Η αντιπαλότητα ΗΠΑ–Κίνας παραμένει στάσιμη μετά τη σύνοδο Τραμπ–Σι

Deutsche Welle

Γουέσλι Ραν | 25 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Αμερικανός πρόεδρος έδειξε στον Κινέζο ομόλογό του τα κατασκευαστικά έργα στον Λευκό Οίκο και παρέθεσε πολυτελές δείπνο με διευθύνοντες συμβούλους εταιρειών τεχνολογίας. Η σύνοδος, όμως, σημείωσε μικρή πρόοδο σε βασικά ζητήματα, όπως οι εμπορικές εντάσεις και η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης.

Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε με κόκκινο χαλί τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στην αεροπορική βάση Άντριους το βράδυ της Τετάρτης, έκανε μια σπάνια διπλωματική χειρονομία. Κάτι τέτοιο έχει συμβεί ελάχιστες φορές στην ιστορία των ΗΠΑ.

Συνήθως, ο Αμερικανός πρόεδρος υποδέχεται τους ξένους ηγέτες στον Λευκό Οίκο. Η υποδοχή του Σι στην αεροπορική βάση δείχνει πόση σημασία αποδίδει ο Τραμπ στην προσωπική του σχέση με τον ισχυρότερο ηγέτη της Κίνας εδώ και μία γενιά.

Μετά από 90 λεπτά διμερών συνομιλιών στο Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ πέρασε το απόγευμα της Πέμπτης δείχνοντας στον «καλό του φίλο» Σι διάφορα έργα στον Λευκό Οίκο. Ανάμεσά τους ήταν το ελικοδρόμιο που είχε ολοκληρωθεί λίγες ημέρες νωρίτερα στον νότιο κήπο. Στη συνέχεια, προσκάλεσε τον Σι στο προεδρικό ελικόπτερο Marine One για μια σύντομη περιήγηση.

Ο τελευταίος πρόεδρος των ΗΠΑ που υποδέχθηκε ηγέτη ξένης χώρας στην Αεροπορική Βάση Άντριους ήταν ο Τζον Φ. Κένεντι, το 1962. Φωτογραφία: Alex Brandon/AP Photo/dpa/picture alliance

Η «προσωπική διπλωματία» του Τραμπ

Ο Τραμπ είπε κατόπιν στους δημοσιογράφους ότι «είχαμε μια εξαιρετική συνάντηση», προσθέτοντας ότι στον Σι «αρέσει ο καλός γρανίτης».

Η έμφαση στην εικόνα συνεχίστηκε στο λαμπερό επίσημο δείπνο το βράδυ της Πέμπτης. Εκεί ο Τραμπ είπε ότι ο ίδιος και ο πρόεδρος Σι «ποτέ δεν τα πήγαιναν καλύτερα» και εξήρε την οικοδόμηση μιας «σχέσης που προάγει την ευημερία και την ασφάλεια για τις επόμενες γενιές».

Από τη συμπεριφορά του Σι, πάντως, δεν είναι σαφές αν συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του Τραμπ για την προσωπική διπλωματία. Όταν ο Τραμπ έφτασε στο Πεκίνο για μια σύνοδο τον Μάιο, ο Σι έστειλε να τον υποδεχθεί τον αντιπρόεδρο Χαν Τζενγκ.

«Η “εξατομικευμένη διπλωματία” του Τραμπ είναι μια μονόπλευρη κατασκευή, που υπάρχει κυρίως στο μυαλό του. Μπορεί να πιστεύει ότι η προσωπική του σχέση με τον Σι είναι ο καθοριστικός παράγοντας στις σινοαμερικανικές σχέσεις, αλλά υπάρχουν ελάχιστα έως καθόλου στοιχεία που να στηρίζουν αυτόν τον ισχυρισμό», δήλωσε ο Αουρέλιο Ινσίζα, ανώτερος αναλυτής του Ινστιτούτου Mercator για τις Κινεζικές Σπουδές (MERICS), με έδρα το Βερολίνο.

Η Πενγκ Λιγιουάν, Πρώτη Κυρία της Κίνας, και η Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Μελάνια Τραμπ, επισκέφθηκαν την Πέμπτη το Εθνικό Μουσείο Ασιατικής Τέχνης του Σμιθσόνιαν. Φωτογραφία: Finn Gomez/AP Photo/Getty Images/picture alliance

Η σύντομη επίσκεψη του Σι στις ΗΠΑ, η πρώτη του εδώ και δέκα χρόνια, είχε πολλή επισημότητα αλλά σχετικά λίγο ουσιαστικό περιεχόμενο.

Μέχρι το πρωί της Παρασκευής, η περισσότερη κάλυψη της συνόδου είχε επικεντρωθεί στο μενού του δείπνου και στη λίστα των προσκεκλημένων από τον χώρο της τεχνολογίας. Δεν είχαν ανακοινωθεί συγκεκριμένα αποτελέσματα για δύσκολα ζητήματα, όπως οι εμπορικές συμφωνίες ή η συνεργασία στην τεχνητή νοημοσύνη. Υπήρχε ακόμη περιθώριο για ανακοινώσεις πριν από την αναχώρηση του Σι από την Ουάσινγκτον αργότερα την Παρασκευή, μετά την επίσκεψή του στα Εθνικά Αρχεία μαζί με τον Τραμπ.

«Η σύνοδος έστειλε πράγματι μήνυμα προσωρινής ύφεσης, ακόμη κι αν τα συγκεκριμένα αποτελέσματα σε ζητήματα όπως η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης και οι εμπορικές εντάσεις παρέμειναν περιορισμένα. Για να λάβει οποιαδήποτε από τις δύο κυβερνήσεις μέτρα που θα διέλυαν αυτή την εκεχειρία, πιθανότατα θα χρειαζόταν έγκριση στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, δηλαδή από τους δύο προέδρους», είπε στην DW ο Ντόμινικ Τσίου, ανώτερος αναλυτής για την Κίνα και τη Βορειοανατολική Ασία στην εταιρεία συμβούλων πολιτικού κινδύνου Eurasia Group.

«Γι’ αυτό έχει σημασία και η εικόνα της συνόδου. Συναντώμενοι δημόσια και δίνοντας έμφαση στη σταθερότητα, οι δύο ηγέτες αύξησαν το πολιτικό κόστος ενεργειών που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν γρήγορα τη σχέση τους», πρόσθεσε.

Παρατείνεται η εμπορική εκεχειρία — ερωτήματα για τις σπάνιες γαίες

Το πιο επείγον ζήτημα παραμένει η διαχείριση του εμπορικού πολέμου που πυροδότησαν οι δασμοί του Τραμπ τον Απρίλιο του 2025. Κάποια στιγμή οι δασμοί ήταν τόσο υψηλοί ώστε ισοδυναμούσαν ουσιαστικά με εμπάργκο στα κινεζικά προϊόντα.

Την Τετάρτη, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι η εμπορική εκεχειρία, που επρόκειτο να λήξει τον Νοέμβριο, θα παραταθεί έως τον Ιανουάριο «για να έχουμε περισσότερο χρόνο να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε στο οικονομικό μέτωπο». Η παράταση αναμενόταν ευρέως πριν από τη σύνοδο.

Η εκεχειρία βασίζεται στη «συμφωνία του Μπουσάν», στην οποία κατέληξαν ο Τραμπ και ο Σι κατά τη συνάντησή τους στη Νότια Κορέα τον περασμένο Οκτώβριο. Τότε ο Τραμπ υπαναχώρησε από την επιβολή πρόσθετων δασμών, με αντάλλαγμα να χαλαρώσει ο Σι τους ελέγχους στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Οι ύλες αυτές είναι κρίσιμες για την κατασκευή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, όπως τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα.

Η αξιοποίηση της δεσπόζουσας θέσης της Κίνας στις σπάνιες γαίες ως απάντηση στους δασμούς του Τραμπ αποτέλεσε σημαντική νίκη για τον Σι.

Οι Financial Times ανέφεραν νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι οι ΗΠΑ «πιστεύουν πως η Κίνα δεν έχει τηρήσει πλήρως τη δέσμευσή της για αδιάλειπτο εφοδιασμό». Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι αποστολές σπάνιων γαιών από την Κίνα προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν πρόσφατα, εντείνοντας τις ανησυχίες ότι το Πεκίνο θα μπορούσε να περιορίσει ξανά την προσφορά.

Την Πέμπτη ο Τραμπ μίλησε αόριστα για «πρόοδο» στους δασμούς και στο εμπόριο. Μέχρι το πρωί της Παρασκευής, ωστόσο, δεν είχε αναφερθεί καμία συγκεκριμένη συμφωνία για κλάδους ή προϊόντα. Ούτε είχαν επιβεβαιωθεί οι προ της συνόδου αναφορές για αναμενόμενες αμοιβαίες μειώσεις δασμών ύψους 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η Μέλανι Χαρτ, διευθύντρια του Global China Hub στο Atlantic Council, είχε γράψει σε ενημερωτικό σημείωμα νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι η ανακοίνωση για μείωση των δασμών αναμενόταν τόσο πολύ, ώστε, αν τελικά δεν γινόταν, «θα σήμαινε ότι κάτι πήγε πάρα πολύ στραβά».

Σύμφωνα με τον Τσίου της Eurasia Group, η εμπορική εκεχειρία «δίνει χρόνο και στις δύο χώρες να προωθήσουν τη στρατηγική αποσύνδεσή τους σε τομείς ευαίσθητους για την εθνική ασφάλεια, όπως οι τεχνολογίες αιχμής και οι σπάνιες γαίες».

«Ωστόσο, καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι πιθανό να αποσυνδεθεί αρκετά μέσα στα επόμενα χρόνια ώστε να εξαλειφθεί η οικονομική ζημιά που θα μπορούσε να προκαλέσει η μία στην άλλη αξιοποιώντας την εξάρτηση στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Αυτά τα αμοιβαία σημεία πίεσης θα πρέπει, με τη σειρά τους, να ενισχύσουν τα κίνητρα για μια σχετικά σταθερή και ελεγχόμενη σχέση τα επόμενα χρόνια», πρόσθεσε.

Συμφωνίες και διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται μέσω του αμερικανοκινεζικού «Συμβουλίου Εμπορίου», που ανακοινώθηκε τον Μάιο. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ έχει δηλώσει ότι το συμβούλιο λειτουργεί ήδη. Στις αρχικές λίστες πιθανών προϊόντων περιλαμβάνονται αμερικανικά αγροτικά προϊόντα, καθώς και κινεζικό υγροποιημένο φυσικό αέριο και προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας.

Η Κίνα επιδιώκει επίσης μεγαλύτερη πρόσβαση σε προηγμένα τσιπ αμερικανικών εταιρειών, τα οποία χρειάζεται για την ανάπτυξη των πλέον εξελιγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.

Άλυτο παραμένει και το ζήτημα των αμερικανικών δευτερογενών κυρώσεων κατά όσων χρηματοδοτούν το Ιράν, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλάβουν κινεζικές τράπεζες. Ο Τραμπ έχει επίσης απορρίψει αναφορές ότι η Κίνα παρείχε στο Ιράν πληροφορίες για τον εντοπισμό στόχων.

«Τα θεμέλια αυτής της εμπορικής εκεχειρίας είναι εύθραυστα και πιθανότατα δεν θα αντέξουν μετά το τέλος της δεύτερης προεδρίας Τραμπ», δήλωσε στην DW ο Ινσίζα του MERICS.

«Το Πεκίνο δεν πρόκειται να αλλάξει ριζικά τη βιομηχανική και εμπορική πολιτική του για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της Ουάσινγκτον. Και οι μελλοντικές κυβερνήσεις των ΗΠΑ, ακόμη και οι Ρεπουμπλικανικές, πιθανότατα θα αποκλίνουν από την προσέγγιση του Τραμπ απέναντι στην Κίνα.»

Λόγια, αλλά όχι πράξεις, για την τεχνητή νοημοσύνη

Μετά τις πρόσφατες προειδοποιήσεις εργαστηρίων τεχνητής νοημοσύνης για ζητήματα ασφάλειας, η ρύθμιση της τεχνολογίας και ο τεχνολογικός ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας βρέθηκαν στο επίκεντρο πριν από τη σύνοδο. Οι προσδοκίες για ουσιαστική συνεργασία, όμως, παραμένουν χαμηλές.

Την Κυριακή ανακοινώθηκε ένας αμερικανοκινεζικός «διάλογος» για την τεχνητή νοημοσύνη, μετά τη συνάντηση των Μπέσεντ και Γκριρ με τον αντιπρόεδρο της κινεζικής κυβέρνησης Χε Λιφένγκ. Στα θέματα περιλαμβανόταν και η πιθανή δημιουργία διαύλου επικοινωνίας για περιόδους κρίσης. Δεν είναι σαφές πότε θα συναντηθεί ξανά η ομάδα· μια πιθανή ευκαιρία είναι η σύνοδος του APEC τον Νοέμβριο.

Ο Τραμπ αντιμετωπίζει την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ως αγώνα στον οποίο ο νικητής τα παίρνει όλα. Έχει επίσης μειώσει τα κίνητρα της Κίνας να επιβραδύνει τη δική της ανάπτυξη στον τομέα, καθώς έχει χαρακτηρίσει «απάτη» τις προειδοποιήσεις των εργαστηρίων για την ασφάλεια.

Τη δημιουργία παράλληλων πλαισίων ρύθμισης στις ΗΠΑ και στην Κίνα δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο η έλλειψη εμπιστοσύνης και διαφάνειας: είναι αδύνατο να επαληθευτεί αν η μία πλευρά τηρεί τους κανόνες που έχουν συμφωνηθεί. Σύμφωνα με την αναλύτρια του MERICS Αντόνια Χμαΐντι, οι δύο πλευρές έχουν επίσης διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει «ρύθμιση».

Το αίτημα του Σι για την Ταϊβάν

Σχεδόν κάθε σύνοδος Τραμπ–Σι επισκιάζεται από φόβους ότι ο Αμερικανός πρόεδρος, που συνηθίζει να αντιμετωπίζει τη διπλωματία ως διαπραγμάτευση ανταλλαγμάτων, θα προσφέρει στο Πεκίνο την αμερικανική στήριξη προς την αυτοδιοικούμενη δημοκρατία της Ταϊβάν ως αντάλλαγμα για κάποια συμφωνία.

Τις ανησυχίες αυτές ενέτεινε η καθυστέρηση, από τον Τραμπ, ενός αμερικανικού πακέτου εξοπλισμών ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων (12,2 δισεκατομμυρίων ευρώ) για την Ταϊβάν, το οποίο είχε εγκρίνει το Κογκρέσο τον Ιανουάριο. Μετά τη σύνοδο του Μαΐου, ο Τραμπ χαρακτήρισε το πακέτο «καλό διαπραγματευτικό χαρτί».

«Η [εμπορική] εκεχειρία ωφελεί την Κίνα στον βαθμό που περιορίζει αμερικανικές ενέργειες τις οποίες το Πεκίνο θεωρεί επιζήμιες για τα εθνικά του συμφέροντα. Θα περίμενα επίσης καθυστερήσεις στο πακέτο πώλησης όπλων προς την Ταϊβάν, λόγω της ανάγκης να διατηρηθεί η εκεχειρία», είπε ο Τσίου.

Το Πεκίνο θεωρεί την Ταϊβάν κινεζικό έδαφος και έχει δεσμευτεί να καταστείλει κάθε απόπειρα «ανεξαρτησίας».

Παρά τους φόβους αυτούς, οι ΗΠΑ υπό τον Τραμπ δεν έχουν αλλάξει μέχρι στιγμής τη διατύπωση της θέσης τους για την Ταϊβάν. Διατηρούν τη στάση της «στρατηγικής αμφισημίας»: παρέχουν αμυντική στήριξη, χωρίς να παίρνουν επισήμως θέση για την κυριαρχία της Ταϊβάν.

Έτσι δημιουργείται μια λεπτή διπλωματική ισορροπία, στην οποία οι λέξεις έχουν μεγάλη σημασία.

Κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι ο Σι είπε στον Τραμπ πως ελπίζει οι ΗΠΑ να «τηρήσουν την ορθή θέση της αντίθεσης στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν». Αν ο Τραμπ αποδεχόταν τη διατύπωση περί «αντίθεσης», αυτό θα αποτελούσε σημαντική απόκλιση από την υφιστάμενη, πιο παθητική θέση ότι οι ΗΠΑ «δεν υποστηρίζουν» την ανεξαρτησία.

Ο αυθόρμητος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ο Τραμπ έχει προκαλέσει ανησυχίες ότι μια απρόσεκτη φράση του θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αλλαγή θέσης. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής.

«Πάγωμα» της αντιπαλότητας ΗΠΑ–Κίνας

Διοργανώνοντας διαδοχικές συνόδους με θετικές, έστω και επιφανειακές, εικόνες, το Πεκίνο διατηρεί αυτό που οι Κινέζοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής άρχισαν πρόσφατα να αποκαλούν «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα» στον πολυμέτωπο ανταγωνισμό του με τις ΗΠΑ.

«Η βαθύτερη αντιπαλότητα θα συνεχιστεί, πιθανότατα μέσω προσεκτικά υπολογισμένων μέτρων που θα αποθαρρύνουν τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας αιχμής να επενδύουν στην Κίνα, ενώ παράλληλα θα εξακολουθούν να περιορίζουν τις κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ», είπε ο Τσίου.

Διευθύνοντες σύμβουλοι εταιρειών τεχνολογίας, μεταξύ των οποίων ο Ίλον Μασκ (δεύτερος από αριστερά), συναντήθηκαν με τους ηγέτες των ΗΠΑ και της Κίνας για επίσημο δείπνο στον Λευκό Οίκο την Πέμπτη. Φωτογραφία: Alex Brandon/AP Photo/picture alliance

Στο δείπνο του Λευκού Οίκου την Πέμπτη, ο Σι επανέλαβε θέσεις παρόμοιες με εκείνες που είχε εκφράσει στο επίσημο δείπνο του Μαΐου στο Πεκίνο.

«Ο πρόεδρος Τραμπ έχει δεσμευτεί να κάνει ξανά μεγάλη την Αμερική […] Η Κίνα επιδιώκει τη μεγάλη εθνική αναζωογόνησή της […] Οι δύο αυτοί στόχοι είναι φιλόδοξοι και ασφαλώς μπορούν να ενισχύσουν ο ένας τον άλλον», είπε ο Σι.

Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική του Σι, που προσαρμόζεται στη γλώσσα του Τραμπ, βρίσκεται η εκτίμηση του Πεκίνου ότι η διεθνής τάξη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ φθίνει — αυτό που αποκαλεί «μεγάλες αλλαγές που δεν έχουμε δει εδώ και έναν αιώνα». Ενώ ο Τραμπ επικεντρώνεται στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ τον Νοέμβριο, ο Σι αποβλέπει στην εξασφάλιση ακόμη πέντε ετών στην ηγεσία, κατά το Εθνικό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας τον επόμενο χρόνο.

«Η σύνοδος αποτελεί ένδειξη ότι η σημερινή πορεία των διμερών σχέσεων εξακολουθεί να ευνοεί την Κίνα», δήλωσε ο αναλυτής του MERICS Ινσίζα.

«Η Κίνα έχει τελειοποιήσει το “εγχειρίδιό” της για την αντιμετώπιση του Τραμπ μετά την επιστροφή του στην εξουσία και τη διαμάχη για τους δασμούς που προκάλεσε η ανακοίνωσή του για την “Ημέρα Απελευθέρωσης” τον Απρίλιο του 2025», είπε.

«Προς το παρόν, το Πεκίνο έχει βρει τρόπο να κρατά την κυβέρνηση Τραμπ σε διάλογο, αποφεύγοντας ταυτόχρονα συγκεκριμένα βήματα στα πιο πιεστικά ζητήματα: τη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης, τις εμπορικές σχέσεις και τους ελέγχους στις εξαγωγές», πρόσθεσε.

Η επόμενη συνάντηση των δύο ηγετών αναμένεται στο περιθώριο της συνόδου του APEC τον Νοέμβριο, στη Σεντζέν της Κίνας. Τα ζητήματα αυτά πιθανότατα θα παραμένουν όλα ανοιχτά — και ο Σι μπορεί να περιμένει.

Επιμέλεια πρωτοτύπου: Όλε Τάνγκεν Τζούνιορ

Deutsche Welle

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα