισχύουσα άδεια λειτουργίας της κλινικής δεν συμπεριλαμβάνεται Ογκολογικό Τμήμα,
δεν απασχολούσε με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας τους ιατρούς, επιστημονικά υπεύθυνους Τμημάτων και δεν είχε συνάψει έγγραφες συμβάσεις με τους υπόλοιπους ιατρούς της κλινικής, σε αντίθεση με την ισχύουσα νομοθεσία,
δεν απασχολούσε επαρκή αριθμό νοσηλευτικού προσωπικού και δεν διέθετε καθόλου προσωπικό σε προαπαιτούμενες ειδικότητες (π.χ. Ακτινοδιαγνώστης, κοκ),
δεν διέθετε σε λειτουργία Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία ως υποχρεωτική σύμφωνα με τη δυναμικότητά της στην άδεια ίδρυσης και λειτουργίας της.
Ο ιδιώτης ιατρός, πνευμονολόγος με εξειδίκευση στην ογκολογία πνεύμονα, υπό τον έλεγχο του οποίου λειτουργούσε μη νόμιμα το Ογκολογικό Τμήμα, συνταγογραφούσε από το έτος 2022 και από το ιατρείο της κλινικής για ασθενείς του, χημειοθεραπευτικά φάρμακα και ακολούθως επιλαμβάνονταν της χορήγησής τους στο «Ογκολογικό Τμήμα» της κλινικής ενώ την προετοιμασία τους αναλάμβανε το προσωπικό της κλινικής.
Ο ιατρός καθίσταται συνυπεύθυνος για τη μη νόμιμη λειτουργία του Ογκολογικού Τμήματος στην κλινική, καθώς πέραν του ότι το εν λόγω Τμήμα δεν προβλέπεται στην άδεια λειτουργίας της Κλινικής, η παροχή υπηρεσιών σε μη αδειοδοτημένο χώρο αντιβαίνει στην επιστημονική και ηθική ευθύνη του ιατρού και δεν διέθετε έγγραφη σύμβαση με την κλινική με τους όρους και τις προϋποθέσεις της συνεργασίας τους.
Δείγμα ασθενών του παραπάνω ιατρού έκαναν εισαγωγή στην κλινική κατ΄ εντολή άλλου ιατρού της κλινικής για ολιγοήμερη νοσηλεία και με διαγνώσεις οι οποίες δεν αφορούσαν σε μορφή κακοήθειας, ενώ κατά τη διάρκεια αυτής της νοσηλείας χορηγήθηκαν συγκεκριμένα χημειοθεραπευτικά φάρμακα. Τα ανωτέρω αποτελούν ενδείξεις περί υποβολής μη ορθών στοιχείων στον ΕΟΠΥΥ για την αποζημίωση νοσηλειών της κλινικής.
Δεν διέθετε το απαραίτητο νοσηλευτικό
Η Επιτροπή ελέγχου ιδιωτικών κλινικών της οικείας Περιφέρειας διενήργησε έκτακτο έλεγχο καλής λειτουργίας της κλινικής έτους 2025 και διαπίστωσε ότι η κλινική δεν διέθετε το απαραίτητο νοσηλευτικό προσωπικό για την ασφαλή λειτουργία της.
Η Επιτροπή, τελικώς, εισηγήθηκε α) την ανάκληση της Βεβαίωσης καλής λειτουργίας λόγω υποστελέχωσης της κλινικής και μη συμμόρφωσης με συστάσεις και παρατηρήσεις της και β) μετά την ανάκληση της Βεβαίωσης καλής λειτουργίας στις αρχές 2026, την οριστική διακοπή λειτουργίας της κλινικής και την αφαίρεση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας.
Ωστόσο, η Επιτροπή στα ευρήματά της δεν διαπίστωσε και δεν ανέφερε στη σχετική Έκθεσή της όσα προέκυψαν από τον έλεγχο της ΕΑΔ, ήτοι: την ύπαρξη πλήρους εξοπλισμένου «Ογκολογικού Τμήματος», την ύπαρξη θαλάμου βιολογικής ασφάλειας προς χρήση, την διαφήμιση του μη νόμιμου Ογκολογικού Τμήματος στο διαδίκτυο, την ύπαρξη γραφείου ιατρού με ειδικότητα που δεν συμπεριλαμβάνεται στην ισχύουσα άδεια λειτουργίας, ότι οι επιστημονικά υπεύθυνοι τμημάτων δεν παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο εξαρτημένης εργασίας, ότι οι συνεργαζόμενοι ιατροί δεν διαθέτουν έγγραφες συμβάσεις και την μη ύπαρξη Μονάδας Εντατικής Θεραπείας.
Η Δ/νση Δημόσιας Υγείας & Κοινωνικής Μέριμνας, ως αρμόδια υπηρεσία, δεν προέβη στην οριστική διακοπή λειτουργίας της Κλινικής παρά το γεγονός ότι διέθετε Εισήγηση της Επιτροπής για την οριστική διακοπή λειτουργίας της κλινικής με αφαίρεση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας και παρά το γεγονός ότι είχε εκδοθεί ήδη από τις αρχές 2026 η ανάκληση της Βεβαίωσης Καλής Λειτουργίας. Αναφορικά με την παράλειψη /εκτέλεση μη νόμιμων ενεργειών των αρμοδίων υπηρεσιών καθώς και των εμπλεκόμενων οργάνων αναζητήθηκαν αρμοδίως πειθαρχικές ευθύνες.
Προτάσεις – Συστάσεις:
Η Ε.Α.Δ. εισηγήθηκε:
Στη Περιφέρεια, ως αρμόδια υπηρεσία, να προβεί
α) στην οριστική διακοπή λειτουργίας και στην ανάκληση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας της κλινικής, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της κλινικής μετά τον τελευταίο έλεγχο της αρμόδιας Επιτροπής,
β) στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων στην κλινική, και,
γ) στην ενημέρωση των ιδιωτικών κλινικών και των επιτροπών ελέγχου περί της συμμόρφωσής τους με την ισχύουσα νομοθεσία και σε πληροφόρηση περί των τυχόν υποχρεώσεων που απορρέουν από τη μη τήρηση, με σχετική εγκύκλιο και κατευθυντήριες οδηγίες.
Στην αρμόδια Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας & Κοινωνικής Μέριμνας α) να εφαρμόζει συσταλτικά και όχι διασταλτικά τη διαδικασία του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 4600/2019, για τις περιπτώσεις που προβλέπονται και με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Επίσης, οι χρονικές προθεσμίες που θέτει προς συμμόρφωση (ή και προσκόμισης στοιχείων) να τηρούνται αυστηρά και, με την παρέλευση τους, να εκκινεί αμελλητί τις προβλεπόμενες εκ του νόμου διαδικασίες,
β) να μην δέχεται, στο πλαίσιο των ελέγχων ιδιωτικών κλινικών, την υποβολή Υπεύθυνων Δηλώσεων από τους Διοικητικά υπεύθυνους κλινικών, ως δικαιολογητικά, παρά να αιτείται την υποβολή των εγγράφων όπως αυτά έχουν κατατεθεί.
Στην ιδιωτική κλινική να προβεί στη διόρθωση της ιστοσελίδας της ώστε η ενημέρωση περί των παροχών της να είναι σύμφωνη με την άδεια ίδρυσης και λειτουργία της.
Η έκθεση ελέγχου διαβιβάστηκε:
Στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για αναζήτηση τυχόν ποινικών ευθυνών.
Στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), για τις τυχόν ενέργειές του ως προς την ορθότητα των στοιχείων που η κλινική υπέβαλε στον ΕΟΠΥΥ προκειμένου να αποζημιωθεί για τη νοσηλεία συγκεκριμένων ασθενών.
Στον αρμόδιο Ιατρικό Σύλλογο για αναζήτηση πειθαρχικών ευθυνών.