Οι αντιθέσεις της δικτατορίας και η προετοιμασία του πραξικοπήματος στην Κύπρο

Ξεκινήσαμε, χθες, απο τον ΙΔΕΑ και φθάσαμε στα Ιουλιανά και στην Δικτατορία του Γ. Παπαδόπουλου.-Συνεχίζουμε σήμερα με την αποσύνθεση του καθεστώτος Παπαδόπουλου, την άνοδο του Δημητρίου Ιωαννίδη και την πορεία προς την απόφαση ανατροπής του Μακαρίου. Το ίδιο το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 θα εξεταστεί στο επόμενο μέρος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ Α’ ΜΕΡΟΣ

Στο προηγούμενο μέρος παρακολουθήσαμε τη διαδρομή του στρατιωτικού παρακράτους από τον ΙΔΕΑ και τις μετεμφυλιακές οργανώσεις αξιωματικών έως τα Ιουλιανά, την αποσύνθεση της πολιτικής νομιμότητας και τελικά την 21η Απριλίου 1967.

Η επιβολή της δικτατορίας, όμως, δεν έλυσε τις αντιθέσεις που είχαν συσσωρευτεί στο κράτος και στις Ένοπλες Δυνάμεις. Τις έκρυψε προσωρινά κάτω από ένα καθεστώς φόβου, λογοκρισίας και στρατιωτικής πειθαρχίας. Και επειδή η δικτατορία δεν διέθετε νόμιμους μηχανισμούς ελέγχου, διαδοχής και επίλυσης των διαφορών, κάθε εσωτερική σύγκρουση μπορούσε να λυθεί μόνο με εκκαθαρίσεις, συνωμοσίες και νέα πραξικοπήματα.

Αυτό ακριβώς συνέβη. Η δικτατορία δεν ανατράπηκε αρχικά από τους αντιπάλους της. Ανατράπηκε από τον ίδιο της τον εαυτό.

Ένα καθεστώς που δεν ήταν ποτέ ενιαίο

Η εικόνα μιας απολύτως συμπαγούς «χούντας των συνταγματαρχών» είναι παραπλανητική. Πίσω από τον Γεώργιο Παπαδόπουλο υπήρχαν διαφορετικές ομάδες αξιωματικών, προσωπικά δίκτυα, παλαιότεροι στρατηγοί, φιλόδοξοι συνταγματάρχες και νεότεροι αξιωματικοί που θεωρούσαν ότι η «Επανάσταση» είχε προδοθεί.

Ο Παπαδόπουλος επιδίωκε σταδιακά να μετατρέψει την προσωρινή στρατιωτική εξουσία σε προσωπικό, θεσμοποιημένο καθεστώς. Ήθελε να απομακρύνει ή να περιορίσει τους παλαιούς συνεργάτες του, να αποκτήσει πολιτική νομιμοποίηση και να εμφανιστεί όχι πλέον ως πραξικοπηματίας, αλλά ως μόνιμος αρχηγός ενός νέου πολιτεύματος.

Απέναντί του βρίσκονταν οι λεγόμενοι «σκληροί»: αξιωματικοί που απέρριπταν κάθε επιστροφή των πολιτικών, κατηγορούσαν την ηγεσία για νεποτισμό και διαφθορά και πίστευαν ότι η χώρα έπρεπε να παραμείνει υπό στρατιωτική επιτήρηση επί δεκαετίες. Κεντρικό πρόσωπο αυτού του μηχανισμού ήταν ο διοικητής της ΕΣΑ Δημήτριος Ιωαννίδης.

Ήδη τον Ιούλιο του 1973, αμερικανική Εθνική Εκτίμηση Πληροφοριών περιέγραφε ένα καθεστώς που παρουσίαζε σημάδια φθοράς, είχε χάσει τον αρχικό του προσανατολισμό και αντιμετώπιζε δυσαρέσκεια για τη διαφθορά, τον πληθωρισμό, τις φοιτητικές κινητοποιήσεις και το κίνημα του Ναυτικού. Η ίδια έκθεση ξεχώριζε τον Ιωαννίδη ως πρόσωπο-κλειδί, επειδή έλεγχε τον μηχανισμό στρατιωτικών πληροφοριών και διέθετε την προσωπική αφοσίωση νεότερων αξιωματικών.

Η βασική αντίφαση ήταν ήδη ορατή: ο Παπαδόπουλος ήθελε να διατηρήσει τη δικτατορία μεταμορφώνοντάς την. Οι σκληροί ήθελαν να τη διατηρήσουν εμποδίζοντας κάθε μεταμόρφωσή της.

Η ελεγχόμενη «φιλελευθεροποίηση»

Το 1973 ο Παπαδόπουλος προσπάθησε να βγει από το αδιέξοδο. Μετά το κίνημα του Ναυτικού κατάργησε τη μοναρχία, ανακήρυξε προεδρική δημοκρατία, διοργάνωσε ένα απολύτως ελεγχόμενο δημοψήφισμα και αναδείχθηκε Πρόεδρος με υπερεξουσίες.

Τον Οκτώβριο διόρισε πρωθυπουργό τον Σπύρο Μαρκεζίνη, ο οποίος εξήγγειλε εκλογές και επιστροφή σε μια μορφή συνταγματικής ομαλότητας. Δεν επρόκειτο για πλήρη αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ο Παπαδόπουλος θα παρέμενε Πρόεδρος, οι Ένοπλες Δυνάμεις θα διατηρούσαν τον ρόλο του εγγυητή και το καθεστώς θα καθόριζε τους όρους της πολιτικής μετάβασης.

Ήταν μια προσπάθεια ελεγχόμενης πολιτικοποίησης της δικτατορίας, όχι παράδοση της εξουσίας.

Ακόμη και αυτή η περιορισμένη κίνηση, όμως, θεωρήθηκε προδοσία από τους νεότερους αξιωματικούς. Στο δικό τους μυαλό, η 21η Απριλίου είχε γίνει για να απομακρύνει τους πολιτικούς· τώρα ο Παπαδόπουλος τους επανέφερε και διαπραγματευόταν μαζί τους. Η επιστροφή του Μαρκεζίνη και η προοπτική εκλογών απειλούσαν όχι μόνο τις ιδεολογικές βεβαιότητες των σκληρών αλλά και τη θέση, την ασυλία και την εξουσία τους.

Ταυτόχρονα, η κοινωνική πίεση αυξανόταν. Η κατάληψη της Νομικής, το κίνημα του Ναυτικού και οι φοιτητικές κινητοποιήσεις αποκάλυπταν ότι ο φόβος είχε αρχίσει να υποχωρεί. Η δικτατορία είχε χάσει το πλεονέκτημα της ακινησίας: κάθε υποχώρηση ενθάρρυνε την κοινωνία, ενώ κάθε νέα καταστολή ακύρωνε την υποτιθέμενη φιλελευθεροποίησή της.

Το Πολυτεχνείο ως πρόσχημα και επιταχυντής

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν δημιούργησε τη συνωμοσία του Ιωαννίδη. Η προετοιμασία για την ανατροπή του Παπαδόπουλου είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Το Πολυτεχνείο, όμως, έδωσε στους συνωμότες το πρόσχημα που χρειάζονταν.

Μετά την εισβολή του άρματος, την αιματηρή καταστολή και την εκ νέου επιβολή στρατιωτικού νόμου, το «πείραμα Μαρκεζίνη» είχε ουσιαστικά καταρρεύσει. Ο Παπαδόπουλος εμφανιζόταν ταυτόχρονα υπερβολικά κατασταλτικός για την κοινωνία και υπερβολικά υποχωρητικός για τους σκληρούς του καθεστώτος.

Ο Ιωαννίδης μπορούσε πλέον να τον κατηγορήσει ότι είχε προκαλέσει χάος, είχε εκθέσει τον Στρατό και είχε προδώσει τους αρχικούς στόχους της 21ης Απριλίου. Στην πραγματικότητα, οι συνωμοτικές κινήσεις είχαν προηγηθεί των γεγονότων του Πολυτεχνείου, ενώ ο ίδιος ανησυχούσε μήπως οι μετακινήσεις στρατιωτικών μονάδων για την καταστολή διατάρασσαν τον δικό του επιχειρησιακό σχεδιασμό.

Στις 25 Νοεμβρίου 1973, μία εβδομάδα μετά το Πολυτεχνείο, δυνάμεις πιστές στον Ιωαννίδη περικύκλωσαν τη βίλα του Παπαδόπουλου στο Λαγονήσι και τον έθεσαν υπό κράτηση. Ήταν ένα πραξικόπημα μέσα στο πραξικόπημα.

Ο «αόρατος δικτάτορας»

Ο Ιωαννίδης δεν ανέλαβε επισήμως την προεδρία ή την πρωθυπουργία. Τοποθέτησε στην Προεδρία τον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη και στην κυβέρνηση τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, ενώ ο ίδιος παρέμεινε στο παρασκήνιο, στο γραφείο του στην ΕΣΑ.

Η αμερικανική πρεσβεία τον χαρακτήρισε αμέσως «νέο αφεντικό της Ελλάδας». Σε τηλεγράφημα της 26ης Νοεμβρίου σημείωνε ότι είχε σχεδιάσει ολόκληρη την ανατροπή, ότι ο Γκιζίκης θα ήταν υποταγμένος στις επιθυμίες του και ότι ο Ανδρουτσόπουλος θα εκτελούσε όσα του ζητούσε. Ο πρέσβης Χένρι Τάσκα προειδοποιούσε ότι η νέα ηγεσία δεν πίστευε σε δημοκρατία αποδεκτή από τη Δυτική Ευρώπη και ότι η περαιτέρω καταστολή θα οδηγούσε σε βαθύτερη πόλωση και νέα αστάθεια.

Η δεύτερη χούντα ήταν περισσότερο κλειστή, περισσότερο βίαιη και λιγότερο ικανή από την πρώτη. Δεν διέθετε ούτε τη σχετική πολιτική ευελιξία του Παπαδόπουλου ούτε κάποιο συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης. Είχε μόνο έναν μυστικό μηχανισμό εξουσίας, την ΕΣΑ, και έναν αρχηγό που πίστευε ότι η μυστικότητα μπορούσε να υποκαταστήσει την πολιτική.

Ο Ιωαννίδης έβλεπε τον εαυτό του ως «καθαρό» στρατιώτη που θα διόρθωνε τη διαφθορά και τις παρεκκλίσεις της προηγούμενης ηγεσίας. Σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, απέρριπτε τη δυτικού τύπου δημοκρατία και θεωρούσε ότι απαιτούνταν ακόμη δέκα ή είκοσι χρόνια στρατιωτικού ελέγχου για να «καθαριστεί» το πολιτικό σύστημα. Παράλληλα ήταν φανατικά αντικομμουνιστής, φιλοαμερικανός και προσανατολισμένος προς το ΝΑΤΟ, θεωρώντας ότι η στρατηγική σημασία της Ελλάδας εξασφάλιζε την ανοχή της Δύσης ανεξαρτήτως καθεστώτος.

Αυτή η βεβαιότητα θα αποδεικνυόταν καταστροφική.

Η Κύπρος ως προσωπική και ιδεολογική εμμονή

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον Παπαδόπουλο και τον Ιωαννίδη βρισκόταν στην Κύπρο.

Ο Παπαδόπουλος, μετά την κρίση του 1967 και την απόσυρση της ελληνικής Μεραρχίας, είχε καταλήξει σε έναν δύσκολο συμβιβασμό με την πραγματικότητα. Δεν συμπαθούσε τον Μακάριο, αλλά είχε αντιληφθεί ότι η βίαιη ανατροπή του μπορούσε να προκαλέσει τουρκική επέμβαση και ελληνοτουρκικό πόλεμο. Όπως έλεγαν συνεργάτες του, είχε «μάθει να ζει με τον Μακάριο».

Ο Ιωαννίδης δεν είχε μάθει τίποτε παρόμοιο. Από τη θητεία του στην Κύπρο τη δεκαετία του 1960 είχε αναπτύξει έντονη εχθρότητα προς τον Μακάριο, τον οποίο θεωρούσε εμπόδιο στην Ένωση, ύποπτο για σχέσεις με τους αδέσμευτους και τους κομμουνιστές και υπεύθυνο για την αποδυνάμωση της ελληνικής επιρροής στο νησί.

Στο μυαλό του, το Κυπριακό δεν ήταν ένα διεθνές πρόβλημα που απαιτούσε ισορροπίες, συμμαχίες και υπολογισμό των τουρκικών αντιδράσεων. Ήταν μια υπόθεση εθνικής «κάθαρσης», στην οποία αρκούσε να απομακρυνθεί ο Μακάριος για να επιβληθεί μια λύση. Αμερικανικές εκτιμήσεις κατέγραφαν ότι ο Ιωαννίδης θεωρούσε το Κυπριακό το σημαντικότερο εξωτερικό πρόβλημα της Ελλάδας και εξέταζε μια μορφή «Διπλής Ένωσης», με διαμοιρασμό του νησιού μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Η ΕΟΚΑ Β και ο κυπριακός εμφύλιος

Το έδαφος για την καταστροφή είχε ήδη προετοιμαστεί.

Ο Γεώργιος Γρίβας επέστρεψε κρυφά στην Κύπρο το 1971 και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β, με διακηρυγμένο στόχο την Ένωση. Η δράση της στράφηκε κυρίως εναντίον της κυβέρνησης Μακαρίου. Μετά το καλοκαίρι του 1973 οι δολοφονίες, οι απαγωγές, οι επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς και οι συγκρούσεις κλιμακώθηκαν. Παράλληλα, η κυβέρνηση Μακαρίου δημιούργησε τους δικούς της μηχανισμούς ασφαλείας.

Η Κύπρος βρισκόταν ουσιαστικά σε μια κατάσταση εσωτερικού πολέμου, ενώ ήταν γνωστές οι σχέσεις στελεχών της ΕΟΚΑ Β με Ελλαδίτες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς. Μετά τον θάνατο του Γρίβα τον Ιανουάριο του 1974, ο έλεγχος της οργάνωσης κατακερματίστηκε και η επιρροή του καθεστώτος των Αθηνών ενισχύθηκε.

Η υπονόμευση του νόμιμου κυπριακού κράτους γινόταν στο όνομα της Ένωσης. Στην πραγματικότητα, όμως, διασπούσε τον κυπριακό Ελληνισμό, αποδιοργάνωνε την άμυνα και δημιουργούσε ακριβώς τις συνθήκες που θα επέτρεπαν στην Τουρκία να επέμβει ως εγγυήτρια δύναμη.

Η σύγκρουση για την Εθνική Φρουρά

Ο Μακάριος γνώριζε ότι η Εθνική Φρουρά, υπό τη διοίκηση Ελλαδιτών αξιωματικών, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του. Επιχείρησε επομένως να περιορίσει τη δύναμή της και να απομακρύνει μέρος των αξιωματικών που θεωρούσε ότι λειτουργούσαν ως όργανα της Αθήνας.

Για τον Ιωαννίδη αυτή ήταν κόκκινη γραμμή. Δεν επρόκειτο μόνο για στρατιωτικό ζήτημα. Η υποχώρηση απέναντι στον Μακάριο θα υπονόμευε το κύρος του μέσα στον κύκλο των νεότερων αξιωματικών που τον είχε φέρει στην εξουσία.

Σε συσκέψεις την άνοιξη του 1974 υποστήριζε ότι η απομάκρυνση του Μακαρίου ήταν αναγκαία για να αναδιοργανωθεί η Εθνική Φρουρά, να ενισχυθεί η άμυνα της Κύπρου και να επιβληθεί διαφορετική λύση του Κυπριακού. Όταν οι συνεργάτες του εξέφρασαν φόβους για διεθνή επέμβαση, τους διαβεβαίωσε ότι κανένας εξωτερικός παράγοντας δεν θα αντιδρούσε.

Αυτή ήταν η μοιραία αυταπάτη: πίστευε ότι μπορούσε να ανατρέψει τον αναγνωρισμένο Πρόεδρο ενός ανεξάρτητου κράτους, να αλλάξει τη στρατηγική ισορροπία στην ανατολική Μεσόγειο και να διαπραγματευτεί κατόπιν με την Τουρκία, χωρίς η Τουρκία να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία.

Τι γνώριζαν οι Αμερικανοί

Το ζήτημα του αμερικανικού ρόλου απαιτεί προσοχή. Οι διαθέσιμες πηγές δεν τεκμηριώνουν ότι η Ουάσινγκτον σχεδίασε ή διέταξε το πραξικόπημα. Τεκμηριώνουν, όμως, ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες γνώριζαν τις προθέσεις του Ιωαννίδη, είχαν συχνές επαφές μαζί του και αντιλαμβάνονταν τον κίνδυνο.

Ήδη από τις 6 Μαΐου 1974, επίσημη αμερικανική μελέτη αντιμετώπιζε ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο είτε πραξικόπημα φιλοενωτικών δυνάμεων με τη βοήθεια Ελλαδιτών αξιωματικών είτε επιχείρηση της ελληνικής κυβέρνησης για την ανατροπή του Μακαρίου. Η ίδια μελέτη προειδοποιούσε ότι ένα τέτοιο εγχείρημα μπορούσε να προκαλέσει ελληνοτουρκική στρατιωτική σύγκρουση και εισηγούνταν έγκαιρη διπλωματική παρέμβαση.  

Σε συνάντηση της 29ης Μαΐου, ο Ιωαννίδης δήλωσε σε στελέχη της CIA ότι η Ελλάδα μπορούσε να απομακρύνει τον Μακάριο μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, με μικρή αιματοχυσία, και υποστήριξε ότι οι Τούρκοι θα αποδέχονταν σιωπηρά την ανατροπή του. Στα τέλη Ιουνίου οι αναφορές έγιναν ακόμη πιο ανησυχητικές: οι αμερικανικές υπηρεσίες κατέληξαν ότι εξέταζε σοβαρά την ανατροπή και την απευθείας συνεννόηση με την Άγκυρα για το μέλλον του νησιού.

Στις 29 Ιουνίου το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έστειλε τηλεγράφημα στην Αθήνα, χαρακτηρίζοντας απαράδεκτο τον κίνδυνο και δίνοντας εντολή στον πρέσβη Τάσκα να μεταφέρει στον Ιωαννίδη ότι οι ΗΠΑ θα αντιτίθεντο σθεναρά σε οποιαδήποτε βίαιη απομάκρυνση του Μακαρίου.

Η προειδοποίηση, όμως, δεν έφτασε με τρόπο που να αποκλείει κάθε παρερμηνεία. Ο Ιωαννίδης απέφευγε να συναντήσει τον Τάσκα και προτιμούσε τις ανεπίσημες επαφές με τη CIA. Ο πρέσβης χρησιμοποίησε ενδιάμεσα πρόσωπα και διαβεβαίωσε την Ουάσινγκτον ότι είχε μεταφέρει το μήνυμα. Αμερικανοί διπλωμάτες αμφέβαλλαν αργότερα αν ο «αόρατος δικτάτορας» είχε πράγματι λάβει μια άμεση και κατηγορηματική προειδοποίηση.

Ο υπεύθυνος ελληνικών υποθέσεων Τζον Ντέι θεωρούσε ότι η απουσία σαφούς απάντησης μπορούσε να εκληφθεί από τον Ιωαννίδη ως «πράσινο φως». Ο ίδιος ο Ιωαννίδης φαίνεται ότι πίστευε πως οι επίσημες αμερικανικές αντιρρήσεις αφορούσαν κυρίως την αποφυγή επιθέσεων εναντίον των Τουρκοκυπρίων και όχι κατ’ ανάγκη την ανατροπή του Μακαρίου.

Επιστολή Μακαρίου στον Γκιζίκη

Η απόφαση είχε ληφθεί πριν από την επιστολή του Μακαρίου

Στις 3 Ιουλίου 1974 ο Μακάριος έστειλε τη γνωστή επιστολή του προς τον Γκιζίκη. Κατηγορούσε ευθέως στελέχη του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος ότι υποστήριζαν και κατεύθυναν την ΕΟΚΑ Β, χρηματοδοτούσαν την αντικυβερνητική δράση και χρησιμοποιούσαν Ελλαδίτες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς για την υπονόμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έγραφε χαρακτηριστικά ότι «η ρίζα του κακού» έφθανε μέχρι την Αθήνα.

Η επιστολή παρουσιάστηκε αργότερα ως η αιτία της απόφασης για το πραξικόπημα. Η χρονική ακολουθία, όμως, δείχνει κάτι διαφορετικό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει ο Αλέξης Παπαχελάς, η τελική απόφαση είχε ληφθεί στις 2 Ιουλίου, σε σύσκεψη στο γραφείο του αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγορίου Μπονάνου, μία ημέρα πριν φτάσει η επιστολή του Μακαρίου.

Η επιστολή δεν δημιούργησε το σχέδιο. Το επιτάχυνε, το νομιμοποίησε στα μάτια των συνωμοτών και τους έδωσε το πρόσχημα της «πρόκλησης».

Η επιχείρηση είχε ήδη περάσει από το επίπεδο της ιδεολογικής εμμονής στο επίπεδο του στρατιωτικού σχεδιασμού. Είχαν επιλεγεί οι μονάδες, είχαν δοθεί αποστολές σε αξιωματικούς, είχε συζητηθεί ακόμη και η τύχη του Μακαρίου.

Όταν συνεργάτες του ρώτησαν τι θα συνέβαινε εάν επενέβαινε η Τουρκία, ο Ιωαννίδης απάντησε με απόλυτη βεβαιότητα ότι οι Τούρκοι δεν θα αποβιβάζονταν στην Κύπρο.

Η βεβαιότητα αυτή δεν βασιζόταν σε συσχετισμό δυνάμεων, σε επίσημη συμφωνία ή σε σοβαρή διπλωματική εγγύηση. Βασιζόταν σε ανεπίσημες επαφές, προσωπικές ερμηνείες, ασαφή μηνύματα και στην πεποίθηση ενός δικτάτορα ότι καταλάβαινε καλύτερα από όλους τα σχέδια των μεγάλων δυνάμεων.

Η δικτατορία προετοίμαζε τη δική της καταστροφή

Η πορεία προς το πραξικόπημα της Κύπρου δεν ήταν ένα μεμονωμένο λάθος της τελευταίας στιγμής. Ήταν το αποτέλεσμα όλων των αντιθέσεων της επταετίας:

της σύγκρουσης ανάμεσα στην προσωπική δικτατορία του Παπαδόπουλου και στους σκληρούς αξιωματικούς·
της αδυναμίας ενός παράνομου καθεστώτος να επιλύσει ειρηνικά τις εσωτερικές του διαφορές·
της χρησιμοποίησης του εθνικισμού ως υποκατάστατου πολιτικής νομιμοποίησης·
της σύγχυσης ανάμεσα στην επιθυμία και στην πραγματικότητα·
της υποκατάστασης της διπλωματίας από τις μυστικές επαφές·
και της πεποίθησης ότι η Ελλάδα μπορούσε να μεταβάλει βίαια την κατάσταση στην Κύπρο χωρίς να υπολογίσει την Τουρκία.

Ο Ιωαννίδης πίστευε ότι θα απομάκρυνε τον Μακάριο, θα ενίσχυε την ελληνική επιρροή και θα επέβαλλε τη λύση του. Στην πραγματικότητα, ετοίμαζε την αποδιοργάνωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη διάσπαση των δυνάμεών της και τη δημιουργία του νομικού και στρατιωτικού προσχήματος που περίμενε η Άγκυρα.

Η δικτατορία ισχυριζόταν ότι είχε καταλάβει την εξουσία για να σώσει το έθνος από την αστάθεια. Επτά χρόνια αργότερα, μέσα από τις δικές της συνωμοσίες, τις εσωτερικές της εκκαθαρίσεις και τη στρατηγική τύφλωση της ηγεσίας της, οδηγούσε τον Ελληνισμό στη μεγαλύτερη μεταπολεμική του καταστροφή.

Στο επόμενο μέρος: 15 Ιουλίου 1974 — η εκτέλεση του πραξικοπήματος, η διαφυγή του Μακαρίου, η τοποθέτηση του Νίκου Σαμψών και οι πρώτες ώρες της πορείας προς την τουρκική εισβολή. 

spot_img

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Από την προσεκτική ανάλυση των Ανιχνεύσεών μας (τις οποίες και ευχαριστούμε)-,η οποία πάντως δεν βασίζεται σε κρατικά αρχεία (που σίγουρα υπάρχουν ,γιατί σε όλες τις κρατικές ενέργειες τηρούνται πάντοτε) συγκράτησα το ”συμπέρασμα” ότι,
    ο Ιωαννίδης στην πραγματικότητα ετοίμαζε την αποδιοργάνωση της Κυπριακής Δημοκρατίας ,την διάσπαση των των δυνάμεών της και τη δημιουργία του νομικού και στρατιωτικού προσχήματος , που περίμενε η Άγκυρα”.
    ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΕΓΙΝΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ ΜΕΤΑ ΤΙΣ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974.
    Και τούτου δοθέντος γιατί , για την ”προδοσία” και τα επακόλουθα στην Κύπρο , ευθύνεται αποκλειστικά ειδικά ο αείμνηστος Καραμανλής μετά την 24η Ιουλίου 1974 , όπως απεφάνθη χθες στον Καφέ της Κυριακής ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων -11ετής το 1974 -κ. Βασίλης Φούσκας(εξ Έβρου ορμώμενος) ;;;.
    Υπογράφω με το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμο μου για τυχόν απάντηση του ίδιου ή άλλου, με ”ατράνταχτες ”ιστορικές πηγές
    ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΛΕΙΣΜΕΝΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ της εποχής εκείνης.
    Σκοπός μας η ”συγγραφή” ιστορίας και όχι μυθιστορίας για αναθεώρηση της καταγεγραμμένης ιστορίας .
    Με απόψεις δεν γράφεται η Ιστορία -ευχαριστώ για την φιλοξενία.
    Σταύρος Αθαν. Ναλμπάντης

  2. Πως να απαντήσει κάποιος με τέτοιες δύσκολες προϋποθέσεις , που έβαλα στο σχόλιο μου. Ας διαφωνήσει -όποιος-με αξιοπρέπεια.
    Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα