του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Ο Τραμπ περιμένει να λυγίσει το Ιράν. Το Ιράν περιμένει να λυγίσει ο Τραμπ. Ποιος θα υποχωρήσει πρώτος;
Η παρατεταμένη αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν δείχνει να εισέρχεται σε μια νέα φάση. Όχι επειδή αλλάζει ριζικά το στρατιωτικό ισοζύγιο, αλλά επειδή καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται διατεθειμένη να κάνει το πρώτο πολιτικό βήμα προς έναν συμβιβασμό.
Η εύστοχη διαπίστωση ότι «φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη» αποτυπώνει την ουσία της σημερινής στρατηγικής στασιμότητας, επειδή και οι δύο πλευρές περιμένουν να λυγίσει η άλλη. Πρόκειται για έναν πόλεμο φθοράς, όπου η στρατιωτική ισχύς χρησιμοποιείται κυρίως ως εργαλείο πολιτικής πίεσης και όχι ως μέσο επίτευξης μιας αποφασιστικής νίκης.
Από στρατηγική σκοπιά, όμως, το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι ποιος θα εξαντληθεί πρώτος. Είναι εάν οι πολιτικοί στόχοι των δύο πλευρών παραμένουν εφικτοί.
Το βασικό πρόβλημα της αρχικής συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός δεν ήταν μόνο ότι ήταν ατελής. Ήταν ότι δεν αντιμετώπισε το κεντρικό ζήτημα της σύγκρουσης που δεν είναι άλλο από το καθεστώς του Στενού του Ορμούζ.
Στη στρατηγική, οι εκεχειρίες που αφήνουν ασαφές το βασικό αντικείμενο της διαμάχης συνήθως μεταθέτουν τη σύγκρουση αντί να την επιλύουν. Το ίδιο συνέβη και εδώ. Οι διαφωνίες σχετικά με τις κυρώσεις, το πυρηνικό πρόγραμμα και τις αποζημιώσεις ήταν σημαντικές, αλλά δεν αποτελούσαν τον πυρήνα της αντιπαράθεσης. Ο πυρήνας ήταν και παραμένει ο έλεγχος του σημαντικότερου ενεργειακού θαλάσσιου περάσματος στον κόσμο.
Το Στενό του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα ακόμη γεωγραφικό σημείο στον χάρτη. Είναι το σημείο όπου διασταυρώνονται η ναυτική ισχύς, η ενεργειακή ασφάλεια και η παγκόσμια οικονομία. Όποιος επηρεάζει τη λειτουργία του δεν ασκεί μόνο στρατιωτική πίεση, επηρεάζει τις διεθνείς αγορές, την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων και τις πολιτικές αποφάσεις δεκάδων κρατών.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το στρατηγικό αδιέξοδο.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να πιστεύει ότι η συνεχής στρατιωτική και οικονομική πίεση θα οδηγήσει τελικά την Τεχεράνη σε παραχωρήσεις. Η Τεχεράνη, αντίθετα, εκτιμά ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της. Υπολογίζει ότι το οικονομικό κόστος του πολέμου, οι πιέσεις προς τους περιφερειακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών και οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Αμερική θα αναγκάσουν τελικά την αμερικανική ηγεσία να αναζητήσει έναν συμβιβασμό.
Με άλλα λόγια, και οι δύο πλευρές επενδύουν περισσότερο στον χρόνο παρά στη στρατιωτική υπεροχή.
Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των πολέμων φθοράς. Η νίκη δεν επιδιώκεται μέσω μιας αποφασιστικής μάχης αλλά μέσω της σταδιακής εξάντλησης της πολιτικής βούλησης του αντιπάλου.
Ωστόσο, η ιστορία διδάσκει ότι αυτού του είδους οι συγκρούσεις σπάνια παράγουν καθαρούς νικητές. Αντίθετα, συχνά οδηγούν σε παρατεταμένη αστάθεια, οικονομική αιμορραγία και αυξημένο κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών.
Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής είναι ο ρόλος των περιφερειακών δρώντων. Το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν ενδέχεται να αποδειχθούν πιο χρήσιμοι ως διαμεσολαβητές από όσο οι ίδιες οι εμπλεκόμενες πλευρές. Στη διεθνή διπλωματία, πολλές από τις πλέον ανθεκτικές συμφωνίες επιτεύχθηκαν όταν ουδέτεροι ή περιφερειακοί παράγοντες μπόρεσαν να διαμορφώσουν έναν αποδεκτό συμβιβασμό.
Αυτό δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας των μεγάλων δυνάμεων. Αντιθέτως, αντανακλά την πραγματικότητα ότι, όταν η πολιτική εμπιστοσύνη έχει καταρρεύσει, απαιτείται ένας αξιόπιστος τρίτος για να γεφυρώσει το χάσμα.
Παράλληλα, δεν πρέπει να υποτιμάται η εσωτερική διάσταση της κρίσης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάθε παρατεταμένος πόλεμος επηρεάζει το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και αυξάνει το κόστος για την εκάστοτε κυβέρνηση. Στο Ιράν, οι διαφορετικές προσεγγίσεις στο εσωτερικό του καθεστώτος για τον χειρισμό της κρίσης και για τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ επηρεάζουν επίσης τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων.
Καμία στρατηγική δεν μπορεί να αγνοήσει αυτές τις εσωτερικές πολιτικές παραμέτρους.
Το μεγαλύτερο δίδαγμα της μέχρι σήμερα εξέλιξης είναι ίσως διαφορετικό από εκείνο που συνήθως προβάλλεται. Δεν είναι ότι κάποια πλευρά έχει αποτύχει στρατιωτικά. Είναι ότι και οι δύο πλευρές ξεκίνησαν τη σύγκρουση με υπερβολική αισιοδοξία ως προς την ταχύτητα και την ευκολία επίτευξης των πολιτικών τους στόχων.
Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι οι πόλεμοι είναι πολύ πιο εύκολο να αρχίσουν παρά να τερματιστούν. Όταν οι αρχικοί πολιτικοί στόχοι δεν επιτυγχάνονται, οι κυβερνήσεις τείνουν να αναθεωρούν τους στόχους τους αντί να αναθεωρούν τη στρατηγική τους. Έτσι δημιουργούνται οι λεγόμενοι «πόλεμοι χωρίς τέλος».
Η έξοδος από αυτό το αδιέξοδο δεν θα προκύψει από περισσότερα πυραυλικά πλήγματα ούτε από μεγαλύτερη ρητορική ένταση. Θα προκύψει μόνο όταν και οι δύο πλευρές αποδεχθούν ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να δημιουργεί διαπραγματευτική πίεση, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να υποκαταστήσει τη διπλωματία.
Η αποκατάσταση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, η σταθεροποίηση των ενεργειακών αγορών και η αποτροπή μιας γενικευμένης περιφερειακής ανάφλεξης αποτελούν κοινά συμφέροντα της διεθνούς κοινότητας. Αυτά μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσα από μια συμφωνία που θα είναι πολιτικά βιώσιμη, στρατηγικά ισορροπημένη και διεθνώς αποδεκτή.
Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι ποιος θα λυγίσει πρώτος. Είναι ποιος θα αναγνωρίσει πρώτος ότι καμία στρατιωτική εκστρατεία δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια συνεκτική στρατηγική εξόδου.
Αυτό είναι το πραγματικό δίδαγμα της κρίσης στο Ορμούζ. Και αυτό θα καθορίσει όχι μόνο την έκβαση της σύγκρουσης, αλλά και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Δίδαξε επί σειρά ετών Επιχειρησιακή Σχεδίαση, Στρατηγική και Ασφάλεια στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security (INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).


