του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Όταν άκουσα τον πρωθυπουργό να μιλά για το βαθύ κράτος, ένιωσα έκπληξη, θυμό και έναν βαθύτερο φόβο για όσα μπορεί να κρύβονται πίσω από αυτή την παραδοχή.
Ο επικεφαλής της κυβέρνησης περιέγραψε ένα κράτος που ανέχεται την παρανομία και έναν μηχανισμό με τον οποίο η κυβέρνηση βρίσκεται, όπως είπε, σε «ανοιχτό πόλεμο». Η δήλωση αυτή δεν αφορά μια συνηθισμένη δυσλειτουργία της δημόσιας διοίκησης, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας, της λειτουργίας των θεσμών και κυρίως της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος.
Στις 2 Νοεμβρίου, στο Υπουργικό Συμβούλιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στην παρανομία που εκδηλώνεται κάποιες φορές «με την ανοχή του βαθέως κράτους» και υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δίνει μάχες, κερδίζοντας κάποιες και χάνοντας άλλες. Η παραδοχή είναι σοβαρή, ανεξάρτητα από την πολιτική προέλευση εκείνου που την κάνει. Όταν η ίδια η πολιτική ηγεσία περιγράφει έναν μηχανισμό που επιτρέπει την παρανομία και αντιστέκεται στην εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής, το ζήτημα παύει να είναι επικοινωνιακό. Γίνεται ζήτημα λειτουργίας της ίδιας της Πολιτείας.
Σε ένα στρατόπεδο, ο διοικητής που ανακοινώνει ότι μέσα στη μονάδα του κάποιοι κερδίζουν μάχες εναντίον του, την ίδια στιγμή δεν θα υφίσταται πλέον ως διοικητής. Η αδυναμία επιβολής της διοίκησης δεν αποτελεί απλώς μια αποτυχία, αλλά ακυρώνει την ίδια την ιδιότητα του διοικητή. Η αναλογία αφορά κάθε μορφή εξουσίας, καθώς η ευθύνη της διοίκησης συνδέεται άμεσα με την ικανότητα ελέγχου, την πειθαρχία και την εφαρμογή των κανόνων.
Το βαθύ κράτος, εφόσον υπάρχει ως μηχανισμός που λειτουργεί παράλληλα με το θεσμικό κράτος, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια αόριστη έννοια. Έχει πρόσωπα, ονόματα, υπηρεσίες, διαδρομές χρήματος, υπογραφές και συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις που μπορούν να ερευνηθούν. Η λέξη «ανοχή» έχει ιδιαίτερο βάρος, καθώς προϋποθέτει γνώση, δυνατότητα παρέμβασης και τελικά μια επιλογή να επιτραπεί η συνέχιση της παρανομίας.
Η κοινωνία δεν μπορεί να αρκεστεί σε γενικές καταγγελίες ούτε να παρακολουθεί έναν αόρατο πόλεμο χωρίς να γνωρίζει ποιοι βρίσκονται απέναντι σε ποιους.
Το πρόβλημα, όμως, είναι πολύ ευρύτερο από τη σημερινή κυβέρνηση. Εδώ και δεκαετίες, κυβερνήσεις αλλάζουν, υπουργοί διαδέχονται ο ένας τον άλλον και οι ίδιες παθογένειες επιστρέφουν με διαφορετικά ονόματα. Διαχρονικό πλέον αποτελεί το φαινόμενο γεμάτο με πελατειακές σχέσεις, κομματικές εξαρτήσεις, αδιαφανείς διαδικασίες, επιλεκτικούς ελέγχους και διοικητικοί μηχανισμοί που συχνά μοιάζουν ισχυρότεροι από την πολιτική βούληση.
Κάθε νέα κυβέρνηση υπόσχεται ότι θα συγκρουστεί με αυτά τα φαινόμενα, μέχρι να βρεθεί αντιμέτωπη με τις ίδιες πρακτικές που προηγουμένως κατήγγειλε.
Αυτή ακριβώς είναι και η πραγματική πηγή της αγανάκτησης. Δεν είναι η αντιπαράθεση με ένα πρόσωπο ή μια κυβέρνηση, αλλά η διαπίστωση ότι το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως διαχρονικό αντίπαλο κάτι που το ίδιο έχει υποχρέωση να ελέγχει και να αλλάζει.
Η σημερινή κυβέρνηση έχει, ασφαλώς, τη δική της πολιτική ευθύνη για τη λειτουργία του κράτους και δεν μπορεί να εμφανίζεται ως απλός παρατηρητής. Το ίδιο, όμως, ισχύει για όλες τις πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν και για όσες διεκδικούν να κυβερνήσουν χωρίς να παρουσιάζουν πειστικές απαντήσεις.
Αυτό που είναι ξεκάθαρο για τον πολίτη είναι ότι εφόσον υπάρχουν πρόσωπα που καλύπτουν την παρανομία, πρέπει να αποκαλυφθούν και να λογοδοτήσουν στην δικαιοσυνη. Εάν υπάρχουν υπηρεσίες που αδρανούν ή παρεμποδίζουν την εφαρμογή του νόμου, οφείλουν να ελεγχθούν. Εάν υπάρχουν θεσμικά κενά, πρέπει να κλείσουν. Η αποκάλυψη μιας παρανομίας είναι θετική εξέλιξη, αλλά δεν απαντά από μόνη της στο γιατί αυτή παρέμενε κρυφή, ποιοι είχαν την ευθύνη του ελέγχου και αν υπήρξαν παρεμβάσεις ή παραλείψεις. Η Δικαιοσύνη οφείλει να ερευνά ανεξάρτητα και η πολιτική εξουσία να αναλαμβάνει τις ευθύνες που της αναλογούν.
Ο πολίτης δεν ζητά να ακούει διαρκώς ότι δίνεται ένας πόλεμος. Ζητά να βλέπει αποτελέσματα, ισονομία και ένα κράτος που δεν κάνει διακρίσεις ανάλογα με τη θέση, τις διασυνδέσεις ή την πολιτική προστασία που διαθέτει κάποιος.
Η αποτελεσματικότητα μιας υπηρεσίας ή η σύλληψη ορισμένων παραβατών δεν αρκεί πλέον, εάν δεν εξετάζεται και η διαδρομή που επέτρεψε την ανάπτυξη της παρανομίας. Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συνέχεια, έλεγχο και λογοδοσία, όχι περιστασιακές επιχειρήσεις εντυπωσιασμού.
Η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς είναι ήδη εμφανής. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση στην Ελλάδα υποχώρησε από 32% το 2023 σε 24% το 2025, ενώ η εμπιστοσύνη στους δημοσίους υπαλλήλους βρίσκεται επίσης στο 24% και στα πολιτικά κόμματα περιορίζεται στο 15%! Τα ποσοστά αυτά αποτυπώνουν μια βαθύτερη απομάκρυνση των πολιτών από τους θεσμούς και την πολιτική εκπροσώπηση, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τη δημοκρατία.
Πιστεύω ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μόνο η παρανομία, αλλά το γεγονός ότι μια κοινωνία συνηθίζει στην ιδέα ότι τίποτε δεν αλλάζει, ότι κάποιοι βρίσκονται πάντοτε στο απυρόβλητο και ότι η εφαρμογή του νόμου εξαρτάται από την ισχύ και τις διασυνδέσεις. Όταν εμπεδώνεται η αντίληψη ότι υπάρχουν δύο κράτη, ένα για τους πολλούς και ένα για όσους διαθέτουν προστασία, η ζημιά δεν περιορίζεται στην αξιοπιστία μιας κυβέρνησης. Διαβρώνεται η δημοκρατία, ενισχύεται η κοινωνική δυσπιστία και αποδυναμώνεται η πίστη στη δυνατότητα θεσμικής λύσης.
Η απάντηση απλά δεν μπορεί να είναι άλλη μία εξαγγελία ή μια ακόμη μάχη που θα ανακοινωθεί ότι δίνεται. Υπάρχει πλέον άμεση ανάγκη συγκεκριμένων παρεμβάσεων, διαφάνειας, ανεξάρτητων ελέγχων και πραγματική λογοδοσία. Περισσότερο απ’ όλα όμως χρειάζεται, ένα πολιτικό σύστημα που θα πάψει να χρησιμοποιεί τις παθογένειες του κράτους ως εξήγηση για τις δικές του αποτυχίες και θα αναλάβει την ευθύνη να τις αντιμετωπίσει, είτε βρίσκεται στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση.
Η διακυβέρνηση δεν είναι η διαρκής καταγγελία των εμποδίων, αλλά η ευθύνη να τα αντιμετωπίζεις. Ένας πόλεμος χωρίς ονομασμένο αντίπαλο δεν μπορεί να αποτελεί πολιτική απάντηση, ενώ ένα κράτος που ανέχεται την παρανομία αποτελεί πρόβλημα ολόκληρου του πολιτικού συστήματος.
Το βαθύ κράτος έχει ονόματα. Η εξουσία έχει ευθύνες. Οι πολίτες, όμως, έχουν εξαντλήσει την υπομονή τους με τις υποσχέσεις όλων εκείνων που, ενώ αναλαμβάνουν να κυβερνήσουν, εξακολουθούν να δηλώνουν ότι δεν μπορούν να κυβερνήσουν το ίδιο τους το κράτος.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.