Τις τελευταίες ημέρες έχουμε την αποκάλυψη ενός σάπιου πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού παραδείγματος, αυτού που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα από την επομένη της υπαγωγής της σε άλλους δυνάστες, με την επιχείρηση εξόντωσης, πολιτικής, επαγγελματικής και κατ’ επέκτασιν και βιολογικής της Καρυστιανού.
Όλο το σάπιο σύστημα έπεσε επάνω της επειδή φοβήθηκε μήπως και κάτι αλλάξει στις στέρεες δομές που δημιούργησε ώστε να λυμαίνεται τον τόπο.
Δεν αποκαλύφθηκε μόνο το σύστημα. Αποκαλύφθηκε και η κοινωνία στην οποία λειτουργεί.
Αν η κοινωνία ήταν διαφορετική, θα άλλαζε και το σύστημα. Δεν μπορεί να καταγγέλλει κανείς διαρκώς το κράτος και την ίδια στιγμή να συμμετέχει με ευχαρίστηση στον δημόσιο διασυρμό όποιου αμφισβητεί τους κανόνες του. Η τοξικότητα που διοχετεύεται σήμερα στην Καρυστιανού δεν παράγεται μόνο σε υπουργικά γραφεία και δημοσιογραφικά επιτελεία. Βρίσκει πρόθυμους αναμεταδότες και μέσα στην κοινωνία.
Η Μαρία Καρυστιανού είχε τον ρομαντισμό να πιστέψει ότι το σύστημα μπορούσε να αλλάξει έστω κατά τι. Ότι θα λειτουργούσε τουλάχιστον η Δικαιοσύνη του. Μπήκε στη δημόσια ζωή αναζητώντας την αλήθεια για τον θάνατο της κόρης της στα Τέμπη: τι συνέβη, ποιοι είχαν ευθύνη και γιατί η αναζήτηση αυτής της ευθύνης συναντούσε εμπόδια. Η διαδρομή της δεν ξεκίνησε από κομματικό γραφείο. Ξεκίνησε από την απαίτηση μιας μητέρας να πάρει απαντήσεις. Και εκεί αρχίζει ο Γολγοθάς.
Όταν έφτασε στο άρθρο 86 του Συντάγματος και στην ποινική ευθύνη των υπουργών, κατάλαβε ότι το πρόβλημα που αντιμετώπιζε δεν ήταν μόνο προσωπικό. Ήταν πολιτικό. Ένα αίτημα δικαιοσύνης προσέκρουε σε κανόνες που η ίδια η πολιτική εξουσία έχει διαμορφώσει για τη λογοδοσία της.
Εκεί βρίσκεται η καμπή της ιστορίας της. Η Καρυστιανού αποφάσισε ότι δεν αρκεί να ζητά διαρκώς δικαιοσύνη από το υπάρχον σύστημα. Πέρασε από την κοινωνική κινητοποίηση στην πολιτική δράση και πρότεινε αλλαγές στους κανόνες: κατάργηση του άρθρου 86, αποσύνδεση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία, κατάργηση ειδικών καθεστώτων ακαταδίωκτου και προνομίων. Από εκείνη τη στιγμή έπαψε να είναι για πολλούς μια δημόσια φωνή που μπορούσαν να επαινούν ανέξοδα. Έγινε διεκδικήτρια πολιτικής ισχύος.
Και τότε έπεσαν οι μάσκες.
Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης αμφισβήτησε δημόσια τις αναφορές της στην «κβαντική ιατρική» και ανακοίνωσε ότι οι σχετικές επαγγελματικές δραστηριότητές της θα ελεγχθούν από τους αρμόδιους ιατρικούς συλλόγους. Ο έλεγχος κάθε ιατρικής πρακτικής είναι αναγκαίος. Η ένταση, όμως, με την οποία η συζήτηση στράφηκε στην επαγγελματική της ταυτότητα είναι ενδεικτική του τι επιλέγεται να κυριαρχήσει στη δημόσια αντιπαράθεση. Ο Άδωνης είναι περισσότερο γελωτοποιός παρά υπουργός. Είναι ντροπή για ένα κράτος να έχει υπουργούς της ποιότητας του Άδωνη Γεωργιάδη. Μόνο μια κυβέρνηση Μητσοτάκη θα μπορούσε να το κάνει. Και οι γνώσεις του περί κβαντικής ανήκουν στην σφαίρα της φαντασίας. Θέλει να περάσει, όμως, το μήνυμα ότι όποιος ανακατατεύεται στην εξουσία τους θα εξαφανιστεί. Η εξουσία είναι για λίγους. Η Καρυστιανού έχει στην Θεσσαλονίκη την φήμη άριστης παιδιάτρου. Δεν προσπαθούν να την χτυπήσουν, μόνο, πολιτικά. Αλλά και επαγγελματικά. Και ποιός το κάνει; Ο Άδωνης Γεωργιάδης με το γνωστό παρελθόν σε τηλεπωλήσεις. Δυστυχώς, υπάρχει πλήθος που τον χειροκροτεί, λες και βρίσκεται στο Κολοσσαίο.
Στη LiFO, ο Γιάννης Πανταζόπουλος έβαλε στον τίτλο του άρθρου του την «κβαντική πολιτική», τα άδεια καθίσματα σε εκδήλωση στο Τριανόν και την «Ελπίδα» που ξεθωριάζει. Έκρινε ότι το εγχείρημά της χαρακτηρίζεται από προγραμματική ένδεια. Η Καρυστιανού είναι η μόνη που έχει πλήρες πολιτικό πρόγραμμα.
Στα Νέα, η Πέπη Ραγκούση της απέδωσε προσωπική φιλοδοξία και έγραψε ότι «μια χαρά τους δούλεψε όλους» όσοι είχαν στηρίξει τον αγώνα της.
Η συγγραφέας Λένα Διβάνη, που παλαιότερα την είχε επιλέξει ως «γυναίκα της χρονιάς», την κατηγόρησε μετά την πολιτική της εμφάνιση ότι πίσω από μια δημοκρατική «βιτρίνα» κρύβονται ακροδεξιές ιδέες, με αφορμή δηλώσεις της για τις αμβλώσεις.
Καθένας από αυτούς δικαιούται να διαφωνεί μαζί της. Είναι, όμως, εντυπωσιακή η χρονική εστίαση στο πρόσωπο της Καρυστιανού και η ευκολία με την οποία η πολιτική συζήτηση μετατρέπεται σε διαγωνισμό ειρωνείας, εικασιών για τα κίνητρά της και προβλέψεων για την αποτυχία της.
Η γυναίκα που μπορούσε να τιμηθεί όταν ζητούσε δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται διαφορετικά τώρα που ζητά να αλλάξουν οι κανόνες με τους οποίους ασκείται η εξουσία. Σαν να της λένε, απο εδω και πέρα παίζουν, μόνο, οι ιδιοκτήτες της χώρας. Και εσύ δεν ανήκεις σε αυτούς. Το σύστημα ομονοεί όταν αισθάνεται μια τέτοια απειλή.
Οι επικριτές της δεν ανήκουν όλοι στην ίδια παράταξη. Δεν χρειάζεται να έχουν συνεννοηθεί. Κυβερνητικοί, αντιπολιτευόμενοι, σχολιαστές, συγγραφείς, καθηγητές και καλλιτέχνες μπορεί να ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και να καταλήγουν στην ίδια ευκολία: να συζητούν επίμονα αν η Καρυστιανού είναι αρκετά κατάλληλη για να μιλά, αντί να απαντούν πρώτα στα θεσμικά ερωτήματα που θέτει.
Όλοι αυτοί —δημοσιογράφοι, συγγραφείς, διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες, σκηνοθέτες, ηθοποιοί και τραγουδιστές, κυρίως του έντεχνου χώρου— προέρχονται, σε μεγάλο βαθμό, από τη σημερινή ή την πρώην Αριστερά: κομμουνιστές, σταλινικούς και αριστεριστές. Υπάρχουν και ορισμένοι δεξιοί δημοσιογράφοι. Πίσω από τις διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές μάσκες διακρίνεται το πρόσωπο ενός συστήματος που στρέφεται εναντίον της Μαρίας Καρυστιανού.
Αυτό είναι το «θηρίο» του συστήματος: μια εικόνα που συνδέεται με την ροκ όπερα του Βαγγέλη Παπαθανασίου και των Aphrodite’s Child. Η Καρυστιανού ανάγκασε αυτό το πολύχρωμο σύστημα και τους απολογητές του να βγάλουν τις μάσκες τους.
Αναζητώντας την αλήθεια για το έγκλημα των Τεμπών, για τις ευθύνες και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πέθανε η κόρη της, έφτασε μέχρι την Ευρωπαία εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι και στο ζήτημα του άρθρου 86 του Συντάγματος. Εκεί εντοπίζεται η στιγμή της γνώσης: η Καρυστιανού συνειδητοποίησε ότι η αναζήτηση δικαιοσύνης δεν μπορούσε να περιοριστεί στην κοινωνική διαμαρτυρία. Χρειαζόταν πολιτική δράση.
Από τη στιγμή που αποφάσισε να περάσει από την κοινωνική στην πολιτική δράση, άρχισε ένας ακόμη σκληρότερος πόλεμος εναντίον της. Στην πίεση που ήδη αντιμετώπιζε προστέθηκαν οι καθημερινές επιθέσεις από πολιτικούς, δημοσιογράφους και πρόσωπα του πνευματικού και καλλιτεχνικού χώρου.
Είναι χαρακτηριστικό ότι καμιά γυναικεία οργάνωση δεν της συμπαραστάθηκε ούτε όταν δέχθηκε αισχρές, σεξουαλικού χαρακτήρα επιθέσεις. Το αριστερό, κατά τεκμήριον, φεμινιστικό κίνημα στην παρακμιακή Ελλάδα εξεγείρεται, μόνο, όταν προσβάλλεται μέλος του ή πρόσωπο της αρεσκείας του.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Καρυστιανού προέρχεται από τη Θεσσαλονίκη. Μια γιατρός έξω από τους γνωστούς κύκλους της αθηναϊκής εξουσίας απέκτησε δημόσια απήχηση και διεκδικεί πολιτικό ρόλο. Με την παρουσία της αμφισβήτησε όχι μόνο την πολιτική ελίτ, αλλά και ένα μέρος της αθηναϊκής διανόησης που έχει συνηθίσει να ορίζει ποιος δικαιούται να μιλά και ποιος πρέπει να μένει στο περιθώριο.
Αυτό ονομάζουμε «ιό της Αθήνας»: τη νοοτροπία ενός κέντρου που επιδιώκει να ελέγχει ολόκληρη τη χώρα.
Η ίδια νοοτροπία διακρίνεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν δημιουργοί έξω από τους κυρίαρχους κύκλους. Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, η Ζωή Καρέλλη, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Γιώργος Ιωάννου δημιούργησαν σημαντικό έργο από τη Θεσσαλονίκη. Κι όμως, η θέση που τους δόθηκε στη δημόσια συζήτηση δεν ήταν πάντοτε ανάλογη της αξίας τους.
Αμφισβητείται, επίσης, ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε ο λογοτεχνικός κανόνας. Η προβολή ορισμένων δημιουργών συνδέθηκε με την υποβάθμιση άλλων. Γι’ αυτό τίθενται ερωτήματα για την αντιμετώπιση του Καβάφη και των λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης, όπως και για το κύρος άλλων που είχαν κυρίαρχο ρόλο στην Αθήνα.
Στον κινηματογράφο, η περίπτωση του Τάκη Κανελλόπουλου είναι εξίσου χαρακτηριστική. Το έργο του παραμερίστηκε προς όφελος άλλων σκηνοθετικών κατευθύνσεων που διέθεταν ισχυρότερη στήριξη. Αντιμετωπίστηκε με χλευασμό και απαξίωση. Θυμάμαι την εικόνα του να κάθεται μόνος του στο Ντορέ και να μονολογεί. Αντίστοιχη αποσιώπηση γνώρισαν εικαστικοί και συνθέτες της πόλης.
Αυτός ο μηχανισμός απαξίωσης θυμίζει τον σημερινό τρόπο αντιμετώπισης της Καρυστιανού. Τη χλευάζουν για τις δηλώσεις της, για τις πολιτικές της επιλογές, ακόμη και για τη γονυκλισία της μπροστά στον Κολοκοτρώνη.
Ο Βασίλης Σκουρής, για παράδειγμα, σχολίασε ειρωνικά αυτή την κίνησή της. Μετά τη δήλωσή της ότι θα φύγει από την Ελλάδα αν το κίνημά της δεν μπει στη Βουλή, εμφανίστηκαν ήδη σχόλια που παρουσιάζουν την πολιτική της προσπάθεια ως τελειωμένη.
Η διαρκής δημόσια απαξίωση επιδιώκει να οδηγήσει τον άνθρωπο που βρίσκεται στο στόχαστρο στην εξουθένωση. Πλήττει πρώτα την επαγγελματική και την ηθική του υπόσταση και έπειτα στέλνει ένα μήνυμα στην κοινωνία: όποιος εξεγερθεί εναντίον των καθιερωμένων ισορροπιών θα πληρώσει βαρύ τίμημα.
Η ιστορία της Μαρίας Καρυστιανού έχει γι’ αυτό ενδιαφέρον και πέρα από την Ελλάδα. Χωρίς προηγούμενη κομματική ή συνδικαλιστική διαδρομή, αναδείχθηκε μέσα από ένα μεγάλο λαϊκό κίνημα με ηθικό αίτημα την αλήθεια και την απονομή δικαιοσύνης. Πέρασε στην πολιτική όταν έκρινε ότι μόνο έτσι μπορούσε να διεκδικήσει αλλαγές. Η έκβαση αυτής της προσπάθειας θα δείξει πολλά: για την αντοχή του ελληνικού πολιτικού συστήματος απέναντι στην αμφισβήτηση, αλλά και για τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να μετατρέψει την απαίτησή της για δικαιοσύνη σε πολιτική αλλαγή.
Αυτή η διαδικασία δεν εξαντλείται σε μια πολιτική διαφωνία. Η αμφισβήτηση της επαγγελματικής επάρκειας, ο χλευασμός, οι υπαινιγμοί για τις προθέσεις της και η διαρκής προσωπική απαξίωση μπορούν να εξουθενώσουν όποιον εισέρχεται στον δημόσιο χώρο χωρίς την έγκριση των παλαιών πρωταγωνιστών του. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: μπορείς να διαμαρτύρεσαι, αρκεί να μην επιχειρήσεις να αλλάξεις ποιος αποφασίζει. Η Καρυστιανού παραβίασε ακριβώς αυτό το όριο.
Ας θυμηθούμε πόσο παλιά είναι η αγωνία των «ιδιοκτητών» του κράτους για το ποιος θα αποκτήσει θέση μέσα σε αυτό. Η διαμάχη αυτοχθόνων και ετεροχθόνων κορυφώθηκε στην Εθνοσυνέλευση του 1844. Τότε η αντιπαράθεση αφορούσε, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση σε δημόσια αξιώματα. Δεν ήταν η ίδια σύγκρουση με τη σημερινή. Φανέρωνε, όμως, από τα πρώτα χρόνια του κράτους πόσο έντονα αντιμετωπιζόταν η δημόσια εξουσία ως χώρος που κάποιοι δικαιούνται να φυλάσσουν για τον εαυτό τους.
Στις ομαλές περιόδους, ο κλειστός αυτός κόσμος εμφανίζεται αυτάρκης. Όταν οι αντιφάσεις του τον πνίγουν, αναζητά ικανούς ανθρώπους έξω από τις καθιερωμένες διαδρομές — και αργότερα συχνά τους αντιμετωπίζει σαν ανεπιθύμητους. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ερχόμενος από την Κρήτη, ανέλαβε ιστορικές αποφάσεις που άλλαξαν τα όρια και τη θέση της Ελλάδας. Ακόμη και σήμερα παραμένει αντικείμενο οξύτατης πολιτικής αντιπαράθεσης. Χωρίς τον Βενιζέλο τα όρια της σημερινής Ελλάδας θα βρίσκονταν στην Μελούνα. Αν βρίσκονταν και εκεί. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό απασχολεί τους…”ιδιοκτήτες” της χώρας.
Το ότι η Καρυστιανού προέρχεται από τη Θεσσαλονίκη προσθέτει σε αυτή τη σύγκρουση μια δεύτερη διάσταση. Η πόλη γνωρίζει τι σημαίνει να δημιουργείς έξω από το κέντρο και κατόπιν να πρέπει να αποδείξεις στο κέντρο ότι αξίζεις να ακουστείς. Στην πολιτική, όποιος ήθελε να αποκτήσει πανελλήνια βαρύτητα συχνά έπρεπε να μετακινηθεί προς την Αθήνα. Στον πολιτισμό, μπορούσε να μείνει στον τόπο του και να δημιουργήσει, αλλά η διαδρομή προς την πανελλήνια αναγνώριση περνούσε από θεσμούς που βρίσκονταν αλλού.
Η αθηναϊκή μαύρη τρύπα
Το πρόβλημα με αυτήν την μεσαιωνική δομή του κράτους και της νοοτροπίας της κοινωνίας του δεν εντοπίζεται, μόνο, στην πολιτική ή στην κατοχή δημοσίων αξιωμάτων. Επεκτείνεται και στον πνευματικό χώρο. Και έχει ιστορικό βάθος.
Τη δεκαετία του 1930, οι Μακεδονικές Ημέρες έδωσαν βήμα σε συγγραφείς της πόλης. Γύρω από το περιοδικό δραστηριοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Στέλιος Ξεφλούδας, ο Γιώργος Δέλιος, ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Ο πειραματισμός τους με τον εσωτερικό μονόλογο και τη νεωτερική πεζογραφία συμμετείχε στην ανανέωση των ελληνικών γραμμάτων. Η συζήτηση για μια ξεχωριστή «Σχολή της Θεσσαλονίκης» αναπτύχθηκε ακριβώς επειδή η πόλη είχε αποκτήσει αισθητή πνευματική παρουσία.
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος αμφισβητούσε ότι οι δημιουργοί αυτοί είχαν ενιαίο πρόγραμμα. Επέμενε στην ατομικότητά τους. Και είχε λόγο. Ο Πεντζίκης, συγγραφέας και ζωγράφος, έπλασε έναν κόσμο με δική του γλώσσα και βαθιά σχέση με τη Θεσσαλονίκη. Η αδελφή του, Ζωή Καρέλλη, ανέπτυξε διακριτή ποιητική και θεατρική φωνή. Αργότερα, ο Χριστιανόπουλος και ο Γιώργος Ιωάννου έφεραν στη γραφή τους άλλες όψεις της πόλης: την καθημερινή ζωή, τη μνήμη, τις φωνές που σπάνια χωρούν στην επίσημη εικόνα της. Η συνέχεια ανάμεσά τους βρίσκεται στην αφετηρία τους και στη διεκδίκηση της δικής τους φωνής, όχι στην ομοιομορφία του έργου τους.
Για να ακουστεί αυτή η φωνή χρειάστηκαν και δικοί της θεσμοί. Το 1958 ο Χριστιανόπουλος ίδρυσε τη Διαγώνιο και αργότερα τις εκδόσεις της. Δεν περίμενε απλώς να ανοίξουν οι πόρτες των καθιερωμένων περιοδικών. Δημιούργησε μια πόρτα και για άλλους. Αργότερα, το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη συνέχισε αυτή την προσπάθεια. Η πρακτική διαδρομή ενός περιοδικού από τα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης προς τους διαύλους διανομής της Αθήνας δείχνει πού συγκεντρώνεται η δυνατότητα ενός έργου να φτάσει σε όλη τη χώρα.
Η παράδοση αυτή δεν τελείωσε με τη γενιά του Πεντζίκη και του Χριστιανόπουλου. Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, υπήρξε για δεκαετίες πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και συνδέθηκε με το περιοδικό Νέα Πορεία. Ο Τόλης Νικηφόρου συνεχίζει με την ποίηση και την πεζογραφία του, αλλά και με την ενεργή συμμετοχή του στη λογοτεχνική ζωή της πόλης. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο Θωμάς Κοροβίνης και ο Σάκης Σερέφας ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές, διατηρώντας ισχυρή σχέση με τη Θεσσαλονίκη. Δεν αποτελούν όλοι μέλη μιας ενιαίας σχολής. Δείχνουν όμως τη διάρκεια και την ποικιλία μιας λογοτεχνικής ζωής που εξακολουθεί να παράγει σημαντικό έργο έξω από την Αθήνα.
Και στον κινηματογράφο, ο Τάκης Κανελλόπουλος έζησε και γύρισε τις ταινίες του με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της. Το αφιέρωμα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2023 πρόσφερε σε νεότερους θεατές μια νέα συνάντηση με το έργο του. Η αναγνώριση αυτή έχει αξία. Δεν σβήνει το ερώτημα γιατί ένα έργο χρειάζεται συχνά να ανακαλυφθεί ξανά για να αποκτήσει τη θέση που του αξίζει στη συλλογική μνήμη.
Εδώ βρίσκεται η «αθηναϊκή μαύρη τρύπα». Όταν οι μεγάλοι εκδότες, τα μέσα ενημέρωσης, οι κριτικοί, τα δίκτυα διανομής και μεγάλο μέρος της θεσμικής ισχύος συγκεντρώνονται σε μία πόλη, εκεί συγκεντρώνεται και η δυνατότητα να ορίζεται τι θα συζητηθεί ως πανελλήνιο και τι θα μείνει «τοπικό». Η δημιουργία έξω από το κέντρο πρέπει να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για την ίδια προσοχή.
Ούτε η Καρέλλη ούτε οι άλλοι δημιουργοί «εξαφανίστηκαν» ολοκληρωτικά. Η Καρέλλη, για παράδειγμα, εξελέγη αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το γεγονός αυτό δεν ακυρώνει την κριτική στον αθηνοκεντρισμό. Την κάνει ακριβέστερη. Το ζήτημα είναι ποιος ελέγχει τις διαδρομές της προβολής, πόσο αργά φτάνει η αναγνώριση και πόσα έργα μένουν στη σκιά.
Δεν είναι η ώρα να ξύσουμε την επιφάνεια του αθηναϊκού αφηγήματος, ακόμη, και για την περίφημη Γενιά του 30. Θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου.
Η Καρυστιανού δεν αποτελεί πολιτική συνέχεια μιας λογοτεχνικής σχολής. Αναδεικνύει, όμως, την ίδια ελληνική δυσκολία: όποιος εμφανίζεται έξω από τις καθιερωμένες διαδρομές πρέπει πρώτα να αγωνιστεί για το δικαίωμα να κριθεί επί της ουσίας. Εκείνη δεν περίμενε να της παραχωρηθεί δημόσιος ρόλος. Τον διεκδίκησε μέσα από την υπόθεση των Τεμπών και την απήχηση που αυτή απέκτησε στην κοινωνία.
Αυτή είναι η δύναμή της και αυτό είναι που ενοχλεί.
Την ίδια ώρα, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ θυμίζει πόσο εύκολα μπορεί ο θόρυβος γύρω από ένα πρόσωπο να σκεπάσει τις πράξεις της εξουσίας. Το άρθρο 74 του νομοσχεδίου για τις ενισχύσεις των ετών 2018–2022 προβλέπει ότι, σε συγκεκριμένους ελέγχους επιλεξιμότητας, δεν θα λαμβάνονται υπόψη δεδομένα δασικών χαρτών. Από τη διάταξη δεν προκύπτει αυτόματη αθώωση όσων ερευνώνται. Προκύπτει, όμως, επιτακτική ανάγκη να εξηγήσει η κυβέρνηση ποιες υποθέσεις επηρεάζονται, πώς θα συνεχιστούν οι έλεγχοι και αν μπορεί να ανακτηθεί κάθε ενίσχυση που καταβλήθηκε παράνομα. Αυτές είναι απαντήσεις που οφείλονται πριν από την ψήφο, όχι ύστερα από αυτήν.
Αν μια τέτοια ρύθμιση ψηφιστεί χωρίς πειστικές απαντήσεις, η πολιτική ευθύνη δεν θα ανήκει μόνο στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Θα ανήκει σε κάθε βουλευτή που θα τη στηρίξει. Και η κοινωνία θα χρειαστεί να αναρωτηθεί γιατί ανέχεται να της προσφέρεται καθημερινά η απαξίωση της Καρυστιανού ως θέαμα, ενώ για τους ελέγχους του δημόσιου χρήματος πρέπει να παλέψει για να πάρει μια καθαρή απάντηση.
Πριν από λίγες ημέρες, η Καρυστιανού γονάτισε μπροστά στον Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη. Η εικόνα συνδέει δύο εποχές μέσα από ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό: ποιοι θεωρούν πως τους ανήκει η χώρα; Η ανεξαρτησία κατακτήθηκε. Η απαίτηση να λογοδοτούν όσοι ασκούν εξουσία δεν μπορεί να θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως, ούτε να εξαρτάται από το αν εκείνος που τη διατυπώνει έχει την έγκριση του πολιτικού και πολιτιστικού κέντρου.
Η Καρυστιανού πληρώνει την επιμονή της να μην αφήσει άλλους να ορίσουν τη λύση στο πρόβλημα που συνάντησε. Γι’ αυτό η επίθεση εναντίον της δεν αποκαλύπτει μόνο το κατεστημένο. Αποκαλύπτει και τη στάση μιας κοινωνίας που πρέπει επιτέλους να αποφασίσει αν θέλει δικαιοσύνη και λογοδοσία ή αν προτιμά να παρακολουθεί τον χλευασμό εκείνων που τις διεκδικούν.
Οι μάσκες των παρατάξεων έχουν μικρή σημασία όταν πίσω τους επαναλαμβάνεται η ίδια απαίτηση: να σωπάσει εκείνη που τόλμησε να μιλήσει χωρίς άδεια.
Υπάρχει λύση; Ναι. Μια άλλη διοικητική δομή της χώρας. Θα επανέλθουμε.
Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν αντέχει να το καταπίνει άλλο η μαύρη τρύπα. Ως εδω.



