του Δρ. Ηρακλή Γωνιάδη, Οικονομολόγου
Υπάρχει ένας τρόπος να καταλάβεις ότι μπήκε ο Σεπτέμβριος στην Ελλάδα χωρίς να χρειάζεσαι ημερολόγιο ούτε πρόγνωση καιρού, φτάνει να ανοίξεις την τηλεόραση για να διαπιστώσεις ότι Θεσσαλονίκη είναι τίγκα από Αθηναίους. Γεμάτη από πολιτικούς, τα ξενοδοχεία από δημοσιογράφους, στα μικρόφωνα δηλώσεις και τη χώρα να προσπαθεί, για ακόμη μία φορά, να κοιτάξει το μέλλον με αισιοδοξία. Είναι η εποχή της ΔΕΘ.
Στην Ελλάδα έχουμε καταφέρει να δώσουμε στον χρόνο μια ιδιαίτερη πολιτική διάσταση αφού δεν μετράμε μόνο χρόνια, μήνες και ημέρες, αλλά και σε ΔΕΘ. Τον Σεπτέμβριο κάποτε τον αποκαλούσαν «Τρυγητή», στην Θεσσαλονίκη τον αποκαλούμε πλέον «Μήνα ΔΕΘ» κατά τον οποίο η κυβέρνηση την επισκέπτεται, παρουσιάζει το σχέδιό της για την επόμενη περίοδο, ανακοινώνει μέτρα, θέτει στόχους και μιλά για το μέλλον. Οι υπήκοοι ακούν, σχολιάζουν, υπολογίζουν τι σημαίνουν οι εξαγγελίες για την τσέπη τους και, κυρίως, περιμένουν, αλλά τελικά παίρνουν τα «κουκούτσια» από τον τρύγο των εισοδημάτων τους τους προηγούμενους έντεκα μήνες.
Κάπως έτσι γεννιέται η ελληνική εκδοχή της αισιοδοξίας: να πηγαίνεις από ΔΕΘ σε ΔΕΘ ελπίζοντας. Όχι, βέβαια, πως είναι μικρό πράγμα η ελπίδα, ίσως να είναι ένα από τα ανθεκτικότερα πολιτικά προϊόντα της χώρας μας. Υπάρχει όμως μια λεπτή και κρίσιμη διαφορά μεταξύ ελπίδας και προσδοκίας, η οποία απλά ανανεώνεται επειδή η προηγούμενη δεν πρόλαβε να γίνει πραγματικότητα.
Και εδώ αρχίζει η παράξενη σχέση της ελληνικής πολιτικής με τον χρόνο, καθώς κάθε επόμενο έτος έχει περισσότερες δυνατότητες από το προηγούμενο, η επόμενη μεταρρύθμιση υπόσχεται να λύσει τα προβλήματα της προηγούμενης και κάθε νέα εξαγγελία παρουσιάζεται ως ένα ακόμη βήμα προς μια Ελλάδα λίγο πιο πέρα από τον ορίζοντα. Μια Ελλάδα πλουσιότερη, αποτελεσματικότερη, «ψηφιακότερη», λειτουργικότερη, με καλύτερους μισθούς, καλύτερες υπηρεσίες, λιγότερη γραφειοκρατία και περισσότερες ευκαιρίες. Το «θα» είναι πάντοτε ευκολότερο από το «γέγονε».
Μόνο που ο υπήκοος δεν ζει στον ορίζοντα, αλλά στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο, στο σούπερ Μάρκετ, στη δουλειά του, στο σχολείο, στο νοσοκομείο, στη δημόσια υπηρεσία που χρειάζεται να επισκεφθεί. Η καθημερινότητα δεν περιμένει το επόμενο κυβερνητικό σχέδιο, ούτε γνωρίζει από μακροπρόθεσμους ορίζοντες. Έχει έναν πολύ πιο πεζό τρόπο να μετρά την πρόοδο, όπως πόσο κοστίζει η ζωή, πόσο γρήγορα εξυπηρετείται, πόσο εύκολα βρίσκει γιατρό, πόσο λειτουργεί το κράτος, πόσα χρήματα μένουν στην τσέπη στο τέλος του μήνα.
Ίσως, εκεί βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία κάθε κυβέρνησης. Όχι στο πόσο πειστικά μπορεί να περιγράψει το αύριο, αλλά στο πόσο αισθητά μπορεί να βελτιώσει το σήμερα.
Δεν είναι, βέβαια, η ΔΕΘ από μόνη της το πρόβλημα. Μια κυβέρνηση δικαιούται να παρουσιάζει πολιτικές προτεραιότητες, να ανακοινώνει μέτρα και να εξηγεί στους πολίτες πού θέλει να οδηγήσει τη χώρα. Μια κοινωνία, άλλωστε, χρειάζεται σχέδιο και προοπτική. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική επικοινωνία γίνεται υποκατάστατο της πολιτικής εφαρμογής· όταν η εξαγγελία αποκτά μεγαλύτερη πολιτική αξία από το αποτέλεσμα και το χρονοδιάγραμμα αντιμετωπίζεται περίπου ως ολοκλήρωση.
Τότε ο πολιτικός κύκλος γίνεται επαναλαμβανόμενος: εξαγγελία, προσδοκία, εφαρμογή, καθυστέρηση ή απογοήτευση και, λίγο αργότερα, νέα εξαγγελία. Όσα δεν έγιναν ξαναμπαίνουν στην ατζέντα, όσα καθυστέρησαν αποκτούν νέο χρονοδιάγραμμα, όσα δεν απέδωσαν όσο αναμενόταν επανασχεδιάζονται και, κάπως έτσι, η επόμενη ΔΕΘ γίνεται η φυσική συνέχεια της προηγούμενης.
Η ελληνική πολιτική έχει, με άλλα λόγια, αναπτύξει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μετατρέπει το μέλλον σε πολιτικό κεφάλαιο. Το σήμερα μπορεί να είναι δύσκολο, αλλά το αύριο είναι πάντοτε καλύτερο. Και το αύριο έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: δεν μπορεί να διαψεύσει κανέναν σήμερα.
Γι’ αυτό και το «του χρόνου» έχει αποκτήσει στη χώρα μας σχεδόν θεσμικό χαρακτήρα. Του χρόνου θα ολοκληρωθεί. Του χρόνου θα λειτουργήσει. Του χρόνου θα φανεί. Του χρόνου θα αποδώσει. Του χρόνου θα είμαστε καλύτερα. Κι όταν έρθει ο επόμενος χρόνος, υπάρχει πάντα ένας επόμενος ορίζοντας, ένα νέο σχέδιο, μια νέα αφετηρία και, φυσικά, ένας νέος Σεπτέμβριος.
Μόνο που ο χρόνος έχει ένα ελάττωμα, περνάει, και κάποια στιγμή ο υπήκοος αρχίζει να αξιολογεί τις κυβερνήσεις όχι βάσει των υποσχέσεών τους, αλλά βάσει των όσων έχουν ήδη ξεχάσει ότι του υποσχέθηκαν. Ίσως γι’ αυτό έχουμε γίνει τόσο καλοί στο να περιμένουμε. Περιμένουμε τη μεταρρύθμιση που θα εκσυγχρονίσει το κράτος, την αλλαγή που θα κάνει τη δημόσια διοίκηση αποτελεσματικότερη, την πολιτική που θα συγκρατήσει το κόστος ζωής, την επένδυση που θα δημιουργήσει καλύτερες δουλειές, την επόμενη χρονιά που θα είναι, επιτέλους, η χρονιά που θα φανούν όλα. Και όταν φτάνει ο Σεπτέμβριος, ξανασυναντιόμαστε στη ΔΕΘ για να μάθουμε τι έρχεται μετά.
Αυτό είναι το παράδοξο της ελληνικής πολιτικής αισιοδοξίας. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πιστεύουμε πως όλα πηγαίνουν καλά, αλλά ότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως μπορούν να γίνουν καλύτερα. Και αυτή η πίστη δεν είναι αμελητέα. Μια κοινωνία χωρίς προσδοκία δεν έχει ιδιαίτερο λόγο να κοιτάζει μπροστά. Όμως, η αισιοδοξία παύει να είναι δύναμη όταν μετατρέπεται σε μόνιμη αναμονή.
Γιατί υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην υπομονή και στην αναβολή. Η πρώτη περιμένει ένα αποτέλεσμα που βρίσκεται σε πορεία υλοποίησης, ενώ η δεύτερη απλώς μετακινεί συνεχώς το αποτέλεσμα λίγο πιο πέρα. Γι’ αυτό ίσως έχει έρθει η ώρα να αλλάξει το ερώτημα της επόμενης ΔΕΘ. Όχι μόνο «τι καινούργιο θα ανακοινωθεί;», αλλά, κυρίως, «τι από όσα ανακοινώθηκαν πέρυσι έγινε πραγματικότητα;». Και ακόμη περισσότερο: «Τι άλλαξε μετρήσιμα στη ζωή του πολίτη;»
Πόσες από τις περσινές δεσμεύσεις υλοποιήθηκαν; Πόσες καθυστέρησαν; Πόσες άλλαξαν; Πόσες εγκαταλείφθηκαν; Και πόσες, τελικά, έγιναν αισθητές στην καθημερινότητα;
Εκεί τελειώνει η επικοινωνία και αρχίζει η διακυβέρνηση. Εκεί οι εξαγγελίες συναντούν τα αποτελέσματα, οι στόχοι συναντούν τους αριθμούς και οι υποσχέσεις συναντούν την πραγματικότητα. Εκεί κρίνεται, τελικά, αν μια κυβέρνηση κατάφερε να κάνει κάτι περισσότερο από το να περιγράψει πειστικά την Ελλάδα του αύριο. Και κάπου εκεί ο υπήκοος αποκτά υπόσταση πολίτη.
Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται από το πόσες φορές θα πούμε ότι «έρχεται η αλλαγή», αλλά από το αν, όταν έρθει η επόμενη ΔΕΘ, θα έχουμε λιγότερους λόγους να περιμένουμε την μεθεπόμενη. Μέχρι τότε, υπάρχει πάντα ο Σεπτέμβριος, η επόμενη ΔΕΘ και μια νέα δόση αισιοδοξίας. Γιατί στην Ελλάδα, τελικά, αισιοδοξία είναι να πηγαίνεις από ΔΕΘ σε ΔΕΘ ελπίζοντας, ενώ πρόοδος είναι όταν καταφέρει να μη το χρειάζεται.


