του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη*
Το χουντικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 δεν ήταν μόνο εγκληματικό· υπήρξε και στρατηγικά παράλογο. Η βασική αποτυχία του πραξικοπήματος ήταν ότι δεν «τελείωσε» τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, όπως θα ομολογούσε κυνικά στον Πρόεδρο Νίξον ο Χένρι Κίσινγκερ. Ο Κίσινγκερ φοβόταν ακριβώς αυτό: ότι, εάν ο διεθνώς νομιμοποιημένος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιβίωνε της κρίσης, θα διέφευγε, θα προσέφευγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για σοβιετική διπλωματική ή ακόμη και στρατιωτική παρέμβαση. Στις 19 Ιουλίου, ο Μακάριος πράγματι μίλησε στο Συμβούλιο Ασφαλείας, καταγγέλλοντας το πραξικόπημα και ζητώντας την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης.
Η εγκατάσταση του ακραίου Νίκου Σαμψών στην Προεδρία δεν μπορούσε να σταθεροποιήσει την Κύπρο. Η κυπριακή Αριστερά δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί ένα καθεστώς που προήλθε από πραξικόπημα της χούντας και συνδεόταν με την ΕΟΚΑ Β΄, ενώ υπήρχαν ήδη ενδείξεις κινητοποίησης και ένοπλης αντίστασης εναντίον του. Σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, μια παρατεταμένη εσωτερική σύγκρουση θα διεύρυνε την επιρροή του ΑΚΕΛ —του ισχυρότερου κομμουνιστικού κόμματος της Κύπρου— και, κατ’ επέκταση, τα περιθώρια της Μόσχας να αξιοποιήσει την κρίση.
Το σημαντικότερο ζήτημα, όμως, ήταν γεωπολιτικό. Η Σοβιετική Ένωση δεν θα αποδεχόταν την ανατροπή του κυπριακού status quo: δηλαδή, μιας ανεξάρτητης, κυρίαρχης και αδέσμευτης Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ένωση με την Ελλάδα, την οποία επιδίωκαν οι πραξικοπηματίες, ή μια ενδεχόμενη διπλή ένωση, μέσω ενός ελληνοτουρκικού συμβιβασμού, θα ενέτασσαν ουσιαστικά την Κύπρο στον νατοϊκό σχεδιασμό. Η Μόσχα αντιτασσόταν δημόσια τόσο στην ένωση όσο και στη διχοτόμηση, επειδή η διατήρηση της κυπριακής ανεξαρτησίας προσέφερε στη Μόσχα περιθώρια πολιτικής επιρροής στη νήσο, όπου το ΑΚΕΛ αποτελούσε σημαντικό παράγοντα, ενώ ταυτόχρονα συντηρούσε την ελληνοτουρκική ρήξη ως πρόβλημα συνοχής του ΝΑΤΟ.
Από τις 15 έως τις 18 Ιουλίου, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρακολουθούσε με ανησυχία το ενδεχόμενο σοβιετικής εκμετάλλευσης της κρίσης. Στην Ουάσιγκτον επικρατούσε ο φόβος ότι μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας υπέρ της επαναφοράς του Μακαρίου θα δημιουργούσε πολιτικό και διπλωματικό χώρο για σοβιετική πρωτοβουλία, σε μια στιγμή που οι δυτικές δυνάμεις ούτε επιθυμούσαν ούτε ήταν σε θέση να αναλάβουν αντίστοιχη δράση. Η Μόσχα είχε ήδη προτείνει κοινή αμερικανοσοβιετική δράση για την αποκατάσταση της νόμιμης κυβέρνησης του Μακαρίου.
Ο Κίσινγκερ δεν είχε, εξάλλου, τη δυνατότητα να απαντήσει με αμερικανική στρατιωτική παρέμβαση. Μετά το Βιετνάμ, το Κογκρέσο —και ειδικότερα ο ηγέτης της Δημοκρατικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, Μάικ Μάνσφιλντ— είχε καταστήσει σαφές ότι η αποστολή αμερικανικών δυνάμεων στην Κύπρο ήταν πολιτικά αδιανόητη. Έτσι, o Κίσινγκερ φοβόταν μια σοβιετική πρωτοβουλία, χωρίς όμως να διαθέτει τα μέσα για ανάλογη αντίδραση, σε περίπτωση άφιξης σοβιετικών στρατευμάτων στην Κύπρο.
Η ειρωνεία είναι ότι, το 1974, η Μόσχα δεν απείλησε την Τουρκία με στρατιωτική παρέμβαση προκειμένου να αποτρέψει την εισβολή, όπως ίσως ορισμένοι στην Αθήνα και τη Λευκωσία ανέμεναν, υπό το βάρος του προηγουμένου του 1964. Οι μέχρι σήμερα διαθέσιμες αμερικανικές πηγές παραπέμπουν περισσότερο σε σοβιετική ανοχή απέναντι στην τουρκική ενέργεια και σε παράλληλη επιδίωξη συνεννόησης με την Άγκυρα. Ο Κίσινγκερ και ο υφυπουργός Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο διατύπωσαν προς Έλληνες αξιωματούχους μια σαφέστερη εκτίμηση: ήταν πεπεισμένοι ότι η Μόσχα, αντί να αποτρέψει την τουρκική ενέργεια, είχε ουσιαστικά ενθαρρύνει την Άγκυρα να εισβάλει στην Κύπρο.
Για τη σοβιετική ηγεσία, η τουρκική επέμβαση μπορούσε να εξουδετερώσει τον άμεσο κίνδυνο της Ένωσης, δηλαδή της ενσωμάτωσης της Κύπρου στη νατοϊκή σφαίρα επιρροής μέσω της Ελλάδας. Παράλληλα, θα βάθαινε τη ρήξη Ελλάδας και Τουρκίας και, επομένως, θα επέτεινε την εσωτερική κρίση του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Μόσχα υπαγόρευσε ή σχεδίασε την τουρκική εισβολή· σημαίνει, όμως, ότι δεν είχε στρατηγικό λόγο να την αποτρέψει και ότι μπορούσε να θεωρεί τα αποτελέσματά της συμβατά με τους ευρύτερους στόχους της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο σημείο αυτό διακρίνεται ουσιαστική σύμπτωση αμερικανικών και σοβιετικών επιδιώξεων. Στο υπόμνημά του προς τον Κίσινγκερ, στις 17 Ιουλίου, ο Χάρολντ Σόντερς —στενός συνεργάτης του Κίσινγκερ στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (National Security Council, NSC) και κατεξοχήν ειδικός του Λευκού Οίκου για τη Μέση Ανατολή— εκτιμούσε ότι η άμεση αμερικανική πίεση προς την Αθήνα δύσκολα θα απέδιδε και θα άφηνε την Ουάσιγκτον εκτεθειμένη ως υπεύθυνη για την αποτυχία. Ως εναλλακτική, έθετε ρητά το ενδεχόμενο μιας σιωπηρής αμερικανοβρετανικής ανοχής σε τουρκική επέμβαση, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε διχοτόμηση είτε σε μια διακοινοτική, ομοσπονδιακή διευθέτηση. Εξάλλου, στις αρχές του 1974, η Ουάσιγκτον και η Μόσχα φαίνεται ότι συνέκλιναν στην υποστήριξη μιας κυρίαρχης και ανεξάρτητης Κύπρου και στην αποδοχή οποιασδήποτε λύσης θα προέκυπτε από τις διακοινοτικές συνομιλίες, συμπεριλαμβανομένης μιας ομοσπονδιακής διευθέτησης.
Το κρίσιμο ερώτημα που θα έπρεπε να απασχολεί τους ιστορικούς είναι κατά πόσον η τουρκική επέμβαση λειτούργησε, τελικά, ως ένας «από μηχανής θεός» και για τις δύο υπερδυνάμεις: για τις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή απέτρεπε την άμεση παλινόρθωση του Μακαρίου με σοβιετική παρέμβαση και περιόριζε τον κίνδυνο μιας ανοιχτής αμερικανοσοβιετικής συνδιαχείρισης του Κυπριακού· και για τη Σοβιετική Ένωση, επειδή ακύρωνε την προοπτική της Ένωσης, διατηρούσε την Κύπρο εκτός ΝΑΤΟ και όξυνε τη σύγκρουση μεταξύ των δύο νοτιοανατολικών συμμάχων της Συμμαχίας.
Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική του Ιωαννίδη αποκαλύπτει όχι μόνο εγκληματική ανευθυνότητα, αλλά και βαθιά στρατηγική μυωπία. Αντιμετώπισε την ανατροπή του Μακαρίου ως αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση της Αθήνας και των Ελληνοκυπρίων, σαν να μπορούσε να μεταβληθεί μονομερώς το πολιτειακό και γεωπολιτικό καθεστώς της Κύπρου, χωρίς να ενεργοποιηθούν τα συμφέροντα της Τουρκίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας και της Σοβιετικής Ένωσης.
*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.



Εκλαμβάνετε ,αγαπητέ κύριε Κόντη , τον Ταξίαρχο Ιωαννίδη -που ουδέποτε άσκησε κυβερνητική πολιτική στην 7ετία-ικανό για βαθιά στρατηγική ανάλυση (στρατηγικό μύωπα τον αποκαλείτε ).
Πιστός στρατιώτης απεδείχθη .
Η απορία είναι γιατί αυτόν τον ανίκανο πολιτικά και ιδίως γεωπολιτικά αξιωματικό δεν τον σταμάτησαν -”εκθρονίζοντας” τον – οι γύρω του από του Αρχηγού της 21ης Απριλίου μέχρι της ΤΟΤΕ Ανωτάτης Πολιτειακής και Στρατιωτικής Ηγεσίας ΕΓΚΑΙΡΩΣ αλλά και ΙΔΙΩΣ μετά την απόφασή του για το άφρων Πραξικόπημα κατά του Μακαρίου ,εναντίον του οποίου πάντως βυσσοδομούσε από την αρχή το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδος .
Όσο για την τότε Σοβιετική Ένωση , πως μου φαίνεται ότι είχαμε για την Κύπρο μια μίνι Γιάλτα μετά την συνάντησή την 7η Μαϊου 1974 στην Λευκωσία των τότε ΥΠΕΞ τους Κίσινγκερ και Γκρομίκο , κατά την συνάντησή τους με τον Μακάριο ;;;.
Φυσικά τέτοια μυστικά τα παίρνεις μαζί σου στην άλλη ζωή.