Η Κρήτη, δύο εταιρείες και μια ερώτηση που δεν κάνει κανείς
του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Η οικονομία και η γεωπολιτική αποτελούν πλέον δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, σχηματίζοντας έναν ενιαίο τομέα που ονομάζεται γεωοικονομία. Τα κράτη χρησιμοποιούν την οικονομική ισχύ για να πετύχουν πολιτικούς στόχους και το αντίθετο. Ενέργεια, υποδομές, τεχνολογία και επενδύσεις δεν είναι απλώς οικονομικές δραστηριότητες. Μπορούν να αποκτήσουν στρατηγικό βάρος.
Στα ζητήματα ασφάλειας, ένα περιστατικό δεν εξετάζεται ποτέ μόνο του. Σημασία έχει το μοτίβο που διαμορφώνεται πίσω από αυτό.
Και το μοτίβο που αρχίζει να διαγράφεται γύρω από την Κρήτη τους τελευταίους μήνες αξίζει προσοχής.
Η Κρήτη δεν είναι ένα ακόμη ελληνικό νησί. Βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται οι ελληνικές θαλάσσιες ζώνες, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και οι ανταγωνισμοί για την ενέργεια και τις θαλάσσιες οδούς. Στη Σούδα λειτουργεί μια εγκατάσταση στρατηγικής σημασίας για την προβολή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ στο Μαράθι υπάρχει δυνατότητα ελλιμενισμού αεροπλανοφόρων.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλούνται στοιχεία ΓΕΜΗ και ΡΑΑΕΥ, συμφέροντα συνδεδεμένα με τον τουρκικό όμιλο Koç έχουν αποκτήσει εταιρείες με άδειες για έργα αποθήκευσης ενέργειας στην Κρήτη. Έχει επίσης αναφερθεί πρόθεση διεκδίκησης έργων άνω των 160 MW και περίπου 700 MWh, ποσότητα που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αντιστοιχούσε περίπου στο 80% της τότε διαθέσιμης ισχύος αποθήκευσης στην Κρήτη. Δεν πρόκειται για ήδη αποκτημένο έλεγχο του 80%, αλλά για επιχειρηματική επιδίωξη που, λόγω της φύσης της υποδομής, απαιτεί θεσμικό έλεγχο.
Η επόμενη περίπτωση είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Η Κρήτη αποτελεί κρίσιμο ελληνικό τμήμα του Great Sea Interconnector, της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ. Τον Αύγουστο η γαλλική Meridiam απέκτησε το 66% του φορέα του έργου. Η ίδια εταιρεία έχει σημαντική επιχειρηματική παρουσία στην Τουρκία, όπου λειτουργεί πέντε νοσοκομεία, ενώ σύμφωνα με δημοσιεύματα εξετάζει μαζί με την τουρκική Makyol και άλλες μεγάλες υποδομές στη χώρα. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται η πιο κρίσιμη εξέλιξη.
Η «Καθημερινή» έγραψε ότι Αθήνα και Παρίσι φέρονται να εξετάζουν έναν «ελαφρύ ανασχεδιασμό» της όδευσης του GSI, ώστε το καλώδιο να μην περνά από περιοχές του τουρκικού αποκαλούμενου θαλάσσιου πάρκου Φετιγιέ–Κας. Η πληροφορία δεν έχει μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί επίσημα και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δημοσιογραφική πληροφορία.
Όμως, αν επιβεβαιωθεί, το ζήτημα δεν θα είναι τεχνικό.
Άλλο να αλλάζει μια όδευση, επειδή οι έρευνες βυθού υπέδειξαν καταλληλότερη γεωλογικά διαδρομή και άλλο να προσαρμόζεται επειδή μια μονομερής τουρκική ενέργεια δημιουργεί έναν χώρο στον οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να προβάλει αρμοδιότητες.
Δεν σημαίνει αυτομάτα αναγνώριση του τουρκικού πάρκου. Θα σημαίνει όμως ότι μια μονομερής ενέργεια της Τουρκίας ενδέχεται να επηρεάζει στην πράξη τον σχεδιασμό μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής υποδομής.
Δεν χρειάζεται να μιλήσουμε για «σχέδιο». Δεν έχουμε τέτοια στοιχεία. Ούτε χρειάζεται να θεωρήσουμε ύποπτη μια εταιρεία επειδή δραστηριοποιείται στην Τουρκία. Οι διεθνείς επενδύσεις λειτουργούν έτσι.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει στην Ελλάδα μηχανισμός που να εξετάζει όχι μόνο κάθε επένδυση ξεχωριστά, αλλά και τη συσσώρευση στρατηγικών εξαρτήσεων σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.
Το ίδιο ερώτημα, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, έχει τεθεί κατά καιρούς και για την αυξανόμενη απόκτηση ακινήτων στη Θράκη από τουρκικά συμφέροντα. Γιατί η γεωγραφική συγκέντρωση, όταν αφορά ευαίσθητες περιοχές, μπορεί να αποκτά σημασία που δεν φαίνεται αν εξετάζεις κάθε συναλλαγή ξεχωριστά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ήδη μηχανισμό ελέγχου ξένων επενδύσεων για λόγους ασφάλειας και δημόσιας τάξης, ενώ το ευρωπαϊκό πλαίσιο έχει ενισχυθεί περαιτέρω για κρίσιμες υποδομές ενέργειας, μεταφορών και ψηφιακών δικτύων.
Η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις. Χρειάζεται όμως και στρατηγική εποπτεία.
Γιατί η Κρήτη δεν είναι απλώς μια αγορά ενέργειας ή ένας τόπος διέλευσης καλωδίων. Είναι γεωπολιτικός κόμβος και φιλοξενεί εγκαταστάσεις ζωτικής σημασίας για την ελληνική και συμμαχική ασφάλεια.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να ρωτάμε πόσα κεφάλαια φέρνει μια επένδυση.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


