του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Εισαγωγή
Η στρατηγική σύγκλιση Ελλάδας και Ισραήλ συνιστά μία από τις πιο ουσιαστικές γεωπολιτικές μεταβολές που καταγράφηκαν στην Ανατολική Μεσόγειο τις τελευταίες δεκαετίες. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 —και ιδιαίτερα μετά τη σοβαρή επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ— Αθήνα και Ιερουσαλήμ προχώρησαν στη διαμόρφωση μιας στενής πολιτικής, αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας, η οποία προβλήθηκε ως παράγοντας σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή.[1] Η συνεργασία αυτή δεν περιορίστηκε σε διπλωματικές επαφές, αλλά επεκτάθηκε σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, αμυντικά προγράμματα, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, ενεργειακούς σχεδιασμούς και ευρύτερο συντονισμό σε ζητήματα ασφαλείας.[2]
Ωστόσο, όσο οι σχέσεις Ισραήλ και Τουρκίας επιδεινώνονται, ανακύπτει ένα κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική: μήπως η υπερβολικά στενή πρόσδεση της Ελλάδας στον άξονα με το Ισραήλ δημιουργεί τον κίνδυνο η χώρα να καταστεί έμμεσος «proxy» σε μία ευρύτερη περιφερειακή αντιπαράθεση; Μήπως η Άγκυρα, αποφεύγοντας ή αδυνατώντας να συγκρουστεί άμεσα με το Ισραήλ, μεταφέρει σταδιακά μέρος της έντασης προς την Ελλάδα και την Κύπρο;
Το ζήτημα αυτό δεν εντάσσεται στη λογική θεωριών συνωμοσίας ούτε αποτελεί έκφραση αντιϊσραηλινής προσέγγισης. Αντίθετα, αγγίζει τον πυρήνα της ρεαλιστικής σχολής διεθνών σχέσεων: κάθε κράτος ενεργεί πρωτίστως με βάση τα δικά του συμφέροντα και όχι με εκείνα των συμμάχων του.[3] Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα οφείλει να αξιολογεί,όχι μόνο τα οφέλη, αλλά και τους δυνητικούς κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από τη στρατηγική της σύμπλευση με το Ισραήλ.
Η ιστορική βάση της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης
Για μεγάλο χρονικό διάστημα η ελληνική εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή χαρακτηριζόταν από σχετική ισορροπία, καθώς η Αθήνα επιδίωκε να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις τόσο με το Ισραήλ όσο και με τον αραβικό κόσμο.[4] Η ουσιαστική μεταβολή σημειώθηκε μετά το 2010 και ιδιαίτερα μετά το επεισόδιο του Mavi Marmara, όταν οι σχέσεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ οδηγήθηκαν σε βαθιά κρίση.[5]

Η ελληνική πλευρά αντιλήφθηκε ότι το στρατηγικό κενό που δημιουργήθηκε μπορούσε να αξιοποιηθεί προς όφελος της ελληνικής γεωπολιτικής θέσης. Έτσι, σταδιακά συγκροτήθηκε το τριμερές σχήμα συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, με βασικούς άξονες:
- την ενεργειακή ασφάλεια,
- την αμυντική συνεργασία,
- την επιτήρηση της Ανατολικής Μεσογείου,
- και την ανάσχεση της τουρκικής επιρροής.[6]
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκαν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, συνεργασίες στην αμυντική βιομηχανία και προγράμματα στρατιωτικής εκπαίδευσης. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτέλεσε η δημιουργία του Διεθνούς Κέντρου Εκπαίδευσης Πτήσεων στην Καλαμάτα από ισραηλινή εταιρεία, γεγονός που ανέδειξε το νέο βάθος της διμερούς συνεργασίας.[7]
Παράλληλα, το Ισραήλ απέκτησε πρόσβαση σε μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Ελλάδα προσπάθησε να ενισχύσει τον γεωπολιτικό της ρόλο μέσω της συνεργασίας με μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής.

Η επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας
Οι σχέσεις ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία χαρακτηρίζονται πλέον από βαθιά καχυποψία και έντονο ανταγωνισμό.[8] Παρότι υπήρξαν κατά διαστήματα κινήσεις εξομάλυνσης, οι δομικές στρατηγικές αντιθέσεις παραμένουν ενεργές.
Η Τουρκία υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιδίωξε να εμφανιστεί ως ηγετική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου και πολιτικός υπερασπιστής των Παλαιστινίων.[9] Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ αντιμετωπίζει με αυξανόμενη επιφυλακτικότητα τις τουρκικές επιδιώξεις στη Μέση Ανατολή, στη Συρία και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι δύο χώρες συγκρούονται πλέον σε πολλαπλά επίπεδα:
- στους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Ανατολικής Μεσογείου,
- στη Συρία και στη στήριξη διαφορετικών παρατάξεων,
- στο Παλαιστινιακό,
- στη διεκδίκηση επιρροής στον μουσουλμανικό κόσμο,
- καθώς και στη Λιβύη και στις θαλάσσιες ζώνες.[10]
Η Άγκυρα θεωρεί ότι το σχήμα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ λειτουργεί, σε σημαντικό βαθμό, ως μηχανισμός γεωπολιτικού περιορισμού της («containment»).[11] Αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερα έντονη αντίδρασή της απέναντι σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις ή ενεργειακές συμφωνίες μεταξύ των τριών χωρών.

Ο κίνδυνος της Ελλάδας ως έμμεσου “proxy”
Στη διεθνή πολιτική, οι μεγάλες και περιφερειακές δυνάμεις συχνά επιδιώκουν να αποφεύγουν την άμεση σύγκρουση, μεταφέροντας την ένταση σε τρίτους χώρους ή μέσω συμμάχων.[12 Το φαινόμενο των «proxy conflicts» έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στη Μέση Ανατολή, στη Συρία, στην Ουκρανία και σε άλλες περιοχές, αποδεικνύοντας ότι οι ανταγωνισμοί ισχύος εκδηλώνονται συχνά με έμμεσες μορφές πίεσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα από τα πιο κρίσιμα, αλλά και λιγότερο συζητημένα ζητήματα της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας, αφορά στον κίνδυνο στρατηγικής παράσυρσης της Ελλάδας σε μία ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Δεν πρόκειται για υπερβολικό σενάριο, αλλά για ένα ρεαλιστικό γεωπολιτικό ενδεχόμενο, καθώς η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται σε πεδίο αυξανόμενου ανταγωνισμού.
Η Ελλάδα, ασφαλώς, δεν αποτελεί κράτος-δορυφόρο , ούτε άβουλο γεωπολιτικό παράγοντα. Ωστόσο, υπάρχει ορατός κίνδυνος να βρεθεί στην πρώτη γραμμή μιας αντιπαράθεσης που υπερβαίνει τα καθαρά ελληνοτουρκικά ζητήματα. Το Ισραήλ αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία ως ανερχόμενο ανταγωνιστή περιφερειακής ισχύος. Η Άγκυρα αμφισβητεί έμμεσα την ισραηλινή επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο, στηρίζει πολιτικά τη Χαμάς και επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή της στον μουσουλμανικό κόσμο.[13]
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη στρατηγική του Ισραήλ. Η γεωγραφική της θέση, η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και η διαρκής αντιπαράθεσή της με την Τουρκία, την καθιστούν πολύτιμο γεωπολιτικό εταίρο για το Τελ Αβίβ. Όσο όμως η Αθήνα ταυτίζεται περισσότερο στρατηγικά με το Ισραήλ, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα η Τουρκία να αντιλαμβάνεται κάθε ελληνοτουρκική ένταση και ως έμμεσο μήνυμα προς το Ισραήλ.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε «ενδιάμεσο χώρο πίεσης» μιας ισραηλινοτουρκικής αντιπαράθεσης. Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί μέσω:
- αυξημένων πιέσεων στο Αιγαίο,
- αμφισβήτησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων,
- στρατιωτικών ή υβριδικών προκλήσεων,
- ακόμη και μέσω ενεργειακών ή μεταναστευτικών πιέσεων.
Η πρόσφατη όξυνση της τουρκικής ρητορικής γύρω από το Αιγαίο, τα 12 ναυτικά μίλια και τη «Γαλάζια Πατρίδα» δείχνει ότι η Άγκυρα συνδέει πλέον τα ελληνοτουρκικά με τη συνολική γεωπολιτική εικόνα της Ανατολικής Μεσογείου.[14] Οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας περί «μονομερών ενεργειών» και οι αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων αποτελούν χαρακτηριστική ένδειξη αυτής της στρατηγικής.[15]
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το Ισραήλ διαθέτει σαφώς μεγαλύτερη αποτρεπτική ισχύ απέναντι στην Τουρκία απ’ ό,τι η Ελλάδα, τόσο λόγω της στρατιωτικής του ισχύος όσο και λόγω των ιδιαίτερων σχέσεών του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνεπώς, η Άγκυρα μπορεί να θεωρεί πολιτικά ασφαλέστερο να ασκεί πίεση προς την Ελλάδα αντί να συγκρουστεί άμεσα με το ίδιο το Ισραήλ.
Παράλληλα, υπάρχει και ένας βαθύτερος στρατηγικός κίνδυνος: το Ισραήλ ενδέχεται —ακόμη και άθελά του— να ενθαρρύνει την ελληνική πλευρά προς πιο δυναμικές επιλογές απέναντι στην Τουρκία, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρή περιφερειακή στήριξη. Ωστόσο, η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι μικρότερα κράτη συχνά οδηγούνται σε υπερβολική αυτοπεποίθηση όταν θεωρούν ότι καλύπτονται από ισχυρούς συμμάχους.[16]
Η πραγματικότητα είναι ότι καμία συμμαχία δεν λειτουργεί άνευ όρων. Αν στο μέλλον υπάρξει εξομάλυνση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας —κάτι που δεν μπορεί να αποκλειστεί— το Τελ Αβίβ πιθανότατα θα επιδιώξει επαναπροσέγγιση με την Άγκυρα, εφόσον αυτό εξυπηρετεί τα δικά του στρατηγικά συμφέροντα. Σε μία τέτοια περίπτωση, η Ελλάδα θα μπορούσε να βρεθεί εκτεθειμένη, έχοντας ήδη επιβαρύνει σοβαρά τις σχέσεις της με την Τουρκία.
Η διαπίστωση αυτή καθιστά αναγκαία μια ελληνική εξωτερική πολιτική βασισμένη σε αυστηρά εθνικά κριτήρια και όχι σε λογικές γεωπολιτικής ταύτισης. Η συνεργασία με το Ισραήλ μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, αλλά η Ελλάδα δεν πρέπει να επιτρέψει να μετατραπεί σε προκεχωρημένο μέτωπο μιας σύγκρουσης που δεν ελέγχει πλήρως.

Η τουρκική στρατηγική και η μεταφορά πίεσης προς την Ελλάδα
Η Τουρκία γνωρίζει ότι μία άμεση στρατιωτική σύγκρουση με το Ισραήλ θα είχε τεράστιο πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κόστος. Επιπλέον, μία τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές διεθνείς αναταράξεις.
Αντιθέτως, η πίεση προς την Ελλάδα προσφέρει στην Άγκυρα πολλαπλά πλεονεκτήματα:
- μπορεί να διατηρεί υψηλή ένταση χωρίς να υπερβαίνει εύκολα το κατώφλι γενικευμένου πολέμου,
- μπορεί να δοκιμάζει τις αντιδράσεις της Δύσης,
- μπορεί να επιχειρεί τετελεσμένα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο,
- και μπορεί να παρουσιάζει την Ελλάδα ως μέρος ενός «αντιτουρκικού άξονα».
Αυτό εξηγεί γιατί η τουρκική ρητορική συχνά συνδέει πλέον την Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ, ακόμη και τη Γαλλία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως τμήματα ενός ενιαίου στρατηγικού μετώπου απέναντι στην Τουρκία.[16]
Στο τουρκικό στρατηγικό δόγμα, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως διμερής αντίπαλος αλλά και ως κρίσιμος κρίκος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού συστήματος περιορισμού της τουρκικής ισχύος.
Ιστορικά παραδείγματα γεωπολιτικής εργαλειοποίησης συμμάχων
Η ιστορία των διεθνών σχέσεων είναι γεμάτη παραδείγματα όπου μικρότερα κράτη χρησιμοποιήθηκαν ως χώροι έμμεσης αντιπαράθεσης μεγαλύτερων δυνάμεων.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, πολλές τοπικές συγκρούσεις λειτούργησαν ως «proxy wars» ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση.[17] Η Συρία μετατράπηκε σε πεδίο ανταγωνισμού περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων, ενώ ο Λίβανος αποτέλεσε επί δεκαετίες χώρο έμμεσων συγκρούσεων μεταξύ Ισραήλ, Συρίας και Ιράν.[18]
Ακόμη και στην Ανατολική Μεσόγειο υπάρχουν ανάλογα παραδείγματα. Η Κύπρος πολλές φορές βρέθηκε στο επίκεντρο ανταγωνισμών που υπερέβαιναν το ίδιο το Κυπριακό ζήτημα.[19]
Το βασικό δίδαγμα αυτών των περιπτώσεων είναι ότι τα μικρότερα κράτη οφείλουν να διατηρούν στρατηγική αυτονομία και πολυδιάστατη διπλωματία, ώστε να μην μετατρέπονται σε πιόνια ευρύτερων ανταγωνισμών.
Οφέλη αλλά και όρια της συνεργασίας με το Ισραήλ
Η συνεργασία με το Ισραήλ έχει αναμφίβολα προσφέρει σημαντικά οφέλη στην Ελλάδα.
Σε αμυντικό επίπεδο, η Ελλάδα απέκτησε πρόσβαση σε τεχνογνωσία, προηγμένα οπλικά συστήματα, τεχνολογίες drones και συνεργασία πληροφοριών.[20] Οι κοινές ασκήσεις βελτίωσαν τη διαλειτουργικότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, ενώ το Ισραήλ συνέβαλε στην ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος.
Σε διπλωματικό επίπεδο, η συνεργασία αυτή ενίσχυσε τη γεωπολιτική αξία της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και δημιούργησε νέες γέφυρες με τις Ηνωμένες Πολιτείες.[21]
Ωστόσο, κάθε συμμαχία έχει όρια. Το Ισραήλ, όπως κάθε κράτος, λειτουργεί με βάση τα δικά του εθνικά συμφέροντα και όχι με ιδεολογικά ή συναισθηματικά κριτήρια. Αν στο μέλλον υπάρξει εξομάλυνση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας, το Τελ Αβίβ πιθανότατα θα επιδιώξει επαναπροσέγγιση με την Άγκυρα, εφόσον αυτό εξυπηρετεί τις στρατηγικές του ανάγκες.[22]
Η Ελλάδα επομένως δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι μία στρατηγική συνεργασία ισοδυναμεί με άνευ όρων πολιτική ή στρατιωτική υποστήριξη σε κάθε πιθανή κρίση.
Το ίδιο ισχύει και για τις Ηνωμένες Πολιτείες ή οποιονδήποτε άλλο σύμμαχο. Η διεθνής πολιτική βασίζεται κυρίως στη σύγκλιση συμφερόντων και όχι στις μόνιμες φιλίες.[23]

Η ανάγκη μιας πολυδιάστατης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής
Η Ελλάδα έχει λόγους να διατηρεί ισχυρές σχέσεις με το Ισραήλ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψει την παραδοσιακή πολυδιάστατη διπλωματία της.
Μία ώριμη και ισορροπημένη στρατηγική θα όφειλε να περιλαμβάνει:
- διατήρηση σχέσεων με τον αραβικό κόσμο,
- ενίσχυση της ευρωπαϊκής διάστασης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής,
- αποφυγή εικόνας πλήρους γεωπολιτικής ταύτισης με οποιονδήποτε περιφερειακό παίκτη,
- ενίσχυση της εθνικής αποτρεπτικής ισχύος,
- και αυτόνομη στρατηγική σκέψη με αποκλειστικό γνώμονα τα ελληνικά συμφέροντα.[24]
Η ελληνική εξωτερική πολιτική ιστορικά υπήρξε αποτελεσματικότερη όταν λειτουργούσε ως γέφυρα ισορροπιών και όχι ως μονοδιάστατος παίκτης σε ανταγωνιστικούς άξονες.
Επιπλέον, η Ελλάδα πρέπει να αποφεύγει την υπερβολική ρητορική που παρουσιάζει το Ισραήλ ως «απόλυτο στρατηγικό σύμμαχο» απέναντι στην Τουρκία. Μία τέτοια αντίληψη μπορεί να οδηγήσει σε εφησυχασμό και σε λανθασμένες εκτιμήσεις.
Συμπεράσματα
Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία αποτελεί σημαντικό πυλώνα της ελληνικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχει προσφέρει αμυντικά, διπλωματικά και γεωπολιτικά οφέλη, ιδιαίτερα σε μία περίοδο αυξανόμενης τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής.
Ωστόσο, η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί με όρους συναισθηματικών συμμαχιών αλλά με βάση συμφέροντα και ισορροπίες ισχύος. Η επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας δημιουργεί έναν νέο γεωπολιτικό κίνδυνο: η Ελλάδα να βρεθεί σταδιακά στην πρώτη γραμμή μιας σύγκρουσης που υπερβαίνει τα στενά ελληνοτουρκικά ζητήματα.
Η Άγκυρα, αποφεύγοντας μία άμεση σύγκρουση με το Ισραήλ, μπορεί να επιλέγει να μεταφέρει μέρος της πίεσης προς την Ελλάδα και την Κύπρο, θεωρώντας τις δύο χώρες κρίσιμους κρίκους ενός ευρύτερου γεωπολιτικού άξονα. Παράλληλα, υπάρχει και ο αντίστροφος κίνδυνος: η Ελλάδα να παρασυρθεί σταδιακά σε μια περιφερειακή αντιπαράθεση εξαιτίας της υπερβολικής στρατηγικής ταύτισης με το Ισραήλ.
Η Ελλάδα οφείλει επομένως να διατηρήσει μία νηφάλια, πολυδιάστατη και αυστηρά εθνικά προσανατολισμένη εξωτερική πολιτική. Η συνεργασία με το Ισραήλ μπορεί να είναι πολύτιμη, αλλά δεν πρέπει να μετατρέπεται σε άκριτη γεωπολιτική ταύτιση.
Η ιστορία δείχνει ότι τα μικρότερα κράτη κινδυνεύουν όταν παύουν να λειτουργούν με στρατηγική αυτονομία και μετατρέπονται σε πεδία έμμεσων ανταγωνισμών μεγαλύτερων δυνάμεων. Για την Ελλάδα, η πρόκληση των επόμενων ετών θα είναι να αξιοποιήσει τις συμμαχίες της χωρίς να εγκλωβιστεί σε συγκρούσεις που δεν υπηρετούν άμεσα τα δικά της εθνικά συμφέροντα.
Βιβλιογραφία
-
- The New Eastern Mediterranean: Theory, Politics and States in a Volatile Era, Spyridon N. Litsas & Aristotle Tziampiris (eds.), Springer, 2019.
- Institute for National Security Studies, Gallia Lindenstrauss & Oded Eran, Israel-Greece Relations in the Era of Globalization, 2013.
- Politics Among Nations: The Struggle for Power and Peace, Hans Morgenthau, McGraw-Hill, 2005.
- A Concise History of Greece, Richard Clogg, Cambridge University Press, 2013.
- Ziya Öniş, “Turkey and the Arab Spring: Between Ethics and Self-Interest”, Insight Turkey, Vol. 14, No. 3, 2012.
- Rival Power: Russia in Southeast Europe, Dimitar Bechev, Yale University Press, 2017.
- Υπουργείο Εθνικής Άμυνας
- Ian Lesser, Transatlantic Relations and Turkish Foreign Policy, German Marshall Fund, 2020.
- Erdogan’s Empire: Turkey and the Politics of the Middle East, Soner Cagaptay, I.B. Tauris, 2019.
- Michael Tanchum, “The Eastern Mediterranean Alliance”, Middle East Institute, 2021.
- Turkey Unveiled: A History of Modern Turkey, Hugh Pope, Overlook Press, 2011.
- Proxy Warfare, Andrew Mumford, Polity Press, 2013.
- The Origins of Alliances, Stephen Walt, Cornell University Press, 1987.
- Επίσημες ανακοινώσεις του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας για το Αιγαίο και τα 12 ναυτικά μίλια, 2025–2026.
- Ελληνικός και διεθνής Τύπος σχετικά με τη «Γαλάζια Πατρίδα» και τις τουρκικές διεκδικήσεις.
- Turkey Facing East: Islam, Modernity and Foreign Policy, Ayla Göl, Manchester University Press, 2013.
- The Global Cold War, Odd Arne Westad, Cambridge University Press, 2007.
- The New Middle East: Protest and Revolution in the Arab World, Fawaz Gerges, Cambridge University Press, 2014.
- The Cyprus Problem: What Everyone Needs to Know, James Ker-Lindsay, Oxford University Press, 2011.
- SIPRI, SIPRI Yearbook 2024.
- Council on Foreign Relations
- The Next 100 Years, George Friedman, Anchor Books, 2009.
- Diplomacy, Henry Kissinger, Simon & Schuster, 1994.
- Modern Greece: A History since 1821, Thanos Veremis, Wiley-Blackwell, 2015.



Η αταβιστική συμπεριφορά των πολιτικών μας με κορυφαία αυτή του Μητσοτάκη (πόλεμος με Ρωσία, υπομόχλιο του Ζελένσκι, μεταστροφή προς το MAGA κλπ.) δεν αφήνουν πολλά περιθώρια υιοθέτησης των απόψεών σας, δυστυχώς. Τουλάχιστον σας μένει η ικανοποίηση πως τα είπατε παρότι προς “ώτα μη ακουόντων”!
“αταβιστική”; Μήπως κάτι άλλο θέλετε να πείτε; Διότι αταβισμός είναι άλλο πράγμα από την ανικανότητα, ανοησία, δουλοπρέπεια και μωροδοξία, που διακρίνουν την πολιτική Μητσοτάκη.
Ωραίος αυτός ο σκεπτικισμός αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς τις κινήσεις της ελληνικής εξωτερικής τις ωθεί ο τουρκικός μαξιμαλισμός.
Η γαλάζια πατρίδα δυστυχώς έχει παγιωθεί ως δόγμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Δε νομίζω ότι οποιαδήποτε τουρκική κυβέρνηση ισλαμιστική ή κεμαλική θα δράσει εντός πλαισίου του διεθνούς δικαίου. Ηρθε για να μείνει.
Δεν είναι δυστυχώς θέμα επιλογής μας η συμπόρευση με το Ισραήλ, αλλά μονόδρομος.