Αρχική Blog Σελίδα 155

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο ενισχύει την ελληνόγλωσση εκπαίδευση της Ομογένειας στις ΗΠΑ μέσα από καινοτόμο επιμορφωτικό πρόγραμμα

2

Θεσσαλονίκη, 15/7/2026

Ένα καινοτόμο επιμορφωτικό πρόγραμμα που αξιοποιεί την παιδική λογοτεχνία, τη μουσική και τον χορό ως σύγχρονα παιδαγωγικά εργαλεία για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στους εκπαιδευτικούς της ελληνικής ομογένειας στις Ηνωμένες Πολιτείες υλοποίησε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ενισχύοντας την εξωστρέφειά του και τον διεθνή ρόλο του, στην προώθηση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού.

Το πρόγραμμα, με τίτλο «Παιδική Λογοτεχνία, Τραγούδι και Χορός: Καινοτόμες Διδακτικές Προσεγγίσεις για τη Διδακτική της Ελληνικής Γλώσσας» υλοποιήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο 2026 και αποτελεί καρπό της συνεργασίας του Τμήματος Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με το Τμήμα Ελληνικής Παιδείας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής, με έδρα τη Νέα Υόρκη.

Καινοτόμες προσεγγίσεις για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας

Βασικός στόχος του προγράμματος ήταν η ανάδειξη της παιδικής λογοτεχνίας ως φορέα της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς και ως γέφυρας ανάμεσα στη γλώσσα και τον πολιτισμό, μέσα από τη δημιουργική σύνδεσή της με τη μουσική, το τραγούδι και τον χορό.

Συνδυάζοντας τη θεωρητική κατάρτιση με την πρακτική εφαρμογή, το πρόγραμμα προσφέρει στους εκπαιδευτικούς σύγχρονα διδακτικά εργαλεία και καινοτόμες μεθόδους, ώστε να ενισχύσουν τη διδασκαλία της ελληνικής ως γλώσσας πολιτιστικής κληρονομιάς και να καλλιεργήσουν ουσιαστικότερη σχέση των μαθητών με την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό.

Η γλώσσα ως φορέας πολιτισμού και ταυτότητας

Το πρόγραμμα προσεγγίζει την ελληνική γλώσσα όχι μόνο ως γλωσσικό σύστημα, αλλά και ως ζωντανό μέσο επικοινωνίας, πολιτισμού και κοινωνικής συγκρότησης. Μέσα από την αξιοποίηση λογοτεχνικών κειμένων, τραγουδιών, μουσικών παραδόσεων και στοιχείων της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, οι εκπαιδευτικοί απόκτησαν σύγχρονες παιδαγωγικές πρακτικές που συνδέουν τη γλώσσα με τη συλλογική μνήμη, την πολιτισμική ταυτότητα και τη βιωματική μάθηση.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πολυαισθητηριακή διδασκαλία, καθώς ο ρυθμός, η μουσική και η αφήγηση ενισχύουν τη συναισθηματική σύνδεση των μαθητών με τη γλώσσα, δημιουργούν κοινότητες μάθησης και λειτουργούν ως ισχυρά κίνητρα για τη διατήρηση και τη διάδοση της ελληνικής γλωσσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Συμβολή στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσα

 στις νεότερες γενιές του εξωτερικού

Μέσα από το πρόγραμμα, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο μεταφέρει σύγχρονη επιστημονική γνώση και εκπαιδευτική καινοτομία στην ελληνική ομογένεια, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στις νεότερες γενιές του εξωτερικού.

Η πρωτοβουλία αναδεικνύει τον διεθνή προσανατολισμό του Αριστοτελείου και τον ρόλο του ως Πανεπιστημίου που παράγει γνώση με άμεσο κοινωνικό αντίκτυπο, ενισχύοντας τους δεσμούς της ακαδημαϊκής κοινότητας με τον ελληνισμό της διασποράς και υποστηρίζοντας τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας ως αναπόσπαστου στοιχείου της πολιτιστικής ταυτότητας.

Επιστημονικά υπεύθυνη και συντονίστρια του έργου είναι η Επίκ. Καθηγήτρια του Τμήματος Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Ρόζη-Τριανταφυλλιά Αγγελάκη, ενώ το πρόγραμμα συνδιοργανώθηκε με τον Διευθυντή του Τμήματος Ελληνικής Παιδείας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής, Πρωτοπρεσβύτερο π. Γρηγόριο Σταμκόπουλο, Αν. Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής, όπως αυτή θεσμοθετήθηκε με την υπογραφή σχετικού Μνημονίου Συνεργασίας, και τελεί υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματέως Απόδημου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας του Υπουργείου Εξωτερικών, Μάιρας Μυρογιάννη.

Περισσότερες πληροφορίες: https://www.hellenicdailynewsny.com/en-us/diaspora/milestone-for-greek-education-in-the-usa-partnership-between-goarch-and-aristotle-university-of-thessaloniki-for-educator-professional-development

Γιώργος Πουκαμισάς: ΚΥΠΡΟΣ 1974 – KΥΠΡΟΣ 2026

11

Γιώργος Πουκαμισάς*

Έχω υπηρετήσει στην Κύπρο. Καταλαβαίνω τον πόνο και θαυμάζω την αντοχή του κυπριακού
Ελληνισμού, από τους αιώνες της καθόδου των Αχαιών στην μεγαλόνησο. Είναι το κομμάτι
της κληρονομιάς μας που μας υποβάλλει πώς θα ήταν η απέναντι Μικρασία, αν οι εκεί
Ρωμηοί αδελφοί μας δεν είχαν εξαφανιστεί.

Η Κύπρος είναι κράτος ανεξάρτητο. Η Ελλάς δεν ανταποκρίθηκε στο νομικό και ιστορικό
απέναντί της καθήκον, ήδη το 1967, με κορύφωση την προδοτική ανατροπή του νομίμου
αρχηγού του κράτους, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου που άνοιξε τον δρόμο στην αυτόχρημα
παράνομη τουρκική εισβολή και την έκτοτε κατοχή του 37% του κυπριακού εδάφους. Οι
ευθύνες της χούντας των Αθηνών, συλλογικά και ενός εκάστου των στρατιωτικών ιθυνόντων,
είναι ενώπιον της Ιστορίας απαράγραπτες.

Εμείς οι Ελλαδικοί, να μην λησμονούμε ότι η χούντα κατέρρευσε λόγω της κυπριακής
τραγωδίας και όχι λόγω της εσωτερικής αντιστάσεως. Δεν έρριξε την χούντα το Πολυτεχνείο,
αντιθέτως αθελήτως ματαίωσε μία έξοδο προς κατευθυνόμενη δημοκρατία. Κατά συνέπεια,
κάθε 23 Ιουλίου, πριν συνωθηθούμε στους κήπους του Προεδρικού Μεγάρου των Αθηνών,
να στρέφουμε τον νου στην ακρωτηριασμένη Κύπρο, και να ζητούμε συγχώρεση από τον Θεό
και τους αδελφούς Κυπρίους για όσα αφήσαμε να γίνουν. Να θυμόμαστε και να κλίνουμε το
γόνυ στους ήρωες της ΕΟΚΑ 1955-1959 που έπεσαν για την Ελευθερία, η οποία όμως δεν
ήρθε. Για το ματαιωμένο όνειρο.

Να μην είμαστε εύπιστοι και ευήθεις απέναντι στους ξένους που αγαπούν την Ελλάδα αλλά
υποτιμούν τους Έλληνες. Να έχουμε αξιόπιστες υπηρεσίες πληροφοριών, με στελέχη
μορφωμένα, ικανά να ξεχωρίζουν την ήρα από το στάρι.

Ο αγώνας το καλοκαίρι του 1974 δεν χάθηκε στο πεδίο των πληροφοριών. Χάθηκε στα
σκοτεινά δώματα ανικάνων και επιόρκων αξιωματικών που δεν ήθελαν να ακούσουν τις
προειδοποιήσεις πατριωτών και πεπειραμένων διπλωματικών, όπως ο αείμνηστος
Ευστάθιος Λαγάκος. Εν προκειμένω, ευθύνες αναλογούν και στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ο
οποίος επέδειξε άγνοια κινδύνου απέναντι στη χούντα, παρά τις προειδοποιήσεις.
Τεράστιες οι ευθύνες των ΗΠΑ, προσωπικά του Henry Kissinger, που ανησυχούσε ότι η
Κύπρος θα γίνει Κούβα της Μεσογείου και επομένως θα επηρέαζε την ασφάλεια του Ισραήλ.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, άχρι καιρού ακρωτηριασμένη, επέζησε, και υπό τις δεδομένες
συνθήκες εμεγαλούργησε. Με την οικονομική αλκή της και την ευρωπαϊκή υπόστασή της
έγινε πόλος έλξεως για την φθίνουσα, πιεζόμενη υπό το καθεστώς της Άγκυρας
μουσουλμανοκυπριακή κοινότητα.

Η Κύπρος όμως, αιμάσσουσα, εξυπηρέτησε εμμέσως την προηγηθείσα ένταξη της Ελλάδος
στην Ε.Ο.Κ./Ε.Ε., καθώς οι Δυτικοευρωπαίοι ήθελαν κάπως να αποζημιώσουν για τις δικές
τους αβελτηρίες και με την στάση τους απέναντι στην Αθήνα, να σταθούν φιλικοί απέναντι
στο ελληνικό έθνος, ως σύνολο.
Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. το 2004, χωρίς προηγούμενη επίλυση του
προβλήματος εισβολής-κατοχής, υπήρξε ιστορική επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας, αλλά
και της κυβέρνησης της Λευκωσίας. Ιστορικά δικαιωμένη επίσης είναι η καταψήφιση τον
Απρίλιο 2004 του Σχεδίου Αννάν, με όλες τις επί μέρους παρατηρήσεις που κανείς δύναται
να κάνει. Οι υποχρεώσεις των Αθηνών δεν τελείωσαν τότε, όπως κάποιοι διετείνοντο. Ούτε
εφεξής μπορεί η Κύπρος, μόνη, να αναζητεί το ευρωπαϊκό πεπρωμένο της, στην γεωγραφική
και πολιτική δυστοπία η οποία την περιβάλλει από βορρά και από ανατολάς. Εμείς
παραμένουμε εγγυήτρια δύναμη βάσει των ιδρυτικών συνθηκών της Κυπριακής
Δημοκρατίας και καθώς έχουμε λόγο για το σύστημα εγγυήσεων και την παραμονή ξένων
στρατευμάτων, δεν μπορούμε να αγνοούμε τις ευθύνες και υποχρεώσεις μας.

Η νέα πρωτοβουλία του Γεν. Γραμματέως

Η σε εξέλιξη προσφορά των καλών υπηρεσιών του ΓΓΟΗΕ διά της κας Ολγκίν, υποχρεώνει σε
συνολική επανεξέταση του σχεδίου διευθετήσεως, όπως τουλάχιστον αυτό διαρρέεται. Ο
διορισμός του Επιτρόπου Raffaele Fitto αποτελεί σαφή ένδειξη του ενδιαφέροντος των
Βρυξελλών για πρόοδο στο Κυπριακό, ενδιαφέροντος που είναι πάντως στενά συνδεδεμένο
με την αναθέρμανση των οικονομικών κυρίως σχέσεων Ε.Ε. Τουρκίας (ανακαίνιση της
Τελωνειακής Ενώσεως, εξυπηρετήσεις στις διατραπεζικές συναλλαγές κ.λπ.). Τα σημεία
δείχνουν προθέσεις για διαδικασία επείγοντος.
Κατ’ αρχάς πρέπει έπαινος στην κυπριακή κυβέρνηση που επί μακρόν, σε ό,τι την αφορά,
ετήρησε και προφύλαξε την εμπιστευτικότητα της διαμεσολάβησης. Η συνέχεια όμως
απαιτεί ιδιαίτερη περίσκεψη.

Το πλαίσιο της «αποκεντρωμένης ομοσπονδίας» το οποίο προάγεται, πέραν επωνυμίας και
τίτλου, θα είναι λειτουργικό, άρα βιώσιμο; Θα προνοείται η επιστροφή επαρκούς ποσοστού
εδάφους στους Ελληνοκυπρίους στις πεδιάδες της Μεσαορίας και της Μόρφου; Πως θα
προστατευτεί η διεθνής προσωπικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αν τυχόν η νέα
σύσταση του κράτους καταρρεύσει; Ποιές θα είναι ακριβώς οι εξουσίες και αρμοδιότητες
της κεντρικής κυβέρνησης; Απαιτείται ακόμη και στο πλαίσιο αποκεντρωμένης οικονομίας η
λειτουργία μιας και μόνης Κεντρικής Τράπεζας, μιας και μόνης υπηρεσίας ελέγχου των
εισόδων, αεροπορικών και θαλασσίων, στο κράτος, μία ενεργειακή πολιτική, μία αλιευτική
πολιτική υπό την αιγίδα της Ε.Επιτροπής, ενιαία υπηρεσία αρχαιοτήτων; Θα περιέρχεται η
«αρμοδιότης των αρμοδιοτήτων» (Kompetenzenkompetenz) στο λιτό κεντρικό κράτος; Θα
προκύψει σε πρώιμο στάδιο, άρση απαγορεύσεως κατάπλου πλοίων υπό κυπριακή σημαία
σε τουρκικά λιμάνια και υπέρπτησης κυπριακών αεροσκαφών από τον εναέριο χώρο της Τ.;
Πέραν αυτών, θα έχει κάθε ομόσπονδη πολιτεία την δική της πολιτική έναντι των γειτόνων;
Μα είναι αυτό δυνατόν;

Ακόμη, με ποιό χρονοδιάγραμμα θα αποχωρήσουν τα στρατεύματα κατοχής; Πότε θα
αναπτυχθούν οι νέοι κυανόκρανοι; Ποιοί θα μετέχουν στην σύνθεση της πολυεθνικής
δυνάμεως ΗΕ; Θα είναι τμήμα τους τα αποσπάσματα Ελλάδος – Τουρκίας; Πως θα
διαμορφωθεί η νέα εγγυητική συμφωνία; Θα πρόκειται για απόφαση του Συμβουλίου
Ασφαλείας των Η.Ε.; Δεν πρέπει να διαφυλαχθεί το «κεκτημένο» του Κραν Μοντανά (2017)
σε ό,τι αφορά εγγυήσεις (άρση δικαιώματος μονομερούς επεμβάσεως) και ξένα
στρατεύματα; Δεν θα υπάρξει ανασκόπηση του καθεστώτος των βρετανικών βάσεων; Πως
το νέο κράτος θα ισορροπήσει μεταξύ μιας βουλιμικής Τουρκίας, Ελλάδος, Η.Β., Αιγύπτου
και Ισραήλ, και πως η δράση του εντός της Ε.Ε. θα είναι ευάγωγη; Πότε θα τεθεί ο καρπός
της νέας διαπραγμάτευσης στην κρίση των Κυπρίων πολιτών;
Ιδού μερικά από το πλήθος ερωτημάτων που εγείρονται για τον ενδιαφερόμενο
παρατηρητή.
Αυτά επί του παρόντος, καθώς εγγύς είναι η επέτειος της τουρκικής εισβολής και το πένθος
βαρύ.

*Γιώργος Πουκαμισάς,
14 Ιουλίου 2026

Κ. Χολέβας:τα πανηγύρια των ισλαμιστών και η Αγια-Σοφιά της Ορθοδοξίας

1

Να αλλάξουμε το αίτημά μας: Να μην ζητούμε επάνοδο στο καθεστώς του Μουσείου, αλλά να ξαναγίνει ορθόδοξος χριστιανικός ναός
12:00 – 15 Ιουλίου 2026

Ουπουργός Πολιτισμού της Τουρκίας χαρακτήρισε τη μετατροπή της Αγια-Σοφιάς σε τζαμί ως ανάμνηση της Αλώσεως του 1453. Η νεολαία του Ισλαμικού Κόμματος ΑΚΡ του Ταγίπ Ερντογάν διοργάνωσε το βράδυ της Παρασκευής 10 Ιουλίου συγκέντρωση και πορεία νέων με αφορμή την έκτη επέτειο της ισλαμοποιήσεως του ιστορικού ορθοδόξου ναού. Η Τουρκία διαπραγματεύεται με τους Δυτικούς για όσα τη συμφέρουν, αλλά δεν διστάζει σε κάθε ευκαιρία να δείχνει τον ισλαμικό χαρακτήρα της.

Θυμίζω τα γεγονότα του 2020: Στις 10 Ιουλίου το Ανώτατο Δικαστήριο της Τουρκίας έκανε δεκτό αίτημα κρατικού φορέως να αλλάξει το διάταγμα του 1934, με το οποίο ο ναός και μετέπειτα τζαμί της Αγια-Σοφιάς είχε μετατραπεί σε Μουσείο. Στις 10 Ιουλίου και ώρα 14.53, για να θυμίζει συμβολικά τη χρονιά της Αλώσεως, ο πρόεδρος Ερντογάν ανακοίνωσε μέσω τηλεοράσεως την υπογραφή του δικού του διατάγματος για τη μετατροπή του μνημείου σε τζαμί. Η πρώτη προσευχή ορίσθηκε για την Παρασκευή 24 Ιουλίου. Ήταν η επέτειος της τελικής Συνθήκης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923).

Ο Ερντογάν με αυτές τις κινήσεις διακήρυξε ότι πανηγυρίζει για την Άλωση, ονειρεύεται ανασύσταση του κράτους των Οσμανλήδων/ Οθωμανών και αμφισβητεί τα σύνορα της σύγχρονης Τουρκίας, τα οποία καθόρισε η Συνθήκη του 1923. Όλα με σκόπιμους συμβολισμούς στο πνεύμα του νέου Οθωμανισμού.

Είναι καιρός να αντιδράσουμε δημιουργικά και με διεθνή εμβέλεια.

Να προβάλουμε προς τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους το εντόνως ισλαμιστικό περιεχόμενο των κινήσεων Ερντογάν.

Να θυμίσουμε το ορθόδοξο χριστιανικό και ελληνικό παρελθον του ναού της του Θεού Σοφίας. Άπαξ Ναός, εσαεί Ναός.

Να αλλάξουμε το αίτημά μας: Να μην ζητούμε επανοδο στο καθεστώς του Μουσείου, αλλά επάνοδο στο καθεστώς, με το οποίο λειτούργησε επί αιώνες: Να ξαναγίνει Ορθόδοξος Χριστιανικός Ναός, με ελεύθερη είσοδο για όσους θέλουν να τον επισκεφθούν και ως ιστορικό μνημείο.

Να δώσουμε έμφαση στις Βυζαντινές Σπουδές στο εσωτερικό της χώρας μας. Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε αγώνα για την Αγια-Σοφιά και να αφήνουμε τη νεολαία μας ανιστόρητη, με άγνοια των σημαντικών επιτευγμάτων του Ελληνορθοδόξου Πολιτισμού της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας/Ρωμανίας.

Να αξιοποιήσουμε την αξιόλογη έκδοση της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας (ΔΣΟ) για την Αγια-Σοφιά Κωνσταντινουπόλεως και για τους ναούς της του Θεού Σοφίας ανά τον κόσμο. Η Αγια-Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη γιόρταζε της Μεσοπεντηκοστής, διότι συμβολίζει τη Σοφία του Θεού. Ας μην τη συγχέουμε με τη μάρτυρα Σοφία, η οποία τιμάται ως αγία στις 17 Σεπτεμβρίου μαζί με τις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη.

Να συνεχίσουμε τη διαμαρτυρία μας σε καθε διεθνές βήμα και για τους άλλους Ορθοδόξους Ναούς που μετετράπησαν σε τζαμιά από την Τουρκία, όπως είναι η Μονή της Χώρας, η Αγία Σοφία της Νίκαιας κ.ά.

Κωνσταντινούπολη, Μικρά Ασία, Κύπρος: Πολιτισμική Γενοκτονία εις βάρος του Ελληνισμού.

Εφημερίδα Απογευματινή

«Δεν σε θέλουν εκεί»: Ο Τραμπ ζήτησε από τον Νετανιάχου να αποσύρει τις δυνάμεις του ισραηλινού στρατού από τη Συρία και τον Λίβανο — δημοσίευμα

0

Πηγές του ισραηλινού στρατού δήλωσαν στη Jerusalem Post ότι το δημοσίευμα του Axios τις αιφνιδίασε, προσθέτοντας ότι δεν έχει σημειωθεί καμία αλλαγή επί του πεδίου στον Λίβανο ή στη Συρία.

The Jerusalem Post

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κάνει χειρονομία κατά τη διάρκεια διμερούς συνάντησης με τον πρωθυπουργό του Ιράκ, Αλί αλ-Ζαΐντι —ο οποίος δεν απεικονίζεται— στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, στην Ουάσιγκτον, στις 14 Ιουλίου 2026.

(Φωτογραφία: REUTERS/Evan Vucci)

Τι ζήτησε ο Τραμπ από τον Νετανιάχου;

Ποιες χώρες ανέφερε ο Τραμπ;

Ποιος μετέδωσε την πληροφορία για το φερόμενο αίτημα του Τραμπ;

Πότε διατύπωσε ο Τραμπ αυτό το αίτημα;

Των YONAH JEREMY BOB και GOLDIE KATZ

14 Ιουλίου 2026, 20:15
Ενημερώθηκε: 15 Ιουλίου 2026, 04:16

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, φέρεται να είπε στον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου ότι το Ισραήλ θα πρέπει να αποσύρει τις δυνάμεις του ισραηλινού στρατού από τη Συρία και τον Λίβανο, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας την Πέμπτη, σύμφωνα με δημοσίευμα του Axios την Τρίτη, το οποίο επικαλείται Αμερικανούς και Ισραηλινούς αξιωματούχους.

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η παρουσία Ισραηλινών στρατιωτικών σε συριακό έδαφος θα μπορούσε να προκαλέσει εντάσεις και να οδηγήσει σε κλιμάκωση, σύμφωνα με όσα δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος στο Axios.

«Δεν σας θέλουν εκεί. Θα πρέπει να αναδιατάξετε τις δυνάμεις σας», φέρεται να είπε ο Τραμπ στον Νετανιάχου, σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο.

Πηγές του ισραηλινού στρατού δήλωσαν στη Jerusalem Post το βράδυ της Τρίτης ότι το δημοσίευμα τις αιφνιδίασε και ότι δεν γνώριζαν τίποτα για την αναφερόμενη τηλεφωνική συνομιλία.

Οι ίδιες πηγές ανέφεραν ότι δεν έχει υπάρξει καμία αλλαγή επί του πεδίου και ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις πως η κατάσταση επρόκειτο να μεταβληθεί άμεσα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συναντάται με τον πρόεδρο της Συρίας, Άχμεντ αλ-Σάρα, για διμερείς συνομιλίες στο Προεδρικό Μέγαρο Μπεστεπέ, κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις 8 Ιουλίου 2026.

(Φωτογραφία: Win McNamee/Getty Images)

Εν μέσω αυτών των εξελίξεων, ο Νετανιάχου φέρεται να σχεδιάζει επίσκεψη στην Ουάσιγκτον τις προσεχείς ημέρες, σύμφωνα με δημοσίευμα του Walla το βράδυ της Τρίτης.

Ούτε ο Λευκός Οίκος ούτε το γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού έχουν επιβεβαιώσει το ενδεχόμενο πραγματοποίησης συνάντησης.

Συνεχίζονται στη Ρώμη οι συνομιλίες Ισραήλ–Λιβάνου

Το δημοσίευμα ήρθε την ώρα που το Ισραήλ και ο Λίβανος επανέλαβαν τις ειρηνευτικές συνομιλίες στη Ρώμη, με αντικείμενο την εφαρμογή ενός τριμερούς πλαισίου μεταξύ του Ισραήλ, του Λιβάνου και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η συμφωνία, η οποία υπογράφηκε στις 26 Ιουνίου στην Ουάσιγκτον, αποσκοπεί στον αφοπλισμό της λιβανέζικης οργάνωσης Χεζμπολάχ και στη διευκόλυνση της αποχώρησης των δυνάμεων του ισραηλινού στρατού από τον νότιο Λίβανο.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας, το Ισραήλ δέχθηκε να αποσύρει τις δυνάμεις του από δύο περιοχές, επιτρέποντας στον λιβανέζικο στρατό να αναλάβει τον έλεγχό τους και να εφαρμόσει μέτρα για τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ.

Η τηλεφωνική συνομιλία Τραμπ–Νετανιάχου φέρεται να πραγματοποιήθηκε μετά τη συνάντηση του Τραμπ με τον Σύρο πρόεδρο

Η τηλεφωνική συνομιλία φέρεται επίσης να πραγματοποιήθηκε μία ημέρα αφότου ο Τραμπ συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Συρίας, Άχμεντ αλ-Σάρα, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.

Μετά τη συνάντηση Τραμπ–αλ-Σάρα, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προχωρούσαν στην αφαίρεση της Συρίας από τον κατάλογο των κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε ότι η απόφαση αυτή ελήφθη λόγω των «θετικών αλλαγών και των αντιτρομοκρατικών ενεργειών που πραγματοποίησε η συριακή κυβέρνηση υπό τον πρόεδρο Άχμεντ αλ-Σάρα» και ότι θα δημιουργούσε περισσότερες ευκαιρίες για τη Συρία στο διεθνές εμπόριο.

Στη σύνταξη του δημοσιεύματος συνέβαλαν ο Seth J. Frantzman και το προσωπικό της Jerusalem Post.

The Jerusalem Post

15 Ιουλίου 2016: Πώς μια σκοτεινή απόπειρα πραξικοπήματος έγινε ο ιδρυτικός μύθος του Ερντογάν

0

Οι στρατηγοί που πραγματοποίησαν το πραξικόπημα του 1980 ήταν εκείνοι που έγραψαν τον πρόλογο στη σκοτεινή πορεία της Τουρκίας, συμβάλλοντας στην εδραίωση του πολιτικού Ισλάμ και ανοίγοντας, μέσα από την τραγική μυωπία τους, τον δρόμο προς την απολυταρχία.

Yavuz Baydar
15 Ιουλίου 

Έχουν περάσει δέκα χρόνια από την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 και αυτό που εορτάστηκε ως «υπεράσπιση της δημοκρατίας» μετατράπηκε, στην πράξη, στον ιδρυτικό μύθο της διολίσθησης της Τουρκίας προς μια νέα αυταρχική τάξη πραγμάτων.

Ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναδείχθηκε προσωπικός νικητής εις βάρος της τουρκικής κοινωνίας, αποδυναμώνοντας το κράτος δικαίου, συντρίβοντας τις προοπτικές μιας λειτουργικής δημοκρατίας και συγκεντρώνοντας την εξουσία σε ένα εκτελεστικό προεδρικό σύστημα που γεννήθηκε υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης.

Οι βαθύτερες ρίζες αυτού του μετασχηματισμού εκτείνονται έως την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όταν ο στρατός ανακάλυψε πόσο χρήσιμο μπορούσε να είναι το Ισλάμ ως πολιτικό εργαλείο εναντίον της Αριστεράς και του κουρδικού κινήματος.

Το πραξικόπημα του 1980 δεν διέκοψε απλώς τη δημοκρατία. Συνέβαλε στη διαμόρφωση των θεσμικών θεμελίων ενός πιο ανθεκτικού συστήματος ελέγχου. Το Σύνταγμα του 1982 παραμένει κεντρικό σε αυτή την ιστορία, διότι διατήρησε μια πολιτική τάξη σχεδιασμένη να αποτρέπει την αστάθεια, η οποία, αντί γι’ αυτό, την αναπαρήγαγε επί δεκαετίες.

Η αξία του Ισλάμ ως πολιτικού αντίβαρου γινόταν ολοένα και πιο εμφανής στο τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο κατά τις τελευταίες φάσεις του Ψυχρού Πολέμου, όταν ο σουνιτικός συντηρητισμός, που συνδεόταν με τον Νετζμετίν Ερμπακάν και την παράδοση του «Milli Görüş», δηλαδή της «Εθνικής Άποψης», ενθαρρύνθηκε σκόπιμα ως ανάχωμα απέναντι στην Αριστερά.

Τα υποχρεωτικά μαθήματα θρησκευτικών —τα οποία εξαρχής αφορούσαν κυρίως τη σουνιτική εκδοχή του Ισλάμ και ελάχιστα οτιδήποτε άλλο— εισήχθησαν μετά το πραξικόπημα του 1980 και κατοχυρώθηκαν με το Σύνταγμα του 1982.

Αποτελούσαν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας «εθνικοποίησης» του Ισλάμ και διοχέτευσής του μέσω του ίδιου του κρατικού μηχανισμού, της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων, μιας αμιγώς σουνιτικής δομής γνωστής ως «Diyanet».

Η χούντα αύξησε τον προϋπολογισμό και διεύρυνε τις αρμοδιότητές της, ενισχύοντας τον ρόλο της στα τζαμιά και στα κηρύγματα και μετατρέποντας την εγκεκριμένη από το κράτος θρησκευτικότητα σε εργαλείο κοινωνικού ελέγχου.

Η Diyanet διαθέτει δεκάδες χιλιάδες σουνίτες ιμάμηδες σε ολόκληρη τη χώρα ως κρατικούς υπαλλήλους. Όλα τα άλλα θρησκευτικά δόγματα στην Τουρκία παρέμειναν εκτός και χωρίς εκπροσώπηση στη Diyanet.

Την ίδια περίοδο, οι στρατηγοί σχεδίασαν το υψηλότερο εκλογικό όριο στην Ευρώπη, το 10%, με σκοπό να «σταθεροποιήσουν» το κομματικό σύστημα και να κρατήσουν εκτός Κοινοβουλίου τους κουρδικούς αριστερούς σχηματισμούς.

Το όριο, το οποίο εισήχθη το 1983, δικαιολογήθηκε στο όνομα της τάξης, αλλά είχε τα αντίθετα αποτελέσματα. Η θρησκευτική υποδομή που δημιουργήθηκε υπό στρατιωτική κηδεμονία συνέβαλε στην κανονικοποίηση της δημόσιας θρησκευτικότητας για μία ολόκληρη γενιά, ενώ το εκλογικό όριο αύξανε δυσανάλογα το ποσοστό των εδρών κάθε κόμματος που κατάφερνε να το ξεπεράσει.

Τον Νοέμβριο του 2002, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, AKP, κέρδισε λίγο περισσότερο από το 34% των ψήφων, αλλά εξασφάλισε περίπου τα δύο τρίτα των εδρών, επειδή δεκαέξι κόμματα που αντιπροσώπευαν περισσότερο από το 45% των ψηφοφόρων δεν κατάφεραν να εισέλθουν στο Κοινοβούλιο.

Τα εργαλεία της χούντας, τα οποία είχαν σχεδιαστεί για να πειθαρχήσουν την κοινωνία και να περιθωριοποιήσουν τα κουρδικά και ισλαμιστικά ρεύματα, κατέληξαν να προσφέρουν σε ένα κόμμα με ισλαμιστικές ρίζες μια συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία και την ευκαιρία να αναδιαμορφώσει το κράτος.

Για χρόνια, η κυρίαρχη διεθνής αφήγηση παρουσίαζε τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις ως τον κοσμικό θεματοφύλακα και τον Ερντογάν ως τον ισλαμιστή διεκδικητή.

Με την πάροδο του χρόνου, όμως, αυτή η δυαδική εικόνα διαβρώθηκε. Κατά το δεύτερο μισό της εποχής του AKP, περίπου από το 2014 έως το 2023, αναδύθηκε μια νέα συμμαχία σκοπιμότητας μεταξύ της προεδρίας και σημαντικών τμημάτων του σώματος των αξιωματικών και της γραφειοκρατίας ασφαλείας.

Καθώς ο Ερντογάν εδραίωνε την εξουσία του, ξεκινούσε μαζικές δίκες εναντίον φερόμενων ως πραξικοπηματιών και αναδιάρθρωνε την αλυσίδα διοίκησης, η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία προσαρμόστηκε σε μια πραγματικότητα στην οποία τα συμφέροντά της εξυπηρετούνταν καλύτερα με το να τον διαχειρίζεται παρά με το να τον αντιμετωπίζει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αγία Σοφία: οι στρατηγοί της Τουρκίας, οι οποίοι για χρόνια παρουσιάζονταν ως θεματοφύλακες της κοσμικής τάξης της Δημοκρατίας, δεν είπαν ούτε λέξη όταν ο Ερντογάν ανέτρεψε την κληρονομιά του Ατατούρκ και μετέτρεψε το μνημείο από μουσείο ξανά σε τζαμί το 2020.

Κι όμως, ήταν ο ίδιος ο Ατατούρκ που είχε χαρακτηρίσει την Αγία Σοφία μουσείο το 1934. Επομένως, η εκ νέου μετατροπή της δεν αποτέλεσε μόνο μια συμβολική ρήξη με την ιδρυτική παράδοση της Δημοκρατίας, αλλά και μια αποκαλυπτική δοκιμασία της διακηρυγμένης προσήλωσης της στρατιωτικής ελίτ στην κοσμικότητα. Η σιωπή της αποκάλυψε μια βαθιά υποκρισία στην κορυφή του τουρκικού κράτους, όπου η ρητορική περί θεματοφυλακής έχει πολύ συχνά υποχωρήσει μπροστά στην επιλεκτική επιφυλακτικότητα και την πολιτική σκοπιμότητα.

Αυτή η σύγκλιση δημιούργησε ένα κρατικό εγχείρημα που διατηρεί την Τουρκία σε ένα καθεστώς διπλωματικής εκκρεμότητας: ταυτόχρονα φίλη και αντίπαλος της Δύσης, απαραίτητη εντός του ΝΑΤΟ αλλά απρόβλεπτη.

Το πιο σαφές σύμβολο αυτής της κατάστασης ήταν η αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, η οποία οδήγησε στην αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 και στην επιβολή αμερικανικών κυρώσεων, ενώ η Άγκυρα υπερασπιζόταν την απόφαση ως κυριαρχική επιλογή και διαβεβαίωνε ότι το σύστημα δεν θα ενσωματωνόταν στα δίκτυα του ΝΑΤΟ.

Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 αποτέλεσε το καθοριστικό σημείο καμπής. Η ίδια η νύχτα ήταν χαοτική και περιλάμβανε διαφορετικές παρατάξεις, όμως η έκβασή της υπήρξε μια σαφής νίκη για το στρατόπεδο του Ερντογάν και για τη γραφειοκρατία που επέλεξε να σταθεί στο πλευρό του.

Όταν πρόσφατα πήρα συνέντευξη από τον Ομέρ Φαρούκ Γκεργκερλίογλου, βουλευτή του φιλοκουρδικού κόμματος DEM και υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αναδύθηκε μια εντυπωσιακή εικόνα.

Ο Γκεργκερλίογλου ήταν ο μόνος βουλευτής που επέμενε να διερευνήσει το βαθύτερο υπόβαθρο της απόπειρας πραξικοπήματος. Αμφισβητώντας την επίσημη αφήγηση ότι επρόκειτο αποκλειστικά για έργο του κινήματος Γκιουλέν, επισκέφθηκε φυλακές και συνομίλησε με δεκάδες ανώτερους αξιωματικούς που κατηγορούνταν ότι σχεδίασαν το πραξικόπημα.

Όσα μου είπε παρέπεμπαν σε μια περιορισμένης έκτασης εξέγερση, η οποία χαρακτηριζόταν από μια χαοτική χορογραφία προδοσιών, εξαπατήσεων, πληροφοριοδοτών και αποστασιών.

Ενώ στους δρόμους επικρατούσε χάος, αξιωματικοί με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες —κεμαλιστές, υπερεθνικιστές, σοσιαλδημοκράτες και «γκιουλενιστές»— συμμετείχαν σε κάτι που έμοιαζε σχεδόν με μια ναζιστικού τύπου σκηνοθεσία «Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών».

Με άλλα λόγια, ο στρατός βρισκόταν σε διαδικασία ιστορικής μεταμόρφωσης και το αποτυχημένο πραξικόπημα φαινόταν να αποτελεί ένα ισχυρό σύμπτωμά της.

Υπό το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που κηρύχθηκε λίγες ημέρες αργότερα, η εικόνα έγινε σαφέστερη. Η κυβέρνηση παρέκαμψε το Κοινοβούλιο, κυβέρνησε με διατάγματα και εξαπέλυσε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στη δημόσια διοίκηση, τη Δικαιοσύνη, τις ένοπλες δυνάμεις, το εκπαιδευτικό σύστημα και τα μέσα ενημέρωσης.

Έως τα μέσα του 2017, περισσότεροι από 100.000 δημόσιοι υπάλληλοι είχαν απολυθεί ή τεθεί σε διαθεσιμότητα, πάνω από 50.000 άνθρωποι βρίσκονταν σε προσωρινή κράτηση και σχεδόν 3.000 δικαστές και εισαγγελείς είχαν απομακρυνθεί, πολλοί από τους οποίους φυλακίστηκαν.

Σχεδόν 25.000 αξιωματικοί απολύθηκαν, μεταξύ των οποίων 150 στρατηγοί. Εκείνη την περίοδο, υπηρετούσαν συνολικά 348 εν ενεργεία στρατηγοί.

Εκατοντάδες μέσα ενημέρωσης και ενώσεις έκλεισαν, πανεπιστήμια καταργήθηκαν, εταιρείες κατασχέθηκαν και τα διατάγματα έκτακτης ανάγκης μεταμόρφωσαν μόνιμα το θεσμικό τοπίο.

Το πραξικόπημα έδωσε επίσης νέα ώθηση στο μακροχρόνιο σχέδιο του Ερντογάν να αντικαταστήσει το κοινοβουλευτικό σύστημα της Τουρκίας με ένα υπερπροεδρικό μοντέλο.

Τον Απρίλιο του 2017, ένα εσπευσμένο δημοψήφισμα, το οποίο εγκρίθηκε οριακά με περίπου 51% υπέρ, επικύρωσε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που συγκέντρωσαν την εκτελεστική εξουσία στην προεδρία, αποδυνάμωσαν το Κοινοβούλιο και κατήργησαν το αξίωμα του πρωθυπουργού.

Οι περισσότερες διατάξεις τέθηκαν σε ισχύ μετά τις εκλογές του 2018, παγιώνοντας την προσωποπαγή διακυβέρνηση μέσα σε ένα πλαίσιο που δικαιολογήθηκε με την ανάγκη για «ισχυρή ηγεσία» εν μέσω πραξικοπηματικών απειλών και περιφερειακής αναταραχής.

Η αρχική αντίδραση στο πραξικόπημα —η μαζική κινητοποίηση, η υπεράσπιση των εκλεγμένων θεσμών και η απομάκρυνση των συνωμοτών— θεωρήθηκε ευρέως δικαιολογημένη.

Γρήγορα, όμως, μετατράπηκε σε μια διαδικασία μέσω της οποίας ο Ερντογάν αναδιαμόρφωσε το ίδιο το DNA των θεσμών της Δημοκρατίας.

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης κανονικοποίησε την αναστολή βασικών εγγυήσεων. Τα διατάγματα χρησιμοποιήθηκαν όχι μόνο εναντίον εκείνων που πράγματι εμπλέκονταν στο πραξικόπημα, αλλά και για τη συνολική αναδιάρθρωση θεσμών, την εκκαθάριση επικριτών και την παγίωση του κομματικού ελέγχου πάνω στη Δικαιοσύνη, στις δυνάμεις ασφαλείας και στις ρυθμιστικές αρχές.

Η ατμόσφαιρα μόνιμης απειλής συνέβαλε επίσης στην εξουδετέρωση της πολιτικής αντιπολίτευσης και στην αποδυνάμωση της κοινωνικής αντίστασης.

Από τη στιγμή που κάθε διαφωνία μπορούσε να παρουσιαστεί ως συνέργεια με την «τρομοκρατία» ή με σχεδιασμό πραξικοπήματος, το κόστος της αμφισβήτησης αυξήθηκε απότομα για τους απλούς πολίτες, τους δημόσιους υπαλλήλους, τους δημοσιογράφους και τους τοπικούς πολιτικούς.

Το αποτέλεσμα ήταν μια πολιτική που οργανωνόταν ολοένα και περισσότερο γύρω από τη «βούληση του Ερντογάν» και όχι γύρω από τη βούληση του λαού.

Η εξουσία συγκεντρώθηκε υπό το πρόσχημα της υπεράσπισης της Δημοκρατίας, αλλά αυτό που στην πραγματικότητα διευρύνθηκε ήταν μια προσωποπαγής διακυβέρνηση, βασισμένη σε δίκτυα πιστών και σε πελατειακές σχέσεις που γεννήθηκαν μέσα στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Ο Ερντογάν καλλιέργησε επίσης την εικόνα ενός ανυποχώρητου εθνικού ηγέτη, ικανού να κινητοποιεί κατά βούληση τα πλήθη, να προβάλλει ισχύ στο εξωτερικό και να αναγκάζει διεθνείς δρώντες —από την Ευρωπαϊκή Ένωση έως τους εταίρους του ΝΑΤΟ— να παίζουν με τους δικούς του όρους.

Αυτό φάνηκε από τη χρήση του δικαιώματος βέτο και των καθυστερήσεων στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ σε ζητήματα όπως η ένταξη της Σουηδίας και ο αμυντικός σχεδιασμός, μέσω των οποίων εξασφάλιζε παραχωρήσεις ενώ παράλληλα κατήγγελλε τα δυτικά δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Για πολλούς δυτικούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, η συνεργασία με τον Ερντογάν αντιμετωπίστηκε συχνά ως μια συμφωνία τύπου «bon pour l’Orient» —ως αποδοχή, δηλαδή, ενός δύσκολου αλλά αναγκαίου εταίρου, του οποίου ο εσωτερικός αυταρχισμός μπορούσε να γίνει ανεκτός με αντάλλαγμα τη συνεργασία στο μεταναστευτικό, στην αντιτρομοκρατία και στην περιφερειακή σταθερότητα.

Η διευθέτηση αυτή, όμως, δεν υπήρξε πραγματικά αμοιβαία επωφελής.

Ο Ερντογάν αξιοποίησε αυτό το ανεκτικό περιβάλλον για να σκηνοθετήσει μια διπλωματική χορογραφία που βασίζεται στη χρησιμοποίηση αντικρουόμενων πλευρών της μίας εναντίον της άλλης.

Η Τουρκία διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Ρωσία, συμμετέχει σε αποστολές του ΝΑΤΟ και, ταυτόχρονα, κλιμακώνει συχνά τις διαφορές της με την Ελλάδα σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα, τον εναέριο χώρο και την έρευνα υδρογονανθράκων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Στην Ανατολική Μεσόγειο, η Άγκυρα έχει προωθήσει μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις μέσω αμφιλεγόμενων συμφωνιών θαλάσσιας οριοθέτησης, όπως η συμφωνία του 2019 με τη Λιβύη, καθώς και μέσω σχεδίων νόμου που επιδιώκουν να θεσμοθετήσουν τουρκική δικαιοδοσία σε εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές, σε άμεση σύγκρουση με τις ελληνικές και κυπριακές θέσεις και με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι τουρκικές έρευνες και γεωτρήσεις σε αμφισβητούμενα ύδατα έχουν προκαλέσει επανειλημμένες ναυτικές αντιπαραθέσεις και έχουν ενισχύσει το εσωτερικό αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η Τουρκία έχει επίσης διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους με την Κίνα και έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για έργα της πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», χωρίς να ευθυγραμμίζεται ξεκάθαρα με τις δυτικές θέσεις σχετικά με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή τα καθεστώτα κυρώσεων.

Αυτή η πολιτική εξισορρόπησης διαθέτει στρατηγική λογική για την Άγκυρα, σημαίνει όμως ότι η δυτική ανοχή απέναντι στην εσωτερική αυταρχική εδραίωση δεν εξασφάλισε πραγματική ευθυγράμμιση σε κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας ή αρχών.

Αν η δημοκρατία και η ασφάλεια είναι αδιαχώριστες, τότε η αντιμετώπιση της κυριαρχίας του Ερντογάν ως αναγκαίου τιμήματος για να παραμείνει η Τουρκία «στο δυτικό στρατόπεδο» έχει σαφώς γείρει την πλάστιγγα υπέρ της συγκέντρωσης της εξουσίας του.

Δέκα χρόνια μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, το κεντρικό ζήτημα δεν είναι μόνο η ισχύς του Ερντογάν, αλλά και ο ολοένα μικρότερος χώρος που απομένει για τη βούληση των Τούρκων πολιτών ως ανεξάρτητης πολιτικής δύναμης.

Η πρόκληση τόσο για την εσωτερική αντιπολίτευση όσο και για τους διεθνείς εταίρους είναι να ανασυγκροτήσουν αυτόν τον χώρο, χωρίς να υπονομεύσουν τη νόμιμη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.

Στο εσωτερικό της Τουρκίας, αυτό σημαίνει επιμονή στον συνταγματισμό και στην τοπική δημοκρατία ακόμη και υπό δυσμενείς συνθήκες: υπεράσπιση της αυτονομίας των δήμων, στήριξη των ανεξάρτητων δικηγορικών συλλόγων, των δημοσιογράφων και των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημιουργία συμμαχιών που υπερβαίνουν τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ κοσμικών και θρησκευόμενων, καθώς και μεταξύ Τούρκων και Κούρδων, αντί να αναπαράγουν τα παλιά δίπολα.

Ο στόχος δεν θα πρέπει να είναι η εξιδανίκευση της αντιπολίτευσης, αλλά η διατήρηση της δυνατότητας μιας πλουραλιστικής πολιτικής ζωής μέσα σε ένα σύστημα που είναι ολοένα και περισσότερο σχεδιασμένο να την ασφυκτιά.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, αυτό σημαίνει την εγκατάλειψη μιας αμιγώς συναλλακτικής αντίληψης της Τουρκίας ως προβλήματος που πρέπει απλώς να τύχει διαχείρισης.

Η συνεργασία όπου είναι αναγκαία —στην ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας, στους ενεργειακούς διαδρόμους και στο μεταναστευτικό— θα πρέπει να συνδέεται με διαφανή κριτήρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κράτους δικαίου και όχι να επαφίεται σε περιστασιακές συμφωνίες συνόδων κορυφής.

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η ελευθερία της έκφρασης και οι δίκαιες εκλογές δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα «ζητήματα αξιών», αλλά ως βασικά συμφέροντα ασφάλειας.

Μια Τουρκία της οποίας οι θεσμοί έχουν αποδυναμωθεί από την προσωποπαγή εξουσία είναι ένας εύθραυστος εταίρος, ανεξάρτητα από το τι μπορεί να υποδηλώνουν οι βραχυπρόθεσμες συμφωνίες.

Τελικά, η ανάκτηση χώρου για τη βούληση του τουρκικού λαού προϋποθέτει την αναγνώριση ότι η απόπειρα πραξικοπήματος δεν αποτέλεσε μόνο ένα κεφάλαιο στην ηρωική αφήγηση του Ερντογάν, αλλά και ένα τραύμα που εργαλειοποιήθηκε για την αναδιαμόρφωση του DNA της Δημοκρατίας.

Μια δεκαετία αργότερα, η επιλογή δεν βρίσκεται πλέον μεταξύ κοσμικών στρατηγών και ενός εκλεγμένου ισλαμιστή ηγέτη, αλλά μεταξύ ενός βαθιά προσωποπαγούς και στρατιωτικοποιημένου συστήματος, εγκλωβισμένου σε διπλωματική εκκρεμότητα, και της δυνατότητας —η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στην κοινωνία— μιας Τουρκίας που θα μπορούσε να συμφιλιώσει τον πλουραλισμό με μια γνήσια δημοκρατική διακυβέρνηση.

Το καθήκον της Δύσης δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στον Ερντογάν και στο σύστημα που έχει οικοδομήσει γύρω από το πρόσωπό του ή στους αντιπάλους του.

Είναι να πάψει να συγχέει τις νίκες του με τη μοίρα της Τουρκίας και να διαμορφώσει τις σχέσεις της με τρόπους που θα σέβονται επιτέλους τους πολίτες της χώρας ως αυτόνομα πολιτικά υποκείμενα.

Yavuz Baydar

Το Palomar προσφέρεται δωρεάν, αλλά, για να στηρίξετε τις προσπάθειές μου να προστατεύσω την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, μπορείτε να εξετάσετε το ενδεχόμενο να εγγραφείτε ως συνδρομητής επί πληρωμή.

 

Η συμφωνία για τους κινητήρες και τα αεροσκάφη F-35 για την Τουρκία: Επιπτώσεις στην περιφερειακή και παγκόσμια ισορροπία ισχύος

0

 

INSS

Ειδική έκδοση, 15 Ιουλίου 2026  

Yacov Bengo

Η σημερινή κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών προωθεί μια σημαντική συμφωνία, αξίας άνω των 700 εκατομμυρίων δολαρίων, για την πώληση κινητήρων F110 στην Τουρκία, για το πρόγραμμα ανάπτυξης του αεροσκάφους KAAN.

Παρά τις προσπάθειες της αμερικανικής κυβέρνησης να παρακάμψει τα εμπόδια που θέτει το Κογκρέσο, η κίνηση αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Αντιθέτως, λειτουργεί ως στρατηγικός επιταχυντής, με στόχο να προετοιμάσει το έδαφος για την πλήρη επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35.

Παρότι το σκεπτικό της Ουάσιγκτον αποσκοπεί στη διατήρηση της Τουρκίας ως βασικού πυλώνα του ΝΑΤΟ, στην πράξη δημιουργεί ένα σοβαρό δίλημμα και εγκυμονεί έναν βαρύνουσας σημασίας, τριπλό στρατηγικό κίνδυνο:

Υπονόμευση του ΝΑΤΟ εκ των έσω: Ενίσχυση ενός δρώντος που επιδίδεται σε επιθετικό ανταγωνισμό εναντίον δυτικών συμμάχων, όπως η Ελλάδα, και εδραιώνει μια προκλητική στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο.

Όξυνση των περιφερειακών εντάσεων: Παροχή νομιμοποίησης σε μια ανταγωνιστική δύναμη, η οποία προσφέρει ασφαλές καταφύγιο στη Χαμάς και υποστηρίζει το καθεστώς αλ-Σάρα στη Συρία.

Δημιουργία συστημικού κινδύνου για το παγκόσμιο δίκτυο των F-35: Η ανάπτυξη δυνατοτήτων πέμπτης γενιάς σε μικρή απόσταση από τα ρωσικά συστήματα S-400 δημιουργεί τον κίνδυνο υπονόμευσης και διάρρηξης της ασφάλειας πληροφοριών ολόκληρης της πλατφόρμας.

Η απειλή αυτή δεν περιορίζεται στην αποδυνάμωση του ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος του Ισραήλ ή στην έκθεση των αμυντικών βιομηχανιών του. Συνιστά άμεση απειλή για κάθε χώρα στον κόσμο που διαθέτει F-35, ενώ παράλληλα προκαλεί ανησυχίες για την πιθανή διάδοση των αεροσκαφών KAAN σε πρόσθετες ένοπλες δυνάμεις στον σουνιτικό κόσμο.

Σχετικό χρονολόγιο: Η εξέλιξη της κρίσης και της εμπιστοσύνης

Η συμπεριφορά της Άγκυρας κατά τις τελευταίες δεκαετίες αντικατοπτρίζει μια συστηματική διάβρωση της εμπιστοσύνης στις σχέσεις της με τη Δύση, παράλληλα με σύνθετους πολιτικούς ελιγμούς που αποσκοπούν στην εξασφάλιση τεχνολογικής υπεροχής:

Ιούλιος 2002: Η Τουρκία εντάσσεται επισήμως στο πρόγραμμα Joint Strike Fighter, JSF, για την ανάπτυξη του αεροσκάφους F-35.

Σεπτέμβριος 2017: Ο πρόεδρος Ερντογάν ανακοινώνει επισήμως την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, αξίας 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ ότι το σύστημα δεν είναι συμβατό με τις υποδομές της Συμμαχίας.

Η κίνηση αυτή δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο σφάλμα, αλλά βασικό πυλώνα της στρατηγικής της Τουρκίας για την απόκτηση αμυντικής ανεξαρτησίας.

Ιούλιος 2019: Τα πρώτα εξαρτήματα του συστήματος S-400 αρχίζουν να φτάνουν στην Τουρκία. Σε μια αποφασιστική αντίδραση, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποβάλλουν επισήμως την Τουρκία από το πρόγραμμα των F-35 και διακόπτουν την παράδοση των αεροσκαφών που είχαν ήδη κατασκευαστεί για λογαριασμό της.

Δεκέμβριος 2020: Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενεργοποιούν τον νόμο Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act, CAATSA, επιβάλλοντας επίσημες κυρώσεις στην τουρκική Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας, SSB.

2025–2026 — Η μεταστροφή: Η έντονη πίεση και οι προσπάθειες άσκησης επιρροής από την Άγκυρα οδηγούν σε μηνύματα από την κυβέρνηση Τραμπ που δείχνουν προθυμία επανεξέτασης της τεχνολογικής συνεργασίας με την Τουρκία.

Η έγκριση της συμφωνίας για τους κινητήρες F110 του αεροσκάφους KAAN λειτουργεί ταυτόχρονα ως δοκιμαστική κίνηση και ως καταλύτης για μια αλλαγή προσέγγισης.

Τρέχουσες συνθήκες και εναλλακτικές λύσεις παράκαμψης — Καλοκαίρι 2026

Ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να βρει ένα διπλωματικό πλαίσιο για την επίλυση ή την προσωρινή παραμερισμό του ζητήματος των S-400, η προσπάθεια αυτή συναντά σφοδρή διακομματική αντίθεση στο Κογκρέσο.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, Τζιμ Ρις, αντιτίθεται δημοσίως στη συμφωνία, καθιστώντας σαφές ότι δεν πρόκειται να εγκριθούν πωλήσεις προηγμένων οπλικών συστημάτων όσο η Άγκυρα διατηρεί το ρωσικό σύστημα.

Σε απάντηση, η αμερικανική κυβέρνηση αφήνει να εννοηθεί ότι σκοπεύει να διερευνήσει εναλλακτικές συνταγματικές οδούς, προκειμένου να παρακάμψει την αντίθεση του Κογκρέσου και να προωθήσει τη συμφωνία.

Αεροπορική ισχύς, παγκόσμιο δίκτυο F-35 και τεχνολογική έκθεση

Παράκαμψη του αδιεξόδου των F-35 και οικοδόμηση μιας διαφοροποιημένης δύναμης

Η πώληση κινητήρων F110 παρέχει στην Άγκυρα μια στρατηγική ενδιάμεση λύση, επιτρέποντάς της να αποκτήσει προηγμένες δυνατότητες χωρίς να εγκαταλείψει άμεσα το ρωσικό σύστημα S-400.

Ωστόσο, είναι ζωτικής σημασίας να υπογραμμιστεί ότι η προμήθεια μόνο των κινητήρων δεν δημιουργεί μια πλήρως επιχειρησιακή πλατφόρμα πέμπτης γενιάς. Παρ’ όλα αυτά, οι κινητήρες αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επιτρέπουν την πρόοδο προς την ανάπτυξη μιας τέτοιας πλατφόρμας.

Κατά συνέπεια, ο τελικός στρατηγικός στόχος της Τουρκίας εξακολουθεί να είναι η πλήρης επανένταξή της στο πρόγραμμα των F-35.

Παράλληλα, η Τουρκία ενισχύει βραχυπρόθεσμα τις δυνατότητές της μέσω της μεγάλης κλίμακας προμήθειας έως και 56 αεροσκαφών Eurofighter Typhoon από το Ηνωμένο Βασίλειο, το Κατάρ και το Ομάν, ενώ ταυτόχρονα εκπαιδεύει τους πιλότους της στο Κατάρ.

Η επίδραση του KAAN και η ανατροπή του περιφερειακού μονοπωλίου

Η επιτυχής ανάπτυξη του KAAN ως πλατφόρμας πέμπτης γενιάς, με την υποστήριξη κινητήρων αμερικανικής κατασκευής, θα επέτρεπε στην Τουρκία να εξελιχθεί σε εξαγωγέα οπλικών συστημάτων ικανό να μεταβάλει τις περιφερειακές ισορροπίες.

Χώρες όπως η Ινδονησία, η οποία έχει ήδη υπογράψει συμφωνία, καθώς και η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία, που έχουν εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον, θα μπορούσαν δυνητικά να αποκτήσουν το αεροσκάφος.

Για το Ισραήλ, η διάδοση τεχνολογιών χαμηλής παρατηρησιμότητας σε πρόσθετους δρώντες στον σουνιτικό κόσμο δημιουργεί έναν πρωτοφανή στρατηγικό «πονοκέφαλο».

Η πολυπλοκότητα του ζητήματος της Ποιοτικής Στρατιωτικής Υπεροχής

Ο αμερικανικός νόμος περί Ποιοτικής Στρατιωτικής Υπεροχής, γνωστός ως QME, επιβάλλει νομικά τη διατήρηση της στρατιωτικής υπεροχής του Ισραήλ.

Ωστόσο, περιλαμβάνει ένα εγγενές κενό: δεν εφαρμόστηκε ποτέ επισήμως στην Τουρκία, λόγω της ιδιότητάς της ως κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.

Η ένταξη της Τουρκίας στο οικοσύστημα της πέμπτης γενιάς θα υπονόμευε στην πράξη αυτό το πλεονέκτημα, παρέχοντας σε έναν επιθετικό δρώντα πρόσβαση σε κοινές υποδομές τακτικών δεδομένων, γνωστές ως Connected Battlefield Nodes, καθώς και σε απόρρητα επιχειρησιακά δόγματα, χωρίς να υπάρχει ένας σαφής αμερικανικός νομικός μηχανισμός για την αποτροπή μιας τέτοιας εξέλιξης.

Η απειλή των S-400 και η ασφάλεια των πληροφοριών

Η επιχειρησιακή χρήση πλατφορμών πέμπτης γενιάς κοντά στο ρωσικό σύστημα S-400 που βρίσκεται στην Τουρκία θέτει σε κρίσιμο κίνδυνο την ασφάλεια των πληροφοριών των αεροσκαφών.

Το σύστημα διαθέτει το ραντάρ 91N6E, το οποίο έχει εμβέλεια εντοπισμού 600 χιλιομέτρων και έχει δοκιμαστεί επιτυχώς εναντίον αεροσκαφών F-16.

Θεωρητικά, η συνύπαρξη των συστημάτων θα μπορούσε να επιτρέψει τον εντοπισμό ευπαθειών και του ίχνους ραντάρ του αεροσκάφους, με αποτέλεσμα την άμεση διαρροή αυτών των πληροφοριών στις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Στο πλαίσιο αυτό προκύπτουν τρεις βασικές απειλές:

Η οδός διαρροής προς τις ανατολικές δυνάμεις

Η έκθεση ευαίσθητων πληροφοριών σε ρωσικά συστήματα δημιουργεί αμέσως τη δυνατότητα περαιτέρω διαβίβασής τους.

Η απόσταση μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου είναι πολύ μικρή από άποψη στρατηγικής συνεργασίας και μια τέτοια διαρροή θα μπορούσε να προσφέρει και στην Κίνα τη δυνατότητα να αποκωδικοποιήσει τα μυστικά της δυτικής τεχνολογίας χαμηλής παρατηρησιμότητας.

Εξουδετέρωση του παγκόσμιου ποιοτικού πλεονεκτήματος

Μια παραβίαση της ασφάλειας των πληροφοριών και η αποκάλυψη του ίχνους ραντάρ του αεροσκάφους θα δημιουργούσαν έναν συστημικό κίνδυνο, ικανό να εξουδετερώσει το ποιοτικό πλεονέκτημα των πλατφορμών πέμπτης γενιάς.

Ο κίνδυνος αυτός δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ισραήλ, αλλά κάθε χώρα παγκοσμίως που έχει αποκτήσει τη συγκεκριμένη πλατφόρμα.

Έκθεση των δικτύων δεδομένων και των απόρρητων δογμάτων μάχης

Η ένταξη της Τουρκίας στο οικοσύστημα της πέμπτης γενιάς θα παρείχε σε έναν δρώντα με ανεξάρτητες και επιθετικές φιλοδοξίες άμεση πρόσβαση σε κοινές υποδομές τακτικών δεδομένων, τα λεγόμενα Connected Battlefield Nodes.

Μια τέτοια πρόσβαση θα μπορούσε να εκθέσει στην Άγκυρα άκρως απόρρητα επιχειρησιακά δόγματα, τόσο εκείνα που αφορούν χώρες του ΝΑΤΟ όσο και εκείνα που σχετίζονται με κράτη της Μέσης Ανατολής.

Έκθεση ευαίσθητης ισραηλινής τεχνολογίας

Οι ισραηλινές αμυντικές βιομηχανίες είναι ενσωματωμένες στον βασικό πυρήνα της εφοδιαστικής αλυσίδας του F-35.

Σε αυτήν περιλαμβάνονται η παραγωγή πτερύγων από την Israel Aerospace Industries και το σύστημα απεικόνισης επί κάσκας, Helmet Mounted Display System ή HMDS, που παράγεται από την Elbit Systems.

Η επανένταξη της Τουρκίας θα εξέθετε εξαιρετικά ευαίσθητη ισραηλινή πνευματική ιδιοκτησία και προηγμένες τεχνολογίες στον κίνδυνο διαρροής σε εχθρικά χέρια, σε ένα περιβάλλον όπου η Άγκυρα εμβαθύνει τη συνεργασία της με αντιδυτικές δυνάμεις.

Ακολουθεί η μετάφραση του τελευταίου μέρους:

Το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο: Η Τουρκία ως ανταγωνιστική περιφερειακή δύναμη

Η απόκτηση από την Τουρκία οπλικών συστημάτων ικανών να μεταβάλουν τις ισορροπίες πρέπει να αξιολογηθεί μέσα από το πρίσμα της ευρύτερης στρατηγικής της: της αυτόνομης επιδίωξης περιφερειακής κυριαρχίας, σε συνδυασμό με προσπάθειες διεύρυνσης των ορίων της επιρροής της έναντι του δυτικού και περιφερειακού συστήματος συμμαχιών.

Είναι ζωτικής σημασίας να καταστεί σαφές ότι, ακόμη και αν βρεθεί μια πολιτική φόρμουλα για την επίλυση ή την προσωρινή παραμερισμό του ζητήματος των S-400 με τη συγκατάθεση των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτό δεν θα αποτελούσε λόγο εφησυχασμού για το Ισραήλ ή την Ελλάδα. Η βασική απειλή δεν είναι μόνο τεχνολογική, αλλά εντοπίζεται κυρίως στις προθέσεις και στις φιλοδοξίες της Άγκυρας να μεταβάλει την ισορροπία ισχύος.

Η διάσταση απόψεων μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και επαγγελματικού μηχανισμού στην Ουάσιγκτον

Η προσπάθεια εξοπλισμού της Τουρκίας αναδεικνύει την εσωτερική πολυπλοκότητα της αμερικανικής κυβέρνησης. Δεν πρόκειται για μια σύγκρουση μεταξύ δύο ισοδύναμων παρατάξεων, αλλά για μια σαφή πρωτοβουλία υπό την ηγεσία του προέδρου Τραμπ και της εκτελεστικής εξουσίας, οι οποίοι έχουν υιοθετήσει μια πραγματιστική προσέγγιση απέναντι στον Ερντογάν και τον αντιμετωπίζουν ως θετικό και επιδραστικό παράγοντα, ο οποίος έχει διατηρήσει ουδέτερη στάση στις περιφερειακές συγκρούσεις.

Αντιθέτως, υπηρεσιακά στελέχη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, μαζί με ανώτερα πολιτικά πρόσωπα, όπως ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας Τζιμ Ρις, αντιμετωπίζουν την κίνηση με ανησυχία και καχυποψία. Φοβούνται την όξυνση του περιφερειακού ανταγωνισμού και τη διεύρυνση της ερμηνείας των διατάξεων των κυρώσεων CAATSA.

Απουσία περιφερειακής αυτοσυγκράτησης και στρατηγικός οπορτουνισμός

Η Άγκυρα δεν διστάζει να αξιοποιεί τη στρατιωτική ισχύ και τη γεωγραφική της θέση, προκειμένου να αμφισβητεί γειτονικούς δυτικούς εταίρους.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα σημειώθηκε στη βόρεια Κύπρο. Έπειτα από την ενίσχυση των δυτικών δυνάμεων στο νησί από την Ελλάδα, τη Γαλλία και τη Γερμανία, ως απάντηση σε ιρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε την κλιμάκωση για να αναπτύξει, σε μια ασυνήθιστη κίνηση, αεροσκάφη F-16 και να δημιουργήσει εκεί ένα επιχειρησιακό προγεφύρωμα.

Αυτή η τακτική της «κανονικοποίησης» ή του οπορτουνισμού καταδεικνύει τις δυνατότητες της Άγκυρας και ενισχύεται περαιτέρω από τη λειτουργία μόνιμης βάσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε κυπριακό έδαφος.

Η συγκεκριμένη υποδομή, η οποία περιλαμβάνει ένα διαφοροποιημένο πλέγμα αεροπορικών δυνατοτήτων, λειτουργεί ως προκεχωρημένο φυλάκιο που επιτρέπει στην Άγκυρα να παραβιάζει την κυριαρχία, να προβάλλει ισχύ και να υπονομεύει το υφιστάμενο επιχειρησιακό καθεστώς στη Μεσόγειο και ευρύτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ενεργή υποστήριξη του ριζοσπαστικού ισλαμικού άξονα και προβολή ισχύος εναντίον του Ισραήλ

Η Άγκυρα παρέχει στη Χαμάς δημόσια, πρακτική και διπλωματική υποστήριξη και συμμετέχει επίσης στο «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη διακυβέρνηση της Λωρίδας της Γάζας.

Παράλληλα, η Τουρκία διατηρεί βαθιά στρατιωτική εμπλοκή στη Συρία, εργάζεται για την εδραίωση ισλαμιστικών δυνάμεων στην περιοχή και υποστηρίζει ανοιχτά το καθεστώς αλ-Σάρα.

Αυτή η εχθρική ρητορική διαπερνά τα ανώτατα κλιμάκια της τουρκικής ηγεσίας. Ωστόσο, ο κύριος κίνδυνος σε μια αντιπαράθεση με το Ισραήλ δεν είναι μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση, καθώς η Τουρκία διαθέτει ήδη μεγάλες χερσαίες δυνάμεις και ισχυρό πολεμικό ναυτικό.

Η πιο συγκεκριμένη ανησυχία είναι ότι μια τουρκική πολεμική αεροπορία πέμπτης γενιάς θα μπορούσε να προσδώσει υπερβολική αυτοπεποίθηση στον κύκλο του Ερντογάν. Αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί σε πολύ πιο επιθετική και διεκδικητική συμπεριφορά στον θαλάσσιο και εναέριο χώρο, με στόχο την εξισορρόπηση, τον περιορισμό και τη μείωση της ελευθερίας δράσης του Ισραήλ στην περιοχή.

Ο άξονας διαραβικής προσέγγισης ως μηχανισμός περιφερειακής εξισορρόπησης

Η σημασία της Τουρκίας ως μεγάλης περιφερειακής δύναμης δεν βασίζεται πλέον αποκλειστικά στις παραδοσιακά στενές σχέσεις της με το Κατάρ, αλλά σε μια πολύ ευρύτερη γεωστρατηγική μετατόπιση: στις διαδικασίες εξομάλυνσης και στην επιταχυνόμενη διπλωματική και οικονομική προσέγγιση με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία.

Αυτός ο αναδυόμενος άξονας καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα επανατοποθετείται ως κεντρικός πυλώνας στην καρδιά του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου.

Μακροπρόθεσμα, η εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ της Τουρκίας και αυτών των σουνιτικών δυνάμεων δεν αποτελεί απλώς εργαλείο διεύρυνσης της τουρκικής επιρροής. Δημιουργεί έναν ολοκληρωμένο μηχανισμό ισχύος, σχεδιασμένο να εξισορροπεί και, ορισμένες φορές, ακόμη και να περιορίζει τη στρατηγική ελευθερία δράσης και την περιφερειακή υπεροχή του Ισραήλ.

Φιλοδοξία ανάδειξης σε ανεξάρτητη δύναμη στην παγκόσμια σκηνή

Η εξωτερική πολιτική του Ερντογάν δεν αποσκοπεί πλέον στην πλήρη ενσωμάτωση της Τουρκίας στη Δύση, αλλά στην ανάδειξή της σε «αυτοτελή δύναμη».

Ως εκ τούτου, η Τουρκία δεν θεωρεί ότι είναι υποδεέστερη ή ότι περιορίζεται από τα συμφέροντα της δυτικής συμμαχίας. Αντιθέτως, ακολουθεί μια πραγματιστική εξωτερική πολιτική βασισμένη στα συμφέροντά της, ενώ ταυτόχρονα στρέφει διαρκώς το βλέμμα της προς τη Μόσχα και προς εναλλακτικούς άξονες συνεργασίας.

Συμπέρασμα

Η θέση του Ισραήλ δεν βασίζεται μόνο στην ανάγκη διατήρησης του τεχνολογικού του πλεονεκτήματος και αποτροπής της διαρροής πνευματικής ιδιοκτησίας από τις αμυντικές του βιομηχανίες.

Κατά την ισραηλινή αντίληψη, αποτελεί επίσης αναπόσπαστο μέρος της προστασίας της εθνικής ασφάλειας πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στις ανατολικές δυνάμεις.

Η αποτροπή της στρατιωτικής ενίσχυσης της Άγκυρας, καθώς αυτή τοποθετεί τον εαυτό της ως ανεξάρτητη δύναμη και ως πυλώνα ενός διευρυνόμενου σουνιτικού άξονα, αποτελεί την πρωταρχική προϋπόθεση για την αποφυγή μιας περιφερειακής κούρσας εξοπλισμών και για τη διατήρηση της σταθερότητας της ευρύτερης παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ασφάλειας.

Η ανάλυση της συμφωνίας για τους κινητήρες οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υποκείμενη απειλή που συνεπάγεται ο εξοπλισμός της Τουρκίας δεν είναι απλώς τεχνολογική, αλλά γεωπολιτική.

Κατά συνέπεια, ακόμη και αν η Ουάσιγκτον και η Άγκυρα καταλήξουν σε μια φόρμουλα που θα επιλύει ή θα θέτει προσωρινά στο περιθώριο το ζήτημα των S-400, το Ισραήλ και οι εταίροι του στο ΝΑΤΟ δεν έχουν την πολυτέλεια να καθησυχάσουν τις ανησυχίες τους.

Η αναβάθμιση της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας στην πέμπτη γενιά, είτε μέσω του προγράμματος KAAN είτε μέσω μιας μελλοντικής επιστροφής στο δίκτυο των F-35, θα προσέδιδε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στον κύκλο του Ερντογάν και θα ενθάρρυνε πιο επιθετική συμπεριφορά.

Η συμπεριφορά αυτή θα είχε ως άμεσο στόχο τον περιορισμό της ελευθερίας δράσης και της αποτρεπτικής ικανότητας των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων στον θαλάσσιο και εναέριο χώρο.

Οι απόψεις που εκφράζονται στις δημοσιεύσεις του INSS ανήκουν αποκλειστικά στους συγγραφείς τους.

Yacov Bengo

Ο δρ Yacov Bengo είναι ανώτερος ερευνητής στο INSS. Είναι απόστρατος υποστράτηγος του Ισραήλ και στην τελευταία του θέση υπηρέτησε ως επικεφαλής της Διεύθυνσης Σχεδιασμού των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, J8.

Η στρατιωτική του σταδιοδρομία εκτείνεται σε περισσότερα από 34 χρόνια υπηρεσίας, κυρίως στο Σώμα Τεθωρακισμένων και στο Γενικό Επιτελείο.

Ο υποστράτηγος Bengo είναι ειδικός στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων και στην αξιοποίηση της ισχύος, από το τακτικό έως το στρατηγικό επίπεδο του Γενικού Επιτελείου.

INSS

Δ. Κόντης: γιατί το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν στρατηγικά καταδικασμένο να αποτύχει

1

του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη* 

Το χουντικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 δεν ήταν μόνο εγκληματικό· υπήρξε και στρατηγικά παράλογο. Η βασική αποτυχία του πραξικοπήματος ήταν ότι δεν «τελείωσε» τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, όπως θα ομολογούσε κυνικά στον Πρόεδρο Νίξον ο Χένρι Κίσινγκερ. Ο Κίσινγκερ φοβόταν ακριβώς αυτό: ότι, εάν ο διεθνώς νομιμοποιημένος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιβίωνε της κρίσης, θα διέφευγε, θα προσέφευγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για σοβιετική διπλωματική ή ακόμη και στρατιωτική παρέμβαση. Στις 19 Ιουλίου, ο Μακάριος πράγματι μίλησε στο Συμβούλιο Ασφαλείας, καταγγέλλοντας το πραξικόπημα και ζητώντας την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης.

Η εγκατάσταση του ακραίου Νίκου Σαμψών στην Προεδρία δεν μπορούσε να σταθεροποιήσει την Κύπρο. Η κυπριακή Αριστερά δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί ένα καθεστώς που προήλθε από πραξικόπημα της χούντας και συνδεόταν με την ΕΟΚΑ Β΄, ενώ υπήρχαν ήδη ενδείξεις κινητοποίησης και ένοπλης αντίστασης εναντίον του. Σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, μια παρατεταμένη εσωτερική σύγκρουση θα διεύρυνε την επιρροή του ΑΚΕΛ —του ισχυρότερου κομμουνιστικού κόμματος της Κύπρου— και, κατ’ επέκταση, τα περιθώρια της Μόσχας να αξιοποιήσει την κρίση.

Το σημαντικότερο ζήτημα, όμως, ήταν γεωπολιτικό. Η Σοβιετική Ένωση δεν θα αποδεχόταν την ανατροπή του κυπριακού status quo: δηλαδή, μιας ανεξάρτητης, κυρίαρχης και αδέσμευτης Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ένωση με την Ελλάδα, την οποία επιδίωκαν οι πραξικοπηματίες, ή μια ενδεχόμενη διπλή ένωση, μέσω ενός ελληνοτουρκικού συμβιβασμού, θα ενέτασσαν ουσιαστικά την Κύπρο στον νατοϊκό σχεδιασμό. Η Μόσχα αντιτασσόταν δημόσια τόσο στην ένωση όσο και στη διχοτόμηση, επειδή η διατήρηση της κυπριακής ανεξαρτησίας προσέφερε στη Μόσχα περιθώρια πολιτικής επιρροής στη νήσο, όπου το ΑΚΕΛ αποτελούσε σημαντικό παράγοντα, ενώ ταυτόχρονα συντηρούσε την ελληνοτουρκική ρήξη ως πρόβλημα συνοχής του ΝΑΤΟ.

Από τις 15 έως τις 18 Ιουλίου, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρακολουθούσε με ανησυχία το ενδεχόμενο σοβιετικής εκμετάλλευσης της κρίσης. Στην Ουάσιγκτον επικρατούσε ο φόβος ότι μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας υπέρ της επαναφοράς του Μακαρίου θα δημιουργούσε πολιτικό και διπλωματικό χώρο για σοβιετική πρωτοβουλία, σε μια στιγμή που οι δυτικές δυνάμεις ούτε επιθυμούσαν ούτε ήταν σε θέση να αναλάβουν αντίστοιχη δράση. Η Μόσχα είχε ήδη προτείνει κοινή αμερικανοσοβιετική δράση για την αποκατάσταση της νόμιμης κυβέρνησης του Μακαρίου.

Ο Κίσινγκερ δεν είχε, εξάλλου, τη δυνατότητα να απαντήσει με αμερικανική στρατιωτική παρέμβαση. Μετά το Βιετνάμ, το Κογκρέσο —και ειδικότερα ο ηγέτης της Δημοκρατικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, Μάικ Μάνσφιλντ— είχε καταστήσει σαφές ότι η αποστολή αμερικανικών δυνάμεων στην Κύπρο ήταν πολιτικά αδιανόητη. Έτσι, o Κίσινγκερ φοβόταν μια σοβιετική πρωτοβουλία, χωρίς όμως να διαθέτει τα μέσα για ανάλογη αντίδραση, σε περίπτωση άφιξης σοβιετικών στρατευμάτων στην Κύπρο.

Η ειρωνεία είναι ότι, το 1974, η Μόσχα δεν απείλησε την Τουρκία με στρατιωτική παρέμβαση προκειμένου να αποτρέψει την εισβολή, όπως ίσως ορισμένοι στην Αθήνα και τη Λευκωσία ανέμεναν, υπό το βάρος του προηγουμένου του 1964. Οι μέχρι σήμερα διαθέσιμες αμερικανικές πηγές παραπέμπουν περισσότερο σε σοβιετική ανοχή απέναντι στην τουρκική ενέργεια και σε παράλληλη επιδίωξη συνεννόησης με την Άγκυρα.  Ο Κίσινγκερ και ο υφυπουργός Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο διατύπωσαν προς Έλληνες αξιωματούχους μια σαφέστερη εκτίμηση: ήταν πεπεισμένοι ότι η Μόσχα, αντί να αποτρέψει την τουρκική ενέργεια, είχε ουσιαστικά ενθαρρύνει την Άγκυρα να εισβάλει στην Κύπρο.

Για τη σοβιετική ηγεσία, η τουρκική επέμβαση μπορούσε να εξουδετερώσει τον άμεσο κίνδυνο της Ένωσης, δηλαδή της ενσωμάτωσης της Κύπρου στη νατοϊκή σφαίρα επιρροής μέσω της Ελλάδας. Παράλληλα, θα βάθαινε τη ρήξη Ελλάδας και Τουρκίας και, επομένως, θα επέτεινε την εσωτερική κρίση του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Μόσχα υπαγόρευσε ή σχεδίασε την τουρκική εισβολή· σημαίνει, όμως, ότι δεν είχε στρατηγικό λόγο να την αποτρέψει και ότι μπορούσε να θεωρεί τα αποτελέσματά της συμβατά με τους ευρύτερους στόχους της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στο σημείο αυτό διακρίνεται ουσιαστική σύμπτωση αμερικανικών και σοβιετικών επιδιώξεων. Στο υπόμνημά του προς τον Κίσινγκερ, στις 17 Ιουλίου, ο Χάρολντ Σόντερς —στενός συνεργάτης του Κίσινγκερ στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (National Security Council, NSC) και κατεξοχήν ειδικός του Λευκού Οίκου για τη Μέση Ανατολή— εκτιμούσε ότι η άμεση αμερικανική πίεση προς την Αθήνα δύσκολα θα απέδιδε και θα άφηνε την Ουάσιγκτον εκτεθειμένη ως υπεύθυνη για την αποτυχία. Ως εναλλακτική, έθετε ρητά το ενδεχόμενο μιας σιωπηρής αμερικανοβρετανικής ανοχής σε τουρκική επέμβαση, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε διχοτόμηση είτε σε μια διακοινοτική, ομοσπονδιακή διευθέτηση. Εξάλλου, στις αρχές του 1974, η Ουάσιγκτον και η Μόσχα φαίνεται ότι συνέκλιναν στην υποστήριξη μιας κυρίαρχης και ανεξάρτητης Κύπρου και στην αποδοχή οποιασδήποτε λύσης θα προέκυπτε από τις διακοινοτικές συνομιλίες, συμπεριλαμβανομένης μιας ομοσπονδιακής διευθέτησης.

Το κρίσιμο ερώτημα που θα έπρεπε να απασχολεί τους ιστορικούς είναι κατά πόσον η τουρκική επέμβαση λειτούργησε, τελικά, ως ένας «από μηχανής θεός» και για τις δύο υπερδυνάμεις: για τις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή απέτρεπε την άμεση παλινόρθωση του Μακαρίου με σοβιετική παρέμβαση και περιόριζε τον κίνδυνο μιας ανοιχτής αμερικανοσοβιετικής συνδιαχείρισης του Κυπριακού· και για τη Σοβιετική Ένωση, επειδή ακύρωνε την προοπτική της Ένωσης, διατηρούσε την Κύπρο εκτός ΝΑΤΟ και όξυνε τη σύγκρουση μεταξύ των δύο νοτιοανατολικών συμμάχων της Συμμαχίας.

Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική του Ιωαννίδη αποκαλύπτει όχι μόνο εγκληματική ανευθυνότητα, αλλά και βαθιά στρατηγική μυωπία. Αντιμετώπισε την ανατροπή του Μακαρίου ως αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση της Αθήνας και των Ελληνοκυπρίων, σαν να μπορούσε να μεταβληθεί μονομερώς το πολιτειακό και γεωπολιτικό καθεστώς της Κύπρου, χωρίς να ενεργοποιηθούν τα συμφέροντα της Τουρκίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας και της Σοβιετικής Ένωσης.

*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Δ. Τσαϊλάς: η μεγαλύτερη παγίδα του Τραμπ είναι ότι περιμένει την υποχώρηση του Ιράν

0

του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.

Ο Τραμπ περιμένει να λυγίσει το Ιράν. Το Ιράν περιμένει να λυγίσει ο Τραμπ. Ποιος θα υποχωρήσει πρώτος;

Η παρατεταμένη αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν δείχνει να εισέρχεται σε μια νέα φάση. Όχι επειδή αλλάζει ριζικά το στρατιωτικό ισοζύγιο, αλλά επειδή καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται διατεθειμένη να κάνει το πρώτο πολιτικό βήμα προς έναν συμβιβασμό.

Η εύστοχη διαπίστωση ότι «φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη» αποτυπώνει την ουσία της σημερινής στρατηγικής στασιμότητας, επειδή και οι δύο πλευρές περιμένουν να λυγίσει η άλλη. Πρόκειται για έναν πόλεμο φθοράς, όπου η στρατιωτική ισχύς χρησιμοποιείται κυρίως ως εργαλείο πολιτικής πίεσης και όχι ως μέσο επίτευξης μιας αποφασιστικής νίκης.

Από στρατηγική σκοπιά, όμως, το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι ποιος θα εξαντληθεί πρώτος. Είναι εάν οι πολιτικοί στόχοι των δύο πλευρών παραμένουν εφικτοί.

Το βασικό πρόβλημα της αρχικής συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός δεν ήταν μόνο ότι ήταν ατελής. Ήταν ότι δεν αντιμετώπισε το κεντρικό ζήτημα της σύγκρουσης που δεν είναι άλλο από το καθεστώς του Στενού του Ορμούζ.

Στη στρατηγική, οι εκεχειρίες που αφήνουν ασαφές το βασικό αντικείμενο της διαμάχης συνήθως μεταθέτουν τη σύγκρουση αντί να την επιλύουν. Το ίδιο συνέβη και εδώ. Οι διαφωνίες σχετικά με τις κυρώσεις, το πυρηνικό πρόγραμμα και τις αποζημιώσεις ήταν σημαντικές, αλλά δεν αποτελούσαν τον πυρήνα της αντιπαράθεσης. Ο πυρήνας ήταν και παραμένει ο έλεγχος του σημαντικότερου ενεργειακού θαλάσσιου περάσματος στον κόσμο.

Το Στενό του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα ακόμη γεωγραφικό σημείο στον χάρτη. Είναι το σημείο όπου διασταυρώνονται η ναυτική ισχύς, η ενεργειακή ασφάλεια και η παγκόσμια οικονομία. Όποιος επηρεάζει τη λειτουργία του δεν ασκεί μόνο στρατιωτική πίεση, επηρεάζει τις διεθνείς αγορές, την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων και τις πολιτικές αποφάσεις δεκάδων κρατών.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το στρατηγικό αδιέξοδο.

Η Ουάσιγκτον φαίνεται να πιστεύει ότι η συνεχής στρατιωτική και οικονομική πίεση θα οδηγήσει τελικά την Τεχεράνη σε παραχωρήσεις. Η Τεχεράνη, αντίθετα, εκτιμά ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της. Υπολογίζει ότι το οικονομικό κόστος του πολέμου, οι πιέσεις προς τους περιφερειακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών και οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Αμερική θα αναγκάσουν τελικά την αμερικανική ηγεσία να αναζητήσει έναν συμβιβασμό.

Με άλλα λόγια, και οι δύο πλευρές επενδύουν περισσότερο στον χρόνο παρά στη στρατιωτική υπεροχή.

Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των πολέμων φθοράς. Η νίκη δεν επιδιώκεται μέσω μιας αποφασιστικής μάχης αλλά μέσω της σταδιακής εξάντλησης της πολιτικής βούλησης του αντιπάλου.

Ωστόσο, η ιστορία διδάσκει ότι αυτού του είδους οι συγκρούσεις σπάνια παράγουν καθαρούς νικητές. Αντίθετα, συχνά οδηγούν σε παρατεταμένη αστάθεια, οικονομική αιμορραγία και αυξημένο κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών.

Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής είναι ο ρόλος των περιφερειακών δρώντων. Το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν ενδέχεται να αποδειχθούν πιο χρήσιμοι ως διαμεσολαβητές από όσο οι ίδιες οι εμπλεκόμενες πλευρές. Στη διεθνή διπλωματία, πολλές από τις πλέον ανθεκτικές συμφωνίες επιτεύχθηκαν όταν ουδέτεροι ή περιφερειακοί παράγοντες μπόρεσαν να διαμορφώσουν έναν αποδεκτό συμβιβασμό.

Αυτό δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας των μεγάλων δυνάμεων. Αντιθέτως, αντανακλά την πραγματικότητα ότι, όταν η πολιτική εμπιστοσύνη έχει καταρρεύσει, απαιτείται ένας αξιόπιστος τρίτος για να γεφυρώσει το χάσμα.

Παράλληλα, δεν πρέπει να υποτιμάται η εσωτερική διάσταση της κρίσης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάθε παρατεταμένος πόλεμος επηρεάζει το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και αυξάνει το κόστος για την εκάστοτε κυβέρνηση. Στο Ιράν, οι διαφορετικές προσεγγίσεις στο εσωτερικό του καθεστώτος για τον χειρισμό της κρίσης και για τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ επηρεάζουν επίσης τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων.

Καμία στρατηγική δεν μπορεί να αγνοήσει αυτές τις εσωτερικές πολιτικές παραμέτρους.

Το μεγαλύτερο δίδαγμα της μέχρι σήμερα εξέλιξης είναι ίσως διαφορετικό από εκείνο που συνήθως προβάλλεται. Δεν είναι ότι κάποια πλευρά έχει αποτύχει στρατιωτικά. Είναι ότι και οι δύο πλευρές ξεκίνησαν τη σύγκρουση με υπερβολική αισιοδοξία ως προς την ταχύτητα και την ευκολία επίτευξης των πολιτικών τους στόχων.

Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι οι πόλεμοι είναι πολύ πιο εύκολο να αρχίσουν παρά να τερματιστούν. Όταν οι αρχικοί πολιτικοί στόχοι δεν επιτυγχάνονται, οι κυβερνήσεις τείνουν να αναθεωρούν τους στόχους τους αντί να αναθεωρούν τη στρατηγική τους. Έτσι δημιουργούνται οι λεγόμενοι «πόλεμοι χωρίς τέλος».

Η έξοδος από αυτό το αδιέξοδο δεν θα προκύψει από περισσότερα πυραυλικά πλήγματα ούτε από μεγαλύτερη ρητορική ένταση. Θα προκύψει μόνο όταν και οι δύο πλευρές αποδεχθούν ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να δημιουργεί διαπραγματευτική πίεση, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να υποκαταστήσει τη διπλωματία.

Η αποκατάσταση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, η σταθεροποίηση των ενεργειακών αγορών και η αποτροπή μιας γενικευμένης περιφερειακής ανάφλεξης αποτελούν κοινά συμφέροντα της διεθνούς κοινότητας. Αυτά μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσα από μια συμφωνία που θα είναι πολιτικά βιώσιμη, στρατηγικά ισορροπημένη και διεθνώς αποδεκτή.

Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι ποιος θα λυγίσει πρώτος. Είναι ποιος θα αναγνωρίσει πρώτος ότι καμία στρατιωτική εκστρατεία δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια συνεκτική στρατηγική εξόδου.

Αυτό είναι το πραγματικό δίδαγμα της κρίσης στο Ορμούζ. Και αυτό θα καθορίσει όχι μόνο την έκβαση της σύγκρουσης, αλλά και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο.

*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Δίδαξε επί σειρά ετών Επιχειρησιακή Σχεδίαση, Στρατηγική και Ασφάλεια στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security (INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

Ποιος ελέγχει πραγματικά τα Στενά του Ορμούζ;

0

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Will Gottsegen
Συντάκτης

Σήμερα το πρωί, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακάλεσε την απόφασή του να επιβάλει τέλη στα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Η αλλαγή αυτή αναδεικνύει ορισμένα από τα ευρύτερα ζητήματα εξουσίας και ελέγχου στη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο.

Αντίποινα

Δύο παιδιά κολυμπούν στα Στενά του Ορμούζ, με φορτηγά πλοία στο βάθος.
(Amirhosein Khorgooi / AP) 

Χθες, ο πρόεδρος Τραμπ έγραψε στο Truth Social ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα γίνονταν ο «ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΣΤΕΝΩΝ ΤΟΥ ΟΡΜΟΥΖ», αποκλείοντας τα ιρανικά λιμάνια και διασφαλίζοντας την ασφαλή διέλευση των μη ιρανικών πλοίων. Και στο πνεύμα της «ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ», πρόσθεσε, οι ΗΠΑ θα χρέωναν τα πλοία για την υπηρεσία αυτή.

Σήμερα το πρωί, όμως, προχώρησε σε μια τροποποίηση: ο Τραμπ εγκατέλειψε την ιδέα της επιβολής τέλους, εξακολουθώντας παράλληλα να δηλώνει ότι σκοπεύει να επιβάλει τον έλεγχο των στενών και να επαναφέρει τον αποκλεισμό. Τώρα υποστηρίζει ότι, ως αντάλλαγμα, τα κράτη του Κόλπου θα συνάψουν «Εμπορικές και Επενδυτικές Συμφωνίες» με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες αυτών των συμφωνιών —καθώς και το ποια κράτη θα συμμετάσχουν— παραμένουν ασαφείς.

Η σημερινή ημέρα ήταν η τέταρτη συνεχόμενη κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν πλήγματα σε ολόκληρο το Ιράν. Η κατάπαυση του πυρός έχει καταρρεύσει —ο Τραμπ ενημέρωσε επισήμως χθες το Κογκρέσο ότι ο πόλεμος έχει ξαναρχίσει— και οι διαπραγματεύσεις έχουν διακοπεί. Σε περίπτωση που οι αμερικανικές δυνάμεις επιχειρήσουν να επιβάλουν εκ νέου την ισχύ τους στα στενά, θα βρεθούν αντιμέτωπες με μια δύσκολη αποστολή. Το Ιράν εξακολουθεί να περιορίζει την κυκλοφορία των πλοίων, ενώ οι πρόσφατες βίαιες συγκρούσεις στη θαλάσσια δίοδο έχουν μειώσει και πάλι δραματικά τον αριθμό των πλοίων που εισέρχονται στον Περσικό Κόλπο και εξέρχονται από αυτόν. Η δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να ασκήσουν έλεγχο στα στενά ενδέχεται να εξαρτηθεί από την ικανότητά τους να αποδυναμώσουν το σύστημα κυριαρχίας που έχει εγκαθιδρύσει το Ιράν τους τελευταίους μήνες.

Η κυριαρχία στον Περσικό Κόλπο δεν υπήρξε ποτέ ξεκάθαρη. Στις αρχές του 16ου αιώνα, Πορτογάλοι θαλασσοπόροι έφεραν στα Στενά του Ορμούζ το σύστημα αδειών διέλευσης cartaz, μέσω του οποίου επέβλεπαν τη θαλάσσια δίοδο για περισσότερο από έναν αιώνα. Το 1622, οι ενωμένες δυνάμεις της Περσίας και της Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών κατέλαβαν τα στενά. Σήμερα, τα Στενά του Ορμούζ θεωρούνται ευρέως διεθνής θαλάσσια ζώνη, ωστόσο ορισμένα τμήματά τους εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης. Στο στενότερο σημείο τους έχουν πλάτος μόλις 21 μίλια —γεγονός που σημαίνει ότι, σύμφωνα με μια σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, βρίσκονται εξ ολοκλήρου εντός των χωρικών υδάτων του Ιράν και του γειτονικού Ομάν. Ούτε το Ιράν ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι συμβαλλόμενα μέρη στη συγκεκριμένη σύμβαση του ΟΗΕ. Παρ’ όλα αυτά, οι ΗΠΑ την αναγνωρίζουν ως μέρος του διεθνούς δικαίου, όπως μου δήλωσε ο Μάικλ Ποζνάνσκι, μη μόνιμος ανώτερος ερευνητής στο Brookings Institution.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναλάβει και στο παρελθόν έναν βαθμό ευθύνης για τα Στενά του Ορμούζ. Η υπεράσπιση του Περσικού Κόλπου βρισκόταν στον πυρήνα του Δόγματος Κάρτερ —της προσπάθειας του Τζίμι Κάρτερ, το 1980, να απαντήσει στην εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν. Κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν–Ιράκ τη δεκαετία του 1980, το Ιράν επιτιθόταν κατά διαστήματα σε ξένα πλοία στα στενά. Το 1987, το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό ξεκίνησε την Επιχείρηση Earnest Will, συνοδεύοντας δεξαμενόπλοια του Κουβέιτ κατά τη διέλευσή τους από τα στενά για περισσότερο από έναν χρόνο. Κατά τη διάρκεια εκείνου του πολέμου, το ιρανικό καθεστώς απείλησε να κλείσει εντελώς τα στενά, αλλά τελικά δεν το έκανε, καθώς αντιλήφθηκε ότι η ζημιά για τη δική του οικονομία θα ήταν υπερβολικά μεγάλη. Το Ιράν επανέλαβε αυτή την απειλή πολλές φορές τις τελευταίες δύο δεκαετίες, χωρίς όμως να την πραγματοποιήσει μέχρι τον Φεβρουάριο, όταν προχώρησε σε αυτή την ενέργεια ως αντίποινα για τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα στο έδαφός του και για τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ.

Παρά τη διαρκή απειλή ιρανικών παρεμβάσεων στα στενά κατά τον τελευταίο μισό αιώνα, δεν ήταν ποτέ βέβαιο ότι η ηγεσία του Ιράν θα μπορούσε να επιβάλει έναν αποτελεσματικό αποκλεισμό. Ωστόσο, ό,τι έχει απομείνει από τις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες έχουν αποδεκατιστεί έπειτα από μήνες πολέμου, έχει αποδειχθεί ακόμη ικανό να διατηρεί τους περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα που ανακοίνωσε το καθεστώς την άνοιξη. Η μόνιμη απειλή των ναρκών, καθώς και των ευέλικτων ταχύπλοων σκαφών του Ιράν, τα οποία μπορούν να παρενοχλούν ή να επιτίθενται σε άλλα πλοία, έχει περιορίσει στο ελάχιστο τη θαλάσσια κυκλοφορία. Την Κυριακή, ο αριθμός των διελεύσεων ήταν ο χαμηλότερος που είχε καταγραφεί μέσα σε έναν μήνα.

Οι προηγούμενες προσπάθειες να τερματιστεί ο ασφυκτικός έλεγχος του Ιράν κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου απέτυχαν. Τον Μάιο, οι αμερικανικές δυνάμεις άρχισαν να συνοδεύουν ορισμένα πλοία κατά τη διέλευσή τους από τα στενά, στο πλαίσιο μιας πρωτοβουλίας με την ονομασία Project Freedom. Η επιχείρηση τερματίστηκε έπειτα από μόλις δύο ημέρες, εν μέρει επειδή η Σαουδική Αραβία αρνήθηκε να επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν τις στρατιωτικές βάσεις και τον εναέριο χώρο της. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα μπορούσαν να προσφέρουν υποστήριξη σε ενδεχόμενες αμερικανικές αποστολές στον Κόλπο, όπως είχαν κάνει κατά την Επιχείρηση Earnest Will, όμως ο Τραμπ έχει πλέον υπονομεύσει πολλές από αυτές τις συμμαχικές σχέσεις.

Δεδομένης της αποδεδειγμένης ικανότητας του Ιράν να επηρεάζει την κίνηση των πλοίων, η διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στα στενά ενδέχεται να απαιτεί μια μόνιμη αμερικανική παρουσία, όπως μου δήλωσε ο Ρέι Τακέι, ανώτερος ερευνητής για θέματα Μέσης Ανατολής στο Council on Foreign Relations. Σύμφωνα με τον Τακέι, μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσε να αποδειχθεί περίπλοκη και επικίνδυνη, εξαιτίας των στρατιωτικών μέσων που απαιτούνται για τις αποστολές συνοδείας και της σχεδόν αναπόφευκτης ιρανικής παρέμβασης. Ακόμη και τότε, όμως, η θαλάσσια κυκλοφορία ενδέχεται να μην επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα.

Οι αναρτήσεις του Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τις τελευταίες ημέρες υποδηλώνουν την επιθυμία του για μια ισχυρή και διαρκή αμερικανική παρουσία στα στενά. Πρόκειται για μια βαθιά μεταστροφή από έναν πρόεδρο ο οποίος επί χρόνια κατήγγελλε τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως «χωροφύλακα του κόσμου». Ίσως σύντομα συνειδητοποιήσει ότι η αστυνόμευση των στενών δεν σημαίνει πάντοτε και τον έλεγχό τους.

Εικόνα της Ημέρας: Το Hubble παρατηρεί ένα πορφυρό νέφος και αστέρια

0

 

Ένα λαμπερό τοπίο από αέρια και σκόνη θερμαίνεται και φωτίζεται από έναν ακμαίο πληθυσμό νεαρών άστρων στην περιοχή LH 95 του Μεγάλου Νέφους του Μαγγελάνου.

15 Ιουλίου 1974: Το πραξικόπημα της χούντας του Ιωαννίδη που άνοιξε τον δρόμο στην κυπριακή τραγωδία

2

Α’ ΜΕΡΟΣ: Απο τον ΙΔΕΑ στα Ιουλιανά

Β΄ΜΕΡΟΣ: Οι αντιθέσεις της δικτατορίας και η προετοιμασία του πραξικοπήματος στην Κύπρο

Γ΄ΜΕΡΟΣ

Στις 15 Ιουλίου 1974, η στρατιωτική δικτατορία της Αθήνας, υπό τον αόρατο δικτάτορα Δημήτριο Ιωαννίδη, επιχείρησε να ανατρέψει τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Το πραξικόπημα εκτελέστηκε από μονάδες της κυπριακής Εθνικής Φρουράς, οι οποίες διοικούνταν σε μεγάλο βαθμό από Ελλαδίτες αξιωματικούς, με τη συνδρομή στελεχών της ΕΟΚΑ Β΄.

Η ανατροπή του Μακαρίου δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο εσωτερικής κυπριακής αντιπαράθεσης. Ήταν οργανωμένη επέμβαση της δικτατορίας ενός κράτους στις εσωτερικές υποθέσεις ενός άλλου, διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους. Μέσα σε πέντε ημέρες ακολούθησε η τουρκική εισβολή. Η κυπριακή τραγωδία του 1974 δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από το πραξικόπημα, αλλά δεν μπορεί επίσης να αποσυνδεθεί από αυτό: η επιχείρηση του Ιωαννίδη αποδιοργάνωσε την άμυνα του νησιού, διέλυσε τη συνταγματική τάξη και πρόσφερε στην Άγκυρα την πολιτική αφορμή και τη στρατηγική ευκαιρία που αναζητούσε.

Η πρόσφατη διάθεση στην ιστορική έρευνα των δελτίων πληροφοριών της τότε ΚΥΠ για την Κύπρο και την Τουρκία προσφέρει πρόσθετο υλικό για την κατανόηση των γεγονότων, χωρίς όμως να αποτελεί το σύνολο των κρατικών και στρατιωτικών αρχείων της περιόδου.

Η μακρά σύγκρουση Αθήνας–Μακαρίου

Η αντιπαράθεση του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος με τον Μακάριο είχε αρχίσει πολύ πριν από το καλοκαίρι του 1974. Ο Μακάριος είχε εγκαταλείψει σταδιακά την άμεση επιδίωξη της Ένωσης με την Ελλάδα και υποστήριζε την ανεξαρτησία και τη διεθνή υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πολιτική αυτή τον έφερνε σε σύγκρουση με ακραίους ενωτικούς κύκλους, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η ανεξάρτητη Κύπρος ήταν απλώς ένα μεταβατικό στάδιο προς την Ένωση.

Το 1971 ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας επέστρεψε παράνομα στην Κύπρο και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄. Η οργάνωση στράφηκε εναντίον της κυβέρνησης Μακαρίου, πραγματοποιώντας επιθέσεις, απαγωγές, πολιτικές δολοφονίες και επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης. Μετά τον θάνατο του Γρίβα, τον Ιανουάριο του 1974, η οργάνωση πέρασε σε περίοδο εσωτερικής αστάθειας, αλλά τμήματά της συνέχισαν να διατηρούν σχέσεις με Ελλαδίτες αξιωματικούς και μηχανισμούς της δικτατορίας.

Το βασικό πρόβλημα ήταν ο έλεγχος της Εθνικής Φρουράς. Παρότι αποτελούσε ένοπλη δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η ηγεσία και κρίσιμες μονάδες της στελεχώνονταν από αξιωματικούς που αποστέλλονταν από την Ελλάδα. Αυτό επέτρεψε στη χούντα να διαθέτει έναν έτοιμο στρατιωτικό μηχανισμό μέσα στην Κύπρο.

Στην επιστολή του προς τον Φαίδωνα Γκιζίκη, στις αρχές Ιουλίου 1974, ο Μακάριος κατηγόρησε ευθέως στελέχη του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος ότι υποστήριζαν και κατηύθυναν την ΕΟΚΑ Β΄. Υποστήριξε ότι η Εθνική Φρουρά είχε μετατραπεί σε «κέντρο συνωμοσιών» και σε πηγή οπλισμού, μεταφορών και προστασίας για την παράνομη οργάνωση. Ζήτησε, κατά συνέπεια, την ανάκληση των περισσότερων Ελλαδιτών αξιωματικών.

Για τον Ιωαννίδη, το αίτημα αυτό ισοδυναμούσε με απώλεια του σημαντικότερου μέσου ελέγχου της Κύπρου.

Ο Ιωαννίδης και η ψευδαίσθηση του ελεγχόμενου πραξικοπήματος

Ο Ιωαννίδης είχε ανατρέψει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο τον Νοέμβριο του 1973 και κυβερνούσε χωρίς να κατέχει επίσημα την πρωθυπουργία ή την προεδρία. Θεωρούσε τον Μακάριο επικίνδυνο, «ανθενωτικό» και ενδεχομένως φιλοσοβιετικό. Φαίνεται επίσης ότι πίστευε πως η απομάκρυνσή του θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια συνολική ελληνοτουρκική συνεννόηση.

Η εκτίμησή του ήταν αντιφατική: από τη μία αναγνώριζε ότι μια κίνηση στην Κύπρο μπορούσε να προκαλέσει πόλεμο· από την άλλη εμφανιζόταν πεπεισμένος ότι η Τουρκία δεν θα πραγματοποιούσε απόβαση. Σύμφωνα με μαρτυρίες συνεργατών του, όταν ρωτήθηκε τι θα συνέβαινε εάν αντιδρούσαν οι Τούρκοι, απάντησε κατηγορηματικά: «Δεν βγαίνουν οι Τούρκοι στην Κύπρο». Υπονόησε μάλιστα ότι είχε πληροφορίες ή διαβεβαιώσεις που ενίσχυαν αυτή τη βεβαιότητα.

Αυτή ήταν η κεντρική πλάνη του πραξικοπήματος: ο Ιωαννίδης σχεδίαζε μια βίαιη αλλαγή εξουσίας σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο διεθνές πεδίο, χωρίς αξιόπιστο σχέδιο αντιμετώπισης της τουρκικής αντίδρασης.

Η τελική απόφαση φαίνεται ότι είχε ληφθεί στις 2 Ιουλίου 1974, σε σύσκεψη στο γραφείο του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγορίου Μπονάνου, πριν ακόμη φθάσει στην Αθήνα η επιστολή του Μακαρίου. Αυτό δείχνει ότι η επιστολή δεν δημιούργησε το σχέδιο, αλλά επιτάχυνε και νομιμοποίησε, στα μάτια των πραξικοπηματιών, μια απόφαση που είχε ήδη δρομολογηθεί.

Το σχέδιο και η τύχη του Μακαρίου

Ο σχεδιασμός ανατέθηκε σε στενό κύκλο αξιωματικών. Ο Ιωαννίδης γνώριζε από πραξικοπήματα και περιόρισε την ενημέρωση σε όσους θεωρούσε απολύτως αναγκαίους, ώστε να αποφύγει διαρροές ή αντιρρήσεις.

Ακόμη και η τύχη του Μακαρίου δεν φαίνεται ότι είχε καθοριστεί με απόλυτη σαφήνεια. Μαρτυρίες συνεργατών του Ιωαννίδη αναφέρουν ότι στη διάρκεια συσκέψεων είχε δοθεί εντολή να εκτελεστεί. Ο επικεφαλής των μονάδων Καταδρομών, Κωνσταντίνος Κομπόκης, ισχυρίστηκε αργότερα ότι, σε ιδιαίτερη συνομιλία, ο Ιωαννίδης τού ζήτησε να συλλάβει τον Μακάριο και να τον στείλει στο Άγιο Όρος. Η αντίφαση δεν έχει επιλυθεί πλήρως και πιθανόν αντανακλά μεταγενέστερες προσπάθειες αποποίησης ευθυνών.

Το βέβαιο είναι ότι η επιχείρηση σχεδιάστηκε με τέτοια ένταση πυρός ώστε ο θάνατος του Μακαρίου αποτελούσε εξαιρετικά πιθανό αποτέλεσμα.

Η επίθεση της 15ης Ιουλίου

Το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974, άρματα μάχης και μονάδες της Εθνικής Φρουράς περικύκλωσαν και βομβάρδισαν το Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία. Παράλληλα, πραξικοπηματικές δυνάμεις κινήθηκαν εναντίον του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, της Αρχιεπισκοπής, αστυνομικών εγκαταστάσεων και άλλων κυβερνητικών στόχων.

Ο Μακάριος βρισκόταν στο Προεδρικό Μέγαρο, αλλά κατάφερε να διαφύγει από αφύλακτη έξοδο και να κατευθυνθεί προς την Πάφο. Από εκεί εξέπεμψε ραδιοφωνικό μήνυμα, διαψεύδοντας τις ανακοινώσεις των πραξικοπηματιών ότι ήταν νεκρός. Αργότερα μεταφέρθηκε μέσω των βρετανικών βάσεων εκτός Κύπρου.

Στην Αθήνα, ο Ιωαννίδης παρακολουθούσε την επιχείρηση από το Πεντάγωνο. Το πραξικόπημα πέτυχε στρατιωτικά ως προς την κατάληψη των κυβερνητικών κέντρων, αλλά απέτυχε στον βασικό στόχο της φυσικής ή πολιτικής εξουδετέρωσης του Μακαρίου: ο νόμιμος πρόεδρος είχε επιβιώσει και μπορούσε πλέον να καταγγείλει διεθνώς την επέμβαση της ελληνικής χούντας.

Το πραξικόπημα συνοδεύτηκε από συγκρούσεις μεταξύ δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς, της ΕΟΚΑ Β΄, του Εφεδρικού Σώματος και υποστηρικτών του Μακαρίου. Δεν επρόκειτο επομένως για αναίμακτη «αλλαγή κυβέρνησης», αλλά για βίαιη εσωτερική αναμέτρηση, που άφησε νεκρούς και τραυματίες και αποδιοργάνωσε τις ήδη περιορισμένες αμυντικές δυνατότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η επιλογή του Νίκου Σαμψών

Οι πραξικοπηματίες δεν είχαν εξασφαλίσει εγκαίρως πρόσωπο με επαρκές πολιτικό κύρος για να αναλάβει την προεδρία. Αρχικά αναζητήθηκαν άλλες λύσεις, χωρίς επιτυχία.

Τελικά προτάθηκε ο Νίκος Σαμψών, παλαιό μέλος της ΕΟΚΑ, βουλευτής και έντονα συνδεδεμένος με τον ακραίο ενωτικό χώρο. Ο ίδιος ο Ιωαννίδης φέρεται αρχικά να αντέδρασε, φοβούμενος ότι η τοποθέτησή του θα προκαλούσε την Τουρκία. Καθώς όμως δεν βρέθηκε άλλο πρόσωπο, έδωσε το απόγευμα της 15ης Ιουλίου την έγκρισή του για την ορκωμοσία του.

Η επιλογή του Σαμψών αποτέλεσε ένα από τα σοβαρότερα πολιτικά λάθη της επιχείρησης. Αντί να εμφανίσει το πραξικόπημα ως μια εσωτερική συνταγματική μεταβολή, η παρουσία του επέτρεψε στην Τουρκία να το παρουσιάσει ως άμεση απειλή Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα και ως κίνδυνο για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Ο Σαμψών παρέμεινε στην προεδρία μόλις οκτώ ημέρες.

Η ΚΥΠ γνώριζε;

Τα αποχαρακτηρισμένα ημερήσια δελτία πληροφοριών δημιουργούν μια σημαντική διάκριση. Παρά τις καταγγελίες του Μακαρίου για τη δράση του τοπικού κλιμακίου της ΚΥΠ και Ελλήνων αξιωματικών στην υποστήριξη της ΕΟΚΑ Β΄, το κεντρικό τμήμα της Υπηρεσίας που συνέτασσε τα δελτία για την Κύπρο και την Τουρκία φαίνεται ότι δεν γνώριζε τον άμεσο σχεδιασμό του πραξικοπήματος.

Στο δελτίο της 15ης Ιουλίου, λίγο πριν από την έναρξη της επιχείρησης, εκτιμήθηκε ότι η υπάρχουσα τακτική του Μακαρίου θα συνεχιζόταν. Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του υλικού, αυτή η πρόβλεψη δύσκολα θα είχε διατυπωθεί εάν οι συντάκτες γνώριζαν ότι το πραξικόπημα θα ξεκινούσε μέσα στην επόμενη ώρα.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κανένα στέλεχος υπηρεσίας πληροφοριών δεν είχε εμπλοκή. Υποδεικνύει ότι ο σχεδιασμός ήταν αυστηρά στεγανοποιημένος και ότι ακόμη και σημαντικές κρατικές υπηρεσίες παρέμειναν έξω από τον κύκλο ενημέρωσης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το αμφιλεγόμενο «πράσινο φως»

Το ερώτημα εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ή η CIA έδωσαν «πράσινο φως» στον Ιωαννίδη παραμένει ένα από τα πλέον αμφισβητούμενα ζητήματα.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν πληροφορηθεί τις προθέσεις του. Ο Ιωαννίδης είχε μιλήσει ανοιχτά σε στελέχη της CIA για το ενδεχόμενο απομάκρυνσης του Μακαρίου. Ορισμένοι Αμερικανοί διπλωμάτες κατανόησαν ότι η απουσία μιας σαφούς και άμεσης αρνητικής απάντησης θα μπορούσε να εκληφθεί από εκείνον ως σιωπηρή συναίνεση.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απέστειλε τελικά προειδοποίηση ότι οποιαδήποτε βίαιη απομάκρυνση του Μακαρίου θα είχε καταστροφικές συνέπειες. Ωστόσο, το μήνυμα πέρασε από έμμεσα και αναποτελεσματικά κανάλια. Ο Αμερικανός πρέσβης Χένρι Τάσκα δεν κατάφερε να συναντήσει τον Ιωαννίδη, ενώ η προειδοποίηση δεν μεταφέρθηκε με την ένταση και την αμεσότητα που ζητούσαν ορισμένα στελέχη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Στη συνέχεια, ο Ιωαννίδης διοχέτευσε παραπλανητικά μηνύματα ότι είχε εγκαταλείψει το σχέδιο. Έτσι, το πρωί του πραξικοπήματος, Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν ταυτόχρονα μπροστά τους μια εκτίμηση ότι δεν θα υπάρξει επέμβαση και μια αναφορά ότι το πραξικόπημα είχε ήδη αρχίσει. Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριξε αργότερα ότι ο Ιωαννίδης είχε εξαπατήσει την αμερικανική κυβέρνηση, χωρίς να αποκλείει τη μεμονωμένη συνέργεια προσώπων μέσα στους μηχανισμούς πληροφοριών.

Επομένως, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αποδεικνύουν με αδιαμφισβήτητο τρόπο μια επίσημη αμερικανική εντολή για το πραξικόπημα. Αναδεικνύουν όμως σοβαρή γνώση του κινδύνου, ανεπαρκή αποτροπή, ασάφεια μεταξύ διπλωματικών και μυστικών καναλιών και μια αμερικανική πολιτική που έδινε προτεραιότητα στη συνοχή του ΝΑΤΟ και στις σχέσεις με την Τουρκία.

Μελέτη που βασίζεται σε βρετανικά αρχεία υποστηρίζει επίσης ότι ο Χένρι Κίσινγκερ απέφυγε την άμεση καταδίκη του νέου καθεστώτος, αντιτάχθηκε σε ορισμένες βρετανικές πιέσεις προς τη χούντα και αργότερα επέμεινε να μη διακοπεί η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία. Πρόκειται για τεκμηριωμένη αλλά έντονα επικριτική ερμηνεία, η οποία πρέπει να συνεξετάζεται με το σύνολο των αμερικανικών, βρετανικών και ελληνικών αρχείων.

Οι προειδοποιήσεις για την Τουρκία

Η μεγαλύτερη ίσως απόδειξη της εγκληματικής ανευθυνότητας του καθεστώτος βρίσκεται στα γεγονότα που ακολούθησαν.

Μετά το πραξικόπημα, η τότε ΚΥΠ κατέγραψε με σημαντική ακρίβεια τις τουρκικές στρατιωτικές προετοιμασίες: μετακινήσεις μονάδων, μετατροπή εκπαιδευτικών σχηματισμών σε δυνάμεις κρούσης και ενδείξεις προετοιμασίας απόβασης. Οι προειδοποιήσεις των δελτίων της 17ης, 18ης και 19ης Ιουλίου δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς από την ηγεσία της χούντας.

Η Τουρκία κινητοποιήθηκε συντεταγμένα, ενώ η ελληνική πλευρά οδηγήθηκε σε χαοτική γενική επιστράτευση. Η ανάλυση των δελτίων της ΚΥΠ καταλήγει ότι οι τουρκικές δυνάμεις προετοιμάστηκαν πολύ αποτελεσματικότερα από τις ελληνικές, των οποίων οι δομές υπέστησαν σοβαρή αποδιοργάνωση μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Ο Ιωαννίδης είχε οργανώσει πραξικόπημα χωρίς να διαθέτει αξιόπιστο σχέδιο πολέμου, χωρίς ενοποιημένη πολιτική και στρατιωτική διοίκηση και χωρίς να έχει ενισχύσει εγκαίρως την άμυνα της Κύπρου.

Από το πραξικόπημα στον «Αττίλα»

Στις 20 Ιουλίου 1974, πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα, η Τουρκία πραγματοποίησε απόβαση στην περιοχή της Κυρήνειας και αεραπόβαση στο εσωτερικό του νησιού. Η Άγκυρα επικαλέστηκε τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 και την ανάγκη αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης.

Η επίκληση της Συνθήκης δεν σημαίνει ότι το εύρος και τα αποτελέσματα της τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης ήταν νομικά δικαιολογημένα. Η δεύτερη φάση της εισβολής, τον Αύγουστο, πραγματοποιήθηκε ενώ η χούντα και η κυβέρνηση Σαμψών είχαν ήδη καταρρεύσει και η συνταγματική συνέχεια είχε αποκατασταθεί με την ανάληψη της προεδρίας από τον Γλαύκο Κληρίδη. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ζήτησε κατάπαυση του πυρός, σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και αποχώρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού που δεν καλυπτόταν από τις διεθνείς συμφωνίες.

Στις 23 Ιουλίου κατέρρευσε η δικτατορία στην Ελλάδα και παραιτήθηκε ο Σαμψών. Η επιστροφή της δημοκρατίας στην Αθήνα δεν ανέτρεψε όμως τα στρατιωτικά τετελεσμένα. Μετά τη δεύτερη τουρκική επίθεση, η Κύπρος διχοτομήθηκε στην πράξη, με μαζικούς εκτοπισμούς, αγνοουμένους και κατοχή μεγάλου τμήματος του βόρειου εδάφους της. Η διαίρεση του νησιού εξακολουθεί να υφίσταται.

Τι είναι αποδεδειγμένο και τι παραμένει αμφισβητούμενο

Αποδεδειγμένο είναι ότι:

  • το πραξικόπημα οργανώθηκε και διατάχθηκε από τη δικτατορία του Ιωαννίδη,
  • εκτελέστηκε κυρίως από την Εθνική Φρουρά υπό Ελλαδίτες αξιωματικούς,
  • η ΕΟΚΑ Β΄ και αντιμακαριακές δυνάμεις συνέβαλαν στην επιχείρηση,
  • η χούντα τοποθέτησε τον Νίκο Σαμψών στην προεδρία,
  • το πραξικόπημα κατέλυσε τη συνταγματική τάξη και αποδιοργάνωσε την άμυνα,
  • η Τουρκία πραγματοποίησε εισβολή πέντε ημέρες αργότερα,
  • οι ελληνικές υπηρεσίες διέθεταν σοβαρές ενδείξεις της τουρκικής κινητοποίησης, οι οποίες δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς.

Παραμένει αμφισβητούμενο:

  • αν υπήρξε ρητή αμερικανική έγκριση ή απλώς ανοχή και αποτυχημένη αποτροπή,
  • τι ακριβώς ειπώθηκε στα ανεπίσημα κανάλια μεταξύ Ιωαννίδη και στελεχών της CIA,
  • αν η αρχική εντολή προέβλεπε οπωσδήποτε τη δολοφονία του Μακαρίου,
  • ποιοι ανώτατοι αξιωματικοί γνώριζαν εκ των προτέρων όλες τις λεπτομέρειες,
  • αν υπήρξε οποιαδήποτε άτυπη ελληνοτουρκική επικοινωνία πριν από το πραξικόπημα.

Η απουσία οριστικής απάντησης σε αυτά τα ερωτήματα δεν μειώνει την κύρια ευθύνη της δικτατορίας.

Το ιστορικό συμπέρασμα

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν η κορύφωση μιας πολιτικής που αντιμετώπιζε την Κύπρο όχι ως ανεξάρτητο κράτος, αλλά ως χώρο στον οποίο η Αθήνα μπορούσε να επιβάλλει τη θέλησή της μέσω στρατιωτικών μηχανισμών, μυστικών υπηρεσιών και παρακρατικών οργανώσεων.

Ο Ιωαννίδης πίστεψε ότι μπορούσε να ανατρέψει τον Μακάριο, να ελέγξει την επόμενη κυβέρνηση, να καθησυχάσει την Τουρκία και ίσως να επιβάλει μια συνολική διευθέτηση. Δεν πέτυχε τίποτε από αυτά. Αντιθέτως, άφησε την Κυπριακή Δημοκρατία πολιτικά διαιρεμένη, στρατιωτικά αποδιοργανωμένη και διεθνώς εκτεθειμένη τη στιγμή που η Τουρκία έθετε σε εφαρμογή το δικό της στρατιωτικό σχέδιο.

Το πραξικόπημα δεν απαλλάσσει την Τουρκία από την ευθύνη για την εισβολή, την κατοχή και τα τετελεσμένα που ακολούθησαν. Αλλά η τουρκική ευθύνη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη συγκάλυψη της ευθύνης της ελληνικής χούντας.

Η πιο ακριβής ιστορική διατύπωση είναι ότι η δικτατορία του Ιωαννίδη δεν παρέδωσε συνειδητά κατ’ ανάγκην την Κύπρο στην Τουρκία· την εξέθεσε όμως σε θανάσιμο κίνδυνο, γνωρίζοντας ότι υπήρχε πιθανότητα τουρκικής επέμβασης και χωρίς να διαθέτει σοβαρό σχέδιο για να την αντιμετωπίσει. Η αλαζονεία, η ιδεολογική τύφλωση, η έλλειψη επαγγελματικής στρατιωτικής προετοιμασίας και η περιφρόνηση της κυπριακής κυριαρχίας οδήγησαν σε μία από τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

#EKTAKTO!! #OYΔΕΝ_ΝΕΟΤΕΡΟΝ_ΑΠΟ_ΤΟ_ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ_ΜΕΤΩΠΟ…”

0
#Ο_ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ_ΕΠΣΤΑΙΝ_ΞΑΝΑΡΧΙΣΕ_ΤΟΝ_ΠΟΛΕΜΟ!!
Γράφει ο   Στρατιωτικός αναλυτής Ευθύμιος.
#ΑΡΩΜΑ_ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑΣ..!!! 
#Constantinople:
«Πάντοτε θεωρούνταν ότι η Γαλλία προμήθευσε το μεγαλύτερο μέρος αυτών των πυρομαχικών. Όμως οι Τούρκοι μας πλήρωσαν 5.000 λίρες στερλίνες (με τη σημερινή ισοτιμία) για ένα φορτίο από τα δικά τους πυρομαχικά που εμείς είχαμε «μαζέψει», και αγόρασαν όπλα από Άγγλους αξιωματικούς στην Κωνσταντινούπολη.Φυσικά, προμήθειες έλαβαν και από Γάλλους, Ιταλούς, Ρώσους και —όσο απίστευτο κι αν φαίνεται— ακόμα και από τους ίδιους τους Έλληνες.Η Τουρκία αγόραζε όπλα από όπου μπορούσε και ανέλαβε το σκληρό έργο της αναδιοργάνωσης.»(Πηγή: Grace Mary Ellison, An Englishwoman in Angora, Chapter XIII, σελ. ~108, 1923)
❝Ο Βούλγαρος αρχηγός συμμορίας, ο περίφημος #Σάντανσκι, είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη και είχε καταλύσει στο ξενοδοχείο Λονδρέση στην πλατεία Ολύμπου. Ο Ενβέρ μπέης βγήκε μαζί με τον Σάντανσκι στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Ο Ενβέρ μπέης παρουσίασε τον Σάντανσκι στο πλήθος.❞
❝Ο Σαντάνσκι εκφώνησε ομιλία στα βουλγαρικά, δηλώνοντας ότι οι έχθρες είχαν πλέον εξαφανιστεί και ότι ήταν απαραίτητο να συνεργαστούμε.❞ Σουλεϊμάν Κανί Ιρτέμ, «Ο Γιλντίζ και οι Νεότουρκοι» (OS Kocahanoğlu, επιμ.), 1999, σελ. 369.
Ισραήλ Ζανγκουίλ: ❝Στην Τουρκία, ο Εβραϊκής καταγωγής Ενβέρ μπέης, υπέρμαχος της συμμαχίας με τη Γαλλία, νίκησε τον Εβραϊκής καταγωγής Τζαβίντ μπέη, ο οποίος ήταν υπέρμαχος της συμμαχίας με τη Γαλλία, και ανήλθε στην εξουσία, ενώ η Ιταλία, αντίθετα, υπό την επιρροή του Ισραήλογλου βαρόνου Σοννίνο, προσχώρησε στους Συμμάχους.❞
  To απόσπασμα του Ισραήλ Ζάνγκουιλ (1915) όπου χαρακτηρίζει τον #Ενβέρ Μπέη «εβραϊκής φυλής» και αναφέρει ότι νίκησε τον Εβραίο Τζαβίτ Μπέη στην Οθωμανική πολιτική, ενώ σημειώνει την επιρροή του μισοεβραίου Σονίνο στην Ιταλία.
  • Ο Ζάνγκουιλ, γνωστός Βρετανός συγγραφέας και πρώιμος σιωνιστής, έγραψε το κείμενο αυτό κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εστιάζοντας στην «φυλετική» εβραϊκή παρουσία σε ηγετικές θέσεις.

❝Πράγματι, οι Ντονμέ εξακολουθούν να ακμάζουν στη Θεσσαλονίκη και να παρέχουν στους Νεότουρκους κρατικούς αξιωματούχους..❞ (σελ. 532) ❝Δεν υπάρχουν Νεότουρκοι Οθωμανοί όσο υπάρχουν Τουρκοεβραϊκοί Οθωμανοί..❞ (σελ. 534) Israel Zangwill. (Οκτώβριος 1911). “Η Εβραϊκή Φυλή”. Church Review, XXVIII(2), 527-541.
-#Ιran:  Κύμα  της Επιχείρησης «#Αληθινή_Υπόσχεση_4»
 
 Αν συνεχιστει ο πολεμος τοτε θα διαρκεσει περιπου 4 χρονια με αλαγες αυνορων και διαμελισμο τεχνιτων κρατων…και στο βαθος η #Κωνσταντινουπολη…στενα γαρ…
Οι #Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν: «Στοχεύσαμε το αρχηγείο του Πέμπτου Στόλου των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη». Υπάρχει σοβαρή ζημιά στα ραντάρ κ.λπ.
Περιοχές του ran που Βομβαρδίζονται  από δυνάμεις των ΗΠΑ: – Bandar Abbas – Bandar Kangan – Sirik – Kish Island – Jam – Jask – Konarak.
Τα #ιρανικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι οι αμερικανικές επιδρομές έπληξαν 4 τοποθεσίες στο Μπουσέρ, με ορατούς καπνούς να υψώνονται από την περιοχή. Το Μπουσέρ φιλοξενεί τον μοναδικό ενεργό πυρηνικό σταθμό του Ιράν.
Το #Ιράν έπληξε άλλο ένα δεξαμενόπλοιο σήμερα το πρωί στο Στενό του Ορμούζ, το τέταρτο μέσα σε λίγες μόνο ώρες
#Ιρανικοί πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη έπληξαν αμερικανικές βάσεις στο Μπαχρέιν · ακούστηκαν ισχυρές εκρήξεις.
Ο Καθηγητης Μαραντι : Το Ιράν θα επιβιώσει περισσότερο από τον Τραμπ σε πόλεμο πολιορκίας, όπως έχει κάνει και στο παρελθόν. Η Ισλαμική Δημοκρατία γνώριζε ότι θα υπονόμευε το Μνημόνιο Κατανόησης, γι’ αυτό και εξήγαγε γρήγορα δεκάδες εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και εισήγαγε βασικά εφόδια. Ο Τραμπ τώρα θα ωθήσει την παγκόσμια οικονομία σε γκρεμό.
-#US:Οι traders της Polymarket είναι επιφυλακτικοί σχετικά με το αν ο Τραμπ θα επιβάλει δασμούς στα πλοία που διέρχονται από το Στενό του Ορμούζ, παρά την δική του ανακοίνωση, οι πιθανότητες είναι περίπου 22%.
–#France:Το Παλάτι Φονταινεμπλώ έκλεισε καθώς η τεράστια πυρκαγιά καίει κοντινό δάσος. Πάνω από 1.300 εκτάρια καταστράφηκαν. Οι γαλλικές αρχές συλλαμβάνουν δύο υπόπτους για ύποπτο εμπρησμό κατά τη διάρκεια ακραίου καύσωνα.
-#Rojhilat: Τα ιρανικά κουρδικά κόμματα της αντιπολίτευσης αναφέρουν ότι το Σώμα Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) έχει αναπτύξει χιλιάδες στρατεύματα και βαριά όπλα σε περιοχές κοντά στα σύνορα με την Περιοχή του Κουρδιστάν του Ιράκ τις τελευταίες εβδομάδες, σε αυτό που θεωρούν ως προετοιμασία για πιθανή αντιπαράθεση με κουρδικούς μαχητές εν μέσω της κλιμακούμενης σύγκρουσης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών.
-#Rojava-Αfrin : Μετά από 8 χρόνια τουρκικής κατοχής, ο τουρκικός στρατός κατοχής αποσύρθηκε από το χωριό Μπασλί στην ύπαιθρο του Αφρίν, και οι χωρικοί επέστρεψαν στα σπίτια τους.Περίπου 50 οικογένειες επέστρεψαν στο χωριό.
-#Armenia:Σε μια εντελώς αναμενόμενη κίνηση, το Ισραήλ καταφεύγει σε υποταγή απέναντι στην Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν, αναστέλλοντας την κενή του χειρονομία αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων μόλις δύο εβδομάδες μετά την προβολή της.
-#Israel: Μετά από χρόνια άρνησης και αδιαφορίας, ο ΟΗΕ επιτέλους λέει αυτό που το Ισραήλ έλεγε διαρκώς: Η Χαμάς εκφοβίζει τους εργαζόμενους στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας, κατάσχει ανθρωπιστικές προμήθειες και διαταράσσει τη διανομή τροφίμων στη Γάζα. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά. Είναι επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Η Χαμάς είναι το εμπόδιο στην ανθρωπιστική βοήθεια. Η Χαμάς είναι το εμπόδιο στην ειρήνη. Η Χαμάς πρέπει να αφοπλιστεί.
-#Hellas: Αποχαιρετιστήρια εκδήλωση πραγματοποιήθηκε από το Ελληνο-Ισραηλινό Επιμελητήριο προς τιμήν του Πρέσβη του

Israel κ.Noam Katz_με αφορμή την ολοκλήρωση της τετραετούς διπλωματικής του θητείας στην Ελλάδα.Τα πηγε περιφημα ,βοηθησε πολυ στης Ελληνοισραηλινες υποθεσεις.
-#Syria ¨Πρώτη επίσκεψη τουρκικών πολεμικών πλοίων στη Λαττάκεια μετά το 2011,
-#Albania: Χιλιάδες άνθρωποι απαιτούν την παραίτηση του πρωθυπουργού Έντι Ράμα, καταγγέλλοντας τη διαφθορά, την κατάληψη του κράτους από τη μαφία και την πώληση γης, νησιών και προστατευόμενων περιοχών σε ολιγάρχες και δισεκατομμυριούχους, συμπεριλαμβανομένου του Κούσνερ.
-#Turkey:Πληροφοριακό γράφημα που δείχνει τη δημογραφική μετάβαση της Τουρκίας επιταχύνεται, καθώς το ποσοστό γονιμότητας της χώρας παραμένει πολύ κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης, ενώ το ποσοστό των ηλικιωμένων συνεχίζει να αυξάνεται, σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία και διεθνή δεδομένα.
-#Yemen: Το αεροδρόμιο Άμπχα στη Σαουδική Αραβία τέθηκε εκτός λειτουργίας μετά την ολοσχερή καταστροφή του από βομβαρδισμό του στρατού της Υεμένης (Ansarullah).
Ο Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν τηλεφώνησε στον Τραμπ την Παρασκευή και ζήτησε υποστήριξη στον πόλεμο κατά των Χούθι, σύμφωνα με τον Axios. Η Σαουδική Αραβία έχει επισήμως ταχθεί στο πλευρό του Ισραήλ και των ΗΠΑ στον περιφερειακό πόλεμο και επιτέθηκε άμεσα στο αεροδρόμιο της Σάανα. Στον τελευταιο πολεμο η Ανσαρουλαχ επεφερε μια μικρη ηττα στην Σαουδικη Αραβια,αλλα δεν καταφερε να παρει την πολη Μαριμπ με τα πλουσια κοιτασματα πετρελαιου !! παροτι απεχει μονο 6 χιλιομετρα αυτο εγινε γιατι τα ΗΑΕ με τους Γιγαντες βοηθησαν την Μαριμπ.
 
Οι Ταξιαρχίες Νότιων #Γιγάντων της Υεμένης ολοκλήρωσαν μια άσκηση με πραγματικά πυρά, υποστηριζόμενη από τον συνασπισμό υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, με στόχο την προετοιμασία στρατευμάτων για την κατάληψη οχυρωμένων ορεινών θέσεων. 
-#Cyprus: Στρατιωτικο Ελληνοκυπριακο αγημα στην παρέλαση για την Εθνική Ημέρα της Γαλλίας στο Παρισι ελαβε μερος.
-#Rum_Pontos:Τα οροπέδια του  Ρουμ Πόντου είναι καταπράσινα, υπέροχα στα μονοπάτια τους, αλλά δεν υπάρχει ασφάλεια ζωής, ούτε χθες ούτε σήμερα.
  • Στον επίσημο λογαριασμό Πολιτισμού και Τουρισμού Τραπεζούντας προβάλλει το #Κιζλάρ_Μαναстиρί (Μοναστήρι των Κοριτσιών) ως σημαντικό σταθμό πολιτιστικής κληρονομιάς στην Τραπεζούντα.
  • Το ιστορικό μοναστήρι Panagia Theoskepastos χτίστηκε τον 14ο αιώνα επί Αυτοκρατορίας Τραπεζούντας από τον Αλέξιο Γ΄, διαθέτει βραχώδη εκκλησία με τοιχογραφίες και πορτρέτα αυτοκρατορικής οικογένειας, περιτριγυρισμένο από ψηλούς προστατευτικούς τοίχους στο λόφο Boztepe.
  • Σήμερα, μετά από αναστηλώσεις, λειτουργεί ως τουριστικός προορισμός με χιλιάδες επισκέπτες ετησίως, πολιτιστικές εκδηλώσεις και θέα στη Μαύρη Θάλασσα, όπως φαίνεται στην εικόνα με τα πέτρινα κτίρια και την τουρκική σημαία.
Όσοι θέλετε να κοινοποιείτε την σελίδα διότι η κρατική ΕΡΤ και τα λεγόμενα μεγάλα κανάλια δεν τα δείχνουν αυτά προς το παρόν. “Ουδέν νεότερον από το Ανατολικό Μέτωπο”