Αρχική Blog Σελίδα 247

«ΑΠΘ την Κυριακή»: Ανοιχτές Θύρες στο Κέντρο Διεπιστημονικής Έρευνας και Καινοτομίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου

0

Θεσσαλονίκη, 13/5/2026

25 ερευνητικές Ομάδες. Μια Κυριακή. Πολλές ανακαλύψεις!

Στο πλαίσιο της δράσης εξωστρέφειας του Πανεπιστημίου «ΑΠΘ την Κυριακή», το Κέντρο Διεπιστημονικής Έρευνας και Καινοτομίας -ΚΕΔΕΚ- ανοίγει και φέτος τις πύλες του στο κοινό και προσκαλεί το κοινό να γίνει μέρος της εμπειρίας και να γνωρίσει τις ιδέες και την έρευνα που αλλάζουν τον κόσμο!

Κυριακή 17 Μαΐου 2026 | ώρες: 10:00 – 15:00 | ΚΕΔΕΚ ΑΠΘ, Balkan Center, 10χλμ Θεσσαλονίκης – Θέρμης (δίπλα στο NOESIS) Κτίρια Α & Β

  • Ξέρεις πώς χρησιμοποιείς μέταλλα με φως για να ανιχνεύεις ιούς;
  • Θέλεις να ανακαλύψεις πώς τα μαγνητικά νανοϋλικά μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο;
  • Θέλεις να μετρήσεις το ηλεκτρικό πεδίο που εκπέμπει το κινητό σου;
  • Θέλεις να μάθεις τί είναι το πρωτεΐνωμα και να εξερευνήσεις τον ρόλο του στην υγεία και την ασθένεια?
  • Από τη φύση στα φάρμακα: έλα να εξερευνήσεις τον θαυμαστό κόσμο των φυτών.
  • Θέλεις να δεις ένα ρομποτικό σύστημα να μετράει το pH νερού;
  • Θέλεις να γνωρίσεις πως θα είναι τα εργοστάσια του μέλλοντος;
  • Θέλεις να μάθεις πως μετράμε τα φάρμακα στα βιολογικά δείγματα;
  • Θέλεις να μάθεις πώς οι χημικές ουσίες επηρεάζουν την ανθρώπινη υγεία;
  • Θέλεις να μάθεις πώς μετατρέπουμε τα δεδομένα σε γνώση και τη γνώση σε αποφάσεις στην βιομηχανία τροφίμων;
  • Θέλεις να δεις τη μηχανοκίνητη formula της φοιτητικής ομάδας ART;
  • Ξέρεις τι είναι η ενυδρειοπονία; Έλα να γνωρίσεις τον κυπρίνο Cyprinus carpio
  • Θέλεις να μάθεις πως γίνεται η εκτόξευση μικροδορυφόρων Cansat;
  • Γνωρίζεις πώς μαγείρευαν τους σπόρους στην προϊστορική Ελλάδα;
  • Γνωρίζεις τον τρόπο που πρέπει να διαβάζουμε τις ετικέτες των προϊόντων;
  • Ξέρεις που κατασκευάζονται οι ανιχνευτές που χρησιμοποιούνται στα πειράματα του CERN?
  • Θέλεις να μάθεις πως λειτουργούν τα φίλτρα σωματιδίων και οι καταλύτες για καυσαέρια αυτοκινήτων;
  • Γνωρίζεις για την έρευνα στις πτήσεις αεροπλάνων, με ή χωρίς πιλότο;

Η δράση απευθύνεται σε μαθητές/τριες γυμνασίου-λυκείου, φοιτητές/τριες, εκπαιδευτικούς και πολίτες κάθε ηλικίας, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να γνωρίσουν από κοντά το έργο 25 Ερευνητικών Ομάδων του ΚΕΔΕΚ, να περιηγηθούν σε επιστημονικά εργαστήρια, να παρακολουθήσουν πειράματα και παρουσιάσεις τεχνολογιών αιχμής και να συμμετάσχουν σε διαδραστικές ενημερωτικές επιδείξεις, παιχνίδια και quiz.

Η επιστήμη συναντά την κοινωνία – Ερευνητικά εργαστήρια ανοιχτά για όλους.

Πρόσβαση στο ΚΕΔΕΚ;

🚗 Αυτοκίνητο, Balkan Center, 10km Θεσσαλονίκης-Θέρμης

🚌 Λεωφορείο 66 Θέρμη-Χαριλάου (στάση Ζώνη Καινοτομίας)

🚌 Λεωφορείο 36 Βούλγαρη-Κόσμος-Ζώνη Καινοτομίας (στάση Κέντρο Διάδοσης Επιστημών)

Ελλάδα-Αγγελίνα Παύλου: Μια πιανίστρια ανάμεσα σε δύο κόσμους

0

Δύο συναυλίες στην Αθήνα αυτή την εβδομάδα λειτουργούν ως πρώτης τάξεως αφορμή για να γνωρίσουμε την Ελλάδα-Αγγελίνα Παύλου, την ταλαντούχα πιανίστρια που διαγράφει μια σταθερά ανοδική και συνεπή πορεία στην κεντροευρωπαϊκή κλασική σκηνή.

12.05.2026

Η πρώτη στάση, την Τρίτη 12 Μαΐου, έχει πιο αστικό και εξωστρεφή χαρακτήρα. Στο πλαίσιο της ενότητας «Rising Stars» του Piano City Athens το αμφιθέατρο του Ινστιτούτου Γκαίτε στην οδό Ομήρου φιλοξενεί τη σύμπραξή της με τον πιανίστα Χρήστο Φούντο σε έργα Στραβίνσκι, Ραχμάνινοφ, Μπρίτεν και Σοστακόβιτς.


Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή συνεργασία. Οι δύο μουσικοί αποτελούν ένα γνώριμο πιανιστικό ντουέτο, έχοντας ήδη δοκιμάσει τη χημεία τους σε ρεπερτόριο για έργα για τέσσερα χέρια σε συναυλίες στο Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες αίθουσες στην Ευρώπη.

Λίγες ημέρες αργότερα, το Σάββατο 16 Μαΐου, το σκηνικό αλλάζει. Η Παύλου μεταφέρεται στο πιο παραδοσιακό για τον κλασικό ήχο περιβάλλον της Αίθουσας Συναυλιών Φίλιππος Νάκας.

Εκεί, στο πλαίσιο του ιστορικού 37ου κύκλου «Οι Νέοι για τους Νέους» –ενός θεσμού που διαχρονικά λειτουργεί ως βαρόμετρο για τα ανερχόμενα ταλέντα της εγχώριας κλασικής σκηνής– θα συνοδεύσει τη βιολονίστα Θεοδώρα Παπανικολάου σε ένα απαιτητικό πρόγραμμα με έργα των Γιοχάνες Μπραμς και Κάρολ Σιμανόφσκι.


Η μετάβαση αυτή λειτουργεί ως ένας καθρέφτης της μέχρι τώρα πορείας της καλλιτέχνη.

Γεννημένη στην Ξάνθη το 1995, η Παύλου ακολούθησε ακαδημαϊκή διαδρομή προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι σπουδές της στο Trinity Laban Conservatoire του Λονδίνου και στη συνέχεια το Artist’s Diploma του Royal Northern College of Music στο Μάντσεστερ –ως υπότροφος του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος– διαμόρφωσαν τον πυρήνα της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.

Σήμερα, ωστόσο, το επίκεντρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητάς της είναι τοποθετημένο στην Κεντρική Ευρώπη. Η Παύλου μοιράζει τον επαγγελματικό της χρόνο ανάμεσα στην Ελβετία –όπου διδάσκει στο Musik School of Viamala– και τη Βιέννη, ενώ έχει ήδη εμφανιστεί σε σημαντικές αίθουσες, όπως το εμβληματικό Musikverein.

Εκείνο, πάντως, που παρουσιάζει ίσως το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο καλλιτεχνικό της προφίλ είναι η συνειδητή επιλογή της να μην περιχαρακώνεται στο ασφαλές και καθιερωμένο κλασικό ρεπερτόριο.

Διατηρεί ενεργό διάλογο με τη σύγχρονη δημιουργία, συνεργαζόμενη σταθερά με νέους συνθέτες –ανάμεσά τους η Ελληνίδα Αθανασία Κοντού και ο Αυστριακός Philipp-Manuel Gutmann– αναλαμβάνοντας συχνά τις πρώτες παγκόσμιες εκτελέσεις των έργων τους.

Οι δύο συναυλίες της στην Αθήνα –αμφότερες με ελεύθερη είσοδο– λειτουργούν τελικά συμπληρωματικά. Από την ανοιχτή συνθήκη ενός αστικού φεστιβάλ μέχρι την πειθαρχία της κλασικής αίθουσας μουσικής, σκιαγραφούν το πορτρέτο μιας μουσικού που εξελίσσεται σταθερά, μακριά από τον εγχώριο θόρυβο και στην καρδιά του απαιτητικού περιβάλλοντος της κεντροευρωπαϊκής κλασικής σκηνής.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Η Τουρκική Στρατηγική Έναντι της Ελλάδας – Καθυπόταξη Δίχως Πόλεμο!

2

Οι Παραβιάσεις στο Πεδίο, η Ρητορική των Μέσων και η Λογική του Ελεγχόμενου Εξαναγκασμού

 

Επιμέλεια iEpikaira*

I. Θεμελιώδης Παραδοχή: Τι Υποθέτουν οι Τούρκοι Στρατηγιστές

Αυτό που προκύπτει από την ανάλυση των παραβιάσεων στο Αιγαίο σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη ρητορική δηλώσεων/μίντια, επί της ουσίας ΔΕΝ συνιστά «διαχείριση κρίσεων». Πρόκειται στην πραγματικότητα για εξαναγκαστική διαμόρφωση συμπεριφοράς. Οι Τούρκοι επιβάλλουν τον ρυθμό και οι Έλληνες αντανακλαστικά «χορεύουν». Η τουρκική στρατηγική λειτουργεί βάσει πέντε αξιωμάτων:

  • Μέσω της διαρκούς φθοράς, η Ελλάδα εξωθείται σε μικρές σταδιακές υποχωρήσεις οι οποίες όμως σωρευτικά και σε βάθος χρόνου μετατρέπονται σε μεγάλες μετατοπίσεις από τις αρχικές της θέσεις. Η Τουρκία, αντίθετα, ποντάρει στην υπομονή/επιμονή και στην σκοπούμενη αβεβαιότητα, έχοντας εξασφαλίσει την εσωτερική πολιτική ανοχή η οποία ευνοεί την εξωτερίκευση της έντασης.
  • Η καλλιέργεια κλίματος προηγείται του τελικού στόχου: Η  εμπέδωση του αφηγήματος σε πρώτη φάση, μετράει σχεδόν όσο ο έλεγχος του εδάφους ή του εναέριου χώρου που θα ολοκληρωθεί σε δεύτερη φάση (βλ. Κυπριακό).
  • Τα όρια είναι μοχλοί πίεσης: Η λεπτή ισορροπία μεταξύ ειρήνης και πολέμου χειραγωγείται. Η δράση ακριβώς κάτω από το κατώφλι της σοβαρής αντίδρασης του αντιπάλου, μεγιστοποιεί το αποτέλεσμα.
  • Το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί εργαλείο, όχι αρχή: Οι συνθήκες/συμφωνίες είναι δεσμευτικές μόνο για την Αθήνα κατά το δοκούν, ενώ επαναπροσδιορίζονται/αλλοιώνονται/καταπατούνται όταν δεσμεύουν την Άγκυρα.
  • Καταναγκαστική ιεραρχία: Η περιφερειακή τάξη κατά τη μαξιμαλιστική Τουρκία, πρέπει να αντανακλά τους συσχετισμούς ισχύος, όχι την ισότητα έναντι του Δικαίου κατά το Θουκυδίδειο: «Ο ισχυρός προχωρά όσο του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του».
Κεντρική Διαπίστωση: Η τουρκική προκλητικότητα δεν είναι ούτε σπασμωδική ούτε περιστασιακή. Πρόκειται για συστηματικό μηχανισμό ψυχολογικού εξαναγκασμού, σχεδιασμένο να χειραγωγήσει σταδιακά την ελληνική εξωτερική πολιτική με την πίεση επί του πεδίου, μέσω των ΜΜΕ και της διπλωματίας.

II. Η Ελλάδα Υπό Διαρκή Πίεση: Ο Ρυθμός του Εξαναγκασμού

Η κρίσιμη παρατήρηση:

Η Τουρκία επί του παρόντος δεν επιδιώκει έναν ολομέτωπο πόλεμο με την Ελλάδα. Ταυτόχρονα όμως δεν θέλει την σταθερότητα στην ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Αντιθέτως, διατηρεί την Ελλάδα σε κατάσταση μόνιμης στρατηγικής έντασης.

Αυτό αποτυπώνεται με μαθηματική ακρίβεια στον ρυθμό των παραβιάσεων που καταγράφονται στα αρχεία του ΓΕΕΘΑ:

Χαρακτηριστικό Επιχειρησιακό Πρότυπο Στρατηγικός Σκοπός
Επανάληψη Συστάδες 3-15 παραβιάσεων KEK/ΕΕΧ ημερησίως, ακολουθούμενες από σκόπιμα απότομα διαλείμματα Καλλιέργεια κλίματος συνεχούς αβεβαιότητας. Κατατριβή που εμποδίζει τις ελληνικές ΕΔ να χαλαρώσουν την κατάσταση επιφυλακής
Βαθμονόμηση Παραβιάσεις συγκεντρωμένες κυρίως στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο – Αποφυγή εμπλοκών – Παραβιάσεις σχηματισμών αντί για μεμονωμένες πτήσεις Ξεκαθαρίζουν την θέση, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο ακούσιας κλιμάκωσης
Ψυχολογική κατατριβή Πίεση ακολουθούμενη από προσωρινή ηρεμία – Απρόβλεπτος χρονισμός – Γεωγραφική επικέντρωση σε ευαίσθητα νησιά Πρόκληση στρατηγικής κόπωσης και εξώθηση σε διπλωματικές υποχωρήσεις ως «ανακούφιση»
Πολιτικός συμβολισμός Εξάρσεις ταυτόχρονα με ελληνικές στρατηγικές/αμυντικές αποφάσεις ή διπλωματικές κινήσεις Μήνυμα: «Οι πράξεις σας έχουν κόστος. Εμείς ορίζουμε τους όρους.»

 

Η ποσοτική/ποιοτική ισορροπία των περιστατικών που καλλιεργούν την αβεβαιότητα είναι τόση ώστε να μη διακινδυνεύεται η πυροδότηση γενικευμένης κρίσης. Οι Τούρκοι στρατηγιστές αντιλαμβάνονται ότι η συνεχής πίεση μέτριας/οριακής έντασης, δημιουργεί σωρευτικά ψυχολογικά αποτελέσματα με την πάροδο του χρόνου:

  • κόπωση στα πληρώματα και στις δομές διοίκησης
  • στρατηγική επιφυλακτικότητα στη λήψη αποφάσεων πολιτικής ηγεσίας
  • παθητικότητα/δισταγμός στην προάσπιση κυριαρχικών δικαιωμάτων
  • αβεβαιότητα που επηρεάζει τις επενδύσεις και τον τουρισμό

Ο στόχος, επομένως, είναι η σταδιακή χειραγώγηση της ελληνικής αντίδρασης/συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια, η Αθήνα αντιδρά όπως και όταν θέλει η Άγκυρα η οποία ορίζει τον ρυθμό και τους κανόνες.

Βαθύτερο Νόημα: Οι παραβιάσεις δεν στοχεύουν μόνο στην καταγραφή επιχειρησιακών παραμέτρων (όπως ταχύτητα αντίδρασης κλπ) αλλά κυρίως στην εμπέδωση του πολιτικού αφηγήματος μέσω της επανάληψης.

III. Η Στρατηγική της Καθυπόταξης μέσω Ελεγχόμενης Πίεσης

Ο όρος καθυπόταξη δεν είναι ρητορική υπερβολή αλλά περιγράφει την τουρκική στρατηγική δορυφοριοποίησης της Ελλάδας -σε πρώτη φάση- πριν επιχειρηθεί το επόμενο και πολύ πιο επικίνδυνο βήμα.

Η Άγκυρα επιδιώκει μια περιφερειακή τάξη όπου η Ελλάδα θα έχει αποδεχτεί τα εξής:

  • Την τουρκική στρατιωτική υπεροχή
  • Την τουρκική πρωτοβουλία και κατά το δοκούν κλιμάκωση (η Άγκυρα ενεργεί, η Αθήνα αντιδρά)
  • Την τουρκική αντίδραση (πχ casus belli) στην εξάσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων (επέκταση χωρικών υδάτων, νησιωτική άμυνα, συμμαχικές συνεργασίες)
  • Την ικανότητα αποσταθεροποίησης ανά πάσα στιγμή όπου η απειλή γίνεται εργαλείο

Τα δεδομένα των παραβιάσεων επιβεβαιώνουν ότι λαμβάνουν χώρα σε περιοχές όπου υπάρχουν:

  • διεκδικήσεις αποστρατιωτικοποίησης (Σάμος, Χίος, Ρόδος, Καστελλόριζο)
  • παρερμηνείες συνθηκών αποστρατιωτικοποίησης (Λωζάννη, Παρίσι)
  • αντικρουόμενες θέσεις εις βάρος του Δικαίου της Θαλάσσης

Αυτό υποδηλώνει ότι η Τουρκία δεν δοκιμάζει απλώς την αεράμυνα αλλά κυρίως τα πολιτικά όρια ανοχής ενώ ταυτόχρονα επικοινωνεί στους σύμμαχους και μη, τις θέσεις της πριν την οποιαδήποτε πραγματική επιθετική κίνηση επί του πεδίου.

Κάθε εισβολή στον εναέριο χώρο θέτει το ίδιο ερώτημα: «Πόση πίεση θα απορροφήσει η Αθήνα πριν υποχωρήσει;»

Όσο οι ελληνικές αντιδράσεις παραμένουν εντός των ορίων που η Τουρκία θεωρεί αποδεκτά —διπλωματικές παρεμβάσεις, αναχαιτίσεις, δημόσιες δηλώσεις χωρίς πραγματική κλιμάκωση— η πίεση θα ενισχύεται. Όταν ορθώνονται ελληνικές αντιδράσεις, η Τουρκία αποκλιμακώνει προσωρινά για να αποφύγει ανεπιθύμητες συνέπειες, και επανέρχεται αργότερα.

IV. Η Εμμονή στον Έλεγχο του Ρυθμού της Πίεσης και της Πρωτοβουλίας

Η τουρκική στρατηγική κουλτούρα αντιμετωπίζει την παθητικότητα ως στρατηγικό μειονέκτημα (αυτό ακόμη και οι ήρωες του ’21 μας το επιβεβαιώνουν). Η ρητορική και οι πράξεις επί του πεδίου ακολουθούν συγκεκριμένη χωρογραφία:

  1. Ελληνική αμυντική ή διπλωματική κίνηση
  2. Άμεση τουρκική ρητορική αντεπίθεση μαζί με νομιμοφανή πλαισίωση
  3. Έκδοση NAVTEX ή εκτίναξη παραβιάσεων εναέριου χώρου
  4. Πρόταση διαλόγου ή «καθησυχαστική» δήλωση
  5. Προσωρινή μείωση των παραβιάσεων κατά τη διάρκεια των συνομιλιών (ή μηχανισμών αποσυμπίεσης)
  6. Επαναφορά πίεσης

Η σειρά δεν είναι τυχαία. Είναι ένας κύκλος εξαναγκασμού αφού η πίεση δημιουργεί την ατμόσφαιρα διαπραγμάτευσης. Χωρίς πίεση, η Άγκυρα δεν πιστεύει ότι η διπλωματία αποδίδει. Όποιος ελέγχει τον ρυθμό, ελέγχει και την κρίση. Η τουρκική στάση δεν αποτελεί παρορμητική επιθετικότητα αλλά μια καλά υπολογισμένη τακτική δεδομένου ότι οι Έλληνες υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής φαίνονται να είναι συνεχώς διατεθειμένοι να επιδιώξουν την αποκλιμάκωση.

V. Τα ΜΜΕ και η Ψυχολογική Κατατριβή

Οι τουρκικές δηλώσεις δεν αποτελούν απλή προπαγάνδα αλλά μια συντονισμένη ψυχολογική επιχείρηση με τρεις ταυτόχρονες κατευθύνσεις:

1. Διεθνές Επίπεδο: Αντιστροφή Θύτη-Θύματος

Η Ελλάδα παρουσιάζεται συστηματικά ως προκλητική, ενώ η Τουρκία ως αμυνόμενη. Λέξεις-κλειδιά όπως «provocative», «playing with fire», «military plan against Türkiye» επαναλαμβάνονται σε TRT, Hürriyet, Daily Sabah, Milliyet. Αυτή η αντιστροφή της πραγματικότητας είναι συστηματική. Τίτλοι όπως «Η Ελλάδα παραβιάζει τη Λωζάννη» ή «Η Αθήνα παίζει με τη φωτιά» εμφανίζονται επανειλημμένα σε φιλοκυβερνητικά και εθνικιστικά μέσα, δημιουργώντας ένα συνεκτικό εξωτερικό αφήγημα.

2. Εσωτερικό Κοινό: Καλλιέργεια Εθνικής Αυτοπεποίθησης

Το εσωτερικό ακροατήριο βομβαρδίζεται με αφηγήματα τεχνολογικής/αμυντικής ανωτερότητας και εξάρτησης της Ελλάδας από «ξένους προστάτες». Αυτό εξασφαλίζει πολιτική ανοχή στην παρατεταμένη ένταση και αποτρέπει την εσωτερική αμφισβήτηση.

3. Ελληνικό Κοινό: Κούραση και Ψυχολογική Πίεση

Ο σκοπός μπορεί να μην είναι η πειθώ αλλά ο κορεσμός: Η Τουρκία φαίνεται να κατανοεί ότι η ψυχολογική πίεση λειτουργεί σωρευτικά. Μια μεμονωμένη απειλή επιτυγχάνει λίγα. Πεντακόσιες επαναλαμβανόμενες απειλές όμως παράγουν κόπωση του αντιπάλου.

Με την πάροδο του χρόνου, αυτός ο κορεσμός στοχεύει ταυτόχρονα και τους Έλληνες υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ώστε να φοβούνται τις τουρκικές αντιδράσεις, να υπολογίζουν το κόστος πριν ενεργήσουν, να αναζητούν συμβιβασμό για να αποφύγουν τον επόμενο κύκλο πίεσης. Αυτή είναι η ουσία της καθυπόταξης: όχι η κατάκτηση με τη βία, αλλά η υποταγή μέσω διαρκούς ψυχολογικής πίεσης.

VI. Γιατί η Άγκυρα Αποφεύγει την Πλήρη Κλιμάκωση

Κρίσιμη Παρατήρηση: Παρά τα εκατοντάδες περιστατικά παραβιάσεων KEK/ΕΕΧ, δεν καταγράφονται αερομαχίες και υπερπτήσεις τους τελευταίους 6 μήνες -εάν φυσικά υποθέσουμε ότι τα δημοσιευμένα δεδομένα του ΓΕΕΘΑ περιγράφουν την πραγματικότητα-.

Αυτό είναι άκρως αποκαλυπτικό. Επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για ελεγχόμενη διαχείριση των ορίων κλιμάκωσης/κατωφλίων. Στόχος δεν είναι ο πόλεμος αλλά η ελεγχόμενη αστάθεια. Οι Τούρκοι στρατηγιστές επιδιώκουν ένα περιβάλλον όπου:

  • Η Ελλάδα παραμένει υπό πίεση (εξάντληση ελληνικών πόρων: καύσιμα, ωράρια πτήσεων, επιχειρησιακή εγρήγορση) αλλά δεν ωθείται σε απελπισμένα μέτρα
  • Αποφυγή παρέμβασης ΝΑΤΟ/ΕΕ
  • Το οικονομικό κόστος παραμένει διαχειρίσιμο
  • Κανονικοποίηση και αποδοχή υποχωρήσεων μέσω της επανάληψης: κάθε αναπάντητη παραβίαση εκλαμβάνεται ως νέα υποχώρηση

Αυτό αποσκοπεί στη δημιουργία μιας «γκρίζας ζώνης» επί των κυριαρχικών δικαιωμάτων.

VII. Το Ιστορικό Υπόβαθρο και ο Φαντασιακός Κηδεμονισμός

Η τουρκική ρητορική και η επιχειρησιακή πρακτική αποκαλύπτουν μια αναχρονιστική αντίληψη περί της περιφερειακής τάξης στην οποία η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται ως ισότιμος συνομιλητής, αλλά ως υποτελές «οθωμανικό σαντζάκι». Ένα κράτος που πρέπει να λειτουργεί υπό στρατηγική ομηρεία/υποτέλεια/κηδεμονισμό.

Η Άγκυρα δεν διαπραγματεύεται με αρχή την ισότητα αλλά με σκοπό την υποταγή. Όταν η Ελλάδα προχωρά σε κινήσεις στρατηγικής χειραφέτησης (συμφωνίες με Γαλλία, τριμερείς με Ισραήλ/Κύπρο, ενίσχυση άμυνας, οριοθετήσεις ΑΟΖ), η Άγκυρα κλιμακώνει άμεσα.

Αυτό δεν είναι τυχαίο αφού το μήνυμα είναι σαφές: «Η ελληνική στρατηγική αυτονομία επιτρέπεται μόνο στο βαθμό που δεν αμφισβητεί την τουρκική πρωτοκαθεδρία.» Η Άγκυρα δεν αποδέχεται την Ελλάδα ως ανεξάρτητο περιφερειακό δρών. Την αντιλαμβάνεται ως οντότητα που πρέπει να λειτουργεί πάντοτε υπό την αίρεση της έμμεσης ή άμεσης έγκρισής της.

Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι: «Η Ελλάδα μπορεί να είναι ασφαλής μόνο εντός των ορίων που ανέχεται η Τουρκία.»

VIII. Η Εργαλειοποίηση των «Ήσυχων Περιόδων»

Τα διαλείμματα στις παραβιάσεις (π.χ. 20-21 Δεκ 2025 | 22-24 Ιαν 2026 | 11-18 Φεβ 2026 | 20 Μαρ – 4 Απρ 2026 | 17-18 Απρ 2026) δεν αποτελούν σημάδια αποκλιμάκωσης αλλά τακτικές παύσεις σε ένα αέναο κύκλο εξαναγκασμού.

Η λογική βασίζεται στην καταναγκαστική διαμόρφωση συμπεριφοράς:

  • Η κλιμάκωση δημιουργεί άγχος
  • Η προσωρινή ηρεμία δημιουργεί ανακούφιση
  • Η επανάληψη όμως οδηγεί σε βάθος χρόνου στην υπακοή

Με τον καιρό, η ηρεμία δεν θεωρείται δεδομένη αλλά αντιμετωπίζεται ως «δώρο επιβράβευσης καλής διαγωγής». Αυτό ωθεί την ελληνική διπλωματία να αποδέχεται σταδιακές υποχωρήσεις όχι επειδή είναι οι βέλτιστες στρατηγικά, αλλά επειδή υπόσχονται προσωρινή ανακούφιση από τον κύκλο τριβής. Η Άγκυρα δεν «χαλαρώνει» και όποτε το κρίνει «επανέρχεται».

Πρόκειται για στρατηγική επιλογή: Η Τουρκία δεν εξαναγκάζει αλλά εκπαιδεύει και αναδιαμορφώνει την ελληνική συμπεριφορά. Ο στόχος δεν είναι η νίκη σε μια μεμονωμένη αντιπαράθεση, αλλά η μετατόπιση των ελληνικών θέσεων με την πάροδο του χρόνου.

IX. Η Χειραγώγηση της Συμμαχικής Αδιαφορίας

Η ρητορική των μέσων ενημέρωσης αποκαλύπτει επίσης μια άλλη σημαντική πτυχή. Η Τουρκία φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι οι δυτικοί δρώντες φοβούνται την αστάθεια στη ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ και αυτή η πεποίθηση διαμορφώνει επίσης τη συμπεριφορά της:

  • Το ΝΑΤΟ στην καλύτερη περίπτωση δίνει προτεραιότητα στη συνοχή της συμμαχίας έναντι της «τιμωρίας» ενός «άτακτου» συμμάχου, για να μην πούμε ότι τον ευεργετεί κιόλας.
  • Η ΕΕ δίνει προτεραιότητα στην οικονομική, τη μεταναστευτική και ενεργειακή σταθερότητα, αδιαφορώντας σχεδόν πλήρως για την μαξιμαλιστική επεκτατικότητα της Τουρκίας. Υπάρχουν και παραδείγματα όπως της Γερμανίας η οποία «επιδοτεί» την τουρκική επιθετικότητα εξασφαλίζοντάς της κρίσιμα όπλα (όπως υποβρύχια κλπ) ενώ ασκεί και πολίτικη πίεση έναντι της Αθήνας όποτε η Άγκυρα το επιβάλει.
  • Οι ΗΠΑ επιδιώκουν τη σταθερή διατήρηση της Τουρκίας στο δυτικό πλαίσιο προχωρώντας σε άλματα υποχωρήσεων (ειδικά επί Προεδρίας Τραμπ).

Η Τουρκία (ο επιτιθέμενος εν προκειμένω) πιστεύει ότι διαθέτει «χώρο/άφεση» κλιμάκωσης εν αντιθέσει με την «υπάκουη/προβλέψιμη» Ελλάδα, γι’ αυτό το εκμεταλλεύεται.

Αυτό εξηγεί γιατί η τουρκική ρητορική συνδυάζει την επιθετικότητα με την αυτοπεποίθηση. Η τουρκική ηγεσία ποντάρει στο ότι οι εξωτερικοί δρώντες θα πιέσουν την Αθήνα σε αυτοσυγκράτηση, προκειμένου να αποφευχθεί ευρύτερη αστάθεια.

Οι τίτλοι των μέσων ενημέρωσης ενισχύουν αυτήν την άποψη:

  • «Το ΝΑΤΟ ανησυχεί για τη στάση των Ελληνοκυπρίων» (Yeni Şafak)
  • «Αξιωματούχοι της ΕΕ θορυβημένοι από την ελληνοκυπριακή θέση» (TRT World)
  • «Οι δυτικές δυνάμεις ζητούν αυτοσυγκράτηση και από τις δύο πλευρές»

Κάθε παρόμοιος τίτλος επιβεβαιώνει ότι ο εξαναγκασμός λειτουργεί, επειδή ακριβώς το σύστημα προτιμά την ηρεμία από την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου.

X. Κεντρικός Στόχος (ΑΝΣΚ): Στρατηγική Καθυπόταξη χωρίς Πόλεμο

Λαμβάνοντας υπόψη των ανωτέρω οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η τουρκική στρατηγική έναντι της Ελλάδας δεν είναι σχεδιασμένη για:

  • αποφασιστική στρατιωτική νίκη (πολύ κοστοβόρα, πολύ απρόβλεπτη)
  • σταθερή ειρηνική συνύπαρξη (θα απαιτούσε αποδοχή καθεστώτος που η Άγκυρα θεωρεί «άδικο»)
  • νομική επίλυση διαφορών (θα περιόριζε τις τουρκικές επιδιώξεις και ελευθερία δράσης)

Είναι σχεδιασμένη για κάτι πιο υποχθόνιο: τη σταδιακή, μη αναστρέψιμη μετάλλαξη της ελληνικής στρατηγικής και κατ’ ουσίαν στην «τουρκοποίησή» της.

Στόχος είναι η Ελλάδα να αποδεχτεί ότι:

  • Η Τουρκία κλιμακώνει ταχύτερα και αντέχει περισσότερο
  • Η Άγκυρα ελέγχει τον ρυθμό της κρίσης
  • Κάθε αυτόνομη ελληνική κίνηση επιφέρει σοβαρό κόστος
  • Η ελληνική ασφάλεια εξαρτάται από την τουρκική ανοχή

Αυτή η στρατηγική στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: την υπομονή, την ασάφεια, τον ελεγχόμενο εκφοβισμό. Πρόκειται περί καλά σχεδιασμένης στρατηγικής.

Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι η ήττα της Ελλάδας σε μια μάχη αλλά η εμπέδωση από την Αθήνα των τουρκικών επιδιώξεων ως δήθεν δικών της «ρεαλιστικών» επιλογών.

Συμπεράσματα

Για την ελληνική στρατηγική σκέψη, τρία συμπεράσματα είναι αμείλικτα:

  1. Η πίεση είναι συστηματική, όχι τυχαία. Η απάντηση σε μεμονωμένα περιστατικά χωρίς στρατηγικό σχέδιο ισοδυναμεί με αντιμετώπιση συμπτωμάτων ενώ η νόσος εξελίσσεται.
  2. Η ασυμμετρία εκμεταλλεύεται την ελληνική ευαισθησία. Η εξάρτηση από τη συμμαχική συναίνεση, η οικονομική έκθεση και η ανάγκη για διπλωματική νομιμότητα, είναι μοχλοί που η Άγκυρα γνωρίζει πώς να εργαλειοποιεί.
  3. Τα τούρκικα ΜΜΕ είναι μέρος του οπλοστασίου της Άγκυρας. Η ελληνική απάντηση απαιτεί πρόληψη, συγχρονισμένη επικοινωνία μεταξύ συμμάχων και τεκμηριωμένη τεχνική καταγραφή κάθε παραβίασης για διεθνείς διαδικασίες, εκτός της επιβεβλημένης αντίδρασης επί του πεδίου.
Εν κατακλείδι: Η Τουρκία δεν επιδιώκει να νικήσει την Ελλάδα στο πεδίο της μάχης αλλά να την εκπαιδεύσει στην υποταγή. Το εργαλείο δεν είναι ο πόλεμος, αλλά η ελεγχόμενη τριβή. Είναι η «τουρκοποίηση» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η αποδοχή δηλαδή των τουρκικών θέσεων ως δικούς της, δήθεν «ρεαλιστικούς» υπολογισμούς. Η κατανόηση αυτής της πραγματικότητας αποτελεί βασική προϋπόθεση για έναν αποτελεσματικό στρατηγικό σχεδιασμό.
*Η παρούσα ανάλυση βασίζεται σε πρωτογενή δεδομένα παραβιάσεων εναέριου χώρου (ΓΕΕΘΑ, Δεκέμβριος 2025 – Μάιος 2026) και σε δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου. Με χρήση των iEp™ Widgets και ΤΝ

Πηγή: i-epikaira.blogspot.com

Από την PISA στο ΑΠΘ: η βαθειά κρίση μιας χώρας χωρίς μέλλον

43

Υπάρχουν στιγμές που δύο φαινομενικά διαφορετικές ειδήσεις φωτίζουν το ίδιο πρόβλημα. Από τη μία, η απογοητευτική εικόνα των Ελλήνων μαθητών στην PISA 2022. Από την άλλη, η επίθεση κουκουλοφόρων εναντίον φοιτητών μέσα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το πρώτο μοιάζει εκπαιδευτικό ζήτημα. Το δεύτερο μοιάζει ζήτημα ασφάλειας. Στην πραγματικότητα, και τα δύο είναι συμπτώματα της ίδιας βαθύτερης παθολογίας: της παρακμής των δημόσιων θεσμών, της απαξίωσης της γνώσης και της εκτεταμένης ανοχής απέναντι σε μορφές εκμαυλισμού της δημόσιας ζωής.

Η PISA 2022 λέει κάτι δομικό. Οι Έλληνες 15χρονοι μαθητές βρέθηκαν κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στα Μαθηματικά, στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες. Η Ελλάδα συγκέντρωσε 430 μονάδες στα Μαθηματικά, έναντι 472 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, 438 στην Κατανόηση Κειμένου, έναντι 476, και 441 στις Φυσικές Επιστήμες, έναντι 485. Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι μόνο 53% των μαθητών στην Ελλάδα έφτασε τουλάχιστον στο βασικό επίπεδο επάρκειας στα Μαθηματικά, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 69%.

Αυτοί οι αριθμοί δεν προσφέρονται για εύκολη ειρωνεία εναντίον των παιδιών. Τα παιδιά δεν «πάτωσαν» επειδή είναι ανίκανα. Τα παιδιά καθρεφτίζουν το σχολείο που τους δώσαμε, την πολιτεία που τα οργάνωσε, την κοινωνία που τα περιβάλλει και το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε την εκπαίδευση επί δεκαετίες ως πεδίο εξαγγελιών, πελατειακών διευθετήσεων, ιδεοληψιών και μικροκομματικής χρήσης.

Η ελληνική εκπαίδευση δεν πάσχει επειδή λείπουν οι εγκύκλιοι. Πάσχει επειδή λείπει ο σκοπός. Δεν έχουμε συμφωνήσει τι άνθρωπο θέλουμε να διαμορφώσει το σχολείο. Θέλουμε μαθητή που να σκέφτεται ή μαθητή που να αποστηθίζει; Θέλουμε πολίτη που να κρίνει ή εξεταζόμενο που να αναπαράγει; Θέλουμε δημόσιο σχολείο που να ανοίγει κοινωνικούς δρόμους ή απλώς έναν μηχανισμό που στέλνει τους γονείς στα φροντιστήρια; Η PISA δεν μετρά την ικανότητα αποστήθισης. Μετρά αν ο μαθητής μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γνώση σε πραγματικές συνθήκες. Και εκεί η Ελλάδα δυσκολεύεται.

Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται και στη δημιουργική σκέψη. Οι Έλληνες μαθητές συγκέντρωσαν 27 μονάδες στις 60, έναντι 33 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Μόνο 64% έφτασε τουλάχιστον στο βασικό επίπεδο δημιουργικής σκέψης, έναντι 78% στον ΟΟΣΑ, ενώ μόλις 9% των μαθητών στην Ελλάδα ανήκει στους κορυφαίους μαθητές με υψηλές αποδόσεις, έναντι 27% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αυτή είναι ίσως η πιο βαριά ένδειξη. Δεν υστερούμε μόνο στη γνώση. Υστερούμε στη μετατροπή της γνώσης σε σκέψη.

Και εδώ έρχεται το δεύτερο γεγονός: η επίθεση στο ΑΠΘ. Μία ημέρα πριν από τις φοιτητικές εκλογές, ομάδα ατόμων με ρόπαλα, κράνη και καπνογόνα επιτέθηκε σε φοιτητές μέσα σε χώρους του Πανεπιστημίου. Οι επιθέσεις αναφέρθηκαν στην Πολυτεχνική, στη Νομική και στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών, ενώ επτά άτομα μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο «Παπαγεωργίου». Η αστυνομία προχώρησε σε 39 προσαγωγές, οι οποίες όμως δεν κατέληξαν, τουλάχιστον αρχικά, σε συλλήψεις.

Η ανακοίνωση της Πρυτανείας του ΑΠΘ μίλησε για μια «βαθιά γραμμή» ανάμεσα σε όσους ασκούν, υποστηρίζουν ή ανέχονται τη βία και στη συντριπτική πλειονότητα όσων βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο για να επεκτείνουν τους ορίζοντες της γνώσης. Και πρόσθεσε ότι «λοστοί, καπνογόνα, μολότοφ, λεκτική και σωματική βία δεν έχουν καμία απολύτως θέση στο Πανεπιστήμιο».

Το πρόβλημα της πανεπιστημιακής βίας στην Ελλάδα δεν είναι σημερινό. Είναι διαχρονικό. Κατά περιόδους υποχωρεί, αλλά δεν εξαφανίζεται. Αλλάζει μορφές, αλλά επιστρέφει. Άλλοτε στρέφεται εναντίον καθηγητών, άλλοτε εναντίον πρυτανικών αρχών, άλλοτε εναντίον φοιτητικών παρατάξεων, άλλοτε εναντίον εγκαταστάσεων, συμβόλων ή θεσμών.

Πού οφείλεται λοιπόν αυτή η επαναφορά; Όχι σε μία μόνο αιτία.

Οφείλεται πρώτα στην ανοχή. Για δεκαετίες, μικρές ομάδες έμαθαν ότι μπορούν να επιβάλλουν τη βούλησή τους με τον φόβο. Όχι επειδή ήταν ισχυρές αριθμητικά, αλλά επειδή οι θεσμοί ήταν αδύναμοι, αργοί, φοβικοί ή πολιτικά υπολογιστικοί. Η βία απέκτησε έτσι ένα είδος άτυπης νομιμοποίησης: άλλοτε ως «κινηματική ένταση», άλλοτε ως «πολιτική διαμαρτυρία», άλλοτε ως «αναγκαία σύγκρουση». Στην πραγματικότητα, όμως, η βία μέσα στο Πανεπιστήμιο είναι ακύρωση της πολιτικής. Εκεί όπου μπαίνει ο λοστός, τελειώνει το επιχείρημα.

Οφείλεται, δεύτερον, στη διάλυση της έννοιας του δημόσιου χώρου. Το Πανεπιστήμιο δεν θεωρήθηκε πάντα κοινός χώρος γνώσης, αλλά συχνά πεδίο ελέγχου. Ποιος ελέγχει το τραπεζάκι; Ποιος ελέγχει τη συνέλευση; Ποιος ελέγχει την είσοδο; Ποιος έχει δικαίωμα να μιλά και ποιος θα σιωπήσει; Έτσι, η ακαδημαϊκή κοινότητα υποχωρεί μπροστά σε μικρούς μηχανισμούς επιβολής.

Οφείλεται, τρίτον, στην κομματικοποίηση χωρίς πολιτική παιδεία. Οι φοιτητικές παρατάξεις θα μπορούσαν να είναι σχολείο δημοκρατίας. Συχνά, όμως, μετατράπηκαν σε προθάλαμο κομματικής αναπαραγωγής, συναλλαγής ή μηχανιστικής αντιπαράθεσης. Όταν η πολιτική στα πανεπιστήμια αποκόπτεται από τη γνώση, γίνεται θέατρο ισχύος. Και όταν το θέατρο ισχύος συναντά την ατιμωρησία, γεννά βία.

Οφείλεται, τέταρτον, στον γενικό εκμαυλισμό της δημόσιας ζωής. Δεν μπορούμε να παριστάνουμε τους έκπληκτους όταν η νεολαία αντιγράφει, με πιο ωμό τρόπο, την εικόνα που της δίνει η πολιτική και κοινωνική ελίτ. Όταν η δημόσια ζωή κυριαρχείται από διαφθορά, αγοραίο λόγο, χυδαιότητα, συναλλαγή, ευτελισμό των θεσμών και απουσία προσωπικής ευθύνης, γιατί περιμένουμε οι χώροι της νεολαίας να είναι άσπιλοι; Αυτό δεν δικαιολογεί καμία επίθεση. Δεν μειώνει την ευθύνη των δραστών. Αλλά εξηγεί γιατί η βία βρίσκει περιβάλλον ανοχής.

Οφείλεται, πέμπτον, στην κρίση νοήματος. Ένα Πανεπιστήμιο που δεν μπορεί πάντα να πείσει τους φοιτητές του ότι είναι χώρος δημιουργίας, επιστήμης, ανόδου και ελευθερίας, αφήνει κενό. Και το κενό καλύπτεται από μικρές ταυτότητες, θυμό, μηχανισμούς, συνθήματα, καταστροφική αυτοεπιβεβαίωση. Όταν η γνώση δεν είναι κέντρο του Πανεπιστημίου, τη θέση της παίρνει ο ακτιβισμός χωρίς όρια ή η αδιαφορία.

Υπάρχει λοιπόν σύνδεση ανάμεσα στην PISA και στο ΑΠΘ; Ναι, όχι άμεση, αλλά βαθιά. Και τα δύο δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει πρόβλημα με τη γνώση ως αξία. Στο σχολείο, η γνώση συχνά υποβιβάζεται σε εξεταστική ύλη. Στο Πανεπιστήμιο, η γνώση συχνά υποχωρεί μπροστά σε μηχανισμούς ισχύος, βίας ή μικροπολιτικής. Και στην πολιτική ζωή, η γνώση σπανίως αποτελεί προϋπόθεση διακυβέρνησης. Το αποτέλεσμα είναι μια χώρα που μιλά αδιάκοπα για «μεταρρύθμιση», αλλά δυσκολεύεται να συγκροτήσει σοβαρούς θεσμούς.

Πώς αντιμετωπίζεται το πρόβλημα;

Όχι μόνο με αστυνομία. Η αστυνομία είναι αναγκαία όταν υπάρχει βία. Αλλά δεν αρκεί. Αν το Πανεπιστήμιο χρειάζεται μόνιμα αστυνομική παρουσία για να λειτουργήσει, τότε έχει ήδη ηττηθεί ως κοινότητα. Χρειάζεται εφαρμογή του νόμου, αλλά και ανασυγκρότηση της πανεπιστημιακής ζωής. Χρειάζεται ελεγχόμενη πρόσβαση όπου απαιτείται, ταυτοποίηση δραστών, γρήγορη δικαιοσύνη, πειθαρχικές διαδικασίες, προστασία της ελευθερίας του λόγου και μηδενική ανοχή σε ομάδες που μετατρέπουν το Πανεπιστήμιο σε πεδίο φόβου.

Χρειάζεται επίσης πολιτική αποστράτευση της βίας. Τα κόμματα πρέπει να πάψουν να χρησιμοποιούν το Πανεπιστήμιο ως φυτώριο μηχανισμών. Η αριστερά οφείλει να αποκόψει οριστικά κάθε ρομαντικοποίηση της «σύγκρουσης» όταν αυτή γίνεται τραμπουκισμός. Η δεξιά οφείλει να μην εργαλειοποιεί κάθε επεισόδιο για εύκολη καταστολή χωρίς εκπαιδευτικό σχέδιο. Και το κέντρο του πολιτικού συστήματος οφείλει να σταματήσει να μιλά για την παιδεία μόνο όταν θέλει να δείξει μεταρρυθμιστικό προφίλ.

Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται επιστροφή της γνώσης στο κέντρο. Στο σχολείο, αυτό σημαίνει λιγότερη αποστήθιση, καλύτερους εκπαιδευτικούς, αξιολόγηση με νόημα, σύγχρονα προγράμματα, ενίσχυση γλώσσας, μαθηματικών, επιστημών και δημιουργικής σκέψης. Στο Πανεπιστήμιο, σημαίνει σοβαρές σπουδές, ερευνητική κουλτούρα, αξιοπρέπεια του δημόσιου χώρου, συμμετοχή των φοιτητών με κανόνες και όχι με όρους επιβολής.

Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουμε έξυπνα παιδιά. Είναι ότι συχνά τους παραδίδουμε χαμηλές προσδοκίες, κακούς θεσμούς και ένα δημόσιο παράδειγμα που δεν εμπνέει. Από την PISA μέχρι το ΑΠΘ, το μήνυμα είναι κοινό: μια κοινωνία που υποτιμά τη γνώση και ανέχεται τη βία δεν μπορεί να εκπλήσσεται όταν παράγει εκπαιδευτική υστέρηση και θεσμική αγριότητα.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πώς θα τιμωρηθούν οι κουκουλοφόροι. Είναι πώς θα ξαναχτίσουμε ένα σχολείο και ένα Πανεπιστήμιο όπου ο νέος άνθρωπος θα μαθαίνει να σκέφτεται, να διαφωνεί, να δημιουργεί και να σέβεται τον δημόσιο χώρο. Διότι χωρίς αυτά, η χώρα θα συνεχίσει να παράγει στατιστικές αποτυχίας και εικόνες ντροπής.

Θ. Ατματζίδης: η ελληνοϊσραηλινή στρατηγική συνεργασία και ο κίνδυνος γεωπολιτικής εμπλοκής της Ελλάδας σε πιθανή αντιπαράθεση Ισραήλ–Τουρκίας

3

 του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.

Εισαγωγή

Η στρατηγική σύγκλιση Ελλάδας και Ισραήλ συνιστά μία από τις πιο ουσιαστικές γεωπολιτικές μεταβολές που καταγράφηκαν στην Ανατολική Μεσόγειο τις τελευταίες δεκαετίες. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 —και ιδιαίτερα μετά τη σοβαρή επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ— Αθήνα και Ιερουσαλήμ προχώρησαν στη διαμόρφωση μιας στενής πολιτικής, αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας, η οποία προβλήθηκε ως παράγοντας σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή.[1] Η συνεργασία αυτή δεν περιορίστηκε σε διπλωματικές επαφές, αλλά επεκτάθηκε σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, αμυντικά προγράμματα, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, ενεργειακούς σχεδιασμούς και ευρύτερο συντονισμό σε ζητήματα ασφαλείας.[2]

Ωστόσο, όσο οι σχέσεις Ισραήλ και Τουρκίας επιδεινώνονται, ανακύπτει ένα κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική: μήπως η υπερβολικά στενή πρόσδεση της Ελλάδας στον άξονα με το Ισραήλ δημιουργεί τον κίνδυνο η χώρα να καταστεί έμμεσος «proxy» σε μία ευρύτερη περιφερειακή αντιπαράθεση; Μήπως η Άγκυρα, αποφεύγοντας ή αδυνατώντας να συγκρουστεί άμεσα με το Ισραήλ, μεταφέρει σταδιακά μέρος της έντασης προς την Ελλάδα και την Κύπρο;

Το ζήτημα αυτό δεν εντάσσεται στη λογική θεωριών συνωμοσίας ούτε αποτελεί έκφραση αντιϊσραηλινής προσέγγισης. Αντίθετα, αγγίζει τον πυρήνα της ρεαλιστικής σχολής διεθνών σχέσεων: κάθε κράτος ενεργεί πρωτίστως με βάση τα δικά του συμφέροντα και όχι με εκείνα των συμμάχων του.[3] Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα οφείλει να αξιολογεί,όχι μόνο τα οφέλη, αλλά και τους δυνητικούς κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από τη στρατηγική της σύμπλευση με το Ισραήλ.

Η ιστορική βάση της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης

Για μεγάλο χρονικό διάστημα η ελληνική εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή χαρακτηριζόταν από σχετική ισορροπία, καθώς η Αθήνα επιδίωκε να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις τόσο με το Ισραήλ όσο και με τον αραβικό κόσμο.[4] Η ουσιαστική μεταβολή σημειώθηκε μετά το 2010 και ιδιαίτερα μετά το επεισόδιο του Mavi Marmara, όταν οι σχέσεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ οδηγήθηκαν σε βαθιά κρίση.[5]

Mavi Marmara

Η ελληνική πλευρά αντιλήφθηκε ότι το στρατηγικό κενό που δημιουργήθηκε μπορούσε να αξιοποιηθεί προς όφελος της ελληνικής γεωπολιτικής θέσης. Έτσι, σταδιακά συγκροτήθηκε το τριμερές σχήμα συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, με βασικούς άξονες:

  • την ενεργειακή ασφάλεια,
  • την αμυντική συνεργασία,
  • την επιτήρηση της Ανατολικής Μεσογείου,
  • και την ανάσχεση της τουρκικής επιρροής.[6]

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκαν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, συνεργασίες στην αμυντική βιομηχανία και προγράμματα στρατιωτικής εκπαίδευσης. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτέλεσε η δημιουργία του Διεθνούς Κέντρου Εκπαίδευσης Πτήσεων στην Καλαμάτα από ισραηλινή εταιρεία, γεγονός που ανέδειξε το νέο βάθος της διμερούς συνεργασίας.[7]

Παράλληλα, το Ισραήλ απέκτησε πρόσβαση σε μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Ελλάδα προσπάθησε να ενισχύσει τον γεωπολιτικό της ρόλο μέσω της συνεργασίας με μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής.

Η επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας

Οι σχέσεις ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία χαρακτηρίζονται πλέον από βαθιά καχυποψία και έντονο ανταγωνισμό.[8] Παρότι υπήρξαν κατά διαστήματα κινήσεις εξομάλυνσης, οι δομικές στρατηγικές αντιθέσεις παραμένουν ενεργές.

Η Τουρκία υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιδίωξε να εμφανιστεί ως ηγετική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου και πολιτικός υπερασπιστής των Παλαιστινίων.[9] Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ αντιμετωπίζει με αυξανόμενη επιφυλακτικότητα τις τουρκικές επιδιώξεις στη Μέση Ανατολή, στη Συρία και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι δύο χώρες συγκρούονται πλέον σε πολλαπλά επίπεδα:

  • στους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Ανατολικής Μεσογείου,
  • στη Συρία και στη στήριξη διαφορετικών παρατάξεων,
  • στο Παλαιστινιακό,
  • στη διεκδίκηση επιρροής στον μουσουλμανικό κόσμο,
  • καθώς και στη Λιβύη και στις θαλάσσιες ζώνες.[10]

Η Άγκυρα θεωρεί ότι το σχήμα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ λειτουργεί, σε σημαντικό βαθμό, ως μηχανισμός γεωπολιτικού περιορισμού της («containment»).[11] Αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερα έντονη αντίδρασή της απέναντι σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις ή ενεργειακές συμφωνίες μεταξύ των τριών χωρών.

Ο κίνδυνος της Ελλάδας ως έμμεσου “proxy”

Στη διεθνή πολιτική, οι μεγάλες και περιφερειακές δυνάμεις συχνά επιδιώκουν να αποφεύγουν την άμεση σύγκρουση, μεταφέροντας την ένταση σε τρίτους χώρους ή μέσω συμμάχων.[12 Το φαινόμενο των «proxy conflicts» έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στη Μέση Ανατολή, στη Συρία, στην Ουκρανία και σε άλλες περιοχές, αποδεικνύοντας ότι οι ανταγωνισμοί ισχύος εκδηλώνονται συχνά με έμμεσες μορφές πίεσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα από τα πιο κρίσιμα, αλλά και λιγότερο συζητημένα ζητήματα της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας, αφορά στον κίνδυνο στρατηγικής παράσυρσης της Ελλάδας σε μία ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Δεν πρόκειται για υπερβολικό σενάριο, αλλά για ένα ρεαλιστικό γεωπολιτικό ενδεχόμενο, καθώς η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται σε πεδίο αυξανόμενου ανταγωνισμού.

Η Ελλάδα,  ασφαλώς,  δεν αποτελεί κράτος-δορυφόρο , ούτε άβουλο γεωπολιτικό παράγοντα. Ωστόσο, υπάρχει ορατός κίνδυνος να βρεθεί στην πρώτη γραμμή μιας αντιπαράθεσης που υπερβαίνει τα καθαρά ελληνοτουρκικά ζητήματα. Το Ισραήλ αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία ως ανερχόμενο ανταγωνιστή περιφερειακής ισχύος. Η Άγκυρα αμφισβητεί έμμεσα την ισραηλινή επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο, στηρίζει πολιτικά τη Χαμάς και επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή της στον μουσουλμανικό κόσμο.[13]

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη στρατηγική του Ισραήλ. Η γεωγραφική της θέση, η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και η διαρκής αντιπαράθεσή της με την Τουρκία, την καθιστούν πολύτιμο γεωπολιτικό εταίρο για το Τελ Αβίβ. Όσο όμως η Αθήνα ταυτίζεται περισσότερο στρατηγικά με το Ισραήλ, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα η Τουρκία να αντιλαμβάνεται κάθε ελληνοτουρκική ένταση και ως έμμεσο μήνυμα προς το Ισραήλ.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε «ενδιάμεσο χώρο πίεσης» μιας ισραηλινοτουρκικής αντιπαράθεσης. Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί μέσω:

  • αυξημένων πιέσεων στο Αιγαίο,
  • αμφισβήτησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων,
  • στρατιωτικών ή υβριδικών προκλήσεων,
  • ακόμη και μέσω ενεργειακών ή μεταναστευτικών πιέσεων.

Η πρόσφατη όξυνση της τουρκικής ρητορικής γύρω από το Αιγαίο, τα 12 ναυτικά μίλια και τη «Γαλάζια Πατρίδα» δείχνει ότι η Άγκυρα συνδέει πλέον τα ελληνοτουρκικά με τη συνολική γεωπολιτική εικόνα της Ανατολικής Μεσογείου.[14] Οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας περί «μονομερών ενεργειών» και οι αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων αποτελούν χαρακτηριστική ένδειξη αυτής της στρατηγικής.[15]

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το Ισραήλ διαθέτει σαφώς μεγαλύτερη αποτρεπτική ισχύ απέναντι στην Τουρκία απ’ ό,τι η Ελλάδα, τόσο λόγω της στρατιωτικής του ισχύος όσο και λόγω των ιδιαίτερων σχέσεών του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνεπώς, η Άγκυρα μπορεί να θεωρεί πολιτικά ασφαλέστερο να ασκεί πίεση προς την Ελλάδα αντί να συγκρουστεί άμεσα με το ίδιο το Ισραήλ.

Παράλληλα, υπάρχει και ένας βαθύτερος στρατηγικός κίνδυνος: το Ισραήλ ενδέχεται —ακόμη και άθελά του— να ενθαρρύνει την ελληνική πλευρά προς πιο δυναμικές επιλογές απέναντι στην Τουρκία, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρή περιφερειακή στήριξη. Ωστόσο, η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι μικρότερα κράτη συχνά οδηγούνται σε υπερβολική αυτοπεποίθηση όταν θεωρούν ότι καλύπτονται από ισχυρούς συμμάχους.[16]

Η πραγματικότητα είναι ότι καμία συμμαχία δεν λειτουργεί άνευ όρων. Αν στο μέλλον υπάρξει εξομάλυνση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας —κάτι που δεν μπορεί να αποκλειστεί— το Τελ Αβίβ πιθανότατα θα επιδιώξει επαναπροσέγγιση με την Άγκυρα, εφόσον αυτό εξυπηρετεί τα δικά του στρατηγικά συμφέροντα. Σε μία τέτοια περίπτωση, η Ελλάδα θα μπορούσε να βρεθεί εκτεθειμένη, έχοντας ήδη επιβαρύνει σοβαρά τις σχέσεις της με την Τουρκία.

Η διαπίστωση αυτή καθιστά αναγκαία μια ελληνική εξωτερική πολιτική βασισμένη σε αυστηρά εθνικά κριτήρια και όχι σε λογικές γεωπολιτικής ταύτισης. Η συνεργασία με το Ισραήλ μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, αλλά η Ελλάδα δεν πρέπει να επιτρέψει να μετατραπεί σε προκεχωρημένο μέτωπο μιας σύγκρουσης που δεν ελέγχει πλήρως.

Η τουρκική στρατηγική και η μεταφορά πίεσης προς την Ελλάδα

Η Τουρκία γνωρίζει ότι μία άμεση στρατιωτική σύγκρουση με το Ισραήλ θα είχε τεράστιο πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κόστος. Επιπλέον, μία τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές διεθνείς αναταράξεις.

Αντιθέτως, η πίεση προς την Ελλάδα προσφέρει στην Άγκυρα πολλαπλά πλεονεκτήματα:

  • μπορεί να διατηρεί υψηλή ένταση χωρίς να υπερβαίνει εύκολα το κατώφλι γενικευμένου πολέμου,
  • μπορεί να δοκιμάζει τις αντιδράσεις της Δύσης,
  • μπορεί να επιχειρεί τετελεσμένα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο,
  • και μπορεί να παρουσιάζει την Ελλάδα ως μέρος ενός «αντιτουρκικού άξονα».

Αυτό εξηγεί γιατί η τουρκική ρητορική συχνά συνδέει πλέον την Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ, ακόμη και τη Γαλλία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως τμήματα ενός ενιαίου στρατηγικού μετώπου απέναντι στην Τουρκία.[16]

Στο τουρκικό στρατηγικό δόγμα, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως διμερής αντίπαλος αλλά και ως κρίσιμος κρίκος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού συστήματος περιορισμού της τουρκικής ισχύος.

Ιστορικά παραδείγματα γεωπολιτικής εργαλειοποίησης συμμάχων

Η ιστορία των διεθνών σχέσεων είναι γεμάτη παραδείγματα όπου μικρότερα κράτη χρησιμοποιήθηκαν ως χώροι έμμεσης αντιπαράθεσης μεγαλύτερων δυνάμεων.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, πολλές τοπικές συγκρούσεις λειτούργησαν ως «proxy wars» ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση.[17] Η Συρία μετατράπηκε σε πεδίο ανταγωνισμού περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων, ενώ ο Λίβανος αποτέλεσε επί δεκαετίες χώρο έμμεσων συγκρούσεων μεταξύ Ισραήλ, Συρίας και Ιράν.[18]

Ακόμη και στην Ανατολική Μεσόγειο υπάρχουν ανάλογα παραδείγματα. Η Κύπρος πολλές φορές βρέθηκε στο επίκεντρο ανταγωνισμών που υπερέβαιναν το ίδιο το Κυπριακό ζήτημα.[19]

Το βασικό δίδαγμα αυτών των περιπτώσεων είναι ότι τα μικρότερα κράτη οφείλουν να διατηρούν στρατηγική αυτονομία και πολυδιάστατη διπλωματία, ώστε να μην μετατρέπονται σε πιόνια ευρύτερων ανταγωνισμών.

Οφέλη αλλά και όρια της συνεργασίας με το Ισραήλ

Η συνεργασία με το Ισραήλ έχει αναμφίβολα προσφέρει σημαντικά οφέλη στην Ελλάδα.

Σε αμυντικό επίπεδο, η Ελλάδα απέκτησε πρόσβαση σε τεχνογνωσία, προηγμένα οπλικά συστήματα, τεχνολογίες drones και συνεργασία πληροφοριών.[20] Οι κοινές ασκήσεις βελτίωσαν τη διαλειτουργικότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, ενώ το Ισραήλ συνέβαλε στην ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος.

Σε διπλωματικό επίπεδο, η συνεργασία αυτή ενίσχυσε τη γεωπολιτική αξία της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και δημιούργησε νέες γέφυρες με τις Ηνωμένες Πολιτείες.[21]

Ωστόσο, κάθε συμμαχία έχει όρια. Το Ισραήλ, όπως κάθε κράτος, λειτουργεί με βάση τα δικά του εθνικά συμφέροντα και όχι με ιδεολογικά ή συναισθηματικά κριτήρια. Αν στο μέλλον υπάρξει εξομάλυνση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας, το Τελ Αβίβ πιθανότατα θα επιδιώξει επαναπροσέγγιση με την Άγκυρα, εφόσον αυτό εξυπηρετεί τις στρατηγικές του ανάγκες.[22]

Η Ελλάδα επομένως δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι μία στρατηγική συνεργασία ισοδυναμεί με άνευ όρων πολιτική ή στρατιωτική υποστήριξη σε κάθε πιθανή κρίση.

Το ίδιο ισχύει και για τις Ηνωμένες Πολιτείες ή οποιονδήποτε άλλο σύμμαχο. Η διεθνής πολιτική βασίζεται κυρίως στη σύγκλιση συμφερόντων και όχι στις μόνιμες φιλίες.[23]

Η ανάγκη μιας πολυδιάστατης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Η Ελλάδα έχει  λόγους να διατηρεί ισχυρές σχέσεις με το Ισραήλ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψει την παραδοσιακή πολυδιάστατη διπλωματία της.

Μία ώριμη και ισορροπημένη στρατηγική θα όφειλε να περιλαμβάνει:

  • διατήρηση σχέσεων με τον αραβικό κόσμο,
  • ενίσχυση της ευρωπαϊκής διάστασης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής,
  • αποφυγή εικόνας πλήρους γεωπολιτικής ταύτισης με οποιονδήποτε περιφερειακό παίκτη,
  • ενίσχυση της εθνικής αποτρεπτικής ισχύος,
  • και αυτόνομη στρατηγική σκέψη με αποκλειστικό γνώμονα τα ελληνικά συμφέροντα.[24]

Η ελληνική εξωτερική πολιτική ιστορικά υπήρξε αποτελεσματικότερη όταν λειτουργούσε ως γέφυρα ισορροπιών και όχι ως μονοδιάστατος παίκτης σε ανταγωνιστικούς άξονες.

Επιπλέον, η Ελλάδα πρέπει να αποφεύγει την υπερβολική ρητορική που παρουσιάζει το Ισραήλ ως «απόλυτο στρατηγικό σύμμαχο» απέναντι στην Τουρκία. Μία τέτοια αντίληψη μπορεί να οδηγήσει σε εφησυχασμό και σε λανθασμένες εκτιμήσεις.

Συμπεράσματα

Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία αποτελεί σημαντικό πυλώνα της ελληνικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχει προσφέρει αμυντικά, διπλωματικά και γεωπολιτικά οφέλη, ιδιαίτερα σε μία περίοδο αυξανόμενης τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής.

Ωστόσο, η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί με όρους συναισθηματικών συμμαχιών αλλά με βάση συμφέροντα και ισορροπίες ισχύος. Η επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας δημιουργεί έναν νέο γεωπολιτικό κίνδυνο: η Ελλάδα να βρεθεί σταδιακά στην πρώτη γραμμή μιας σύγκρουσης που υπερβαίνει τα στενά ελληνοτουρκικά ζητήματα.

Η Άγκυρα, αποφεύγοντας μία άμεση σύγκρουση με το Ισραήλ, μπορεί να επιλέγει να μεταφέρει μέρος της πίεσης προς την Ελλάδα και την Κύπρο, θεωρώντας τις δύο χώρες κρίσιμους κρίκους ενός ευρύτερου γεωπολιτικού άξονα. Παράλληλα, υπάρχει και ο αντίστροφος κίνδυνος: η Ελλάδα να παρασυρθεί σταδιακά σε μια περιφερειακή αντιπαράθεση εξαιτίας της υπερβολικής στρατηγικής ταύτισης με το Ισραήλ.

Η Ελλάδα οφείλει επομένως να διατηρήσει μία νηφάλια, πολυδιάστατη και αυστηρά εθνικά προσανατολισμένη εξωτερική πολιτική. Η συνεργασία με το Ισραήλ μπορεί να είναι πολύτιμη, αλλά δεν πρέπει να μετατρέπεται σε άκριτη γεωπολιτική ταύτιση.

Η ιστορία δείχνει ότι τα μικρότερα κράτη κινδυνεύουν όταν παύουν να λειτουργούν με στρατηγική αυτονομία και μετατρέπονται σε πεδία έμμεσων ανταγωνισμών μεγαλύτερων δυνάμεων. Για την Ελλάδα, η πρόκληση των επόμενων ετών θα είναι να αξιοποιήσει τις συμμαχίες της χωρίς να εγκλωβιστεί σε συγκρούσεις που δεν υπηρετούν άμεσα τα δικά της εθνικά συμφέροντα.

Βιβλιογραφία

    1. The New Eastern Mediterranean: Theory, Politics and States in a Volatile Era, Spyridon N. Litsas & Aristotle Tziampiris (eds.), Springer, 2019.
    2. Institute for National Security Studies, Gallia Lindenstrauss & Oded Eran, Israel-Greece Relations in the Era of Globalization, 2013.
    3. Politics Among Nations: The Struggle for Power and Peace, Hans Morgenthau, McGraw-Hill, 2005.
    4. A Concise History of Greece, Richard Clogg, Cambridge University Press, 2013.
    5. Ziya Öniş, “Turkey and the Arab Spring: Between Ethics and Self-Interest”, Insight Turkey, Vol. 14, No. 3, 2012.
    6. Rival Power: Russia in Southeast Europe, Dimitar Bechev, Yale University Press, 2017.
    7. Υπουργείο Εθνικής Άμυνας
    8. Ian Lesser, Transatlantic Relations and Turkish Foreign Policy, German Marshall Fund, 2020.
    9. Erdogan’s Empire: Turkey and the Politics of the Middle East, Soner Cagaptay, I.B. Tauris, 2019.
    10. Michael Tanchum, “The Eastern Mediterranean Alliance”, Middle East Institute, 2021.
    11. Turkey Unveiled: A History of Modern Turkey, Hugh Pope, Overlook Press, 2011.
    12. Proxy Warfare, Andrew Mumford, Polity Press, 2013.
    13. The Origins of Alliances, Stephen Walt, Cornell University Press, 1987.
    14. Επίσημες ανακοινώσεις του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας για το Αιγαίο και τα 12 ναυτικά μίλια, 2025–2026.
    15. Ελληνικός και διεθνής Τύπος σχετικά με τη «Γαλάζια Πατρίδα» και τις τουρκικές διεκδικήσεις.
    16. Turkey Facing East: Islam, Modernity and Foreign Policy, Ayla Göl, Manchester University Press, 2013.
    17. The Global Cold War, Odd Arne Westad, Cambridge University Press, 2007.
    18. The New Middle East: Protest and Revolution in the Arab World, Fawaz Gerges, Cambridge University Press, 2014.
    19. The Cyprus Problem: What Everyone Needs to Know, James Ker-Lindsay, Oxford University Press, 2011.
    20. SIPRI, SIPRI Yearbook 2024.
    21. Council on Foreign Relations
    22. The Next 100 Years, George Friedman, Anchor Books, 2009.
    23. Diplomacy, Henry Kissinger, Simon & Schuster, 1994.
    24. Modern Greece: A History since 1821, Thanos Veremis, Wiley-Blackwell, 2015.

ΑΠΘ: Επίθεση με ρόπαλα, τραυματίες και θεσμική καταδίκη — «Η κοινωνία είναι απέναντί τους», λέει η Πρυτανεία

0

Μία ημέρα πριν από τις φοιτητικές εκλογές, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο σοβαρού επεισοδίου βίας. Ομάδα ατόμων με ρόπαλα, κράνη και άλλα αντικείμενα φέρεται να επιτέθηκε σε φοιτητές μέσα σε χώρους του ΑΠΘ, με αποτέλεσμα να υπάρξουν τραυματισμοί και να κινητοποιηθούν αστυνομικές δυνάμεις.

Το περιστατικό δεν αντιμετωπίστηκε από τις Πρυτανικές Αρχές ως ένα ακόμη επεισόδιο έντασης. Αντιθέτως, η ανακοίνωση της Πρυτανείας έδωσε θεσμικό και ηθικό βάρος στην υπόθεση, κάνοντας λόγο για μια «βαθιά γραμμή» ανάμεσα σε όσους ασκούν, υποστηρίζουν ή ανέχονται τη βία και στη μεγάλη πλειονότητα της πανεπιστημιακής κοινότητας που βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο για τη γνώση.

Επτά άτομα μεταφέρθηκαν από το ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» μετά την επίθεση, ενώ οι τραυματίες ήταν τέσσερις άνδρες και τρεις γυναίκες, ηλικίας 19 έως 27 ετών. Από αυτούς, πέντε φέρονται να είχαν ελαφρύτερους τραυματισμούς, ένας 27χρονος κακώσεις σε άκρα, κεφάλι και θώρακα και ένας 20χρονος κάταγμα κεφαλής κερκίδας, καθώς και κακώσεις κεφαλής και θώρακος, με πρόβλεψη να παραμείνει για νοσηλεία.

Υπάρχει, πάντως, διαφοροποίηση στις αναφορές για τον ακριβή αριθμό των τραυματιών. Η Ναυτεμπορική, επικαλούμενη ενημέρωση από το νοσοκομείο «Παπαγεωργίου», μετέδωσε ότι με ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ διακομίστηκαν έξι τραυματίες, ενώ οι αρχικές πληροφορίες έκαναν λόγο για επτά. Κατά την ίδια ενημέρωση, οι πέντε είχαν ελαφρά τραύματα και ένας 20χρονος κάταγμα στο χέρι.

Το χρονικό της επίθεσης

Οι επιθέσεις φέρονται να σημειώθηκαν το πρωί της Τρίτης, 12 Μαΐου 2026, σε χώρους της Πολυτεχνικής Σχολής, της Νομικής και της Σχολής Οικονομικών Επιστημών. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η ομάδα των δραστών κινήθηκε μέσα σε πανεπιστημιακούς χώρους, επιτέθηκε σε φοιτητές, πέταξε καπνογόνα και προκάλεσε φθορές.

Η επίθεση έγινε κατά φοιτητών των ΕΑΑΚ, μία ημέρα πριν από τις φοιτητικές εκλογές, στοιχείο που προσδίδει στο περιστατικό πολιτική βαρύτητα. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η αστυνομία προχώρησε σε 39 προσαγωγές ατόμων, των οποίων ερευνήθηκε τυχόν εμπλοκή στην επίθεση.

Οι εικόνες που περιγράφονται από τα ρεπορτάζ παραπέμπουν σε οργανωμένη εισβολή και όχι σε αυθόρμητη συμπλοκή. Μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας κάνουν λόγο για ένα περιστατικό που επαναφέρει με ένταση το ζήτημα της ασφάλειας στο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η ανακοίνωση της Πρυτανείας: «Λοστοί, καπνογόνα, μολότοφ και βία δεν έχουν θέση στο Πανεπιστήμιο»

Το βαρύτερο πολιτικά και θεσμικά στοιχείο της ημέρας ήταν η ανακοίνωση των Πρυτανικών Αρχών του ΑΠΘ. Η Πρυτανεία δεν περιορίστηκε σε μια τυπική καταδίκη. Περιέγραψε το επεισόδιο ως προσβολή της ίδιας της πανεπιστημιακής υπόστασης.

Στην ανακοίνωση τονίζεται ότι όσα έγιναν «δεν πρόσθεσαν απλώς μερικούς ακόμα σωματικούς ή ψυχικούς τραυματισμούς», αλλά χάραξαν «μια βαθιά γραμμή» ανάμεσα σε όσους ασκούν, υποστηρίζουν ή ανέχονται τη βία και στη συντριπτική πλειονότητα όσων βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο για να επεκτείνουν τους ορίζοντες της γνώσης.

Η Πρυτανεία υπογραμμίζει ότι δεν έχει σημασία αν στόχος αυτή τη φορά δεν ήταν ο Αντιπρύτανης, αλλά φοιτητές και φοιτήτριες, ούτε ποιας φοιτητικής παράταξης μέλη ήταν τα θύματα. Το ουσιώδες, όπως αναφέρει, είναι ότι «λοστοί, καπνογόνα, μολότοφ, λεκτική και σωματική βία δεν έχουν καμία απολύτως θέση στο Πανεπιστήμιο».

Παράλληλα, οι Πρυτανικές Αρχές ζήτησαν άμεσα την εφαρμογή του νόμου, συνδέοντας την ασφάλεια φοιτητών, διδασκόντων και εργαζομένων με τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης του θεσμικού πλαισίου. Το πιο χαρακτηριστικό σημείο της ανακοίνωσης είναι η προειδοποίηση ότι η ακαδημαϊκή διαλλακτικότητα «δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά επιλογή», με την καταληκτική φράση: «Η κοινωνία είναι απέναντί τους».

Αστυνομική διερεύνηση και προσαγωγές

Μετά τα επεισόδια, οι αστυνομικές αρχές προχώρησαν σε 39 προσαγωγές. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, σε εξέλιξη βρίσκεται αυτεπάγγελτη προανάκριση για τα επεισόδια, ενώ η Εισαγγελία έχει ενημερωθεί. Νεότερες πληροφορίες ανέφεραν ότι οι 39 προσαχθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι.

Η εξέλιξη αυτή αφήνει ανοιχτό το κρίσιμο ερώτημα της ταυτοποίησης των δραστών. Μέχρι στιγμής, το βασικό δεδομένο είναι ότι υπήρξαν τραυματισμοί, καταγγελίες, υλικό από το περιστατικό και κινητοποίηση των αρχών. Το αν θα υπάρξουν ποινικές ευθύνες θα εξαρτηθεί από την πορεία της προανάκρισης, την αξιοποίηση βιντεοληπτικού υλικού και τις καταθέσεις.

Η κυβερνητική αντίδραση

Το υπουργείο Παιδείας καταδίκασε τα επεισόδια με αυστηρό τόνο. Ο υφυπουργός Παιδείας, αρμόδιος για την Ανώτατη Εκπαίδευση, Νίκος Παπαϊωάννου, έκανε λόγο για απαράδεκτες και επικίνδυνες επιθέσεις από κουκουλοφόρους και εξτρεμιστικές ομάδες σε βάρος φοιτητών, εν ώρα ακαδημαϊκής διαδικασίας.

Το υπουργείο βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τις Πρυτανικές Αρχές και ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες ασφαλείας. Παράλληλα, η κυβερνητική γραμμή είναι πως, μετά τη διερεύνηση, θα εφαρμοστεί πλήρως το ισχύον πλαίσιο για την ασφάλεια στα ΑΕΙ, χωρίς ανοχή ή εξαιρέσεις.

Το βαθύτερο πρόβλημα

Η επίθεση στο ΑΠΘ δεν είναι μόνο θέμα αστυνομικού δελτίου. Είναι ένδειξη ενός χρόνιου προβλήματος: της δυσκολίας του ελληνικού πανεπιστημίου να προστατεύσει την ακαδημαϊκή ελευθερία από τη βίαιη επιβολή μικρών οργανωμένων ομάδων.

Η ανακοίνωση της Πρυτανείας έχει σημασία ακριβώς επειδή μετατοπίζει το ζήτημα από την απλή καταγραφή των επεισοδίων στο πεδίο της θεσμικής αυτοπροστασίας του Πανεπιστημίου.

Ταυτόχρονα, το περιστατικό ανοίγει ξανά τη συζήτηση για την ελεγχόμενη είσοδο στα πανεπιστημιακά κτήρια. Μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας υποστήριξαν ότι το σύστημα ελεγχόμενης πρόσβασης πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα, ώστε να μην μπορεί «όποιος θέλει» να εισέρχεται ανεξέλεγκτα στους χώρους του ιδρύματος.

Συμπέρασμα

Η επίθεση στο ΑΠΘ δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ακόμη ένα επεισόδιο πριν από φοιτητικές εκλογές. Η χρήση ρόπαλων, καπνογόνων και βίας μέσα σε πανεπιστημιακούς χώρους αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση της λειτουργίας του δημόσιου πανεπιστημίου.

Το κρίσιμο δεν είναι ποια παράταξη δέχθηκε την επίθεση. Το κρίσιμο είναι ότι φοιτητές και φοιτήτριες χτυπήθηκαν μέσα στον χώρο όπου θα έπρεπε να προστατεύεται η ελευθερία της σκέψης, της διαφωνίας και της πολιτικής έκφρασης.

PISA 2022: Οι Έλληνες μαθητές κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ — η εκπαιδευτική υστέρηση πίσω από τους αριθμούς

1

Την ώρα που η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα συχνά εξαντλείται σε θέματα επικαιρότητας, θεάματος ή πολιτικής αντιπαράθεσης, τα στοιχεία του διεθνούς διαγωνισμού PISA 2022 του ΟΟΣΑ αποτυπώνουν μια πολύ πιο σοβαρή πραγματικότητα: οι Έλληνες 15χρονοι μαθητές καταγράφουν επιδόσεις κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ στα βασικά γνωστικά πεδία — Μαθηματικά, Κατανόηση Κειμένου και Φυσικές Επιστήμες.

Η εικόνα δεν είναι απλώς στιγμιαία. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι μέσες επιδόσεις της Ελλάδας το 2022 ήταν χαμηλότερες από το 2018 και στα τρία πεδία. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι, σε όλα τα βασικά αντικείμενα, η μέση επίδοση του 2022 ήταν χαμηλότερη από κάθε προηγούμενη συμμετοχή της Ελλάδας στην PISA από το 2000.

Η PISA, δηλαδή το Programme for International Student Assessment, είναι διεθνής αξιολόγηση του ΟΟΣΑ που εξετάζει τις γνώσεις και δεξιότητες 15χρονων μαθητών. Δεν μετρά απλώς αν οι μαθητές έχουν απομνημονεύσει σχολική ύλη, αλλά αν μπορούν να χρησιμοποιήσουν όσα γνωρίζουν για να λύσουν προβλήματα, να σκεφτούν κριτικά και να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά.

Στην κύρια αξιολόγηση PISA 2022 συμμετείχαν περίπου 690.000 μαθητές από 81 χώρες και οικονομίες, που αντιπροσωπεύουν περίπου 29 εκατομμύρια 15χρονους μαθητές διεθνώς.

Οι επιδόσεις της Ελλάδας

Στα Μαθηματικά, που ήταν το βασικό αντικείμενο της PISA 2022, η Ελλάδα συγκέντρωσε 430 μονάδες, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 472. Στην Κατανόηση Κειμένου, η Ελλάδα είχε 438 μονάδες, έναντι 476 του ΟΟΣΑ. Στις Φυσικές Επιστήμες, η ελληνική επίδοση ήταν 441 μονάδες, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 485.

Σε δημοσιευμένες κατατάξεις, η Ελλάδα εμφανίζεται 44η στα Μαθηματικά, 41η στην Κατανόηση Κειμένου και 44η στις Φυσικές Επιστήμες. Εδώ χρειάζεται προσοχή: κυκλοφορεί η αναφορά ότι η Ελλάδα ήταν 48η στις Φυσικές Επιστήμες, όμως αξιόπιστη δημοσιευμένη πηγή που παραπέμπει στα στοιχεία της PISA δίνει 44η θέση, όχι 48η.

Άρα, η Ελλάδα δεν ήταν «τελευταία». Η εικόνα όμως παραμένει βαριά: οι Έλληνες μαθητές βρίσκονται καθαρά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και η πτώση σε σχέση με προηγούμενους κύκλους είναι σαφής.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η κατάταξη

Το πιο κρίσιμο στοιχείο δεν είναι αν η Ελλάδα είναι 41η, 44η ή 48η. Το πραγματικό πρόβλημα είναι το επίπεδο δεξιοτήτων.

Στα Μαθηματικά, μόνο 53% των μαθητών στην Ελλάδα έφτασαν τουλάχιστον στο βασικό επίπεδο επάρκειας, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 69%. Στην Κατανόηση Κειμένου, το αντίστοιχο ποσοστό για την Ελλάδα είναι 62%, έναντι 74% στον ΟΟΣΑ. Στις Φυσικές Επιστήμες, 63% των μαθητών στην Ελλάδα έφτασαν το βασικό επίπεδο, έναντι 76% στον ΟΟΣΑ.

Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό τμήμα των μαθητών δυσκολεύεται σε δεξιότητες που δεν είναι πολυτέλεια, αλλά βάση για τη σύγχρονη ζωή: να κατανοούν σύνθετα κείμενα, να ερμηνεύουν δεδομένα, να λύνουν πρακτικά προβλήματα και να εφαρμόζουν επιστημονική σκέψη.

Χαμηλές επιδόσεις και στην δημιουργική σκέψη

Η πρόσθετη αξιολόγηση της PISA 2022 για τη Δημιουργική Σκέψη, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν το 2024, έδειξε επίσης υστέρηση της Ελλάδας. Οι Έλληνες μαθητές συγκέντρωσαν 27 μονάδες στις 60, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 33.

Η Δημιουργική Σκέψη στην PISA εξετάζει την ικανότητα των μαθητών να παράγουν διαφορετικές και πρωτότυπες ιδέες, αλλά και να αξιολογούν και να βελτιώνουν ιδέες σε ανοιχτά προβλήματα, χωρίς μία και μοναδική σωστή απάντηση.

Στην Ελλάδα, μόνο 64% των μαθητών έφτασε τουλάχιστον στο βασικό επίπεδο δημιουργικής σκέψης, έναντι 78% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι μόλις 9% των μαθητών στην Ελλάδα ανήκει στους κορυφαίους performers στη δημιουργική σκέψη, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 27%.

Σύμφωνα με ελληνικά δημοσιεύματα που επικαλέστηκαν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, η Ελλάδα κατετάγη 38η μεταξύ 64 χωρών στη Δημιουργική Σκέψη.

Τι δείχνει η εικόνα

Τα αποτελέσματα της PISA δεν σημαίνουν ότι «τα παιδιά δεν αξίζουν» ή ότι «οι μαθητές απέτυχαν». Αντίθετα, δείχνουν κυρίως την αποτυχία ενός εκπαιδευτικού συστήματος να δώσει σε μεγάλο μέρος των μαθητών τα εργαλεία που χρειάζονται.

Η ελληνική εκπαίδευση παραμένει έντονα προσανατολισμένη στην αποστήθιση, στις εξετάσεις και στην αναπαραγωγή γνώσης. Η PISA όμως μετρά κάτι διαφορετικό: αν ο μαθητής μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γνώση σε πραγματικές συνθήκες. Εκεί ακριβώς φαίνεται η υστέρηση.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν επίσης ζητήματα μέσα στο ίδιο το σχολικό περιβάλλον. Το 2022, 35% των μαθητών στην Ελλάδα ανέφεραν ότι δεν μπορούν να εργαστούν καλά στα περισσότερα ή σε όλα τα μαθήματα Μαθηματικών, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 23%. Επίσης, 43% δήλωσαν ότι οι μαθητές δεν ακούν τι λέει ο καθηγητής, έναντι 30% στον ΟΟΣΑ.

Η PISA 2022 δεν είναι μια απλή διεθνής κατάταξη. Είναι καμπανάκι για το παραγωγικό, κοινωνικό και δημοκρατικό μέλλον της χώρας.

Μια χώρα που θέλει να μιλά για τεχνολογική ανάπτυξη, καινοτομία, τεχνητή νοημοσύνη, ανταγωνιστικότητα και κοινωνική κινητικότητα δεν μπορεί να αγνοεί ότι οι 15χρονοι μαθητές της υστερούν στα βασικά εργαλεία κατανόησης του σύγχρονου κόσμου.

Η ακριβής διατύπωση, λοιπόν, δεν είναι ότι η Ελλάδα «πάτωσε» με την έννοια ότι βρέθηκε τελευταία. Η ακριβής και τεκμηριωμένη διατύπωση είναι πιο σοβαρή:

Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, με επιδόσεις που υποχώρησαν σε σχέση με το 2018 και με ανησυχητικά χαμηλό ποσοστό μαθητών που φτάνουν σε υψηλά επίπεδα δεξιοτήτων.

Και αυτό είναι ίσως πιο ανησυχητικό από μια απλή τελευταία θέση. Γιατί δείχνει όχι ένα ατύχημα, αλλά μια διαχρονική εκπαιδευτική υστέρηση.

Επιθέσεις με drones στο Σουδάν σκότωσαν τουλάχιστον 880 αμάχους μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου: ΟΗΕ

0

Staff Writer With AFP
11 Μαΐου 2026

Τουλάχιστον 880 άμαχοι σκοτώθηκαν σε επιθέσεις με drones στο Σουδάν μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου φέτος, ανακοίνωσε τη Δευτέρα ο ΟΗΕ, προειδοποιώντας ότι τέτοιες επιθέσεις ωθούν τη σύγκρουση προς μια «νέα, ακόμη πιο θανατηφόρα φάση».

Οι επιθέσεις με drones τόσο από τον στρατό του Σουδάν όσο και από την παραστρατιωτική οργάνωση Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης —RSF—, οι οποίοι βρίσκονται σε πόλεμο από τον Απρίλιο του 2023, έχουν ενταθεί σε ολόκληρη τη χώρα τους τελευταίους μήνες.

Το γραφείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών ανακοίνωσε ότι η ομάδα του στο Σουδάν διαπίστωσε πως «οι επιθέσεις με drones ευθύνονται για τουλάχιστον 880 θανάτους αμάχων —περισσότερο από το 80% όλων των θανάτων αμάχων που σχετίζονται με τη σύγκρουση— μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου φέτος».

«Τα ένοπλα drones έχουν πλέον γίνει μακράν η κύρια αιτία θανάτου αμάχων», δήλωσε ο επικεφαλής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ, Φόλκερ Τουρκ, στην ανακοίνωση.

Η αυξανόμενη χρήση drones επιτρέπει στις συγκρούσεις να συνεχίζονται «αμείωτες» κατά την περίοδο των βροχών, η οποία στο παρελθόν οδηγούσε σε κάποια ύφεση, είπε.

«Μια εντατικοποίηση των εχθροπραξιών τις επόμενες εβδομάδες… κινδυνεύει να επεκτείνει ακόμη περισσότερο τις συγκρούσεις στις κεντρικές και ανατολικές πολιτείες, με θανατηφόρες συνέπειες για τους αμάχους σε τεράστιες περιοχές», δήλωσε.

Περισσότερα από τρία χρόνια εμφυλίου πολέμου στο Σουδάν έχουν ήδη σκοτώσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, έχουν εκτοπίσει πάνω από 11 εκατομμύρια και έχουν οδηγήσει αρκετές περιοχές σε λιμό.

Τώρα όμως, ο Τουρκ προειδοποίησε ότι «αν δεν ληφθούν μέτρα χωρίς καθυστέρηση, αυτή η σύγκρουση βρίσκεται στο κατώφλι μιας ακόμη νέας, ακόμη πιο θανατηφόρας φάσης».

Οι περισσότεροι από τους θανάτους αμάχων που αποδόθηκαν σε επιθέσεις με drones κατά τους πρώτους τρεις μήνες του έτους καταγράφηκαν στην περιοχή Κορντοφάν και στο Νταρφούρ.

Οι επιθέσεις αυτές συνεχίστηκαν, με την πιο πρόσφατη στις 8 Μαΐου, όταν drones έπληξαν την Αλ Κουζ στο Νότιο Κορντοφάν και περιοχή κοντά στο Ελ Ομπέιντ στο Βόρειο Κορντοφάν, σκοτώνοντας σύμφωνα με πληροφορίες 26 αμάχους και τραυματίζοντας άλλους, ανέφερε το γραφείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το γραφείο ανέφερε ότι οι εμπόλεμες πλευρές έχουν χρησιμοποιήσει drones επανειλημμένα για να πλήξουν πολιτικούς στόχους και υποδομές, «μειώνοντας την πρόσβαση σε επαρκή τροφή, καθαρό νερό και υγειονομική περίθαλψη».

Αγορές έχουν στοχοποιηθεί επανειλημμένα, με τουλάχιστον 28 τέτοιες επιθέσεις να έχουν προκαλέσει απώλειες μεταξύ αμάχων τους πρώτους τέσσερις μήνες του έτους.

Υγειονομικές εγκαταστάσεις έχουν πληγεί τουλάχιστον 12 φορές, πρόσθεσε.

Πλέον, σύμφωνα με το γραφείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι επιθέσεις με drones από τις RSF και τον σουδανικό στρατό εξαπλώνονται όλο και περισσότερο πέρα από το Κορντοφάν και το Νταρφούρ, προς τον Γαλάζιο Νείλο, τον Λευκό Νείλο και το Χαρτούμ.

Ο Τουρκ προειδοποίησε ότι η αυξημένη βία θα διαταράξει την παροχή κρίσιμης ανθρωπιστικής βοήθειας.

«Μεγάλο μέρος της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Κορντοφάν, αντιμετωπίζει πλέον αυξημένο κίνδυνο λιμού και οξείας επισιτιστικής ανασφάλειας», είπε, προσθέτοντας ότι η κατάσταση επιδεινώνεται από τις ελλείψεις λιπασμάτων που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

thedefensepost.com

«Ήρθε το τέλος της σκέψης;», του Philippe Bernard

0

 Τρίτη 28 Απριλίου 2026, 12:00:10 

του Philippe Bernard (*)

Το άρθρο αυτό δεν ξεφεύγει από τον κανόνα: το γράψιμο δεν είναι μόνο ένας τρόπος επικοινωνίας, είναι κι ένα ισχυρό μέσο που σε βοηθάει να βάζεις σε τάξη τις ιδέες σου, να οργανώνεις τη σκέψη σου, να διαχειρίζεσαι την πολυπλοκότητα. «Γράφω γιατί δεν ξέρω τι σκέφτομαι αν δεν το δω γραμμένο», έλεγε η Αμερικανίδα συγγραφέας Φλάνερι Ο’ Κόνορ (1925-1964). Το ίδιο ισχύει και για το θέμα αυτού του άρθρου: τη βαθμιαία εξαφάνιση του γραψίματος, με τη μορφή τουλάχιστον της κλασικής χειρόγραφης μορφής, και την εισβολή, ιστορική και προβληματική ταυτόχρονα, της τεχνητής νοημοσύνης στη διαδικασία της γραφής.

Το 2008, οι Γάλλοι έστελναν ακόμη κατά μέσο όρο 45 επιστολές τον χρόνο. Το 2020, ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 5. Η φωνή εκτοπίζει κάθε μέρα και περισσότερο τη γραμμένη λέξη. Τα μηνύματα audio (7 δισεκατομμύρια στέλνονται καθημερινά μέσω WhatsApp) παίρνουν τη θέση των SMS, οι ηχητικές σημειώσεις εκθρονίζουν τα memos και τα podcasts αντικαθιστούν τα άρθρα.

Η βαθμιαία εξαφάνιση του γραπτού λόγου θέτει το ζήτημα των επιπτώσεων στη σκέψη και την κατανόηση του κόσμου. «Ο τρόπος που γράφουμε διαμορφώνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε», παρατηρεί στον «New Yorker» o Αμερικανός συγγραφέας Hua Hsu. Κι όμως, πολλοί φοιτητές αδυνατούν να διαβάσουν ένα ολόκληρο μυθιστόρημα ή να γράψουν μια έκθεση με αυτόνομο τρόπο.

Ο Hsu, που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο, αναζητεί τρόπους να παρακάμψει την ΑΙ, ζητώντας από τους φοιτητές του να γράφουν στην αίθουσα και όχι στο σπίτι και πολλαπλασιάζοντας τις προφορικές εξετάσεις. Ορισμένοι φοιτητές, λέει, «ξεχνούν ακόμη κι ότι είναι ικανοί να σκέφτονται». Σε τελευταία ανάλυση, αν το γράψιμο βοηθά στην οργάνωση των ιδεών μας, πώς θα κατανοήσουμε τον κόσμο αν αφήσουμε την ΑΙ να γράφει στη θέση μας;

Η απάντηση του Media Lab του MIT, σε μια μελέτη του 2025, είναι ανησυχητική. Οι εθελοντές που έλαβαν μέρος, κλήθηκαν να συντάξουν κείμενα χρησιμοποιώντας ή όχι το ChatGPT και στη συνέχεια να θυμηθούν τι είχαν γράψει. Στους πρώτους, οι ζώνες του εγκεφάλου που συνδέονται με την προσοχή, με τον σχεδιασμό και με τη μνήμη περιόρισαν σημαντικά τη δραστηριότητά τους. Αν και το δείγμα ήταν μικρό (54 φοιτητές και μεταπτυχιακοί 18-39 ετών), οι ερευνητές συμπέραναν ότι τα αποτελέσματα προκαλούν ανησυχία για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της εξάρτησης από την ΑΙ.

Σε ένα άρθρο της που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα The Conversation, η Αμερικανίδα γλωσσολόγος Ναόμι Μπάρον αναρωτιέται αν η ΑΙ απειλεί τις συντακτικές ικανότητες των φοιτητών, την αξία της διαδικασίας του γραψίματος και τη σημασία του ως εργαλείου σκέψης. Σε ένα πολύ τεκμηριωμένο δοκίμιο με τίτλο «Η εποχή της ανθρώπινης απαξίωσης», ο πρόεδρος του ARTE France Μπρουνό Πατινό απευθύνει έκκληση να αποτρέψουμε τη νέα καταστροφή, αυτό που έρχεται δηλαδή μετά την κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Και συγκρίνει την εκθρόνιση του βιβλίου από την οθόνη με την αντικατάσταση (που περιγράφει ο Βικτόρ Ουγκώ στην Παναγία των Παρισίων) της αρχιτεκτονικής από την τυπογραφία. Και στις δύο περιπτώσεις, αλλοιώνεται ριζικά η σχέση μας με το νόημα των πραγμάτων.

(*) O Φιλίπ Μπερνάρ είναι αρθρογράφος της Monde

(Πηγή: Le Monde)

Δ. Τσαϊλάς: η στρατηγική στροφή της Ευρώπης προς την Τουρκία και το κόστος για τον Ελληνισμό

1

Του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.

Η Ευρώπη κάνει μια επιλογή που αρνείται να αναγνωρίσει ανοιχτά.

Αντιμέτωποι με την αυξανόμενη αβεβαιότητα στην Ουάσιγκτον, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην απρόβλεπτη στάση της εξωτερικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επαναπροσδιορίζουν σιωπηλά τη στρατηγική ασφαλείας τους. Η υπόθεση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρηματοδοτούν επ’ αόριστο την ευρωπαϊκή άμυνα δεν θεωρείται πλέον δεδομένη. Ακόμα και χωρίς μια επίσημη ρήξη στο ΝΑΤΟ, η διάβρωση της εμπιστοσύνης διαμορφώνει ήδη την πολιτική.

Αλλά αντί να επιταχύνει την πραγματική στρατηγική αυτονομία, η Ευρωπαϊκή Ένωση οδεύει προς μια πολύ πιο προβληματική λύση, την βαθύτερη εξάρτηση από την Τουρκία.

Αυτό δεν είναι στρατηγική. Είναι αυτοσχεδιασμός.

Μια Συνεργασία Χτισμένη στην Ευκολία, Όχι στις Αρχές

Επί χρόνια, οι Βρυξέλλες κρατούσαν την Άγκυρα σε απόσταση, επικαλούμενες δημοκρατική οπισθοδρόμηση, περιφερειακή αυτοπεποίθηση και επαναλαμβανόμενες εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτές οι ανησυχίες δεν έχουν εξαφανιστεί. Απλώς έχουν υποβαθμιστεί.

Σήμερα, ο ρόλος της Τουρκίας στον πόλεμο της Ουκρανίας και η διπλωματική της εμπλοκή σε πολλαπλές περιοχές την έχουν καταστήσει χρήσιμη. Σε απάντηση, οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν αρχίσει να αναδιατυπώνουν την άποψή τους για την Άγκυρα, όχι ως πρόκληση για τους ευρωπαϊκούς κανόνες, αλλά ως απαραίτητο εταίρο.

Αυτή η μετατόπιση είναι τόσο αποκαλυπτική όσο και ανησυχητική.

Υποδηλώνει ότι η ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, όταν δοκιμάζεται, δεν αφορά τόσο τις αξίες όσο την σκοπιμότητα.

Η αδυναμία της Ευρώπης οδηγεί στην εξάρτησή της

Η πραγματική κινητήρια δύναμη αυτής της στροφής δεν είναι η δύναμη της Τουρκίας, αλλά η αδυναμία της Ευρώπης.

Η συνεχιζόμενη προσπάθεια της Γερμανίας να εξασφαλίσει πυραύλους κρουζ Tomahawk αμερικανικής κατασκευής και ο συνεχιζόμενος δισταγμός της Ουάσιγκτον να εγκρίνει το αίτημα αποκαλύπτει μια θεμελιώδη ευπάθεια. Η Ευρώπη δεν διαθέτει αξιόπιστες δυνατότητες επιθέσεων μεγάλου βεληνεκούς και εξακολουθεί να εξαρτάται από εξωτερικούς προμηθευτές για να καλύψει αυτό το κενό.

Αντί να αντιμετωπίσει αυτή την ανεπάρκεια μέσω συντονισμένων επενδύσεων, η Γερμανία διερευνά τώρα εναλλακτικές λύσεις, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με την Τουρκία.

Ταυτόχρονα, η Άγκυρα επεκτείνει ενεργά τις δικές της δυνατότητες. Η αποκάλυψη του πυραύλου Yildirimhan, ο οποίος φέρεται να έχει βεληνεκές έως και 6.000 χιλιόμετρα, σηματοδοτεί φιλοδοξίες που εκτείνονται πολύ πέρα ​​από την περιφερειακή άμυνα. Είτε είναι πλήρως λειτουργικά είτε όχι, τέτοια συστήματα αναδιαμορφώνουν το στρατηγικό τοπίο ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Αεροπορική ισχύς αφηγείται μια παρόμοια ιστορία. Η Ισπανία φέρεται να εξετάζει το ενδεχόμενο να αγοράσει το μαχητικό αεροσκάφος KAAN της Τουρκίας εν μέσω καθυστερήσεων στα ευρωπαϊκά προγράμματα και αβεβαιότητας γύρω από τις εναλλακτικές λύσεις των ΗΠΑ.

Αυτές δεν είναι μεμονωμένες αποφάσεις προμηθειών. Είναι συμπτώματα μιας ευρύτερης αποτυχίας. Η Ευρώπη προσπαθεί να αντισταθμίσει την έλλειψη στρατηγικής συνοχής αναθέτοντας σε τρίτους κρίσιμες ικανότητες.

Η ασφάλεια της Ελλάδας και της Κύπρου παραγκωνίζεται

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, αυτή η μετατόπιση δεν είναι αφηρημένη, είναι άμεση και έχει βαθιά συνέπειες.

Οι διαφορές της Τουρκίας με τον Ελληνισμό παραμένουν ανεπίλυτες, και περιλαμβάνουν θαλάσσια σύνορα, παραβιάσεις εναέριου χώρου και ζητήματα κυριαρχίας. Το μακροχρόνιο casus belli που κήρυξε η Άγκυρα το 1995 δεν έχει αποσυρθεί. Ούτε έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος προς την αποκλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής φαίνονται ολοένα και πιο πρόθυμοι να εμβαθύνουν την αμυντική συνεργασία με την Τουρκία χωρίς να εξασφαλίσουν αντίστοιχες δεσμεύσεις σε αυτά τα ζητήματα.

Αυτό δεν είναι ρεαλισμός. Είναι στρατηγική αμέλεια.

Δίνοντας προτεραιότητα στα βραχυπρόθεσμα κέρδη σε δυνατότητες έναντι της εσωτερικής συνοχής, η ΕΕ κινδυνεύει να υπονομεύσει την ασφάλεια των δικών της κρατών μελών. Μια αμυντική πολιτική που αγνοεί τις ανησυχίες της Αθήνας και της Λευκωσίας δεν είναι απλώς ατελής είναι και μη βιώσιμη.

Ένα ασταθές θεμέλιο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια

Η ελκυστικότητα της Τουρκίας είναι προφανής καθώς περιλαμβάνει ταχύτητα, κλίμακα και λιγότερες πολιτικές προϋποθέσεις. Εταιρείες όπως η Baykar έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητα συστημάτων όπως το Bayraktar TB2, ενώ η ευρύτερη αμυντική βιομηχανία της Άγκυρας επεκτείνεται ραγδαία σε πυραύλους και αεροσκάφη επόμενης γενιάς.

Αλλά αυτά τα πλεονεκτήματα συνοδεύονται από κινδύνους.

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας παραμένει σκόπιμα ανεξάρτητη, συχνά αποκλίνοντας από τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Η προθυμία της να εμπλέξει πολλαπλούς, ανταγωνιστικούς παράγοντες μπορεί να ενισχύσει την ευελιξία της αλλά περιπλέκει κάθε προσπάθεια οικοδόμησης ενός συνεκτικού και αξιόπιστου ευρωπαϊκού πλαισίου ασφάλειας γύρω της.

Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη προσπαθεί να βασίσει τη μελλοντική της ασφάλεια σε έναν εταίρο που δεν έχει καμία πρόθεση να ευθυγραμμιστεί πλήρως μαζί της.

Συμπέρασμα

Η Ευρώπη επιμένει ότι ενεργεί ρεαλιστικά. Στην πραγματικότητα, αποφεύγει δύσκολες επιλογές. Αντί να επενδύσει αποφασιστικά στις δικές της αμυντικές δυνατότητες ή να επαναπροσδιορίσει το στρατηγικό της πλαίσιο, η ΕΕ παρασύρεται σε μια εξάρτηση που είναι πολιτικά άβολη και στρατηγικά εύθραυστη.

Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις είναι σαφείς. Μια Ευρώπη που αναδεικνύει τον ρόλο της Τουρκίας χωρίς να αντιμετωπίζει τη συμπεριφορά της στην Ανατολική Μεσόγειο είναι μια Ευρώπη που διακινδυνεύει να ομαλοποιήσει την αστάθεια στα σύνορά της.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη θα συνεργαστεί στενότερα με την Τουρκία ήδη συνεργάζεται. Το ερώτημα είναι αν είναι διατεθειμένη να αποδεχτεί τις συνέπειες.

Για την Αθήνα, η επαγρύπνηση δεν είναι πλέον αρκετή. Αυτό που απαιτείται είναι η διαρκής πίεση για να διασφαλιστεί ότι η ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από το επείγον και την ταχύτητα, αλλά από τη συνοχή, την αξιοπιστία και τον σεβασμό για την ασφάλεια όλων των μελών της. Επειδή μια Ευρώπη που κάνει συμβιβασμούς σε αυτές τις αρχές δεν θα αναδειχθεί ισχυρότερη. Θα αναδυθεί διαιρεμένη.

Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

 

Πώς η σύνοδος Τραμπ–Σι θα μπορούσε να καθορίσει τις σχέσεις των υπερδυνάμεων για πολλά χρόνια

0

 

BBC

Anthony Zurcher, ανταποκριτής Βόρειας Αμερικής, και Laura Bicker, ανταποκρίτρια Κίνας

Η ασφάλεια γύρω από την ιστορική πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνου έχει ενισχυθεί εδώ και ημέρες, ενώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυκλοφορούν φήμες για μια ειδική παρέλαση ή κάποια μεγάλη, προσεκτικά σκηνοθετημένη εκδήλωση.

Οι προετοιμασίες για αυτό το σημαντικό γεγονός ξεκίνησαν αθόρυβα, αλλά η Κίνα φαίνεται έτοιμη να στήσει μια εντυπωσιακή υποδοχή για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.

Η επίσκεψη θα περιλαμβάνει συνομιλίες, επίσημο δείπνο και επίσκεψη στον Ναό του Ουρανού, ένα σύμπλεγμα αυτοκρατορικών ναών όπου οι αυτοκράτορες προσεύχονταν για καλή σοδειά.

Και τόσο ο Τραμπ όσο και ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ θα ελπίζουν ότι η επίσκεψη θα αποδώσει καρπούς. Αυτή η σύνοδος ανάμεσα στους δύο ισχυρότερους ηγέτες του κόσμου αναμένεται να είναι μία από τις πιο καθοριστικές συναντήσεις των τελευταίων ετών.

Αυτή είναι η πρώτη επίσκεψη Αμερικανού προέδρου από την προηγούμενη επίσκεψη του Τραμπ το 2017.

Εδώ και μήνες, οι σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας αποτελούσαν χαμηλότερη προτεραιότητα για τον Τραμπ. Η προσοχή του ήταν στραμμένη στον συνεχιζόμενο πόλεμο με το Ιράν, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Δυτικό Ημισφαίριο και σε εσωτερικά ζητήματα. Όμως αυτό αλλάζει αυτή την εβδομάδα. Το μέλλον του παγκόσμιου εμπορίου, οι αυξανόμενες εντάσεις στην Ταϊβάν και ο ανταγωνισμός στις προηγμένες τεχνολογίες βρίσκονται όλα στο τραπέζι.

Σε οικονομικό επίπεδο, ο συνεχιζόμενος εμπορικός πόλεμος με τις ΗΠΑ και η σύγκρουση στο Ιράν μπορεί να είναι κακά νέα για τον Σι. Ιδεολογικά και πολιτικά, όμως, αποτελούν δώρο — και ο ίδιος θα αισθάνεται ότι έχει ισχυρά χαρτιά στα χέρια του.

Αυτή η επίσκεψη θα μπορούσε να θέσει τα θεμέλια είτε για μελλοντική συνεργασία είτε για σύγκρουση στα χρόνια που έρχονται.

Ο διαμεσολαβητής του Ιράν;

Η Κίνα προσπαθεί να παρέμβει αθόρυβα ως ειρηνοποιός, καθώς ο πόλεμος βρίσκεται πλέον στον τρίτο μήνα του. Το Πεκίνο έχει συμπράξει με το Πακιστάν ως μεσολαβητής στον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν.

Αξιωματούχοι στο Πεκίνο και στο Ισλαμαμπάντ παρουσίασαν τον Μάρτιο ένα σχέδιο πέντε σημείων, με στόχο την επίτευξη εκεχειρίας και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Και παρασκηνιακά, Κινέζοι αξιωματούχοι ωθούν διακριτικά τους Ιρανούς ομολόγους τους προς το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τη σταθερή επίδειξη ισχύος της, η Κίνα επιθυμεί διακαώς το τέλος αυτού του πολέμου.

Η οικονομία της χώρας ήδη παλεύει με βραδύτερη ανάπτυξη και υψηλότερη ανεργία. Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου έχει ανεβάσει το κόστος προϊόντων που παράγονται από πετροχημικά — από τα υφάσματα μέχρι τα πλαστικά. Για ορισμένους παραγωγούς στην Κίνα, το κόστος έχει αυξηθεί κατά 20%.

Μια διαφημιστική πινακίδα στην Τεχεράνη απεικονίζει τα Στενά του Ορμούζ σαν φίμωτρο ραμμένο πάνω στο στόμα του Τραμπ.

Η Κίνα διαθέτει αξιοζήλευτα αποθέματα πετρελαίου, ενώ η πρωτοπορία που έχει αποκτήσει στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα την έχει προστατεύσει από τις χειρότερες συνέπειες της ενεργειακής κρίσης. Ωστόσο, ο πόλεμος προκαλεί επιπλέον πίεση σε μια υποτονική κινεζική οικονομία, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές. Παρ’ όλα αυτά, αν η Κίνα πρόκειται να παρέμβει και να βοηθήσει τις ΗΠΑ, θα θελήσει κάτι σε αντάλλαγμα.

Η επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί στο Πεκίνο την περασμένη εβδομάδα φάνηκε σχεδιασμένη ώστε να δείξει το είδος της επιρροής και του ελέγχου που διαθέτει η Κίνα στη Μέση Ανατολή.

Οι ΗΠΑ παρακολουθούσαν στενά. «Ελπίζω οι Κινέζοι να του πουν αυτό που πρέπει να του ειπωθεί», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο. «Και αυτό είναι ότι όσα κάνετε στα Στενά σάς οδηγούν σε παγκόσμια απομόνωση. Εσείς είστε ο κακός σε αυτή την υπόθεση».

Οι τιμές του πετρελαίου επηρεάζουν σημαντικά τις κινεζικές εξαγωγές και την παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων.

Οι ΗΠΑ έχουν επίσης προσπαθήσει να πείσουν την Κίνα να μην μπλοκάρει ένα νέο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που καταδικάζει τις επιθέσεις του Ιράν σε πλοία που επιχειρούν να περάσουν από τα Στενά του Ορμούζ, αφού η Κίνα και η Ρωσία είχαν ασκήσει βέτο σε προηγούμενη πρόταση.

«Νομίζω ότι, αν θέλουμε να επαναφέρουμε το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με διαρκή τρόπο, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν ότι η Κίνα θα διαδραματίσει κάποιον ρόλο», λέει ο Άλι Γουάιν, ανώτερος σύμβουλος έρευνας και συνηγορίας για τις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας στο International Crisis Group.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, δεν έχει φανεί να ενοχλείται ιδιαίτερα από τη στενή σχέση της Κίνας με την Τεχεράνη. Αν και οι ΗΠΑ επέβαλαν πρόσφατα κυρώσεις σε διυλιστήριο με έδρα την Κίνα για τη μεταφορά ιρανικού πετρελαίου, ο πρόεδρος υποβάθμισε την περασμένη εβδομάδα οποιαδήποτε κινεζική στήριξη προς το Ιράν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

«Έτσι είναι τα πράγματα, σωστά;» είπε σε Αμερικανό δημοσιογράφο. «Κι εμείς κάνουμε πράγματα εναντίον τους».

Το μέλλον της Ταϊβάν

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει στείλει αντιφατικά μηνύματα όσον αφορά την Ταϊβάν.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν συμφωνία πώλησης όπλων ύψους 11 δισ. δολαρίων —8 δισ. λιρών— στην Ταϊβάν, προκαλώντας την οργή της κινεζικής κυβέρνησης. Ο Τραμπ, ωστόσο, έχει υποβαθμίσει την προθυμία των ΗΠΑ να υπερασπιστούν την Ταϊβάν, την οποία η Κίνα θεωρεί δικό της έδαφος.

«Τη θεωρεί μέρος της Κίνας», είπε ο Τραμπ για τον Σι, «και εξαρτάται από εκείνον τι πρόκειται να κάνει».

Έχει επίσης πει ότι η Ταϊβάν δεν αποζημιώνει επαρκώς τις ΗΠΑ για τις εγγυήσεις ασφαλείας που της παρέχουν, προσθέτοντας ότι «δεν μας δίνει τίποτα». Πέρυσι, επέβαλε δασμό 15% στην Ταϊβάν και την κατηγόρησε ότι έκλεψε την παραγωγή ημιαγωγών από τις ΗΠΑ.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Ρούμπιο δήλωσε ότι η Ταϊβάν θα αποτελέσει θέμα συζήτησης κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, αν και ο στόχος θα είναι να διασφαλιστεί ότι το ζήτημα δεν θα γίνει νέα πηγή έντασης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις.

«Δεν χρειαζόμαστε αποσταθεροποιητικά γεγονότα σε σχέση με την Ταϊβάν ή οπουδήποτε αλλού στον Ινδο-Ειρηνικό», είπε. «Και νομίζω ότι αυτό είναι προς το αμοιβαίο συμφέρον τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και της Κίνας».

Η Ταϊβάν βασίζεται στις ΗΠΑ για στρατιωτική υποστήριξη.

Από την πλευρά της, η Κίνα έχει δείξει ότι η Ταϊβάν αποτελεί προτεραιότητα σε αυτές τις συνομιλίες. Ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι ελπίζει οι ΗΠΑ να κάνουν τις «σωστές επιλογές», κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Ρούμπιο.

Το Πεκίνο έχει αυξήσει τη στρατιωτική πίεση, στέλνοντας σχεδόν καθημερινά πολεμικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία γύρω από την Ταϊβάν.

Ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν ότι οι Κινέζοι αξιωματούχοι ενδέχεται να πιέζουν για αλλαγή στη γλώσσα της διατύπωσης για την Ταϊβάν, η οποία είχε διαμορφωθεί προσεκτικά το 1982. Η πιο πρόσφατα διατυπωμένη πολιτική της Ουάσιγκτον είναι ότι σήμερα δεν υποστηρίζει την ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Θα μπορούσε το Πεκίνο να πιέσει για ισχυρότερη διατύπωση, όπως ότι «οι ΗΠΑ αντιτίθενται στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν»;

«Απλώς δεν πιστεύω ότι ο πρόεδρος Σι θα αρκεστεί σε αυτό», λέει ο Τζον Ντελούρι, ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας της Asia Society. «Ακόμη κι αν ο Τραμπ πει κάτι απρόβλεπτο που μοιάζει με κάποια υποχώρηση στο θέμα της Ταϊβάν, επειδή δεν είναι τόσο προσεκτικός στη χρήση της γλώσσας, οι Κινέζοι ξέρουν καλύτερα από το να δώσουν μεγάλη βαρύτητα σε αυτό, γιατί μπορεί να το αναιρέσει με μια ανάρτηση στο Truth Social μία εβδομάδα αργότερα».

Κρίσιμες εμπορικές συνομιλίες

Για μεγάλο μέρος του 2025, οι ΗΠΑ και η Κίνα έμοιαζαν να βρίσκονται στα πρόθυρα ενός νέου εμπορικού πολέμου, ο οποίος θα μπορούσε να κλονίσει τα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας.

Ο Τραμπ αύξανε και μείωνε επανειλημμένα τους δασμούς στον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Αμερικής, φθάνοντας κατά περιόδους σε συντελεστές άνω του 100%.

Η Κίνα απάντησε περιορίζοντας τις εξαγωγές σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ και τις αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, πλήττοντας αγρότες σε κρίσιμες πολιτείες που είχαν ψηφίσει τον Τραμπ.

Η ένταση έχει μειωθεί σημαντικά από τότε που ο Τραμπ και ο Σι συναντήθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο στη Νότια Κορέα τον περασμένο Οκτώβριο. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο, η οποία περιόρισε τη μονομερή εξουσία του προέδρου να επιβάλλει δασμούς, βοήθησε επίσης να συγκρατηθούν τα πιο απρόβλεπτα εμπορικά ένστικτα του Τραμπ.

Ωστόσο, ο Τραμπ και ο Σι θα έχουν ακόμη πολλά να συζητήσουν κατά τη σύνοδό τους στο Πεκίνο. Ο Αμερικανός ηγέτης θα πιέσει για αύξηση των κινεζικών αγορών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων. Η Κίνα είναι βέβαιο ότι θα πιέσει τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν μια πρόσφατα ανακοινωθείσα εμπορική έρευνα για αθέμιτες επιχειρηματικές πρακτικές, η οποία θα μπορούσε να δώσει στον Τραμπ τη δυνατότητα να επαναφέρει υψηλότερους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα.

Αυτό θα είναι δύσκολο για την αμερικανική πλευρά. «Θα μπορούσε να είναι δύσκολο για τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν τις έρευνες για όλες τις αθέμιτες κινεζικές εμπορικές πρακτικές, δεδομένου του πόσο διαδεδομένες και στρεβλωτικές εξακολουθούν να είναι», λέει ο Μάικλ Ο’Χάνλαν, κάτοχος της έδρας Phil Knight στην Άμυνα και τη Στρατηγική στο Brookings Institution, ένα think tank με έδρα την Ουάσιγκτον.

Η κυβέρνηση Τραμπ προσκαλεί επίσης διευθύνοντες συμβούλους από τη Nvidia, την Apple, την Exxon, την Boeing και άλλες μεγάλες εταιρείες να τον συνοδεύσουν σε αυτή την επίσκεψη, σύμφωνα με το Reuters.

Αν και η Κίνα δεν εξαρτάται πλέον από το εμπόριο με τις ΗΠΑ όσο εξαρτιόταν κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ, ο Σι θα θέλει αυτή η συνάντηση να εξελιχθεί καλά, καθώς η Κίνα χρειάζεται σταθερότητα στην παγκόσμια οικονομία.

Είναι πλέον ο βασικός εμπορικός εταίρος για περισσότερες από 120 χώρες, αλλά ο Σι γνωρίζει ότι δεν μπορεί να εμφανιστεί υπερβολικά σίγουρος κατά την επίσκεψη του Τραμπ.

«Εφόσον η επίσκεψη εξελιχθεί ομαλά και ο Τραμπ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι του φέρθηκαν με σεβασμό, τότε η εύθραυστη ηρεμία στις διμερείς σχέσεις θα διατηρηθεί. Αν, από την άλλη, ο Τραμπ φύγει νιώθοντας ότι τον προσέβαλαν ή ότι τον κορόιδεψαν, τότε θα μπορούσε να αλλάξει στάση», λέει ο Ράιαν Χας, διευθυντής του John L. Thornton China Center στο Brookings Institution.

Το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης

Η Κίνα βρίσκεται σε αγώνα δρόμου για να κυριαρχήσει στο μέλλον. Επενδύει μαζικά στην τεχνητή νοημοσύνη και στα ανθρωποειδή ρομπότ. Αυτά αποτελούν μέρος αυτού που ο Σι περιγράφει ως «νέες παραγωγικές δυνάμεις», οι οποίες, όπως ελπίζει, θα ωθήσουν την κινεζική οικονομία προς τα εμπρός.

Πολλοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στις ΗΠΑ, ωστόσο, πιστεύουν ότι η επίσημη κινεζική πολιτική είναι να οικειοποιείται ή ακόμη και να κλέβει αμερικανική τεχνολογία, προκειμένου να προωθήσει τις εγχώριες βιομηχανίες της. Αυτό έχει οδηγήσει σε περιορισμούς στις εξαγωγές των πιο προηγμένων μικροεπεξεργαστών, για παράδειγμα, παρά τις αντιρρήσεις Αμερικανών κατασκευαστών.

Η διπλωματία των ημιαγωγών θα αποτελέσει κρίσιμο μέρος των συνομιλιών.

Η επιτυχής επίλυση του ακανθώδους ζητήματος της κινεζικής ιδιοκτησίας και λειτουργίας της δημοφιλούς εφαρμογής κοινωνικής δικτύωσης TikTok ήταν ένα σπάνιο θετικό τέλος στις τεχνολογικές αλληλεπιδράσεις ΗΠΑ–Κίνας, οι οποίες συχνά σημαδεύονται από κατηγορίες και καχυποψία.

Αυτή η δυναμική εκτυλίσσεται τώρα στον αγώνα για την ανάπτυξη συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, ίσως της σημαντικότερης νέας τεχνολογικής εξέλιξης της σύγχρονης εποχής. Το ζήτημα περιπλέκεται από τις αμερικανικές κατηγορίες ότι κινεζικές εταιρείες όπως η DeepSeek κλέβουν αμερικανική τεχνητή νοημοσύνη.

«Ένα εισαγωγικό κεφάλαιο ενός ψυχρού πολέμου στην τεχνητή νοημοσύνη αρχίζει να διαμορφώνεται», λέει η Γινγκγί Μα, από το John L. Thornton China Center του Brookings Institution. «Ο Λευκός Οίκος έχει κατηγορήσει την Κίνα για κλοπή αμερικανικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης σε “βιομηχανική κλίμακα”, ενώ το Πεκίνο φέρεται να κινήθηκε για να εμποδίσει τη Meta να αποκτήσει τη Manus, μια νεοφυή εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης κινεζικής ίδρυσης, που πλέον εδρεύει στη Σιγκαπούρη. Η βαθύτερη αντιπαράθεση δεν αφορά το ποιος αντιγράφει το μοντέλο ποιου, αλλά το ταλέντο που είναι ικανό να χτίσει την επόμενη γενιά τεχνητής νοημοσύνης αιχμής».

Τα ρομπότ της Κίνας είναι ικανά να προσφέρουν θέαμα, εκτελώντας κινήσεις κουνγκ φου και χορού, αλλά και τρέχοντας ταχύτερα από ανθρώπους σε μαραθώνιο στο Πεκίνο.

Τα ρομπότ πολεμικών τεχνών έχουν χρησιμοποιηθεί με μεγάλη επιτυχία για να προβάλουν την κινεζική τεχνολογία.

Όμως, ενώ οι κινεζικές εταιρείες φαίνεται να είναι ικανές στην κατασκευή των «σωμάτων» αυτών των ρομπότ, πολλές εξακολουθούν να εργάζονται πάνω στον προγραμματισμό των «εγκεφάλων» των νέων δημιουργημάτων τους. Για να κατασκευάσουν τα καλύτερα, οι κινεζικές εταιρείες χρειάζονται προηγμένα υπολογιστικά τσιπ — και αυτά προέρχονται από τις ΗΠΑ.

Εδώ είναι που το Πεκίνο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη μόχλευσή του στις σπάνιες γαίες, έναν κρίσιμο τομέα που ο Τραμπ αποδεδειγμένα επιθυμεί. Η Κίνα επεξεργάζεται περίπου το 90% των παγκόσμιων σπάνιων γαιών, οι οποίες είναι απαραίτητες για κάθε σύγχρονη τεχνολογία — από τα smartphones και τα αιολικά πάρκα μέχρι τους κινητήρες αεριωθούμενων.

Άρα, ίσως υπάρχει περιθώριο για συμφωνία. Οι ΗΠΑ μπορούν να έχουν πρόσβαση στις κινεζικές σπάνιες γαίες με αντάλλαγμα προηγμένα τσιπ. Αυτό είναι το δικό της Στενό του Ορμούζ για την Κίνα — μπορεί να σταματήσει την προσφορά οποιαδήποτε στιγμή.

Ο Τραμπ και ο Σι έχουν πολλά θέματα προς συζήτηση στη διάρκεια ενός σύντομου ταξιδιού.

Παρά το μεγάλο εύρος των ζητημάτων πολιτικής που πρέπει να καλύψουν οι δύο πλευρές, η επίσκεψη του Τραμπ θα είναι αστραπιαία, με συναντήσεις και εκδηλώσεις προγραμματισμένες για την Πέμπτη και την Παρασκευή.

Ίσως να μην υπάρξει πολύς χρόνος ώστε οι δύο ηγέτες να καταλήξουν σε ουσιαστικές συμφωνίες. Όμως ακόμη και μια τόσο σύντομη συνάντηση θα μπορούσε να καθορίσει την πορεία των διαπραγματεύσεων —και των σχέσεων— ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις για τα επόμενα χρόνια.

Πηγή κεντρικής εικόνας: Getty.

BBC

Γιατί κλονίζεται ο Στάρμερ στη Βρετανία

1

Η κρίση στη Βρετανία δεν είναι ακόμη τυπικά «πτώση κυβέρνησης». Είναι εσωκομματική εξέγερση μέσα στους Εργατικούς, που όμως μπορεί να γίνει κυβερνητική κρίση, επειδή ο αρχηγός των Εργατικών είναι και πρωθυπουργός. Με άλλα λόγια: αν το Labour αλλάξει αρχηγό, η Βρετανία αλλάζει πρωθυπουργό χωρίς να χρειαστούν άμεσα εθνικές εκλογές. Οι επόμενες γενικές εκλογές δεν είναι υποχρεωτικό να γίνουν πριν από το 2029.

Τι άναψε τη φωτιά

Η άμεση αιτία είναι η εκλογική συντριβή των Εργατικών στις τοπικές εκλογές. Ο Στάρμερ ορκίστηκε να συνεχίσει, αλλά το Labour υπέστη βαριές απώλειες στην Αγγλία, καθώς και σε ψηφοφορίες στη Σκωτία και την Ουαλία.  Η εικόνα που δημιουργήθηκε είναι ότι οι Εργατικοί, μόλις δύο χρόνια μετά τη μεγάλη νίκη του 2024, χάνουν ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις: προς τα δεξιά, από το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, και προς τα αριστερά/πράσινα/αντι-συστημικά σχήματα. Το κόμμα «συμπιέστηκε από δεξιά και αριστερά» και η βρετανική πολιτική μπαίνει σε φάση κατακερματισμού.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι πολλοί βουλευτές θεωρούν πως ο Στάρμερ δεν έδωσε πολιτική ταυτότητα στην κυβέρνησή του. Του χρεώνουν έλλειψη οράματος, καθυστερήσεις, οικονομική αμηχανία, λάθη σε κοινωνικά ζητήματα και κακή πολιτική κρίση. Το AP αναφέρει ως λόγους της πτώσης της δημοτικότητάς του τα πολιτικά λάθη, την αίσθηση έλλειψης οράματος, τη δύσκολη οικονομία και την αμφισβήτηση της κρίσης του, ειδικά λόγω του διορισμού του Πίτερ Μάντελσον ως πρέσβη στην Ουάσιγκτον παρά τις σχέσεις του με τον Τζέφρι Έπσταϊν.

Υπάρχει και τρίτο, πιο βαθύ ζήτημα: το Labour δεν ξέρει πια ποια κοινωνική συμμαχία εκπροσωπεί. Οι παραδοσιακές εργατικές περιοχές βλέπουν το Reform ως αντισυστημική έκφραση διαμαρτυρίας, οι νεότεροι και πιο προοδευτικοί ψηφοφόροι κοιτούν προς Πράσινους ή αριστερότερες επιλογές, ενώ η κυβέρνηση μοιάζει παγιδευμένη σε μια τεχνοκρατική διαχείριση χωρίς αφήγημα. Γι’ αυτό και η εσωκομματική κριτική δεν είναι μόνο «φύγε». Είναι και «άλλαξε πορεία».

Γιατί ζητούν να παραιτηθεί

Πάνω από 70 βουλευτές των Εργατικών ζήτησαν από τον Στάρμερ να παραιτηθεί ή να ορίσει χρονοδιάγραμμα αποχώρησης. Το AP μιλά για σχεδόν το ένα πέμπτο της κοινοβουλευτικής δύναμης του κόμματος, ενώ η Guardian μετέδωσε ότι ακόμη και ανώτεροι υπουργοί, όπως η Υβέτ Κούπερ και η Σαμπάνα Μαχμούντ, του ζήτησαν να εξετάσει μια «ομαλή μετάβαση».

Οι αντάρτες του Labour τον κατηγορούν για τρία πράγματα:

Πρώτον, ότι έχασε την επαφή με τη βάση. Βουλευτές λένε ότι στις περιφέρειές τους οι ψηφοφόροι δεν μπορούν πλέον να στηρίξουν τους Εργατικούς όσο ο Στάρμερ παραμένει πρωθυπουργός. Η Guardian μετέδωσε δηλώσεις βουλευτών που επικαλούνται θυμό για ζητήματα όπως οι αλλαγές στο winter fuel payment (ετήσιο επίδομα στη Βρετανία για τους συνταξιούχους, ώστε να βοηθηθούν με τους λογαριασμούς θέρμανσης τον χειμώνα) και τη Γάζα.

Δεύτερον, ότι διαχειρίστηκε αντί να ηγηθεί. Η κριτική είναι πως δεν μετέτρεψε τη νίκη του 2024 σε καθαρό πρόγραμμα αλλαγής. Ακόμη και η προσπάθειά του να παρουσιάσει νέα ατζέντα μετά τις εκλογικές απώλειες θεωρήθηκε από πολλούς ανεπαρκής.

Τρίτον, ότι δεν μπορεί να νικήσει τον Φάρατζ. Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο. Οι βουλευτές φοβούνται ότι αν ο Στάρμερ μείνει, οι Εργατικοί θα πάνε προς τις επόμενες εκλογές ως κόμμα φθοράς, ενώ το Reform UK θα εμφανίζεται ως το πραγματικό κόμμα της λαϊκής οργής.

Μπορούν να τον ρίξουν εύκολα;

Όχι εύκολα. Οι κανόνες του Labour λένε ότι εκλογή νέου αρχηγού μπορεί να προκληθεί είτε αν ο αρχηγός παραιτηθεί είτε αν το 20% των βουλευτών του κόμματος προτείνει αντίπαλο υποψήφιο. Με τα σημερινά δεδομένα αυτό σημαίνει περίπου 81 βουλευτές.

Άρα υπάρχει μια διαφορά: άλλο να ζητούν πολλοί να φύγει, και άλλο να συγκροτηθεί επίσημη υποψηφιότητα που ενεργοποιεί εσωκομματική εκλογή. Ο Στάρμερ πατάει ακριβώς εκεί. Είπε στο υπουργικό συμβούλιο ότι δεν σκοπεύει να παραιτηθεί και ότι η διαδικασία αμφισβήτησης δεν έχει ενεργοποιηθεί.

Ποιον θέλουν για αντικαταστάτη;

Δεν υπάρχει ένας κοινός διάδοχος. Υπάρχουν στρατόπεδα.

1. Άντι Μπέρναμ

Ο δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ είναι ίσως το πιο δυνατό πολιτικό όνομα. Έχει λαϊκό προφίλ, απήχηση στη βόρεια Αγγλία και θεωρείται από πολλούς πιο κατάλληλος να ξαναφέρει τους εργατικούς ψηφοφόρους που πάνε προς το Reform. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι βουλευτής, και για να γίνει αρχηγός των Εργατικών πρέπει να επιστρέψει στη Βουλή μέσω αναπληρωματικής εκλογής.

Αυτό είναι κρίσιμο: αν η μετάβαση γίνει γρήγορα, ο Μπέρναμ δυσκολεύεται. Αν ο Στάρμερ πιεστεί να φύγει το φθινόπωρο, τότε ο Μπέρναμ μπορεί να βρει χρόνο να μπει στη Βουλή και να διεκδικήσει την ηγεσία.

2. Γουές Στρίτινγκ

Ο υπουργός Υγείας είναι ο πιο πιθανός διάδοχος μέσα από το σημερινό υπουργικό συμβούλιο. Θεωρείται κεντροδεξιότερος μέσα στο Labour, καλός στα media και με δίκτυο βουλευτών. Το Independent τον παρουσιάζει ως τον πιθανότερο υποψήφιο από το υπουργικό συμβούλιο, αν και σημειώνει ότι έχει χαμηλή δημοφιλία και ότι πολλοί στο κόμμα τον θεωρούν υπερβολικά δεξιό.

Αν υπάρξει άμεση ανατροπή, ο Στρίτινγκ είναι ο πιο πρακτικός υποψήφιος. Αν υπάρξει καθυστέρηση, κινδυνεύει να τον ξεπεράσει ο Μπέρναμ.

3. Άντζελα Ρέινερ

Η Ρέινερ παραμένει ισχυρό όνομα στη βάση και στη soft left πτέρυγα. Έχει εργατικό, συνδικαλιστικό και πιο «λαϊκό» προφίλ από τον Στάρμερ. Όμως η υπόθεση με τα φορολογικά της και η παραίτησή της από την κυβέρνηση την κάνουν πιο δύσκολη επιλογή αυτή τη στιγμή.

4. Εντ Μίλιμπαντ

Ο Μίλιμπαντ παίζει περισσότερο ως λύση ασφαλείας ή μεταβατική επιλογή. Έχει κυβερνητική εμπειρία, απήχηση σε μέλη του κόμματος και πράσινο/κοινωνικό προφίλ. Αλλά έχει ήδη ηττηθεί ως αρχηγός το 2015, οπότε δεν είναι εύκολο να παρουσιαστεί ως «νέο ξεκίνημα».

 Ο Στάρμερ μάλλον δεν πέφτει αμέσως, αλλά έχει μπει σε τροχιά φθοράς που μπορεί να τον οδηγήσει σε αναγκαστική αποχώρηση μέσα στους επόμενους μήνες.

Για να πέσει άμεσα, χρειάζονται δύο πράγματα: να υπάρξει καθαρός υποψήφιος και να μαζευτούν οι 81 βουλευτές που απαιτούνται για επίσημη πρόκληση. Μέχρι τώρα, ο Στάρμερ κρατιέται επειδή δεν υπάρχει ενιαίος διάδοχος και επειδή αρκετοί φοβούνται ότι μια εσωκομματική μάχη θα κάνει τους Εργατικούς να μοιάζουν με τους Συντηρητικούς της περιόδου των διαδοχικών κρίσεων.

Άρα, βραχυπρόθεσμα, του δίνω περισσότερες πιθανότητες να μείνει. Όχι επειδή είναι ισχυρός, αλλά επειδή οι αντίπαλοί του δεν έχουν ακόμη λύσει το πρόβλημα της διαδοχής.

Μεσοπρόθεσμα, όμως, αν δεν ανακάμψει στις δημοσκοπήσεις και αν το Reform UK συνεχίσει να πιέζει τους Εργατικούς στις λαϊκές περιφέρειες, είναι πολύ πιθανό να του ζητηθεί να ορίσει χρονοδιάγραμμα αποχώρησης. Το πιο πιθανό σενάριο δεν είναι θεαματική παραίτηση αύριο το πρωί, αλλά ελεγχόμενη μετάβαση, πιθανώς μέχρι το φθινόπωρο.

Αν μείνει, τι πολιτική θα ακολουθήσει;

Αν επιβιώσει, δεν θα μπορεί να συνεχίσει σαν να μη συνέβη τίποτε. Θα αναγκαστεί να κάνει πολιτική στροφή σε τέσσερις άξονες.

Πρώτον, πιο κρατική και βιομηχανική πολιτική. Ήδη υποσχέθηκε εθνικοποίηση της British Steel, νέες εγγυήσεις για νέους, δουλειές και μαθητείες. Αυτό δείχνει στροφή σε πιο παρεμβατικό κράτος, ώστε να μιλήσει ξανά σε εργατικές περιοχές.

Δεύτερον, πιο στενή σχέση με την Ευρώπη. Ο Στάρμερ μίλησε για νέα συμφωνία με την ΕΕ και πρόγραμμα κινητικότητας νέων. Οι Financial Times γράφουν ότι επιχείρησε να βάλει τη Βρετανία ξανά στην «καρδιά της Ευρώπης», χωρίς όμως να δεσμευθεί σε πλήρη επιστροφή στην ενιαία αγορά ή στην τελωνειακή ένωση.

Τρίτον, πιο κοινωνική οικονομική ατζέντα. Η πίεση μέσα στο Labour είναι να πάψει η κυβέρνηση να εμφανίζεται ως απλή διαχείριση της παρακμής. Η ομάδα Tribune ζητά μεγαλύτερη φορολόγηση πλούτου, αλλαγές στους δημοσιονομικούς κανόνες και περισσότερες επενδύσεις. Ο Στάρμερ μπορεί να μην υιοθετήσει όλο αυτό το πακέτο, αλλά θα αναγκαστεί να κινηθεί προς μια πιο κοινωνική και αναδιανεμητική γραμμή.

Τέταρτον, σκληρότερη αντιπαράθεση με τον Φάρατζ. Ο Στάρμερ θα προσπαθήσει να παρουσιάσει το Labour ως το μόνο ανάχωμα απέναντι στο Reform UK. Αυτό σημαίνει πιο καθαρό λόγο για κόστος ζωής, μετανάστευση, ασφάλεια, δημόσιες υπηρεσίες και εθνική παραγωγή. Αν δεν το κάνει, οι Εργατικοί κινδυνεύουν να χάσουν ακριβώς τις περιφέρειες που τους έδωσαν την εξουσία.