Ο Λέων ΙΔ΄ πραγματοποιεί τετραήμερη αποστολική επίσκεψη, από τις 25 έως τις 28 Σεπτεμβρίου 2026, έπειτα από προσκλήσεις του Γάλλου προέδρου, των εκκλησιαστικών αρχών της χώρας και της ηγεσίας της UNESCO. Είναι η πρώτη επίσημη παπική επίσκεψη στη Γαλλία από το 2008. Το πρόγραμμά της συνδυάζει συναντήσεις με την πολιτική ηγεσία, ομιλίες για την ειρήνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, και επαφή με τη γαλλική Καθολική Εκκλησία — ιδίως με τους νέους.
Τι έκανε την πρώτη ημέρα
Την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου συναντήθηκε στο Μέγαρο των Ηλυσίων με τον Εμανουέλ Μακρόν και μίλησε σε εκπροσώπους του κράτους, της κοινωνίας των πολιτών και του διπλωματικού σώματος. Έθεσε ζητήματα ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τεχνητής νοημοσύνης, προστασίας της ζωής, ειρήνης και του ρόλου της θρησκείας σε ένα κοσμικό κράτος. Σύμφωνα με τη γαλλική προεδρία, στη συνάντηση συζητήθηκαν επίσης η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή και η κλιματική αλλαγή.
Στην UNESCO συνέδεσε την εκπαίδευση, την επιστήμη και τον πολιτισμό με τη διεθνή συνεργασία και την ειρήνη. Αργότερα τέλεσε εσπερινό στην αποκατεστημένη Παναγία των Παρισίων. Χρησιμοποίησε την ανοικοδόμηση του ναού ως εικόνα για μια Εκκλησία που ανανεώνεται, υποδέχεται τους άλλους και συμμετέχει στη ζωή της κοινωνίας.
Η ημέρα έκλεισε στο Stade de France, στο Σεν Ντενί. Περίπου 80.000 νέοι συγκεντρώθηκαν για την αγρυπνία. Ο πάπας απάντησε σε ερωτήσεις τους για το πώς μπορούν να μιλούν για την πίστη τους με σεβασμό προς όσους δεν τη συμμερίζονται. Όταν τους κάλεσε σε «αγώνα» για την πίστη, διευκρίνισε ότι δεν εννοούσε αγώνα εναντίον άλλων ανθρώπων, αλλά ζωή σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, χωρίς βία, περιφρόνηση ή καταπίεση.
Η επιλογή του Σεν Ντενί είχε ιδιαίτερο βάρος. Πρόκειται για μια νεανική και κοινωνικά ποικιλόμορφη περιοχή. Το ρεπορτάζ της Le Monde περιγράφει την ενθουσιώδη υποδοχή, αλλά και την παρουσία νέων με διαφορετικές αφετηρίες και τάσεις μέσα στην Εκκλησία. Ο επίσκοπος της περιοχής τόνισε ότι στην εκδήλωση είχαν προσκληθεί ακόμη και φίλοι των συμμετεχόντων από άλλες θρησκείες.
Τι ακολουθεί
Σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα, σήμερα 26 Σεπτεμβρίου προβλέπονται επισκέψεις σε κέντρο κοινωνικής υποστήριξης, συνάντηση με κατηχουμένους και νεοβαπτισμένους και λειτουργία στο Παρίσι, πριν αναχωρήσει για τη Λούρδη. Εκεί προβλέπονται συναντήσεις με επισκόπους και ασθενείς, ενώ στις 28 Σεπτεμβρίου θα μεταβεί στη Μετς για διαθρησκειακή συνάντηση και εκδήλωση με θέμα την ειρήνη και την ενότητα της Ευρώπης.
Η επίσκεψη του πάπα δείχνει μια Εκκλησία που αναζητεί πώς να μείνει πιστή στην παράδοσή της, μιλώντας ταυτόχρονα στους νέους, στους ανθρώπους άλλων πεποιθήσεων και στις αγωνίες του σημερινού κόσμου.
Διαβάστε παρακάτω άρθρο του καθολικού Αρχχιεπισκόπου Αθηνών Θεόδωρου Κοντίδη, περίληψη του επιμέτρου που έγραψε στο βιβλίο του Jean-Pierre Moisset Ιστορία του κααθολικισμού.
Πώς διαβάζουμε την ιστορία της Εκκλησίας
του Θεόδωρου Κοντίδη Καθολικού Αρχιεπισκόπου Αθηνών
Ο Αρχιεπίσκοπος Κοντίδης ξεκινά με ένα ερώτημα: τι βλέπουμε όταν μελετούμε την ιστορία της Εκκλησίας; Μπορούμε να καταγράψουμε πρόσωπα, θεσμούς, αποφάσεις, συγκρούσεις, επιτυχίες και αποτυχίες. Αυτό όμως δεν εξαντλεί το νόημα που έχει η ιστορία για έναν πιστό. Το επίμετρο εξετάζει αν η πορεία της Εκκλησίας μπορεί να διαβαστεί και ως πορεία ενός λαού που αναζητεί τον Θεό.
Ο συγγραφέας διακρίνει έτσι δύο τρόπους προσέγγισης. Ο ιστορικός ερευνά τις μαρτυρίες και εξηγεί τα γεγονότα με τις μεθόδους της επιστήμης του. Ο πιστός, χωρίς να παραμερίζει αυτή την έρευνα, θέτει επιπλέον το ερώτημα τι σημαίνουν τα γεγονότα μέσα στην πίστη του. Ο Κοντίδης δεν παρουσιάζει αυτή τη δεύτερη ανάγνωση ως υποκατάστατο της ιστορίας. Διευκρινίζει από την αρχή ότι γράφει για ένα ευρύτερο κοινό και προσφέρει μια σύντομη παρουσίαση θεολογικών απόψεων.
Η Έξοδος ως κλειδί ερμηνείας
Η κεντρική εικόνα του επιμέτρου είναι η Έξοδος του Ισραήλ από την Αίγυπτο. Στη βιβλική παράδοση ο Θεός δεν εμφανίζεται απλώς ως μια αφηρημένη ιδέα· συναντά έναν λαό μέσα στην ιστορία του, τον ελευθερώνει και τον καλεί να πορευτεί. Η απελευθέρωση δεν τελειώνει με την αναχώρηση από την Αίγυπτο. Ακολουθούν η έρημος, η δοκιμασία, η Διαθήκη, η εμπειρία της πίστης αλλά και της απιστίας.
Για τον Κοντίδη, αυτή η αφήγηση αποτελεί «τύπο», δηλαδή ένα σχήμα μέσα από το οποίο οι χριστιανοί μπορούν να κατανοήσουν τη δική τους πορεία. Η ιστορία της Εκκλησίας παρουσιάζεται ως μια συνεχιζόμενη Έξοδος: πέρασμα από τη δουλεία προς την ελευθερία και, τελικά, προς την πληρότητα της ζωής με τον Θεό. Ο συγγραφέας συνδέει αυτή την πορεία με το Πάσχα του Χριστού. Δεν ισχυρίζεται ότι κάθε ιστορικό γεγονός μπορεί εύκολα να ταυτιστεί με μια θεία παρέμβαση· προτείνει μια συνολική κατεύθυνση για τη θεολογική ανάγνωση της ιστορίας.
Από τον λαό του Ισραήλ στη χριστιανική κοινότητα
Η Έξοδος, όπως την παρουσιάζει το επίμετρο, συγκροτεί έναν λαό. Οι άνθρωποι δεν σώζονται ως μεμονωμένα πρόσωπα χωρίς σχέση μεταξύ τους: αποκτούν κοινή μνήμη, κοινή ελπίδα και μια σχέση Διαθήκης με τον Θεό. Η πίστη τους δοκιμάζεται στην πράξη και αλλάζει καθώς αντιμετωπίζουν νέες συνθήκες.
Ο Κοντίδης βλέπει μια συνέχεια αυτής της εικόνας στη χριστιανική Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι κοινότητα που ζει μέσα στον χρόνο, θυμάται όσα παρέλαβε και επιχειρεί να καταλάβει πώς θα τα ζήσει στο παρόν. Γι’ αυτό η ιστορία της περιλαμβάνει και τις αδυναμίες της. Δεν είναι μια αδιάκοπη ακολουθία θριάμβων ούτε μια πορεία χωρίς ανθρώπινα λάθη.
Ο Ιησούς και η ίδρυση της Εκκλησίας
Ένα μεγάλο μέρος του επιμέτρου αφιερώνεται στο ερώτημα αν ο ιστορικός Ιησούς θέλησε πράγματι την Εκκλησία. Ο Κοντίδης παρουσιάζει την άποψη ότι η οργανωμένη Εκκλησία εμφανίστηκε αργότερα, ως εξέλιξη που δεν ανήκε στις προθέσεις του Ιησού, και εξετάζει γιατί θεωρεί αυτή την εξήγηση ανεπαρκή.
Στρέφεται στις μαρτυρίες για τους μαθητές, στην επιλογή των Δώδεκα, στο τελευταίο δείπνο, στις πρώτες κοινότητες και στις επιστολές του Παύλου. Η επιλογή των Δώδεκα έχει γι’ αυτόν ιδιαίτερη σημασία, επειδή παραπέμπει στις φυλές του Ισραήλ και στη συγκρότηση ενός νέου λαού. Το τελευταίο δείπνο συνδέει την αποστολή του Ιησού με μια κοινότητα που καλείται να συνεχίσει την πράξη και τη μνήμη του. Οι πρώιμες μαρτυρίες του Παύλου δείχνουν, κατά τον συγγραφέα, ότι η κοινότητα είχε ήδη διαμορφωθεί πολύ κοντά χρονικά στα γεγονότα της ζωής του Ιησού.
Το συμπέρασμά του είναι σαφές αλλά διατυπώνεται με ιστορική προσοχή: θεωρεί ότι υπάρχουν ισχυρές βάσεις για τη συνέχεια ανάμεσα στον Ιησού και την Εκκλησία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μεταγενέστερη μορφή οργάνωσης υπήρχε ήδη πλήρως διαμορφωμένη στην αρχή.
Η Εκκλησία ως κοινότητα και ως θεσμός
Ο Κοντίδης εξετάζει επίσης την ιεραρχική δομή της Εκκλησίας. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν χρειάζεται ένας οργανισμός για να λειτουργεί μια κοινότητα. Είναι πώς μια ιστορική, οργανωμένη Εκκλησία μπορεί να παραμένει πιστή στην αφετηρία της χωρίς να ακινητοποιείται σε μια μορφή του παρελθόντος.
Κατά την προσέγγισή του, η Εκκλησία κληρονομεί μια πίστη και μια παράδοση, αλλά κάθε γενιά πρέπει να αποφασίζει πώς θα τις εκφράσει στις δικές της συνθήκες. Ο θεσμός διατηρεί τη συνέχεια της κοινότητας· συγχρόνως η κοινότητα χρειάζεται κρίση, ευθύνη και δυνατότητα ανανέωσης. Ο Κοντίδης αναφέρει ιστορικά κινήματα ανανέωσης για να δείξει ότι η ζωή της Εκκλησίας δεν περιορίζεται στις πράξεις της διοίκησής της.
Πιστότητα στην παράδοση και ιστορική αλλαγή
Μια επαναλαμβανόμενη ένταση στο κείμενο είναι η σχέση ανάμεσα στην ταυτότητα και στην αλλαγή. Αν η Εκκλησία αποκόψει τον εαυτό της από την πίστη που παρέλαβε, χάνει το σημείο αναφοράς της. Αν όμως θεωρήσει κάθε παλαιότερη μορφή έκφρασης αμετάβλητη, δυσκολεύεται να μιλήσει στους ανθρώπους μιας άλλης εποχής.
Ο συγγραφέας επιμένει ότι οι ιστορικές συνθήκες μεταβάλλονται. Οι γνώσεις, οι κοινωνικές ανάγκες και τα ερωτήματα των ανθρώπων δεν μένουν τα ίδια. Επομένως η Εκκλησία οφείλει να αναζητεί τρόπους να κατανοεί και να εκφράζει την πίστη της μέσα στο παρόν, διατηρώντας τη σχέση της με τον Χριστό και την παράδοσή της. Αυτή η εργασία δεν ολοκληρώνεται μία φορά για πάντα.
Η Εκκλησία μέσα στον κόσμο
Προς το τέλος, το επίμετρο εξετάζει τη σχέση της Εκκλησίας με τον κόσμο και την ιστορία του. Με αφορμή και τη σκέψη του Αυγουστίνου, ο Κοντίδης αποφεύγει μια απλή διαίρεση των ανθρώπων σε δύο ορατές, απολύτως χωρισμένες ομάδες: στους «δικούς μας» και στους «άλλους». Η Εκκλησία ζει ανάμεσα στους ανθρώπους, συμμετέχει στις ίδιες ιστορικές περιστάσεις και δεν μπορεί να αποσυρθεί από τα προβλήματά τους.
Η χριστιανική ελπίδα για την τελική σωτηρία δεν παρουσιάζεται ως άδεια εγκατάλειψης του παρόντος. Αντίθετα, δίνει στην κοινότητα έναν προσανατολισμό ενώ εκείνη εξακολουθεί να εργάζεται, να κρίνει τις πράξεις της και να συμβιώνει με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η Ευχαριστία και το τέλος της πορείας
Στον επίλογο, ο Κοντίδης στρέφεται στην Ευχαριστία ως τον τρόπο με τον οποίο η κοινότητα θυμάται και βιώνει την ιστορία της σωτηρίας. Η ανάμνηση του πάθους και της ανάστασης του Χριστού δεν την κλείνει μόνο στο παρελθόν: τη συνδέει με το παρόν της και την κατευθύνει προς το μέλλον που προσδοκά.
Έτσι επιστρέφει στην αρχική εικόνα της Εξόδου. Η πορεία δεν έχει φτάσει ακόμη στην ολοκλήρωσή της. Οι πιστοί εμφανίζονται ως προσκυνητές και οδοιπόροι: έχουν μια μνήμη και έναν προορισμό, αλλά συνεχίζουν να ζουν και να παίρνουν αποφάσεις μέσα στην ανοιχτή ανθρώπινη ιστορία.
Συνολικά, το επίμετρο είναι περισσότερο μια θεολογική ερμηνεία της ιστορίας της Εκκλησίας παρά μια πρόσθετη χρονολογική ιστορία του καθολικισμού. Η κύρια θέση του είναι ότι η Εκκλησία μπορεί να κατανοήσει την ιστορική της διαδρομή ως πορεία Εξόδου: με αφετηρία την πίστη της, με πραγματικές δοκιμασίες και αποτυχίες, και με την ελπίδα μιας ολοκλήρωσης που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.


