Αρχική Blog Σελίδα 49

Η μεγάλη λεηλασία των συντάξεων

0
15 χρόνια περικοπών που άλλαξαν τη ζωή εκατομμυρίων Ελλήνων
Η περίοδος από το 2010 έως και τα επόμενα χρόνια ήταν μία από τις πιο δύσκολες στην ιστορία του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος. Οι συντάξεις μειώθηκαν διαδοχικά, με διαφορετικούς νόμους και διαφορετικούς τρόπους. Οι επιπτώσεις ήταν ιδιαίτερα αισθητές στους συνταξιούχους με μεσαίες και υψηλές αποδοχές, αλλά και σε όσους είχαν συνταξιοδοτηθεί σε μικρή ηλικία.
Το 2010, με τον Ν. 3845/2010, περιορίστηκαν δραστικά τα Δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας: οι δύο πρόσθετες συντάξεις αντικαταστάθηκαν αρχικά από συνολικά επιδόματα 800 ευρώ τον χρόνο, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Παράλληλα, με τον Ν. 3863/2010 θεσπίστηκε η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων για υψηλότερες συντάξεις.
Το 2011 ήρθαν νέες μειώσεις. Ο Ν. 4024/2011 προέβλεψε, μεταξύ άλλων, μείωση 40% στο τμήμα της κύριας σύνταξης πάνω από τα 1.000 ευρώ για συνταξιούχους κάτω των 55 ετών, ενώ για τους υπόλοιπους προβλέφθηκε μείωση 20% στο τμήμα πάνω από τα 1.200 ευρώ.
Το 2012 ήταν ένα ακόμη μεγάλο κύμα περικοπών. Ο Ν. 4093/2012 επέβαλε μειώσεις 5%, 10%, 15% και 20%, ανάλογα με το συνολικό ύψος των συντάξεων και των συναφών παροχών. Παράλληλα, καταργήθηκαν οριστικά τα εναπομείναντα Δώρα.
Ακολούθησε ο Ν. 4387/2016, γνωστός ως «νόμος Κατρούγκαλου». Δεν ήταν απλώς μια νέα οριζόντια περικοπή. Άλλαξε τον τρόπο υπολογισμού των νέων συντάξεων, καθιερώνοντας την εθνική και την ανταποδοτική σύνταξη και υπολογίζοντας τις συντάξιμες αποδοχές με βάση τον ασφαλιστικό χρόνο από το 2002 και μετά. Για πολλούς παλαιούς συνταξιούχους έγινε επανυπολογισμός και προέκυψε η λεγόμενη «προσωπική διαφορά». Η μεγάλη παγίδα σε βάρος των συνταξιούχων που έστησε ο ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ
Ωστόσο, η εικόνα δεν σταμάτησε εκεί. Με τον Ν. 4670/2020 βελτιώθηκαν οι συντελεστές αναπλήρωσης για όσους είχαν πάνω από 30 έτη ασφάλισης, με αποτέλεσμα να δοθούν αυξήσεις και αναδρομικά σε εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους.
Έτσι διαμορφώθηκε η σημερινή εικόνα: οι συνταξιούχοι υπέστησαν μέσα σε λίγα χρόνια πολλαπλές και διαφορετικές μειώσεις, ενώ καταργήθηκαν οριστικά τα Δώρα. Αυτό είναι το ασφαλές ιστορικό συμπέρασμα: δεν υπήρξε μία μόνο περικοπή, αλλά μια διαδοχική αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού εισοδήματος μέσα σε λίγα χρόνια.
Ποιος κυβέρνησε και ποιος νομοθέτησε τις μεγάλες αλλαγές
2010 κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου: Πρωθυπουργός ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου και υπουργός Οικονομικών ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Με τον Ν. 3845/2010 θεσπίστηκαν τα πρώτα μέτρα του Μνημονίου, ενώ ακολούθησαν οι πρώτες μεγάλες παρεμβάσεις στις συντάξεις.
2011 κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου: Στα μέτρα του ασφαλιστικού πρωταγωνίστησε ως υπουργός Εργασίας ο Γιώργος Κουτρουμάνης, ενώ υπουργός Οικονομικών ήταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος από τον Ιούνιο του 2011. Ο Ν. 4024/2011 περιέλαβε σημαντικές περικοπές στις συντάξεις.
2012–2013 – κυβέρνηση Αντώνη Σαμαρά και Β. Βενιζέλου: Πρωθυπουργός ήταν ο Αντώνης Σαμαράς, υπουργός Οικονομικών ο Γιάννης Στουρνάρας και υπουργός Εργασίας ο Γιάννης Βρούτσης. Ο Ν. 4093/2012 επέφερε νέες κλιμακωτές μειώσεις και κατήργησε οριστικά τα Δώρα των συνταξιούχων. Ειδικά οι συντάξεις των στρατιωτικών λεηλατήθηκαν .
2016 κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα: Πρωθυπουργός ήταν ο Αλέξης Τσίπρας και υπουργός Εργασίας ο Γιώργος Κατρούγκαλος. Ο Ν. 4387/2016 αναμόρφωσε συνολικά το ασφαλιστικό σύστημα, εισάγοντας μεταξύ άλλων τον διαχωρισμό της σύνταξης σε εθνική και ανταποδοτική και νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων. Ο ΝΟΜΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ – ΤΣΙΠΡΑ ο χειρότερος νόμος, αφού καταδίκασε τους συνταξιούχους , ειδικά του ιδιωτικού τομέα, σε συντάξεις πείνας και εξαθλίωσης.
Την πολιτική ευθύνη είχε η εκάστοτε κυβέρνηση και τη νομοθετική ευθύνη ασκούσε η Βουλή, ενώ οι αρμόδιοι υπουργοί εισηγούνταν και υπέγραφαν τα σχετικά νομοθετήματα.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό παράδοξο. Οι συνταξιούχοι που είδαν τις συντάξεις τους να περικόπτονται δραστικά και απο 40 μέχρι και 60%!!!. Τα Δώρα να καταργούνται και το εισόδημά τους να συρρικνώνεται, δεν έζησαν μια λογιστική προσαρμογή, σε πολλές περιπτώσεις έζησαν μια βίαιη ανατροπή της καθημερινότητάς τους. Για ανθρώπους που εργάστηκαν μια ολόκληρη ζωή, η σύνταξη μετατράπηκε από εγγύηση αξιοπρέπειας σε διαρκή αγώνα για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Κι όμως, οι πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν στις κρίσιμες εκείνες περιόδους εξακολουθούν να ζητούν την ψήφο των ίδιων ανθρώπων για να επιστρέψουν στην εξουσία. Εκεί ακριβώς αρχίζει το ζήτημα της πολιτικής λογοδοσίας. Διότι η εξουσία μπορεί να επικαλείται την κρίση, τα Μνημόνια και τις δημοσιονομικές ανάγκες. Δεν μπορεί όμως να απαιτεί από την κοινωνία να ξεχάσει το τίμημα που πλήρωσε.

Όταν ένας συνταξιούχος μετρά τα ευρώ για φάρμακα, λογαριασμούς και τρόφιμα, ενώ εκείνοι που αποφάσισαν τις περικοπές ζητούν ξανά την ψήφο του, η πολιτική μνήμη γίνεται ζήτημα δημοκρατίας. Η ψήφος δεν είναι λευκή επιταγή. Και η εξουσία δεν είναι δικαίωμα που ανανεώνεται χωρίς λογοδοσία. Διαφορετικά, η απαίτηση για νέα ψήφο, μετά από μια τόσο βαριά κοινωνική επιβάρυνση, δικαιολογημένα προκαλεί το ερώτημα: πολιτικό θράσος ή πολιτική λήθη;

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΠΟΥΤΣΗ

ΦΒ

Το τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας στη Μέση Ανατολή: Σχόλιο στην «αυτοψία» του Economist με τα μεταξωτά γάντια

0

Το πρόβλημα με την παρακμή μιας αυτοκρατορίας δεν είναι ότι είναι βίαιη και χαοτική. Είναι ότι η αυτοκρατορία περιμένει να την ευχαριστήσεις για τις παράπλευρες απώλειες, επιμένοντας ταυτόχρονα ότι η ανεξέλεγκτη πυρκαγιά που καταπίνει τη γειτονιά σου δεν είναι παρά μια «στρατηγική μετάβαση σε τοπική θέρμανση».

Αν θέλεις να καταλάβεις τη σύγχρονη τραγωδία της Μέσης Ανατολής, πρέπει πρώτα να καταλάβεις το τεράστιο, αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στα αποστειρωμένα, κλιματιζόμενα τηλεοπτικά στούντιο του Λονδίνου και στις απροκάλυπτα αιματηρές πραγματικότητες των ακτών του Λεβάντε. Σε αυτά τα μέρη, η αλήθεια δεν είναι μια αφηρημένη έννοια που συζητιέται πάνω από ένα ποτήρι ανθρακούχο νερό σε κάποια σύνοδο δεξαμενής σκέψης. Η αλήθεια είναι υλική. Η αλήθεια είναι ένας κρατήρας. Η αλήθεια είναι η βαλλιστική τροχιά ενός αντιπλοϊκού πυραύλου των Χούθι που διαπερνά το κύτος ενός εμπορικού πλοίου. Η αλήθεια είναι ο ψυχρός, ωμός υπολογισμός της διαπραγματευτικής ισχύος.

Από το iEpikaira

Πρόσφατα, οι διαπιστευμένοι ειδικοί του Economist συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν ένα μάλλον ευγενικά διατυπωμένο ερώτημα: Φτάνει στο τέλος της η αμερικανική ηγεμονία στη Μέση Ανατολή; Ο Σασάνκ Τζόσι και ο Έντουαρντ Καρ, μαζί με τους συντάκτες τους που καλύπτουν την περιοχή, παρατήρησαν με ύφος αποστασιοποιημένης περιέργειας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να έχουν παγιδευτεί ανάμεσα στην κλιμάκωση και τη διαπραγμάτευση. Σημείωσαν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος απείλησε από το βήμα του ΟΗΕ να αφανίσει το Ιράν, για να χαιρετίσει λίγο αργότερα την επιτυχία απευθείας παρασκηνιακών συνομιλιών. Εξέφρασαν την έκπληξή τους μπροστά στο ενδεχόμενο η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής, για πρώτη φορά από τότε που οι μεγάλες δυνάμεις διαμέλισαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από έναν αιώνα, να μην επιβάλλεται πλέον απ’ έξω. Αντιπαρέβαλαν απόψεις για τις «μεταβαλλόμενες τάσεις», εξετάζοντας την περιφερειακή υποχώρηση και ένα γεωπολιτικό «κενό» που περιμένει να καλυφθεί από μη αραβικές δυνάμεις.

Είναι μια ενδιαφέρουσα, αν και κάπως εξωραϊσμένη, προσέγγιση στην αυτοψία μιας τάξης πραγμάτων που πεθαίνει. Αν όμως διαβάσεις τις αναλύσεις μας των τελευταίων μηνών (1, 2, 3, 4, 5), θα συνειδητοποιήσεις κάτι που ξεκαθαρίζει πολλά: οι ευγενείς Βρετανοί συντάκτες και οι αδίστακτοι γεωστρατηγικοί αναλυτές περιγράφουν το ίδιο ακριβώς πτώμα. Απλώς χρησιμοποιούν διαφορετικά εργαλεία για να το ανατέμουν.

Αυτό που ο Economist παρουσιάζει με εκλεπτυσμένο τρόπο ως έναν «σκληρό, πραγματιστικό υπολογισμό για το πού βρίσκονται πραγματικά τα εθνικά συμφέροντα» των ΗΠΑ, η προηγούμενη ανάλυσή μας το είχε προσδιορίσει ως την «Υποχώρηση του Ηγεμόνα». Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποσύρονται απλώς επειδή κουράστηκαν, ούτε πρόκειται για κάποια ιδιότροπη στροφή στον απομονωτισμό. Πρόκειται για μια εσκεμμένη μετατόπιση, επιβεβλημένη από τις δομικές συνθήκες: από τον ρόλο του άμεσου αυτοκρατορικού χωροφύλακα στον κλασικό ρόλο της δύναμης που εξισορροπεί τους αντιπάλους της από απόσταση. Η εποχή της ανάπτυξης εκστρατευτικών δυνάμεων κόστους τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με σκοπό την οικοδόμηση λειτουργικών δημοκρατιών στην έρημο, έχει τελειώσει. Η αμερικανική αυτοκρατορία στρέφεται πλέον προς την περιοχή του Ινδοειρηνικού για να αντιμετωπίσει το Πεκίνο.

Μια αυτοκρατορία, όμως, δεν μπορεί απλώς να μαζέψει τα πράγματά της και να αφήσει την ευρασιατική ήπειρο σε έναν εχθρικό συνασπισμό. Πρέπει να αφήσει πίσω της έναν μηχανισμό ελέγχου. Πρέπει να αφήσει πίσω της χάος. Οι Βρετανοί το γνωρίζουν πολύ καλά. Εκείνοι επινόησαν αυτή τη μέθοδο καθώς διαλυόταν η αυτοκρατορία τους. Σήμερα, το μόνο «Μεγάλο» που απομένει από τη Μεγάλη Βρετανία είναι η εντυπωσιακή κλίμακα του χάους που δημιούργησε φεύγοντας.

Η συζήτηση στο Economist θέτει το ερώτημα μήπως η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής δεν θα επιβάλλεται πλέον απ’ έξω. Οι συντάκτες του σημειώνουν ότι η Ουάσιγκτον αφήνει τις βάσεις της να δέχονται σφοδρά πλήγματα και παρακάμπτει το Ριάντ για να συνομιλήσει απευθείας με ένοπλες ομάδες στην Υεμένη. Το αντιμετωπίζουν ως απώλεια ελέγχου. Οι αναλύσεις μας, όμως, υπογραμμίζουν ότι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ασκείται ο έλεγχος. Η πολιτική δεν αποβλέπει στην ειρήνη, αλλά στην ελεγχόμενη αστάθεια. Με την υποχώρησή τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες απαλλάσσονται συστηματικά από τα βάρη της άμεσης διοίκησης, αντικαθιστώντας το αιματηρό έργο της οικοδόμησης κρατών με τους κυνικούς μηχανισμούς του εξ αποστάσεως κατακερματισμού.

Όπως εξηγείται στο Η διαφυγή του ηγεμόνα: Γιατί η Αμερική ανατινάζει τη δική της παγκόσμια τάξη, αυτή η κίνηση δεν είναι παράδοση· είναι τακτική αναδιάταξη.

Και αυτό έχει σημασία. Τεράστια σημασία. Διότι, όταν μια δύναμη που εξισορροπεί τους αντιπάλους της από απόσταση θέλει να εμποδίσει τους ανταγωνιστές της να ελέγξουν μια περιοχή, δεν οικοδομεί. Κατεδαφίζει. Οι συντάκτες του Economist παρατηρούν ότι το παλιό πλαίσιο είναι ουσιαστικά νεκρό —αναφέρονται ευγενικά στον «διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», αποφεύγοντας την πιο άμεση γεωστρατηγική αναφορά στην τάξη πραγμάτων των Σάικς–Πικό— αλλά αντιμετωπίζουν αυτή την εξέλιξη σαν μια τραγωδία που προέκυψε από μόνη της, σαν μια απλή «ιστορία χαμένων ευκαιριών». Από το πεδίο, η εικόνα φαίνεται πολύ πιο σκοτεινή. Η ανάλυσή μας περιγράφει την «ισοπέδωση των συνόρων». Ο χάρτης της Μέσης Ανατολής δεν καταρρέει κατά λάθος· υφίσταται ελεγχόμενη κατεδάφιση με βάση το δόγμα των «Αιματοβαμμένων Συνόρων».

Ένα ενιαίο, κυρίαρχο κράτος —όπως η Συρία ή το Ιράκ— διαθέτει τη νομική και στρατιωτική ισχύ να εμποδίσει διακρατικούς ενεργειακούς διαδρόμους ή να προσκαλέσει κινεζικές επενδύσεις σε υποδομές. Η λύση της Ουάσιγκτον, της οποίας πρόδρομοι ήταν το Σχέδιο του Οντέντ Γινόν και ο χάρτης «Αιματοβαμμένα Σύνορα» του Ραλφ Πίτερς για τη βαλκανοποίηση της Μέσης Ανατολής, είναι να διασπάσει αυτά τα κράτη σε μικρά, εύκολα χειραγωγήσιμα σεκταριστικά φέουδα.

Η ανάλυσή μας, Χαραγμένα με αίμα: Η εσκεμμένη κατεδάφιση της τάξης των Σάικς–Πικό και οι αρχιτέκτονες της νέας Μέσης Ανατολής, εξηγεί αναλυτικά πώς λειτουργεί αυτό. Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ και η εμφάνιση περιορισμένων κρατικών μορφωμάτων Αλαουιτών ή Δρούζων και κουρδικών θυλάκων δεν αποτελεί αποτυχία της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής· αποτελεί την πραγματοποίησή της. Τα κυρίαρχα κράτη στερούνται την ικανότητα να αποφασίζουν για τον εαυτό τους και περιορίζονται σε αντιμαχόμενα καντόνια που δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς εξωτερικούς προστάτες.

Σκόνη, αίμα, προδοσία και το υπόκωφο βουητό ενός μη επανδρωμένου αεροσκάφους Reaper.

Αυτά είναι τα πραγματικά συστατικά του «κενού» για το οποίο προειδοποιούν οι συντάκτες του Economist. Η ομάδα τους επισημαίνει ότι τρία μη αραβικά κράτη —το Ιράν, η Τουρκία και το Ισραήλ— διαθέτουν την ισχύ να το καλύψουν. Το Ιράν θα μπορούσε να εδραιώσει τον έλεγχό του στα Στενά του Ορμούζ· η Τουρκία χτίζει αθόρυβα σχέσεις στη Συρία και το Ιράκ· το Ισραήλ προβάλλει την κυριαρχία του ασκώντας παρασκηνιακή πίεση στις ΗΠΑ. Αν το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτές οι τρεις δυνάμεις μπορούν να συνυπάρξουν:

Ο κυνικός παρατηρητής στο πεδίο ξέρει την απάντηση: δεν προβλέπεται να συνυπάρξουν.

Οι ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει χερσαίες «ζώνες κατακερματισμού». Διαλύοντας σκόπιμα τα κυρίαρχα κράτη του Λεβάντε, δημιούργησαν μια γεωπολιτική μαύρη τρύπα σχεδιασμένη να απορροφά την επεκτατική ορμή της Ρωσίας και της Κίνας. Η Μόσχα και το Πεκίνο χρειάζονται ισχυρά, συγκεντρωτικά κράτη για να συναλλάσσονται· δεν μπορούν να προβάλουν ισχύ σε μια βαλκανοποιημένη ζώνη που κυβερνάται από πολέμαρχους.

Το Η νέα Μέση Ανατολή: Το αιματηρό τέλος των Σάικς–Πικό υποστηρίζει ότι οι μη αραβικές δυνάμεις —ιδίως η Τουρκία και το Ισραήλ— λειτουργούν ουσιαστικά ως περιφερειακοί «πορτιέρηδες». Οι ΗΠΑ βασίζονται σε αυτούς τους βαριά οπλισμένους πληρεξουσίους για να διαχειρίζονται τις τριβές στη ζώνη κατακερματισμού, διατηρώντας τα αραβικά κράτη διαιρεμένα και τους ευρασιατικούς ανταγωνιστές αποκλεισμένους.

Εδώ, όμως, οι κομψές θεωρίες των αιθουσών συνεδριάσεων συγκρούονται με την αμείλικτη πραγματικότητα του δρόμου.

Οι συντάκτες του Economist σημειώνουν ότι η Αμερική μοιάζει να έχει «κολλήσει». Η ανάλυσή μας δίνει σε αυτή την παράλυση ένα όνομα: η παγίδα του Σπάικμαν. Για να προστατεύσουν την περιμετρική ζώνη της Ευρασίας από τις δυνάμεις της ενδοχώρας της, οι ΗΠΑ έβαλαν φωτιά στη Μέση Ανατολή, θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν την εξάπλωσή της. Όμως η σύγχρονη γεωοικονομική στρατηγική —ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), οι τερματικοί σταθμοί υγροποιημένου φυσικού αερίου, οι αλυσίδες εφοδιασμού υψηλής τεχνολογίας— απαιτεί απόλυτη σταθερότητα. Δεν μπορείς να διατηρήσεις μια ομαλή ψηφιακή αλυσίδα εφοδιασμού μέσα από ένα σφαγείο θρησκευτικών και κοινοτικών συγκρούσεων.

Οι ΗΠΑ έχουν πλέον παγιδευτεί στο χάος που οι ίδιες σχεδίασαν. Αναγκάζονται να δαπανούν τους ολοένα πιο περιορισμένους ναυτικούς πόρους τους για να προστατεύουν την εμπορική ναυτιλία από τους ίδιους τους ριζοσπαστικοποιημένους μη κρατικούς δρώντες που η πολιτική των «Αιματοβαμμένων Συνόρων» συνέβαλε να ενισχυθούν.

Το Η παγίδα του Σπάικμαν: Πώς η Δύση έχτισε ένα φρούριο και έχασε τον κόσμο αναδεικνύει την υπέρτατη ειρωνεία: ο αρχιτέκτονας έχει εγκλωβιστεί στις φλόγες. Δεν μπορεί να φύγει χωρίς να παραχωρήσει την περιοχή στην Κίνα και δεν μπορεί να μείνει χωρίς να εξαντληθεί. Αυτή η διαπίστωση θυμίζει τη ζοφερή μοιρολατρία κειμένων όπως το «Το σύμφωνο της Μέκκας και τα ψιλά γράμματα της ισχύος»: τα μεγαλεπήβολα σχέδια των αυτοκρατόρων πάντοτε αποσυντίθενται στη σκόνη των επαρχιών.

Και τι γίνεται με τις παράπλευρες απώλειες; Τι γίνεται με την περιφέρεια, την οποία η συζήτηση του Economist παρακάμπτει ευγενικά στη συνολική θεώρησή της για τη Μέση Ανατολή;

Αν ο Λεβάντες είναι η φλεγόμενη μηχανή αυτής της ζώνης κατακερματισμού, η Ανατολική Μεσόγειος είναι η ζωτική ραφή που τη συνδέει με τον οχυρωμένο ευρωπαϊκό πυρήνα. Όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, εδώ είναι που η μεγάλη στρατηγική επιβάλλει το πιο τραγικό της τίμημα, ειδικά στην Ελλάδα και την Κύπρο. Στα μάτια της δύναμης που εξισορροπεί τους αντιπάλους της από απόσταση, η Αθήνα και η Λευκωσία δεν είναι κυρίαρχοι σύμμαχοι με απαραβίαστα δικαιώματα· είναι απλοί κόμβοι εφοδιασμού, ζώνες διέλευσης που πρέπει να βελτιστοποιηθούν για τη διακίνηση κεφαλαίων και ενέργειας.

Η Ελλάδα αναδεικνύεται στην κατεξοχήν γεωπολιτική πύλη της περιμετρικής ζώνης της Ευρασίας τον 21ο αιώνα, μέσω της Πρωτοβουλίας των Τριών Θαλασσών και του IMEC, με κομβικό σημείο το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Για να εξασφαλιστεί όμως η ανεμπόδιστη διέλευση για το ΝΑΤΟ και τις αγορές ενέργειας, η ελληνική κυριαρχία πρέπει να αποδυναμωθεί στην πράξη. Η προώθηση από τις ΗΠΑ μιας «Ουδέτερης Ζώνης» στο Αιγαίο, η υποβάθμιση της ΑΟΖ του Καστελλορίζου και η σκόπιμη ασάφεια απέναντι στις τουρκικές ενέργειες στη «γκρίζα ζώνη» δεν είναι διπλωματικά σφάλματα. Είναι επιχειρησιακές απαιτήσεις. Όπως η Συρία πρόκειται να κατακερματιστεί ώστε να μπορούν να διέρχονται αγωγοί, έτσι και η ελληνική κυριαρχία ενδέχεται ακόμη και να «καντονοποιηθεί», ώστε η Ελλάδα να μην μπορεί να ασκήσει βέτο στις ανάγκες εφοδιασμού της συμμαχίας.

Η Κύπρος, αντίστοιχα, αντιμετωπίζεται ως ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο, του οποίου τα δικαιώματα επί των δικών του υδρογονανθράκων υποτάσσονται συστηματικά στην ανάγκη διαχείρισης της τουρκικής επιθετικότητας και ενσωμάτωσης των ισραηλινών συμφερόντων. Το Γεωπολιτικές προοπτικές του πρώτου εξαμήνου του 2026: Ο άτλαντας γράφεται τώρα προβλέπει μια ζοφερή εποχή ελεγχόμενων συγκρούσεων διά πληρεξουσίων, στην οποία η Ελλάδα και η Κύπρος αναγκάζονται να λειτουργούν ως βαριά οπλισμένα αμόνια, πάνω στα οποία ανακόπτονται οι τουρκικές φιλοδοξίες, απορροφώντας τις τριβές μιας αυτοκρατορίας που υποχωρεί. Είναι οι «Ιφιγένειες» της περιμετρικής ζώνης — θυσιασμένες στον βωμό της ενεργειακής ασφάλειας της Δύσης.

Οι σημειώσεις των συντακτών του Economist κλείνουν με το νοσταλγικό ερώτημα αν υπάρχει τρόπος να «αναβιώσει η χαμένη τέχνη της διπλωματίας στη Μέση Ανατολή».

Είναι ένα όμορφο, μελαγχολικό ερώτημα, από εκείνα που θέτει κανείς καθώς ισιώνει τη μεταξωτή γραβάτα του πριν από ένα δείπνο στο Μέιφερ. Εκεί έξω, όμως, όπου ο ήλιος καίει τα θρυμματισμένα τσιμέντα της Βηρυτού και τα νερά του Αιγαίου που διεκδικεί η Τουρκία, δεν υπάρχει χαμένη τέχνη για να αναβιώσει. Η διπλωματία ήταν ανέκαθεν το βελούδινο γάντι· η σιδερένια γροθιά απλώς σκούριασε και τρύπησε το ύφασμα.

Ο άτλαντας των επόμενων δεκαετιών —αν όχι του επόμενου αιώνα— ξανασχεδιάζεται μπροστά στα μάτια μας. Όχι με τις λεπτές πένες των διπλωματών, αλλά με τις μπουλντόζες των δυνάμεων που εξισορροπούν τους αντιπάλους τους από απόσταση και με τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη των περιφερειακών πληρεξουσίων τους. Για τα αραβικά κράτη που ονειρεύονται μια χαμένη δόξα και για τα ελληνικά προκεχωρημένα φυλάκια που προσκολλώνται στην ψευδαίσθηση της απόλυτης αμερικανικής προστασίας, η πραγματικότητα είναι απογοητευτική και αδιαμφισβήτητη: ο ηγεμόνας εγκαταλείπει το κτίριο. Έχει κλειδώσει τις πόρτες. Έχει ανάψει τις φωτιές. Και αν στέκεσαι στη ζώνη διέλευσης περιμένοντας μια ομπρέλα που δεν θα ανοίξει ποτέ, δεν είσαι σύμμαχος. Είσαι το καύσιμο.

Πηγή: i-epikaira.blogspot.com

America’s Hegemony End Over The Middle East: A Comment On The Economist’s “Silk” Autopsy

0
The trouble with imperial decline is not that it is violent and messy. It is that the empire expects you to thank it for the collateral damage, insisting all the while that the raging inferno consuming your neighborhood is merely a “strategic transition to localized heating.”
If you want to understand the modern tragedy of the Middle East, you must first understand the vast, unbridgeable chasm between the sterile, climate-controlled broadcasting studios of London and the unapologetically bloody realities of the Levant littoral. Truth, in these latitudes, is not an abstract concept to be debated over sparkling water at a think-tank summit. Truth is physical. Truth is a crater. Truth is the ballistic trajectory of a Houthi anti-ship missile tearing through the hull of a commercial freighter. Truth is the cold, raw calculus of leverage.
Recently, the credentialed experts over at The Economist convened to discuss a rather polite question: Is America’s hegemony over the Middle East coming to an end? Shashank Joshi and Edward Carr, flanked by their regional editors, observed with an air of detached fascination that the United States is seemingly stuck between escalation and negotiation. They noted that the American president threatened to annihilate Iran on the floor of the UN, only to herald the success of direct back-channel talks moments later. They marveled at the realization that, for the first time since the great powers dismembered the Ottoman Empire a century ago, the Middle East’s security might no longer be imposed from the outside. They dueled upon “shifting tides,” navigating regional retrenchment and a geopolitical “vacuum” waiting to be filled by non-Arab powers.
It is a fascinating, if somewhat sanitized approach to an autopsy of a dying order. But if you read our analyses the past couple of months (1, 2, 3, 4, 5)—you will realize something immensely clarifying: The polite British editors and the ruthless geostrategic analysts are describing the exact same corpse. They are merely using different tools to dissect it.
What The Economist gentrifies as a “hard-nosed calculation about where its national interests really lie,” our previous analysis identified as the “Hegemon’s Retreat.” The United States is not pulling back out of mere fatigue, nor is it a whimsical isolationist pivot. It is a deliberate, structurally mandated shift from being a direct imperial policeman to a classical offshore balancer. The era of deploying trillion-dollar expeditionary forces to build functioning democracies in the sand is over. The American empire is now pivoting to the Indo-Pacific to face down Beijing.
But an empire cannot simply pack its bags and leave the Eurasian landmass to a hostile coalition. It must leave behind a mechanism of control. It must leave behind chaos. The Brits know this too well. They invented the playbook as their empire fractured and today, the only ‘Great’ thing left of Great Britain is the magnificent scale of the chaos it engineered on its way out.
The Economist discussion is wondering if the Middle East’s security is no longer going to be imposed from the outside, noting that Washington is letting its bases get pummeled and bypassing Riyadh to talk directly to militias in Yemen. They view this as a loss of control. Our aforementioned analyses though, underline that this is the control. The policy is not peace; the policy is managed instability. By retreating, the United States is systematically escaping the burdens of direct administration, substituting the bloody work of nation-building with the cynical mechanics of remote-controlled fragmentation.

As outlined in THE HEGEMON’s ESCAPE: Why America is blowing up its own world order this maneuver is not a surrender; it is a tactical redeployment.

And that matters. It matters immensely. Because when an offshore balancer needs to deny a region to its rivals, it does not build. It demolishes. The Economist editors observe that the old framework is effectively dead—politely referring to the “dismemberment of the Ottoman Empire” while avoiding the direct geostrategic shorthand of the Sykes-Picot order—but they treat this as an organic tragedy, a mere “history of missed opportunities.” The view from the ground is far more sinister. Our analysis outlines the “Bulldozing of Borders.” The map of the Middle East is not collapsing by accident; it is being subjected to a controlled demolition under the “Blood Borders” doctrine.
A unified, sovereign state—be it Syria or Iraq—has the legal and military veto power to block transnational energy corridors or invite in Chinese infrastructure investments. Washington’s solution, pioneered by the Oded Yinon Plan and Ralph Peter’s “Blood Borders” map of Middle East Balkanization, is to break these states into easily manipulated, sectarian micro-fiefdoms.
Our analysis, DRAWN IN BLOOD: The Deliberate Demolition of Sykes-Picot and the Architects of the New Middle East, details exactly how this works. The collapse of the Assad regime into Alawite or Druze rump states and Kurdish enclaves is not a failure of American and Israeli policy; it is the realization of it. Sovereign nations are stripped of their agency, reduced to squabbling cantons that cannot survive without external patronage.

Dust, blood, betrayal, and the quiet hum of a Reaper drone.

These are the real ingredients of the “vacuum” that The Economist editors warn about. The panel sets to note that three non-Arab states—Iran, Turkey, and Israel—stand out as the powers with the heft to fill this void. Iran could cement control over Hormuz; Turkey is quietly building ties in Syria and Iraq; Israel is flexing its dominance via background pressure on US. If they ask if these three can find a way to live together:

The cynic in the field knows the answer: they are not supposed to live together.

The US has engineered terrestrial “shatter-belts.” By intentionally shattering the sovereign states of the Levant, the US has created a geopolitical black hole designed to absorb the expansionist energies of Russia and China. Moscow and Beijing need strong, centralized states to do business; they cannot project power into a balkanized zone ruled by warlords.
The New Middle East: A Bloody End to Sykes-Picot makes it clear that the non-Arab powers—Turkey and Israel in particular—are functionally operating as regional “bouncers.” The US relies on these heavily armed proxies to manage the friction of this shatter-belt, keeping the Arab states divided and the Eurasian rivals locked out.

But here, the elegant theories of the boardroom collide with the unforgiving physics of the street.

The Economist editors note that America seems “stuck.” Our analysis gives this paralysis a name: The Spykman Trap. To protect the Rimland of Eurasia from the Heartland powers, the US set fire to the Middle East, assuming it could control the burn. But the modern geoeconomic strategy—the India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC), the LNG terminals, the high-tech supply chains—requires absolute stability. You cannot run a frictionless digital supply chain through a sectarian slaughterhouse.
The US is now trapped in the chaos of its own design, forced to expend dwindling naval resources to protect commercial shipping from the very radicalized non-state actors its “Blood Borders” policy helped empower.
The Spykman Trap: How the West Built a Fortress and Lost the World illustrates the supreme irony: the architect is caught in the flames, unable to leave without ceding the region to China, and unable to stay without bleeding out. The style of this realization mirrors the grim fatalism found in pieces like “The Mecca Pact and the Fine Print of Power;” the grand plans of emperors always unravel in the dust of the provinces.

And what of the collateral damage? What of the periphery that The Economist panel politely ignores in its grand sweep of the Middle East?

If the Levant is the burning engine of this shatter-belt, the Eastern Mediterranean is the vital suture connecting it to the fortified European core. As we already outlined, this is where the grand strategy exacts its most tragic toll, specifically upon Greece and Cyprus. In the eyes of the offshore balancer, Athens and Nicosia are not sovereign allies with inviolable rights; they are mere logistical hinges, transit zones that must be optimized for the movement of capital and energy.
Greece is being elevated to the supreme geopolitical gateway of the 21st-century Rimland via the Three Seas Initiative and IMEC, anchored by the port of Alexandroupolis. But to ensure unrestricted transit for NATO and energy markets, Greek sovereignty must be functionally diluted. The US push for an Aegean “Neutral Zone,” the minimizing of the Kastellorizo EEZ and the deliberate ambiguity regarding Turkish gray-zone operations are not diplomatic blunders. They are operational requirements. Just as Syria is about to be fragmented to allow pipelines to flow, Greek sovereignty may even be “cantonized” so that it cannot veto over the alliance’s logistical needs.
Cyprus, similarly, is treated as an unsinkable aircraft carrier whose rights to its own hydrocarbons are routinely subordinated to the need to manage Turkish aggression and integrate Israeli ones. The Geopolitical Outlook of First Half of 2026: The Atlas is Being Written forecasts a grim era of managed proxy conflicts, where Greece and Cyprus are forced to serve as the heavily armed anvils against which Turkish ambitions are blunted, absorbing the friction of a receding empire. They are the “Iphigenia” of the Rimland—sacrificed on the altar of Western energy security.

The Economist editor’s notes end by wistfully asking if there is a way to “revive the lost art of Middle East diplomacy.”

It is a beautiful, melancholic question, the kind one asks while adjusting a silk tie before a dinner party in Mayfair. But out there, where the sun beats down on the shattered concrete of Beirut and the Aegean waters disputed by the Turks, there is no lost art to revive. Diplomacy was only ever the velvet glove; the iron fist has simply rusted through the fabric.
The atlas of the next decades —if not century— is being redrawn in real time, not with the delicate pens of diplomats, but with the bulldozers of offshore balancers and the drones of regional proxies. To the Arab states dreaming of lost glory, and to the Hellenic outposts clinging to the illusion of absolute American protection, the reality check is sobering and absolute: The hegemon is leaving the building. It has locked the doors. It has set the fires. And if you are standing in the transit zone, waiting for an umbrella that will never open, you are not an ally. You are the fuel.

Πηγή: i-epikaira.blogspot.com

Γιατί πήγε ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ στη Γαλλία

1

Ο Λέων ΙΔ΄ πραγματοποιεί τετραήμερη αποστολική επίσκεψη, από τις 25 έως τις 28 Σεπτεμβρίου 2026, έπειτα από προσκλήσεις του Γάλλου προέδρου, των εκκλησιαστικών αρχών της χώρας και της ηγεσίας της UNESCO. Είναι η πρώτη επίσημη παπική επίσκεψη στη Γαλλία από το 2008. Το πρόγραμμά της συνδυάζει συναντήσεις με την πολιτική ηγεσία, ομιλίες για την ειρήνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, και επαφή με τη γαλλική Καθολική Εκκλησία — ιδίως με τους νέους.

Τι έκανε την πρώτη ημέρα

Την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου συναντήθηκε στο Μέγαρο των Ηλυσίων με τον Εμανουέλ Μακρόν και μίλησε σε εκπροσώπους του κράτους, της κοινωνίας των πολιτών και του διπλωματικού σώματος. Έθεσε ζητήματα ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τεχνητής νοημοσύνης, προστασίας της ζωής, ειρήνης και του ρόλου της θρησκείας σε ένα κοσμικό κράτος. Σύμφωνα με τη γαλλική προεδρία, στη συνάντηση συζητήθηκαν επίσης η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή και η κλιματική αλλαγή.

Στην UNESCO συνέδεσε την εκπαίδευση, την επιστήμη και τον πολιτισμό με τη διεθνή συνεργασία και την ειρήνη. Αργότερα τέλεσε εσπερινό στην αποκατεστημένη Παναγία των Παρισίων. Χρησιμοποίησε την ανοικοδόμηση του ναού ως εικόνα για μια Εκκλησία που ανανεώνεται, υποδέχεται τους άλλους και συμμετέχει στη ζωή της κοινωνίας.

Η ημέρα έκλεισε στο Stade de France, στο Σεν Ντενί. Περίπου 80.000 νέοι συγκεντρώθηκαν για την αγρυπνία. Ο πάπας απάντησε σε ερωτήσεις τους για το πώς μπορούν να μιλούν για την πίστη τους με σεβασμό προς όσους δεν τη συμμερίζονται. Όταν τους κάλεσε σε «αγώνα» για την πίστη, διευκρίνισε ότι δεν εννοούσε αγώνα εναντίον άλλων ανθρώπων, αλλά ζωή σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, χωρίς βία, περιφρόνηση ή καταπίεση.

Η επιλογή του Σεν Ντενί είχε ιδιαίτερο βάρος. Πρόκειται για μια νεανική και κοινωνικά ποικιλόμορφη περιοχή. Το ρεπορτάζ της Le Monde περιγράφει την ενθουσιώδη υποδοχή, αλλά και την παρουσία νέων με διαφορετικές αφετηρίες και τάσεις μέσα στην Εκκλησία. Ο επίσκοπος της περιοχής τόνισε ότι στην εκδήλωση είχαν προσκληθεί ακόμη και φίλοι των συμμετεχόντων από άλλες θρησκείες.

Τι ακολουθεί

Σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα, σήμερα 26 Σεπτεμβρίου προβλέπονται επισκέψεις σε κέντρο κοινωνικής υποστήριξης, συνάντηση με κατηχουμένους και νεοβαπτισμένους και λειτουργία στο Παρίσι, πριν αναχωρήσει για τη Λούρδη. Εκεί προβλέπονται συναντήσεις με επισκόπους και ασθενείς, ενώ στις 28 Σεπτεμβρίου θα μεταβεί στη Μετς για διαθρησκειακή συνάντηση και εκδήλωση με θέμα την ειρήνη και την ενότητα της Ευρώπης.

Η επίσκεψη του πάπα δείχνει μια Εκκλησία που αναζητεί πώς να μείνει πιστή στην παράδοσή της, μιλώντας ταυτόχρονα στους νέους, στους ανθρώπους άλλων πεποιθήσεων και στις αγωνίες του σημερινού κόσμου.

Διαβάστε παρακάτω άρθρο του καθολικού Αρχχιεπισκόπου Αθηνών Θεόδωρου Κοντίδη, περίληψη του επιμέτρου που έγραψε στο βιβλίο του  Jean-Pierre Moisset Ιστορία του κααθολικισμού.

Πώς διαβάζουμε την ιστορία της Εκκλησίας

του Θεόδωρου Κοντίδη Καθολικού Αρχιεπισκόπου Αθηνών

Ο Αρχιεπίσκοπος Κοντίδης ξεκινά με ένα ερώτημα: τι βλέπουμε όταν μελετούμε την ιστορία της Εκκλησίας; Μπορούμε να καταγράψουμε πρόσωπα, θεσμούς, αποφάσεις, συγκρούσεις, επιτυχίες και αποτυχίες. Αυτό όμως δεν εξαντλεί το νόημα που έχει η ιστορία για έναν πιστό. Το επίμετρο εξετάζει αν η πορεία της Εκκλησίας μπορεί να διαβαστεί και ως πορεία ενός λαού που αναζητεί τον Θεό.

Ο συγγραφέας διακρίνει έτσι δύο τρόπους προσέγγισης. Ο ιστορικός ερευνά τις μαρτυρίες και εξηγεί τα γεγονότα με τις μεθόδους της επιστήμης του. Ο πιστός, χωρίς να παραμερίζει αυτή την έρευνα, θέτει επιπλέον το ερώτημα τι σημαίνουν τα γεγονότα μέσα στην πίστη του. Ο Κοντίδης δεν παρουσιάζει αυτή τη δεύτερη ανάγνωση ως υποκατάστατο της ιστορίας. Διευκρινίζει από την αρχή ότι γράφει για ένα ευρύτερο κοινό και προσφέρει μια σύντομη παρουσίαση θεολογικών απόψεων.

Η Έξοδος ως κλειδί ερμηνείας

Η κεντρική εικόνα του επιμέτρου είναι η Έξοδος του Ισραήλ από την Αίγυπτο. Στη βιβλική παράδοση ο Θεός δεν εμφανίζεται απλώς ως μια αφηρημένη ιδέα· συναντά έναν λαό μέσα στην ιστορία του, τον ελευθερώνει και τον καλεί να πορευτεί. Η απελευθέρωση δεν τελειώνει με την αναχώρηση από την Αίγυπτο. Ακολουθούν η έρημος, η δοκιμασία, η Διαθήκη, η εμπειρία της πίστης αλλά και της απιστίας.

Για τον Κοντίδη, αυτή η αφήγηση αποτελεί «τύπο», δηλαδή ένα σχήμα μέσα από το οποίο οι χριστιανοί μπορούν να κατανοήσουν τη δική τους πορεία. Η ιστορία της Εκκλησίας παρουσιάζεται ως μια συνεχιζόμενη Έξοδος: πέρασμα από τη δουλεία προς την ελευθερία και, τελικά, προς την πληρότητα της ζωής με τον Θεό. Ο συγγραφέας συνδέει αυτή την πορεία με το Πάσχα του Χριστού. Δεν ισχυρίζεται ότι κάθε ιστορικό γεγονός μπορεί εύκολα να ταυτιστεί με μια θεία παρέμβαση· προτείνει μια συνολική κατεύθυνση για τη θεολογική ανάγνωση της ιστορίας.

Από τον λαό του Ισραήλ στη χριστιανική κοινότητα

Η Έξοδος, όπως την παρουσιάζει το επίμετρο, συγκροτεί έναν λαό. Οι άνθρωποι δεν σώζονται ως μεμονωμένα πρόσωπα χωρίς σχέση μεταξύ τους: αποκτούν κοινή μνήμη, κοινή ελπίδα και μια σχέση Διαθήκης με τον Θεό. Η πίστη τους δοκιμάζεται στην πράξη και αλλάζει καθώς αντιμετωπίζουν νέες συνθήκες.

Ο Κοντίδης βλέπει μια συνέχεια αυτής της εικόνας στη χριστιανική Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι κοινότητα που ζει μέσα στον χρόνο, θυμάται όσα παρέλαβε και επιχειρεί να καταλάβει πώς θα τα ζήσει στο παρόν. Γι’ αυτό η ιστορία της περιλαμβάνει και τις αδυναμίες της. Δεν είναι μια αδιάκοπη ακολουθία θριάμβων ούτε μια πορεία χωρίς ανθρώπινα λάθη.

Ο Ιησούς και η ίδρυση της Εκκλησίας

Ένα μεγάλο μέρος του επιμέτρου αφιερώνεται στο ερώτημα αν ο ιστορικός Ιησούς θέλησε πράγματι την Εκκλησία. Ο Κοντίδης παρουσιάζει την άποψη ότι η οργανωμένη Εκκλησία εμφανίστηκε αργότερα, ως εξέλιξη που δεν ανήκε στις προθέσεις του Ιησού, και εξετάζει γιατί θεωρεί αυτή την εξήγηση ανεπαρκή.

Στρέφεται στις μαρτυρίες για τους μαθητές, στην επιλογή των Δώδεκα, στο τελευταίο δείπνο, στις πρώτες κοινότητες και στις επιστολές του Παύλου. Η επιλογή των Δώδεκα έχει γι’ αυτόν ιδιαίτερη σημασία, επειδή παραπέμπει στις φυλές του Ισραήλ και στη συγκρότηση ενός νέου λαού. Το τελευταίο δείπνο συνδέει την αποστολή του Ιησού με μια κοινότητα που καλείται να συνεχίσει την πράξη και τη μνήμη του. Οι πρώιμες μαρτυρίες του Παύλου δείχνουν, κατά τον συγγραφέα, ότι η κοινότητα είχε ήδη διαμορφωθεί πολύ κοντά χρονικά στα γεγονότα της ζωής του Ιησού.

Το συμπέρασμά του είναι σαφές αλλά διατυπώνεται με ιστορική προσοχή: θεωρεί ότι υπάρχουν ισχυρές βάσεις για τη συνέχεια ανάμεσα στον Ιησού και την Εκκλησία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μεταγενέστερη μορφή οργάνωσης υπήρχε ήδη πλήρως διαμορφωμένη στην αρχή.

Η Εκκλησία ως κοινότητα και ως θεσμός

Ο Κοντίδης εξετάζει επίσης την ιεραρχική δομή της Εκκλησίας. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν χρειάζεται ένας οργανισμός για να λειτουργεί μια κοινότητα. Είναι πώς μια ιστορική, οργανωμένη Εκκλησία μπορεί να παραμένει πιστή στην αφετηρία της χωρίς να ακινητοποιείται σε μια μορφή του παρελθόντος.

Κατά την προσέγγισή του, η Εκκλησία κληρονομεί μια πίστη και μια παράδοση, αλλά κάθε γενιά πρέπει να αποφασίζει πώς θα τις εκφράσει στις δικές της συνθήκες. Ο θεσμός διατηρεί τη συνέχεια της κοινότητας· συγχρόνως η κοινότητα χρειάζεται κρίση, ευθύνη και δυνατότητα ανανέωσης. Ο Κοντίδης αναφέρει ιστορικά κινήματα ανανέωσης για να δείξει ότι η ζωή της Εκκλησίας δεν περιορίζεται στις πράξεις της διοίκησής της.

Πιστότητα στην παράδοση και ιστορική αλλαγή

Μια επαναλαμβανόμενη ένταση στο κείμενο είναι η σχέση ανάμεσα στην ταυτότητα και στην αλλαγή. Αν η Εκκλησία αποκόψει τον εαυτό της από την πίστη που παρέλαβε, χάνει το σημείο αναφοράς της. Αν όμως θεωρήσει κάθε παλαιότερη μορφή έκφρασης αμετάβλητη, δυσκολεύεται να μιλήσει στους ανθρώπους μιας άλλης εποχής.

Ο συγγραφέας επιμένει ότι οι ιστορικές συνθήκες μεταβάλλονται. Οι γνώσεις, οι κοινωνικές ανάγκες και τα ερωτήματα των ανθρώπων δεν μένουν τα ίδια. Επομένως η Εκκλησία οφείλει να αναζητεί τρόπους να κατανοεί και να εκφράζει την πίστη της μέσα στο παρόν, διατηρώντας τη σχέση της με τον Χριστό και την παράδοσή της. Αυτή η εργασία δεν ολοκληρώνεται μία φορά για πάντα.

Η Εκκλησία μέσα στον κόσμο

Προς το τέλος, το επίμετρο εξετάζει τη σχέση της Εκκλησίας με τον κόσμο και την ιστορία του. Με αφορμή και τη σκέψη του Αυγουστίνου, ο Κοντίδης αποφεύγει μια απλή διαίρεση των ανθρώπων σε δύο ορατές, απολύτως χωρισμένες ομάδες: στους «δικούς μας» και στους «άλλους». Η Εκκλησία ζει ανάμεσα στους ανθρώπους, συμμετέχει στις ίδιες ιστορικές περιστάσεις και δεν μπορεί να αποσυρθεί από τα προβλήματά τους.

Η χριστιανική ελπίδα για την τελική σωτηρία δεν παρουσιάζεται ως άδεια εγκατάλειψης του παρόντος. Αντίθετα, δίνει στην κοινότητα έναν προσανατολισμό ενώ εκείνη εξακολουθεί να εργάζεται, να κρίνει τις πράξεις της και να συμβιώνει με τον υπόλοιπο κόσμο.

Η Ευχαριστία και το τέλος της πορείας

Στον επίλογο, ο Κοντίδης στρέφεται στην Ευχαριστία ως τον τρόπο με τον οποίο η κοινότητα θυμάται και βιώνει την ιστορία της σωτηρίας. Η ανάμνηση του πάθους και της ανάστασης του Χριστού δεν την κλείνει μόνο στο παρελθόν: τη συνδέει με το παρόν της και την κατευθύνει προς το μέλλον που προσδοκά.

Έτσι επιστρέφει στην αρχική εικόνα της Εξόδου. Η πορεία δεν έχει φτάσει ακόμη στην ολοκλήρωσή της. Οι πιστοί εμφανίζονται ως προσκυνητές και οδοιπόροι: έχουν μια μνήμη και έναν προορισμό, αλλά συνεχίζουν να ζουν και να παίρνουν αποφάσεις μέσα στην ανοιχτή ανθρώπινη ιστορία.

Συνολικά, το επίμετρο είναι περισσότερο μια θεολογική ερμηνεία της ιστορίας της Εκκλησίας παρά μια πρόσθετη χρονολογική ιστορία του καθολικισμού. Η κύρια θέση του είναι ότι η Εκκλησία μπορεί να κατανοήσει την ιστορική της διαδρομή ως πορεία Εξόδου: με αφετηρία την πίστη της, με πραγματικές δοκιμασίες και αποτυχίες, και με την ελπίδα μιας ολοκλήρωσης που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.

Οι τεκτονικές πλάκες στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας έχουν μετακινηθεί

0

Άντι Μπράουν
Φωτογραφία: Jonathan Ernst/Reuters

Πριν από αυτή την εβδομάδα, η τελευταία φορά που Αμερικανός πρόεδρος υποδέχθηκε ξένο ηγέτη στην αεροπορική βάση Άντριους ήταν το 1962, όταν ο Τζον Φ. Κένεντι καλωσόρισε τον Βρετανό πρωθυπουργό Χάρολντ Μακμίλαν.

Δεν είναι όμως αυτό που κάνει ιστορική την εικόνα του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να περιμένει στη βάση της σκάλας ενός Boeing 747 της Air China για να υποδεχθεί προσωπικά τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ. Ο Μακμίλαν ηγούνταν ενός στενού συμμάχου των ΗΠΑ· ο Σι ηγείται του σημαντικότερου αντιπάλου τους. Στρώνοντας το κόκκινο χαλί, ο Τραμπ υπογράμμισε πόσο γρήγορα έχει μεταβληθεί η ισορροπία ισχύος μεταξύ των δύο χωρών.

Η καμπή ήρθε πέρυσι, όταν η Κίνα προχώρησε στην πιο αποφασιστική επίδειξη ισχύος της: απείλησε να διακόψει την προμήθεια σπάνιων γαιών —και να ακινητοποιήσει τα αμερικανικά εργοστάσια— αφότου ο Τραμπ αύξησε τους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα πάνω από το 140%.

Ο Τραμπ υποχώρησε. Τότε ο Ρας Ντόσι, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν και πρώην αξιωματούχος της κυβέρνησης Μπάιντεν, έγραψε ότι η Κίνα είχε αποδείξει πως είναι ένας «πραγματικά ισότιμος αντίπαλος» των ΗΠΑ, που δεν φοβάται να αντισταθεί. Η εκτίμησή του για την τελετή υποδοχής —η οποία περιλάμβανε επίσης 21 τιμητικές βολές και διέλευση βομβαρδιστικών B-1B, ξεπερνώντας κατά πολύ τις τιμές που είχαν αποδοθεί στον Τραμπ στο Πεκίνο τον Μάιο— είναι ότι η Κίνα πιστεύει πως «έχει ουσιαστικά δαμάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες».

«Οι τεκτονικές πλάκες έχουν μετακινηθεί κάτω από τα πόδια μας», μου είπε, «και οι δύο ηγέτες ενεργούν αναλόγως».

Ο μελετητής της Κίνας Όρβιλ Σελ γράφει ότι οι μεγάλες διπλωματικές επιτυχίες των ΗΠΑ τον 20ό αιώνα —η εξασφάλιση της άνευ όρων παράδοσης της Ιαπωνίας και της Γερμανίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η εκτόνωση της κρίσης των πυραύλων της Κούβας και οι συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών με τη Μόσχα που συνέβαλαν στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου— δημιούργησαν στους Αμερικανούς μη ρεαλιστικές προσδοκίες για όσα μπορούν να επιτευχθούν σήμερα. Αυτή η σύνοδος έθεσε έναν νέο, χαμηλότερο πήχη.

Στην κλασική διπλωματία, οι παραχωρήσεις στο εθιμοτυπικό αναμένεται να ανταποδίδονται με ουσιαστικές παραχωρήσεις. Διαφορετικά, ποιο το νόημα;

Ο Σι προσέφερε δύο πάντα —τον Πινγκ Πινγκ και τον Φου Σουάνγκ— στον ζωολογικό κήπο της Ατλάντα, επανέλαβε γενικόλογες διακηρύξεις ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα πρέπει να «συνυπάρχουν ειρηνικά» και, σύμφωνα με τον Τραμπ, έδειξε ενδιαφέρον για τον γρανίτη που χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή του νέου ελικοδρομίου του Λευκού Οίκου.

Την ίδια στιγμή, όμως, η Κίνα προμηθεύει τη Ρωσία με τεχνολογία διπλής χρήσης που αξιοποιείται στους βομβαρδισμούς της Ουκρανίας. Και ενώ ο Σι προσγειωνόταν, η Wall Street Journal δημοσίευε λεπτομέρειες για το πώς το Πεκίνο είχε προμηθεύσει το Ιράν με προωθητικό υλικό πυραύλων και ηλεκτρονικά εξαρτήματα για την κατασκευή μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραύλων. Η Τεχεράνη τα χρησιμοποιεί για να πλήττει τους γείτονές της στον Κόλπο —και, σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν προκαλέσει τον θάνατο Αμερικανών στρατιωτικών.

Όσο για τα απτά αποτελέσματα, έγινε λόγος για μια γραμμή άμεσης επικοινωνίας σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, ώστε οι δύο πλευρές να αλληλοενημερώνονται για κινδύνους που αγγίζουν την εθνική ασφάλεια, καθώς και για συμφωνία παράτασης της εμπορικής εκεχειρίας κατά δύο μήνες. Και πάλι, όμως, η πραγματικότητα δεν συμβαδίζει με τη ρητορική: κάθε άλλο παρά σαφές είναι ότι η Κίνα και οι ΗΠΑ αξιολογούν με τον ίδιο τρόπο τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης —ή ότι μια τέτοια γραμμή θα λειτουργούσε πράγματι. Επιπλέον, η σύντομη παράταση της εμπορικής εκεχειρίας απλώς αναδεικνύει πόσο εύθραυστη είναι. Το Πεκίνο εξακολουθεί να περιορίζει τη ροή σπάνιων γαιών για να αποσπά παραχωρήσεις από τις ΗΠΑ και να πιέζει τους συμμάχους τους, μεταξύ των οποίων και η Ιαπωνία.

Αξίζει να θυμόμαστε ότι, μέχρι αρκετά πρόσφατα, οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Κίνας εξέθεταν τις διαφωνίες τους μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, σε κοινές συνεντεύξεις Τύπου, για ζητήματα από τα ανθρώπινα δικαιώματα έως την πρόσβαση ξένων εταιρειών στην αγορά. Οι Αμερικανοί πρόεδροι πίεζαν τότε για παραχωρήσεις.

Αντίθετα, αυτή η εβδομάδα χαρακτηρίστηκε από επιφανειακές εκδηλώσεις εγκαρδιότητας. Ακόμη και ορισμένοι πιστοί Ρεπουμπλικανοί ενοχλήθηκαν από τη φανταχτερή τελετουργία, που έμοιαζε σχεδιασμένη για να κολακεύσει τον Σι και να εντυπωσιάσει το κοινό στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η απουσία τηλεοπτικών καμερών από την τελετή στον Κήπο των Ρόδων υπονόμευσε ακόμη και αυτόν τον περιορισμένο στόχο. Πριν από τη σύνοδο, ο πρόεδρος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, Ρότζερ Γουίκερ, αναρωτήθηκε γιατί ο Τραμπ επιφύλασσε μια τόσο «πολυτελή υποδοχή» σε έναν «βάναυσο, μη εκλεγμένο και καταπιεστικό δικτάτορα».

Μετά από ένα επίσημο δείπνο με πακ τσόι και λαβράκι με κρούστα σουσαμιού —και με την παρουσία μιας ομάδας μεγιστάνων της τεχνολογίας, μεταξύ των οποίων ο Τιμ Κουκ, ο Ίλον Μασκ και ο Τζένσεν Χουάνγκ— το ερώτημα παραμένει: Γιατί ο Τραμπ ξόδεψε τόσο διπλωματικό κεφάλαιο για τόσο πενιχρά αποτελέσματα;

«Θα συμβούν σπουδαία πράγματα», έγραψε ο Τραμπ την Παρασκευή. Πρόκειται για διπλωματική προσδοκία, όχι για απτό αποτέλεσμα.

Οι “ιδιοκτήτες” της χώρας και η Καρυστιανού

19

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί συλλογική προσπάθεια των συντακτών των Ανιχνεύσεων

Τις τελευταίες ημέρες έχουμε την αποκάλυψη ενός σάπιου πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού παραδείγματος, αυτού που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα από την επομένη της υπαγωγής της σε άλλους δυνάστες, με την επιχείρηση εξόντωσης, πολιτικής, επαγγελματικής και κατ’ επέκτασιν και βιολογικής της Καρυστιανού.

Όλο το σάπιο σύστημα έπεσε επάνω της επειδή φοβήθηκε μήπως και κάτι αλλάξει στις στέρεες δομές που δημιούργησε ώστε να λυμαίνεται τον τόπο.

Δεν αποκαλύφθηκε μόνο το σύστημα. Αποκαλύφθηκε και η κοινωνία στην οποία λειτουργεί.

Αν η κοινωνία ήταν διαφορετική, θα άλλαζε και το σύστημα. Δεν μπορεί να καταγγέλλει κανείς διαρκώς το κράτος και την ίδια στιγμή να συμμετέχει με ευχαρίστηση στον δημόσιο διασυρμό όποιου αμφισβητεί τους κανόνες του. Η τοξικότητα που διοχετεύεται σήμερα στην Καρυστιανού δεν παράγεται μόνο σε υπουργικά γραφεία και δημοσιογραφικά επιτελεία. Βρίσκει πρόθυμους αναμεταδότες και μέσα στην κοινωνία.

Η Μαρία Καρυστιανού είχε τον ρομαντισμό να πιστέψει ότι το σύστημα μπορούσε να αλλάξει έστω κατά τι. Ότι θα λειτουργούσε τουλάχιστον η Δικαιοσύνη του. Μπήκε στη δημόσια ζωή αναζητώντας την αλήθεια για τον θάνατο της κόρης της στα Τέμπη: τι συνέβη, ποιοι είχαν ευθύνη και γιατί η αναζήτηση αυτής της ευθύνης συναντούσε εμπόδια. Η διαδρομή της δεν ξεκίνησε από κομματικό γραφείο. Ξεκίνησε από την απαίτηση μιας μητέρας να πάρει απαντήσεις. Και εκεί αρχίζει ο Γολγοθάς.

Όταν έφτασε στο άρθρο 86 του Συντάγματος και στην ποινική ευθύνη των υπουργών, κατάλαβε ότι το πρόβλημα που αντιμετώπιζε δεν ήταν μόνο προσωπικό. Ήταν πολιτικό. Ένα αίτημα δικαιοσύνης προσέκρουε σε κανόνες που η ίδια η πολιτική εξουσία έχει διαμορφώσει για τη λογοδοσία της.

Εκεί βρίσκεται η καμπή της ιστορίας της. Η Καρυστιανού αποφάσισε ότι δεν αρκεί να ζητά διαρκώς δικαιοσύνη από το υπάρχον σύστημα. Πέρασε από την κοινωνική κινητοποίηση στην πολιτική δράση και πρότεινε αλλαγές στους κανόνες: κατάργηση του άρθρου 86, αποσύνδεση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία, κατάργηση ειδικών καθεστώτων ακαταδίωκτου και προνομίων. Από εκείνη τη στιγμή έπαψε να είναι για πολλούς μια δημόσια φωνή που μπορούσαν να επαινούν ανέξοδα. Έγινε διεκδικήτρια πολιτικής ισχύος.

Και τότε έπεσαν οι μάσκες.

Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης αμφισβήτησε δημόσια τις αναφορές της στην «κβαντική ιατρική» και ανακοίνωσε ότι οι σχετικές επαγγελματικές δραστηριότητές της θα ελεγχθούν από τους αρμόδιους ιατρικούς συλλόγους. Ο έλεγχος κάθε ιατρικής πρακτικής είναι αναγκαίος. Η ένταση, όμως, με την οποία η συζήτηση στράφηκε στην επαγγελματική της ταυτότητα είναι ενδεικτική του τι επιλέγεται να κυριαρχήσει στη δημόσια αντιπαράθεση. Ο Άδωνης είναι περισσότερο γελωτοποιός παρά υπουργός. Είναι ντροπή για ένα κράτος να έχει υπουργούς της ποιότητας του Άδωνη Γεωργιάδη. Μόνο μια κυβέρνηση Μητσοτάκη θα μπορούσε να το κάνει. Και οι γνώσεις του περί κβαντικής ανήκουν στην σφαίρα της φαντασίας. Θέλει να περάσει, όμως, το μήνυμα ότι όποιος ανακατατεύεται στην εξουσία τους θα εξαφανιστεί. Η εξουσία είναι για λίγους. Η Καρυστιανού έχει στην Θεσσαλονίκη την φήμη άριστης παιδιάτρου. Δεν προσπαθούν να την χτυπήσουν, μόνο, πολιτικά. Αλλά και επαγγελματικά. Και ποιός το κάνει; Ο Άδωνης Γεωργιάδης με το γνωστό παρελθόν σε τηλεπωλήσεις. Δυστυχώς, υπάρχει πλήθος που τον χειροκροτεί, λες και βρίσκεται στο Κολοσσαίο.

Στη LiFO, ο Γιάννης Πανταζόπουλος έβαλε στον τίτλο του άρθρου του την «κβαντική πολιτική», τα άδεια καθίσματα σε εκδήλωση στο Τριανόν και την «Ελπίδα» που ξεθωριάζει. Έκρινε ότι το εγχείρημά της χαρακτηρίζεται από προγραμματική ένδεια. Η Καρυστιανού είναι η μόνη που έχει πλήρες πολιτικό πρόγραμμα.

Στα Νέα, η Πέπη Ραγκούση της απέδωσε προσωπική φιλοδοξία και έγραψε ότι «μια χαρά τους δούλεψε όλους» όσοι είχαν στηρίξει τον αγώνα της.

Η συγγραφέας Λένα Διβάνη, που παλαιότερα την είχε επιλέξει ως «γυναίκα της χρονιάς», την κατηγόρησε μετά την πολιτική της εμφάνιση ότι πίσω από μια δημοκρατική «βιτρίνα» κρύβονται ακροδεξιές ιδέες, με αφορμή δηλώσεις της για τις αμβλώσεις.

Η Μάρω Βαμβουνάκη της πρότεινε να διαλύσει το… λάθος της.

Καθένας από αυτούς δικαιούται να διαφωνεί μαζί της. Είναι, όμως, εντυπωσιακή η χρονική εστίαση στο πρόσωπο της Καρυστιανού και η ευκολία με την οποία η πολιτική συζήτηση μετατρέπεται σε διαγωνισμό ειρωνείας, εικασιών για τα κίνητρά της και προβλέψεων για την αποτυχία της.

Το πρώτο βήμα είναι η ενοχή διά συνειρμού. Μια άσχετη τραγική υπόθεση, στην οποία φέρεται να εφαρμόστηκε πλασμαφαίρεση, συνδέεται επικοινωνιακά με την Καρυστιανού επειδή σε άλλο ιατρείο και διαφορετικό πλαίσιο εμφανίστηκε ο όρος «κβαντική ιατρική». Η πλασμαφαίρεση, όμως, δεν αποτελεί κβαντική μέθοδο ούτε έχει σχέση με τον βιοσυντονισμό που περιγράφεται στην επαγγελματική ιστοσελίδα της. Παρ’ όλα αυτά, δημοσιεύθηκαν διατυπώσεις όπως «κβαντικός χασάπης», δημιουργώντας ένα συναισθηματικά φορτισμένο περιβάλλον μέσα στο οποίο η επιστημονική συζήτηση αντικαθίσταται από την εικόνα του επικίνδυνου και αδίστακτου γιατρού.

Το δεύτερο πεδίο είναι η ψυχιατρικοποίηση της πολιτικής διαφωνίας. Αντί να απαντηθούν οι θέσεις ενός προσώπου, αμφισβητείται η ψυχική του ισορροπία. Όροι που ανήκουν στην ψυχιατρική μετατρέπονται σε ύβρεις: «παρανοϊκή», «μανιοκαταθλιπτική», «ψυχοπαθής». Τα “παράθυρα” έχουν γεμίσει απο κομματικούς σχολιαστές.

Η κατάχρηση της ψυχιατρικής για την απαξίωση αντιφρονούντων έχει βαρύ ιστορικό φορτίο. Στα κομμουνιστικά καθεστώτα του εικοστού αιώνα, η πολιτική ανυπακοή μπορούσε να παρουσιάζεται ως απόδειξη ψυχικής διαταραχής. Ο άνθρωπος που αρνιόταν να προσαρμοστεί δεν θεωρούνταν απλώς αντίπαλος· παρουσιαζόταν ως παράλογος, επικίνδυνος ή ανίκανος να κρίνει την πραγματικότητα. Έτσι, η καταστολή μπορούσε να μεταμφιεστεί σε θεραπεία.

Η σημερινή Ελλάδα δεν είναι η Σοβιετική Ένωση, η Ρουμανία της Securitate ή η Ανατολική Γερμανία της Stasi. Η ιστορική ακρίβεια απαιτεί να μην εξισώνουμε ανόμοια καθεστώτα. Μπορούμε, όμως, να αναγνωρίσουμε την ομοιότητα μιας μεθόδου: όταν η πολιτική απάντηση αντικαθίσταται από μια αυθαίρετη ψυχιατρική «διάγνωση», χρησιμοποιείται ένα παλαιό εργαλείο εξουσίας — η μετατροπή του αντιπάλου από συνομιλητή σε ασθενή.

Η γυναίκα που μπορούσε να τιμηθεί όταν ζητούσε δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται διαφορετικά τώρα που ζητά να αλλάξουν οι κανόνες με τους οποίους ασκείται η εξουσία. Σαν να της λένε, απο εδω και πέρα παίζουν, μόνο, οι ιδιοκτήτες της χώρας. Και εσύ δεν ανήκεις σε αυτούς. Το σύστημα ομονοεί όταν αισθάνεται μια τέτοια απειλή. 

Οι επικριτές της δεν ανήκουν όλοι στην ίδια παράταξη. Δεν χρειάζεται να έχουν συνεννοηθεί. Κυβερνητικοί, αντιπολιτευόμενοι, σχολιαστές, συγγραφείς, καθηγητές και καλλιτέχνες μπορεί να ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και να καταλήγουν στην ίδια ευκολία: να συζητούν επίμονα αν η Καρυστιανού είναι αρκετά κατάλληλη για να μιλά, αντί να απαντούν πρώτα στα θεσμικά ερωτήματα που θέτει.

Όλοι αυτοί —δημοσιογράφοι, συγγραφείς, διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες, σκηνοθέτες, ηθοποιοί και τραγουδιστές, κυρίως του έντεχνου χώρου— προέρχονται, σε μεγάλο βαθμό, από τη σημερινή ή την πρώην Αριστερά: κομμουνιστές, σταλινικούς και αριστεριστές. Υπάρχουν και ορισμένοι δεξιοί δημοσιογράφοι. Πίσω από τις διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές μάσκες διακρίνεται το πρόσωπο ενός συστήματος που στρέφεται εναντίον της Μαρίας Καρυστιανού.

Αυτό είναι το «θηρίο» του συστήματος: μια εικόνα που συνδέεται με την ροκ όπερα του Βαγγέλη Παπαθανασίου και Κώστα Φέρρη και των Aphrodite’s Child. Η Καρυστιανού ανάγκασε αυτό το πολύχρωμο σύστημα και τους απολογητές του να βγάλουν τις μάσκες τους.

Αναζητώντας την αλήθεια για το έγκλημα των Τεμπών, για τις ευθύνες και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πέθανε η κόρη της, έφτασε μέχρι την Ευρωπαία εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι και στο ζήτημα του άρθρου 86 του Συντάγματος. Εκεί εντοπίζεται η στιγμή της γνώσης: η Καρυστιανού συνειδητοποίησε ότι η αναζήτηση δικαιοσύνης δεν μπορούσε να περιοριστεί στην κοινωνική διαμαρτυρία. Χρειαζόταν πολιτική δράση.

Από τη στιγμή που αποφάσισε να περάσει από την κοινωνική στην πολιτική δράση, άρχισε ένας ακόμη σκληρότερος πόλεμος εναντίον της. Στην πίεση που ήδη αντιμετώπιζε προστέθηκαν οι καθημερινές επιθέσεις από πολιτικούς, δημοσιογράφους και πρόσωπα του πνευματικού και καλλιτεχνικού χώρου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι καμιά γυναικεία οργάνωση δεν της συμπαραστάθηκε ούτε όταν δέχθηκε αισχρές, σεξουαλικού χαρακτήρα επιθέσεις. Το αριστερό, κατά τεκμήριον, φεμινιστικό κίνημα στην παρακμιακή Ελλάδα εξεγείρεται, μόνο, όταν προσβάλλεται μέλος του ή πρόσωπο της αρεσκείας του.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Καρυστιανού προέρχεται από τη Θεσσαλονίκη. Μια γιατρός έξω από τους γνωστούς κύκλους της αθηναϊκής εξουσίας απέκτησε δημόσια απήχηση και διεκδικεί πολιτικό ρόλο. Με την παρουσία της αμφισβήτησε όχι μόνο την πολιτική ελίτ, αλλά και ένα μέρος της αθηναϊκής διανόησης που έχει συνηθίσει να ορίζει ποιος δικαιούται να μιλά και ποιος πρέπει να μένει στο περιθώριο.

Αυτό ονομάζουμε «ιό της Αθήνας»: τη νοοτροπία ενός κέντρου που επιδιώκει να ελέγχει ολόκληρη τη χώρα.

Η ίδια νοοτροπία διακρίνεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν δημιουργοί έξω από τους κυρίαρχους κύκλους. Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, η Ζωή Καρέλλη, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Γιώργος Ιωάννου δημιούργησαν σημαντικό έργο από τη Θεσσαλονίκη. Κι όμως, η θέση που τους δόθηκε στη δημόσια συζήτηση δεν ήταν πάντοτε ανάλογη της αξίας τους.

Αμφισβητείται, επίσης, ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε ο λογοτεχνικός κανόνας. Η προβολή ορισμένων δημιουργών συνδέθηκε με την υποβάθμιση άλλων. Γι’ αυτό τίθενται ερωτήματα για την αντιμετώπιση του Καβάφη και των λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης, όπως και για το κύρος άλλων που είχαν κυρίαρχο ρόλο στην Αθήνα.

Στον κινηματογράφο, η περίπτωση του Τάκη Κανελλόπουλου είναι εξίσου χαρακτηριστική. Το έργο του παραμερίστηκε προς όφελος άλλων σκηνοθετικών κατευθύνσεων που διέθεταν ισχυρότερη στήριξη.  Αντιμετωπίστηκε με χλευασμό και απαξίωση. Θυμάμαι την εικόνα του να κάθεται μόνος του στο Ντορέ και να μονολογεί. Αντίστοιχη αποσιώπηση γνώρισαν εικαστικοί και συνθέτες της πόλης.

Αυτός ο μηχανισμός απαξίωσης θυμίζει τον σημερινό τρόπο αντιμετώπισης της Καρυστιανού. Τη χλευάζουν για τις δηλώσεις της, για τις πολιτικές της επιλογές, ακόμη και για τη γονυκλισία της μπροστά στον Κολοκοτρώνη.

Ο Βασίλης Σκουρής, για παράδειγμα, σχολίασε ειρωνικά αυτή την κίνησή της. Μετά τη δήλωσή της ότι θα φύγει από την Ελλάδα αν το κίνημά της δεν μπει στη Βουλή, εμφανίστηκαν ήδη σχόλια που παρουσιάζουν την πολιτική της προσπάθεια ως τελειωμένη.

Η διαρκής δημόσια απαξίωση επιδιώκει να οδηγήσει τον άνθρωπο που βρίσκεται στο στόχαστρο στην εξουθένωση. Πλήττει πρώτα την επαγγελματική και την ηθική του υπόσταση και έπειτα στέλνει ένα μήνυμα στην κοινωνία: όποιος εξεγερθεί εναντίον των καθιερωμένων ισορροπιών θα πληρώσει βαρύ τίμημα.

Η ιστορία της Μαρίας Καρυστιανού έχει γι’ αυτό ενδιαφέρον και πέρα από την Ελλάδα. Χωρίς προηγούμενη κομματική ή συνδικαλιστική διαδρομή, αναδείχθηκε μέσα από ένα μεγάλο λαϊκό κίνημα με ηθικό αίτημα την αλήθεια και την απονομή δικαιοσύνης. Πέρασε στην πολιτική όταν έκρινε ότι μόνο έτσι μπορούσε να διεκδικήσει αλλαγές. Η έκβαση αυτής της προσπάθειας θα δείξει πολλά: για την αντοχή του ελληνικού πολιτικού συστήματος απέναντι στην αμφισβήτηση, αλλά και για τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να μετατρέψει την απαίτησή της για δικαιοσύνη σε πολιτική αλλαγή.

Αυτή η διαδικασία δεν εξαντλείται σε μια πολιτική διαφωνία. Η αμφισβήτηση της επαγγελματικής επάρκειας, ο χλευασμός, οι υπαινιγμοί για τις προθέσεις της και η διαρκής προσωπική απαξίωση μπορούν να εξουθενώσουν όποιον εισέρχεται στον δημόσιο χώρο χωρίς την έγκριση των παλαιών πρωταγωνιστών του. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: μπορείς να διαμαρτύρεσαι, αρκεί να μην επιχειρήσεις να αλλάξεις ποιος αποφασίζει. Η Καρυστιανού παραβίασε ακριβώς αυτό το όριο.

Ας θυμηθούμε πόσο παλιά είναι η αγωνία των «ιδιοκτητών» του κράτους για το ποιος θα αποκτήσει θέση μέσα σε αυτό. Η διαμάχη αυτοχθόνων και ετεροχθόνων κορυφώθηκε στην Εθνοσυνέλευση του 1844. Τότε η αντιπαράθεση αφορούσε, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση σε δημόσια αξιώματα. Δεν ήταν η ίδια σύγκρουση με τη σημερινή. Φανέρωνε, όμως, από τα πρώτα χρόνια του κράτους πόσο έντονα αντιμετωπιζόταν η δημόσια εξουσία ως χώρος που κάποιοι δικαιούνται να φυλάσσουν για τον εαυτό τους.

Στις ομαλές περιόδους, ο κλειστός αυτός κόσμος εμφανίζεται αυτάρκης. Όταν οι αντιφάσεις του τον πνίγουν, αναζητά ικανούς ανθρώπους έξω από τις καθιερωμένες διαδρομές — και αργότερα συχνά τους αντιμετωπίζει σαν ανεπιθύμητους. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ερχόμενος από την Κρήτη, ανέλαβε ιστορικές αποφάσεις που άλλαξαν τα όρια και τη θέση της Ελλάδας. Ακόμη και σήμερα παραμένει αντικείμενο οξύτατης πολιτικής αντιπαράθεσης.  Χωρίς τον Βενιζέλο τα όρια της σημερινής Ελλάδας θα βρίσκονταν στην Μελούνα. Αν βρίσκονταν και εκεί. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό απασχολεί τους…”ιδιοκτήτες” της χώρας.

Το ότι η Καρυστιανού προέρχεται από τη Θεσσαλονίκη προσθέτει σε αυτή τη σύγκρουση μια δεύτερη διάσταση. Η πόλη γνωρίζει τι σημαίνει να δημιουργείς έξω από το κέντρο και κατόπιν να πρέπει να αποδείξεις στο κέντρο ότι αξίζεις να ακουστείς. Στην πολιτική, όποιος ήθελε να αποκτήσει πανελλήνια βαρύτητα συχνά έπρεπε να μετακινηθεί προς την Αθήνα. Στον πολιτισμό, μπορούσε να μείνει στον τόπο του και να δημιουργήσει, αλλά η διαδρομή προς την πανελλήνια αναγνώριση περνούσε από θεσμούς που βρίσκονταν αλλού.

Η αθηναϊκή μαύρη τρύπα

Το πρόβλημα με αυτήν την μεσαιωνική δομή του κράτους και της νοοτροπίας της κοινωνίας του δεν εντοπίζεται, μόνο, στην πολιτική ή στην κατοχή δημοσίων αξιωμάτων. Επεκτείνεται και στον πνευματικό χώρο. Και έχει ιστορικό βάθος.

Τη δεκαετία του 1930, οι Μακεδονικές Ημέρες έδωσαν βήμα σε συγγραφείς της πόλης. Γύρω από το περιοδικό δραστηριοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Στέλιος Ξεφλούδας, ο Γιώργος Δέλιος, ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Ο πειραματισμός τους με τον εσωτερικό μονόλογο και τη νεωτερική πεζογραφία συμμετείχε στην ανανέωση των ελληνικών γραμμάτων. Η συζήτηση για μια ξεχωριστή «Σχολή της Θεσσαλονίκης» αναπτύχθηκε ακριβώς επειδή η πόλη είχε αποκτήσει αισθητή πνευματική παρουσία.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος αμφισβητούσε ότι οι δημιουργοί αυτοί είχαν ενιαίο πρόγραμμα. Επέμενε στην ατομικότητά τους. Και είχε λόγο. Ο Πεντζίκης, συγγραφέας και ζωγράφος, έπλασε έναν κόσμο με δική του γλώσσα και βαθιά σχέση με τη Θεσσαλονίκη. Η αδελφή του, Ζωή Καρέλλη, ανέπτυξε διακριτή ποιητική και θεατρική φωνή. Αργότερα, ο Χριστιανόπουλος και ο Γιώργος Ιωάννου έφεραν στη γραφή τους άλλες όψεις της πόλης: την καθημερινή ζωή, τη μνήμη, τις φωνές που σπάνια χωρούν στην επίσημη εικόνα της. Η συνέχεια ανάμεσά τους βρίσκεται στην αφετηρία τους και στη διεκδίκηση της δικής τους φωνής, όχι στην ομοιομορφία του έργου τους.

Για να ακουστεί αυτή η φωνή χρειάστηκαν και δικοί της θεσμοί. Το 1958 ο Χριστιανόπουλος ίδρυσε τη Διαγώνιο και αργότερα τις εκδόσεις της. Δεν περίμενε απλώς να ανοίξουν οι πόρτες των καθιερωμένων περιοδικών. Δημιούργησε μια πόρτα και για άλλους. Αργότερα, το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη συνέχισε αυτή την προσπάθεια. Η πρακτική διαδρομή ενός περιοδικού από τα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης προς τους διαύλους διανομής της Αθήνας δείχνει πού συγκεντρώνεται η δυνατότητα ενός έργου να φτάσει σε όλη τη χώρα.

Η παράδοση αυτή δεν τελείωσε με τη γενιά του Πεντζίκη και του Χριστιανόπουλου. Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, υπήρξε για δεκαετίες πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και συνδέθηκε με το περιοδικό Νέα Πορεία. Ο Τόλης Νικηφόρου συνεχίζει με την ποίηση και την πεζογραφία του, αλλά και με την ενεργή συμμετοχή του στη λογοτεχνική ζωή της πόλης. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο Θωμάς Κοροβίνης ο Σάκης Σερέφας και Ρούλα Αλαβέρα ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές, διατηρώντας ισχυρή σχέση με τη Θεσσαλονίκη. Δεν αποτελούν όλοι μέλη μιας ενιαίας σχολής. Δείχνουν όμως τη διάρκεια και την ποικιλία μιας λογοτεχνικής ζωής που εξακολουθεί να παράγει σημαντικό έργο έξω από την Αθήνα.

Και στον κινηματογράφο, ο Τάκης Κανελλόπουλος έζησε και γύρισε τις ταινίες του με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της. Το αφιέρωμα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2023 πρόσφερε σε νεότερους θεατές μια νέα συνάντηση με το έργο του. Η αναγνώριση αυτή έχει αξία. Δεν σβήνει το ερώτημα γιατί ένα έργο χρειάζεται συχνά να ανακαλυφθεί ξανά για να αποκτήσει τη θέση που του αξίζει στη συλλογική μνήμη.

Το ΚΘΒΕ: όταν η Θεσσαλονίκη έγινε θεατρικό κέντρο

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος προσφέρει ένα από τα ισχυρότερα παραδείγματα για το τι μπορεί να δημιουργηθεί στη Θεσσαλονίκη όταν μια πόλη αποκτά θεσμούς με διάρκεια, καλλιτεχνικές φιλοδοξίες και δυνατότητα να απευθυνθεί πέρα από τα όριά της.

Η ιστορία του δεν είναι μόνο ιστορία παραστάσεων. Είναι η ιστορία μιας προσπάθειας να πάψει η θεατρική ζωή της Βόρειας Ελλάδας να εξαρτάται από το πότε ένας θίασος της Αθήνας θα αποφάσιζε να περιοδεύσει.

Το ΚΘΒΕ ιδρύθηκε το 1961, με πρώτο πρόεδρο τον Γιώργο Θεοτοκά και πρώτο διευθυντή τον Σωκράτη Καραντινό. Εγκαινίασε τη δραστηριότητά του με τον Οιδίποδα Τύραννο στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων. Η επιλογή αυτή δήλωνε εξαρχής την εμβέλειά του: έδρα στη Θεσσαλονίκη, αλλά παρουσία στη Βόρεια Ελλάδα. Από το 1962 άρχισε περιοδείες, ενώ ανέβαζε έργα ελληνικού και ξένου δραματολογίου και αξιοποιούσε αρχαία θέατρα της περιοχής.

Η συμβολή του μετριέται σε περισσότερα από ένα επίπεδα. Δημιούργησε σταθερές σκηνές και ένα κοινό που μπορούσε να παρακολουθεί εναλλασσόμενο ρεπερτόριο, αντί να περιμένει μεμονωμένες παραστάσεις. Η Δραματική Σχολή του, που λειτουργεί από το 1973, πρόσφερε δωρεάν θεατρική εκπαίδευση. Το Θέατρο της Θράκης, με έδρα την Κομοτηνή, και κατόπιν το Θέατρο Ανατολικής Μακεδονίας, με έδρα τις Σέρρες, αποτέλεσαν μια πιο φιλόδοξη απόπειρα αποκέντρωσης, έστω κι αν οι δύο σκηνές δεν διατηρήθηκαν μετά το 1984. Αργότερα προστέθηκαν η Παιδική Σκηνή και δραστηριότητες στον χορό και στην όπερα.

Η σημασία αυτής της πορείας είναι ότι η Θεσσαλονίκη δεν έμεινε απλώς τόπος υποδοχής πολιτισμού. Έγινε τόπος παραγωγής του.

Ηθοποιοί εκπαιδεύτηκαν και εργάστηκαν εκεί, σκηνοθέτες δοκίμασαν τις ιδέες τους σε σταθερό θίασο, ενώ παραστάσεις ξεκινούσαν από την πόλη για να συναντήσουν κοινό σε άλλες περιοχές. Το ΚΘΒΕ απέκτησε έτσι τη δυνατότητα να συμμετέχει στη διαμόρφωση του ελληνικού θεάτρου, αντί να παρακολουθεί τις εξελίξεις του από απόσταση.

Ο Μίνως Βολανάκης και η εξωστρέφεια του θεάτρου

Μέσα σε αυτή την ιστορία, ο Μίνως Βολανάκης κατέχει ιδιαίτερη θέση. Διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ δύο φορές, το 1974–1977 και το 1986–1989. Έφερε στη Θεσσαλονίκη μια σκηνοθετική εμπειρία που είχε ήδη αποκτήσει διεθνή διάσταση, αλλά η αξία της παρουσίας του δεν εξαντλείται στο κύρος ενός αναγνωρισμένου ονόματος. Φαίνεται στις καλλιτεχνικές επιλογές του και στην αντίληψή του για τη σχέση του θεάτρου με το κοινό.

Το 1974 σκηνοθέτησε στο ΚΘΒΕ τον Βυσσινόκηπο του Τσέχοφ. Ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, η Ηλέκτρα του Σοφοκλή το 1975 και η Μήδεια του Ευριπίδη το 1976. Η Ηλέκτρα συνδέθηκε και με την παρουσία του ΚΘΒΕ στην Επίδαυρο: μια παράσταση παραγόμενη από τη Θεσσαλονίκη βρισκόταν στο επίκεντρο της πανελλήνιας θεατρικής ζωής. Αυτή είναι ίσως η πιο καθαρή ανατροπή της συνηθισμένης διαδρομής από το κέντρο προς την περιφέρεια.

Ο Βολανάκης αντιμετώπιζε το κλασικό έργο ως ζωντανή σύγκρουση. Στη δική του προσέγγιση της Μήδειας, για παράδειγμα, έδινε έμφαση στη θέση της γυναίκας ως ξένης και καταπιεσμένης. Το αρχαίο δράμα μπορούσε έτσι να συνομιλεί με κοινωνικά ερωτήματα του παρόντος. Παράλληλα, το εύρος των επιλογών του —από τον Τσέχοφ και το αρχαίο δράμα μέχρι το σύγχρονο θέατρο— έδειχνε ότι ένας δημόσιος θίασος δεν είχε λόγο να περιορίζει τις απαιτήσεις που έθετε στον εαυτό του ή στο κοινό του.

Εξίσου χαρακτηριστική ήταν η επιμονή του να συναντήσει το θέατρο ανθρώπους που δεν πήγαιναν συνήθως σε αυτό. Για τον Βολανάκη, η πρόσβαση στο απαιτητικό θέατρο δεν ήταν ζήτημα να απλοποιηθεί το έργο μέχρι να χάσει τη δύναμή του. Ήταν ζήτημα να αλλάξουν οι χώροι, οι συνήθειες και η απόσταση ανάμεσα στη σκηνή και στους ανθρώπους.

Το ΚΘΒΕ, βέβαια, δεν λειτούργησε έξω από τις εξαρτήσεις ενός κρατικού οργανισμού. Οι καλλιτεχνικές του επιλογές επηρεάζονταν από διοικήσεις, πόρους και πολιτικές αποφάσεις, ενώ ορισμένες προσπάθειες περιφερειακής ανάπτυξης δεν άντεξαν στον χρόνο. Αυτή η διαπίστωση κάνει το παράδειγμά του πιο ουσιαστικό: η αποκέντρωση χρειάζεται διάρκεια, ανθρώπους και υποδομές, όχι μόνο μια ιδρυτική εξαγγελία.

Αν αναζητούμε ένα παράδειγμα δημιουργικής δραστηριότητας της Θεσσαλονίκης, το ΚΘΒΕ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Με τον Καραντινό συγκροτήθηκε ως θεσμός. Με προσωπικότητες όπως ο Βολανάκης έδειξε πόσο υψηλά μπορούσε να θέσει τον καλλιτεχνικό του πήχη. Η πόλη απέκτησε σκηνές, σχολή, ηθοποιούς, κοινό και παραστάσεις που ταξίδεψαν πέρα από αυτήν.

Έδειξε ότι το ελληνικό θέατρο μπορεί να παράγεται στη Θεσσαλονίκη και να απευθύνεται, από εκεί, σε ολόκληρη τη χώρα.

 

Σε αντίθεση με το ΚΘΒΕ που είχε βάση του την Θεσσαλονίκη, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου λέγεται Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αλλά στην ουσία είναι Φεστιβάλ Αθηνών που διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη. Όλο το προσωπικό του βρίσκεται και δρα στην Αθήνα.

Εδώ εμφανίζεται η «αθηναϊκή μαύρη τρύπα». Όταν οι μεγάλοι εκδότες, τα μέσα ενημέρωσης, οι κριτικοί, τα δίκτυα διανομής και μεγάλο μέρος της θεσμικής ισχύος συγκεντρώνονται σε μία πόλη, εκεί συγκεντρώνεται και η δυνατότητα να ορίζεται τι θα συζητηθεί ως πανελλήνιο και τι θα μείνει «τοπικό». Η δημιουργία έξω από το κέντρο πρέπει να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για την ίδια προσοχή.

Ούτε η Καρέλλη ούτε οι άλλοι δημιουργοί «εξαφανίστηκαν» ολοκληρωτικά. Η Καρέλλη, για παράδειγμα, εξελέγη αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το γεγονός αυτό δεν ακυρώνει την κριτική στον αθηνοκεντρισμό. Την κάνει ακριβέστερη. Το ζήτημα είναι ποιος ελέγχει τις διαδρομές της προβολής, πόσο αργά φτάνει η αναγνώριση και πόσα έργα μένουν στη σκιά.

Δεν είναι η ώρα να ξύσουμε την επιφάνεια του αθηναϊκού αφηγήματος, ακόμη, και για την περίφημη Γενιά του 30. Θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου.

Η Καρυστιανού δεν αποτελεί πολιτική συνέχεια μιας λογοτεχνικής σχολής. Αναδεικνύει, όμως, την ίδια ελληνική δυσκολία: όποιος εμφανίζεται έξω από τις καθιερωμένες διαδρομές πρέπει πρώτα να αγωνιστεί για το δικαίωμα να κριθεί επί της ουσίας. Εκείνη δεν περίμενε να της παραχωρηθεί δημόσιος ρόλος. Τον διεκδίκησε μέσα από την υπόθεση των Τεμπών και την απήχηση που αυτή απέκτησε στην κοινωνία.

Αυτή είναι η δύναμή της και αυτό είναι που ενοχλεί.

Την ίδια ώρα, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ θυμίζει πόσο εύκολα μπορεί ο θόρυβος γύρω από ένα πρόσωπο να σκεπάσει τις πράξεις της εξουσίας. Το άρθρο 74 του νομοσχεδίου για τις ενισχύσεις των ετών 2018–2022 προβλέπει ότι, σε συγκεκριμένους ελέγχους επιλεξιμότητας, δεν θα λαμβάνονται υπόψη δεδομένα δασικών χαρτών. Από τη διάταξη δεν προκύπτει αυτόματη αθώωση όσων ερευνώνται. Προκύπτει, όμως, επιτακτική ανάγκη να εξηγήσει η κυβέρνηση ποιες υποθέσεις επηρεάζονται, πώς θα συνεχιστούν οι έλεγχοι και αν μπορεί να ανακτηθεί κάθε ενίσχυση που καταβλήθηκε παράνομα. Αυτές είναι απαντήσεις που οφείλονται πριν από την ψήφο, όχι ύστερα από αυτήν.

Αν μια τέτοια ρύθμιση ψηφιστεί χωρίς πειστικές απαντήσεις, η πολιτική ευθύνη δεν θα ανήκει μόνο στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Θα ανήκει σε κάθε βουλευτή που θα τη στηρίξει. Και η κοινωνία θα χρειαστεί να αναρωτηθεί γιατί ανέχεται να της προσφέρεται καθημερινά η απαξίωση της Καρυστιανού ως θέαμα, ενώ για τους ελέγχους του δημόσιου χρήματος πρέπει να παλέψει για να πάρει μια καθαρή απάντηση.

Πριν από λίγες ημέρες, η Καρυστιανού γονάτισε μπροστά στον Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη. Η εικόνα συνδέει δύο εποχές μέσα από ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό: ποιοι θεωρούν πως τους ανήκει η χώρα; Η ανεξαρτησία κατακτήθηκε. Η απαίτηση να λογοδοτούν όσοι ασκούν εξουσία δεν μπορεί να θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως, ούτε να εξαρτάται από το αν εκείνος που τη διατυπώνει έχει την έγκριση του πολιτικού και πολιτιστικού κέντρου.

Η Καρυστιανού πληρώνει την επιμονή της να μην αφήσει άλλους να ορίσουν τη λύση στο πρόβλημα που συνάντησε. Γι’ αυτό η επίθεση εναντίον της δεν αποκαλύπτει μόνο το κατεστημένο. Αποκαλύπτει και τη στάση μιας κοινωνίας που πρέπει επιτέλους να αποφασίσει αν θέλει δικαιοσύνη και λογοδοσία ή αν προτιμά να παρακολουθεί τον χλευασμό εκείνων που τις διεκδικούν.

Οι μάσκες των παρατάξεων έχουν μικρή σημασία όταν πίσω τους επαναλαμβάνεται η ίδια απαίτηση: να σωπάσει εκείνη που τόλμησε να μιλήσει χωρίς άδεια.

Υπάρχει λύση; Ναι. Μια άλλη διοικητική δομή της χώρας.  Θα επανέλθουμε.

Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν αντέχει να το καταπίνει άλλο η μαύρη τρύπα. Ως εδω.

Επικίνδυνη «δημιουργική ασάφεια» από την κυβέρνηση στο Αιγαίο

1

Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες σε Ελλάδα και Τουρκία («Καθημερινή» και «Χουριέτ»), προκειμένου να ξεπεραστούν οι αντιδράσεις της Άγκυρας για το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, εξετάζεται η γαλλική Meridiam, που έχει αναλάβει το έργο, να απευθύνει επιστολή προς τις παράκτιες χώρες της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, για τις εργασίες που πρόκειται να πραγματοποιήσει.

Η Ελλάδα, λοιπόν, θα επικαλεστεί ότι δεν ζητά την άδεια της Τουρκίας για την εκτέλεση του έργου και από την άλλη η Άγκυρα θα υποστηρίξει ότι ενημερώνεται για το έργο. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, αείμνηστος πλέον Χένρι Κίσινγκερ, για τέτοιου είδους συμφωνίες εισήγαγε τον όρο «δημιουργική ασάφεια», δηλαδή μια αμφίσημη διατύπωση, ώστε όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές να μπορούν να προσδώσουν τη δική τους ερμηνεία στο περιεχόμενό της.

Στον χάρτη φαίνεται η διαδρομή που θα ακολουθήσει το υποθαλάσσιο καλώδιο. Όπως φαίνεται, το αρχικό τμήμα και μέχρι τον 28ο μεσημβρινό, στο ύψος της Ρόδου, διέρχεται από την οριοθετημένη ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου και στο τελευταίο μέρος, μέσα από την ΑΟΖ της Κύπρου.

Σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, για την πόντιση υποθαλάσσιου καλωδίου εντός της οριοθετημένης ελληνικής ΑΟΖ δεν υφίσταται υποχρέωση της Ελλάδας και της Κύπρου να ζητήσουν άδεια ή να ενημερώσουν την Τουρκία.

Το ενδιάμεσο τμήμα της διαδρομής διέρχεται από περιοχή η οποία δεν συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Δικαίου της Θάλασσας, τα ελληνικά νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα, τα δικαιώματα επί της οποίας υφίστανται αυτοδικαίως και δεν εξαρτώνται από προηγούμενη ανακήρυξη. Η Τουρκία αμφισβητεί την έκταση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στην περιοχή, με τη διαφορά ως προς την οριοθέτηση να αφορά στη συγκεκριμένη περίπτωση, την επήρεια του νησιωτικού συμπλέγματος της Μεγίστης.

Η Τουρκία έχει επανειλημμένα γνωστοποιήσει στον ΟΗΕ τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, υποστηρίζοντας ότι τμήματα της συγκεκριμένης θαλάσσιας περιοχής ανήκουν στην τουρκική υφαλοκρηπίδα. Το 2020 η τουρκική αμφισβήτηση εκδηλώθηκε και επί του πεδίου, όταν το «Oruç Reis» πραγματοποίησε έρευνες σε περιοχή ελληνικής υφαλοκρηπίδας, φθάνοντας σε απόσταση περίπου 6,5 ν.μ. από το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης. Την ίδια περίοδο, ο τότε υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης δήλωσε ότι «η κόκκινη γραμμή είναι η εθνική κυριαρχία», προσδιορίζοντάς την στα χωρικά ύδατα των 6 ν.μ. Η θέση άφηνε εκτός της συγκεκριμένης «κόκκινης γραμμής» την ελληνική υφαλοκρηπίδα πέραν των χωρικών υδάτων.

Το έργο με τη φόρμουλα που φαίνεται ότι έχει βρεθεί, ενδεχομένως θα πραγματοποιηθεί. Το ερώτημα όμως είναι τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα: θα έχει διασφαλιστεί η άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην περιοχή ή θα έχει δημιουργηθεί ένα προηγούμενο που η Τουρκία θα μπορεί στο μέλλον να επικαλείται προς υποστήριξη των διεκδικήσεών της;

ΛΑΜΠΡΟΣ ΤΖΟΥΜΗΣ
Αντιστράτηγος ε.α

https://www.militaire.gr/epikindyni-dimioyrgiki-asafeia-apo-tin-kyvernisi-sto-aigaio/

Ασαφές το χρονοδιάγραμμα για το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου και οι Γάλλοι έχουν «εξαφανιστεί»

2

Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου (Great Sea Interconnector) παραμένει σε φάση αβεβαιότητας.

Η Αθήνα δηλώνει ότι το έργο προχωρά, ενώ η Άγκυρα επαναλαμβάνει ότι καμία δραστηριότητα πόντισης καλωδίου ή ερευνών σε περιοχές που θεωρεί «δικές της» δεν μπορεί να γίνει χωρίς προηγούμενο συντονισμό μαζί της.  

Το έργο έχει κολλήσει από το 2024, όταν τουρκικά πολεμικά πλοία εμπόδισαν έρευνες νότια της Κάσου.

Η είσοδος της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου και ο ρόλος της Nexans στην κατασκευή θεωρήθηκαν τρόπος να διεθνοποιηθεί το πρόγραμμα και να αντιμετωπιστούν οι τουρκικές αντιδράσεις.

Ωστόσο, παραμένει ασαφές ποιος θα διαχειριστεί πρακτικά την επανέναρξη των ερευνών και πώς θα ενημερωθούν τα παράκτια κράτη.

Δεν έχει δοθεί σαφές χρονοδιάγραμμα. Οι έρευνες μετά την Κάσο, ιδιαίτερα στα ανοιχτά προς την Κύπρο, αγγίζουν περιοχές όπου εμπλέκονται Αίγυπτος και Λιβύη, με τις δικές τους ισορροπίες με την Τουρκία.

Το διεθνές δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS) διακρίνει τα υποθαλάσσια καλώδια από τους αγωγούς: Για τα καλώδια δεν απαιτείται γενικά προηγούμενη άδεια του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα, σε αντίθεση με τους αγωγούς.

Α και κάτι ακόμα: Οι Γάλλοι έχουν «εξαφανιστεί».

Το μόνο βέβαιο είναι ότι χωρίς σαφές σχέδιο για την επόμενη φάση μετά την Κάσο, το καλώδιο παραμένει περισσότερο γεωπολιτικό στοίχημα παρά τεχνικό έργο με συγκεκριμένο ορίζοντα ολοκλήρωσης.

https://www.pronews.gr/kykloi/asafes-to-xronodiagramma-gia-to-kalodio-elladas-kyprou-kai-oi-galloi-exoun-eksafanistei/

Ουκρανία: Υπάλληλος έβγαλε 6 εκατ. δολάρια χορηγώντας απαλλαγές στράτευσης!

0

Η διαφθορά έχει ξεπεράσει κάθε όριο

Μία υπάλληλος στρατολόγησης από το Τσερνιβτσί της Ουκρανίας συγκέντρωσε ποσό που έφτασε τα 6 εκατομμύρια δολάρια, εκδίδοντας έγγραφα απαλλαγής από την στράτευση σε άνδρες που δεν ήθελαν να πεθάνουν στο Ντονμπάς.

Η διαφθορά στην Ουκρανία έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και έχει δημιουργηθεί μία κοινωνία δύο «ταχυτήτων».

Ένα τμήμα της είναι πολύ εύπορο και αγοράζει τα πάντα και το άλλο «κλαίει την μοίρα» του και όσοι ανήκουν σε αυτό πολεμούν και πεθαίνουν τους υπόλοιπους.

https://www.pronews.gr/amyna-asfaleia/enoples-sygkroyseis/oukrania-ypallilos-evgale-6-ekat-dolaria-xorigontas-apallages-strateysis/

Ουκρανία: 140 εκατ. δολάρια βρέθηκαν στο γραφείο του πρώην επικεφαλής των προμηθειών άμυνας

0

Ήταν συσκευασμένα σε κουτιά από ψυγεία

Ο πρώην επικεφαλής των προμηθειών άμυνας της Ουκρανίας εντοπίστηκε με πάνω από 140 εκατομμύρια δολάρια σε μετρητά μέσα στο γραφείο του!

Η NABU, η υπηρεσία καταπολέμησης της διαφθοράς, πραγματοποίησε έρευνα στα γραφεία του Arsen Zhumadilov και κατάσχεσε περισσότερα από 140 εκατομμύρια δολάρια σε μετρητά, τα οποία ήταν συσκευασμένα σε διάφορα κουτιά από ψυγεία.

 

Το παράδοξο είναι ότι σε ένα από τα κουτιά υπήρχε η επιγραφή «Για τον υπηρέτη του λαού».

Πρόκειται για το κόμμα του Β.Ζελένσκι!

Σε εξέλιξη βρίσκεται η έρευνα για την υπόθεση.

«Δεν έχεις λεφτά; – Πάρε ΜΜΜ»! «Αν δεν αντέχεις μην βάζεις βενζίνη»

2

 Ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Σπύρος Κουλκουδίνας δήλωσε ότι «όποιος δεν έχει 10 ευρώ για βενζίνη να πάρει μέσο μαζικής μεταφοράς», δείχνοντας για άλλη μία φορά ότι η συγκεκριμένη παράταξη έχει χάσει το μέτρο και κυρίως την επαφή με την κοινωνία.

Μιλώντας στο Κανάλι της Βουλής, υποστήριξε ότι «όταν κάποιος δεν το αντέχει, χρησιμοποιεί μέσα μεταφοράς, ξέρετε. Αν δεν το αντέχεις να δώσεις 10 ευρώ βενζίνη για να πας και να έρθεις στη δουλειά σου, τα χρησιμοποιείς».

Προφανώς κάποιος θα πρέπει να του θυμίσει πως όταν κάποιος μένει στο Πέραμα και για να πάει στην δουλειά του στο Ίλιον, όπου δεν υπάρχει η δυνατότητα χρήσης μετρό, είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητό του διότι απλούστατα με τα λεωφορεία της «αμαρτίας» θα φτάσει εκεί… αύριο.

Αλλά είναι απολύτως λογικό να γίνονται τέτοιες δηλώσεις από κάποιον που πληρώνεται 7.000 ευρώ το μήνα (που τις πληρώνουν όλοι μαζί οι φορολογούμενοι των 800 και 1.000 ευρώ το μήνα) και δεν έχει τέτοιου είδους ανάγκες.

Ο βουλευτής Πιερίας αναφέρθηκε στην κίνηση στη λεωφόρο Συγγρού, χρησιμοποιώντας την ως έναν από τους δείκτες για την κατάσταση που επικρατεί. «Γεμάτη η λεωφόρος Συγγρού. Η κίνηση στους δρόμους είναι ένας δείκτης. Υπάρχει κανένας δείκτης που να δείχνει ότι επειδή η τιμή στη βενζίνη αυξήθηκε, μειώθηκε η κίνηση; Κανένας δείκτης», ανέφερε.

Στη συνέχεια, ο κ. Κουλκουδίνας αναφέρθηκε στους πολίτες που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος της βενζίνης. «Όταν κάποιος δεν το αντέχει, χρησιμοποιεί μέσα μεταφοράς, ξέρετε. Αν δεν το αντέχεις να δώσεις 10 ευρώ βενζίνη για να πας και να έρθεις στη δουλειά σου, τα χρησιμοποιείς», δήλωσε.

Δείτε το χαρακτηριστικό στιγμιότυπο μετά το 50:00:

Η συγκεκριμένη αναφορά έγινε στο πλαίσιο της συζήτησης για την αύξηση της τιμής των καυσίμων και τις επιπτώσεις της στις μετακινήσεις. Ο ίδιος υποστήριξε ότι τα μέσα μαζικής μεταφοράς έχουν εκσυγχρονιστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

«Τα μέσα μαζικής μεταφοράς, τα οποία έχουν εκσυγχρονιστεί πολύ τα τελευταία χρόνια, δεν έχει αυξηθεί η κίνησή τους. Δεν είναι καμία δικαιολογία αυτό, λέω τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Προς το παρόν δεν έχει παρατηρηθεί μείωση στους δρόμους. Προς το παρόν δείχνει να υπάρχει μία ανθεκτικότητα», σημείωσε.

Μήπως τελικά στην κυβέρνηση σκέφτονται ότι θα λυθεί το πρόβλημα της κίνησης με τον πιο απλό τρόπο; Οι περισσότεροι να μην μπορούν να κινήσουν τα οχήματά τους λόγω ανέχειας…

https://www.pronews.gr/elliniki-politiki/provocateur/vouleytis-nd-an-den-exeis-10-eyro-gia-venzini-pairneis-ta-mesa-mazikis-metaforas-vinteo/

Κινηματογράφος: Πώς γεννήθηκε μια νέα τέχνη (δεκαετία 1880–1904)

1

Η Μεγάλη ληστεία του τρένου (1903)

Σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο ότι μια κάμερα καταγράφει κίνηση και ότι οι εικόνες προβάλλονται σε μια οθόνη. Στα τέλη του 19ου αιώνα, όμως, έπρεπε πρώτα να λυθεί μια σειρά από διαφορετικά προβλήματα: πώς θα καταγραφούν πολλές φωτογραφίες σε ελάχιστο χρόνο, πώς θα περάσουν μέσα από μια μηχανή χωρίς να σκιστούν και πώς θα προβληθούν αρκετά γρήγορα ώστε το κοινό να δει κίνηση. Ακόμη και όταν κατασκευάστηκαν οι μηχανές, κανείς δεν γνώριζε με βεβαιότητα τι θα ήθελαν να δουν οι θεατές.

Αυτό είναι το βασικό επιχείρημα με το οποίο αρχίζει το βιβλίο: ο κινηματογράφος δεν γεννήθηκε έτοιμος, ούτε υπήρξε έργο ενός μοναδικού εφευρέτη (Film History: An Introduction των Kristin Thompson, David Bordwell και Jeff Smith, 5η έκδοση). Δημιουργήθηκε από τη συνάντηση της φωτογραφίας, των οπτικών παιχνιδιών, της βιομηχανικής τεχνολογίας, της λαϊκής ψυχαγωγίας και της επιχειρηματικότητας.

Πριν από τις ταινίες: η αναζήτηση της κίνησης

Ο κόσμος του 19ου αιώνα διέθετε ήδη πολλά θεάματα εικόνας. Οι άνθρωποι παρακολουθούσαν παραστάσεις, επισκέπτονταν πανοράματα και διοράματα, έβλεπαν φωτογραφίες μακρινών τόπων και διασκέδαζαν με οπτικά παιχνίδια. Το φαινακιστοσκόπιο και το ζωοτρόπιο, για παράδειγμα, έκαναν διαδοχικά σχέδια να μοιάζουν ζωντανά όταν περιστρέφονταν.

Η ιδέα ήταν γνωστή: εάν λίγο διαφορετικές εικόνες παρουσιαστούν γρήγορα η μία μετά την άλλη, ο θεατής αντιλαμβάνεται κίνηση. Η εφαρμογή της σε φωτογραφίες ήταν πολύ δυσκολότερη. Οι πρώτες φωτογραφικές διαδικασίες απαιτούσαν μεγάλους χρόνους έκθεσης. Χρειαζόταν επίσης μια εύκαμπτη επιφάνεια που θα μπορούσε να μεταφέρει συνεχόμενες εικόνες και ένας μηχανισμός που θα σταματούσε κάθε εικόνα για μια στιγμή μπροστά στον φακό.

Ο φωτογράφος Eadweard Muybridge έκανε ένα αποφασιστικό βήμα όταν χρησιμοποίησε διαδοχικές κάμερες για να αναλύσει τον καλπασμό ενός αλόγου το 1878. Ο Étienne-Jules Marey μελέτησε επίσης την κίνηση ανθρώπων και ζώων, κατασκευάζοντας μηχανές που φωτογράφιζαν πολλές φάσεις της. Οι δύο άνδρες ενδιαφέρονταν κυρίως να εξετάσουν την κίνηση. Το έργο τους, ωστόσο, πρόσφερε γνώσεις σε εκείνους που αργότερα θα επιχειρούσαν να την προβάλουν για ένα κοινό.

Καθοριστική υπήρξε και η εμφάνιση του εύκαμπτου φωτογραφικού φιλμ. Η συνεισφορά του George Eastman επέτρεψε στους εφευρέτες να απομακρυνθούν από τις άκαμπτες γυάλινες πλάκες. Οι εικόνες μπορούσαν πλέον να τοποθετηθούν σε μια ταινία που περνούσε μέσα από την κάμερα και τον προβολέα.

Ποιος εφηύρε τον κινηματογράφο;

Η συνηθισμένη απάντηση είναι «οι αδελφοί Λυμιέρ». Το βιβλίο δείχνει γιατί αυτή η απάντηση είναι ανεπαρκής. Οι Λυμιέρ είχαν τεράστια σημασία για τη διάδοση του κινηματογράφου, αλλά την ίδια εποχή εργάζονταν πάνω σε συγγενείς συσκευές εφευρέτες σε πολλές χώρες.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο William Kennedy Laurie Dickson, συνεργάτης του Thomas Edison, ανέπτυξε κάμερα και το κινητοσκόπιο. Ο πελάτης έριχνε ένα νόμισμα και έβλεπε μια πολύ σύντομη ταινία κοιτάζοντας μέσα σε ατομική συσκευή. Οι πρώτες αυτές ταινίες παρουσίαζαν χορευτές, αθλητές, ακροβάτες ή κωμικά στιγμιότυπα. Ήταν ένα εμπορικό θέαμα, χωρίς ακόμη τη συλλογική εμπειρία μιας αίθουσας.

Στη Γερμανία, οι αδελφοί Skladanowsky πρόβαλαν ταινίες σε κοινό τον Νοέμβριο του 1895, πριν από την περίφημη παρισινή προβολή των Λυμιέρ. Στην Αγγλία, ο Robert W. Paul και ο Birt Acres εργάστηκαν σε κάμερες, προβολείς και ταινίες. Στην Αμερική, άλλοι εφευρέτες βελτίωσαν την προβολή ή έλυσαν πρακτικά προβλήματα, όπως την ένταση που μπορούσε να σκίσει ένα μακρύ κομμάτι φιλμ μέσα στη μηχανή.

Οι Louis και Auguste Lumière έδωσαν σε όλες αυτές τις προσπάθειες μια εξαιρετικά αποτελεσματική εμπορική μορφή. Ο κινηματογράφος τους ήταν μικρός, φορητός και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί τόσο για λήψη όσο και για προβολή. Στις 28 Δεκεμβρίου 1895, στο Grand Café του Παρισιού, θεατές πλήρωσαν εισιτήριο για να παρακολουθήσουν πρόγραμμα σύντομων ταινιών. Ανάμεσά τους υπήρχαν καθημερινές σκηνές και ένα μικρό κωμικό επεισόδιο με έναν κηπουρό και ένα λάστιχο ποτίσματος.

Η ημερομηνία έμεινε συμβολική. Δεν σηματοδοτεί την πρώτη φορά που κάποιος πρόβαλε κινούμενες εικόνες· σηματοδοτεί ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο ξεκίνημα της δημόσιας, εμπορικής προβολής τους.

Η πρώτη μεγάλη δύναμη του σινεμά: να δείχνει τον κόσμο

Μια από τις πιο γνωστές ταινίες των Λυμιέρ, η Έξοδος των εργατών από το εργοστάσιο, καταγράφει ανθρώπους που βγαίνουν στον δρόμο. Για τον σημερινό θεατή μπορεί να φαίνεται ασήμαντη. Για κάποιον που έβλεπε για πρώτη φορά φωτογραφημένους ανθρώπους να κινούνται, ήταν μια εμπειρία πρωτόγνωρη.

Οι πρώτες ταινίες έδειχναν δρόμους, ταξίδια, δημόσιες εκδηλώσεις και τοπία. Οι απεσταλμένοι των Λυμιέρ ταξίδεψαν σε πολλές χώρες: πρόβαλλαν ταινίες και γύριζαν καινούργιες στους τόπους που επισκέπτονταν. Έτσι, ο κινηματογράφος έγινε γρήγορα διεθνές θέαμα. Η κάμερα μπορούσε να μεταφέρει σε μια αίθουσα εικόνες από μέρη όπου οι περισσότεροι θεατές δεν θα ταξίδευαν ποτέ.

Όμως το «αληθινό» στις πρώτες προβολές χρειαζόταν ήδη προσοχή. Οι δημιουργοί κινηματογραφούσαν πραγματικά γεγονότα, αλλά αναπαριστούσαν επίσης γεγονότα που δεν είχαν καταφέρει να καταγράψουν. Το κοινό μπορούσε να δει τόσο εικόνες από έναν τόπο όσο και μια σκηνοθετημένη εκδοχή μιας είδησης. Από τη γέννησή του, επομένως, το σινεμά είχε τη δυνατότητα να καταγράφει και να επινοεί.

Η δεύτερη μεγάλη δύναμη: να φτιάχνει το αδύνατο

Αν οι Λυμιέρ συνδέθηκαν κυρίως με τις εικόνες της καθημερινότητας, ο Georges Méliès έδειξε τι μπορούσε να συμβεί όταν η κάμερα υπηρετούσε τη φαντασία. Ως ταχυδακτυλουργός και άνθρωπος του θεάτρου, χρησιμοποίησε σκηνικά, μεταμορφώσεις και τεχνάσματα λήψης. Σταματούσε την κάμερα, άλλαζε κάτι μπροστά της και συνέχιζε: στην προβολή, ένα πρόσωπο ή αντικείμενο φαινόταν να μεταμορφώνεται ξαφνικά.

Η Ταξίδι στη Σελήνη του 1902 παραμένει η πιο αναγνωρίσιμη εικόνα αυτού του πρώιμου σινεμά: η κάψουλα καρφώνεται στο μάτι της προσωποποιημένης Σελήνης. Η ταινία δείχνει ότι, λιγότερο από μία δεκαετία μετά τις πρώτες εμπορικές προβολές, οι κινηματογραφιστές είχαν αρχίσει να συνδυάζουν διαδοχικές σκηνές, σκηνικά, υποκριτική και εφέ για να αφηγηθούν μια φανταστική περιπέτεια.

Το βιβλίο διορθώνει εδώ μια συχνή απλούστευση. Ο Méliès δεν ήταν μόνο ένας «θεατρικός» δημιουργός που άφηνε ακίνητη την κάμερά του. Χρησιμοποιούσε και το μοντάζ, συχνά τόσο επιδέξια ώστε ο θεατής να μη βλέπει την ένωση ανάμεσα στα δύο πλάνα που δημιουργούσαν το τέχνασμα.

Στη Γαλλία, εταιρείες όπως η Pathé και η Gaumont άρχισαν παράλληλα να οργανώνουν συστηματικότερη παραγωγή. Στην Gaumont εργάστηκε η Alice Guy, μία από τις πρώτες γυναίκες δημιουργούς του κινηματογράφου. Η παρουσία της θυμίζει ότι αυτή η ιστορία περιλαμβάνει περισσότερους πρωταγωνιστές από τα λίγα ονόματα που συνήθως επαναλαμβάνονται.