Υπάρχει ένας τρόπος να καταλάβεις ότι μπήκε ο Σεπτέμβριος στην Ελλάδα χωρίς να χρειάζεσαι ημερολόγιο ούτε πρόγνωση καιρού, φτάνει να ανοίξεις την τηλεόραση για να διαπιστώσεις ότι Θεσσαλονίκη είναι τίγκα από Αθηναίους. Γεμάτη από πολιτικούς, τα ξενοδοχεία από δημοσιογράφους, στα μικρόφωνα δηλώσεις και τη χώρα να προσπαθεί, για ακόμη μία φορά, να κοιτάξει το μέλλον με αισιοδοξία. Είναι η εποχή της ΔΕΘ.
Στην Ελλάδα έχουμε καταφέρει να δώσουμε στον χρόνο μια ιδιαίτερη πολιτική διάσταση αφού δεν μετράμε μόνο χρόνια, μήνες και ημέρες, αλλά και σε ΔΕΘ. Τον Σεπτέμβριο κάποτε τον αποκαλούσαν «Τρυγητή», στην Θεσσαλονίκη τον αποκαλούμε πλέον «Μήνα ΔΕΘ» κατά τον οποίο η κυβέρνηση την επισκέπτεται, παρουσιάζει το σχέδιό της για την επόμενη περίοδο, ανακοινώνει μέτρα, θέτει στόχους και μιλά για το μέλλον. Οι υπήκοοι ακούν, σχολιάζουν, υπολογίζουν τι σημαίνουν οι εξαγγελίες για την τσέπη τους και, κυρίως, περιμένουν, αλλά τελικά παίρνουν τα «κουκούτσια» από τον τρύγο των εισοδημάτων τους τους προηγούμενους έντεκα μήνες.
Κάπως έτσι γεννιέται η ελληνική εκδοχή της αισιοδοξίας: να πηγαίνεις από ΔΕΘ σε ΔΕΘ ελπίζοντας. Όχι, βέβαια, πως είναι μικρό πράγμα η ελπίδα, ίσως να είναι ένα από τα ανθεκτικότερα πολιτικά προϊόντα της χώρας μας. Υπάρχει όμως μια λεπτή και κρίσιμη διαφορά μεταξύ ελπίδας και προσδοκίας, η οποία απλά ανανεώνεται επειδή η προηγούμενη δεν πρόλαβε να γίνει πραγματικότητα.
Και εδώ αρχίζει η παράξενη σχέση της ελληνικής πολιτικής με τον χρόνο, καθώς κάθε επόμενο έτος έχει περισσότερες δυνατότητες από το προηγούμενο, η επόμενη μεταρρύθμιση υπόσχεται να λύσει τα προβλήματα της προηγούμενης και κάθε νέα εξαγγελία παρουσιάζεται ως ένα ακόμη βήμα προς μια Ελλάδα λίγο πιο πέρα από τον ορίζοντα. Μια Ελλάδα πλουσιότερη, αποτελεσματικότερη, «ψηφιακότερη», λειτουργικότερη, με καλύτερους μισθούς, καλύτερες υπηρεσίες, λιγότερη γραφειοκρατία και περισσότερες ευκαιρίες. Το «θα» είναι πάντοτε ευκολότερο από το «γέγονε».
Μόνο που ο υπήκοος δεν ζει στον ορίζοντα, αλλά στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο, στο σούπερ Μάρκετ, στη δουλειά του, στο σχολείο, στο νοσοκομείο, στη δημόσια υπηρεσία που χρειάζεται να επισκεφθεί. Η καθημερινότητα δεν περιμένει το επόμενο κυβερνητικό σχέδιο, ούτε γνωρίζει από μακροπρόθεσμους ορίζοντες. Έχει έναν πολύ πιο πεζό τρόπο να μετρά την πρόοδο, όπως πόσο κοστίζει η ζωή, πόσο γρήγορα εξυπηρετείται, πόσο εύκολα βρίσκει γιατρό, πόσο λειτουργεί το κράτος, πόσα χρήματα μένουν στην τσέπη στο τέλος του μήνα.
Ίσως, εκεί βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία κάθε κυβέρνησης. Όχι στο πόσο πειστικά μπορεί να περιγράψει το αύριο, αλλά στο πόσο αισθητά μπορεί να βελτιώσει το σήμερα.
Δεν είναι, βέβαια, η ΔΕΘ από μόνη της το πρόβλημα. Μια κυβέρνηση δικαιούται να παρουσιάζει πολιτικές προτεραιότητες, να ανακοινώνει μέτρα και να εξηγεί στους πολίτες πού θέλει να οδηγήσει τη χώρα. Μια κοινωνία, άλλωστε, χρειάζεται σχέδιο και προοπτική. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική επικοινωνία γίνεται υποκατάστατο της πολιτικής εφαρμογής· όταν η εξαγγελία αποκτά μεγαλύτερη πολιτική αξία από το αποτέλεσμα και το χρονοδιάγραμμα αντιμετωπίζεται περίπου ως ολοκλήρωση.
Τότε ο πολιτικός κύκλος γίνεται επαναλαμβανόμενος: εξαγγελία, προσδοκία, εφαρμογή, καθυστέρηση ή απογοήτευση και, λίγο αργότερα, νέα εξαγγελία. Όσα δεν έγιναν ξαναμπαίνουν στην ατζέντα, όσα καθυστέρησαν αποκτούν νέο χρονοδιάγραμμα, όσα δεν απέδωσαν όσο αναμενόταν επανασχεδιάζονται και, κάπως έτσι, η επόμενη ΔΕΘ γίνεται η φυσική συνέχεια της προηγούμενης.
Η ελληνική πολιτική έχει, με άλλα λόγια, αναπτύξει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μετατρέπει το μέλλον σε πολιτικό κεφάλαιο. Το σήμερα μπορεί να είναι δύσκολο, αλλά το αύριο είναι πάντοτε καλύτερο. Και το αύριο έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: δεν μπορεί να διαψεύσει κανέναν σήμερα.
Γι’ αυτό και το «του χρόνου» έχει αποκτήσει στη χώρα μας σχεδόν θεσμικό χαρακτήρα. Του χρόνου θα ολοκληρωθεί. Του χρόνου θα λειτουργήσει. Του χρόνου θα φανεί. Του χρόνου θα αποδώσει. Του χρόνου θα είμαστε καλύτερα. Κι όταν έρθει ο επόμενος χρόνος, υπάρχει πάντα ένας επόμενος ορίζοντας, ένα νέο σχέδιο, μια νέα αφετηρία και, φυσικά, ένας νέος Σεπτέμβριος.
Μόνο που ο χρόνος έχει ένα ελάττωμα, περνάει, και κάποια στιγμή ο υπήκοος αρχίζει να αξιολογεί τις κυβερνήσεις όχι βάσει των υποσχέσεών τους, αλλά βάσει των όσων έχουν ήδη ξεχάσει ότι του υποσχέθηκαν. Ίσως γι’ αυτό έχουμε γίνει τόσο καλοί στο να περιμένουμε. Περιμένουμε τη μεταρρύθμιση που θα εκσυγχρονίσει το κράτος, την αλλαγή που θα κάνει τη δημόσια διοίκηση αποτελεσματικότερη, την πολιτική που θα συγκρατήσει το κόστος ζωής, την επένδυση που θα δημιουργήσει καλύτερες δουλειές, την επόμενη χρονιά που θα είναι, επιτέλους, η χρονιά που θα φανούν όλα. Και όταν φτάνει ο Σεπτέμβριος, ξανασυναντιόμαστε στη ΔΕΘ για να μάθουμε τι έρχεται μετά.
Αυτό είναι το παράδοξο της ελληνικής πολιτικής αισιοδοξίας. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πιστεύουμε πως όλα πηγαίνουν καλά, αλλά ότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως μπορούν να γίνουν καλύτερα. Και αυτή η πίστη δεν είναι αμελητέα. Μια κοινωνία χωρίς προσδοκία δεν έχει ιδιαίτερο λόγο να κοιτάζει μπροστά. Όμως, η αισιοδοξία παύει να είναι δύναμη όταν μετατρέπεται σε μόνιμη αναμονή.
Γιατί υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην υπομονή και στην αναβολή. Η πρώτη περιμένει ένα αποτέλεσμα που βρίσκεται σε πορεία υλοποίησης, ενώ η δεύτερη απλώς μετακινεί συνεχώς το αποτέλεσμα λίγο πιο πέρα. Γι’ αυτό ίσως έχει έρθει η ώρα να αλλάξει το ερώτημα της επόμενης ΔΕΘ. Όχι μόνο «τι καινούργιο θα ανακοινωθεί;», αλλά, κυρίως, «τι από όσα ανακοινώθηκαν πέρυσι έγινε πραγματικότητα;». Και ακόμη περισσότερο: «Τι άλλαξε μετρήσιμα στη ζωή του πολίτη;»
Πόσες από τις περσινές δεσμεύσεις υλοποιήθηκαν; Πόσες καθυστέρησαν; Πόσες άλλαξαν; Πόσες εγκαταλείφθηκαν; Και πόσες, τελικά, έγιναν αισθητές στην καθημερινότητα;
Εκεί τελειώνει η επικοινωνία και αρχίζει η διακυβέρνηση. Εκεί οι εξαγγελίες συναντούν τα αποτελέσματα, οι στόχοι συναντούν τους αριθμούς και οι υποσχέσεις συναντούν την πραγματικότητα. Εκεί κρίνεται, τελικά, αν μια κυβέρνηση κατάφερε να κάνει κάτι περισσότερο από το να περιγράψει πειστικά την Ελλάδα του αύριο. Και κάπου εκεί ο υπήκοος αποκτά υπόσταση πολίτη.
Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται από το πόσες φορές θα πούμε ότι «έρχεται η αλλαγή», αλλά από το αν, όταν έρθει η επόμενη ΔΕΘ, θα έχουμε λιγότερους λόγους να περιμένουμε την μεθεπόμενη. Μέχρι τότε, υπάρχει πάντα ο Σεπτέμβριος, η επόμενη ΔΕΘ και μια νέα δόση αισιοδοξίας. Γιατί στην Ελλάδα, τελικά, αισιοδοξία είναι να πηγαίνεις από ΔΕΘ σε ΔΕΘ ελπίζοντας, ενώ πρόοδος είναι όταν καταφέρει να μη το χρειάζεται.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έδειξε στον Κινέζο ομόλογό του τα κατασκευαστικά έργα στον Λευκό Οίκο και παρέθεσε πολυτελές δείπνο με διευθύνοντες συμβούλους εταιρειών τεχνολογίας. Η σύνοδος, όμως, σημείωσε μικρή πρόοδο σε βασικά ζητήματα, όπως οι εμπορικές εντάσεις και η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης.
Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε με κόκκινο χαλί τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στην αεροπορική βάση Άντριους το βράδυ της Τετάρτης, έκανε μια σπάνια διπλωματική χειρονομία. Κάτι τέτοιο έχει συμβεί ελάχιστες φορές στην ιστορία των ΗΠΑ.
Συνήθως, ο Αμερικανός πρόεδρος υποδέχεται τους ξένους ηγέτες στον Λευκό Οίκο. Η υποδοχή του Σι στην αεροπορική βάση δείχνει πόση σημασία αποδίδει ο Τραμπ στην προσωπική του σχέση με τον ισχυρότερο ηγέτη της Κίνας εδώ και μία γενιά.
Μετά από 90 λεπτά διμερών συνομιλιών στο Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ πέρασε το απόγευμα της Πέμπτης δείχνοντας στον «καλό του φίλο» Σι διάφορα έργα στον Λευκό Οίκο. Ανάμεσά τους ήταν το ελικοδρόμιο που είχε ολοκληρωθεί λίγες ημέρες νωρίτερα στον νότιο κήπο. Στη συνέχεια, προσκάλεσε τον Σι στο προεδρικό ελικόπτερο Marine One για μια σύντομη περιήγηση.
Ο τελευταίος πρόεδρος των ΗΠΑ που υποδέχθηκε ηγέτη ξένης χώρας στην Αεροπορική Βάση Άντριους ήταν ο Τζον Φ. Κένεντι, το 1962. Φωτογραφία: Alex Brandon/AP Photo/dpa/picture alliance
Η «προσωπική διπλωματία» του Τραμπ
Ο Τραμπ είπε κατόπιν στους δημοσιογράφους ότι «είχαμε μια εξαιρετική συνάντηση», προσθέτοντας ότι στον Σι «αρέσει ο καλός γρανίτης».
Η έμφαση στην εικόνα συνεχίστηκε στο λαμπερό επίσημο δείπνο το βράδυ της Πέμπτης. Εκεί ο Τραμπ είπε ότι ο ίδιος και ο πρόεδρος Σι «ποτέ δεν τα πήγαιναν καλύτερα» και εξήρε την οικοδόμηση μιας «σχέσης που προάγει την ευημερία και την ασφάλεια για τις επόμενες γενιές».
Από τη συμπεριφορά του Σι, πάντως, δεν είναι σαφές αν συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του Τραμπ για την προσωπική διπλωματία. Όταν ο Τραμπ έφτασε στο Πεκίνο για μια σύνοδο τον Μάιο, ο Σι έστειλε να τον υποδεχθεί τον αντιπρόεδρο Χαν Τζενγκ.
«Η “εξατομικευμένη διπλωματία” του Τραμπ είναι μια μονόπλευρη κατασκευή, που υπάρχει κυρίως στο μυαλό του. Μπορεί να πιστεύει ότι η προσωπική του σχέση με τον Σι είναι ο καθοριστικός παράγοντας στις σινοαμερικανικές σχέσεις, αλλά υπάρχουν ελάχιστα έως καθόλου στοιχεία που να στηρίζουν αυτόν τον ισχυρισμό», δήλωσε ο Αουρέλιο Ινσίζα, ανώτερος αναλυτής του Ινστιτούτου Mercator για τις Κινεζικές Σπουδές (MERICS), με έδρα το Βερολίνο.
Η Πενγκ Λιγιουάν, Πρώτη Κυρία της Κίνας, και η Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Μελάνια Τραμπ, επισκέφθηκαν την Πέμπτη το Εθνικό Μουσείο Ασιατικής Τέχνης του Σμιθσόνιαν. Φωτογραφία: Finn Gomez/AP Photo/Getty Images/picture alliance
Η σύντομη επίσκεψη του Σι στις ΗΠΑ, η πρώτη του εδώ και δέκα χρόνια, είχε πολλή επισημότητα αλλά σχετικά λίγο ουσιαστικό περιεχόμενο.
Μέχρι το πρωί της Παρασκευής, η περισσότερη κάλυψη της συνόδου είχε επικεντρωθεί στο μενού του δείπνου και στη λίστα των προσκεκλημένων από τον χώρο της τεχνολογίας. Δεν είχαν ανακοινωθεί συγκεκριμένα αποτελέσματα για δύσκολα ζητήματα, όπως οι εμπορικές συμφωνίες ή η συνεργασία στην τεχνητή νοημοσύνη. Υπήρχε ακόμη περιθώριο για ανακοινώσεις πριν από την αναχώρηση του Σι από την Ουάσινγκτον αργότερα την Παρασκευή, μετά την επίσκεψή του στα Εθνικά Αρχεία μαζί με τον Τραμπ.
«Η σύνοδος έστειλε πράγματι μήνυμα προσωρινής ύφεσης, ακόμη κι αν τα συγκεκριμένα αποτελέσματα σε ζητήματα όπως η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης και οι εμπορικές εντάσεις παρέμειναν περιορισμένα. Για να λάβει οποιαδήποτε από τις δύο κυβερνήσεις μέτρα που θα διέλυαν αυτή την εκεχειρία, πιθανότατα θα χρειαζόταν έγκριση στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, δηλαδή από τους δύο προέδρους», είπε στην DW ο Ντόμινικ Τσίου, ανώτερος αναλυτής για την Κίνα και τη Βορειοανατολική Ασία στην εταιρεία συμβούλων πολιτικού κινδύνου Eurasia Group.
«Γι’ αυτό έχει σημασία και η εικόνα της συνόδου. Συναντώμενοι δημόσια και δίνοντας έμφαση στη σταθερότητα, οι δύο ηγέτες αύξησαν το πολιτικό κόστος ενεργειών που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν γρήγορα τη σχέση τους», πρόσθεσε.
Παρατείνεται η εμπορική εκεχειρία — ερωτήματα για τις σπάνιες γαίες
Το πιο επείγον ζήτημα παραμένει η διαχείριση του εμπορικού πολέμου που πυροδότησαν οι δασμοί του Τραμπ τον Απρίλιο του 2025. Κάποια στιγμή οι δασμοί ήταν τόσο υψηλοί ώστε ισοδυναμούσαν ουσιαστικά με εμπάργκο στα κινεζικά προϊόντα.
Την Τετάρτη, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι η εμπορική εκεχειρία, που επρόκειτο να λήξει τον Νοέμβριο, θα παραταθεί έως τον Ιανουάριο «για να έχουμε περισσότερο χρόνο να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε στο οικονομικό μέτωπο». Η παράταση αναμενόταν ευρέως πριν από τη σύνοδο.
Η εκεχειρία βασίζεται στη «συμφωνία του Μπουσάν», στην οποία κατέληξαν ο Τραμπ και ο Σι κατά τη συνάντησή τους στη Νότια Κορέα τον περασμένο Οκτώβριο. Τότε ο Τραμπ υπαναχώρησε από την επιβολή πρόσθετων δασμών, με αντάλλαγμα να χαλαρώσει ο Σι τους ελέγχους στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Οι ύλες αυτές είναι κρίσιμες για την κατασκευή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, όπως τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα.
Η αξιοποίηση της δεσπόζουσας θέσης της Κίνας στις σπάνιες γαίες ως απάντηση στους δασμούς του Τραμπ αποτέλεσε σημαντική νίκη για τον Σι.
Οι Financial Times ανέφεραν νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι οι ΗΠΑ «πιστεύουν πως η Κίνα δεν έχει τηρήσει πλήρως τη δέσμευσή της για αδιάλειπτο εφοδιασμό». Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι αποστολές σπάνιων γαιών από την Κίνα προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν πρόσφατα, εντείνοντας τις ανησυχίες ότι το Πεκίνο θα μπορούσε να περιορίσει ξανά την προσφορά.
Την Πέμπτη ο Τραμπ μίλησε αόριστα για «πρόοδο» στους δασμούς και στο εμπόριο. Μέχρι το πρωί της Παρασκευής, ωστόσο, δεν είχε αναφερθεί καμία συγκεκριμένη συμφωνία για κλάδους ή προϊόντα. Ούτε είχαν επιβεβαιωθεί οι προ της συνόδου αναφορές για αναμενόμενες αμοιβαίες μειώσεις δασμών ύψους 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η Μέλανι Χαρτ, διευθύντρια του Global China Hub στο Atlantic Council, είχε γράψει σε ενημερωτικό σημείωμα νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι η ανακοίνωση για μείωση των δασμών αναμενόταν τόσο πολύ, ώστε, αν τελικά δεν γινόταν, «θα σήμαινε ότι κάτι πήγε πάρα πολύ στραβά».
Σύμφωνα με τον Τσίου της Eurasia Group, η εμπορική εκεχειρία «δίνει χρόνο και στις δύο χώρες να προωθήσουν τη στρατηγική αποσύνδεσή τους σε τομείς ευαίσθητους για την εθνική ασφάλεια, όπως οι τεχνολογίες αιχμής και οι σπάνιες γαίες».
«Ωστόσο, καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι πιθανό να αποσυνδεθεί αρκετά μέσα στα επόμενα χρόνια ώστε να εξαλειφθεί η οικονομική ζημιά που θα μπορούσε να προκαλέσει η μία στην άλλη αξιοποιώντας την εξάρτηση στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Αυτά τα αμοιβαία σημεία πίεσης θα πρέπει, με τη σειρά τους, να ενισχύσουν τα κίνητρα για μια σχετικά σταθερή και ελεγχόμενη σχέση τα επόμενα χρόνια», πρόσθεσε.
Συμφωνίες και διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται μέσω του αμερικανοκινεζικού «Συμβουλίου Εμπορίου», που ανακοινώθηκε τον Μάιο. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ έχει δηλώσει ότι το συμβούλιο λειτουργεί ήδη. Στις αρχικές λίστες πιθανών προϊόντων περιλαμβάνονται αμερικανικά αγροτικά προϊόντα, καθώς και κινεζικό υγροποιημένο φυσικό αέριο και προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας.
Η Κίνα επιδιώκει επίσης μεγαλύτερη πρόσβαση σε προηγμένα τσιπ αμερικανικών εταιρειών, τα οποία χρειάζεται για την ανάπτυξη των πλέον εξελιγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.
Άλυτο παραμένει και το ζήτημα των αμερικανικών δευτερογενών κυρώσεων κατά όσων χρηματοδοτούν το Ιράν, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλάβουν κινεζικές τράπεζες. Ο Τραμπ έχει επίσης απορρίψει αναφορές ότι η Κίνα παρείχε στο Ιράν πληροφορίες για τον εντοπισμό στόχων.
«Τα θεμέλια αυτής της εμπορικής εκεχειρίας είναι εύθραυστα και πιθανότατα δεν θα αντέξουν μετά το τέλος της δεύτερης προεδρίας Τραμπ», δήλωσε στην DW ο Ινσίζα του MERICS.
«Το Πεκίνο δεν πρόκειται να αλλάξει ριζικά τη βιομηχανική και εμπορική πολιτική του για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της Ουάσινγκτον. Και οι μελλοντικές κυβερνήσεις των ΗΠΑ, ακόμη και οι Ρεπουμπλικανικές, πιθανότατα θα αποκλίνουν από την προσέγγιση του Τραμπ απέναντι στην Κίνα.»
Λόγια, αλλά όχι πράξεις, για την τεχνητή νοημοσύνη
Μετά τις πρόσφατες προειδοποιήσεις εργαστηρίων τεχνητής νοημοσύνης για ζητήματα ασφάλειας, η ρύθμιση της τεχνολογίας και ο τεχνολογικός ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας βρέθηκαν στο επίκεντρο πριν από τη σύνοδο. Οι προσδοκίες για ουσιαστική συνεργασία, όμως, παραμένουν χαμηλές.
Την Κυριακή ανακοινώθηκε ένας αμερικανοκινεζικός «διάλογος» για την τεχνητή νοημοσύνη, μετά τη συνάντηση των Μπέσεντ και Γκριρ με τον αντιπρόεδρο της κινεζικής κυβέρνησης Χε Λιφένγκ. Στα θέματα περιλαμβανόταν και η πιθανή δημιουργία διαύλου επικοινωνίας για περιόδους κρίσης. Δεν είναι σαφές πότε θα συναντηθεί ξανά η ομάδα· μια πιθανή ευκαιρία είναι η σύνοδος του APEC τον Νοέμβριο.
Ο Τραμπ αντιμετωπίζει την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ως αγώνα στον οποίο ο νικητής τα παίρνει όλα. Έχει επίσης μειώσει τα κίνητρα της Κίνας να επιβραδύνει τη δική της ανάπτυξη στον τομέα, καθώς έχει χαρακτηρίσει «απάτη» τις προειδοποιήσεις των εργαστηρίων για την ασφάλεια.
Τη δημιουργία παράλληλων πλαισίων ρύθμισης στις ΗΠΑ και στην Κίνα δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο η έλλειψη εμπιστοσύνης και διαφάνειας: είναι αδύνατο να επαληθευτεί αν η μία πλευρά τηρεί τους κανόνες που έχουν συμφωνηθεί. Σύμφωνα με την αναλύτρια του MERICS Αντόνια Χμαΐντι, οι δύο πλευρές έχουν επίσης διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει «ρύθμιση».
Το αίτημα του Σι για την Ταϊβάν
Σχεδόν κάθε σύνοδος Τραμπ–Σι επισκιάζεται από φόβους ότι ο Αμερικανός πρόεδρος, που συνηθίζει να αντιμετωπίζει τη διπλωματία ως διαπραγμάτευση ανταλλαγμάτων, θα προσφέρει στο Πεκίνο την αμερικανική στήριξη προς την αυτοδιοικούμενη δημοκρατία της Ταϊβάν ως αντάλλαγμα για κάποια συμφωνία.
Τις ανησυχίες αυτές ενέτεινε η καθυστέρηση, από τον Τραμπ, ενός αμερικανικού πακέτου εξοπλισμών ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων (12,2 δισεκατομμυρίων ευρώ) για την Ταϊβάν, το οποίο είχε εγκρίνει το Κογκρέσο τον Ιανουάριο. Μετά τη σύνοδο του Μαΐου, ο Τραμπ χαρακτήρισε το πακέτο «καλό διαπραγματευτικό χαρτί».
«Η [εμπορική] εκεχειρία ωφελεί την Κίνα στον βαθμό που περιορίζει αμερικανικές ενέργειες τις οποίες το Πεκίνο θεωρεί επιζήμιες για τα εθνικά του συμφέροντα. Θα περίμενα επίσης καθυστερήσεις στο πακέτο πώλησης όπλων προς την Ταϊβάν, λόγω της ανάγκης να διατηρηθεί η εκεχειρία», είπε ο Τσίου.
Το Πεκίνο θεωρεί την Ταϊβάν κινεζικό έδαφος και έχει δεσμευτεί να καταστείλει κάθε απόπειρα «ανεξαρτησίας».
Παρά τους φόβους αυτούς, οι ΗΠΑ υπό τον Τραμπ δεν έχουν αλλάξει μέχρι στιγμής τη διατύπωση της θέσης τους για την Ταϊβάν. Διατηρούν τη στάση της «στρατηγικής αμφισημίας»: παρέχουν αμυντική στήριξη, χωρίς να παίρνουν επισήμως θέση για την κυριαρχία της Ταϊβάν.
Έτσι δημιουργείται μια λεπτή διπλωματική ισορροπία, στην οποία οι λέξεις έχουν μεγάλη σημασία.
Κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι ο Σι είπε στον Τραμπ πως ελπίζει οι ΗΠΑ να «τηρήσουν την ορθή θέση της αντίθεσης στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν». Αν ο Τραμπ αποδεχόταν τη διατύπωση περί «αντίθεσης», αυτό θα αποτελούσε σημαντική απόκλιση από την υφιστάμενη, πιο παθητική θέση ότι οι ΗΠΑ «δεν υποστηρίζουν» την ανεξαρτησία.
Ο αυθόρμητος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ο Τραμπ έχει προκαλέσει ανησυχίες ότι μια απρόσεκτη φράση του θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αλλαγή θέσης. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής.
«Πάγωμα» της αντιπαλότητας ΗΠΑ–Κίνας
Διοργανώνοντας διαδοχικές συνόδους με θετικές, έστω και επιφανειακές, εικόνες, το Πεκίνο διατηρεί αυτό που οι Κινέζοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής άρχισαν πρόσφατα να αποκαλούν «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα» στον πολυμέτωπο ανταγωνισμό του με τις ΗΠΑ.
«Η βαθύτερη αντιπαλότητα θα συνεχιστεί, πιθανότατα μέσω προσεκτικά υπολογισμένων μέτρων που θα αποθαρρύνουν τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας αιχμής να επενδύουν στην Κίνα, ενώ παράλληλα θα εξακολουθούν να περιορίζουν τις κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ», είπε ο Τσίου.
Διευθύνοντες σύμβουλοι εταιρειών τεχνολογίας, μεταξύ των οποίων ο Ίλον Μασκ (δεύτερος από αριστερά), συναντήθηκαν με τους ηγέτες των ΗΠΑ και της Κίνας για επίσημο δείπνο στον Λευκό Οίκο την Πέμπτη. Φωτογραφία: Alex Brandon/AP Photo/picture alliance
Στο δείπνο του Λευκού Οίκου την Πέμπτη, ο Σι επανέλαβε θέσεις παρόμοιες με εκείνες που είχε εκφράσει στο επίσημο δείπνο του Μαΐου στο Πεκίνο.
«Ο πρόεδρος Τραμπ έχει δεσμευτεί να κάνει ξανά μεγάλη την Αμερική […] Η Κίνα επιδιώκει τη μεγάλη εθνική αναζωογόνησή της […] Οι δύο αυτοί στόχοι είναι φιλόδοξοι και ασφαλώς μπορούν να ενισχύσουν ο ένας τον άλλον», είπε ο Σι.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική του Σι, που προσαρμόζεται στη γλώσσα του Τραμπ, βρίσκεται η εκτίμηση του Πεκίνου ότι η διεθνής τάξη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ φθίνει — αυτό που αποκαλεί «μεγάλες αλλαγές που δεν έχουμε δει εδώ και έναν αιώνα». Ενώ ο Τραμπ επικεντρώνεται στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ τον Νοέμβριο, ο Σι αποβλέπει στην εξασφάλιση ακόμη πέντε ετών στην ηγεσία, κατά το Εθνικό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας τον επόμενο χρόνο.
«Η σύνοδος αποτελεί ένδειξη ότι η σημερινή πορεία των διμερών σχέσεων εξακολουθεί να ευνοεί την Κίνα», δήλωσε ο αναλυτής του MERICS Ινσίζα.
«Η Κίνα έχει τελειοποιήσει το “εγχειρίδιό” της για την αντιμετώπιση του Τραμπ μετά την επιστροφή του στην εξουσία και τη διαμάχη για τους δασμούς που προκάλεσε η ανακοίνωσή του για την “Ημέρα Απελευθέρωσης” τον Απρίλιο του 2025», είπε.
«Προς το παρόν, το Πεκίνο έχει βρει τρόπο να κρατά την κυβέρνηση Τραμπ σε διάλογο, αποφεύγοντας ταυτόχρονα συγκεκριμένα βήματα στα πιο πιεστικά ζητήματα: τη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης, τις εμπορικές σχέσεις και τους ελέγχους στις εξαγωγές», πρόσθεσε.
Η επόμενη συνάντηση των δύο ηγετών αναμένεται στο περιθώριο της συνόδου του APEC τον Νοέμβριο, στη Σεντζέν της Κίνας. Τα ζητήματα αυτά πιθανότατα θα παραμένουν όλα ανοιχτά — και ο Σι μπορεί να περιμένει.
Από τη συντακτική ομάδα του TMZ — Δημοσιεύθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2026, στις 3:01 μ.μ. (ώρα Ειρηνικού)
Η πρέσβειρα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ έχει εμφανιστεί αρκετές φορές μαζί με τον Χρήστο Μαραφάτσο. Η παρουσία του σε επίσημες συναντήσεις έχει προκαλέσει ερωτήματα.
Ο Χρήστος, τον οποίο ο Τραμπ είχε κάποτε αποκαλέσει «ωραίο άντρα», δεν κατέχει αιρετό ή διορισμένο αξίωμα. Είναι, όμως, αμειβόμενος λομπίστας, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Το ζήτημα είναι ότι, ως πρέσβειρα στην Ελλάδα, η Γκίλφοϊλ φέρεται να έχει ενθαρρύνει κυβερνήσεις άλλων χωρών να συνάψουν συμφωνίες φυσικού αερίου με την εταιρεία Aktor.
Και ποιος είναι εγγεγραμμένος ως λομπίστας του ομίλου και έχει λάβει αμοιβές ύψους 160.000 δολαρίων; Ο Χρήστος Μαραφάτσος, σύμφωνα με την Wall Street Journal.
Εκτός από τη συμμετοχή του σε αρκετές συναντήσεις με την Γκίλφοϊλ σε διάφορες χώρες, ο Μαραφάτσος φέρεται επίσης να τη μετέφερε στη Βουλγαρία με ιδιωτικό αεροσκάφος.
Η Aktor, η οποία εξασφάλισε συμφωνία ύψους 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων με την Αλβανία, δήλωσε στην Wall Street Journal ότι «η Γκίλφοϊλ δεν προώθησε με αθέμιτο τρόπο τα εμπορικά συμφέροντα της Aktor».
Στο μεταξύ, οι δικηγόροι της Γκίλφοϊλ, του Μαραφάτσου και της Aktor αρνούνται ότι υπήρξε οποιαδήποτε παράτυπη ενέργεια.
Στο επίκεντρο ενός πυκνού επιστημονικού και φιλοσοφικού διαλόγου που διεξήχθη στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων, υπό την αιγίδα της Εταιρείας Κρητικών Σπουδών – Ιδρύματος Καψωμένου και της Περιφέρειας Κρήτης, αναμετρήθηκαν δύο θεμελιωδώς διαφορετικές αντιλήψεις για την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών, τη συγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας και τη φύση της δημοκρατίας.
Με αφετηρία τη στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Η ελληνική πολιτισμική ταυτότητα στην τροχιά του 21ου αιώνα», ο ομότιμος καθηγητής και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου, Γιώργος Κοντογιώργης, ανέπτυξε το θεωρητικό οικοδόμημα της «κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας», προτείνοντας μια ριζική επανεξέταση της σχέσης κράτους και κοινωνίας.
Η ανάλυσή του, η οποία αποδομεί το κυρίαρχο δυτικό αφήγημα της νεωτερικότητας και επαναπροσδιορίζει τον ιστορικό ρόλο του ελληνικού κόσμου ως πρωτοπορίας της καθολικής ελευθερίας, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του καθηγητή Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργου Μαργαρίτη, ανοίγοντας ένα ευρύ μέτωπο αντιπαράθεσης γύρω από τα όρια της ιστορικής συνέχειας και τις υλικές προϋποθέσεις των πολιτικών θεσμών.
Το ιστορικό σκηνικό στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων και το διακύβευμα του 21ου αιώνα
Η αίθουσα εκδηλώσεων του Πνευματικού Κέντρου Χανίων αποτέλεσε το βήμα μιας συζήτησης με έντονο θεωρητικό και πολιτικό ενδιαφέρον. Σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκοσμιοποίηση, η τεχνολογική επιτάχυνση και οι γεωπολιτικοί αναδασμοί πιέζουν τις παραδοσιακές δομές του κράτους-έθνους, το ερώτημα της πολιτισμικής συνοχής και των μορφών σύγχρονης ηγεμονίας αναδύεται με πρωτόγνωρη οξύτητα.
Παρουσιάζοντας τον κεντρικό εισηγητή, το προεδρείο της εκδήλωσης υπογράμμισε ότι η παρέμβαση του κ. Κοντογιώργη δεν εστιάζει σε μια συγκυριακή καταγραφή της πολιτικής επικαιρότητας, αλλά επιχειρεί να θεμελιώσει μια εναλλακτική μεθοδολογική προσέγγιση: την «κοσμοσυστημική γνωσιολογία». Στόχος της είναι η ερμηνεία της ιστορικής τροχιάς της ανθρωπότητας πέρα από τους συνήθεις κοινωνικοοικονομικούς αναγωγισμούς, φωτίζοντας τον τρόπο με τον οποίο η πολιτισμική ταυτότητα μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο απέναντι στην οικονομική και πολιτική κυριαρχία των κυρίαρχων κέντρων ισχύος, διερευνώντας παράλληλα τη δυνατότητα μετάβασης από τον κυρίαρχο ατομοκεντρισμό σε έναν ουσιαστικό κοινωνιοκεντρισμό.
Λαμβάνοντας τον λόγο, ο Γιώργος Κοντογιώργης έθεσε άμεσα το μεθοδολογικό του πλαίσιο, απορρίπτοντας τη στενή, συγχρονική θεώρηση των φαινομένων:
«Εάν θέλουμε να κατανοήσουμε το σήμερα, πρέπει όχι να το δούμε με γνώμονα το σήμερα και τέλος το σήμερα, αλλά με την εγκατάστασή του στο σύνολο της κοσμοϊστορίας. Αυτό σημαίνει ότι ένα από τα θεμελιώδη ζητήματα που έχει κανείς να αντιμετωπίσει είναι να αποκωδικοποιήσει, πέραν των κοινωνικο-οικονομικών και άλλων φαινομένων, αυτό που συγκροτεί την έννοια της ταυτότητας».
Σύμφωνα με τον ομιλητή, η αποκωδικοποίηση αυτή οδηγεί αναπόδραστα στο ιστορικό ιδίωμα του ελληνικού κόσμου, το οποίο ταυτίζεται με την ανάδειξη της ελευθερίας και την εξελικτική της διαδρομή μέσα στον κοσμοχρόνο.
Επικαλούμενος τη διατύπωση του ιστορικού Νίκου Σβορώνου για τον «αντιστασιακό χαρακτήρα των Ελλήνων», ο κ. Κοντογιώργης υποστήριξε ότι η συλλογική ταυτότητα του ελληνισμού δεν συνιστά απλώς μια μουσειακή παρακαταθήκη, αλλά μια εξελικτική πρόταση προόδου που υπερβαίνει τα όρια της σύγχρονης αντίληψης και προοιωνίζεται τις μελλοντικές αναγκαιότητες της ανθρωπότητας.
Η ανατομία της συλλογικής ταυτότητας: Από την «εθνότητα» της δεσποτείας στο «έθνος» της ελευθερίας
Για να αποσαφηνίσει τη λειτουργία του ταυτοτικού φαινομένου, ο πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου διέκρινε τρία διαδοχικά επίπεδα ανάγνωσης της συλλογικής ταυτότητας.
Το πρώτο επίπεδο συνιστά η πολιτισμική ταυτότητα υπό στενή έννοια, η οποία συγκροτεί τη συνείδηση του «συνανήκειν» σε μια διακριτή πολιτισμική κοινότητα. Η συλλογικότητα αυτή, στην καθαρή της μορφή, ορίζεται ως εθνότητα. Κατά τον κ. Κοντογιώργη, η εθνότητα αποτελεί ένα διαρκές φαινόμενο στην παγκόσμια ιστορία, καθώς διαμορφώνεται πάνω σε σταθερά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, όπως η κοινή γλώσσα, η θρησκεία, οι κληρονομημένες παραστάσεις, οι νοοτροπίες και ο ιδιαίτερος τρόπος ζωής.
Η ποιοτική μεταβολή συντελείται στο δεύτερο επίπεδο, όπου στα παραπάνω στοιχεία προστίθεται το αίτημα της ελευθερίας:
«Το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης της συλλογικής ταυτότητας είναι εκείνο στο οποίο προστίθεται εκτός από τα παραπάνω στοιχεία και η ελευθερία. Τότε στην ελευθερία επιμετράται το αίτημα η πολιτισμική συλλογικότητα να αποκτήσει δική της πολιτική φωνή, χειραφέτηση ή αλλιώς δικό της κράτος».
Εδώ εδράζεται η θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα στην απλή συλλογικότητα της εθνότητας και στην πολιτική συγκρότηση του έθνους:
Η εθνότητα στις δεσποτικές και φεουδαλικές δομές: Στις κοινωνίες αυτές, το άτομο δεν απολαμβάνει προσωπική ελευθερία και κατά συνέπεια εκφράζεται πολιτικά αποκλειστικά μέσω του ηγεμόνα του. Όπως επεσήμανε χαρακτηριστικά ο ομιλητής, εάν κάποιος ρωτούσε έναν δουλοπάροικο του δυτικού Μεσαίωνα πού ανήκει, εκείνος θα υπέδειχνε τον φεουδάρχη του, ελλείψει αυτόνομης πολιτικής υπόστασης.
Το έθνος ως ανθρωποκεντρική κατάκτηση: Αντίθετα, το άτομο που έχει συγκροτηθεί ως ελεύθερη οντότητα στο πεδίο της προσωπικής του ζωής στοχάζεται την ένταξή του στο σύνολο όχι μέσω της υποταγής σε έναν κυρίαρχο, αλλά με μήτρα την ελευθερία. Ο σύγχρονος Γάλλος, Ιταλός ή Έλληνας προσδιορίζει ως σημείο αναφοράς την εθνική του κοινότητα και όχι το πρόσωπο του πρωθυπουργού ή του προέδρου του.
Συνεπώς, το έθνος, σε πλήρη αντίθεση με την εθνότητα, αποτελεί ένα μη διαρκές φαινόμενο στην ιστορία, καθώς γεννάται μόνο ως συνακόλουθο του «ανθρωποκεντρισμού» — των κοινωνιών δηλαδή που θεμελιώνονται στην ελευθερία, σε αντιδιαστολή προς τις φεουδαλικές ή δεσποτικές τάξεις πραγμάτων.
Κατά την ιστορική εκτίμηση του κ. Κοντογιώργη, η εθνική ταυτότητα πρωτοεμφανίζεται ιστορικά στους Έλληνες, ακριβώς επειδή εκείνοι συγκρότησαν για πρώτη φορά κοινωνίες ελεύθερων πολιτών.
Επικαλούμενος τα υπομνήματα του Ιωάννη Καποδίστρια προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις στις αρχές του 19ου αιώνα, υπενθύμισε τη διαπίστωση του πρώτου Κυβερνήτη ότι ο ελληνισμός συγκροτούσε αδιάπτωτα έθνος, σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά κράτη της εποχής, και για τον λόγο αυτόν εδικαιούτο πλήρους πολιτικής ελευθερίας.
Μετά την πτώση της Ρώμης και την είσοδο της Δύσης στον μακρύ Μεσαίωνα, ο ελληνικός κόσμος παρέμεινε η μοναδική πολιτισμική οντότητα που διατήρησε αδιάλειπτα την εθνική της διάσταση, λειτουργώντας ως ένας διαρκής πολιτισμός της ελευθερίας.
Η θεσμική ευθύνη του έθνους: Το «έθνος του κράτους» απέναντι στο «έθνος της κοινωνίας»
Το τρίτο επίπεδο ανάγνωσης της συλλογικής ταυτότητας αγγίζει, κατά τον κ. Κοντογιώργη, τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής εξουσίας: το ζήτημα του «ευθύνειν» του έθνους. Ποιος αποφασίζει για το περιεχόμενο, τον προσανατολισμό και τη μοίρα της κοινωνικής συλλογικότητας;
Στο ερώτημα αυτό, η δυτική νεωτερικότητα διακινεί, σύμφωνα με τον εισηγητή, μια μονοσήμαντη και δογματική απάντηση: την αποκλειστική ευθύνη του έθνους την έχει το κράτος και ο φορέας της εκτελεστικής εξουσίας, είτε πρόκειται για εκλεγμένο πρόεδρο και πρωθυπουργό είτε για μονάρχη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνία τελεί «υπό δικαστική αντίληψη», αποστερημένη από θεσμική βούληση. Όταν δε αποπειράται να αντιλέξει στις κρατικές αποφάσεις, αντιμετωπίζεται υποτιμητικά ως «τυραννική», «αυθάδης» ή ως «ετερόκλητος όχλος».
Ο κ. Κοντογιώργης εντόπισε στη δυτική πολιτική θεωρία ένα βαθύ αξιακό αξίωμα:
«Τι υφέρπει στο δόγμα αυτό; Ότι το ατομικό ευρίσκεται σε αντιμαχία με το συλλογικό, καθώς αυτό το συλλογικό αποτελεί εξίσου μεγάλο κίνδυνο για την ατομική ελευθερία όσο και η απολυταρχία ή ο ολοκληρωτισμός. Τούτο σημαίνει ότι είναι φύσει αδύνατο το ατομικό να συγκροτήσει το συλλογικό χωρίς να καταλύσει την ελευθερία του ατομικού — να το καθυποτάξει δηλαδή στη δεσποτεία του. Με άλλα λόγια, εάν το πολιτικό σύστημα που νομοθετεί και κυβερνάει το ενσαρκώσει η κοινωνία αντί του κράτους […] θα υποβάλει τα μέλη της στο καθεστώς της δουλείας ή της ολοκληρωτικής καταπίεσης. Ο δήμος, η θέσμιση δηλαδή της κοινωνίας ως πολιτικού θεσμού, εξισώνεται με τον Χίτλερ ή τον Λουδοβίκο».
Αυτή η συλλογιστική γραμμή, η οποία διατρέχει τη δυτική σκέψη από τον Μοντεσκιέ, τον Καντ και τον Χέγκελ μέχρι και τον Μαρξ, παρακάμπτει μια ουσιώδη θεσμική πραγματικότητα: στη δημοκρατία δεν υφίσταται υποκείμενο κυριαρχίας. Σε μια δημοκρατική πολιτεία, ο δήμος κατέχει την καθολική πολιτική αρμοδιότητα, καταργώντας τη διάκριση μεταξύ ενός κυρίαρχου κράτους και μιας κοινωνίας-ιδιώτη, όπως συμβαίνει στην «εκλόγιμη μοναρχία» των σύγχρονων κοινοβουλευτικών καθεστώτων.
Η γενεαλογία των κλιμάκων: Γιατί η νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται «προσολώνια»
Η ανάλυση του κ. Κοντογιώργη επεκτάθηκε σε μια συνολική αναθεώρηση της θέσης της νεωτερικότητας στην παγκόσμια ιστορία. Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι το δυτικό παράδειγμα αποτελεί έναν ανώτερο, πρωτόγνωρο πολιτισμό, υποστήριξε ότι η νεωτερικότητα αντιστοιχεί δομικά στην πρώιμη, προσολώνια φάση του αρχαιοελληνικού ανθρωποκεντρισμού, καθώς υπολείπεται της κλασικής, της οικουμενικής και της βυζαντινής περιόδου.
Η διαφορά κλίμακας —το γεγονός ότι η νεωτερικότητα αναπτύχθηκε στο πεδίο της μεγάλης κλίμακας του κράτους-έθνους με ισχυρή τεχνολογική βάση, ενώ ο ελληνικός κόσμος οργανώθηκε αρχικά στη μικρή κλίμακα της πόλης— δεν αναιρεί την ποιοτική υστέρηση των θεσμών της. Κατά τον ομιλητή, η Δύση θεμελίωσε το αξίωμα ότι η ατομική ελευθερία είναι ασύμβατη με την πολιτική ελευθερία, επιλέγοντας να περιχαρακώσει τον πολίτη στην ιδιωτεία και να εκχωρήσει τη συλλογική βούληση στο κράτος-ηγεμόνα.
Στον αντίποδα, ο ελληνικός κόσμος απέδειξε ότι η εξέλιξη της ελευθερίας είναι σωρευτική: η ατομική ελευθερία συμπληρώνεται από την κοινωνική και ολοκληρώνεται στην πολιτική ελευθερία, όπου το άτομο μετέχει άμεσα στη διαμόρφωση της συλλογικότητας χωρίς να αλλοτριώνει την αυτονομία του.
Επιπλέον, διασαφήνισε τα δομικά χαρακτηριστικά του ελληνικού παραδείγματος:
Κοσμοσυστημική συγκρότηση: Ο ελληνισμός δεν συγκροτήθηκε ιστορικά ως ένα ενιαίο, συγκεντρωτικό έθνος-κράτος, αλλά ως ένα πολυπολικό κοσμοσύστημα πόλεων-κρατών, ενωμένων μέσω κοινής πολιτισμικής και εθνικής συνείδησης, ιερών και πανελλήνιων αγώνων, όπου η ελευθερία του έθνους ταυτιζόταν, κατά τον Πολύβιο, με την ελευθερία των επιμέρους πόλεων.
Η μετάβαση στην Οικουμένη και την Κοσμόπολη: Στη μετακρατοκεντρική φάση (από τον Αλέξανδρο και τους ελληνιστικούς χρόνους έως το Βυζάντιο), η ελληνική ταυτότητα μετεξελίχθηκε θεσμικά στην «Κοσμόπολη». Πρόκειται για μια συμπολιτειακή τάξη υπό την ηγεσία της μητρόπολης-βασιλεύουσας πόλης, όπου οι επιμέρους πόλεις διατήρησαν το δημοκρατικό τους καθεστώς, ενώ η κεντρική εξουσία ασκούσε αρμοδιότητες έννομης επιστασίας.
Η Κοσμόπολη, όπως υπογράμμισε ο κ. Κοντογιώργης, υπήρξε η κορυφαία θεσμική κατάκτηση του ελληνικού πολιτισμού —σαφώς διακριτή από την απολυταρχία ή τη θεοκρατία με τις οποίες συχνά συγχέεται από νεωτερικούς στοχαστές— και διατήρησε ζωντανή τη δημοκρατική αρχή των αυτόνομων κοινοτήτων ακόμη και κατά τους σκοτεινούς αιώνες της Οθωμανοκρατίας.
Η εκκλησία του δήμου, η γλώσσα και το «βαυαρικό εμφύτευμα» του 1832
Εμβαθύνοντας στην ιστορική διάσταση της κοσμοσυστημικής του θεώρησης, ο Γιώργος Κοντογιώργης επιχείρησε να αποδομήσει δύο κεντρικά στερεότυπα της νεωτερικής ιστοριογραφίας: τον τρόπο πρόσληψης του χριστιανισμού και την προέλευση των θεσμών του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Για τον ομιλητή, η επικράτηση της νέας θρησκείας στην ανατολική Μεσόγειο δεν αποτέλεσε μια θεοκρατική οπισθοδρόμηση, αλλά τη μετεξέλιξη της αρχαιοελληνικής πολιτειακής εμπειρίας σε οικουμενικό επίπεδο.
Όπως υποστήριξε, ο χριστιανισμός συγκροτήθηκε ιστορικά ως η ελληνική εκδοχή του θρησκεύεσθαι, αποσπώμενος ριζικά από τη δεσποτική μήτρα της ιουδαϊκής παράδοσης:
«Ο χριστιανισμός είναι η ελληνική εκδοχή του θρησκεύεσθαι. Μία θρησκεία που οικοδόμησε εξαρχής ο ελληνισμός και, σε αντίθεση με την ιουδαϊκή θρησκεία, γνωσιολογικά με τη φιλοσοφία της θεολογίας, θεσμικά στη βάση της εκκλησίας του δήμου των πιστών και θεμέλια κοινωνία την πόλη, και ως τρόπο θρησκεύεσθαι τον ελληνικό ιστορικό τρόπο. […] Δεν είναι ίσως γνωστό ότι το Βυζάντιο υπήρξε ο γεννήτορας της νεωτερικότητας και όχι η κλασική αρχαιότητα. Από αυτό μετακενώθηκαν στη Δύση οι προϋποθέσεις της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού».
Κατά τον κ. Κοντογιώργη, η ζωντανή αυτή παράδοση αποτυπώθηκε ανάγλυφα στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, η οποία εμπλουτίστηκε εννοιολογικά ακριβώς επειδή ο ελληνικός κόσμος κλήθηκε να ονομάσει πρωτογενώς τα θεσμικά και πολιτειακά του δημιουργήματα — από τη δημοκρατία και την κοσμόπολη έως το θέατρο και τη φιλοσοφία. Αντίθετα, η σύγχρονη λεξιλογική και νοηματική συρρίκνωση που παρατηρείται στην ελληνική κοινωνία ερμηνεύτηκε ως άμεσο σύμπτωμα πολιτισμικής οπισθοδρόμησης, αποτέλεσμα της πρόσδεσης της χώρας στο δυτικό δεσποτικό πρότυπο.
Η κρισιμότερη καμπή αυτής της έκπτωσης εντοπίστηκε στην εγκαθίδρυση της μοναρχίας του Όθωνα το 1832. Ο ομιλητής χαρακτήρισε το νεοσύστατο ελλαδικό κράτος ως ένα «αεθνικό, απολυταρχικό εμφύτευμα», σχεδιασμένο από τις προστάτιδες δυνάμεις για να εξυπηρετήσει γεωπολιτικές σκοπιμότητες και να αποτρέψει την ανασύσταση του μείζονος ελληνισμού στη βάση των ιστορικών του παραδόσεων:
«Η εμφύτευση της δεσποτικής απολυταρχίας στη μήτρα του ελληνισμού έφερε μια ασύμμετρη ρήξη με τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού. […] Ο ελληνικός κόσμος δεν περιήλθε ποτέ στον Μεσαίωνα. Δεν έγινε ποτέ φεουδαρχία ή απολυταρχία. Παρέμεινε ακόμη και στην Τουρκοκρατία ανθρωποκεντρικός. Επομένως, το επιχείρημα ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα οφείλονται στο ότι δεν πέρασε από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό δεν ευσταθεί, διότι η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός αντιπροσωπεύουν στάδια εξόδου της Δύσης από τη φεουδαρχία».
Σύμφωνα με τον κ. Κοντογιώργη, το βαυαρικό καθεστώς εκθεμελίωσε το ιστορικό υπόβαθρο της αυτοκυβέρνησης, αντικαθιστώντας τις τοπικές κοινότητες με έναν συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό μηχανισμό.
Παράλληλα, διαμόρφωσε μια μεταπρατική άρχουσα τάξη, η οποία εσωτερίκευσε μια αποικιακού τύπου ενοχή απέναντι στο παρελθόν της και μετέτρεψε την κοινωνία σε παθητικό θεατή των κρατικών αποφάσεων.
Η παρέμβαση από το ακροατήριο: Πατερναλισμός, κρατισμός και η απαίτηση πολιτικής οντότητας
Η ολοκλήρωση της εισήγησης του Γιώργου Κοντογιώργη άνοιξε τον κύκλο των παρεμβάσεων από το κοινό, μεταφέροντας τον προβληματισμό από το πεδίο της ιστορικής αναδρομής στις άμεσες αγωνίες του παρόντος. Τον λόγο έλαβε ο παριστάμενος φιλόλογος και πολιτικός επιστήμονας κ. Θεοδωράκης, ο οποίος, απευθυνόμενος στον πρώην καθηγητή του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έθεσε το ζήτημα της πρακτικής αξιοποίησης της πολιτισμικής ταυτότητας μέσα στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον.
Ο ερωτών παρατήρησε ότι το ισχύον θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έντονο κρατισμό, πατερναλιστικές δομές και μια βαθιά πολιτισμική κρίση, στοιχεία που λειτουργούν ανασταλτικά για την αυτενέργεια των πολιτών:
«Για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στην ελληνική πολιτισμική ταυτότητα και να την αξιοποιήσουμε, μήπως θα έπρεπε να αποκτήσουμε μεγαλύτερη πολιτική οντότητα; Αναφέρομαι κυρίως στο αν πρέπει να είμαστε πιο ενεργοί πολίτες, να συμμετέχουμε περισσότερο στα κοινά και ταυτόχρονα να έχουμε μεγαλύτερη πολιτική ευθύνη, διότι το όλο πλαίσιο το οποίο διαμορφώνεται σήμερα δεν είναι τόσο βοηθητικό. Επομένως, μήπως μια αφύπνιση της πολιτικής μας συνείδησης θα οδηγήσει αποφασιστικά στο να μπορέσουμε να υπηρετήσουμε αυτό που λέγεται αξιοποίηση της ελληνικής πολιτικής ταυτότητας;».
Επικαλούμενος το πρόσφατο συγγραφικό έργο του κ. Κοντογιώργη σχετικά με την «εκλόγιμη μοναρχία», ο κ. Θεοδωράκης ζήτησε να αποσαφηνιστεί ο ρόλος που οφείλει να διαδραματίσει ο πολίτης απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα το οποίο μονοπωλεί τη λήψη των αποφάσεων και απονευρώνει τη λαϊκή βούληση.
Η απάντηση Κοντογιώργη: Ο πολίτης ως εταίρος και η κατάργηση των κοινών
Απαντώντας στο ερώτημα, ο Γιώργος Κοντογιώργης απέρριψε τη συμβατική αντίληψη περί πολιτικής συμμετοχής, διαχωρίζοντας κατηγορηματικά την εργαλειακή κινητοποίηση των πολιτών από τη θεσμική τους κατοχύρωση ως κυρίαρχων συντελεστών της πολιτείας.
Κατά τον ομιλητή, η νεωτερικότητα εγκλωβίζει τον πολίτη στον ρόλο της «μάζας» που καλείται περιοδικά να επικυρώσει προειλημμένες αποφάσεις ή να συμμετάσχει σε κομματικά καθοδηγούμενες διαδηλώσεις. Αντίθετα, η αυθεντική δημοκρατική αρχή απαιτεί τη μετάβαση στον «πολίτη-εταίρο»:
«Όταν ήρθε ο Όθωνας, οι Βαυαροί στην Ελλάδα, όπως και οι μαυροκορδατικοί της περιόδου της Επανάστασης, αυτό που διεκδικούσαν ήταν η κατάργηση της θεσμικής συμμετοχής — όχι της συμμετοχής μέσω πρόσκλησης κομμάτων ή αυτοκλήτως σε διαδηλώσεις, αλλά της εταιρικής συμμετοχής, ως θεσμός μέσα στην πολιτεία. Το πρώτο που αξίωσαν ήταν να καταργηθεί η θέσμιση της κοινωνίας. […] Όταν έρχεται ο Όθωνας, καταργεί τα κοινά με ένα διάταγμα που λέει αιτιολογικά: δεν είναι νοητό αυτός ο αγράμματος, ο ιδιοτελής λαός να θέλει να ασκεί την πολιτική διοίκηση της χώρας».
Ο κ. Κοντογιώργης υπενθύμισε ότι κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, οι αποκαλούμενοι «συνταγματικοί» που πολέμησαν τον Καποδίστρια επικαλούνταν το βρετανικό πρότυπο, σε μια εποχή όπου μόλις το 7% του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού στη Βρετανία διέθετε δικαίωμα ψήφου. Στηλιτεύοντας τη σημερινή απαξίωση της κοινωνίας από το πολιτικό προσωπικό, επανέφερε την αριστοτελική διάκριση για το κοινό συμφέρον:
«Τι λέει ο δύστυχος ο Αριστοτέλης, που ζει τη δημοκρατία και έχει μελετήσει όλα τα πολιτεύματα; Αυτός που εκφράζει πιο ολοκληρωμένα και πιο παραδειγματικά το κοινό συμφέρον —προσέξτε, όχι το γενικό, αλλά το κοινό συμφέρον— είναι η κοινωνία. Ούτε ο ένας, ούτε οι ολίγοι. […] Άρα λοιπόν, σήμερα, όταν μιλάμε για συμμετοχή, πρέπει να διακρίνουμε τη συμμετοχή ως μάζα που μας καλούν να χειροκροτήσουμε ή να διαδηλώσουμε, από τη συμμετοχή ως εταίροι, συμμέτοχοι της πολιτείας».
Το κεντρικό πρόταγμα, κατέληξε, δεν είναι η καθημερινή παρουσία στους δρόμους υπό την καθοδήγηση κομματικών μηχανισμών, αλλά η ριζική μεταρρύθμιση του πολιτεύματος ώστε η κοινωνία να καταστεί θεσμικός εντολέας, επεκτείνοντας τη δημοκρατική αρχή τόσο στη νομοθετική εξουσία όσο και στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος.
Ο αντίλογος του ιστορικού: Ο Γιώργος Μαργαρίτης και ο «τρόμος της διαχρονικότητας»
Η θεωρητική κατασκευή του Γιώργου Κοντογιώργη περί αδιάπτωτης συνέχειας του δημοκρατικού ανθρωποκεντρισμού προκάλεσε την άμεση και σφοδρή αντίδραση του καθηγητή Ιστορίας του ΑΠΘ, Γιώργου Μαργαρίτη, ο οποίος ζήτησε τον λόγο για να διατυπώσει μια σειρά θεμελιωδών μεθοδολογικών και ιστορικών ενστάσεων.
Τοποθετούμενος από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού, ο κ. Μαργαρίτης εξέφρασε την κατηγορηματική του άρνηση απέναντι σε υπεριστορικές αναγωγές, υποστηρίζοντας ότι η επίκληση αναλλοίωτων σχημάτων ακυρώνει την ίδια την επιστήμη της Ιστορίας:
«Θέλω απλά να καταθέσω μερικές ενστάσεις, οι οποίες σχετίζονται με την ιδιότητά μου ως ιστορικού και, κατ’ επέκταση, με το γεγονός ότι μου προκαλεί τρόμο η λέξη “διαχρονικότητα”. Διότι η διαχρονικότητα καταργεί την ιστορία, άρα καταργεί κι εμένα, άρα καταργεί πάρα πολλά πράγματα. Ο κόσμος αλλάζει, τα πράγματα αλλάζουν και δεν είναι ίδια».
Για να καταδείξει το αγεφύρωτο χάσμα που χωρίζει τις ιστορικές εποχές, ο κ. Μαργαρίτης επέλεξε ως πρώτο παράδειγμα τη ριζική μεταβολή της σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον και την εκρηκτική δημογραφική εξέλιξη του πλανήτη:
Η δημογραφική και οικολογική μετατόπιση: Όπως ανέφερε, σε παλαιότερες ιστορικές περιόδους ο παγκόσμιος πληθυσμός δεν ξεπερνούσε τα 200 εκατομμύρια, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 3% έως 5% της συνολικής βιομάζας των θηλαστικών στη Γη.
Η σημερινή πραγματικότητα: Στον 21ο αιώνα, η ανθρωπότητα αγγίζει τα 9 δισεκατομμύρια και οδεύει ταχέως προς τα 13 δισεκατομμύρια. Το ανθρώπινο είδος αποτελεί πλέον περίπου το 25% του συνολικού βάρους των θηλαστικών, ενώ ένα επιπλέον 50% έως 60% αντιστοιχεί στα εκτρεφόμενα ζώα που συντηρούνται αποκλειστικά για τη διατροφή του.
Η μεταβολή αυτή, τόνισε ο ιστορικός, καθιστά τη σύγχρονη κοινωνία απολύτως εξαρτημένη από την τεχνική και τη βιομηχανική παραγωγή:
«Έχει αλλάξει τελείως ο κόσμος αυτή τη στιγμή. Έτσι και πάθει ένα κακό η χημική βιομηχανία, θα γίνει η μεγαλύτερη γενοκτονία που έχουμε δει ποτέ. Θα πεθάνουμε από την πείνα πάρα πολύ απλά, διότι με τεχνικούς τρόπους διατηρείται η διατροφή μας. Λοιπόν, αυτό είναι το ένα: ότι ο κόσμος αλλάζει και οι σκέψεις μας πρέπει να αλλάζουν μαζί του. Να είναι πρακτικές, να βλέπουμε την πραγματικότητα».
Υπό αυτό το πρίσμα, ο κ. Μαργαρίτης υποστήριξε ότι κάθε απόπειρα σύγκρισης της αρχαίας πόλης με τη σύγχρονη δημοκρατία αποτελεί ένα μεθοδολογικό σφάλμα ολκής, καθώς εξισώνει κοινωνίες με εντελώς ανόμοιους υλικούς όρους παραγωγής, διαφορετική κλίμακα και ασύμβατες κοινωνικές αντιθέσεις.
Η απομυθοποίηση της αρχαίας πόλης και η υπεροχή του ρωμαϊκού δικαίου
Συνεχίζοντας την κριτική του παρέμβαση, ο καθηγητής Γιώργος Μαργαρίτης εστίασε στην αποδόμηση αυτού που θεώρησε ως έναν εξιδανικευμένο αναχρονισμό: την προβολή της αθηναϊκής δημοκρατίας ως οικουμενικού και διαχρονικού προτύπου για τον σύγχρονο κόσμο. Μεθοδολογικά, υπογράμμισε ότι οι πολιτικοί θεσμοί δεν αιωρούνται στο κενό των ιδεών, αλλά συναρτώνται άρρηκτα με τον εκάστοτε τρόπο παραγωγής και τις υλικές σχέσεις ιδιοκτησίας.
Στη βάση αυτή, ο κ. Μαργαρίτης χαρακτήρισε την κλασική πόλη-κράτος ως ένα ιστορικά περιορισμένο και εγγενώς αντιφατικό μόρφωμα:
«Η Αρχαία Πόλη είχε μια μορφή δημοκρατίας, η οποία δεν έχει τίποτα το κοινό και δεν θα μπορούσε να έχει με τη σημερινή δημοκρατία. Πάρα πολύ απλά, γιατί βασίζεται σε έναν τρόπο παραγωγής πολύ συγκεκριμένο —τη μικρή αγροτική ιδιοκτησία— και ιστορικά, αν θέλετε, είναι ένα εξαιρετικά βραχύβιο φαινόμενο στην ιστορία. Κράτησε πολύ λίγες δεκαετίες και κατέρρευσε κάτω από το βάρος των εσωτερικών της αντιθέσεων. Δεν χρειάστηκε καν εισβολή. Η σημερινή δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει με αυτά τα πρότυπα για λόγους μεγεθών. Κατ’ επέκταση, είναι ολότελα λάθος η σύγκριση με την αρχαία δημοκρατία».
Κατά την ιστορική εκτίμηση του κ. Μαργαρίτη, η πραγματική θεσμική τομή που σφράγισε την πορεία του δυτικού πολιτισμού δεν προήλθε από την Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., αλλά από τη Ρώμη. Ενώ η κλασική Αθήνα υπήρξε αναμφισβήτητα πιο ανεπτυγμένη και ισχυρή πόλη από τη σύγχρονή της πρώιμη Ρώμη, ήταν τελικά το ρωμαϊκό οικοδόμημα εκείνο που κατόρθωσε να επιβληθεί και να διαμορφώσει τις νομικές δομές της νεωτερικότητας.
Παράλληλα, ο ιστορικός δεν δίστασε να αναδείξει τον βαθύτατα αποκλειστικό και ταξικό χαρακτήρα της αθηναϊκής πολιτείας, συνδέοντας τα κριτήρια της αρχαίας ιθαγένειας με σύγχρονες μορφές φυλετικού διαχωρισμού:
«Η μεγάλη επανάσταση του αρχαίου κόσμου —η οποία πιθανόν να μη μας αρέσει, αλλά έτσι είναι— υπήρξε το ρωμαϊκό δίκαιο. […] Η εποχή μας έχει σφραγιστεί από το ρωμαϊκό δίκαιο πολύ περισσότερο από τον αρχαίο ελληνικό κλασικό πολιτισμό. Ο ναζισμός, στην αρχική του διακήρυξη το 1920, αναγγέλλει την κατάργηση του ρωμαϊκού δικαίου. Αντίθετα, παίζει πάρα πολύ με την κλασική ελληνική αρχαιότητα, γιατί μοιράζεται με αυτήν ένα πρόβλημα: τον ρατσισμό. Η αθηναϊκή δημοκρατία μπορεί να είναι κλασική, αλλά πρέπει να είναι και οι δύο γονείς σου Αθηναίοι για να είσαι πολίτης. Αν δεν είσαι, είσαι παρακατιανός, δευτερεύων. Ο πλουσιότερος άνθρωπος της Αθήνας τον 4ο αιώνα, ο τραπεζίτης Πασίων, δεν έχει κανένα πολιτικό δικαίωμα γιατί είναι δούλος. Έχει το λαμπρότερο σπίτι, αλλά είναι δούλος· δεν μπορεί να μιλάει».
Αυτή η θεσμοποιημένη ανισότητα, κατέληξε ο κ. Μαργαρίτης, αποδεικνύει ότι η αρχαία πόλη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα υπεριστορικό καταφύγιο καθολικής ελευθερίας, αλλά ως μια σκληρή ταξική κοινωνία που στηρίχθηκε στον δομικό αποκλεισμό της συντριπτικής πλειονότητας των κατοίκων της.
Η κατάρρευση των βυζαντινών κοινοτήτων, η έλευση της Ούμα και το τραύμα του 1922
Διευρύνοντας την ιστορική του κριτική στη μεσαιωνική και νεότερη εποχή, ο Γιώργος Μαργαρίτης αμφισβήτησε ευθέως την εικόνα ενός αδιατάρακτου βυζαντινού κοινοτισμού. Όπως εξήγησε, η ισχύς της κεντρικής διοίκησης και ο στρατολογικός μηχανισμός της αυτοκρατορίας βασίστηκαν αρχικά στα υπολείμματα των αρχαίων αγροτικών κοινοτήτων. Ωστόσο, η σταδιακή επικράτηση των φεουδαλικών σχέσεων παραγωγής και η ενίσχυση της γαιοκτητικής αριστοκρατίας (των «δυνατών») οδήγησαν στην αποσάρθρωση αυτών των ελεύθερων κοινοτήτων, με αποκορύφωμα την περίοδο της δυναστείας των Κομνηνών.
Η κατάρρευση αυτή, υποστήριξε ο ιστορικός, δημιούργησε ένα τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό κενό στην Ανατολή, το οποίο διευκόλυνε την ταχύτατη εξάπλωση του Ισλάμ:
«Το αποτέλεσμα είναι το τεράστιο κενό, το οποίο καταλαμβάνει το Ισλάμ και κυριαρχεί. Γιατί; Διότι το Ισλάμ προσφέρει ένα υποκατάστατο αυτών των κοινοτήτων. Προσφέρει την πολιτική έννοια της “Ούμα” —της αδελφότητας, θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε— η οποία, αν θέλετε, έχει και την πολιτική αποτελεσματικότητα ενός μαζικού αντιστασιακού κινήματος, όπως το ΕΑΜ, απέναντι στη δυτική αποικιοποίηση τα επόμενα χρόνια. […] Και αν θέλετε, το Ισλάμ βοήθησε πολύ περισσότερο να διασωθεί η κλασική ελληνική παράδοση απ’ ό,τι το ίδιο το Βυζάντιο».
Περνώντας στον 19ο και 20ό αιώνα, ο κ. Μαργαρίτης απέρριψε την αντίληψη μιας αρμονικής σύμπτωσης μεταξύ του ελληνικού έθνους και του ελλαδικού κράτους. Υπενθύμισε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα υπήρχε μια διαρκής αντίφαση: οι Έλληνες εκτός των συνόρων ήταν σαφώς πολυπληθέστεροι, λειτουργώντας ως οργανικά και δομικά στοιχεία πολυεθνικών αυτοκρατοριών (της Οθωμανικής, της Αυστροουγγρικής, της Ρωσικής). Ο ευρύτερος αυτός ελληνισμός κατέρρευσε οριστικά μόνον όταν διαλύθηκαν οι ίδιες οι αυτοκρατορίες στον απόηχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Καταλήγοντας στην τοποθέτησή του, ο ιστορικός συνέδεσε την πνευματική αναγέννηση του Μεσοπολέμου με το βίαιο τραύμα του ξεριζωμού:
«Μιλάμε για τον ελληνισμό σαν να ήταν ενιαίος. Τον 19ο αιώνα ο ελληνισμός αντιμάχεται την Ελλάδα και η Ελλάδα αντιμάχεται τον ελληνισμό, γιατί οι Έλληνες είναι σαφώς περισσότεροι έξω από τα σύνορα παρά μέσα σε αυτά. Και ο ελληνισμός εκτός συνόρων χάνεται όταν χάνονται οι αυτοκρατορίες. Γιατί ο Μεσοπόλεμος είναι τόσο παραγωγικός πνευματικά; Γιατί οι Έλληνες αναζητούν έναν καινούργιο εαυτό. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνισμού, Έλληνες και Ελλάδα γίνονται το ίδιο και το αυτό πράγμα μετά το 1924 και την ολοκλήρωση της ανταλλαγής των πληθυσμών. Αυτό το πρόβλημα ταυτότητας παράγει τη μεγάλη πνευματική κίνηση της Γενιάς του ’30 και οδηγεί στην τρομερή δεκαετία του 1940-1950. Ας ασχοληθούμε, λοιπόν, λίγο και με την πραγματική ιστορία».
Η ανταπάντηση Κοντογιώργη: Το «μερικό» της νεωτερικότητας έναντι του «καθολικού» της επιστήμης
Η αντίδραση του Γιώργου Κοντογιώργη στις ενστάσεις του συναδέλφου του υπήρξε άμεση και μεθοδολογικά αδιάλλακτη. Λαμβάνοντας εκ νέου τον λόγο, υποστήριξε ότι η κριτική του κ. Μαργαρίτη αναπαράγει πιστά την κυρίαρχη νεωτερική ιστοριογραφία, η οποία πάσχει από ένα δομικό επιστημολογικό έλλειμμα: εγκλωβίζεται στη μελέτη του «μερικού» και αδυνατεί να συλλάβει τη συνολική νομοτέλεια του κοινωνικού φαινομένου.
«Αγαπητέ Γιώργο, υπάρχει μία ανισότητα στη δυνατότητά μου να απαντήσω, στο ότι έδωσες μία αντίληψη της ιστορίας και της ερμηνείας των γεγονότων η οποία είναι η κλασική και καθιερωμένη που κυριαρχεί παντού στη σημερινή πραγματικότητα. Τι κάνει αυτή; Προσεγγίζει την ιστορία με βάση το μερικό. Το μερικό δεν μπορεί να δώσει επιστήμη του καθολικού. Και έτσι, ούτε τον εαυτό της θα κατανοήσει η νεωτερικότητα, ούτε την ιστορία. Υπάρχει μια τεράστια τομή μεταξύ του ελληνικού κόσμου και της νεωτερικότητας, που έγκειται στην κλίμακα: από την πόλη στο κράτος-έθνος, από τη μικρή στη μεγάλη κλίμακα. Αυτή χρειάζεται μία ερμηνεία που να συνδυάζεται με τη βιολογία του κοινωνικού φαινομένου».
Απαντώντας σημείο προς σημείο στα επιχειρήματα Μαργαρίτη, ο πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου προχώρησε σε καίριες διευκρινίσεις:
Αρχαιότητα, ναζισμός και δημοκρατία: Απέρριψε κατηγορηματικά τον συσχετισμό της αρχαίας πόλης με τον ρατσιστικό ολοκληρωτισμό, τονίζοντας ότι ο ναζισμός οικειοποιήθηκε επιλεκτικά την αισθητική και τη μορφολογία της κλασικής αρχαιότητας, αλλά πολέμησε με λύσσα τη δημοκρατική της ουσία. “Ο ναζισμός επικαλέστηκε την αρχαιότητα αλλά όχι τη Δημοκρατία”, είπε χαρακτηριστικά.
Η διαρκής αρχή της δημοκρατίας: Αντέκρουσε τον ισχυρισμό ότι η δημοκρατία υπήρξε ένα βραχύβιο επεισόδιο λίγων δεκαετιών που έσβησε με το τέλος της κλασικής Αθήνας. Επικαλέστηκε το εκτενές ερευνητικό του έργο του 1982 —ένα πόνημα 700 σελίδων βασισμένο σε πρωτογενείς πηγές— για τα κοινά της Τουρκοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι η δημοκρατική συγκρότηση στη βάση της τοπικής αυτοδιοίκησης επιβίωσε αδιάπτωτα επί αιώνες, ακόμη και υπό τις πιο σκληρές συνθήκες δουλείας.
Η κατάργηση της δουλείας και η οικονομική δημοκρατία: Υπογράμμισε ότι στη μακρά ιστορική της εξέλιξη, η δημοκρατία των πόλεων κατάφερε να υπερβεί τον θεσμό της δουλείας. Κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο, η δημοκρατική αρχή δεν περιορίστηκε στο πολιτικό πεδίο, αλλά εφαρμόστηκε και στο οικονομικό σύστημα μέσω της εταιρικής οργάνωσης της εργασίας.
Η απομυθοποίηση της Ρώμης: Χαρακτήρισε το ρωμαϊκό δίκαιο ως μια ολιγαρχική μεταγραφή του προγενέστερου ελληνιστικού δικαίου. Η Ρώμη κατέρρευσε εσωτερικά έπειτα από μόλις τέσσερις αιώνες κυριαρχίας ακριβώς επειδή δεν διέθετε το εξελικτικό ανθρωποκεντρικό βάθος του ελληνικού κόσμου, παραδίδοντας τη σκυτάλη της οικουμενικής συνέχειας στην Κωνσταντινούπολη.
Στρέφοντας τα βέλη του κατά της μαρξιστικής θεώρησης των κοινωνικών αγώνων, ο κ. Κοντογιώργης κατέληξε σε μια καίρια πολιτειολογική διάκριση:
«Όσες φορές επεχείρησε η ταξική πάλη να δημιουργήσει τους όρους της κυριαρχίας της κοινωνίας της εργασίας, απέτυχε. Γιατί πέτυχε η δημοκρατία; Διότι όποιος κατέχει την πολιτεία —με τους όρους της αυθεντικής πολιτειακής τυπολογίας και όχι της σημερινής εκλόγιμης μοναρχίας— αποφασίζει και για την αναδιανομή του οικονομικού προϊόντος. Αυτό είναι που αρνείται η νεωτερικότητα: αισθάνεται αποτροπιασμό και απέχθεια στην ιδέα ότι η κοινωνία θα θεσμιστεί πολιτικά και θα πάρει την πολιτεία από το κράτος για να την κάνει δική της».
Η μάχη των χειρογράφων και το πρόταγμα του μέλλοντος
Το τελικό μέρος της αντιπαράθεσης μεταφέρθηκε στο πεδίο της διάσωσης και μεταλαμπάδευσης της κλασικής γραμματείας, με τον Γιώργο Κοντογιώργη να αντικρούει με συγκεκριμένα ποσοτικά δεδομένα τη θέση του κ. Μαργαρίτη περί καθοριστικού ρόλου του αραβικού κόσμου στην πνευματική αφύπνιση της Ευρώπης.
Παραθέτοντας τα στοιχεία της ιστορικής καταγραφής των χειρογράφων, ο ομιλητής παρουσίασε τη στατιστική πραγματικότητα της φιλολογικής παράδοσης:
Βυζαντινή χειρόγραφη παράδοση: Περισσότερα από 8.400 σωζόμενα κλασικά ελληνικά κείμενα διασώθηκαν και παραδόθηκαν στη Δύση απευθείας στην πρωτότυπη ελληνική γραφή τους μέσα από τα βυζαντινά μοναστικά και κρατικά αρχεία.
Αραβικές μεταφράσεις: Τα κείμενα που προήλθαν από τον αραβικό κόσμο στην αραβική γλώσσα ανέρχονται σε περίπου 1.300, αφορούν σχεδόν αποκλειστικά εξειδικευμένα ιατρικά και επιστημονικά έργα, ενώ τα μισά εξ αυτών διασώζονταν παράλληλα και στο πρωτότυπο από τους Βυζαντινούς.
Η πολιτισμική όσμωση που οδήγησε στην Αναγέννηση, υποστήριξε ο κ. Κοντογιώργης, υπήρξε κατά βάση υπόθεση του χριστιανικού κόσμου. Η Καθολική Εκκλησία είχε υψώσει συμπαγή δογματικά τείχη απέναντι στις ισλαμικές επιρροές, με αποτέλεσμα οι γόνιμες ανταλλαγές να διεξαχθούν με άξονα την Κωνσταντινούπολη —όπως αποδεικνύει η επαφή των Γερμανών αυτοκρατόρων της Οθωνικής περιόδου με το Βυζάντιο—, καθιστώντας τον μεσαιωνικό ελληνισμό τον αδιαμφισβήτητο τροφοδότη του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Η σύγκρουση στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων κατέστησε σαφές ότι η συζήτηση για την ελληνική ταυτότητα στον 21ο αιώνα δεν αποτελεί μια άγονη ακαδημαϊκή διένεξη γύρω από το παρελθόν. Αντιπροσωπεύει τη θεμελιώδη αναμέτρηση δύο αντίπαλων φιλοσοφικών παραδειγμάτων απέναντι στα αδιέξοδα της σύγχρονης δημοκρατίας.
Από τη μία πλευρά, ο ιστορικός υλισμός του Γιώργου Μαργαρίτη υπενθυμίζει με αυστηρότητα τα αμείλικτα όρια της δημογραφίας, της παραγωγικής βάσης και των ιστορικών ρήξεων, προειδοποιώντας ότι καμία κοινωνική συνταγή δεν μπορεί να επιβιώσει έξω από τις συγκεκριμένες υλικές της συνθήκες.
Από την άλλη πλευρά, η κοσμοσυστημική θεωρία του Γιώργου Κοντογιώργη προτάσσει την ανάγκη μιας ριζικής εννοιολογικής επανάστασης, καλώντας την κοινωνία να ανακτήσει τη μακρά ανθρωποκεντρική της παράδοση, ώστε να μεταβεί από το καθεστώς της εκλογικής ανάθεσης και της ιδιωτείας σε μια θεσμικά κατοχυρωμένη πολιτεία ελεύθερων πολιτών-εταίρων.
Στο μεταίχμιο αυτών των δύο προσεγγίσεων διακυβεύεται, τελικά, η δυνατότητα του σύγχρονου ανθρώπου να πάψει να ετεροκαθορίζεται ως παθητική μάζα και να καταστεί εκ νέου ο συνειδητός διαμορφωτής της ιστορικής του μοίρας.
Το ξέρουμε…
Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε… Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.
Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:
– Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
– Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.
Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.
Επειδή πλησιάζει πάλι χρόνος εκλογικής αναμέτρησης σκεφτόμουν ότι υπάρχουν στιγμές, που οι αριθμοί λένε πολλά περισσότερα από τις λέξεις.
Η αποχή από τις εκλογές είναι μία από αυτά. Δεν μπορώ να να δεχθώ ότι αιτία είναι απλά η αδιαφορία ή απογοήτευση από ένα κόμμα, μια κυβέρνηση ή ένα πρόσωπο. Όταν εκατομμύρια πολίτες δεν συμμετέχουν, η σιωπή τους αποκτά πολιτικό περιεχόμενο και την εκλαμβάνομαι ως μια εκκωφαντικά σιωπηλή απεργία, ένα σοβαρό μήνυμα προς το πολιτικό σύστημα, που προσποιείται τόσα χρόνια ότι δεν ακούει.
Στις εθνικές εκλογές του 2023 ψήφισε μόλις το 53,74% των εγγεγραμμένων, ενώ στις ευρωεκλογές του 2024 η συμμετοχή περιορίστηκε στο 41,39%. Σίγουρα δεν απέχουν όλοι για τον ίδιο λόγο. Όταν όμως η αποχή παίρνει τέτοιες διαστάσεις, δείχνει μια κοινωνία που απομακρύνεται από το πολιτικό σύστημα και κυρίως, ότι αμφιβάλλει, αν η συμμετοχή της μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις που την αφορούν.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ φωτίζουν αυτή την εικόνα. Το 2025 το 63% των Ελλήνων δήλωνε υψηλή ή μέτρια-υψηλή εμπιστοσύνη στις Ένοπλες Δυνάμεις, το 44% στην Αστυνομία και το 39% στα δικαστήρια, ενώ στα πολιτικά κόμματα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 15%. Παράλληλα, μόνο το 21% θεωρούσε ότι έχουν λόγο στις πολιτικές αποφάσεις.
Δεν πιστεύω ότι πρόκειται για μαζική απόρριψη των θεσμών, αλλά για την αίσθηση ότι η φωνή του πολίτη δεν φτάνει εκεί όπου λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις.
Η κρίση, επομένως, δεν αφορά μόνο την προσέλευση στην κάλπη, αλλά την πεποίθηση ότι η πολιτική διαδικασία, όπως λειτουργεί σήμερα, δεν προσφέρει στον πολίτη επαρκή και ουσιαστικά εργαλεία συνεχούς επιρροής στις αποφάσεις που τον αφορούν.
Εδώ προτείνω να θυμηθούμε κάτι που γράφτηκε πριν από σχεδόν οκτώ δεκαετίες. Τον Φεβρουάριο του 1947, ο Paul Porter, επικεφαλής της αμερικανικής οικονομικής αποστολής στην Ελλάδα, περιέγραφε σε επιστολή του προς τον W. L. Clayton μια χώρα όπου οι πολιτικοί ήταν απορροφημένοι από τον αγώνα για την εξουσία, ενώ η δημόσια διοίκηση παρουσίαζε σοβαρές αδυναμίες. Η επιστολή έχει καταγραφεί με ημερομηνία 14 Φεβρουαρίου 1947 σε μεταγενέστερες δημοσιεύσεις και μελέτες. Δεν μπορεί βέβαια να γίνει μηχανική σύγκριση της Ελλάδας του 1947 με τη σημερινή. Οι εποχές και οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Η αναφορά, όμως, θέτει το διαχρονικό ερώτημα κατά πόσο τα τελευταία τουλάχιστον ογδόντα χρόνια, έχουμε καταφέρει να μετατρέψουμε την πολιτική εξουσία από αυτοσκοπό σε αποτελεσματικό εργαλείο για τον πολίτη.
Ο πολίτης απλά ψηφίζει και στη συνέχεια απλά παρακολουθεί. Η κυβέρνηση νομοθετεί, η Βουλή ψηφίζει, η διοίκηση εφαρμόζει και η Δικαιοσύνη ελέγχει μέσα στο συνταγματικό της πλαίσιο. Η διάκριση των εξουσιών τυπικά υπάρχει. Αυτό που λείπει είναι η αίσθηση ότι ο πολίτης διαθέτει ουσιαστικά εργαλεία ελέγχου, παρέμβασης και κυρίως συμμετοχής, ανάμεσα στις εκλογές.
Παράλληλα, υπάρχει καχυποψία για την απόσταση μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, προβληματισμός για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και για τη συγκέντρωση σημαντικού μέρους των ΜΜΕ σε ισχυρούς επιχειρηματικούς κύκλους. Δεν χρειάζεται να βαφτίσουμε αυτές τις αντιλήψεις αποδεδειγμένη διαπλοκή. Όταν όμως η πολιτική, οικονομική και μιντιακή ισχύς φαίνεται να συγκεντρώνεται σε περιορισμένους κύκλους, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται.
Το πολιτικό σύστημα συχνά απαντά με υποσχέσεις, παροχές, επιδόματα, αυξήσεις και προεκλογικά «δώρα». Κάθε χρόνο η έκθεση στην Θεσσαλονίκη έχει γίνει πεδίο συναγωνισμού παροχολογίας. Όμως ο πολίτης ζητά κάτι ουσιαστικότερο. Ζητά να έχει λόγο!
Η δημόσια διαβούλευση, όπως λειτουργεί σήμερα, κινδυνεύει να γίνει ένα «ξέπλυμα» δημοκρατικής συμμετοχής. Ο πολίτης καταθέτει την άποψή του, χωρίς να γνωρίζει τι αξιοποιήθηκε, τι απορρίφθηκε και γιατί. Διαβούλευση χωρίς λογοδοσία για το αποτέλεσμά της δεν είναι ουσιαστική συμμετοχή, αλλά είναι απλά η επίφαση συμμετοχής.
Η μεγαλύτερη ανάγκη κατά την γνώμη μου βρίσκεται πλέον στην αλλαγή στη λειτουργία της Δημοκρατίας. Όχι φυσικά στην κατάργηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά στην συμπλήρωσή της με θεσμούς άμεσης συμμετοχής.
Η αρχαία Αθήνα σίγουρα δεν μπορεί να αντιγραφεί. Μπορεί όμως να μας θυμίσει ότι ο πολίτης δεν ήταν απλά ψηφοφόρος, αλλα συμμετείχε στη λήψη των αποφάσεων.
Σήμερα έχουμε την τεχνολογία και την εμπειρία για να προσαρμόσουμε αυτή την αρχή στον 21ο αιώνα. Ο κάθε ένας από μας κυκλοφορεί με έναν υπερυπολογιστή στη τσέπη του, έχει τη δυνατότητα να ψηφίζει για την αποχώρηση παίκτη από ρεαλιτυ, να συμμετέχει απευθείας σε ψηφοφορίες για αδιάφορα εμπορικά θέματα, αλλά μέχρι εκεί…
Αν όλα αυτά όντως αποτελούν αδυναμίες της σημερινής Δημοκρατίας, τότε δεν αρκεί να ζητούμε από τον πολίτη να επιστρέψει στην πολιτικη και κατά συνέπεια στην κάλπη. Πρέπει να του δώσουμε τη δυνατότητα να συμμετέχει ουσιαστικά και στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Μερικές θεσμικές παρεμβάσεις όπως τις σκέφτομαι μπορεί να είναι η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό, με σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες και θεσμικές ισορροπίες.
Επίσης η δυνατότητα λαϊκής πρωτοβουλίας, ώστε ένας μεγάλος αριθμός πολιτών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να μπορεί να υποχρεώνει τη Βουλή να συζητήσει συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση.
Δημοψηφίσματα για κρίσιμα εθνικά ζητήματα και, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, δυνατότητα ενεργοποίησής τους και από την κοινωνία.
Αντιπροσωπευτικα σώματα πολιτών, που θα επιλέγονται με κλήρωση, θα ενημερώνονται από ειδικούς διαφορετικών απόψεων και θα γνωμοδοτούν δημόσια για σημαντικά νομοσχέδια.
Πλήρης διαφάνεια της νομοθετικής επιρροής. Ποιοι συναντήθηκαν με την εκαστοτε κυβέρνηση, ποιοι κατέθεσαν προτάσεις, τι υιοθετήθηκε και γιατί. Το ίδιο πρέπει να ισχύει για την ιδιοκτησία και τη χρηματοδότηση των ΜΜΕ και για τις σχέσεις οικονομικής ισχύος με την πολιτική εξουσία. Η πλήρης διαφάνεια είναι η βάση για όλο το οικοδόμημα.
Ο στόχος δεν είναι να υποκατασταθεί η Βουλή από τον λαό, αλλά να πάψει ο λαός να είναι θεατής μέχρι την επόμενη κάλπη.
Γιατί είναι πολύ ευκολότερο να πεις στον πολίτη «θα σου δώσω» από το να του πεις «θα σου δώσω τη δυνατότητα να αποφασίζεις». Το πρώτο δημιουργεί εξάρτηση. Το δεύτερο δημιουργεί πολίτες.
Η αποχή, επομένως, είναι ερώτημα προς ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Γιατί η Δημοκρατία να χρειάζεται τη συμμετοχή του πολίτη μόνο την ημέρα των εκλογών;
Ίσως η μεγάλη μεταρρύθμιση που χρειάζεται η χώρα δεν είναι να αλλάξουμε απλώς αυτούς που κυβερνούν, αλλά τον τρόπο με τον οποίο κυβερνιέται.
Όποιος αντιληφθεί πρώτος ότι η κοινωνία δεν ζητά πλέον μόνο καλύτερη διαχείριση, αλλά περισσότερο λόγο στη Δημοκρατία, και τολμήσει να προτείνει συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές, μπορεί να ξαναχτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης με τον πολίτη.
Γιατί η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από ακόμη μία υπόσχεση. Έχει ανάγκη να της επιστραφεί ένα μέρος της πολιτικής της δύναμης. Να περάσουμε από τη Δημοκρατία της ανάθεσης στη Δημοκρατία της συμμετοχής.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.
Στις 5 Οκτωβρίου 2025, η Κίνηση Κατοίκων Πλάκας έστειλε επιστολή στις αρμόδιες υπηρεσίες, προειδοποιώντας για κινδύνους από διαρροή αερίου, βραχυκύκλωμα και άλλες πιθανές αιτίες πυρκαγιάς ή έκρηξης και ζητώντας άσκηση ετοιμότητας στην περιοχή. Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, στην οδό Λυσικράτους, η έκρηξη και η κατάρρευση κτιρίου άφησαν πίσω τους έξι νεκρούς.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πώς συνέβη, αλλά αν η προειδοποίηση που είχε προηγηθεί αντιμετωπίστηκε με την απαιτούμενη σοβαρότητα.
Ως πρώην Διοικητής Επιχειρήσεων σε κέντρο επιχειρήσεων στα Σκόπια, μέσα σε περίοδο συγκρούσεων, γνωρίζω καλά τι σημαίνει άμεση αντίδραση. Σε μια κρίση, ο χρόνος δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Μπορεί να είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρόληψη και στην καταστροφή. Αυτό δε που μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνο ακόμη και από μια διαρροή αερίου είναι η διαρροή ευθύνης…
Κάτοικοι μιλούν για αναφορές τους προηγούμενους μήνες. Η ΕΛΑΣ έχει επιβεβαιώσει κλήσεις για οσμή αερίου, χωρίς να έχει προσδιοριστεί από αυτές η πηγή. Αντιδήμαρχος έχει αναφέρει ότι η Δημοτική Αστυνομία διαπίστωσε οσμή και κάλεσε την Πυροσβεστική πριν από την έκρηξη.
Αυτά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους την αιτία της τραγωδίας. Όμως είναι αρκετά για να απαιτούν μια πλήρη και διαφανή διερεύνηση της αλυσίδας των γεγονότων. Αν υπήρχαν προηγούμενες αναφορές, πρέπει να φανεί τι ακολούθησε. Πώς αξιολογήθηκαν, ποιες ενέργειες έγιναν, τι καταγράφηκε και τι έδειξαν οι έλεγχοι. Μέχρι να υπάρξουν καθαρές απαντήσεις, η λέξη «διερευνάται» δεν μπορεί να λειτουργεί ως καταφύγιο για κανέναν.
Και η εταιρεία διανομής φυσικού αερίου έχει αυτονόητα θέση σε αυτή τη διερεύνηση. Η Enaon EDA ανακοίνωσε ότι συνεργεία της μετέβησαν στο σημείο και ότι τα αίτια διερευνώνται. Αυτό είναι το ελάχιστο που απαιτείται. Η κοινωνία όμως δικαιούται να γνωρίζει, όταν ολοκληρωθεί η έρευνα, αν υπήρχε διαρροή και από πού προήλθε, αν αφορούσε το δίκτυο, την παροχή ή την εσωτερική εγκατάσταση του κτιρίου και αν υπήρξαν προειδοποιητικά σημάδια που δεν αξιολογήθηκαν εγκαίρα.
Λίγα χιλιόμετρα πιο βόρεια, στην Κυψέλη, μια διαφορετική υπόθεση δοκιμάζει την ίδια σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και στους θεσμούς. Με αφορμή τα έργα της Γραμμής 4 του Μετρό, κάτοικοι καταγγέλλουν ρωγμές και φθορές σε πολυκατοικίες και αναφέρουν καθιζήσεις που φτάνουν, σύμφωνα με τους ίδιους, έως τα 55 χιλιοστά. Η Ελληνικό Μετρό αναγνωρίζει μετακινήσεις του εδάφους που συνδέονται με τη γεωλογία της περιοχής, αλλά αποκλείει στατικό επηρεασμό των κτιρίων.
Εδώ δεν χρειάζεται αντιπαράθεση ανακοινώσεων, αλλα χρειάζονται στοιχεία. Ανεξάρτητες μετρήσεις, τεχνικές εκθέσεις, συνεχής παρακολούθηση και καθαρή ενημέρωση των κατοίκων. Όταν η τεχνική βεβαιότητα συναντά την ανθρώπινη ανασφάλεια, η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται με μια ανακοίνωση, αλλά δημιουργείται με δεδομένα.
Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι ότι δεν πρόκειται απλά για δύο διαφορετικές υποθέσεις στην ίδια πόλη. Βλέπω ένα γνώριμο επικίνδυνο μοτίβο. Προειδοποιήσεις, αναφορές, επιστολές, καταγγελίες και στη συνέχεια μια αργή διοικητική διαδικασία, που συχνά ενεργοποιείται πραγματικά μόνο όταν το πρόβλημα έχει πλέον γίνει ορατό, αρκετές φορές δυστυχώς με θύματα ανθρώπινες ζωές!
Στην Πλάκα η ανησυχία κατέληξε σε τραγωδία. Στην Κυψέλη παραμένει ένας καθημερινός φόβος για ανθρώπους που βλέπουν ρωγμές στα σπίτια τους και περιμένουν να πειστούν ότι είναι ασφαλείς.
Έχω βιώσει αρκετές φορές το γεγονός, ότι η πρόληψη δεν αρχίζει όταν εκδηλωθεί η κρίση. Αρχίζει όταν εμφανιστεί η πρώτη ένδειξη ότι κάτι μπορεί να πάει στραβά. Εκεί φαίνεται η πραγματική ποιότητα ενός συστήματος. Όχι στην αντίδραση μετά την καταστροφή, αλλά στην ικανότητά του να ακούει έγκαιρα.
Δεν υποστηρίζω ότι το ζητούμενο είναι να σταματήσουν τα έργα, να στραφούμε εναντίον του τουρισμού ή να δούμε κάθε οικονομική δραστηριότητα ως εχθρό. Το ζητούμενο είναι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ πιο δύσκολο. Η ανθρώπινη ασφάλεια πρέπει να προηγείται κάθε χρονοδιαγράμματος, κάθε οικονομικού οφέλους και κάθε διοικητικής ευκολίας.
Η Πλάκα χρειάζεται καθαρές απαντήσεις και απόδοση ευθυνών, εφόσον η έρευνα αποδείξει παραλείψεις. Η Κυψέλη χρειάζεται ανεξάρτητη και διαφανή τεχνική αξιολόγηση, ώστε οι κάτοικοι να μην είναι υποχρεωμένοι να ζουν ανάμεσα στη ρωγμή και στην αμφιβολία.
Επίσης η Πολιτεία χρειάζεται επιτέλους να αντιμετωπίσει την πρόληψη ως υποχρέωση και όχι ως διοικητική επιλογή. Όταν υπάρχει σοβαρή προειδοποίηση για πιθανό κίνδυνο, η αντίδραση δεν μπορεί να περιμένει την καταστροφή για να γίνει επείγουσα.
Η Πλάκα και η Κυψέλη μπορεί να είναι δύο διαφορετικές υποθέσεις. Αν όμως τις δούμε μαζί, μας θυμίζουν κάτι πολύ πιο σημαντικό. Η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν χάνεται μόνο όταν συμβαίνει μια τραγωδία. Χάνεται κάθε φορά που κάποιος προειδοποιεί και αισθάνεται ότι κανείς δεν τον ακούει.
Στην Πλάκα ο φόβος έγινε θρήνος. Στην Κυψέλη παραμένει φόβος.
Δεν ξέρω ακόμη ποιος έχει την ευθύνη για την τραγωδία της Λυσικράτους. Αυτό πρέπει να το αποδείξει η έρευνα. Ξέρω όμως κάτι που αφορά όλους μας. Η ευθύνη αρχίζει πολύ πριν από την καταστροφή. Αρχίζει από τη στιγμή που φτάνει η προειδοποίηση.
Μετά από έξι νεκρούς, μία λέξη δεν αρκεί. Το «διερευνάται» δεν είναι απάντηση. Είναι μόνο η αρχή της υποχρέωσης να δοθεί η απάντηση.
Τα οικονομικά συμφέροντα δεν πρέπει να γίνονται χωματερές ψυχών.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.
Τους τελευταίους μήνες, τα Στενά του Ορμούζ και του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ έχουν καταστεί συνώνυμα των γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Όποιος ελέγχει αυτές τις στενές θαλάσσιες διόδους ελέγχει και τη ροή της ναυσιπλοΐας από την Αραβική και την Ερυθρά Θάλασσα προς τον Ινδικό Ωκεανό και μαζί της, ένα ζωτικής σημασίας τμήμα του παγκόσμιου εμπορίου.
Ωστόσο, οι συγκρούσεις για τον έλεγχο αυτών των στενών είναι σχεδόν τόσο παλιές όσο και το ίδιο το σύγχρονο θαλάσσιο εμπόριο. Ο πόλεμος μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν για αυτά τα στρατηγικά περάσματα αποτελεί απλώς το τελευταίο κεφάλαιο μιας ιστορίας αιώνων, κατά την οποία δυνάμεις εκτός της περιοχής επιχειρούν να επηρεάσουν ή να κυριαρχήσουν στη Μέση Ανατολή μέσω της θάλασσας.
Η Κίνα της δυναστείας των Μινγκ προσφέρει ένα από τα παλαιότερα παραδείγματα εξωπεριφερειακής δύναμης που προέβαλε την ισχύ της μέσω της ναυτικής υπεροχής και της διπλωματίας. Το 1405, ο Κινέζος μουσουλμάνος ναύαρχος, εξερευνητής και διπλωμάτης Τζενγκ Χε ξεκίνησε την πρώτη από επτά αποστολές στον Ινδικό Ωκεανό. Επικεφαλής στόλων που αριθμούσαν περισσότερα από 300 πλοία, έφτασε στην πόλη Ορμούζ περίπου το 1414 και στη συνέχεια στο Άντεν της Υεμένης, περνώντας μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στην Ερυθρά Θάλασσα.
Αυτή η «Παξ Σίνικα» δεν βασίστηκε στον έλεγχο των στενών. Αντίθετα, εδραίωσε μια ισχυρή εμπορική παρουσία, βασισμένη σε επιδείξεις ναυτικής ισχύος, διπλωματικές αποστολές και επικερδείς ανταλλαγές δώρων. Σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες αποικιακές δυνάμεις, ο Τζενγκ Χε δεν ίδρυσε αποικίες στο Ορμούζ ή κατά μήκος των αραβικών ακτών. Εντάχθηκε, αντίθετα, στο ήδη υφιστάμενο εμπορικό σύστημα που είχαν δημιουργήσει οι Άραβες, Πέρσες, Ινδοί και Ανατολικοαφρικανοί έμποροι της περιοχής.
Τα ταξίδια αυτά καταδεικνύουν επίσης τα όρια μιας υπερβολικά εκτεταμένης ναυτικής ισχύος. Μετά την τελευταία αποστολή του Τζενγκ Χε, τη δεκαετία του 1430, η αλλαγή των προτεραιοτήτων της δυναστείας των Μινγκ έφερε το τέλος των αποστολών. Το κράτος δεν ήταν πλέον διατεθειμένο να επενδύει στον στόλο και στη συντήρησή του.
Σήμερα, η Κίνα επικαλείται τα ταξίδια του Τζενγκ Χε για να προσδώσει ιστορική νομιμοποίηση στις σχέσεις της με τη Μέση Ανατολή. Το Πεκίνο παρουσιάζει τις σύγχρονες επενδύσεις του σε υποδομές, ενέργεια και λιμάνια, όπως το Γκουαντάρ στο Πακιστάν, ως αναβίωση μιας αρχαίας και ειρηνικής σχέσης που ανάγεται στον προνεωτερικό Δρόμο του Μεταξιού.
Τον 16ο αιώνα, ωστόσο, η αύξηση της παγκόσμιας ναυτιλιακής κίνησης και η άφιξη των ευρωπαϊκών αποικιακών δυνάμεων επρόκειτο σύντομα να σηματοδοτήσουν μια στροφή προς πιο βίαιες και επιθετικές προσπάθειες ελέγχου των στενών.
Η ναυτική κυριαρχία της Πορτογαλίας
Οι Πορτογάλοι υπήρξαν πρωτοπόροι στη ναυτική πολεμική τεχνολογία, εισάγοντας μια πιο καταναγκαστική μορφή θαλάσσιας ισχύος, με τη χρήση βαρέων πυροβόλων σε ποντοπόρα πλοία. Το 1513, ο Αφόνσο ντε Αλμπουκέρκε επιτέθηκε στο Άντεν, επιχειρώντας να ελέγξει την πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα. Απέτυχε να καταλάβει την οχυρωμένη πόλη στην ηπειρωτική χώρα, η οποία περιβαλλόταν από απόκρημνο ορεινό έδαφος.
Όπως διαπίστωσαν αιώνες αργότερα οι ΗΠΑ, η ναυτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε άμεση νίκη στην ξηρά. Τα πορτογαλικά πολεμικά πλοία μπορούσαν να καταστρέψουν άλλα σκάφη και να βομβαρδίσουν ένα λιμάνι, όμως ο έλεγχος των θαλάσσιων υδάτων έξω από αυτό δεν ισοδυναμούσε με τον έλεγχο της ενδοχώρας.
Το 1515, ωστόσο, ο Αλμπουκέρκε κατάφερε να καταλάβει την πόλη Ορμούζ, όπου επέβαλε το «καρτάζ», μια επί πληρωμή άδεια που απαιτούνταν από τους εμπόρους για να πλέουν στον Κόλπο και στον Ινδικό Ωκεανό. Αυτή η ρύθμιση του εμπορίου είναι, στην ουσία, αυτό που επιχειρεί σήμερα να επιτύχει το Ιράν με την επιβολή διοδίων.
Αυτή η «Παξ Λουζιτάνα» ήταν πιο βίαιη από την κινεζική προκάτοχό της και, το 1622, δυνάμεις της ιρανικής δυναστείας των Σαφαβιδών και πλοία της Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών ένωσαν τις δυνάμεις τους για να εκδιώξουν τους Πορτογάλους από το Ορμούζ και να ανοίξουν το εμπόριο.
Η επικράτηση Βρετανών και Ολλανδών
Μετά την εκδίωξη των Πορτογάλων, Οθωμανοί, Σαφαβίδες, Ομανοί, Ολλανδοί και Άγγλοι ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής. Στο σύστημα κυριαρχούσαν τα ισχυρά ευρωπαϊκά πλοία, αλλά και οι τοπικοί ηγεμόνες που έλεγχαν τόσο τα λιμάνια όσο και τα εμπορεύματα που διακινούνταν μέσω αυτών.
Η Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών εισήλθε σε αυτά τα ύδατα το 1614. Με την υποστήριξη βαριά οπλισμένων πλοίων, εγκαταστάθηκε στο λιμάνι της Μόκα, στην Υεμένη.
Μετά την εκδίωξη των Πορτογάλων, οι Ολλανδοί εξασφάλισαν εμπορικά προνόμια το 1623 και ανταγωνίζονταν τους Βρετανούς εμπόρους στο Μπαντάρ Αμπάς, τον σημαντικότερο εμπορικό σταθμό του Κόλπου, απέναντι από το Ορμούζ.
Ενώ οι Βρετανοί έγιναν γνωστοί για το εμπόριο τσαγιού, οι Ολλανδοί κυριάρχησαν στο εμπόριο του καφέ. Μέχρι τότε, ο συγκεκριμένος τομέας βρισκόταν στα χέρια εμπόρων με έδρα τη Μόκα. Οι Ολλανδοί έσπασαν το μονοπώλιο της Υεμένης στο εμπόριο του καφέ, μεταφέροντας λαθραία φυτά αράμπικα στο ινδονησιακό νησί της Ιάβας, όπου άρχισαν να καλλιεργούνται σε τεράστια κλίμακα.
Οι Ολλανδοί απέδειξαν έτσι ότι η ισορροπία της θαλάσσιας ισχύος μπορούσε να μεταβληθεί μέσω του ελέγχου της παραγωγής και του εμπορίου και όχι μόνο μέσω των πυροβόλων και του εξαναγκασμού. Όταν, όμως, οι Βρετανοί κατέλαβαν το Άντεν το 1839, απέκτησαν το πλεονέκτημα. Υπέγραψαν συμφωνίες με γειτονικούς ηγεμόνες και φυλές στη Νότια Υεμένη, οι οποίες τους έδωσαν ντε φάκτο έλεγχο του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στην αυγή της βιομηχανικής εποχής.
Το Άντεν σύντομα εξελίχθηκε σε ναυτικό σταθμό ανεφοδιασμού με άνθρακα και σε κέντρο επικοινωνιών, συνδεδεμένο με την Ινδία μέσω τηλεγραφικών καλωδίων. Όταν άνοιξε η Διώρυγα του Σουέζ το 1869, οι Βρετανοί κυριάρχησαν και σε αυτό το στρατηγικό πέρασμα, καθώς η Ερυθρά Θάλασσα προσέφερε τη συντομότερη θαλάσσια διαδρομή προς την Ινδία, την πολυτιμότερη αποικία του βρετανικού Στέμματος.
Η βρετανική ηγεμονία σύντομα βασίστηκε σε ατμοκίνητα πολεμικά πλοία και λιμάνια, καθώς και σε δάνεια και συνθήκες. Μεγάλο μέρος αυτού του συστήματος στηριζόταν σε τοπικούς συμμάχους κατά μήκος των ακτών, από το Άντεν έως το Κουβέιτ.
Διδάγματα για τις ΗΠΑ σήμερα
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ισορροπία δυνάμεων μεταβλήθηκε για ακόμη μία φορά. Οι ΗΠΑ αντικατέστησαν το Ηνωμένο Βασίλειο, εγκαθιστώντας βάσεις, αναπτύσσοντας ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων και πραγματοποιώντας πωλήσεις όπλων με αντάλλαγμα την πρόσβαση στο πετρέλαιο του Κόλπου. Το 1980, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζίμι Κάρτερ δήλωσε ότι οποιαδήποτε σοβιετική προσπάθεια να αποκτήσει τον έλεγχο του Κόλπου θα αντιμετωπιζόταν ως επίθεση κατά των αμερικανικών συμφερόντων και θα αποκρουόταν με στρατιωτική ισχύ.
Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ουσιαστικά —αν και ίσως ακούσια— αποδομήσει το Δόγμα Κάρτερ. Ενώ αμερικανικά πολεμικά πλοία βρίσκονται πλέον στα Στενά του Ορμούζ για να προστατεύσουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, ήταν ο πόλεμος του Τραμπ τον Φεβρουάριο του 2026 που έθεσε εξαρχής σε κίνδυνο τη ναυσιπλοΐα, καθώς ώθησε το Ιράν να διαταράξει, ως αντίποινα, το εμπόριο στον Κόλπο.
Το ιστορικό δίδαγμα είναι ότι, μολονότι η θαλάσσια ηγεμονία μιας εξωπεριφερειακής δύναμης είναι εφικτή, παραμένει προσωρινή και εφήμερη, τόσο φευγαλέα όσο τα κύματα που τη μεταφέρουν. Η Κίνα εγκατέλειψε τους στόλους της, η Πορτογαλία έχασε το Ορμούζ, οι Ολλανδοί επικεντρώθηκαν στην Ιάβα και η Βρετανία εγκατέλειψε το Άντεν. Η κυριαρχία μετατοπιζόταν όταν οι ηγεμονικές δυνάμεις υπερεπεκτείνονταν, όταν άλλαζε η τεχνολογία και όταν αναδιατάσσονταν οι τοπικές συμμαχίες.
Το Ιράν και οι Χούθι, οι οποίοι πρόσφατα κατέλαβαν τη Μόκα, δεν χρειάζονται στόλους αεροπλανοφόρων. Αντί γι’ αυτό, οι πύραυλοι, οι νάρκες και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη τους μετατρέπουν σε όπλο το κόστος της θαλάσσιας ασφάλισης. Παρά τη ναυτική ισχύ τους, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να εξαλείψουν την αυτονομία και την ικανότητα δράσης των τοπικών κοινωνιών γύρω από το Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Κάθε αυτοκρατορία πριν από αυτές έχει διαπιστώσει ότι ο έλεγχος ενός στρατηγικού θαλάσσιου περάσματος δεν συνεπάγεται και τον έλεγχο του πολιτικού κόσμου και της πολιτικής βούλησης που το περιβάλλουν.
Russian Foreign Minister Sergei Lavrov addresses the 81st United Nations General Assembly at UN headquarters in New York City, US, September 26, 2026. REUTERS/Eduardo Munoz
Η σημερινή συνάντηση διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών, ωστόσο θεωρείται δεδομένο ότι στην ατζέντα ήταν ο πόλεμος στην Ουκρανία
Ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας, Σεργκέι Λαβρόφ συναντήθηκε σήμερα στον ΟΗΕ με τον Γερμανό ομόλογό του, τον Γιόχαν Βάντεφουλ, για πρώτη φορά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η συνάντηση αυτή διεξήχθη σε μια περίοδο που οι σχέσεις των δύο χωρών είναι τεταμένες, μετά τις κατηγορίες του Βερολίνου ότι η Μόσχα ευθύνεται για το μη επανδρωμένο αεροσκάφος με εκρηκτικά που βρέθηκε στο αεροδρόμιο της Λειψίας στις αρχές Αυγούστου. Η Γερμανία και η Ρωσία έκλεισαν στη συνέχεια τα προξενεία η μία της άλλης στις δύο χώρες.
Ο Λαβρόφ, ο οποίος πρόκειται να απευθυνθεί στην πρωινή συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, είχε συναντηθεί για τελευταία φορά με ομόλογό του από τη Γερμανία τον Ιανουάριο του 2022, όταν συνομίλησε με την τότε υπουργό Εξωτερικών Αναλένα Μπέρμποκ, περίπου έναν μήνα πριν από την έναρξη του πολέμου.
Η σημερινή συνάντηση διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών, ωστόσο θεωρείται δεδομένο ότι στην ατζέντα ήταν ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Η γερμανική πλευρά απαίτησε να περιοριστεί η πρόσβαση των μέσων ενημέρωσης στη συνάντηση και να μην καταγραφούν οι συνομιλίες, δήλωσε η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο TASS.
Η Ζαχάροβα είπε την πρωτοβουλία για τη σημερινή συνάντηση είχε το Βερολίνο.
Πηγές που πρόσκεινται στη γερμανική αντιπροσωπεία είπαν ότι ο Βάντεφουλ κάλεσε τη Μόσχα «να εγκαταλείψει τον επικίνδυνο δρόμο της κλιμάκωσης απέναντι στη Γερμανία, την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ». «Περιστατικά όπως η πρόσφατη απόπειρα επίθεσης στη Λειψία ή άλλες υβριδικές επιθέσεις δεν μπορούν να κλονίσουν την αποφασιστικότητα της Γερμανίας να στηρίξει την Ουκρανία που υφίσταται επίθεση», πρόσθεσε η ίδια πηγή.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Βάντεφουλ καταδίκασε, σύμφωνα πάντα με τις γερμανικές πηγές τις οποίες επικαλείται το Γαλλικό Πρακτορείο, «τη διαρκή και όλο και πιο στοχευμένη επίθεση της Ρωσίας εναντίον του άμαχου πληθυσμού της Ουκρανίας».
«Αυτή η προσπάθεια αύξησης της πίεσης δεν αλλάζει τίποτα στην αδιέξοδη κατάσταση της Ρωσίας: κάθε μήνα, δεκάδες χιλιάδες Ρώσοι στρατιώτες πεθαίνουν σε έναν πόλεμο χωρίς διέξοδο, ενώ η ρωσική οικονομία καταρρέει όλο και περισσότερο», υποστηρίζει η γερμανική διπλωματία.
Για το Βερολίνο, βασικό υποστηρικτή της Ουκρανίας, η «προφανής» λύση στη σύγκρουση είναι «ο τερματισμός της ρωσικής επίθεσης, η αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων και μια βιώσιμη εκεχειρία».
Συνεχίζονται οι έρευνες στην οδό Λυσικράτους για τους έξι αγνοούμενους, μετά την κατάρρευση διπλοκατοικίας που προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές σε μεγάλη ακτίνα Σαββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)
Του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγοιυ ε.α
Όταν οι θεσμοί αδιαφορούν, η ανθρώπινη ζωή γίνεται ενοίκιο σε ένα κτίριο χωρίς αντίκρισμα.
Στις 5 Οκτωβρίου 2025, η Κίνηση Κατοίκων Πλάκας έστειλε επιστολή στις αρμόδιες υπηρεσίες, προειδοποιώντας για κινδύνους από διαρροή αερίου, βραχυκύκλωμα και άλλες πιθανές αιτίες πυρκαγιάς ή έκρηξης και ζητώντας άσκηση ετοιμότητας στην περιοχή. Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, στην οδό Λυσικράτους, η έκρηξη και η κατάρρευση κτιρίου άφησαν πίσω τους έξι νεκρούς.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πώς συνέβη, αλλά αν η προειδοποίηση που είχε προηγηθεί αντιμετωπίστηκε με την απαιτούμενη σοβαρότητα.
Ως πρώην Διοικητής Επιχειρήσεων σε κέντρο επιχειρήσεων στα Σκόπια, μέσα σε περίοδο συγκρούσεων, γνωρίζω καλά τι σημαίνει άμεση αντίδραση. Σε μια κρίση, ο χρόνος δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Μπορεί να είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρόληψη και στην καταστροφή. Αυτό δε που μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνο ακόμη και από μια διαρροή αερίου είναι η διαρροή ευθύνης…
Κάτοικοι μιλούν για αναφορές τους προηγούμενους μήνες. Η ΕΛΑΣ έχει επιβεβαιώσει κλήσεις για οσμή αερίου, χωρίς να έχει προσδιοριστεί από αυτές η πηγή. Αντιδήμαρχος έχει αναφέρει ότι η Δημοτική Αστυνομία διαπίστωσε οσμή και κάλεσε την Πυροσβεστική πριν από την έκρηξη.
Αυτά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους την αιτία της τραγωδίας. Όμως είναι αρκετά για να απαιτούν μια πλήρη και διαφανή διερεύνηση της αλυσίδας των γεγονότων. Αν υπήρχαν προηγούμενες αναφορές, πρέπει να φανεί τι ακολούθησε. Πώς αξιολογήθηκαν, ποιες ενέργειες έγιναν, τι καταγράφηκε και τι έδειξαν οι έλεγχοι. Μέχρι να υπάρξουν καθαρές απαντήσεις, η λέξη «διερευνάται» δεν μπορεί να λειτουργεί ως καταφύγιο για κανέναν.
Και η εταιρεία διανομής φυσικού αερίου έχει αυτονόητα θέση σε αυτή τη διερεύνηση. Η Enaon EDA ανακοίνωσε ότι συνεργεία της μετέβησαν στο σημείο και ότι τα αίτια διερευνώνται. Αυτό είναι το ελάχιστο που απαιτείται. Η κοινωνία όμως δικαιούται να γνωρίζει, όταν ολοκληρωθεί η έρευνα, αν υπήρχε διαρροή και από πού προήλθε, αν αφορούσε το δίκτυο, την παροχή ή την εσωτερική εγκατάσταση του κτιρίου και αν υπήρξαν προειδοποιητικά σημάδια που δεν αξιολογήθηκαν εγκαίρα.
Λίγα χιλιόμετρα πιο βόρεια, στην Κυψέλη, μια διαφορετική υπόθεση δοκιμάζει την ίδια σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και στους θεσμούς. Με αφορμή τα έργα της Γραμμής 4 του Μετρό, κάτοικοι καταγγέλλουν ρωγμές και φθορές σε πολυκατοικίες και αναφέρουν καθιζήσεις που φτάνουν, σύμφωνα με τους ίδιους, έως τα 55 χιλιοστά. Η Ελληνικό Μετρό αναγνωρίζει μετακινήσεις του εδάφους που συνδέονται με τη γεωλογία της περιοχής, αλλά αποκλείει στατικό επηρεασμό των κτιρίων.
Εδώ δεν χρειάζεται αντιπαράθεση ανακοινώσεων, αλλα χρειάζονται στοιχεία. Ανεξάρτητες μετρήσεις, τεχνικές εκθέσεις, συνεχής παρακολούθηση και καθαρή ενημέρωση των κατοίκων. Όταν η τεχνική βεβαιότητα συναντά την ανθρώπινη ανασφάλεια, η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται με μια ανακοίνωση, αλλά δημιουργείται με δεδομένα.
Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι ότι δεν πρόκειται απλά για δύο διαφορετικές υποθέσεις στην ίδια πόλη. Βλέπω ένα γνώριμο επικίνδυνο μοτίβο. Προειδοποιήσεις, αναφορές, επιστολές, καταγγελίες και στη συνέχεια μια αργή διοικητική διαδικασία, που συχνά ενεργοποιείται πραγματικά μόνο όταν το πρόβλημα έχει πλέον γίνει ορατό, αρκετές φορές δυστυχώς με θύματα ανθρώπινες ζωές!
Στην Πλάκα η ανησυχία κατέληξε σε τραγωδία. Στην Κυψέλη παραμένει ένας καθημερινός φόβος για ανθρώπους που βλέπουν ρωγμές στα σπίτια τους και περιμένουν να πειστούν ότι είναι ασφαλείς.
Έχω βιώσει αρκετές φορές το γεγονός, ότι η πρόληψη δεν αρχίζει όταν εκδηλωθεί η κρίση. Αρχίζει όταν εμφανιστεί η πρώτη ένδειξη ότι κάτι μπορεί να πάει στραβά. Εκεί φαίνεται η πραγματική ποιότητα ενός συστήματος. Όχι στην αντίδραση μετά την καταστροφή, αλλά στην ικανότητά του να ακούει έγκαιρα.
Δεν υποστηρίζω ότι το ζητούμενο είναι να σταματήσουν τα έργα, να στραφούμε εναντίον του τουρισμού ή να δούμε κάθε οικονομική δραστηριότητα ως εχθρό. Το ζητούμενο είναι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ πιο δύσκολο. Η ανθρώπινη ασφάλεια πρέπει να προηγείται κάθε χρονοδιαγράμματος, κάθε οικονομικού οφέλους και κάθε διοικητικής ευκολίας.
Η Πλάκα χρειάζεται καθαρές απαντήσεις και απόδοση ευθυνών, εφόσον η έρευνα αποδείξει παραλείψεις. Η Κυψέλη χρειάζεται ανεξάρτητη και διαφανή τεχνική αξιολόγηση, ώστε οι κάτοικοι να μην είναι υποχρεωμένοι να ζουν ανάμεσα στη ρωγμή και στην αμφιβολία.
Επίσης η Πολιτεία χρειάζεται επιτέλους να αντιμετωπίσει την πρόληψη ως υποχρέωση και όχι ως διοικητική επιλογή. Όταν υπάρχει σοβαρή προειδοποίηση για πιθανό κίνδυνο, η αντίδραση δεν μπορεί να περιμένει την καταστροφή για να γίνει επείγουσα.
Η Πλάκα και η Κυψέλη μπορεί να είναι δύο διαφορετικές υποθέσεις. Αν όμως τις δούμε μαζί, μας θυμίζουν κάτι πολύ πιο σημαντικό. Η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν χάνεται μόνο όταν συμβαίνει μια τραγωδία. Χάνεται κάθε φορά που κάποιος προειδοποιεί και αισθάνεται ότι κανείς δεν τον ακούει.
Στην Πλάκα ο φόβος έγινε θρήνος. Στην Κυψέλη παραμένει φόβος.
Δεν ξέρω ακόμη ποιος έχει την ευθύνη για την τραγωδία της Λυσικράτους. Αυτό πρέπει να το αποδείξει η έρευνα. Ξέρω όμως κάτι που αφορά όλους μας. Η ευθύνη αρχίζει πολύ πριν από την καταστροφή. Αρχίζει από τη στιγμή που φτάνει η προειδοποίηση.
Μετά από έξι νεκρούς, μία λέξη δεν αρκεί. Το «διερευνάται» δεν είναι απάντηση. Είναι μόνο η αρχή της υποχρέωσης να δοθεί η απάντηση.
Τα οικονομικά συμφέροντα δεν πρέπει να γίνονται χωματερές ψυχών.
15 χρόνια περικοπών που άλλαξαν τη ζωή εκατομμυρίων Ελλήνων
Η περίοδος από το 2010 έως και τα επόμενα χρόνια ήταν μία από τις πιο δύσκολες στην ιστορία του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος. Οι συντάξεις μειώθηκαν διαδοχικά, με διαφορετικούς νόμους και διαφορετικούς τρόπους. Οι επιπτώσεις ήταν ιδιαίτερα αισθητές στους συνταξιούχους με μεσαίες και υψηλές αποδοχές, αλλά και σε όσους είχαν συνταξιοδοτηθεί σε μικρή ηλικία.
Το 2010, με τον Ν. 3845/2010, περιορίστηκαν δραστικά τα Δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας: οι δύο πρόσθετες συντάξεις αντικαταστάθηκαν αρχικά από συνολικά επιδόματα 800 ευρώ τον χρόνο, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Παράλληλα, με τον Ν. 3863/2010 θεσπίστηκε η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων για υψηλότερες συντάξεις.
Το 2011 ήρθαν νέες μειώσεις. Ο Ν. 4024/2011 προέβλεψε, μεταξύ άλλων, μείωση 40% στο τμήμα της κύριας σύνταξης πάνω από τα 1.000 ευρώ για συνταξιούχους κάτω των 55 ετών, ενώ για τους υπόλοιπους προβλέφθηκε μείωση 20% στο τμήμα πάνω από τα 1.200 ευρώ.
Το 2012 ήταν ένα ακόμη μεγάλο κύμα περικοπών. Ο Ν. 4093/2012 επέβαλε μειώσεις 5%, 10%, 15% και 20%, ανάλογα με το συνολικό ύψος των συντάξεων και των συναφών παροχών. Παράλληλα, καταργήθηκαν οριστικά τα εναπομείναντα Δώρα.
Ακολούθησε ο Ν. 4387/2016, γνωστός ως «νόμος Κατρούγκαλου». Δεν ήταν απλώς μια νέα οριζόντια περικοπή. Άλλαξε τον τρόπο υπολογισμού των νέων συντάξεων, καθιερώνοντας την εθνική και την ανταποδοτική σύνταξη και υπολογίζοντας τις συντάξιμες αποδοχές με βάση τον ασφαλιστικό χρόνο από το 2002 και μετά. Για πολλούς παλαιούς συνταξιούχους έγινε επανυπολογισμός και προέκυψε η λεγόμενη «προσωπική διαφορά». Η μεγάλη παγίδα σε βάρος των συνταξιούχων που έστησε ο ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ
Ωστόσο, η εικόνα δεν σταμάτησε εκεί. Με τον Ν. 4670/2020 βελτιώθηκαν οι συντελεστές αναπλήρωσης για όσους είχαν πάνω από 30 έτη ασφάλισης, με αποτέλεσμα να δοθούν αυξήσεις και αναδρομικά σε εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους.
Έτσι διαμορφώθηκε η σημερινή εικόνα: οι συνταξιούχοι υπέστησαν μέσα σε λίγα χρόνια πολλαπλές και διαφορετικές μειώσεις, ενώ καταργήθηκαν οριστικά τα Δώρα. Αυτό είναι το ασφαλές ιστορικό συμπέρασμα: δεν υπήρξε μία μόνο περικοπή, αλλά μια διαδοχική αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού εισοδήματος μέσα σε λίγα χρόνια.
Ποιος κυβέρνησε και ποιος νομοθέτησε τις μεγάλες αλλαγές
2010 κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου: Πρωθυπουργός ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου και υπουργός Οικονομικών ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Με τον Ν. 3845/2010 θεσπίστηκαν τα πρώτα μέτρα του Μνημονίου, ενώ ακολούθησαν οι πρώτες μεγάλες παρεμβάσεις στις συντάξεις.
2011 κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου: Στα μέτρα του ασφαλιστικού πρωταγωνίστησε ως υπουργός Εργασίας ο Γιώργος Κουτρουμάνης, ενώ υπουργός Οικονομικών ήταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος από τον Ιούνιο του 2011. Ο Ν. 4024/2011 περιέλαβε σημαντικές περικοπές στις συντάξεις.
2012–2013 – κυβέρνηση Αντώνη Σαμαρά και Β. Βενιζέλου: Πρωθυπουργός ήταν ο Αντώνης Σαμαράς, υπουργός Οικονομικών ο Γιάννης Στουρνάρας και υπουργός Εργασίας ο Γιάννης Βρούτσης. Ο Ν. 4093/2012 επέφερε νέες κλιμακωτές μειώσεις και κατήργησε οριστικά τα Δώρα των συνταξιούχων. Ειδικά οι συντάξεις των στρατιωτικών λεηλατήθηκαν .
2016 κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα: Πρωθυπουργός ήταν ο Αλέξης Τσίπρας και υπουργός Εργασίας ο Γιώργος Κατρούγκαλος. Ο Ν. 4387/2016 αναμόρφωσε συνολικά το ασφαλιστικό σύστημα, εισάγοντας μεταξύ άλλων τον διαχωρισμό της σύνταξης σε εθνική και ανταποδοτική και νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων. Ο ΝΟΜΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ – ΤΣΙΠΡΑ ο χειρότερος νόμος, αφού καταδίκασε τους συνταξιούχους , ειδικά του ιδιωτικού τομέα, σε συντάξεις πείνας και εξαθλίωσης.
Την πολιτική ευθύνη είχε η εκάστοτε κυβέρνηση και τη νομοθετική ευθύνη ασκούσε η Βουλή, ενώ οι αρμόδιοι υπουργοί εισηγούνταν και υπέγραφαν τα σχετικά νομοθετήματα.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό παράδοξο. Οι συνταξιούχοι που είδαν τις συντάξεις τους να περικόπτονται δραστικά και απο 40 μέχρι και 60%!!!. Τα Δώρα να καταργούνται και το εισόδημά τους να συρρικνώνεται, δεν έζησαν μια λογιστική προσαρμογή, σε πολλές περιπτώσεις έζησαν μια βίαιη ανατροπή της καθημερινότητάς τους. Για ανθρώπους που εργάστηκαν μια ολόκληρη ζωή, η σύνταξη μετατράπηκε από εγγύηση αξιοπρέπειας σε διαρκή αγώνα για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Κι όμως, οι πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν στις κρίσιμες εκείνες περιόδους εξακολουθούν να ζητούν την ψήφο των ίδιων ανθρώπων για να επιστρέψουν στην εξουσία. Εκεί ακριβώς αρχίζει το ζήτημα της πολιτικής λογοδοσίας. Διότι η εξουσία μπορεί να επικαλείται την κρίση, τα Μνημόνια και τις δημοσιονομικές ανάγκες. Δεν μπορεί όμως να απαιτεί από την κοινωνία να ξεχάσει το τίμημα που πλήρωσε.
Όταν ένας συνταξιούχος μετρά τα ευρώ για φάρμακα, λογαριασμούς και τρόφιμα, ενώ εκείνοι που αποφάσισαν τις περικοπές ζητούν ξανά την ψήφο του, η πολιτική μνήμη γίνεται ζήτημα δημοκρατίας. Η ψήφος δεν είναι λευκή επιταγή. Και η εξουσία δεν είναι δικαίωμα που ανανεώνεται χωρίς λογοδοσία. Διαφορετικά, η απαίτηση για νέα ψήφο, μετά από μια τόσο βαριά κοινωνική επιβάρυνση, δικαιολογημένα προκαλεί το ερώτημα: πολιτικό θράσος ή πολιτική λήθη;
Το πρόβλημα με την παρακμή μιας αυτοκρατορίας δεν είναι ότι είναι βίαιη και χαοτική. Είναι ότι η αυτοκρατορία περιμένει να την ευχαριστήσεις για τις παράπλευρες απώλειες, επιμένοντας ταυτόχρονα ότι η ανεξέλεγκτη πυρκαγιά που καταπίνει τη γειτονιά σου δεν είναι παρά μια «στρατηγική μετάβαση σε τοπική θέρμανση».
Αν θέλεις να καταλάβεις τη σύγχρονη τραγωδία της Μέσης Ανατολής, πρέπει πρώτα να καταλάβεις το τεράστιο, αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στα αποστειρωμένα, κλιματιζόμενα τηλεοπτικά στούντιο του Λονδίνου και στις απροκάλυπτα αιματηρές πραγματικότητες των ακτών του Λεβάντε. Σε αυτά τα μέρη, η αλήθεια δεν είναι μια αφηρημένη έννοια που συζητιέται πάνω από ένα ποτήρι ανθρακούχο νερό σε κάποια σύνοδο δεξαμενής σκέψης. Η αλήθεια είναι υλική. Η αλήθεια είναι ένας κρατήρας. Η αλήθεια είναι η βαλλιστική τροχιά ενός αντιπλοϊκού πυραύλου των Χούθι που διαπερνά το κύτος ενός εμπορικού πλοίου. Η αλήθεια είναι ο ψυχρός, ωμός υπολογισμός της διαπραγματευτικής ισχύος.
Πρόσφατα, οι διαπιστευμένοι ειδικοί του Economist συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν ένα μάλλον ευγενικά διατυπωμένο ερώτημα: Φτάνει στο τέλος της η αμερικανική ηγεμονία στη Μέση Ανατολή; Ο Σασάνκ Τζόσι και ο Έντουαρντ Καρ, μαζί με τους συντάκτες τους που καλύπτουν την περιοχή, παρατήρησαν με ύφος αποστασιοποιημένης περιέργειας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να έχουν παγιδευτεί ανάμεσα στην κλιμάκωση και τη διαπραγμάτευση. Σημείωσαν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος απείλησε από το βήμα του ΟΗΕ να αφανίσει το Ιράν, για να χαιρετίσει λίγο αργότερα την επιτυχία απευθείας παρασκηνιακών συνομιλιών. Εξέφρασαν την έκπληξή τους μπροστά στο ενδεχόμενο η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής, για πρώτη φορά από τότε που οι μεγάλες δυνάμεις διαμέλισαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από έναν αιώνα, να μην επιβάλλεται πλέον απ’ έξω. Αντιπαρέβαλαν απόψεις για τις «μεταβαλλόμενες τάσεις», εξετάζοντας την περιφερειακή υποχώρηση και ένα γεωπολιτικό «κενό» που περιμένει να καλυφθεί από μη αραβικές δυνάμεις.
Είναι μια ενδιαφέρουσα, αν και κάπως εξωραϊσμένη, προσέγγιση στην αυτοψία μιας τάξης πραγμάτων που πεθαίνει. Αν όμως διαβάσεις τις αναλύσεις μας των τελευταίων μηνών (1, 2, 3, 4, 5), θα συνειδητοποιήσεις κάτι που ξεκαθαρίζει πολλά: οι ευγενείς Βρετανοί συντάκτες και οι αδίστακτοι γεωστρατηγικοί αναλυτές περιγράφουν το ίδιο ακριβώς πτώμα. Απλώς χρησιμοποιούν διαφορετικά εργαλεία για να το ανατέμουν.
Αυτό που ο Economist παρουσιάζει με εκλεπτυσμένο τρόπο ως έναν «σκληρό, πραγματιστικό υπολογισμό για το πού βρίσκονται πραγματικά τα εθνικά συμφέροντα» των ΗΠΑ, η προηγούμενη ανάλυσή μας το είχε προσδιορίσει ως την «Υποχώρηση του Ηγεμόνα». Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποσύρονται απλώς επειδή κουράστηκαν, ούτε πρόκειται για κάποια ιδιότροπη στροφή στον απομονωτισμό. Πρόκειται για μια εσκεμμένη μετατόπιση, επιβεβλημένη από τις δομικές συνθήκες: από τον ρόλο του άμεσου αυτοκρατορικού χωροφύλακα στον κλασικό ρόλο της δύναμης που εξισορροπεί τους αντιπάλους της από απόσταση. Η εποχή της ανάπτυξης εκστρατευτικών δυνάμεων κόστους τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με σκοπό την οικοδόμηση λειτουργικών δημοκρατιών στην έρημο, έχει τελειώσει. Η αμερικανική αυτοκρατορία στρέφεται πλέον προς την περιοχή του Ινδοειρηνικού για να αντιμετωπίσει το Πεκίνο.
Μια αυτοκρατορία, όμως, δεν μπορεί απλώς να μαζέψει τα πράγματά της και να αφήσει την ευρασιατική ήπειρο σε έναν εχθρικό συνασπισμό. Πρέπει να αφήσει πίσω της έναν μηχανισμό ελέγχου. Πρέπει να αφήσει πίσω της χάος. Οι Βρετανοί το γνωρίζουν πολύ καλά. Εκείνοι επινόησαν αυτή τη μέθοδο καθώς διαλυόταν η αυτοκρατορία τους. Σήμερα, το μόνο «Μεγάλο» που απομένει από τη Μεγάλη Βρετανία είναι η εντυπωσιακή κλίμακα του χάους που δημιούργησε φεύγοντας.
Η συζήτηση στο Economist θέτει το ερώτημα μήπως η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής δεν θα επιβάλλεται πλέον απ’ έξω. Οι συντάκτες του σημειώνουν ότι η Ουάσιγκτον αφήνει τις βάσεις της να δέχονται σφοδρά πλήγματα και παρακάμπτει το Ριάντ για να συνομιλήσει απευθείας με ένοπλες ομάδες στην Υεμένη. Το αντιμετωπίζουν ως απώλεια ελέγχου. Οι αναλύσεις μας, όμως, υπογραμμίζουν ότι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ασκείται ο έλεγχος. Η πολιτική δεν αποβλέπει στην ειρήνη, αλλά στην ελεγχόμενη αστάθεια. Με την υποχώρησή τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες απαλλάσσονται συστηματικά από τα βάρη της άμεσης διοίκησης, αντικαθιστώντας το αιματηρό έργο της οικοδόμησης κρατών με τους κυνικούς μηχανισμούς του εξ αποστάσεως κατακερματισμού.
Και αυτό έχει σημασία. Τεράστια σημασία. Διότι, όταν μια δύναμη που εξισορροπεί τους αντιπάλους της από απόσταση θέλει να εμποδίσει τους ανταγωνιστές της να ελέγξουν μια περιοχή, δεν οικοδομεί. Κατεδαφίζει. Οι συντάκτες του Economist παρατηρούν ότι το παλιό πλαίσιο είναι ουσιαστικά νεκρό —αναφέρονται ευγενικά στον «διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», αποφεύγοντας την πιο άμεση γεωστρατηγική αναφορά στην τάξη πραγμάτων των Σάικς–Πικό— αλλά αντιμετωπίζουν αυτή την εξέλιξη σαν μια τραγωδία που προέκυψε από μόνη της, σαν μια απλή «ιστορία χαμένων ευκαιριών». Από το πεδίο, η εικόνα φαίνεται πολύ πιο σκοτεινή. Η ανάλυσή μας περιγράφει την «ισοπέδωση των συνόρων». Ο χάρτης της Μέσης Ανατολής δεν καταρρέει κατά λάθος· υφίσταται ελεγχόμενη κατεδάφιση με βάση το δόγμα των «Αιματοβαμμένων Συνόρων».
Ένα ενιαίο, κυρίαρχο κράτος —όπως η Συρία ή το Ιράκ— διαθέτει τη νομική και στρατιωτική ισχύ να εμποδίσει διακρατικούς ενεργειακούς διαδρόμους ή να προσκαλέσει κινεζικές επενδύσεις σε υποδομές. Η λύση της Ουάσιγκτον, της οποίας πρόδρομοι ήταν το Σχέδιο του Οντέντ Γινόν και ο χάρτης «Αιματοβαμμένα Σύνορα» του Ραλφ Πίτερς για τη βαλκανοποίηση της Μέσης Ανατολής, είναι να διασπάσει αυτά τα κράτη σε μικρά, εύκολα χειραγωγήσιμα σεκταριστικά φέουδα.
Η ανάλυσή μας, Χαραγμένα με αίμα: Η εσκεμμένη κατεδάφιση της τάξης των Σάικς–Πικό και οι αρχιτέκτονες της νέας Μέσης Ανατολής, εξηγεί αναλυτικά πώς λειτουργεί αυτό. Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ και η εμφάνιση περιορισμένων κρατικών μορφωμάτων Αλαουιτών ή Δρούζων και κουρδικών θυλάκων δεν αποτελεί αποτυχία της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής· αποτελεί την πραγματοποίησή της. Τα κυρίαρχα κράτη στερούνται την ικανότητα να αποφασίζουν για τον εαυτό τους και περιορίζονται σε αντιμαχόμενα καντόνια που δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς εξωτερικούς προστάτες.
Σκόνη, αίμα, προδοσία και το υπόκωφο βουητό ενός μη επανδρωμένου αεροσκάφους Reaper.
Αυτά είναι τα πραγματικά συστατικά του «κενού» για το οποίο προειδοποιούν οι συντάκτες του Economist. Η ομάδα τους επισημαίνει ότι τρία μη αραβικά κράτη —το Ιράν, η Τουρκία και το Ισραήλ— διαθέτουν την ισχύ να το καλύψουν. Το Ιράν θα μπορούσε να εδραιώσει τον έλεγχό του στα Στενά του Ορμούζ· η Τουρκία χτίζει αθόρυβα σχέσεις στη Συρία και το Ιράκ· το Ισραήλ προβάλλει την κυριαρχία του ασκώντας παρασκηνιακή πίεση στις ΗΠΑ. Αν το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτές οι τρεις δυνάμεις μπορούν να συνυπάρξουν:
Ο κυνικός παρατηρητής στο πεδίο ξέρει την απάντηση: δεν προβλέπεται να συνυπάρξουν.
Οι ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει χερσαίες «ζώνες κατακερματισμού». Διαλύοντας σκόπιμα τα κυρίαρχα κράτη του Λεβάντε, δημιούργησαν μια γεωπολιτική μαύρη τρύπα σχεδιασμένη να απορροφά την επεκτατική ορμή της Ρωσίας και της Κίνας. Η Μόσχα και το Πεκίνο χρειάζονται ισχυρά, συγκεντρωτικά κράτη για να συναλλάσσονται· δεν μπορούν να προβάλουν ισχύ σε μια βαλκανοποιημένη ζώνη που κυβερνάται από πολέμαρχους.
Το Η νέα Μέση Ανατολή: Το αιματηρό τέλος των Σάικς–Πικό υποστηρίζει ότι οι μη αραβικές δυνάμεις —ιδίως η Τουρκία και το Ισραήλ— λειτουργούν ουσιαστικά ως περιφερειακοί «πορτιέρηδες». Οι ΗΠΑ βασίζονται σε αυτούς τους βαριά οπλισμένους πληρεξουσίους για να διαχειρίζονται τις τριβές στη ζώνη κατακερματισμού, διατηρώντας τα αραβικά κράτη διαιρεμένα και τους ευρασιατικούς ανταγωνιστές αποκλεισμένους.
Εδώ, όμως, οι κομψές θεωρίες των αιθουσών συνεδριάσεων συγκρούονται με την αμείλικτη πραγματικότητα του δρόμου.
Οι συντάκτες του Economist σημειώνουν ότι η Αμερική μοιάζει να έχει «κολλήσει». Η ανάλυσή μας δίνει σε αυτή την παράλυση ένα όνομα: η παγίδα του Σπάικμαν. Για να προστατεύσουν την περιμετρική ζώνη της Ευρασίας από τις δυνάμεις της ενδοχώρας της, οι ΗΠΑ έβαλαν φωτιά στη Μέση Ανατολή, θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν την εξάπλωσή της. Όμως η σύγχρονη γεωοικονομική στρατηγική —ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), οι τερματικοί σταθμοί υγροποιημένου φυσικού αερίου, οι αλυσίδες εφοδιασμού υψηλής τεχνολογίας— απαιτεί απόλυτη σταθερότητα. Δεν μπορείς να διατηρήσεις μια ομαλή ψηφιακή αλυσίδα εφοδιασμού μέσα από ένα σφαγείο θρησκευτικών και κοινοτικών συγκρούσεων.
Οι ΗΠΑ έχουν πλέον παγιδευτεί στο χάος που οι ίδιες σχεδίασαν. Αναγκάζονται να δαπανούν τους ολοένα πιο περιορισμένους ναυτικούς πόρους τους για να προστατεύουν την εμπορική ναυτιλία από τους ίδιους τους ριζοσπαστικοποιημένους μη κρατικούς δρώντες που η πολιτική των «Αιματοβαμμένων Συνόρων» συνέβαλε να ενισχυθούν.
Και τι γίνεται με τις παράπλευρες απώλειες; Τι γίνεται με την περιφέρεια, την οποία η συζήτηση του Economist παρακάμπτει ευγενικά στη συνολική θεώρησή της για τη Μέση Ανατολή;
Αν ο Λεβάντες είναι η φλεγόμενη μηχανή αυτής της ζώνης κατακερματισμού, η Ανατολική Μεσόγειος είναι η ζωτική ραφή που τη συνδέει με τον οχυρωμένο ευρωπαϊκό πυρήνα. Όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, εδώ είναι που η μεγάλη στρατηγική επιβάλλει το πιο τραγικό της τίμημα, ειδικά στην Ελλάδα και την Κύπρο. Στα μάτια της δύναμης που εξισορροπεί τους αντιπάλους της από απόσταση, η Αθήνα και η Λευκωσία δεν είναι κυρίαρχοι σύμμαχοι με απαραβίαστα δικαιώματα· είναι απλοί κόμβοι εφοδιασμού, ζώνες διέλευσης που πρέπει να βελτιστοποιηθούν για τη διακίνηση κεφαλαίων και ενέργειας.
Η Ελλάδα αναδεικνύεται στην κατεξοχήν γεωπολιτική πύλη της περιμετρικής ζώνης της Ευρασίας τον 21ο αιώνα, μέσω της Πρωτοβουλίας των Τριών Θαλασσών και του IMEC, με κομβικό σημείο το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Για να εξασφαλιστεί όμως η ανεμπόδιστη διέλευση για το ΝΑΤΟ και τις αγορές ενέργειας, η ελληνική κυριαρχία πρέπει να αποδυναμωθεί στην πράξη. Η προώθηση από τις ΗΠΑ μιας «Ουδέτερης Ζώνης» στο Αιγαίο, η υποβάθμιση της ΑΟΖ του Καστελλορίζου και η σκόπιμη ασάφεια απέναντι στις τουρκικές ενέργειες στη «γκρίζα ζώνη» δεν είναι διπλωματικά σφάλματα. Είναι επιχειρησιακές απαιτήσεις. Όπως η Συρία πρόκειται να κατακερματιστεί ώστε να μπορούν να διέρχονται αγωγοί, έτσι και η ελληνική κυριαρχία ενδέχεται ακόμη και να «καντονοποιηθεί», ώστε η Ελλάδα να μην μπορεί να ασκήσει βέτο στις ανάγκες εφοδιασμού της συμμαχίας.
Η Κύπρος, αντίστοιχα, αντιμετωπίζεται ως ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο, του οποίου τα δικαιώματα επί των δικών του υδρογονανθράκων υποτάσσονται συστηματικά στην ανάγκη διαχείρισης της τουρκικής επιθετικότητας και ενσωμάτωσης των ισραηλινών συμφερόντων. Το Γεωπολιτικές προοπτικές του πρώτου εξαμήνου του 2026: Ο άτλαντας γράφεται τώρα προβλέπει μια ζοφερή εποχή ελεγχόμενων συγκρούσεων διά πληρεξουσίων, στην οποία η Ελλάδα και η Κύπρος αναγκάζονται να λειτουργούν ως βαριά οπλισμένα αμόνια, πάνω στα οποία ανακόπτονται οι τουρκικές φιλοδοξίες, απορροφώντας τις τριβές μιας αυτοκρατορίας που υποχωρεί. Είναι οι «Ιφιγένειες» της περιμετρικής ζώνης — θυσιασμένες στον βωμό της ενεργειακής ασφάλειας της Δύσης.
Οι σημειώσεις των συντακτών του Economist κλείνουν με το νοσταλγικό ερώτημα αν υπάρχει τρόπος να «αναβιώσει η χαμένη τέχνη της διπλωματίας στη Μέση Ανατολή».
Είναι ένα όμορφο, μελαγχολικό ερώτημα, από εκείνα που θέτει κανείς καθώς ισιώνει τη μεταξωτή γραβάτα του πριν από ένα δείπνο στο Μέιφερ. Εκεί έξω, όμως, όπου ο ήλιος καίει τα θρυμματισμένα τσιμέντα της Βηρυτού και τα νερά του Αιγαίου που διεκδικεί η Τουρκία, δεν υπάρχει χαμένη τέχνη για να αναβιώσει. Η διπλωματία ήταν ανέκαθεν το βελούδινο γάντι· η σιδερένια γροθιά απλώς σκούριασε και τρύπησε το ύφασμα.
Ο άτλαντας των επόμενων δεκαετιών —αν όχι του επόμενου αιώνα— ξανασχεδιάζεται μπροστά στα μάτια μας. Όχι με τις λεπτές πένες των διπλωματών, αλλά με τις μπουλντόζες των δυνάμεων που εξισορροπούν τους αντιπάλους τους από απόσταση και με τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη των περιφερειακών πληρεξουσίων τους. Για τα αραβικά κράτη που ονειρεύονται μια χαμένη δόξα και για τα ελληνικά προκεχωρημένα φυλάκια που προσκολλώνται στην ψευδαίσθηση της απόλυτης αμερικανικής προστασίας, η πραγματικότητα είναι απογοητευτική και αδιαμφισβήτητη: ο ηγεμόνας εγκαταλείπει το κτίριο. Έχει κλειδώσει τις πόρτες. Έχει ανάψει τις φωτιές. Και αν στέκεσαι στη ζώνη διέλευσης περιμένοντας μια ομπρέλα που δεν θα ανοίξει ποτέ, δεν είσαι σύμμαχος. Είσαι το καύσιμο.
The trouble with imperial decline is not that it is violent and messy. It is that the empire expects you to thank it for the collateral damage, insisting all the while that the raging inferno consuming your neighborhood is merely a “strategic transition to localized heating.”
If you want to understand the modern tragedy of the Middle East, you must first understand the vast, unbridgeable chasm between the sterile, climate-controlled broadcasting studios of London and the unapologetically bloody realities of the Levant littoral. Truth, in these latitudes, is not an abstract concept to be debated over sparkling water at a think-tank summit. Truth is physical. Truth is a crater. Truth is the ballistic trajectory of a Houthi anti-ship missile tearing through the hull of a commercial freighter. Truth is the cold, raw calculus of leverage.
Recently, the credentialed experts over at The Economist convened to discuss a rather polite question: Is America’s hegemony over the Middle East coming to an end? Shashank Joshi and Edward Carr, flanked by their regional editors, observed with an air of detached fascination that the United States is seemingly stuck between escalation and negotiation. They noted that the American president threatened to annihilate Iran on the floor of the UN, only to herald the success of direct back-channel talks moments later. They marveled at the realization that, for the first time since the great powers dismembered the Ottoman Empire a century ago, the Middle East’s security might no longer be imposed from the outside. They dueled upon “shifting tides,” navigating regional retrenchment and a geopolitical “vacuum” waiting to be filled by non-Arab powers.
It is a fascinating, if somewhat sanitized approach to an autopsy of a dying order. But if you read our analyses the past couple of months (1, 2, 3, 4, 5)—you will realize something immensely clarifying: The polite British editors and the ruthless geostrategic analysts are describing the exact same corpse. They are merely using different tools to dissect it.
What The Economist gentrifies as a “hard-nosed calculation about where its national interests really lie,” our previous analysis identified as the “Hegemon’s Retreat.” The United States is not pulling back out of mere fatigue, nor is it a whimsical isolationist pivot. It is a deliberate, structurally mandated shift from being a direct imperial policeman to a classical offshore balancer. The era of deploying trillion-dollar expeditionary forces to build functioning democracies in the sand is over. The American empire is now pivoting to the Indo-Pacific to face down Beijing.
But an empire cannot simply pack its bags and leave the Eurasian landmass to a hostile coalition. It must leave behind a mechanism of control. It must leave behind chaos. The Brits know this too well. They invented the playbook as their empire fractured and today, the only ‘Great’ thing left of Great Britain is the magnificent scale of the chaos it engineered on its way out.
The Economist discussion is wondering if the Middle East’s security is no longer going to be imposed from the outside, noting that Washington is letting its bases get pummeled and bypassing Riyadh to talk directly to militias in Yemen. They view this as a loss of control. Our aforementioned analyses though, underline that this is the control. The policy is not peace; the policy is managed instability. By retreating, the United States is systematically escaping the burdens of direct administration, substituting the bloody work of nation-building with the cynical mechanics of remote-controlled fragmentation.
And that matters. It matters immensely. Because when an offshore balancer needs to deny a region to its rivals, it does not build. It demolishes. The Economist editors observe that the old framework is effectively dead—politely referring to the “dismemberment of the Ottoman Empire” while avoiding the direct geostrategic shorthand of the Sykes-Picot order—but they treat this as an organic tragedy, a mere “history of missed opportunities.” The view from the ground is far more sinister. Our analysis outlines the “Bulldozing of Borders.” The map of the Middle East is not collapsing by accident; it is being subjected to a controlled demolition under the “Blood Borders” doctrine.
A unified, sovereign state—be it Syria or Iraq—has the legal and military veto power to block transnational energy corridors or invite in Chinese infrastructure investments. Washington’s solution, pioneered by the Oded Yinon Plan and Ralph Peter’s “Blood Borders” map of Middle East Balkanization, is to break these states into easily manipulated, sectarian micro-fiefdoms.
Our analysis, DRAWN IN BLOOD: The Deliberate Demolition of Sykes-Picot and the Architects of the New Middle East, details exactly how this works. The collapse of the Assad regime into Alawite or Druze rump states and Kurdish enclaves is not a failure of American and Israeli policy; it is the realization of it. Sovereign nations are stripped of their agency, reduced to squabbling cantons that cannot survive without external patronage.
Dust, blood, betrayal, and the quiet hum of a Reaper drone.
These are the real ingredients of the “vacuum” that The Economist editors warn about. The panel sets to note that three non-Arab states—Iran, Turkey, and Israel—stand out as the powers with the heft to fill this void. Iran could cement control over Hormuz; Turkey is quietly building ties in Syria and Iraq; Israel is flexing its dominance via background pressure on US. If they ask if these three can find a way to live together:
The cynic in the field knows the answer: they are not supposed to live together.
The US has engineered terrestrial “shatter-belts.” By intentionally shattering the sovereign states of the Levant, the US has created a geopolitical black hole designed to absorb the expansionist energies of Russia and China. Moscow and Beijing need strong, centralized states to do business; they cannot project power into a balkanized zone ruled by warlords.
The New Middle East: A Bloody End to Sykes-Picot makes it clear that the non-Arab powers—Turkey and Israel in particular—are functionally operating as regional “bouncers.” The US relies on these heavily armed proxies to manage the friction of this shatter-belt, keeping the Arab states divided and the Eurasian rivals locked out.
But here, the elegant theories of the boardroom collide with the unforgiving physics of the street.
The Economist editors note that America seems “stuck.” Our analysis gives this paralysis a name: The Spykman Trap. To protect the Rimland of Eurasia from the Heartland powers, the US set fire to the Middle East, assuming it could control the burn. But the modern geoeconomic strategy—the India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC), the LNG terminals, the high-tech supply chains—requires absolute stability. You cannot run a frictionless digital supply chain through a sectarian slaughterhouse.
The US is now trapped in the chaos of its own design, forced to expend dwindling naval resources to protect commercial shipping from the very radicalized non-state actors its “Blood Borders” policy helped empower.
And what of the collateral damage? What of the periphery that The Economist panel politely ignores in its grand sweep of the Middle East?
If the Levant is the burning engine of this shatter-belt, the Eastern Mediterranean is the vital suture connecting it to the fortified European core. As we already outlined, this is where the grand strategy exacts its most tragic toll, specifically upon Greece and Cyprus. In the eyes of the offshore balancer, Athens and Nicosia are not sovereign allies with inviolable rights; they are mere logistical hinges, transit zones that must be optimized for the movement of capital and energy.
Greece is being elevated to the supreme geopolitical gateway of the 21st-century Rimland via the Three Seas Initiative and IMEC, anchored by the port of Alexandroupolis. But to ensure unrestricted transit for NATO and energy markets, Greek sovereignty must be functionally diluted. The US push for an Aegean “Neutral Zone,” the minimizing of the Kastellorizo EEZ and the deliberate ambiguity regarding Turkish gray-zone operations are not diplomatic blunders. They are operational requirements. Just as Syria is about to be fragmented to allow pipelines to flow, Greek sovereignty may even be “cantonized” so that it cannot veto over the alliance’s logistical needs.
Cyprus, similarly, is treated as an unsinkable aircraft carrier whose rights to its own hydrocarbons are routinely subordinated to the need to manage Turkish aggression and integrate Israeli ones. The Geopolitical Outlook of First Half of 2026: The Atlas is Being Written forecasts a grim era of managed proxy conflicts, where Greece and Cyprus are forced to serve as the heavily armed anvils against which Turkish ambitions are blunted, absorbing the friction of a receding empire. They are the “Iphigenia” of the Rimland—sacrificed on the altar of Western energy security.
The Economist editor’s notes end by wistfully asking if there is a way to “revive the lost art of Middle East diplomacy.”
It is a beautiful, melancholic question, the kind one asks while adjusting a silk tie before a dinner party in Mayfair. But out there, where the sun beats down on the shattered concrete of Beirut and the Aegean waters disputed by the Turks, there is no lost art to revive. Diplomacy was only ever the velvet glove; the iron fist has simply rusted through the fabric.
The atlas of the next decades —if not century— is being redrawn in real time, not with the delicate pens of diplomats, but with the bulldozers of offshore balancers and the drones of regional proxies. To the Arab states dreaming of lost glory, and to the Hellenic outposts clinging to the illusion of absolute American protection, the reality check is sobering and absolute: The hegemon is leaving the building. It has locked the doors. It has set the fires. And if you are standing in the transit zone, waiting for an umbrella that will never open, you are not an ally. You are the fuel.