Μια αναδρομή στις σκοτεινές μεταπολεμικές δεκαετίες που επηρέασαν και το σημερινό πολιτικό σύστημα.- Που βρίσκοται οι ρίζες της αστάθειας.
Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 δεν εμφανίστηκε ξαφνικά, σαν ένα πραξικόπημα χωρίς προϊστορία. Προηγήθηκαν σχεδόν δύο δεκαετίες κατά τις οποίες ο στρατός λειτουργούσε όχι μόνο ως αμυντικός μηχανισμός, αλλά και ως ιδιαίτερο κέντρο πολιτικής εξουσίας. Στο μετεμφυλιακό κράτος, η αντικομμουνιστική ιδεολογία, η σύνδεση των Ενόπλων Δυνάμεων με το Στέμμα και η δράση δικτύων όπως ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών διαμόρφωσαν την αντίληψη ότι οι αξιωματικοί είχαν δικαίωμα να παρεμβαίνουν όταν θεωρούσαν πως κινδύνευε το καθεστώς.
Αυτή η στρατιωτική αυτονομία δεν εξαφανίστηκε με το τέλος του Εμφυλίου. Αντίθετα, παρέμεινε ενσωματωμένη στο μετεμφυλιακό πολιτικό σύστημα. Οι εκλογές του 1961, οι καταγγελίες για το σχέδιο «Περικλής», η δράση της ΚΥΠ, η στενή σχέση ανώτατων αξιωματικών με το Παλάτι και αργότερα η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ έδειξαν ότι ο έλεγχος του στρατεύματος αποτελούσε ένα από τα βασικότερα πεδία σύγκρουσης ανάμεσα στην εκλεγμένη κυβέρνηση και τους μηχανισμούς του κράτους. Η σχετική ιστορική έρευνα επισημαίνει ότι η διάλυση της Ένωσης Κέντρου δεν προέκυψε από ένα και μοναδικό επεισόδιο, αλλά από συσσωρευμένες αντιθέσεις γύρω από την οικονομία, το Κυπριακό, τον στρατό, την εσωτερική λειτουργία του κόμματος και την ταχύτατη άνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου.

Η μεγάλη νίκη και οι εσωτερικές ρωγμές
Η Ένωση Κέντρου κέρδισε τις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 με περίπου 53% και ο Γεώργιος Παπανδρέου σχημάτισε μια κυβέρνηση που φαινόταν πανίσχυρη. Κάτω όμως από την εκλογική επιτυχία υπήρχαν σοβαρές αντιθέσεις. Η παράταξη περιλάμβανε από συντηρητικούς βενιζελικούς και παλαιούς αντικομμουνιστές μέχρι στελέχη που επιδίωκαν βαθύτερες δημοκρατικές αλλαγές.
Στο κέντρο αυτών των αντιθέσεων βρέθηκαν δύο διαφορετικές πολιτικές προσωπικότητες: ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ο πρώτος εξέφραζε τη ριζοσπαστικότερη πτέρυγα, ασκούσε κριτική στο Παλάτι και στην αμερικανική επιρροή και αποκτούσε γρήγορα μεγάλη απήχηση. Ο δεύτερος, ήδη κορυφαίος υπουργός της κυβέρνησης, υποστήριζε μια πιο μετριοπαθή οικονομική και πολιτική γραμμή και αντιμετώπιζε με δυσπιστία την άνοδο του Ανδρέα.
Η αντιπαράθεσή τους δεν ήταν μόνο προσωπική. Αντιπροσώπευε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της Ένωσης Κέντρου και τη σχέση της με το Στέμμα, τον στρατό και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το Κυπριακό επιδείνωσε τις διαφωνίες. Η αποστολή ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο, οι προτάσεις Άτσεσον, η σχέση της Αθήνας με τον Μακάριο και ο φόβος μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης πίεζαν μια κυβέρνηση που ταυτόχρονα προσπαθούσε να αποκτήσει ουσιαστικό έλεγχο στις Ένοπλες Δυνάμεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκε η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, στην οποία ενεπλάκη πολιτικά και το όνομα του Ανδρέα Παπανδρέου.

Τα Ιουλιανά και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης
Η τελική σύγκρουση ξέσπασε γύρω από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επιδίωκε να απομακρύνει τον Πέτρο Γαρουφαλιά και να αναλάβει ο ίδιος το υπουργείο, προκειμένου να ελέγξει την έρευνα για τον ΑΣΠΙΔΑ και, ευρύτερα, το στράτευμα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αρνήθηκε να εγκρίνει την τοποθέτησή του, υποστηρίζοντας ότι ο πρωθυπουργός δεν μπορούσε να εποπτεύει μια έρευνα στην οποία εμφανιζόταν αναμεμειγμένος ο γιος του.
Πριν από την οριστική ρήξη, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν εμφανίζεται απλώς ως οργανωτής μιας προαποφασισμένης ανατροπής. Η ιστορική έρευνα καταγράφει ότι προσπάθησε να επιτύχει συμβιβασμό. Στις 14 Ιουλίου, μαζί με τους Τσιριμώκο, Παπασπύρου, Αλλαμανή και Μπακατσέλο, επισκέφθηκε τον Παπανδρέου στο Καστρί για να τον πείσει να μην οδηγήσει τη σύγκρουση στα άκρα. Είχε επίσης προτείνει να συζητηθεί το ζήτημα στα όργανα της Ένωσης Κέντρου και να γίνει ανασχηματισμός από τον οποίο θα αποκλείονταν τόσο ο ίδιος όσο και ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Αυτό όμως δεν αναιρεί την καθοριστική πολιτική επιλογή που ακολούθησε. Μετά την παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου, ο βασιλιάς έδωσε αμέσως εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα. Ο Μητσοτάκης αποδέχθηκε να συμμετάσχει στη νέα κυβέρνηση ως υπουργός Συντονισμού και προσωρινά Εμπορικής Ναυτιλίας. Η συμμετοχή του καταγράφεται επισήμως στην κυβερνητική σύνθεση.
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός ιστορικός του ρόλος στα Ιουλιανά. Ο Μητσοτάκης δεν ήταν ο μοναδικός υπεύθυνος για την κρίση ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι «έφερε μόνος του τη Χούντα». Ήταν όμως ένας από τους κεντρικότερους πρωταγωνιστές της διάσπασης της Ένωσης Κέντρου. Ως ισχυρός υπουργός, έμπειρος κοινοβουλευτικός και πιθανός διεκδικητής της ηγεσίας του κεντρώου χώρου, προσέφερε στη βασιλική επιλογή του Νόβα ένα πολιτικό βάρος που δύσκολα θα είχε χωρίς αυτόν.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι ο Παπανδρέου είχε προκαλέσει μια σύγκρουση η οποία μπορούσε να αποφευχθεί και ότι η διαφωνία με τον βασιλιά δεν αποτελούσε πραγματικό ζήτημα αρχών. Στη Βουλή κατηγόρησε επίσης την Ένωση Κέντρου ότι δεν διέθετε λειτουργικά δημοκρατικά όργανα και ότι ο πρωθυπουργός δεν άκουσε τις προτάσεις των υπουργών του για συμβιβασμό.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, η πολιτική συνέπεια της επιλογής του ήταν σαφής: συνέβαλε στον σχηματισμό κυβέρνησης από βουλευτές που είχαν εκλεγεί με την Ένωση Κέντρου αλλά κυβερνούσαν πλέον με τη στήριξη της ΕΡΕ και του Παλατιού. Ο Μητσοτάκης μετατράπηκε έτσι στο κυριότερο πρόσωπο της λεγόμενης Αποστασίας στη δημόσια συνείδηση. Η πρώτη κυβέρνηση Νόβα δεν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης· συγκέντρωσε 131 ψήφους έναντι 167, αλλά η πολιτική κρίση συνεχίστηκε με νέες προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης από αποχωρήσαντα στελέχη του Κέντρου.

Η Αποστασία δεν κατήργησε τυπικά τον κοινοβουλευτισμό. Τον αποδυνάμωσε όμως ουσιαστικά. Η λαϊκή εντολή του 1964 παραμερίστηκε χωρίς να γίνουν άμεσα εκλογές, ενώ κυβερνήσεις χωρίς αυτόνομη εκλογική νομιμοποίηση αναζητούσαν βουλευτές για να σχηματίσουν πλειοψηφία. Οι μεγάλες διαδηλώσεις των Ιουλιανών, η καταστολή και η δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα βάθυναν την πόλωση.
Από την πολιτική κρίση στην 21η Απριλίου
Οι συνταγματάρχες εκμεταλλεύτηκαν ένα σύστημα που είχε ήδη χάσει μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας του. Το Παλάτι φοβόταν την επιστροφή του Γεωργίου Παπανδρέου και κυρίως την αυξανόμενη επιρροή του Ανδρέα. Οι ανώτατοι αξιωματικοί προετοίμαζαν τα δικά τους σχέδια επέμβασης. Οι κατώτεροι συνωμότες γύρω υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο κινήθηκαν ταχύτερα και κατέλαβαν την εξουσία στις 21 Απριλίου 1967.
Επομένως, η σχέση των Ιουλιανών με τη Χούντα δεν είναι μια απλή, ευθεία γραμμή. Η Αποστασία δεν έκανε το πραξικόπημα αναπόφευκτο, αλλά διέλυσε την Ένωση Κέντρου, αποδυνάμωσε τη δημοκρατική νομιμοποίηση, κατέστησε τον στρατό ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων και επέτρεψε στους πραξικοπηματίες να εμφανιστούν ως υποτιθέμενη λύση απέναντι στο «χάος».
Η Χούντα αναζητά δρόμο προς την Ουάσινγκτον
Μετά το πραξικόπημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ακολούθησαν εξαρχής μια ενιαία πολιτική. Η πρεσβεία, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το Πεντάγωνο, η CIA, ο Λευκός Οίκος και το Κογκρέσο είχαν συχνά διαφορετικές προτεραιότητες. Υπήρξαν αντιδράσεις για την κατάλυση της δημοκρατίας και επιβλήθηκε περιορισμός στη στρατιωτική βοήθεια. Παράλληλα, όμως, η γεωστρατηγική σημασία της Ελλάδας για το ΝΑΤΟ εμπόδιζε μια ολοκληρωτική ρήξη.
Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος προσπάθησε να παρακάμψει τα επίσημα διπλωματικά κανάλια χρησιμοποιώντας τον Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία Τομ Πάππας. Ο Πάππας διέθετε ισχυρές σχέσεις με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και ανέλαβε ανεπίσημο ρόλο μεσολαβητή ανάμεσα στη Χούντα και την Ουάσινγκτον. Ο Αμερικανός πρέσβης δυσαρεστήθηκε από τη χρήση ενός ιδιώτη ως ενδιάμεσου, αλλά ο Παπαδόπουλος έκρινε ότι η παρέμβαση του Πάππας είχε αποδώσει.
Ο Πάππας χρηματοδότησε επισήμως την προεκλογική εκστρατεία του Ρίτσαρντ Νίξον με 100.000 δολάρια. Ο δημοσιογράφος Ηλίας Δημητρακόπουλος υποστήριζε ότι υπήρξε και πολύ μεγαλύτερη μυστική χρηματοδότηση από τη Χούντα μέσω του επιχειρηματία.

Ο Νίξον, ο Κίσινγκερ και η στρατηγική προτεραιότητα
Η εκλογή του Νίξον άλλαξε αισθητά το κλίμα. Ο νέος πρόεδρος είχε επισκεφθεί την Αθήνα ήδη από τον Ιούνιο του 1967 και είχε συνομιλήσει τόσο με τον βασιλιά όσο και με στελέχη του δικτατορικού καθεστώτος.
Για τον Νίξον και τον Χένρι Κίσινγκερ, η Ελλάδα ήταν κυρίως ένα στρατηγικό τμήμα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Οι αμερικανικές βάσεις, ο Έκτος Στόλος, η σοβιετική παρουσία στη Μεσόγειο, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και η αστάθεια στη Λιβύη είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα από τον χαρακτήρα του ελληνικού καθεστώτος. Ο Κίσινγκερ πίεσε για την άρση του εμπάργκο όπλων, ενώ ο πρέσβης Χένρι Τάσκα υποστήριζε ότι η Ελλάδα και το γεωγραφικό της «οικόπεδο» ήταν κρίσιμα για τα αμερικανικά συμφέροντα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το αμερικανικό κράτος «αγαπούσε» τη Χούντα. Το Κογκρέσο αντιδρούσε, ενώ τμήματα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιδίωκαν τουλάχιστον έναν περιορισμένο εκδημοκρατισμό. Ο Νίξον έδειχνε προσωπική συμπάθεια προς το καθεστώς, την ώρα που οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο ασκούσαν κριτική και διπλωμάτες προσπαθούσαν να πιέσουν τον Παπαδόπουλο.
Ο Μακάριος και ο Καραμανλής
Η αμερικανική στάση απέναντι στον Μακάριο ήταν επίσης αντιφατική. Πολλοί στην Ουάσινγκτον τον θεωρούσαν δύσκολο και αναξιόπιστο συνομιλητή, εξαιτίας της πολιτικής των Αδεσμεύτων και των σχέσεών του με τη Μόσχα. Ταυτόχρονα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τον αντιμετώπιζε ως παράγοντα σταθερότητας και θεωρούσε ότι η ανατροπή του θα μπορούσε να προκαλέσει ανεξέλεγκτη κρίση. Ο Αμερικανός πρέσβης Ντέιβιντ Πόπερ υποστήριζε ότι, παρά την επιφυλακτικότητα απέναντί του, θα ήταν παράλογο να συμμετάσχουν οι ΗΠΑ στην απομάκρυνσή του.
Την ίδια περίοδο, ο εξόριστος στο Παρίσι Κωνσταντίνος Καραμανλής επιχειρούσε να πείσει τους Αμερικανούς ότι μπορούσε να αποτελέσει τη γέφυρα για μια ομαλή μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία. Δεν ζητούσε κατ’ ανάγκην άμεση αμερικανική επέμβαση. Επιδίωκε κυρίως να διασφαλίσει ότι η Ουάσινγκτον δεν θα αντιτασσόταν σε μια επιστροφή του και θα ασκούσε πίεση υπέρ της αποκατάστασης της πολιτικής ομαλότητας.
Οι Αμερικανοί, ωστόσο, δίσταζαν. Μια ανοικτή συνάντηση του Καραμανλή με τον Νίξον θα εξόργιζε τη Χούντα και θα μπορούσε να πλήξει τις στρατηγικές σχέσεις των δύο χωρών. Έτσι, ενώ η Ουάσινγκτον διατηρούσε επαφές με όλες τις πλευρές, απέφευγε για μεγάλο διάστημα να επενδύσει αποφασιστικά σε μια δημοκρατική εναλλακτική λύση.

Μια δημοκρατία που κατέρρευσε σταδιακά
Η πορεία από τον ΙΔΕΑ μέχρι τη Χούντα δεν εξηγείται από έναν μόνο άνθρωπο, έναν μόνο πολιτικό χώρο ή μια εντολή που δόθηκε σε κάποιο «σκοτεινό δωμάτιο». Ήταν το αποτέλεσμα της συνάντησης πολλών παραγόντων: της αυτονόμησης του στρατού, της παρέμβασης του Στέμματος, της αδυναμίας της Ένωσης Κέντρου να διαχειριστεί τις εσωτερικές της αντιθέσεις, των προσωπικών συγκρούσεων, του Κυπριακού και μιας αμερικανικής πολιτικής που έθετε τη στρατηγική σταθερότητα πάνω από τη δημοκρατική νομιμότητα.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης καταλαμβάνει ουσιαστική θέση σε αυτή την αφήγηση. Δεν σχεδίασε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και δεν ευθύνεται μόνος του για τη διάλυση της δημοκρατίας. Η απόφασή του όμως να συμμετάσχει στην πρώτη κυβέρνηση της Αποστασίας συνέβαλε καθοριστικά στην αποδυνάμωση της εκλεγμένης κυβέρνησης και στη μετατροπή μιας σύγκρουσης του πρωθυπουργού με το Παλάτι σε μακροχρόνια κρίση νομιμοποίησης. Αυτός είναι ο ρόλος που πρέπει να του αποδοθεί: κεντρικός και βαρύς, αλλά μέσα σε ένα πολύ ευρύτερο σύστημα πολιτικών, στρατιωτικών και διεθνών ευθυνών.
Αύριο: Η δικτατορία και οι αντιθέσεις της. Προετοιμασία του πραξικοπήματος στην Κύπρο



