του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Επειδή πλησιάζει πάλι χρόνος εκλογικής αναμέτρησης σκεφτόμουν ότι υπάρχουν στιγμές, που οι αριθμοί λένε πολλά περισσότερα από τις λέξεις.
Η αποχή από τις εκλογές είναι μία από αυτά. Δεν μπορώ να να δεχθώ ότι αιτία είναι απλά η αδιαφορία ή απογοήτευση από ένα κόμμα, μια κυβέρνηση ή ένα πρόσωπο. Όταν εκατομμύρια πολίτες δεν συμμετέχουν, η σιωπή τους αποκτά πολιτικό περιεχόμενο και την εκλαμβάνομαι ως μια εκκωφαντικά σιωπηλή απεργία, ένα σοβαρό μήνυμα προς το πολιτικό σύστημα, που προσποιείται τόσα χρόνια ότι δεν ακούει.
Στις εθνικές εκλογές του 2023 ψήφισε μόλις το 53,74% των εγγεγραμμένων, ενώ στις ευρωεκλογές του 2024 η συμμετοχή περιορίστηκε στο 41,39%. Σίγουρα δεν απέχουν όλοι για τον ίδιο λόγο. Όταν όμως η αποχή παίρνει τέτοιες διαστάσεις, δείχνει μια κοινωνία που απομακρύνεται από το πολιτικό σύστημα και κυρίως, ότι αμφιβάλλει, αν η συμμετοχή της μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις που την αφορούν.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ φωτίζουν αυτή την εικόνα. Το 2025 το 63% των Ελλήνων δήλωνε υψηλή ή μέτρια-υψηλή εμπιστοσύνη στις Ένοπλες Δυνάμεις, το 44% στην Αστυνομία και το 39% στα δικαστήρια, ενώ στα πολιτικά κόμματα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 15%. Παράλληλα, μόνο το 21% θεωρούσε ότι έχουν λόγο στις πολιτικές αποφάσεις.
Δεν πιστεύω ότι πρόκειται για μαζική απόρριψη των θεσμών, αλλά για την αίσθηση ότι η φωνή του πολίτη δεν φτάνει εκεί όπου λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις.
Η κρίση, επομένως, δεν αφορά μόνο την προσέλευση στην κάλπη, αλλά την πεποίθηση ότι η πολιτική διαδικασία, όπως λειτουργεί σήμερα, δεν προσφέρει στον πολίτη επαρκή και ουσιαστικά εργαλεία συνεχούς επιρροής στις αποφάσεις που τον αφορούν.
Εδώ προτείνω να θυμηθούμε κάτι που γράφτηκε πριν από σχεδόν οκτώ δεκαετίες. Τον Φεβρουάριο του 1947, ο Paul Porter, επικεφαλής της αμερικανικής οικονομικής αποστολής στην Ελλάδα, περιέγραφε σε επιστολή του προς τον W. L. Clayton μια χώρα όπου οι πολιτικοί ήταν απορροφημένοι από τον αγώνα για την εξουσία, ενώ η δημόσια διοίκηση παρουσίαζε σοβαρές αδυναμίες. Η επιστολή έχει καταγραφεί με ημερομηνία 14 Φεβρουαρίου 1947 σε μεταγενέστερες δημοσιεύσεις και μελέτες. Δεν μπορεί βέβαια να γίνει μηχανική σύγκριση της Ελλάδας του 1947 με τη σημερινή. Οι εποχές και οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Η αναφορά, όμως, θέτει το διαχρονικό ερώτημα κατά πόσο τα τελευταία τουλάχιστον ογδόντα χρόνια, έχουμε καταφέρει να μετατρέψουμε την πολιτική εξουσία από αυτοσκοπό σε αποτελεσματικό εργαλείο για τον πολίτη.
Ο πολίτης απλά ψηφίζει και στη συνέχεια απλά παρακολουθεί. Η κυβέρνηση νομοθετεί, η Βουλή ψηφίζει, η διοίκηση εφαρμόζει και η Δικαιοσύνη ελέγχει μέσα στο συνταγματικό της πλαίσιο. Η διάκριση των εξουσιών τυπικά υπάρχει. Αυτό που λείπει είναι η αίσθηση ότι ο πολίτης διαθέτει ουσιαστικά εργαλεία ελέγχου, παρέμβασης και κυρίως συμμετοχής, ανάμεσα στις εκλογές.
Παράλληλα, υπάρχει καχυποψία για την απόσταση μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, προβληματισμός για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και για τη συγκέντρωση σημαντικού μέρους των ΜΜΕ σε ισχυρούς επιχειρηματικούς κύκλους. Δεν χρειάζεται να βαφτίσουμε αυτές τις αντιλήψεις αποδεδειγμένη διαπλοκή. Όταν όμως η πολιτική, οικονομική και μιντιακή ισχύς φαίνεται να συγκεντρώνεται σε περιορισμένους κύκλους, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται.
Το πολιτικό σύστημα συχνά απαντά με υποσχέσεις, παροχές, επιδόματα, αυξήσεις και προεκλογικά «δώρα». Κάθε χρόνο η έκθεση στην Θεσσαλονίκη έχει γίνει πεδίο συναγωνισμού παροχολογίας. Όμως ο πολίτης ζητά κάτι ουσιαστικότερο. Ζητά να έχει λόγο!
Η δημόσια διαβούλευση, όπως λειτουργεί σήμερα, κινδυνεύει να γίνει ένα «ξέπλυμα» δημοκρατικής συμμετοχής. Ο πολίτης καταθέτει την άποψή του, χωρίς να γνωρίζει τι αξιοποιήθηκε, τι απορρίφθηκε και γιατί. Διαβούλευση χωρίς λογοδοσία για το αποτέλεσμά της δεν είναι ουσιαστική συμμετοχή, αλλά είναι απλά η επίφαση συμμετοχής.
Η μεγαλύτερη ανάγκη κατά την γνώμη μου βρίσκεται πλέον στην αλλαγή στη λειτουργία της Δημοκρατίας. Όχι φυσικά στην κατάργηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά στην συμπλήρωσή της με θεσμούς άμεσης συμμετοχής.
Η αρχαία Αθήνα σίγουρα δεν μπορεί να αντιγραφεί. Μπορεί όμως να μας θυμίσει ότι ο πολίτης δεν ήταν απλά ψηφοφόρος, αλλα συμμετείχε στη λήψη των αποφάσεων.
Σήμερα έχουμε την τεχνολογία και την εμπειρία για να προσαρμόσουμε αυτή την αρχή στον 21ο αιώνα. Ο κάθε ένας από μας κυκλοφορεί με έναν υπερυπολογιστή στη τσέπη του, έχει τη δυνατότητα να ψηφίζει για την αποχώρηση παίκτη από ρεαλιτυ, να συμμετέχει απευθείας σε ψηφοφορίες για αδιάφορα εμπορικά θέματα, αλλά μέχρι εκεί…
Αν όλα αυτά όντως αποτελούν αδυναμίες της σημερινής Δημοκρατίας, τότε δεν αρκεί να ζητούμε από τον πολίτη να επιστρέψει στην πολιτικη και κατά συνέπεια στην κάλπη. Πρέπει να του δώσουμε τη δυνατότητα να συμμετέχει ουσιαστικά και στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Μερικές θεσμικές παρεμβάσεις όπως τις σκέφτομαι μπορεί να είναι η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό, με σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες και θεσμικές ισορροπίες.
Επίσης η δυνατότητα λαϊκής πρωτοβουλίας, ώστε ένας μεγάλος αριθμός πολιτών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να μπορεί να υποχρεώνει τη Βουλή να συζητήσει συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση.
Δημοψηφίσματα για κρίσιμα εθνικά ζητήματα και, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, δυνατότητα ενεργοποίησής τους και από την κοινωνία.
Αντιπροσωπευτικα σώματα πολιτών, που θα επιλέγονται με κλήρωση, θα ενημερώνονται από ειδικούς διαφορετικών απόψεων και θα γνωμοδοτούν δημόσια για σημαντικά νομοσχέδια.
Πλήρης διαφάνεια της νομοθετικής επιρροής. Ποιοι συναντήθηκαν με την εκαστοτε κυβέρνηση, ποιοι κατέθεσαν προτάσεις, τι υιοθετήθηκε και γιατί. Το ίδιο πρέπει να ισχύει για την ιδιοκτησία και τη χρηματοδότηση των ΜΜΕ και για τις σχέσεις οικονομικής ισχύος με την πολιτική εξουσία. Η πλήρης διαφάνεια είναι η βάση για όλο το οικοδόμημα.
Ο στόχος δεν είναι να υποκατασταθεί η Βουλή από τον λαό, αλλά να πάψει ο λαός να είναι θεατής μέχρι την επόμενη κάλπη.
Γιατί είναι πολύ ευκολότερο να πεις στον πολίτη «θα σου δώσω» από το να του πεις «θα σου δώσω τη δυνατότητα να αποφασίζεις». Το πρώτο δημιουργεί εξάρτηση. Το δεύτερο δημιουργεί πολίτες.
Η αποχή, επομένως, είναι ερώτημα προς ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Γιατί η Δημοκρατία να χρειάζεται τη συμμετοχή του πολίτη μόνο την ημέρα των εκλογών;
Ίσως η μεγάλη μεταρρύθμιση που χρειάζεται η χώρα δεν είναι να αλλάξουμε απλώς αυτούς που κυβερνούν, αλλά τον τρόπο με τον οποίο κυβερνιέται.
Όποιος αντιληφθεί πρώτος ότι η κοινωνία δεν ζητά πλέον μόνο καλύτερη διαχείριση, αλλά περισσότερο λόγο στη Δημοκρατία, και τολμήσει να προτείνει συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές, μπορεί να ξαναχτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης με τον πολίτη.
Γιατί η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από ακόμη μία υπόσχεση. Έχει ανάγκη να της επιστραφεί ένα μέρος της πολιτικής της δύναμης. Να περάσουμε από τη Δημοκρατία της ανάθεσης στη Δημοκρατία της συμμετοχής.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


