Αρχική Blog Σελίδα 30

Επιστροφή στα Βαλκάνια

1
πηγή: ΣΤΡΑΒΩΝ ο εξ Αμασείας | 5 Οκτωβρίου 2026

Θεσσαλονίκη: η πόλη μπορεί να διαδραματίσει σηαντικό ρόλο στην επιστροφή της Ελλάδας στα Βαλκάνια

Η πατρίδα μας, με όρους όχι μόνο γεωγραφικούς, αλλά επίσης ιστορικούς, πολιτισμικούς, κοινωνικούς είναι πολύ πιο κοντά στους λαούς και τα κράτη της ενδοχώρας μας στα Βαλκάνια, παρά στα «προηγμένα» κράτη, τους Ευρωπαίους εταίρους μας της δυτικής και βόρειας Ευρώπης. Από την Αλβανία μέχρι την Ρουμανία και την συγγενική της Μολντόβα, από την ανατολική Θράκη και την Βουλγαρία μέχρι την Σερβία και την Βοσνία, επικρατούν κουλτούρες που, όχι μόνο λόγω της Ορθόδοξης πίστης, είναι οικείες στους Έλληνες. Η κληρονομιά δύο μεγάλων αυτοκρατοριών, της Ανατολικής Ρωμαϊκής και της Οθωμανικής, όπου ο ελληνικός κόσμος είχε κυρίαρχη ή έστω σπουδαία (διά του Οικουμενικού Πατριαρχείου) μετοχή, παραμένει πανταχού παρούσα και, αναπόφευκτα, ορίζει την στάση και τις κινήσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο παρόν και το προσεχές μέλλον.

Οι σχέσεις με τους βαλκανικούς γείτονές μας, στην μετά το 1990 εποχή, πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την κοινή αυτή κληρονομιά. Βαλκανική πολιτική της Ελλάδος, δεν νοείται περιορισμένη στα λεγόμενα Δυτικά Βαλκάνια, δηλ. στην Αλβανία και τα κράτη και οντότητες που προέκυψαν από την διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο. Η σημασία των σχέσεων με την Βουλγαρία και την Ρουμανία, είναι τουλάχιστον το ίδιο σημαντική. Η Ρουμανία, ακόμη και μετά την δική μας κρίση χρέους του 2010, παραμένει η καρδιά του οικονομικού χώρου μας, ενώ η Βουλγαρία, παρευξείνια επίσης χώρα με πλούσια μεσαιωνική παράδοση, κατέχει στρατηγική θέση στην Ν.Α. Ευρώπη, μεταξύ Βελιγραδίου και Κωνσταντινουπόλεως, ανάμεσα στον Δούναβη και την Ροδόπη.

Η πολιτική μας στα Βαλκάνια, δεν μπορεί να ασκείται ερήμην των ευρωπαϊκών και ευρωατλαντικών θεσμών στους οποίους εμείς πολύ ενωρίς ενταχθήκαμε, αλλά δεν επιτρέπεται να εξαντλείται στην συμμόρφωση με τις αντιλήψεις που εκπορεύονται από τις Βρυξέλλες. Η Ελλάδα να κινείται με γνώμονα τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της και την γεωπολιτισμική της υπόσταση. Την αμέσως μετά την πτώση του σοβιετικού συνασπισμού περίοδο ο Βρετανός δημοσιολόγος Ian Mortimer προέβλεπε στους Financial Times για την Ελλάδα σπουδαίο μέλλον στην συνεργασία με τις νεόφυτες δημοκρατίες των Βαλκανίων. Η πρόβλεψή του έγινε πράξη, σε κάποιο βαθμό, στο οικονομικό πεδίο, από το έτος 2000 και για μία δεκαετία περίπου, μέχρι που η μετατροπή της χώρας σε αποικία χρέους αφάνισε την παρουσία μας, και μάλιστα των τραπεζών μας.

Σήμερα ούτε είναι δυνατόν, ούτε επιθυμητό, να γίνεται λόγος για «οικονομική διείσδυση» στα Βαλκάνια. Οι οικονομίες των κρατών της χερσονήσου συγκλίνουν πλέον σε όγκο η μία την άλλη. Από δεκαετίας περίπου η Ρουμανία εμφανίζει ΑΕΠ, υψηλότερο της Ελλάδος, αν και η έξωθεν προκαλούμενη πολιτική αναστάτωση έχει πλήξει σοβαρά την οικονομία της. Η Βουλγαρία πάλι, υπό την ηγεσία του Πρωθυπουργού Ρούμεν Ράντεφ, οικοδομεί πολιτική σταθερότητα, προϋπόθεση βελτιώσεως των οικονομικών μεγεθών της χώρας. Στην Σερβία διεξάγονται κοινοβουλευτικές εκλογές την Κυριακή, 25 Οκτωβρίου, όπου ο Αλεξαντάρ Βούτσιτς, κατά το προηγούμενο του Ράντεφ, αγωνίζεται να παραμείνει στο πηδάλιο της χώρας, απέναντι στο Κίνημα των Σπουδαστών, πλέον ως πρωθυπουργός. Αυτά ενώ η Βοσνία-Ερζεγοβίνη δοκιμάζεται από αλλεπάλληλες κρίσεις με επίκεντρο την σερβική συνιστώσα της, την Ρεπούμπλικα Σρπσκα. Στο πλαίσιο αυτό η συνομολόγηση αμυντικής καλουμένης συμφωνίας τον Μάρτιο 2025 μεταξύ Κροατίας-Αλβανίας-Κοσόβου, δηλ. δύο κρατών μελών του ΝΑΤΟ και μιας οιονεί κρατικής οντότητας-προτεκτοράτου του ΝΑΤΟ, δεν συμβάλλει στην εμπέδωση σταθερότητας στα δυτικά Βαλκάνια. Η εν λόγω συμμαχική σχέση δεν επηρεάζει μόνο την Σερβία, τον προφανή στόχο, αλλά επίσης τη λειτουργία της Β – E, το Μαυροβούνιο και τη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας (ΔΒΜ).

Σημαντική παράμετρο της ηρεμίας και σταθερότητας στα Βαλκάνια αποτελεί η εκκλησιαστική ειρήνη, η οποία αποτελεί ζητούμενο στο Μαυροβούνιο και την ΔΒΜ, όπου το Φανάριον αγωνίζεται επίμονα να διατηρήσει τον καθοδηγητικό ρόλο του, εν μέσω του ουκρανικού σχίσματος.

Στο παραπάνω πλαίσιο, εντυπωσιακή προέκυψε η συμφωνία Ελλάδος – Βουλγαρίας για παράδοση των οστών του τσάρου Σαμουήλ (997-1014) στις αρχές της Σόφιας, έναντι της επιστροφής στην Ελλάδα πολυτίμων εκκλησιαστικών κειμηλίων που είχαν αφαιρεθεί από τις Μονές Εικοσιφοινίσσης και Τιμίου Προδρόμου Σερρών, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο ΣΤΡΑΒΩΝ, επικροτεί, κατ’ αρχήν, την συμφωνία αυτή, ως λίαν σημαντική, για την εμβάθυνση των δεσμών των δύο χωρών προς κοινή συμπόρευση, εντός και πέραν της Ε.Ε. Η συμφωνία ενισχύει τη θέση εκατέρου των δύο κρατών απέναντι στο αφήγημα που εκπορεύεται από την κυβέρνηση των Σκοπίων, κατά παραβίαση των υποχρεώσεών τους. Η συμφωνία, παρά τις ελλείψεις της, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο σύνολο των αρπαγεισών εικόνων και ιστορημένων βυζαντινών χειρογράφων (βλέπε άρθρο 126 της συνθήκης του Νειγύ, 1919), δυνητικά αποτελεί σημείο καμπής στις ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις. Η Ελλάδα όμως, οφείλει να απαιτεί την επιστροφή του συνόλου των συληθέντων θησαυρών, σύμφωνα με τους καταλόγους που έχουν καταρτισθεί από το ΥΠΕΞ και το Υπουργείο Πολιτισμού και όπως προνοεί το ως ανωτέρω άρθρο 126. Παράλληλα, επιβάλλεται προσοχή και φροντίδα, ώστε η 3η Οκτωβρίου 2026, να είναι σταθμός προς τα εμπρός και όχι αφορμή ανάξεσης συμβάντων του παρελθόντος που θα προκαλέσουν οπισθοδρόμηση.

Η Βουλγαρία θα συνεχίσει να είναι πολύτιμος για εμάς εταίρος. Μέσω Βουλγαρίας προσεγγίζουμε την ακτή του Ευξείνου, στις παλαιές Ελληνίδες πόλεις της Βάρνας (Οδησσού) και του Μπουργκάς (Πύργου), και συγκροτούμε τον πολύτιμο για τα συμφέροντά μας διάδρομο μεικτών μεταφορών μέχρι την Κωνστάντσα, ανεξάρτητο και προγενέστερο του φιλόδοξου, «Κάθετου Άξονα» Νότου-Βορρά μεταφοράς αμερικανικού κυρίως υγροποιημένου φ.α. (LNG).

Η σχέση με την Βουλγαρία και την Ρουμανία είναι εξ υπαρχής στρατηγική. Προηγείται των βλέψεων του ελληνικού και του ξένου κεφαλαίου.

Η σχέση αυτή δεν μπορεί να μπαίνει στο κρεβάτι του Προκρούστη ημεδαπών και αλλοδαπών επιχειρηματικών συμφερόντων ή προσωποπαγών βλέψεων.

Οι τρεις χώρες μας αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους για την ασφάλεια και σταθερότητα στην Ν.Α. Ευρώπη και τον Εύξεινο, δικαιούνται και οφείλουν να βλέπουν πέραν από τον ορίζοντα, ενίοτε ατελέσφορων, γεωοικονομικών διαπλοκών.

ΣΤΡΑΒΩΝ ο εξ Αμασείας

Αττικό Λεκανοπέδιο

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2026

Σάββας Πεταλάς: γιατί τώρα, κ. Συρίγο; Ο λογαριασμός των «ήρεμων νερών» στην Κάσο.

1

 

*Γράφει ο Σάββας Πεταλάς

Ελληνική υποχώρηση στην Κάσο —και μάλιστα δύο φορές— παραδέχθηκε πλέον δημόσια ο βουλευτής της ΝΔ κ. Άγγελος Συρίγος.

Τα τελευταία δύο χρόνια, από την υπόθεση της Κάσου, πολλοί από εμάς είχαμε προβληματιστεί, ανησυχήσει και αναρωτηθεί δημόσια για την ακολουθούμενη εθνική πολιτική στα Ελληνοτουρκικά. Για την ορθότητα της πολιτικής των υποτιθέμενων «ήρεμων νερών» με την Τουρκία, που ακολούθησαν οι κ.κ. Μητσοτάκης και Γεραπετρίτης μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών.

Από την πρώτη στιγμή της περιβόητης Διακήρυξης των Αθηνών είχαν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις ειδικοί, καθηγητές και δημοσιογράφοι, αλλά και πολιτικοί: οι πρώην πρωθυπουργοί και πρόεδροι της ΝΔ Αντώνης Σαμαράς και Κώστας Καραμανλής, ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών κ. Γιάννης Βαληνάκης και άλλοι. Από διαφορετικό πολιτικό χώρο, ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός αρμόδιος για την Ενέργεια Γιάννης Μανιάτης. Πολύ αργότερα —με καθυστέρηση σχεδόν δύο ετών— το ζήτημα ανέδειξε, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Κάσο, και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης.

Την ίδια περίοδο, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υποστήριζε ότι οι εργασίες στην Κάσο είχαν ολοκληρωθεί και ότι αποτράπηκε μια ελληνοτουρκική κρίση χωρίς ελληνική υποχώρηση. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, από την άλλη, αντιμετώπιζε επανειλημμένα ανάλογες ανησυχίες ως υπερβολικές. «Κατ’ επάγγελμα ανησυχούντες», υπερπατριώτες του καναπέ και άλλοι ανάλογοι χαρακτηρισμοί μπήκαν στην πολιτική αντιπαράθεση.

Τώρα όμως ένας βουλευτής της ίδιας της ΝΔ, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και πρώην υφυπουργός, έρχεται ουσιαστικά να πει ότι στην Κάσο υποχωρήσαμε δύο φορές.

Και δεν το είπε μόνο μία φορά. Μετά τη δημόσια αντίδραση του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο οποίος επέμεινε ότι καμία υποχώρηση δεν υπήρξε ο κ. Συρίγος επανήλθε. Δήλωσε ότι εμμένει στην άποψή του και ότι δεν παίρνει πίσω τον χαρακτηρισμό περί υποχώρησης. Ταυτόχρονα, όμως, διευκρίνισε ότι θεωρεί πως η ελληνική πλευρά όφειλε τότε να αξιολογήσει την αλλαγή της τουρκικής στάσης και εκτίμησε ότι πλέον το καλώδιο θα προχωρήσει μέσα στις αμέσως επόμενες εβδομάδες.

Και έτσι το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον: Γιατί τώρα, κ. Συρίγο;

Η Κάσος δεν συνέβη χθες. Γιατί λοιπόν αυτή η δημόσια παραδοχή γίνεται τώρα και όχι τότε; Και γιατί ο κ. Συρίγος επιλέγει να επιμείνει σε αυτήν ακόμη και μετά τη διαφορετική δημόσια θέση της κυβέρνησης; Διότι στην πολιτική δεν μετρούν μόνο οι δηλώσεις. Μετρά και ο πολιτικός χρόνος.

Βρισκόμαστε πλέον σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Υπάρχει δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς στα εθνικά θέματα. Υπάρχει επίσης δημόσια συζήτηση για ενδεχόμενη πολιτική κίνηση του Αντώνη Σαμαρά, η οποία εκ των πραγμάτων επηρεάζει τη συζήτηση στο παραδοσιακό κεντροδεξιό ακροατήριο της ΝΔ.

Ο κ. Συρίγος διαφοροποιείται εγκαίρως από μια πολιτική της οποίας πλέον διακρίνει το κόστος; Στέλνει μήνυμα στο εσωτερικό της ΝΔ; Προετοιμάζει την πολιτική του θέση για την επόμενη ημέρα —εντός ή εκτός ΝΔ—; Προετοιμάζει ακόμη και μια ρήξη που θα του επέτρεπε να κινηθεί προς έναν ενδεχόμενο νέο πολιτικό φορέα;

Δεν έχουμε στοιχεία που να μας επιτρέπουν να αποδώσουμε κίνητρο στον κ. Συρίγο. Έχουμε όμως κάθε δικαίωμα —και ειδικά εμείς οι Δωδεκανήσιοι— να μάθουμε τι ακριβώς συνέβη στην Κάσο και τι σχεδιάζεται να συμβεί από εδώ και πέρα.

Η κυβέρνηση οφείλει επίσης να εξηγήσει αυτή την προφανή αντίφαση: γιατί αυτό που ο κ. Συρίγος εξακολουθεί σήμερα να χαρακτηρίζει δύο ελληνικές υποχωρήσεις, η ίδια επιμένει ότι δεν αποτέλεσε καμία υποχώρηση. Και εφόσον κυβέρνηση και Συρίγος συμφωνούν τουλάχιστον ότι τώρα το καλώδιο πρόκειται να προχωρήσει, αυτό πρέπει να γίνει χωρίς εκπτώσεις στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας υπέρ της Τουρκίας.

Πέρα όμως από την Κάσο και τη χρονική στιγμή της δήλωσης Συρίγου, υπάρχει το ευρύτερο ερώτημα: ποιον ευνόησε η πολιτική των «Ήρεμων Νερών»; Στο διάστημα αυτό η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τις αναθεωρητικές της θέσεις αλλά τις ενίσχυσε. Το casus belli και το τουρκολιβυκό μνημόνιο παρέμειναν, ενώ συνεχίστηκαν η προβολή της «Γαλάζιας Πατρίδας», οι τουρκικές θέσεις και συντεταγμένες στον ΟΗΕ, οι NAVTEX, οι αμφισβητήσεις ελληνικών αρμοδιοτήτων και οι σχεδιασμοί για θαλάσσια πάρκα. Στο ίδιο πολιτικό πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τη δραστηριότητα τουρκικών αλιευτικών κοντά σε ελληνικά νησιά, εντός εθνικών χωρικών υδάτων.

Η κυβέρνηση διαρκώς επιμένει ότι καμία μονομερής τουρκική πράξη δεν δημιουργεί από μόνη της νόμιμο δικαίωμα. Υπάρχει όμως μια αλληλουχία που αξίζει σοβαρή πολιτική εξέταση μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών:

Πρώτον, η Τουρκία επιχειρεί να διευρύνει, να χαρτογραφεί και να θεσμοποιεί τις αξιώσεις της, ενώ στην Κάσο προέβαλε τις θέσεις της και στο πεδίο.

Δεύτερον, η Ελλάδα εμφανίζεται, σε κρίσιμες περιπτώσεις, να αυτοπεριορίζει τις ενέργειές της ή να μην εξαντλεί όλα τα διαθέσιμα πολιτικά, νομικά, ευρωπαϊκά και διπλωματικά εργαλεία.

Αυτή ακριβώς η ασυμμετρία γεννά το κεντρικό πολιτικό ερώτημα: Τι απέδωσε τελικά η πολιτική των «ήρεμων νερών» και ποιον ευνόησε περισσότερο στην πράξη;

Μέσα ακριβώς σε αυτή την πολιτική συγκυρία, ο πρωθυπουργός επισκέπτεται το Καστελλόριζο και εξαγγέλλει μέτρα για τη στήριξη των κατοίκων, την εγκατάσταση οικογενειών και την ενίσχυση της κρατικής παρουσίας.

Σωστά κάνει και τα μέτρα αυτά πρέπει να επικροτηθούν. Το Καστελλόριζο χρειάζεται πληθυσμό, υποδομές, οικονομική δραστηριότητα και ισχυρή κρατική παρουσία.

Αλλά γιατί τώρα; Γιατί, έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης και μετά την Κάσο, η ακριτική Ελλάδα επανέρχεται τόσο έντονα στο κυβερνητικό αφήγημα; Είναι ανεξάρτητη αυτή η επικοινωνιακή στροφή από τις επερχόμενες εκλογές, τη δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς στα εθνικά και τη δημόσια συζήτηση για πιθανή πολιτική κίνηση Σαμαρά;

Τα σωστά μέτρα παραμένουν σωστά. Η στήριξη, όμως, του Καστελλορίζου πρέπει να αποτελεί μέρος μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής και όχι επικοινωνιακό αντίβαρο στις αρνητικές εντυπώσεις από όσα συμβαίνουν στη θάλασσα γύρω του.

Η ίδια λογική ισχύει και για τους εξοπλισμούς. Τα σωστά εξοπλιστικά προγράμματα και η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ είναι θετικά και αναγκαία. Δεν αποτελούν όμως συμψηφισμό για τα προβλήματα αυτής της πολιτικής. Δύο Rafale δεν ακυρώνουν δύο υποχωρήσεις στην Κάσο και μία Belharra δεν θεραπεύει την απροθυμία άσκησης νόμιμων δικαιωμάτων. Εξοπλισμοί, συμμαχίες, διπλωματία, διεθνές δίκαιο και παρουσία στο πεδίο αποκτούν πραγματική αξία όταν υπηρετούν την ίδια εθνική στρατηγική.

Και εδώ ο κύκλος κλείνει και μας επιστρέφει στην Κάσο και στην ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης–Κύπρου. Σε πρόσφατη αποκάλυψη της «Καθημερινής» και της «Εστίας» γίνεται λόγος για ένα communiqué, ένα έγγραφο ενημέρωσης προς τις ενδιαφερόμενες παράκτιες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Τουρκία.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από τα γαλλικά. Δεν έχει σημασία πώς βαφτίζεται το χαρτί. Σημασία έχει τι ακριβώς γράφει, ποια είναι η νομική του λειτουργία και τι περιθώριο ερμηνείας αφήνει στην άλλη πλευρά.

Εφόσον η απαιτούμενη ναυτιλιακή ενημέρωση μπορεί να πραγματοποιηθεί με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, γιατί χρειάζεται επιπλέον έγγραφο προς την Τουρκία; Για ποιες ακριβώς περιοχές; Δηλώνεται ρητά ότι πρόκειται αποκλειστικά για ενημέρωση και όχι για αίτημα άδειας ή συναίνεσης; Αποκλείεται οποιαδήποτε αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας; Διαφυλάσσονται πλήρως οι ελληνικές και κυπριακές θέσεις;

Αυτά πρέπει να απαντηθούν καθαρά και δημόσια.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της κριτικής. Το πρόβλημα δεν είναι η ηρεμία. Καμία ελληνική κυβέρνηση δεν επιδιώκει ένταση ή πόλεμο. Το πολιτικό ερώτημα είναι εάν δημιουργείται μια ασυμμετρία, κατά την οποία η Τουρκία χρησιμοποιεί τον χρόνο για να καταγράφει και να προβάλλει τις αξιώσεις της, ενώ η ελληνική κυβέρνηση παρουσιάζει στον λαό τον δικό της αυτοπεριορισμό ως επιτυχία αποκλιμάκωσης.

Και αν αυτή η ασυμμετρία συνεχιστεί, κάπου εδώ έρχεται ο λογαριασμός. Όπως, κατά τον κ. Συρίγο, συνέβη δύο φορές στην Κάσο.

Οι επόμενοι κυβερνώντες μπορεί να παραλάβουν, μαζί με πανάκριβα μέσα αποτροπής —Rafale, Belharra και τη νέα αντιαεροπορική αρχιτεκτονική— μια δυσμενέστερη πραγματικότητα: τουρκικές διεκδικήσεις που στο μεταξύ θα έχει επιχειρηθεί να αποτυπωθούν σε χάρτες, NAVTEX, συντεταγμένες, επίσημα κείμενα και πρακτικές στο πεδίο. Δεν θα έχουν αποκτήσει νομιμότητα επειδή επαναλήφθηκαν. Θα αποτελούν, όμως, τετελεσμένα στο πεδίο και ένα δυσκολότερο πολιτικό και διπλωματικό πρόβλημα για εκείνους που θα κληθούν να το αντιμετωπίσουν.

Επίσης, κανείς δεν εγγυάται ότι, στο διάστημα που εμείς εξοπλιζόμαστε, δεν προσπαθεί και η Τουρκία αντίστοιχα να ενισχυθεί με δικά της μέσα. Δικαίως, λοιπόν, αιωρείται ένα καίριο πολιτικό ερώτημα, στο οποίο η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει πειστικά, με πράξεις.

Ασκείται εθνική πολιτική για να υπερασπιζόμαστε εγκαίρως τα δικαιώματα της χώρας ή για να μη «σκάσει η στραβή» στη δική μας θητεία και να μεταφερθεί ο λογαριασμός στους επόμενους;

Διότι οι κυβερνώντες αλλάζουν και μπορούν να ρίχνουν το μπαλάκι των ευθυνών και τον λογαριασμό στους προηγούμενους ή στους επόμενους.

Αντίθετα, ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι ο απανταχού Ελληνισμός —εκτός συνόρων, στην Βόρειο Ήπειρο, στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στην Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη, αλλά και εντός, στα σύνορα, στα νησιά και, τον τελευταίο καιρό, ιδιαίτερα στα Δωδεκάνησα (Κάσος-Καστελόριζο)— πληρώνει πάντα τον λογαριασμό…

* Ο Σάββας Πεταλάς είναι πτυχιούχος Περιβαλλοντολόγος. εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας – μελετητής.  Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν ως ειδικός επιστημονικός σύμβουλος με φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, ενώ έχει διατελέσει Διοικητής και Πρόεδρος των Προνοιακών Ιδρυμάτων της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Παράλληλα είναι πρόεδρος στην γυναικεία ομάδα β εθνικής Ποδοσφαίρου Α.Σ.Τ.Ι. ΡΟΔΟΥ. Ialisou Ladies

Η μεγάλη τουρκική απάτη

0

Το σκάνδαλο των επενδυτικών κεφαλαίων θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο καμπής για την τουρκική κυβέρνηση

Ρόμπερτ Έλις — 5 Οκτωβρίου 2026

Με την απελευθέρωση της τουρκικής οικονομίας τη δεκαετία του 1980, ο τότε πρωθυπουργός Τουργκούτ Οζάλ προκάλεσε αίσθηση με τη δήλωσή του: «Ο δημόσιος υπάλληλός μου ξέρει πώς να φροντίζει τον εαυτό του». Ο ιδρυτής της Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, καλούσε τους Τούρκους να είναι υπερήφανοι, να εργάζονται και να έχουν εμπιστοσύνη. Πολλοί, όμως, εξέλαβαν τα λόγια του Οζάλ ως σήμα ότι μπορούσαν να βάζουν το χέρι στο μέλι. Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2000–2001. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ΑΚΡ —το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης— ανέβηκε στην εξουσία το 2002 ως το «καθαρό» κόμμα, παίζοντας με τη σημασία της τουρκικής λέξης «ak».

Ωστόσο, ήδη από τον επόμενο χρόνο έγινε σαφές ότι οι παλιές πρακτικές συνεχίζονταν. Ψηφίστηκε φορολογική αμνηστία που κάλυπτε τις κατηγορίες απάτης εις βάρος του υπουργού Οικονομικών Κεμάλ Ουνακιτάν. Το ΑΚΡ αθέτησε επίσης την προεκλογική του υπόσχεση να περιορίσει τη βουλευτική ασυλία, ώστε οι βουλευτές που κατηγορούνταν για διαφθορά να μπορούν να διωχθούν ποινικά. Οι διώξεις για διαφθορά εις βάρος του ηγέτη του ΑΚΡ και, από τον Μάρτιο του 2003, πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι οποίες αφορούσαν τη θητεία του ως δημάρχου της Κωνσταντινούπολης, ανεστάλησαν και αργότερα έπαυσαν.

Παρά τις αντιρρήσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο νόμος περί δημοσίων συμβάσεων, που αποσκοπούσε στην αποτροπή της διαφθοράς στους κρατικούς διαγωνισμούς, τροποποιήθηκε ώστε να εξαιρεθούν η ενέργεια, η ύδρευση, οι μεταφορές και οι τηλεπικοινωνίες. Ήδη μέχρι το 2014, ο νόμος είχε τροποποιηθεί 170 φορές. Όπως επισημαίνει η Σούζι Χάνσεν στο From Life Itself («Από την ίδια τη ζωή»), όπου περιγράφει τον αντίκτυπο της διακυβέρνησης Ερντογάν σε μια γειτονιά της Κωνσταντινούπολης, οι αλλαγές αυτές ωφέλησαν εργολάβους με δεσμούς με το κυβερνών κόμμα.

Αυτό που ξεκίνησε ως το τουρκικό «οικονομικό θαύμα», με δημοσιονομική πειθαρχία και με αυτό που η Χάνσεν αποκαλεί «δημοκρατία για μία μέρα» του Ερντογάν, είχε πλέον εξαντλήσει τη δυναμική του μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2023. Το πάρτι είχε τελειώσει.

Αντιμέτωπος με τη δυσχερή οικονομική κατάσταση, ο πρόεδρος Ερντογάν αποφάσισε να γυρίσει σελίδα και επανέφερε τον Μεχμέτ Σιμσέκ στη θέση του υπουργού Οικονομικών. Εκείνος ανακοίνωσε την επιστροφή σε μια «ορθολογική οικονομική πολιτική». Ο Σιμσέκ ξεκίνησε επίσης σειρά παρουσιάσεων σε επενδυτές στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, προκειμένου να τους πείσει ότι άξιζε να επενδύσουν στην Τουρκία. Τώρα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σοβαρό πλήγμα.

Το ένα τρίτο της τουρκικής αγοράς μετοχών βρίσκεται σε ξένα χέρια. Τον περασμένο Νοέμβριο εμφανίστηκαν ανησυχητικές ενδείξεις, όταν ο Σιμσέκ δήλωσε: «Γνωρίζουμε ότι πραγματοποιούνται χειραγωγήσεις μέσω ορισμένων επενδυτικών κεφαλαίων. Γνωρίζουμε επίσης ότι χρειάζεται ρύθμιση και σε αυτόν τον τομέα. Θα εντείνουμε την καταπολέμηση της χειραγώγησης ακόμη περισσότερο από τις προσπάθειές μας κατά της παραοικονομίας».

Τον Ιούνιο, ο πάροχος χρηματιστηριακών δεικτών MSCI επισήμανε τις επαναλαμβανόμενες ανησυχίες για πιθανές συντονισμένες συναλλαγές και στρεβλούς υπολογισμούς της ελεύθερης διασποράς των μετοχών στην τουρκική αγορά. Διεθνείς θεσμικοί επενδυτές είχαν εκφράσει ανησυχίες ότι οι μετοχικές συμμετοχές επενδυτικών κεφαλαίων που συνδέονταν στενά με ορισμένες μικρότερες εισηγμένες τουρκικές εταιρείες διόγκωναν τεχνητά τις εκτιμήσεις για τις μετοχές που ήταν πραγματικά διαθέσιμες προς διαπραγμάτευση.

Τον Αύγουστο, η τουρκική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SPK) δημοσίευσε έναν αναλυτικό οδηγό για τα επενδυτικά κεφάλαια, ο οποίος αυστηροποιούσε τους περιορισμούς στις συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη, στη συγκέντρωση των επενδύσεων, στις μεθόδους αποτίμησης και στη λειτουργία των κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου. Η νέα ρύθμιση είχε ως αποτέλεσμα χαρτοφυλάκια που είχαν επενδύσει σε μεγάλο βαθμό σε μετοχές χαμηλής ρευστότητας να αδυνατούν να ανταποκριθούν στα αιτήματα των επενδυτών για επιστροφή χρημάτων.

Δύο εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τα αιτήματα εξαγοράς μεριδίων των κεφαλαίων τους, γεγονός που προκάλεσε κύμα μαζικών αποσύρσεων από την αγορά. Για να περιορίσει την κρίση, η SPK παρενέβη στις 17 Σεπτεμβρίου, ανέστειλε τις συναλλαγές για όλα τα κεφάλαια που διαχειρίζονταν επτά εταιρείες και διέταξε την εκκαθάριση 131 κεφαλαίων, με περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 18 δισ. δολαρίων. Επηρεάζονται 455.758 ιδιώτες επενδυτές.

Ο Μεχμέτ Σιμσέκ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει συστημικός κίνδυνος, καθώς τα πληττόμενα κεφάλαια αντιπροσωπεύουν το 10% του κλάδου των επενδυτικών κεφαλαίων. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο το Bloomberg κατέγραψε τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των τουρκικών εισηγμένων εταιρειών εδώ και 18 χρόνια. Τον Ιούλιο, η S&P Dow Jones Indices έθεσε την Τουρκία υπό παρακολούθηση για πιθανή αναταξινόμησή της από «αναδυόμενη» σε «μεθοριακή» αγορά.

Η κρίση των τουρκικών επενδυτικών κεφαλαίων θυμίζει τη βρετανική «Φούσκα της Νότιας Θάλασσας» του 1720. Πρόκειται για έναν μηχανισμό εκρηκτικής ανόδου και κατάρρευσης: αγοράζονταν μαζικά μετοχές περιορισμένης ελεύθερης διασποράς και, μέσω συντονισμένων συναλλαγών, η αξία τους διογκωνόταν τεχνητά. Στη συνέχεια συνέρρεαν νέοι επενδυτές, ανεβάζοντας τις αποτιμήσεις σε αστρονομικά επίπεδα.

Ένα παράδειγμα είναι η τουρκική ναυπηγική εταιρεία Ozata Denizcilik, η αποτίμηση της οποίας έφτασε τα 5 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας εκείνη μεγάλων τουρκικών επιχειρήσεων. Ο εκπρόσωπος του Νέου Κόμματος (YP), Ζεϊνέλ Εμρέ, κατήγγειλε ότι η αντιπρόεδρος του ΑΚΡ και πρώην υπουργός Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά είχε αγοράσει τον Απρίλιο μετοχές αξίας 63,4 εκατ. τουρκικών λιρών —1,3 εκατ. δολαρίων— και τις πούλησε για 1,3 δισ. λίρες —27,5 εκατ. δολάρια— πριν καταρρεύσει η αγορά. Η ίδια έχει παραιτηθεί, ενώ έχουν κινηθεί διαδικασίες για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων τόσο της ίδιας όσο και του συζύγου της.

Με σχεδόν 250 δισ. δολάρια εξωτερικού χρέους να λήγουν μέσα στον επόμενο χρόνο και με εξουθενωτικό πληθωρισμό, η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση επενδυτικών κεφαλαίων που συναγωνίζεται σε μέγεθος την υπόθεση Μπέρνι Μέιντοφ. Όπως έγραψε ο υπουργός Δικαιοσύνης της Τουρκίας, Ακίν Γκιουρλέκ, στο X: «Κινούνται νομικές διαδικασίες εναντίον κακόβουλων προσώπων και μηχανισμών που στοχεύουν τις αποταμιεύσεις των πολιτών μας, χρησιμοποιώντας σχήματα τύπου Πόντσι και αποκομίζοντας αθέμιτα κέρδη μέσω παραπλανητικής καθοδήγησης».

Σύμφωνα με το άρθρο 107 του τουρκικού νόμου περί κεφαλαιαγορών, οι συναλλαγές που αποσκοπούν στη δημιουργία ψευδών ή παραπλανητικών εντυπώσεων σχετικά με την τιμή, τις μεταβολές της, την προσφορά ή τη ζήτηση χρηματοπιστωτικών μέσων μπορούν να συνιστούν χρηματιστηριακή απάτη.

Σύμφωνα με τον Ακίν Γκιουρλέκ, «δεν θα επιδειχθεί καμία επιείκεια σε όποιον επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τον ιδρώτα, τον μόχθο και το μέλλον των πολιτών μας για προσωπικό όφελος». Μέχρι στιγμής, στο επίκεντρο των ερευνών έχουν βρεθεί 217 ύποπτοι, από τους οποίους 56 έχουν προφυλακιστεί και 88 έχουν τεθεί υπό δικαστική επιτήρηση.

Ο Ραμαζάν Μπασάκ, πρώην αναπληρωτής επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας καταπολέμησης οικονομικών εγκλημάτων MASAK, είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα, αλλά δεν λήφθηκαν προληπτικά μέτρα. Το συμπέρασμά του είναι σαφές: «Χωρίς πολιτική και γραφειοκρατική στήριξη από τα πάνω, η υλοποίηση αυτών των οργανωμένων επιχειρήσεων είναι απλώς αδύνατη».

Σε ένα άλλο επίπεδο, η συνδικαλιστική συνομοσπονδία Türk-İş υπολόγισε ότι το «όριο πείνας» στην Τουρκία —το ελάχιστο μηνιαίο κόστος που απαιτείται ώστε μια τετραμελής οικογένεια να έχει υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή— έφτασε στην Άγκυρα τον Σεπτέμβριο τις 37.801 λίρες, δηλαδή 771 δολάρια. Ο μηνιαίος κατώτατος μισθός στην Τουρκία είναι 28.075 λίρες, δηλαδή 573 δολάρια. Η κατώτατη μηνιαία σύνταξη είναι 23.552 λίρες, περίπου 481 δολάρια.

Η κεμαλική ημερήσια εφημερίδα Nefes υπολόγισε επίσης ότι η τιμή ενός απλού πιάτου με φασόλια και ρύζι, βασικού γεύματος για τα χαμηλά εισοδήματα, αυξήθηκε κατά 1.500% τα τελευταία έξι χρόνια.

Το From Life Itself της Σούζι Χάνσεν αποτυπώνει την αυξανόμενη οργή των απλών Τούρκων για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση του ΑΚΡ πλούτισε εις βάρος τους. Το ανοιχτό ερώτημα είναι αν αυτή η αγανάκτηση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική δράση.

Ο Ρόμπερτ Έλις είναι αναλυτής και σχολιαστής για θέματα Τουρκίας, καθώς και διεθνής σύμβουλος στο RIEAS — Ινστιτούτο Ερευνών Ευρωπαϊκών και Αμερικανικών Μελετών.

Η κατοχή της εξουσίας δεν προσφέρει πια το πολιτικό πλεονέκτημα που προσέφερε κάποτε

1

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2026
Ντέιβιντ Α. Γκράχαμ — Συντάκτης του The Atlantic

Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα
Φωτογραφία: Julia Ju/Anadolu/Getty

Τα αποτελέσματα του χθεσινού πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία δείχνουν ότι το κύμα αποδοκιμασίας των κυβερνώντων που σάρωσε τον κόσμο το 2024 συνεχίζεται — και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πλήττει τους ίδιους πολιτικούς που αρχικά επωφελήθηκαν από αυτό.

Εύκολοι στόχοι

Πριν από τον χθεσινό πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία, ο νυν πρόεδρος, Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, θεωρούνταν οριακά το φαβορί. Όταν όμως ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα, ο Λούλα βρισκόταν πίσω από τον αντίπαλό του, Φλάβιο Μπολσονάρου, με 45% έναντι 47%. Οι δύο άνδρες θα αναμετρηθούν στον δεύτερο γύρο, στις 25 Οκτωβρίου, ο οποίος θα αναδείξει τον νικητή.

Αυτά τα επώνυμα πιθανότατα είναι αναγνωρίσιμα ακόμη και σε όσους παρακολουθούν περιστασιακά τις εκλογές ανά τον κόσμο: ο αριστερός Λούλα έχει κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή της Βραζιλίας αυτόν τον αιώνα και διετέλεσε πρόεδρος από το 2003 έως το 2011. Ο πατέρας του Μπολσονάρου, Ζαΐρ, ήταν δεξιός πρόεδρος από το 2019 έως το 2023, αλλά ηττήθηκε από τον Λούλα όταν εκείνος διεκδίκησε την επιστροφή του στην προεδρία. Στη συνέχεια, ο πρεσβύτερος Μπολσονάρου επιχείρησε ένα αυτοπραξικόπημα κατά το πρότυπο του Τραμπ, προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία. Απέτυχε, όμως, και αργότερα κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε φυλάκιση γι’ αυτό.

Τώρα είναι ο Λούλα εκείνος που δυσκολεύεται να κερδίσει τους ψηφοφόρους. Τον έπληξαν οι ανησυχίες για την εγκληματικότητα, καθώς και ένα σκάνδαλο διαφθοράς, αλλά είναι επίσης μια πολύ γνώριμη φυσιογνωμία για τους Βραζιλιάνους — ίσως υπερβολικά γνώριμη. «Η Βραζιλία θέλει αλλαγή και είμαι πολύ ευχαριστημένος με τα αποτελέσματα», δήλωσε χθες βράδυ ο νεότερος Μπολσονάρου. Τι είδους αλλαγή, όμως;

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ολοκλήρωσε τη δική του επιστροφή στην προεδρία στις αμερικανικές εκλογές του 2024, μια διαδεδομένη ερμηνεία ήταν ότι είχε συντελεστεί μια θεμελιώδης αλλαγή στην αμερικανική πολιτική, η οποία αναδιάτασσε μακροπρόθεσμα τις κομματικές προτιμήσεις των δημογραφικών ομάδων, τα κόμματα και τις πολιτικές κατευθύνσεις. (Όπως έχω γράψει πρόσφατα, αυτός ο ισχυρισμός φαίνεται σήμερα αμφίβολος.) Μια ανταγωνιστική ερμηνεία, ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των μελετητών της συγκριτικής πολιτικής, εστίαζε σε ένα κύμα εκλογικών αποτελεσμάτων εις βάρος των κυβερνώντων σε ολόκληρο τον κόσμο. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το αποτέλεσμα αποτελούσε περισσότερο απόρριψη της κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν και της αντιπροέδρου του, Κάμαλα Χάρις, παρά αποδοχή του Τραμπ — και εντασσόταν σε μια ευρύτερη τάση δυσαρέσκειας των ψηφοφόρων σε πολλές χώρες.

Τα συγκεκριμένα αίτια αυτού του παγκόσμιου κύματος αποδοκιμασίας των κυβερνώντων δεν υπήρξαν ποτέ απολύτως ξεκάθαρα. Περιλαμβάνουν τις παρατεταμένες επιπτώσεις της πανδημίας, αλλά και μια βαθύτερη δυσαρέσκεια απέναντι στα δημοκρατικά συστήματα διακυβέρνησης. Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, η τάση αυτή συνιστά σημαντική μεταβολή. Τα κόμματα χάνουν κατά καιρούς την εξουσία σε κάθε χώρα με ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, αλλά οι πολιτικοί επιστήμονες έχουν διαπιστώσει εδώ και καιρό ότι όσοι ήδη κυβερνούν διαθέτουν εκλογικό πλεονέκτημα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της σύγχρονης εποχής, για παράδειγμα, οι προεδρίες μίας μόνο θητείας του Τραμπ και του Μπάιντεν αποτελούσαν εξαιρέσεις. Αν η προεπιλεγμένη στάση των ψηφοφόρων είναι να «διώχνουν τους άχρηστους» έπειτα από μία μόνο θητεία ή λίγα χρόνια, τα κόμματα και οι ηγέτες θα δυσκολεύονται να επιφέρουν αλλαγές πολιτικής με διάρκεια. Αυτό δημιουργεί αστάθεια και συγκρούσεις, καθώς οι πολιτικοί καταφεύγουν σε πιο ακραίες τακτικές για να πετύχουν τους στόχους τους.

Η κακή επίδοση του Λούλα στον πρώτο γύρο, τουλάχιστον, αποτελεί ένδειξη ότι το κύμα αποδοκιμασίας των κυβερνώντων δεν έχει υποχωρήσει από το 2024. Πράγματι, πολιτικοί από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα έχουν βρεθεί φέτος αντιμέτωποι με έντονη οργή των ψηφοφόρων. Στην Ουγγαρία, συγκροτήθηκε ένας ευρύς συνασπισμός για να απομακρύνει από την εξουσία τον δεξιό αυταρχικό ηγέτη Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος, όπως επισήμανε ο συνάδελφός μου Άιζακ Στάνλεϊ-Μπέκερ, θεωρούνταν αδύνατον να εκτοπιστεί. Στη Δανία, ο κυβερνητικός συνασπισμός έχασε έδρες, αν και η κεντρώα πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν κατάφερε τελικά να σχηματίσει μια νέα, πιο αδύναμη κυβέρνηση. Στη Γερμανία, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς είναι αντιδημοφιλής και το μέλλον του μοιάζει επισφαλές, καθώς κόμματα τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς ενισχύθηκαν στις εκλογές των ομόσπονδων κρατιδίων, αφήνοντας την κεντρώα κυβέρνησή του να κλυδωνίζεται. Και σήμερα, ο κεντροαριστερός πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, προκήρυξε πρόωρες βουλευτικές εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν το κόμμα του πίσω από το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα.

Η ισχύς αυτού του κύματος φαίνεται από το γεγονός ότι τώρα απειλεί να παρασύρει ορισμένα από τα ίδια κόμματα και τους πολιτικούς που προηγουμένως έφερε στην εξουσία. Η νίκη του Λούλα στις εκλογές της Βραζιλίας το 2022 αποτελούσε εν μέρει έκφραση της απόρριψης της κυβέρνησης του τότε προέδρου, Ζαΐρ Μπολσονάρου, από τους ψηφοφόρους. Τώρα, η ίδια δυσαρέσκεια θα μπορούσε να καταποντίσει τον Λούλα και να οδηγήσει στην εκλογή του γιου του Μπολσονάρου.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα ρεύματα αποδοκιμασίας των κυβερνώντων συνέβαλαν στην ήττα της επί σειρά ετών κυβέρνησης των Συντηρητικών το 2024. Το αποτέλεσμα ήταν σαρωτικό: οι Συντηρητικοί έχασαν 251 έδρες, ενώ οι Εργατικοί κέρδισαν 211 επιπλέον έδρες και μια τεράστια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ παρέμεινε στην εξουσία μόλις δύο χρόνια, προτού η πτώση της δημοτικότητάς του οδηγήσει στην ουσιαστική ανατροπή του από έναν άλλο πολιτικό των Εργατικών, τον Άντι Μπέρναμ. Σε μια κίνηση που ίσως δείχνει εύστοχη ανάγνωση του παγκόσμιου κλίματος, ο Μπέρναμ έχει απορρίψει τις προτάσεις να προκηρύξει εκλογές πριν υποχρεωθεί να το κάνει, το 2029.

Τέλος, υπάρχει ο Τραμπ, ο οποίος επωφελήθηκε από τη διάθεση αποδοκιμασίας των κυβερνώντων το 2024, αλλά ενδέχεται να υποστεί τις συνέπειές της τον Νοέμβριο. Οι ψηφοφόροι μπορεί να μη συμπαθούσαν τον Μπάιντεν, αλλά τώρα που είδαν τον Τραμπ ξανά στον Λευκό Οίκο, τον συμπαθούν ακόμη λιγότερο. Μεταξύ άλλων προβλημάτων, ο πληθωρισμός που έπληξε τον Μπάιντεν —και άλλους κυβερνώντες ανά τον κόσμο— το 2024 επιμένει και, ορισμένες φορές, έχει επιδεινωθεί επί Τραμπ. Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ συνήθως καταλήγουν σε ήττα για το κόμμα του εν ενεργεία προέδρου, αλλά πολλοί αναλυτές προβλέπουν πλέον μια νίκη των Δημοκρατικών μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη. Ο Τραμπ έχει εκλιπαρήσει τους ψηφοφόρους να συμπεριφερθούν σαν να ήταν ο ίδιος υποψήφιος, αλλά αυτό ίσως αποδειχθεί άστοχο.

Η αποδοκιμασία των κυβερνώντων είναι παγκόσμια τάση, αλλά μπορεί να έχει μεγάλες επιπτώσεις στην εσωτερική πολιτική κάθε χώρας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Τραμπ αντιμετώπισε την οριακή νίκη του το 2024 ως μια συντριπτική λαϊκή εντολή. Παρότι αυτή η ερμηνεία υπερέβαινε την πραγματική πολιτική στήριξη που είχε λάβει, κατάφερε να αναδιαμορφώσει ριζικά την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και την εξωτερική πολιτική. Στη Βραζιλία, μια νέα προεδρία Μπολσονάρου θα έστρεφε απότομα τη χώρα ξανά προς τα δεξιά, έπειτα από την αριστερή στροφή επί Λούλα. Όσο όμως οι ψηφοφόροι παραμένουν τόσο δυσαρεστημένοι, κάθε νέα πολιτική κατεύθυνση θα πρέπει να θεωρείται εύθραυστη και πρόσκαιρη.

Η “διαφορά ήθους” μεταξύ Βατικανού και πατριαρχείου Βουλγαρίας – Τα μη επιστραφέντα κειμήλια

4

Δρ. Βασίλειος Μεϊχανετζίδης  στις 2026-10-06 02:11  
Από τη μια, το “αιρετικό” Βατικανό, το οποίο επιστρέφει αντικείμενα.
Ενδεικτικά:
Οι ΗΠΑ:
Από την άλλη, το υποτιθέμενο “ορθόδοξο” πατριαρχείο Βουλγαρίας, το οποίο βασικά τηρεί σιγή ιχθύος για όσα εκκλησιαστικά αντικείμενα-κειμήλια παρανόμως, ανηθίκως διακατέχει ακόμη αυτό το ίδιο:
Το ιστορικό γεγονός της κλοπής, διαρπαγής και κλεπταποδοχής των εκκλησιαστικών και μοναστηριακών κειμηλίων από τους Βουλγάρους έχει ως εξής: 
Ως γνωστόν, κατά την άνοιξη του 1917 βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις λεηλάτησαν τις Πατριαρχικές Μονές της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, Εικοσιφοίνισσα, Τίμιος Πρόδρομος Σερρών, Παναγία Καλαμού Ξάνθης και Αρχαγγελιώτισας, Κορνοφολιά Έβρου.
Ενορχηστρωτής, μεταξύ άλλων, της βλάσφημης, βέβηλης, ιερόσυλης και αντιχριστιανικής αυτής πράξεως υπήρξε ο Τσέχος βυζαντινολόγος Vladimir Sis, ο οποίος είχε καταγράψει εκ των προτέρων τις κρύπτες των Ι. Μονών, έχοντας προηγουμένως κερδίσει την εμπιστοσύνη των μοναχών.
Σύμφωνα με το χειρόγραφο σημειωματάριο του Sis, αφαιρέθηκαν τότε:
827 χειρόγραφα, ενώ τα συνολικά κειμήλια, εικόνες, ασημικά, ξυλόγλυπτα, υπερβαίνουν τα 1.000 έως 1.300 αντικείμενα. Κατ’ άλλους δε, τα αντικείμενα είναι πολύ περισσότερα.
Ο κύριος όγκος τους φυλάσσεται σε πυρηνικό καταφύγιο στη Σόφια, πίσω από το Κέντρο Σλαβο-βυζαντινών Ερευνών «Ivan Dujčev», ενώ ορισμένα εκτίθενται ακόμη και στο Εθνικό Εκκλησιαστικό Μουσείο της Σόφιας !!!
Το όλο ζήτημα, πέραν από διεθνοδικαιϊκό, ευρω-ενωσιακό και ηθικό με την ευρύτερη σημασία του όρου, είναι προδήλως και συνάμα και βαθύτατα “πνευματικό, με την Ορθόδοξη πνευματική έννοια του όρου. Και τούτο διότι από τη μια, τα κλαπέντα και διαρπαγέντα είναι εκκλησιαστικά αντικείμενα και δη μοναστηριακά, και από την άλλη “εμπλέκεται” στην κλεπταποδοχή τους και συνεχιζόμενη κατοχή τους ένας μείζων πνευματικός Ορθόδοξος εκκλησιαστικός θεσμός, το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας (δια του εκκλησιαστικού μουσείου του), αλλά και ένα Ορθόδοξο Κράτος, η Βουλγαρία. Ως εκ τούτου, το όλο ζήτημα θα πρέπει αναπόφευκτα να αντιμετωπίζεται και ως βαθύτατα πνευματικό, προδήλως.
Ούτως, λοιπόν, εχόντων των πραγμάτων, είναι να απορεί κανείς :
1. Πως οι Βούλγαροι, πολιτικοί και εκκλησιαστικοί, μπορούν να λογίζουν τους εαυτούς των Χριστιανούς και μάλιστα Ορθοδόξους και όχι κλέπτες και άρπαγες και κλεπταποδόχους και μάλιστα εκκλησιαστικών αντικειμένων και κειμηλίων;
2. Πως θέλουν να τα κατακρατούν αλλά και να φέρουν ενώπιον του Θεού και των Μονών και Μητροπόλεων το στίγμα και άγος μιας βέβηλης, βλάσφημης και ιερόσυλης πράξεως όπως είναι η κλοπή, η διαρπαγή και η κλεπταποδοχή των περί των οποίων ο λόγος εκκλησιαστικών μοναστηριακών αντικειμένων και κειμηλίων;
Οι Έλληνες Ορθόδοξοι, λοιπόν, ρωτάμε ευθέως τον Πατριάρχη Βουλγαρίας, την Ι. Σύνοδο, το Εκκλησιαστικό Μουσείο και το Κέντρο Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών «Καθηγητής Ιβάν Ντούιτσεφ» :  

1. Γιατί δεν επιστρέφετε όλα τα κλαπέντα στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, δηλαδή στις Ι. Μονές και Μητροπόλεις στις οποίες ανήκουν;

2. Γιατί συνεχίζετε να κατακρατείτε αντικείμενα-κειμήλια τα οποία δεν σας ανήκουν και τα οποία προφανώς είναι αποτέλεσμα κλοπής, διαρπαγής και κλεπταποδοχής;

3. Πως η υποτιθέμενη Χριστιανική και δη Ορθόδοξη συνείδησή σας σας επιτρέπει κάτι τέτοιο, το οποίο είναι βέβηλο, ιερόσυλο, βλάσφημο και αντιχριστιανικό; Δεν διαισθάνεσθε το ανήθικο της πράξεως;
4. Τι διαφορά έχετε με τους κλέπτες, τους άρπαγες και τους κλεπταποδόχους; Τι διαφορά έχετε με τους μουσουλμάνους Τούρκους ή με τους παλαιούς εκείνους Λατίνους των Σταυροφοριών, που έπραξαν παρομοίως;
5. Γιατί θέτετε επί των ώμων του βουλγαρικού λαού και έθνους το ηθικό συνειδησιακό βάρος και στίγμα μιας τέτοιας βέβηλης και ιερόσυλης πράξεως, δηλαδή της συνεχιζόμενης παράνομης και ανήθικης κατοχής των εκκλησιαστικών και μοναστηριακών αντικειμένων;
6. Πως μπορείτε να κοινωνείτε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι, όταν εν γνώσει σας κατακρατάτε τα αντικείμενα-κειμήλια; Πως μπορείτε να θεωρείτε ότι αυτό το οποίο συνεχίζετε να πράττετε, θα μπορούσε ποτέ να έχει την “ευλογία” και όχι την “κατάκριση” του Θεού;
7. Υπάρχει κάποιο Πρόσωπο -πνευματικό και εκκλησιαστικό- με πνευματική διάκριση, σύνεση, σοφία, θάρρος και τόλμη, αλλά και “προφητική φωνή” για να θέσει τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων και να ζητήσει την ολική και απροϋπόθετη πλέον επιστροφή των κλαπέντων πρώτα από την ίδια την Εκκλησία της Βουλγαρίας που παρανόμως και αντιχριστιανικώς τα κατέχει ακόμη και σήμερα δια του εκκλησιαστικού της μουσείου;

8. Θα το πράξει εν τέλει η ηγεσία της Εκκλησίας της Βουλγαρίας;  Θα αναλάβει θαρραλέως την ηθική αυτή ευθύνη της επιστροφής και συνεπώς της ολικής αποκατάστασης της διαταραχθείσης ηθικής και πνευματικής τάξεως, αλλά της θεραπείας του τραύματος και της τρωθείσης μνήμης, για να αποτελέσει έτσι και παράδειγμα και μαρτυρία ήθους και για το Βουλγαρικό Κράτος και για τον λαό της αφ’ ενός και αφ’ ετέρου γέφυρα φιλίας, αδελφοσύνης και συνεργασίας με τον Ορθόδοξο Ελληνικό λαό, με τον οποίο μοιράζεται την κοινή Ορθόδοξη πίστη και κοινωνία;

Είθε να το πράξει, για να τύχει της ευλογίας και όχι της κατακρίσεως του Θεού!
Οφείλετε να τα επιστρέψετε ΟΛΑ για να αποπλύνετε επιτέλους ενώπιον του Θεού, από την μνήμη της Εκκλησίας και του Ορθοδόξου ελληνικού  λαού το βαρύ άγος, την αμαρτία της φοβερής εκείνης ιεροσυλίας του 1917, της κλοπής, της διαρπαγής και της κλεπταποδοχής.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, σας επέτρεψε αυτό που θέλατε, τα οστά του τσάρου σας Σαμουήλ, καίτοι δεν είχε καμία νομική ή ηθική υποχρέωση να το πράξει. Εν τούτοις, το έπραξε καλή τη πίστει και έχοντας την πεποίθηση ότι θα συμπεριφερθείτε έντιμα και θα ανταποκριθείτε μέχρι τέλους, επιστρέφοντας αυτά που εκλάπησαν το 1917 από τους προγόνους σας. Τώρα, λοιπόν, είναι η σειρά σας να επιστρέψετε καλή τη πίστει το σύνολο των κλαπέντων και διαρπαγέντων αντικειμένων για να αποκαθάρετε την γενομένη βέβηλη, ιερόσυλη, αντιχριστιανική και βλάσφημη πράξη και τωόντι μεγάλη αμαρτία και να αποκτήσετε την αναγκαία πνευματική και συνειδησιακή ειρήνη, γαλήνη και συγχώρηση. Διότι, αν δεν αισθάνεσθε καμία ενοχή και καμία περαιτέρω υποχρέωση και θεωρείτε ότι μπορείτε να κρατήσετε ό,τι δεν σας ανήκει, τότε δεν είστε καν Χριστιανοί.
Δρ. Βασίλειος Θ. Μεϊχανετσίδης
(ΒΑ, JCB, BA, CdSpec., JCL Spec., DES Spec. Droits de l’homme, MA, MA, MA, ΜΔΕ, JCD)

Μα πόσα επιτέλους  εκκλησιαστικά αντικείμενα-κειμήλια έχουν κατακλέψει οι Βούλγαροι;!

Είναι απαράδεκτο, αντι-ευρωπαϊκό, ανήθικο και αντιχριστιανικό να κατακρατούν εν έτει 2026 κλαπέντα χριστιανικά κειμήλια. Χωρίς πρόθεση λεκτικής υπερβολής και προσβολής ούτε όμως και καταχρηστικής πολιτικής ορθότητας και υπεκφυγής, αλλά μόνον “απολίτιστοι βάρβαροι λαοί” συμπεριφέρονται έτσι, δλδ να κατακρατούν προϊόντα εγκλήματος, κλοπής, και μάλιστα εκκλησιαστικά.
Τουλάχιστον, το πατριαρχείο Βουλγαρίας -ως Ορθόδοξος θεσμός, ο οποίος θέλει να λογίζεται ηθικός και χριστιανικός όχι μόνον εν λόγω αλλά και εμπράκτως- οφείλει να ζητήσει από το Βουλγαρικό Κράτος την επιστροφή των κλαπέντων στην Ελλάδα και στην Εκκλησία της, ως πράξη χριστιανικής ηθικής, αδελφοσύνης και μεταμέλειας, συμφώνως προς την εντολή “Ου κλέψεις”. Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας οφείλει να επιδείξει “προφητική φωνή και μαρτυρία,” ώστε επιτέλους να κλείσει οριστικά το θέμα των κλαπέντων από τους Βουλγάρους κειμηλίων και να δομηθεί η ελληνο-βουλγαρική φιλία και αδελφοσύνη, πολιτική και εκκλησιαστική, επί στέρεων ηθικών βάσεων, χωρίς τα βάρη του παρελθόντος, και μάλιστα ενώπιον του “κοινού εξ Ανατολών κινδύνου”… ο οποίος δύναται να απειλήσει αμφότερους, αν οι συνθήκες το επιστρέψουν.
Βασικά, οι Βούλγαροι έπρεπε ήδη να είχαν οικειοθελώς επιστρέψει όλα τα κλαπέντα για λόγους ηθικής χριστιανικής ακεραιότητας και πολιτισμού. Είναι πια μέλη και της ΕΕ και πράξεις κατακράτησης κλαπέντων δεν έχουν θέση στην εποχή μας, και μάλιστα εντός του πλαισίου της ΕΕ. Είναι και Ορθόδοξοι. Τι Ορθόδοξοι είναι τέλος πάντων, όταν κατακρατούν αντικείμενα-κειμήλια, που δε τους ανήκουν και τα οποία προδήλως έχουν κλέψει;
Στην εποχή μας, τα κράτη και δη τα “πολιτισμένα,” οφείλουν να επιστρέψουν (και διάφορα Κράτη το πράττουν ήδη, των ΗΠΑ συμπεριλαμβανόμενων) τα διαφοροτρόπως και διαφορομόρφως κλαπέντα. Αυτή η “ηθική επιταγή” ισχύει και για την Βουλγαρία, και για την Γερμανία και για την Βρεταννία, η οποία αποτελεί θλιβερό παράδειγμα αμοραλισμού ως πρώην αποικιοκρατική δύναμη.
Η Ελλάδα δεν έθεσε, ως όφειλε και όπως θα μπορούσε, ως όρο sine qua non για την είσοδο της Βουλγαρίας στην ΕΕ την επιστροφή των κλαπέντων κειμήλιων επειδή ήθελε να διευκολύνει την είσοδο στην ΕΕ της γειτονικής -και ομόδοξης- φίλης Χώρας, και για να μην την εκθέσει διεθνώς την Βουλγαρία για την επαίσχυντη, παράνομη πράξη της κλοπής και ιδιοποίησης εκκλησιαστικών κειμηλίων. Η Βουλγαρία θα πρέπει να ανταποκριθεί επιστρέφοντας όλα τα κλαπέντα και θεραπεύοντας το τραύμα, που η βίαιη αφαίρεση των εκκλησιαστικών κειμηλίων προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί στην μνήμη των Ελλήνων Ορθοδόξων. Αποτελεί κυριολεκτικά εντροπή να τα κατακρατεί. Επιτέλους!
Δρ. Βασίλειος Θ. Μεϊχανετσίδης
(ΒΑ, JCB, BA, CdSpec., JCL Spec., DES Spec. Droits de l’homme, MA, MA, MA, ΜΔΕ, JCD)

Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας — Η εξουσία πίσω από τις κλειστές πόρτες

0

 

Μια γυναίκα φτάνει από το Παρίσι σε ένα αρχοντικό της γαλλικής επαρχίας για να εργαστεί ως καμαριέρα. Σύντομα διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι που απαιτούν να διατηρεί καθαρό το σπίτι τους έχουν πολλά να κρύψουν. Αυτή είναι η αφετηρία του Ημερολογίου μιας καμαριέρας του Λουίς Μπουνιουέλ, μιας ταινίας όπου η καθημερινή ζωή ενός νοικοκυριού αποκαλύπτει τις σχέσεις εξουσίας ολόκληρης της κοινωνίας.

Γυρισμένη το 1964, με τη Ζαν Μορό στον κεντρικό ρόλο, η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα του Οκτάβ Μιρμπό. Ο Μπουνιουέλ και ο συνσεναριογράφος του, Ζαν-Κλοντ Καριέρ, μεταφέρουν τη δράση στη Γαλλία του Μεσοπολέμου. Η επιλογή αυτή συνδέει την ιδιωτική υποκρισία με την άνοδο του φασισμού: όσα συμβαίνουν μέσα στο σπίτι προετοιμάζουν όσα θα ακουστούν αργότερα στον δρόμο.

Η Σελεστίν, έμπειρη και παρατηρητική, προσλαμβάνεται στην οικογένεια Μοντέιγ. Ο κύριος του σπιτιού κυνηγά ζώα και παρενοχλεί υπηρέτριες, αντιμετωπίζοντας και τις δύο δραστηριότητες σαν αυτονόητα προνόμιά του. Η σύζυγός του επιτηρεί σχολαστικά τα αντικείμενα και τους εργαζομένους. Ο ηλικιωμένος πατέρας της μετατρέπει τη Σελεστίν σε θέαμα για τον φετιχισμό του με τα γυναικεία μποτάκια. Στο ίδιο περιβάλλον κινείται ο Ζοζέφ, ένας υπηρέτης με αντισημιτικές και ακροδεξιές πεποιθήσεις.

Η Σελεστίν προσπαθεί να διαβάσει αυτόν τον κόσμο και να προστατευτεί. Η δολοφονία της μικρής Κλερ, όμως, αλλάζει τη στάση της. Υποψιάζεται τον Ζοζέφ και τον πλησιάζει ερωτικά, επιχειρώντας να αποσπάσει ομολογία. Η ταινία κατευθύνει έντονα την υποψία προς εκείνον, αλλά δεν προσφέρει τη βεβαιότητα μιας καθαρής αστυνομικής λύσης. Στο τέλος, ο Ζοζέφ παραμένει ελεύθερος και πραγματοποιεί τη φιλοδοξία του να γίνει καταστηματάρχης, ενώ η Σελεστίν παντρεύεται τον εύπορο γείτονα, τον απόστρατο Μοζέ. Η τελευταία εικόνα του κοινωνικού κόσμου της ταινίας είναι μια εθνικιστική διαδήλωση.

Η δύναμη της υπόθεσης βρίσκεται στην απουσία της ανακουφιστικής δικαίωσης. Η Σελεστίν επιδιώκει να αποκαλύψει ένα έγκλημα, αλλά η δική της κοινωνική άνοδος δεν συμπίπτει με την αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Ο θεατής μένει να αναρωτιέται πόσο απέχει η επιτυχία ενός ανθρώπου από την αλλαγή του κόσμου στον οποίο ζει.

Η Ζαν Μορό δίνει στην ταινία το κέντρο βάρους της. Η Σελεστίν της διαθέτει αυτοκυριαρχία, περιέργεια και μια ειρωνεία που συχνά εκφράζεται προτού μιλήσει. Η Μορό μπορεί να δείξει ότι κατάλαβε μια προσβολή χωρίς να αντιδράσει αμέσως. Ότι αποστρέφεται κάποιον χωρίς να εγκαταλείπει τη συναλλαγή μαζί του. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στο συναίσθημα και στην εξωτερική συμπεριφορά κάνει τον χαρακτήρα πειστικό.

Το σημαντικότερο είναι ότι δεν ζητά διαρκώς τη συμπάθειά μας. Η Σελεστίν έχει αξιοπρέπεια, αλλά και φιλοδοξία. Διαθέτει ηθική ευαισθησία, αλλά υπολογίζει τις ευκαιρίες της. Η Μορό κρατά αυτές τις πλευρές μαζί, χωρίς να τις εξηγεί υπερβολικά. Χάρη στην ερμηνεία της, βλέπουμε μια γυναίκα που έχει μάθει πως η επιβίωση απαιτεί να γνωρίζει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει.

Ο Μισέλ Πικολί, ως κύριος Μοντέιγ, χειρίζεται θαυμάσια το μείγμα γελοιότητας και απειλής. Ο χαρακτήρας του μπορεί να φαίνεται αδέξιος, ματαιωμένος ή σχεδόν παιδαριώδης. Διαθέτει όμως πραγματική εξουσία πάνω στις γυναίκες που εργάζονται στο σπίτι. Η ερμηνεία του μας υποχρεώνει να προσέξουμε ότι ένας γελοίος άνθρωπος μπορεί να είναι και επικίνδυνος, όταν η κοινωνική του θέση περιορίζει τις δυνατότητες αντίστασης των άλλων.

Ο Ζορζ Ζερέ, στον ρόλο του Ζοζέφ, δημιουργεί μια διαφορετική παρουσία. Η σκληρότητά του έχει πειθαρχία και πρακτικό προσανατολισμό. Ο Ζοζέφ θέλει ιδιοκτησία, θέση και αναγνώριση. Το μίσος του συνυπάρχει με την επιθυμία να γίνει ένας αξιοσέβαστος μικροαστός. Έτσι, ο χαρακτήρας αποκτά πολιτικό βάθος: δείχνει πώς η ταπείνωση μπορεί να μετατραπεί σε επιθυμία εξουσίας πάνω σε άλλους.

Η Φρανσουάζ Λουγκάν, ως κυρία Μοντέιγ, μεταφέρει την ψυχρότητα μιας γυναίκας που διοικεί μέσα από μικρές εντολές. Ο Ζαν Οζέν, ως ηλικιωμένος πατέρας της, κάνει την ευγένεια να συνυπάρχει με την εργαλειοποίηση της Σελεστίν. Ο Ντανιέλ Ιβερνέλ, ως Μοζέ, συμπληρώνει την εικόνα μιας κοινωνίας όπου η εκκεντρικότητα και η εμπάθεια μπορούν να συμβαδίζουν με την οικονομική άνεση.

Για να καταλάβουμε τι επιδιώκει ο Μπουνιουέλ, χρειάζεται να προσέξουμε ποιος βλέπει και ποιος υπηρετεί. Η καμαριέρα γνωρίζει τις συνήθειες των αφεντικών της, τις αδυναμίες και τα μυστικά τους. Έχει πρόσβαση στην ιδιωτική τους ζωή, αλλά ελάχιστη θεσμική δύναμη. Το αρχοντικό οργανώνεται γύρω από αυτή την αντίφαση: οι ισχυροί εξαρτώνται από ανθρώπους τους οποίους θεωρούν κατώτερους.

Η αστική ευπρέπεια παρουσιάζεται ως ένας τρόπος διαχείρισης της εξουσίας. Οι καλοί τρόποι, η θρησκευτικότητα και η προστασία της περιουσίας δεν εξασφαλίζουν σεβασμό προς τον άνθρωπο. Η κυρία του σπιτιού ανησυχεί για τα αντικείμενά της, ενώ η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αντιμετωπίζεται ως διαπραγματεύσιμη. Η διαφορά αυτή δίνει στη σάτιρα την οξύτητά της.

Παράλληλα, ο Μπουνιουέλ εξετάζει τη σχέση επιθυμίας και κυριαρχίας. Η παρουσία του φετιχισμού δεν σημαίνει ότι κάθε ασυνήθιστη ερωτική επιθυμία καταδικάζεται. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο άλλος αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο που μπορεί να επιλέξει ή ως σώμα διαθέσιμο για χρήση. Στο σπίτι, η εργασιακή εξάρτηση θολώνει τη δυνατότητα ελεύθερης συναίνεσης. Η ερωτική επιθυμία αποκτά το βάρος της κοινωνικής ιεραρχίας.

Η πολιτική αιχμή της ταινίας βρίσκεται στον Ζοζέφ. Ο Μπουνιουέλ αποφεύγει την παρηγορητική εξίσωση της φτώχειας με την αρετή. Ένας υπηρέτης μπορεί να μισεί τους προνομιούχους και συγχρόνως να ονειρεύεται ότι θα τους μοιάσει. Μπορεί να μεταφέρει την οργή του προς εκείνους που διαθέτουν ακόμη μικρότερη προστασία.

Ο φασισμός, σε αυτή την ανάγνωση, βρίσκει έδαφος στην καθημερινή αποδοχή της αυθαιρεσίας. Πριν εμφανιστεί ως συλλογικό σύνθημα, υπάρχει ως συνήθεια: στην περιφρόνηση, στην υποταγή, στην αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων. Η μετάβαση από το σπίτι στη διαδήλωση δίνει σε όσα παρακολουθήσαμε μια ευρύτερη ιστορική διάσταση.

Η σκηνοθεσία ενισχύει αυτή την ανάγνωση με την οικονομία της. Η αφήγηση είναι σχετικά ευθύγραμμη, αλλά οι λεπτομέρειες διατηρούν μια ανησυχητική ένταση. Παπούτσια, σώματα, ζώα και καθημερινές χειρονομίες αποκτούν μεγαλύτερο βάρος από τις εξηγήσεις των χαρακτήρων. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ροζέ Φελούς διαμορφώνει έναν κόσμο ψυχρό, στον οποίο η επαρχιακή ησυχία δύσκολα γίνεται γαλήνη.

Υπάρχουν, ωστόσο, σημεία που επιδέχονται κριτική. Ορισμένοι δευτερεύοντες χαρακτήρες πλησιάζουν τη σατιρική καρικατούρα. Η Κλερ κινδυνεύει να περιοριστεί σε σύμβολο αθωότητας και η δολοφονία της σε καταλύτη για την πορεία της Σελεστίν. Η σκληρή απαισιοδοξία μπορεί επίσης να δημιουργήσει την εντύπωση ότι καμία προσπάθεια αλλαγής δεν έχει αποτέλεσμα. Αυτές οι ενστάσεις έχουν σημασία, επειδή εμποδίζουν να αντιμετωπίσουμε την ταινία ως αλάνθαστη πολιτική παραβολή.

Οι παραλληλισμοί με το σήμερα είναι ισχυροί, αρκεί να αφορούν μηχανισμούς και να μην εξισώνουν διαφορετικές ιστορικές εποχές.

Ο πρώτος αφορά την εργασία μέσα στον ιδιωτικό χώρο. Η ταινία προσφέρει έναν τρόπο να σκεφτούμε τη θέση οικιακών εργαζομένων, φροντιστών και άλλων ανθρώπων των οποίων η εργασία παραμένει συχνά αθέατη. Όταν ο εργοδότης ελέγχει μαζί το εισόδημα, τη στέγη και τις συστάσεις, η δυνατότητα καταγγελίας μιας κακομεταχείρισης γίνεται δυσκολότερη. Η Σελεστίν καταλαβαίνει ακριβώς αυτή την ανισορροπία.

Ο δεύτερος αφορά την παρενόχληση και την προστασία της δημόσιας εικόνας. Η ταινία μάς καλεί να εξετάζουμε τι συμβαίνει πίσω από μια αξιοσέβαστη εμφάνιση: ποιος έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί, ποιος μπορεί να μιλήσει και ποιος θα πληρώσει το κόστος της αποκάλυψης. Η ευγένεια ενός ισχυρού δεν αρκεί ως εγγύηση για τη συμπεριφορά του απέναντι στους εξαρτημένους από αυτόν.

Ο τρίτος αφορά την πολιτική αξιοποίηση της ανασφάλειας. Ο Ζοζέφ μας βοηθά να σκεφτούμε πώς η επιθυμία αναγνώρισης μπορεί να συνδεθεί με τον αποκλεισμό άλλων. Η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να στραφεί προς τη διεκδίκηση δικαιωμάτων, αλλά μπορεί επίσης να διοχετευθεί σε ρατσισμό και αυταρχισμό. Η κατεύθυνσή της εξαρτάται από τις πολιτικές ιδέες και τις συλλογικές δυνατότητες που συναντά.

Τέλος, η Σελεστίν θέτει ένα ιδιαίτερα σύγχρονο ερώτημα για την ατομική ανέλιξη. Η έξοδός της από την υπηρεσία αλλάζει τη θέση της, αλλά αφήνει το κοινωνικό σύστημα σχεδόν ανέπαφο. Η προσωπική επιτυχία μπορεί να συνυπάρχει με την αποδοχή των κανόνων που κάποτε μας αδικούσαν. Το τέλος μάς ζητά να εξετάσουμε τι συμβαίνει στην κριτική μας όταν αποκτούμε προνόμια.

Το Ημερολόγιο μιας καμαριέρας αξίζει κυρίως για την ικανότητά του να κάνει μια οικιακή ιστορία πολιτικά ανησυχητική. Η Μορό κρατά ζωντανή την ανθρώπινη αμφισημία της Σελεστίν, ενώ ο Μπουνιουέλ αποκαλύπτει τη συγγένεια ανάμεσα στην ιδιωτική αυθαιρεσία και στη δημόσια βία. Η ταινία παραμένει επίκαιρη επειδή μας αναγκάζει να παρατηρήσουμε πόσο εύκολα η κοινωνία αναγνωρίζει ως αξιοσέβαστο εκείνον που έχει ισχύ — και πόσο δυσκολότερα ακούει εκείνον που γνωρίζει την αλήθεια, αλλά εξακολουθεί να υπηρετεί.

Η Αφρική ανάμεσα στις πολεμικές κρίσεις και τη διεκδίκηση οικονομικής αυτονομίας

0

 

Οι συγκρούσεις γύρω από την Ερυθρά Θάλασσα, οι επενδύσεις στη διύλιση πετρελαίου και η επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης μεταβάλλουν τη θέση της Αφρικής στον διεθνή ανταγωνισμό. Λιμάνια, εργοστάσια και υποθαλάσσια καλώδια αποκτούν αυξανόμενη στρατηγική αξία. Για τις αφρικανικές κοινωνίες, όμως, το ζητούμενο είναι συγκεκριμένο: αν αυτή η σημασία θα μεταφραστεί σε ασφαλέστερη καθημερινότητα, προσιτή ενέργεια, θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη δυνατότητα επιλογής.

Οι αναλύσεις που συγκέντρωσε το πρόγραμμα Αφρικής του Carnegie φωτίζουν διαφορετικές πλευρές αυτής της μεταβολής. Η σύνδεσή τους επιτρέπει ένα βασικό συμπέρασμα: η διεθνής αναβάθμιση μιας χώρας αποφέρει διαρκή οφέλη όταν συνοδεύεται από παραγωγική ικανότητα, ανθεκτικές υποδομές και θεσμούς που ελέγχουν την εξουσία. Η γεωγραφική θέση μπορεί να προσελκύσει ισχυρούς εταίρους. Δεν εξασφαλίζει από μόνη της ευημερία ούτε προστατεύει τους πολίτες από τον πόλεμο και την αυθαιρεσία.

Εμπορικό πλοίο στο Μπαμπ αλ Μαντέμπ, ανοικτά της Υεμένης, 12 Σεπτεμβρίου 2026. Φωτογραφία AFP μέσω Getty Images και Carnegie.

Το στενό Μπαμπ αλ Μαντέμπ, ανάμεσα στην Υεμένη και στο Κέρας της Αφρικής, συμπυκνώνει αυτή την αντίφαση. Συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και αποτελεί κρίσιμο πέρασμα προς το Σουέζ. Στην ανάλυσή τους της 23ης Σεπτεμβρίου, ο Άντριου Λίμπερ και η Λέσλι Αν Γουόρνερ περιγράφουν πώς η κατάληψη του λιμανιού Μόχα από τους Χούθι διεύρυνε την απειλή για τη ναυσιπλοΐα, σε μια περίοδο αναταραχής και στο Ορμούζ. [1]

Η κατάσταση παραμένει μεταβαλλόμενη. Στις 5 Οκτωβρίου, το Reuters μετέδωσε ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης, με σαουδαραβική υποστήριξη, ανακοίνωσαν προέλαση στην περιοχή του στενού. Οι Χούθι αμφισβήτησαν τα κέρδη τους. Η ανακατάληψη παράκτιων θέσεων, ακόμη και όταν επιβεβαιώνεται, δεν εξαφανίζει αυτομάτως τη δυνατότητα επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Χρειάζεται επομένως προσοχή στις διακηρύξεις περί οριστικής αποκατάστασης της ασφάλειας. [2]

Για τα αφρικανικά κράτη, η ανασφάλεια στη θάλασσα μεταφέρεται στην οικονομία μέσω ακριβότερων ναύλων, ασφαλίστρων και καθυστερήσεων. Η παράκαμψη επικίνδυνων περασμάτων αυξάνει τις αποστάσεις. Όταν μια επιχείρηση εισάγει καύσιμα ή πρώτες ύλες, αυτό το κόστος μπορεί να περάσει στην τελική τιμή. Έτσι, ένας πόλεμος πέρα από τα σύνορα επιβαρύνει μεταφορές και τρόφιμα και περιορίζει τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης να ανακουφίσει τα νοικοκυριά χωρίς πρόσθετη δημοσιονομική πίεση.

Οι Λίμπερ και Γουόρνερ επισημαίνουν επίσης ότι η κρίση μεταβάλλει τους υπολογισμούς χωρών όπως το Τζιμπουτί, η Σομαλία και η Ερυθραία. Στο Τζιμπουτί, η παρουσία αμερικανικής στρατιωτικής βάσης συνυπάρχει με την ανάγκη της κυβέρνησης να διαχειριστεί περιφερειακές αντιδράσεις. Αναφέρονται ακόμη σε συνεργασία Χούθι και Αλ Σαμπάμπ, επικαλούμενοι στοιχεία του ΟΗΕ. Η διασύνδεση ένοπλων οργανώσεων προσθέτει ένα επίπεδο κινδύνου πέρα από τη σύγκρουση στην Υεμένη. [1]

Η αύξηση της αξίας των λιμανιών δημιουργεί και διπλωματικές ευκαιρίες. Μια κυβέρνηση μπορεί να διαπραγματευτεί χρηματοδότηση ή συνεργασία προσφέροντας πρόσβαση σε υποδομές. Το κοινωνικό αποτέλεσμα αυτής της διαπραγμάτευσης εξαρτάται από τους όρους: ποιος χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις, ποιος εισπράττει τα έσοδα, ποια ευθύνη αναλαμβάνει το κράτος και ποιος ελέγχει τη συμφωνία. Η στρατηγική σημασία μιας ακτογραμμής μπορεί να ενισχύσει μια κυβέρνηση χωρίς να ενισχύσει αντίστοιχα τα δικαιώματα και το εισόδημα των κατοίκων της.

Η Αιθιοπία δείχνει πόσο εύκολα οι εσωτερικές συγκρούσεις συνδέονται με αυτούς τους ανταγωνισμούς. Στις 26 Αυγούστου, η Γουόρνερ περιέγραφε την εύθραυστη ειρήνη μετά τον πόλεμο του Τιγκράι και τις εντάσεις με την Ερυθραία. Ο πρωθυπουργός Άμπι Άχμεντ και ο Ερυθραίος πρόεδρος Ισαΐας Αφεουέρκι είχαν συμφιλιωθεί το 2018 και αργότερα συνεργάστηκαν στρατιωτικά εναντίον του Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου του Τιγκράι, γνωστού ως TPLF. Η συμφωνία ειρήνης της Πρετόριας το 2022 και η αιθιοπική διεκδίκηση πρόσβασης στη θάλασσα αναδιαμόρφωσαν αυτή τη σχέση. [3]

Η ανάλυση του Αυγούστου δεν αρκεί πλέον ως περιγραφή της σημερινής κατάστασης. Στις 4 Οκτωβρίου, το Reuters ανέφερε ότι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Μεκέλε, πρωτεύουσα του Τιγκράι, μετά την αποχώρηση του TPLF. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατηγόρησε την Ερυθραία, το Σουδάν και την Αίγυπτο για υποστήριξη των ανταρτών· οι χώρες αυτές το αρνήθηκαν. Η εξέλιξη υπογραμμίζει την απόσταση ανάμεσα σε μια ειρηνευτική συμφωνία και στην ουσιαστική επίλυση των συγκρούσεων. [4]

Στο υπόβαθρο βρίσκονται οι ανταγωνισμοί για την Ερυθρά Θάλασσα, οι διαφορές για τα νερά του Νείλου και ο πόλεμος στο Σουδάν. Η Γουόρνερ αναλύει πώς αυτά τα μέτωπα προσφέρουν στους γείτονες της Αιθιοπίας δυνατότητες πίεσης. Δεν αποδεικνύει ότι όλες οι κυβερνήσεις λειτουργούν με ενιαίο σχέδιο ούτε ότι κάθε καταγγελία στρατιωτικής βοήθειας είναι αληθής. Δείχνει, όμως, γιατί μια τοπική αναμέτρηση μπορεί να αποκτήσει περιφερειακές συνέπειες. [3]

Η ίδια πολυπλοκότητα περιορίζει τις δυνατότητες του Ιράν. Ο Έρικ Λομπ, στην ανάλυσή του για το ISPI, εξηγεί ότι η Τεχεράνη επιδιώκει να ενισχύσει τις σχέσεις της στο Κέρας της Αφρικής μέσω στρατιωτικής συνεργασίας και οικονομικών επαφών. Η πρόσβαση σε λιμάνια θα μπορούσε να διευρύνει την επιρροή της κοντά στα θαλάσσια περάσματα. Ωστόσο, οι αφρικανικοί εταίροι της διατηρούν σχέσεις και με άλλες δυνάμεις, ενώ οι δικές της οικονομικές δυσκολίες περιορίζουν τους διαθέσιμους πόρους. [5]

Ο Λομπ επισημαίνει ιδιαίτερα την αντίφαση της συνεργασίας με την Αιθιοπία και την Ερυθραία, δύο χώρες με επιδεινούμενες σχέσεις. Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Τουρκία διαθέτουν σημαντικά μέσα επιρροής στην περιοχή. Η αφρικανική διπλωματία περιλαμβάνει συνεπώς πολλές συναλλαγές και μεταβαλλόμενες ισορροπίες. Οι επιμέρους συνεργασίες πρέπει να εξετάζονται χωριστά, χωρίς να θεωρούμε ότι η προμήθεια όπλων ή μια εμπορική συμφωνία συνεπάγεται πλήρη πολιτική ευθυγράμμιση. [5]

Μια διαφορετική απάντηση στην εξωτερική ευπάθεια αναπτύσσεται στη Νιγηρία. Το διυλιστήριο του Αλίκο Ντανγκότε επιδιώκει να μετατρέψει την πετρελαϊκή παραγωγή σε μεγαλύτερη εγχώρια και περιφερειακή δυνατότητα επεξεργασίας. Η Γουόρνερ εξετάζει στη World Politics Review τη δημόσια προσφορά μετοχών του ως μέσο άντλησης κεφαλαίων για επέκταση. Το κρίσιμο οικονομικό πρόβλημα είναι η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα μιας χώρας που διαθέτει και εξάγει αργό πετρέλαιο. [6]

Η παραγωγική μεταβολή είναι ουσιαστική επειδή η αξία δεν δημιουργείται μόνο στην εξόρυξη. Η επεξεργασία, η μεταφορά και η διανομή καθορίζουν πόσο από το τελικό προϊόν παραμένει στην οικονομία. Για μια αφρικανική βιομηχανική πολιτική, το ενδιαφέρον βρίσκεται στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και προμηθευτών γύρω από τις μεγάλες εγκαταστάσεις. Η δημιουργία ενός εργοστασίου μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για περισσότερες επιχειρήσεις, εφόσον υπάρχουν κατάλληλοι όροι χρηματοδότησης και πρόσβασης στην αγορά.

Η Γουόρνερ καταγράφει επίσης τη διεύρυνση των πωλήσεων του διυλιστηρίου προς την Ευρώπη και τον σχεδιασμό νέας μονάδας στο Λάμου της Κένυας. Προειδοποιεί ότι το δεύτερο έργο θα χρειαστεί αξιόπιστη προμήθεια αργού, σε διαφορετικές συνθήκες από τη Νιγηρία. Οι σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις και δυναμικότητες παραμένουν στόχοι προς υλοποίηση. Η διάκριση ανάμεσα σε λειτουργούσα παραγωγή και επενδυτική εξαγγελία είναι απαραίτητη για να αξιολογηθεί η πραγματική ανθεκτικότητα του εφοδιασμού. [6]

Η ενεργειακή αυτονομία απαιτεί παραγωγική διαφοροποίηση και ανταγωνισμό, ώστε η αντιμετώπιση μιας εξάρτησης να μην δημιουργήσει μια νέα συγκέντρωση ισχύος. Ένας μεγάλος όμιλος μπορεί να κινητοποιήσει κεφάλαια που δύσκολα συγκεντρώνουν μικρότερες επιχειρήσεις. Η δημόσια πολιτική οφείλει παράλληλα να προστατεύει την πρόσβαση άλλων προμηθευτών, να ελέγχει τις τιμές όπου υπάρχει ισχύς στην αγορά και να εξετάζει τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις των επενδύσεων.

Η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη οδηγεί σε παρόμοια ερωτήματα. Το διαδικτυακό πάνελ του ΔΝΤ, στο οποίο συμμετείχαν ο Φοντέ Ακούμ και η Τζέιν Μούνγκα, θέτει το ζήτημα της υιοθέτησης της τεχνολογίας στην υποσαχάρια Αφρική. Η συνοδευτική μελέτη του Ταμείου εντοπίζει ως βασικά εμπόδια την ανεπαρκή ηλεκτροδότηση, τις ελλείψεις ψηφιακών υποδομών και δεξιοτήτων και τα κενά θεσμικής ικανότητας. Τα οφέλη στην παραγωγικότητα εξαρτώνται από την αντιμετώπιση αυτών των περιορισμών. [7]

Στην πράξη, μια νέα υπηρεσία μπορεί να βοηθήσει μια επιχείρηση να οργανώσει την παραγωγή της ή μια δημόσια αρχή να επεξεργαστεί αιτήματα. Η αξία της πρέπει να αποδεικνύεται με μετρήσιμα αποτελέσματα: λιγότερο χρόνο αναμονής, χαμηλότερο κόστος, καλύτερη πρόσβαση. Χρειάζεται επίσης να αξιολογείται ποιοι αποκλείονται επειδή δεν διαθέτουν σύνδεση, συσκευή ή τις απαιτούμενες γνώσεις. Η υιοθέτηση τεχνολογίας χωρίς τέτοιο έλεγχο μπορεί να διευρύνει τις υφιστάμενες ανισότητες.

Η ψηφιακή κυριαρχία περιλαμβάνει την ικανότητα μιας κοινωνίας να αποφασίζει πώς χρησιμοποιούνται τα δεδομένα της και να αναπτύσσει ανθρώπους και επιχειρήσεις που κατανοούν την τεχνολογία. Αυτό αφήνει χώρο για διεθνείς συνεργασίες, αλλά προϋποθέτει διαπραγματευτική ικανότητα. Πριν από μια μεγάλη σύμβαση, μια κυβέρνηση χρειάζεται να εξετάζει τη δυνατότητα αλλαγής προμηθευτή, το κόστος λειτουργίας, τους όρους πρόσβασης στα δεδομένα και τις υποχρεώσεις εκπαίδευσης του τοπικού προσωπικού.

Η Μούνγκα προσθέτει μια συχνά υποτιμημένη διάσταση: τα υποθαλάσσια καλώδια. Στην Tech Policy Press επισημαίνει ότι μεταφέρουν περίπου το 99% της διεθνούς κίνησης δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη και οι υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους εξαρτώνται από αυτή τη φυσική υποδομή. Η συζήτηση για τους αλγορίθμους χρειάζεται επομένως να περιλαμβάνει την προστασία, τη συντήρηση και τις εναλλακτικές διαδρομές των δικτύων που επιτρέπουν τη λειτουργία τους. [8]

Εργασίες σε υποθαλάσσιο καλώδιο. Φωτογραφία αρχείου Getty Images, μέσω του ενημερωτικού δελτίου Carnegie Africa.

Τον Μάρτιο του 2024, ζημιές σε τέσσερα καλώδια ανοικτά της Ακτής Ελεφαντοστού προκάλεσαν διακοπές συνδεσιμότητας σε δεκατρείς χώρες. Η Μούνγκα χρησιμοποιεί αυτό το περιστατικό για να αναδείξει την περιορισμένη δυνατότητα επισκευής και την ανεπαρκή εφεδρεία δικτύων. Οι βλάβες μπορούν να προκύψουν από ανθρώπινες δραστηριότητες ή φυσικά φαινόμενα· η δολιοφθορά δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητη εξήγηση. Οι λύσεις περιλαμβάνουν πρόσθετες διαδρομές, ταχύτερες αδειοδοτήσεις επισκευών και αποτελεσματικότερη συνεργασία. [8]

Η σύνδεση με την ασφάλεια είναι άμεση. Όταν μια οικονομία εξαρτάται από λίγα περάσματα για εμπορεύματα και δεδομένα, μια διακοπή μπορεί να επηρεάσει πολλές δραστηριότητες ταυτόχρονα. Η ανθεκτικότητα χτίζεται με εναλλακτικές διαδρομές και δυνατότητα αποκατάστασης πριν εμφανιστεί η κρίση. Οι προϋπολογισμοί συντήρησης και η εκπαίδευση τεχνικών έχουν λιγότερη δημόσια προβολή από μια νέα επένδυση, αλλά καθορίζουν αν η υποδομή θα συνεχίσει να εξυπηρετεί την κοινωνία όταν παρουσιαστεί πρόβλημα.

Η Τυνησία αναδεικνύει την πολιτική πλευρά αυτής της συζήτησης. Η Σάρα Γιέρκες αξιολογεί την πενταετία μετά την επέμβαση του προέδρου Καΐς Σαγιέντ στις 25 Ιουλίου 2021, όταν ανέστειλε τη λειτουργία του κοινοβουλίου και απομάκρυνε την κυβέρνηση. Η κίνηση είχε αρχικά σημαντική υποστήριξη μέσα σε συνθήκες πολιτικής παράλυσης και οικονομικής δυσχέρειας. Κατά τη Γιέρκες, η συγκέντρωση εξουσίας περιόρισε δραστικά τη δημοκρατική πρόοδο χωρίς να εκπληρώσει τις υποσχέσεις οικονομικής βελτίωσης. [9]

Η συγγραφέας περιγράφει τη συρρίκνωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, διώξεις αντιπάλων και περιορισμούς στην κοινωνία των πολιτών. Επισημαίνει επίσης ότι οι εξωτερικοί εταίροι έχουν δώσει μεγαλύτερο βάρος στη μετανάστευση και στη συνεργασία ασφαλείας. Η κριτική της συνδέει την οικονομική αποτυχία με την αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου. Θέτει έτσι ένα ευρύτερο ερώτημα για το πώς ελέγχεται η αποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης όταν αποδυναμώνει τους θεσμούς που μπορούν να την αμφισβητήσουν. [9]

Καταστηματάρχης χρησιμοποιεί τον φακό του κινητού του σε διακοπή ρεύματος στην Αριάνα της Τυνησίας, 14 Ιουλίου 2026. Chedly Ben Ibrahim / NurPhoto μέσω Getty Images και Carnegie.

Η οικονομική απογοήτευση μπορεί να δημιουργήσει ζήτηση για αποφασιστική ηγεσία. Η διαρκής συγκέντρωση εξουσίας, όμως, περιορίζει τις δυνατότητες διόρθωσης λαθών. Χωρίς ανεξάρτητη ενημέρωση και ουσιαστικό έλεγχο, οι πολίτες δυσκολεύονται να γνωρίζουν γιατί αποτυγχάνει μια πολιτική και ποιος ευθύνεται. Η λογοδοσία έχει οικονομική σημασία, επειδή επιτρέπει να εντοπίζονται εγκαίρως αποτυχημένες επιλογές και να αναθεωρούνται πριν το κοινωνικό κόστος μεγαλώσει.

Στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο νόμος AGOA αποτελεί ένα ακόμη πεδίο δοκιμής. Προσφέρει εμπορικές προτιμήσεις σε επιλέξιμες αφρικανικές χώρες, διευκολύνοντας την πρόσβαση προϊόντων τους στην αμερικανική αγορά. Η παράτασή του έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028 δίνει χρόνο στις επιχειρήσεις, αλλά διατηρεί σχετικά σύντομο ορίζοντα προγραμματισμού. Η νέα ημερομηνία χρειάζεται να διακρίνεται από την προηγούμενη παράταση έως το τέλος του 2026. [10]

Στη μελέτη τους για το Carnegie, ο Τάιλερ Μπέκελμαν και η Κολόφελο Κούγκλερ εξετάζουν τη μεταρρύθμιση του προγράμματος. Η πρόσβαση στην αγορά χρειάζεται να συνδυάζεται με υποδομές και δυνατότητα παραγωγής, ενώ η αβεβαιότητα γύρω από την ανανέωση αποθαρρύνει μακροχρόνιες επενδύσεις. Μια επιχείρηση δεν μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως μια δασμολογική προτίμηση όταν αντιμετωπίζει ασταθή ηλεκτροδότηση, ακριβές μεταφορές ή ανεπαρκή χρηματοδότηση. Η εμπορική πολιτική αποδίδει περισσότερο όταν εντάσσεται σε ευρύτερη αναπτυξιακή συνεργασία. [11]

Από αυτές τις διαφορετικές περιπτώσεις προκύπτει ένα κοινό κριτήριο αξιολόγησης. Οι συμφωνίες για λιμάνια, ενέργεια, δεδομένα και εμπόριο πρέπει να εξετάζονται με βάση το τι αφήνουν στην οικονομία και στην κοινωνία μετά την υπογραφή τους. Η μεταφορά γνώσης, η δυνατότητα συντήρησης, η πρόσβαση μικρότερων επιχειρήσεων και η διαφάνεια των υποχρεώσεων είναι εξίσου σημαντικές με το ύψος της αρχικής χρηματοδότησης. Αποτελούν στοιχεία πραγματικής διαπραγματευτικής ισχύος για το επόμενο βήμα.

Η πιθανότερη εξέλιξη είναι η παράλληλη εμφάνιση περισσότερων ευκαιριών και περισσότερων πιέσεων. Αυτή είναι εκτίμηση, όχι βεβαιότητα: θα εξαρτηθεί από την πορεία των πολέμων, τη χρηματοδότηση και τις πολιτικές επιλογές. Χώρες που επενδύουν σε λειτουργικές υποδομές και δημόσιο έλεγχο μπορούν να αξιοποιήσουν καλύτερα το διεθνές ενδιαφέρον. Εκεί όπου οι συμφωνίες υπηρετούν κυρίως την επιβίωση της ηγεσίας, η στρατηγική αναβάθμιση μπορεί να συνυπάρξει με επίμονη κοινωνική ανασφάλεια.

Η θέση της Αφρικής στον κόσμο θα κριθεί επομένως και μέσα στις ίδιες τις αφρικανικές χώρες. Στη δυνατότητα να μετατρέπουν πρώτες ύλες σε προϊόντα, να κρατούν ανοικτά τα δίκτυά τους και να ζητούν απαντήσεις από όσους αποφασίζουν. Οι εξωτερικές συνεργασίες αποκτούν διαρκή αξία όταν αυξάνουν αυτή τη δυνατότητα. Το ουσιαστικό μέτρο της επιτυχίας θα είναι αν οι πολίτες αποκτούν μεγαλύτερο έλεγχο στη ζωή τους μαζί με καλύτερες οικονομικές προοπτικές.

Πηγές και φωτογραφίες

Οι αριθμοί στο άρθρο αντιστοιχούν στις ακόλουθες πηγές. Για τη διαδικτυακή συζήτηση του ΔΝΤ αξιοποιήθηκε η συνοδευτική μελέτη, χωρίς απόδοση μη επαληθευμένων δηλώσεων στους συμμετέχοντες. Οι φωτογραφίες προέρχονται από το υλικό που δόθηκε και διατηρούν τα δικαιώματα των αναγραφόμενων δημιουργών και πρακτορείων. Η αναφορά προέλευσης δεν αποτελεί άδεια αναδημοσίευσης.

[1] Andrew Leber και Lesley Anne Warner · The Impacts of the Houthis’ Advance Could Extend Well Beyond Saudi Arabia · 23 Σεπτεμβρίου 2026

[2] Reuters · Yemeni government forces advance to Bab el Mandeb Strait · 5 Οκτωβρίου 2026

[3] Lesley Anne Warner · Domestic and Regional Pressures Strain Ethiopia’s Fragile Peace · 26 Αυγούστου 2026

[4] Reuters · Government forces seize capital of Ethiopia’s Tigray region from rebels · 4 Οκτωβρίου 2026

[5] Eric Lob · Iran and the Horn of Africa Evolving Interests Since the Current Conflict · 5 Αυγούστου 2026

[6] Lesley Anne Warner · Dangote’s Refinery Revolution Is Reverberating Far Beyond Nigeria · 11 Σεπτεμβρίου 2026

[7] Διεθνές Νομισματικό Ταμείο · Unlocking the Potential AI in Sub Saharan Africa · Ιούλιος 2026

[8] Jane Munga · The UN’s AI Agenda Must Prioritize Undersea Cables · 22 Σεπτεμβρίου 2026

[9] Sarah Yerkes · Five Years After His Power Grab Tunisia’s President Has Only Achieved Failure · 5 Αυγούστου 2026

[10] Corporate Council on Africa · CCA Statement on the Renewal of AGOA · Σεπτέμβριος 2026

[11] Tyler Beckelman και Kholofelo Kugler · The Strategic Stakes of AGOA Reform and Renewal · Μάιος 2026

 Επαναχαρτογραφώντας τη θέση της Αφρικής στην παγκόσμια σκηνή

0

Πρόγραμμα Αφρικής του Carnegie — Οκτώβριος 2026

Πριν από την Εβδομάδα Υψηλού Επιπέδου της 81ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, εκπρόσωποι αφρικανικών κυβερνήσεων και παράγοντες του ιδιωτικού τομέα συγκεντρώθηκαν στην Ουάσιγκτον για σημαντικές συζητήσεις πολιτικής. Ενόψει της Γενικής Συνέλευσης, το Πρόγραμμα Αφρικής του Carnegie διοργάνωσε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με τη συμμετοχή του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Διεθνών Σχέσεων και Συνεργασίας της Νότιας Αφρικής, Ζέιν Ντάνγκορ.

Στη συζήτηση συμμετείχαν βασικοί εκπρόσωποι της κυβέρνησης, του ιδιωτικού τομέα και της κοινωνίας των πολιτών, με στόχο μια ειλικρινή αποτίμηση των επιδεινούμενων διμερών σχέσεων ΗΠΑ–Νότιας Αφρικής. Η επίκαιρη αυτή ανταλλαγή απόψεων προσέφερε ουσιαστική εικόνα για το πώς η Νότια Αφρική αντιμετωπίζει τις αυξανόμενες πολιτικές και οικονομικές εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, οι ερευνητές του Προγράμματος Αφρικής έχουν αναλύσει πώς η ήπειρος προσεγγίζει αβέβαιες πολιτικές μεταβάσεις, διαχειρίζεται παγκόσμιους κλυδωνισμούς και αξιοποιεί ευκαιρίες στις αναδυόμενες τεχνολογίες.

Από την προηγούμενη έκδοσή μας, οι ερευνητές μας παρακολουθούν πώς οι επικείμενες διαδοχές στην ηγεσία, οι εσωτερικοί πολιτικοί ανταγωνισμοί και τα περιφερειακά ρήγματα διαμορφώνουν τις αναμετρήσεις για την εξουσία σε ολόκληρη την ήπειρο.

Στο Καμερούν, η επισκέπτρια ερευνήτρια Λέσλι Αν Γουόρνερ εξετάζει το υψηλό διακύβευμα και την αβεβαιότητα γύρω από την παρατεταμένη απουσία του προέδρου Πολ Μπιγιά και την ασαφή κατάσταση της υγείας του. Στρέφοντας την προσοχή της στη Σενεγάλη, αναλύει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στον πρόεδρο Μπασιρού Ντιομάγε Φαγέ και στον πρωθυπουργό Ουσμάν Σονκό, καθώς ενισχύουν τις αντίστοιχες βάσεις υποστήριξής τους ενόψει των επόμενων γενικών εκλογών, που έχουν προγραμματιστεί για το 2029. Τέλος, σε άρθρο για το Just Security, εξετάζει τα εθνικά και περιφερειακά ρήγματα που βρίσκονται πίσω από τις ανανεωμένες εντάσεις μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Αιθιοπίας και του Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου του Τιγκράι.

Οι ευρύτερες συνέπειες της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή έχουν επιδεινώσει τις εσωτερικές και περιφερειακές προκλήσεις της Αφρικής. Καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν κλονίζουν τις αφρικανικές οικονομίες, η Τζέιν Μούνγκα και η πρώην νεότερη ερευνήτρια Τζόρτζια Σέιφερ-Μπράουν αναλύουν πώς η άνοδος του κόστους των καυσίμων στην Κένυα έχει οξύνει διαρθρωτικές οικονομικές αδυναμίες και πολιτικές εντάσεις που προϋπήρχαν του πολέμου.

Σε μια συζήτηση ερωτήσεων και απαντήσεων, η Λέσλι και ο συνεργαζόμενος ερευνητής Άντριου Λίμπερ, του Προγράμματος Μέσης Ανατολής του Carnegie, παρουσιάζουν τις επιπτώσεις της πρόσφατης προέλασης των Χούθι προς το λιμάνι της Μόκα στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό και στην περιφερειακή ασφάλεια.

Απέναντι σε αυτούς τους κλυδωνισμούς, οι χώρες θα χρειαστεί να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο που θα προστατεύει και θα διαφοροποιεί τις ενεργειακές αλυσίδες εφοδιασμού τους. Σε άρθρο της στο World Politics Review, η Λέσλι εξηγεί πώς η ανακοίνωση της αρχικής δημόσιας προσφοράς μετοχών του διυλιστηρίου Dangote θα μπορούσε να μειώσει την εξάρτηση της Αφρικής από τις εισαγωγές καυσίμων, συγκεντρώνοντας τα κεφάλαια που απαιτούνται για τη δημιουργία μιας κοντινής και σταθερής πηγής διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων στην ήπειρο.

Εστιάζουμε επίσης στο πώς η Αφρική μπορεί να αναζητήσει λύσεις απέναντι σε αυτούς τους εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Εάν εφαρμοστούν αποτελεσματικά, εμπορικά πλαίσια όπως η Αφρικανική Ηπειρωτική Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών — AfCFTA θα μπορούσαν να περιορίσουν την ευαλωτότητα της ηπείρου.

Πριν από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο διευθυντής του Προγράμματος Αφρικής του Carnegie, Φοντέ Ακούμ, συντόνισε τη συζήτηση «Unstoppable Africa» της Παγκόσμιας Επιχειρηματικής Πρωτοβουλίας για την Αφρική, με θέμα τον ρόλο του ιδιωτικού τομέα στην πρακτική εφαρμογή της AfCFTA. Για τις χώρες που αναζητούν τρόπους προστασίας από εξωτερικούς κλυδωνισμούς, η υποστήριξη των περιφερειακών δυνάμεων της ηπείρου είναι ζωτικής σημασίας για την εφαρμογή πολυεθνικών πολιτικών.

Οι πολιτικοί και οικονομικοί κλυδωνισμοί έχουν επίσης ενισχύσει τις μεταναστευτικές ροές σε διάφορες αφρικανικές περιοχές, προκαλώντας πολωμένες αντιδράσεις από τοπικούς πληθυσμούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους. Σε συνέντευξή του στο TV5Monde, ο Φοντέ εξηγεί την αντιπαλότητα ανάμεσα σε ορισμένους Νοτιοαφρικανούς και τους μετανάστες. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τις μεταβαλλόμενες μεταναστευτικές δυναμικές στο βόρειο άκρο της Αφρικής, μπορείτε να διαβάσετε πρόσφατο άρθρο του Προγράμματος Μέσης Ανατολής του Carnegie, το οποίο αναλύει τους παράγοντες της παράτυπης μετανάστευσης που απειλούν τις σχέσεις Μαρόκου–Ισπανίας.

Οι αφρικανικές χώρες προσπαθούν να αναπτύξουν τις διεθνείς συνεργασίες που χρειάζονται για να κατευθύνουν την υιοθέτηση αναδυόμενων ψηφιακών τεχνολογιών. Σε άρθρο της στο Tech Policy Press, η Τζέιν εξηγεί γιατί ο πολλαπλασιασμός των διεθνών επιτροπών διακυβέρνησης της τεχνητής νοημοσύνης δεν καταφέρνει να εξαλείψει αποτελεσματικά τα εμπόδια στην υιοθέτησή της στην ήπειρο.

Το Πρόγραμμα Αφρικής, σε συνεργασία με το Τμήμα Αφρικής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, διοργάνωσε διαδικτυακή συζήτηση με τη συμμετοχή του Φοντέ και της Τζέιν για τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης να δώσει ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη της Αφρικής. Η Τζέιν ανέπτυξε περαιτέρω αυτά τα ζητήματα σε ζωντανή ενημέρωση του Africa.Table για τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες της ψηφιακής ανάπτυξης της ηπείρου.

Σχετικά με τον ρόλο των διεθνών συνεργασιών στην ανταλλαγή τεχνολογίας, η Τζέιν συμμετείχε σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης κατά την Επιχειρηματική Σύνοδο του Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην Κένυα. Μαζί με εκπροσώπους της κενυατικής και της αμερικανικής κυβέρνησης, συζήτησε τρόπους ενίσχυσης των συνεργασιών ΗΠΑ–Κένυας γύρω από μια κοινή τεχνολογική υποδομή.

Η κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη και η ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων παραμένουν κεντρικά στοιχεία των ψηφιακών στρατηγικών των Αφρικανών ηγετών. Μέσα από τις παρεμβάσεις της, η Τζέιν έχει αναδείξει τους συστημικούς παράγοντες που ενθαρρύνουν την κατανάλωση αμερικανικών προϊόντων τεχνητής νοημοσύνης στην Αφρική, αντί για την ανάπτυξη καινοτομίας υπό αφρικανική ηγεσία.

Παρουσίασε τις θέσεις της σε συζήτηση του προγράμματος πολιτικής του MEA Institute, συμμετείχε στο Emerging Leaders Forum και μίλησε στο Africa Report για το θέμα. Ενημέρωσε επίσης στελέχη της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας για την τεχνητή νοημοσύνη στην Αφρική. Αργότερα, οι θέσεις της αναφέρθηκαν σε επιστολή προς τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο σχετικά με τις συμφωνίες ανταλλαγής δεδομένων υγείας με αφρικανικές χώρες, με πρωτοβουλία του γερουσιαστή Ράφαελ Γουόρνοκ.

Δηλώσεις της Τζέιν συμπεριλήφθηκαν επίσης σε άρθρο του Lancet για τις ανησυχίες σχετικά με την ιδιωτικότητα και τη διαφάνεια στις πρόσφατες αμερικανικές συμφωνίες ανταλλαγής δεδομένων υγείας. Το άρθρο αξιοποιούσε την ανάλυσή της στο Lawfare, την οποία είχαμε παρουσιάσει σε προηγούμενο ενημερωτικό δελτίο.

Τα ζητήματα ψηφιακών υποδομών και διακυβέρνησης δεδομένων παραμένουν εμπόδια στην ανάπτυξη νέων πλαισίων συνεργασίας. Παρουσιάζοντας τα ευρήματα των δημοσιεύσεών της για τα υποθαλάσσια καλώδια και για την ευρύτερη ανάγκη ανάπτυξης ψηφιακών υποδομών στην Αφρική, η Τζέιν μίλησε στο podcast του Carnegie India και συμμετείχε σε συζήτηση στο Hyperscalers Convergence Africa.

Ο Χάρτης του Μήνα παρουσιάζει το σύνθετο δίκτυο υποθαλάσσιων καλωδίων που συνδέεται με την ήπειρο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη προστασίας αυτού του ζωτικού πυλώνα ψηφιακών υποδομών. Τα διεθνή προβλήματα γύρω από τα υποθαλάσσια καλώδια ενδέχεται να απαιτούν διεθνή λύση, όπως εξηγεί η Τζέιν σε πρόσφατο άρθρο της στο Tech Policy Press.

Οι ερευνητές μας εξετάζουν επίσης το μέλλον της αμερικανικής παρουσίας στην Αφρική, διερευνώντας δυνατότητες ανάπτυξης υποδομών, ενεργειακής ασφάλειας και ανθρωπιστικής βοήθειας.

Σε μελέτη για το Carnegie, η συνεργαζόμενη ερευνήτρια Κέιτι Οθ υποστηρίζει ότι υπάρχει μια σπάνια ευκαιρία διακομματικής υποστήριξης για αμερικανικές πρωτοβουλίες επενδύσεων στην ηλεκτρική ενέργεια στο εξωτερικό. Ωστόσο, αυτές πρέπει να προσαρμοστούν στις προκλήσεις των αναδυόμενων αγορών. Τα έργα αυτά προσφέρουν στην αμερικανική ηγεσία την ευκαιρία να προωθήσει ενεργειακές υποδομές σε αγορές χαμηλού εισοδήματος.

Τον Αύγουστο, ο συνεργαζόμενος ερευνητής Τάιλερ Μπέκελμαν συμμετείχε σε διαδικτυακή συζήτηση του Pacific Council για το μέλλον της αμερικανικής ανθρωπιστικής βοήθειας, έναν χρόνο μετά την κατάρρευση της USAID. Με αφορμή την επέτειο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Φοντέ μίλησε σε εκδήλωση του Brookings με θέμα «τη μεταβαλλόμενη γεωγραφία, τα δίκτυα και τις τεχνολογίες της τρομοκρατίας».

Καθώς ολοκληρώνεται η περίοδος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και ξεκινούν οι προετοιμασίες για τις φθινοπωρινές συνόδους της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τα Φόρουμ του Ασουάν και της Τάνα θα πραγματοποιηθούν επίσης σε μια καθοριστική συγκυρία για την ήπειρο.

Καθώς οι εξελίξεις προχωρούν, θα συνεχίσουμε να αναλύουμε και να ερμηνεύουμε τα σημαντικότερα γεγονότα που επηρεάζουν την Αφρική. Για περισσότερες αναλύσεις χρήσιμες στη χάραξη πολιτικής, ακολουθήστε μας στο LinkedIn και στο X, στον λογαριασμό @AfricaCarnegie.

Βραζιλία: γιατί επιστρέφει ο μπολσοναρισμός και γιατί δυσκολεύεται ο Λούλα

2

Η ακρίβεια, η ανασφάλεια, ο θρησκευτικός συντηρητισμός και η κόπωση από το κυβερνών κόμμα δίνουν προβάδισμα στον Φλάβιο Μπολσονάρο. Ο δεύτερος γύρος, όμως, παραμένει ανοιχτός.

Ο μπολσοναρισμός επέστρεψε στην πρώτη θέση της κάλπης χωρίς τον Ζαΐχ Μπολσονάρο στο ψηφοδέλτιο. Στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών της 4ης Οκτωβρίου, ο γιος του, Φλάβιο Μπολσονάρο, συγκέντρωσε 47,03% των έγκυρων ψήφων, έναντι 45,16% του προέδρου Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα. Η προεδρία θα κριθεί στις 25 Οκτωβρίου. Η διαφορά των 1,87 μονάδων δίνει πολιτική δυναμική στον Φλάβιο, αλλά δεν συνιστά τελική νίκη.

Το αποτέλεσμα αποτυπώνει ένα δύσκολο παράδοξο για τον Λούλα: η κυβέρνησή του καταγράφει κοινωνικές και οικονομικές βελτιώσεις, αλλά δεν έχει πείσει αρκετούς ψηφοφόρους ότι η καθημερινότητά τους βελτιώνεται. Η ακροδεξιά αξιοποιεί αυτό το χάσμα, συνδυάζοντας οικονομική δυσαρέσκεια, φόβο για την εγκληματικότητα, θρησκευτικό συντηρητισμό και τη μακροχρόνια απόρριψη του Κόμματος των Εργαζομένων.

Πρώτα χρειάζεται να διορθωθεί η εντύπωση ότι «ο κόσμος δεν ψηφίζει τον Λούλα». Τον ψήφισαν σχεδόν 53,9 εκατομμύρια άνθρωποι. Διαθέτει τεράστια εκλογική βάση. Αυτό που δεν πέτυχε ήταν να διευρύνει αρκετά τη συμμαχία του ώστε να ξεπεράσει την αντίπαλη παράταξη.

Ούτε «ξαναβγήκε ο Μπολσονάρο». Προηγείται ο Φλάβιο, ενώ ο πατέρας του έχει καταδικαστεί για την απόπειρα πραξικοπήματος μετά την ήττα του το 2022. Η εκλογική αντοχή της οικογένειας δείχνει, ωστόσο, ότι η δικαστική ήττα του ιδρυτή του κινήματος δεν εξαφάνισε την πολιτική του βάση.

Η υποψηφιότητα του γιου διατηρεί το οικογενειακό όνομα και τον πολιτικό συμβολισμό, επιτρέποντας συγχρόνως την προβολή ενός πιο ελεγχόμενου δημόσιου ύφους. Αυτή η επικοινωνιακή διαφοροποίηση δεν αρκεί για να αποδείξει ουσιαστική αλλαγή πολιτικού προγράμματος. Στην ανάλυση του Council on Foreign Relations, η εκλογή περιγράφεται ως επανάληψη της σύγκρουσης του 2022 μέσω ενός άλλου μέλους της οικογένειας.

Η πρώτη αδυναμία του Λούλα βρίσκεται στην οικονομία της καθημερινότητας. Η μείωση της ανεργίας ή η αύξηση του εισοδήματος δεν μεταφράζονται αυτόματα σε αίσθημα ευημερίας. Ο ψηφοφόρος υπολογίζει πόσα χρήματα του απομένουν μετά το φαγητό, τη στέγαση και τις δόσεις. Ακόμη και όταν ο πληθωρισμός επιβραδύνεται, οι τιμές δεν επιστρέφουν στα παλιά επίπεδα.

Αναλύσεις της Folha de S.Paulo και του UOL καταγράφουν αυτή την απόσταση ανάμεσα στους οικονομικούς δείκτες και στην αντίληψη των νοικοκυριών. Η επιβάρυνση από χρέη και η ακρίβεια δυσκολεύουν την κυβέρνηση να μετατρέψει τα επιτεύγματά της σε ψήφους.

Δεν προκύπτει ότι οι ψηφοφόροι απλώς αγνοούν τα στοιχεία. Μπορεί να βιώνουν μια πραγματικότητα που οι μέσοι όροι αποτυπώνουν ανεπαρκώς. Μια νέα θέση εργασίας είναι σημαντική· εάν όμως το εισόδημα απορροφάται από υποχρεώσεις και βασικά έξοδα, η πολιτική ευγνωμοσύνη δεν είναι δεδομένη.

Η δεύτερη αδυναμία είναι η ασφάλεια. Για κατοίκους που αντιμετωπίζουν συμμορίες και οργανωμένο έγκλημα, η υπόσχεση τάξης έχει άμεσο βάρος. Ο Φλάβιο προβάλλει αυστηρή αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ακόμη και μεγάλες φυλακές και χαρακτηρισμό διεθνικών συμμοριών ως τρομοκρατικών οργανώσεων.

Η εκλογική αποτελεσματικότητα αυτών των υποσχέσεων δεν αποδεικνύει ότι θα λειτουργήσουν. Δείχνει ότι απαντούν σε έναν φόβο που η κοινωνική πολιτική δεν αρκεί να κατευνάσει. Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για ανάπτυξη, ενώ ο πολίτης σκέφτεται αν θα επιστρέψει με ασφάλεια στο σπίτι.

Η τρίτη αδυναμία αφορά την πολιτισμική και θρησκευτική μεταβολή της χώρας. Οι ευαγγελικές εκκλησίες αποτελούν δίκτυα κοινότητας, στήριξης και καθημερινής επικοινωνίας, όχι μόνο χώρους λατρείας. Ο μπολσοναρισμός βρήκε εκεί ένα σημαντικό πεδίο πολιτικής κινητοποίησης.

Η El País επισημαίνει ότι ο Ζαΐχ Μπολσονάρο αξιοποίησε έναν προϋπάρχοντα ηθικό συντηρητισμό και μετέφερε τη σύγκρουση σε ζητήματα οικογένειας, αμβλώσεων, ναρκωτικών και φύλου. Ένα μέρος των φτωχών ευαγγελικών ψηφοφόρων, που παλαιότερα υποστήριζαν το κόμμα του Λούλα, συνδέθηκε με αυτόν τον λόγο.

Αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί το χαμηλό εισόδημα δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αριστερή ψήφο. Ο ψηφοφόρος δεν επιλέγει μόνο βάσει οικονομικού συμφέροντος. Επιλέγει και βάσει ταυτότητας, αξιών, φόβου ή εμπιστοσύνης προς πρόσωπα της κοινότητάς του. Οι ευαγγελικοί, πάντως, δεν αποτελούν ενιαίο πολιτικό σώμα.

Η τέταρτη αδυναμία είναι η κόπωση από το Κόμμα των Εργαζομένων και από την ίδια την προσωπικότητα του Λούλα. Στα 80 του διεκδικεί τέταρτη προεδρική θητεία. Η ιστορική του συμβολή στην κοινωνική άνοδο εκατομμυρίων ανθρώπων δεν εγγυάται ότι γίνεται αντιληπτός ως φορέας μελλοντικής ανανέωσης.

Η ερευνήτρια Μάρα Νογκέιρα προτείνει μια χρήσιμη ερμηνεία: η κοινωνική κινητικότητα άλλαξε τις προσδοκίες, ενώ ο λουλισμός συνδέεται περισσότερο με την προστασία προηγούμενων κατακτήσεων παρά με μια νέα υπόσχεση μετασχηματισμού.

Η υπόθεση δεν εξηγεί κάθε ψηφοφόρο. Δείχνει όμως γιατί η υπεράσπιση του παρελθόντος δεν αρκεί ως πρόγραμμα για το μέλλον. Άνθρωποι που ωφελήθηκαν από κοινωνικές πολιτικές μπορεί τώρα να ζητούν καλύτερες υπηρεσίες, μεγαλύτερη ασφάλεια και περισσότερες ευκαιρίες για τα παιδιά τους.

Η πόλωση ενισχύει αυτή τη δυσκολία. Ο πολιτικός επιστήμονας Όλιβερ Στούενκελ, στο Council on Foreign Relations, περιγράφει μια αναμέτρηση στην οποία πολλοί κινητοποιούνται περισσότερο από την απόρριψη της άλλης πλευράς παρά από συγκεκριμένες πολιτικές.

Έτσι, ένας ψηφοφόρος μπορεί να στηρίζει τον Φλάβιο χωρίς να εγκρίνει όλες τις επιλογές της οικογένειας Μπολσονάρο. Μπορεί να τον θεωρεί το αποτελεσματικότερο μέσο για την απομάκρυνση του PT από την εξουσία. Αντίστοιχα, άλλοι ψηφίζουν Λούλα πρωτίστως για να αποτρέψουν την επιστροφή του μπολσοναρισμού.

Τα σκάνδαλα που αγγίζουν τη δικαιοσύνη επιβαρύνουν επίσης το κλίμα. Η Le Monde συνδέει τη δυσαρέσκεια με τις αποκαλύψεις γύρω από σχέσεις ανώτατων δικαστών και του πρώην επικεφαλής της Banco Master.  Η φθορά της εικόνας των θεσμών μπορεί να ωφελεί την αντισυστημική ρητορική. Δεν ακυρώνει αυτομάτως τη δικαστική κρίση για τον Ζαΐχ Μπολσονάρο.

Η διεθνής διάσταση είναι πραγματική, αλλά δεν εξηγεί μόνη της το αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει εκδηλώσει πολιτική στήριξη προς την οικογένεια Μπολσονάρο. Το Brookings καταγράφει δασμούς και άλλες αμερικανικές πιέσεις συνδεδεμένες με τη δικαστική υπόθεση του πρώην προέδρου.

Αυτή η στήριξη ενισχύει την πρόσβαση και τον συμβολισμό του Φλάβιο. Μπορεί, όμως, να δώσει στον Λούλα επιχειρήματα υπέρ της εθνικής κυριαρχίας. Η παρέμβαση μιας ξένης κυβέρνησης δεν παράγει αναγκαστικά το αποτέλεσμα που επιθυμεί, ούτε υποκαθιστά τις εσωτερικές αιτίες της ψήφου.

Η πετρελαϊκή συμφωνία με την NABEP δείχνει την αμερικανική επιδίωξη ισχυρότερης επιρροής στους ενεργειακούς πόρους. Χρειάζεται όμως προσοχή: Ο Λευός Οίκος μιλά για παραχώρηση 100 ετών, ενώ η ανάλυση του Πανεπιστημίου Columbia καταγράφει ότι η PDVSA περιγράφει ανανεώσιμη σύμβαση 25 ετών.

Μια νίκη του Φλάβιο θα ευνοούσε στενότερη πολιτική σχέση με την Ουάσιγκτον, αλλά δεν θα εξαφάνιζε τα εμπορικά συμφέροντα της Βραζιλίας με άλλες δυνάμεις ούτε τις εσωτερικές της αντιθέσεις.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές υποδέχθηκαν θετικά την επίδοση του Φλάβιο, σύμφωνα με το Reuters, προσδοκώντας περισσότερο προσανατολισμένη στην οικονομική πολιτική της αγοράς.   Η αντίδραση αυτή δείχνει τις προσδοκίες των επενδυτών.

 Ο Φλάβιο εισέρχεται στον δεύτερο γύρο με προβάδισμα. Προηγείται στην κάλπη και μπορεί να διεκδικήσει ψηφοφόρους άλλων δεξιών υποψηφίων. Αναλυτές του Americas Quarterly τον θεωρούν φαβορί, επισημαίνοντας συγχρόνως τις αντιθέσεις και τα εμπόδια μιας ενδεχόμενης διακυβέρνησής του.

Δεν είναι ασφαλές να προβλεφθεί βέβαιη νίκη. Οι ψήφοι δεν μεταφέρονται αυτόματα με τις υποδείξεις των κομμάτων. Η συμμετοχή μπορεί να αλλάξει, ενώ απομένουν τρεις εβδομάδες αντιπαράθεσης, συμμαχιών και πιθανών ανατροπών. Για ακριβέστερη πρόβλεψη χρειάζονται νέες έρευνες δεύτερου γύρου και στοιχεία για τις μετακινήσεις των ψηφοφόρων.

Ο Λούλα έχει δρόμο ανατροπής εάν συνδυάσει την υπεράσπιση της δημοκρατίας με πειστικές απαντήσεις για το κόστος ζωής, τα χρέη και την ασφάλεια. Μόνη η επίκληση της απειλής της ακροδεξιάς δεν φαίνεται αρκετή. Ο Φλάβιο, αντίστοιχα, χρειάζεται να διατηρήσει την ενότητα της δεξιάς και να πείσει ανθρώπους που επιθυμούν αλλαγή αλλά φοβούνται μια νέα θεσμική σύγκρουση.

Η αναμέτρηση δείχνει ότι η κοινωνική βελτίωση δεν εξασφαλίζει από μόνη της πολιτική εμπιστοσύνη. Οι ψηφοφόροι κρίνουν και την καθημερινή ασφάλεια, την ταυτότητά τους, τις προσδοκίες τους και το ποιος θεωρούν ότι τους ακούει. Ο μπολσοναρισμός προσαρμόστηκε στην απουσία του ιδρυτή του. Ο Λούλα πρέπει τώρα να δείξει ότι η εμπειρία του μπορεί να παράγει και μια πειστική νέα αρχή.

Ο επικίνδυνος μύθος πίσω από τις κυβερνοεπιθέσεις πρακτόρων τεχνητής νοημοσύνης

0

 

Δεν πρόκειται απλώς για κενά στην κυβερνοασφάλεια, αλλά για προβλήματα στον τρόπο εκπαίδευσης των μοντέλων.

Financial Times

Του Γιόσουα Μπέντζιο

Ο συντάκτης είναι καθηγητής Πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ και συμπρόεδρος της LawZero.

Γνωρίζουμε πλέον ότι κορυφαίες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης ερευνούν δεκάδες χιλιάδες περιπτώσεις στις οποίες πράκτορες προέβησαν σε ανεπιθύμητες ενέργειες, ορισμένες από τις οποίες θα θεωρούνταν εγκλήματα αν είχαν διαπραχθεί από άνθρωπο.

Μετά την επίθεση στην Hugging Face αυτό το καλοκαίρι από πράκτορες της OpenAI και την πρόσφατη παραβίαση της εθνικής βάσης δεδομένων υγειονομικής περίθαλψης της Αυστραλίας, ένας επικίνδυνος μύθος έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος: ότι αυτά τα περιστατικά είναι απλώς προβλήματα κυβερνοασφάλειας και ότι η αναβάθμιση της ασφάλειας των απομονωμένων περιβαλλόντων, των λεγόμενων «sandboxes», στα οποία εκπαιδεύονται τα μοντέλα, θα απέτρεπε μελλοντικές παραβιάσεις.

Αυτή η στενή οπτική παραβλέπει τις επιστημονικές τάσεις. Οι αδύναμες κυβερνοάμυνες, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου παράγοντα, αποτελούν μέρος του προβλήματος και δεν θα είναι ποτέ τέλειες. Αν όμως δεν αντιμετωπίσουμε τα βαθύτερα αίτια των παραβιάσεων, αυτές πιθανότατα θα αυξηθούν σε αριθμό και σοβαρότητα καθώς εξελίσσονται οι δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης.

Στον πυρήνα όλων αυτών των περιστατικών βρίσκεται η έλλειψη ευθυγράμμισης. Οι πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης επιλέγουν στόχους που δεν ευθυγραμμίζονται με εκείνους των ανθρώπων, ως συνέπεια της εκπαίδευσής τους.

Η μεθοδολογία που χρησιμοποιούν σήμερα οι κορυφαίες εταιρείες για να εκπαιδεύσουν τα πιο προηγμένα μοντέλα τους ονομάζεται ενισχυτική μάθηση. Εκπαιδεύει τα μοντέλα να επιδιώκουν στόχους: λαμβάνουν ανταμοιβές όταν επιτυγχάνουν και αυτές οι συμπεριφορές ενισχύονται. Ιστορικά, έχει επιτρέψει την εκπαίδευση εξαιρετικά αποτελεσματικών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης που επιδιώκουν συγκεκριμένους στόχους.

Είναι όμως και ένας πιθανός μηχανισμός που οδηγεί σε ανεπιθύμητες συμπεριφορές, όπως η εξαπάτηση, η παραπλάνηση και η αυτοσυντήρηση — συχνά κατά παράβαση των ηθικών κανόνων που οι εταιρείες επιχειρούν να ενσωματώσουν στα μοντέλα.

Η επιστημονική βιβλιογραφία έχει δείξει εδώ και καιρό πώς η έλλειψη ευθυγράμμισης προκύπτει ως συνέπεια της ενισχυτικής μάθησης. Ήταν κάτι αναμενόμενο βάσει θεωρητικών επιχειρημάτων και πειραματικών παρατηρήσεων.

Στα πρόσφατα περιστατικά παραβίασης είδαμε μια σύγκρουση ανάμεσα στην αποστολή που ανατέθηκε στους πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης και στους κανόνες ασφαλείας που είχαν εκπαιδευτεί να ακολουθούν. Στο περιστατικό της Hugging Face, κανένας από τους 1.200 εμπλεκόμενους πράκτορες δεν ενημέρωσε τους ανθρώπινους μηχανικούς για την εξαπάτηση και τις παράνομες ενέργειες που βρίσκονταν σε εξέλιξη, παρότι γνώριζαν ότι αυτές παραβίαζαν τις οδηγίες ασφαλείας.

Οι τάσεις έλλειψης ευθυγράμμισης ήταν πιο ακίνδυνες στο παρελθόν, όταν η τεχνητή νοημοσύνη είχε περιορισμένες δυνατότητες και τα chatbot δυσκολεύονταν να ολοκληρώσουν ακόμη και μια πρόταση. Με τον σημερινό ρυθμό προόδου, αποτελούν σοβαρότερη απειλή.

Αυτή η παρατήρηση αντιφάσκει με μια ακόμη αμφισβητήσιμη πεποίθηση: ότι η βελτίωση των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης θα διορθώσει την έλλειψη ευθυγράμμισης. Τα προηγούμενα στοιχεία και τα θεωρητικά επιχειρήματα υποδεικνύουν ότι, αντιθέτως, μπορεί να ενισχύσει τις ανεπιθύμητες συμπεριφορές, καθιστώντας τα συστήματα υπερβολικά αποτελεσματικά στη βελτιστοποίηση ενός λανθασμένου στόχου.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται πλήρως πόσο μακριά και πόσο γρήγορα ωθούν οι κορυφαίες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης τις δυνατότητες των πιο προηγμένων μοντέλων τους. Από το 2024, τα μοντέλα έχουν βελτιωθεί δραστικά στη συλλογιστική. Αυτό έχει οδηγήσει σε εντυπωσιακά αποτελέσματα στα μαθηματικά και προσφέρει τεράστιες δυνατότητες για επιστημονικές ανακαλύψεις.

Η άλλη όψη είναι ότι καθιστά τα μοντέλα πολύ πιο αποτελεσματικά και σε τομείς κρίσιμους για την ασφάλεια, όπως η κυβερνοασφάλεια και η βιολογία. Σκεφτείτε ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που θα μείωνε σημαντικά τα εμπόδια στη δημιουργία, την απόκτηση ή τη μετατροπή επικίνδυνων βιολογικών παραγόντων σε όπλα.

Αν οι κορυφαίοι δημιουργοί συνεχίσουν αυτή την πορεία χωρίς να διορθώσουν τη διαδικασία εκπαίδευσης που παράγει τέτοιους μη ευθυγραμμισμένους στόχους —και επιτρέπει, μεταξύ άλλων, καταστροφική κακόβουλη χρήση— η δημιουργικότητα και η ισχύς των μοντέλων τους θα οδηγούν σε ολοένα συχνότερες και σοβαρότερες επιπτώσεις.

Φυσικά, η κυβερνοανθεκτικότητα και η παρακολούθηση πρέπει να ενισχυθούν. Ωστόσο, θα πρόκειται πάντα για ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού, εάν οι εταιρείες συνεχίσουν να αναπτύσσουν ολοένα ισχυρότερα μοντέλα που δεν γνωρίζουμε πώς να ελέγχουμε αξιόπιστα.

Οι οργανισμοί θα πρέπει συνεχώς να προσαρμόζονται στις νεότερες και πιο εξελιγμένες επιθέσεις και να αντιδρούν αφού έχει ήδη προκληθεί η ζημιά. Επιπλέον, ακόμη κι αν μια γραμμή κυβερνοάμυνας είναι θεωρητικά τέλεια, οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να εμπλέκονται και μπορούν να επηρεαστούν, να πειστούν, να εξαγοραστούν ή να εκβιαστούν.

Μια πρόσφατη μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, τη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Λονδίνου και το Ινστιτούτο Ασφάλειας Τεχνητής Νοημοσύνης του Ηνωμένου Βασιλείου διαπίστωσε ότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για συνομιλία ήταν συστηματικά πιο πειστικά από ανθρώπους με εξειδίκευση στην πειθώ.

Πρέπει, επομένως, να αντιμετωπίσουμε τα βαθύτερα αίτια αυτών των αυξανόμενων κινδύνων. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει ακόμη και την απαγόρευση εκπαίδευσης μη ευθυγραμμισμένων μοντέλων, μέσω ρυθμίσεων που θα την αποκλείουν μέχρι να αποδειχθεί ότι είναι ασφαλή.

Τα ισχυρότερα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως άλλες κρίσιμες τεχνολογίες, μεταξύ αυτών η ιατρική, η αεροπορία και η πυρηνική ενέργεια.

Η εργασία μου με οδηγεί στην πεποίθηση ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε ιδιαίτερα ικανή και αξιόπιστη τεχνητή νοημοσύνη, αναπτύσσοντας συστήματα χωρίς δικές τους προτιμήσεις και συναφείς στόχους. Πρέπει να αρνηθούμε να αποδεχθούμε άκριτα ολοένα ισχυρότερα αυτόνομα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που δεν ελέγχουμε. Δεν έχουμε πλέον την επιλογή να στρουθοκαμηλίζουμε.

Financial Times

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν χρειάζεται «υπερνοημοσύνη» ή κακόβουλη πρόθεση για να προκαλέσει πυρηνικό πόλεμο

0

Των Πολ Σλόβικ και Χέρμπερτ Λιν
Ανάλυση — 2 Οκτωβρίου 2026

Τα σημερινά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν πυρηνικό πόλεμο, ενισχύοντας τα τυφλά σημεία της ανθρώπινης σκέψης, επιταχύνοντας τους κύκλους κλιμάκωσης και κατακλύζοντας τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων με πληροφορίες κατά τη διάρκεια κρίσεων με τεράστιο διακύβευμα.
Εικονογράφηση: François Diaz-Maurin. Αρχικές εικόνες: Λευκός Οίκος και canva.com.

Όταν ο ερευνητής τεχνητής νοημοσύνης Τζέικομπ Κόξον ανακοίνωσε αυτόν τον μήνα την παραίτησή του από την Anthropic, προειδοποίησε ότι άνθρωποι στις εταιρείες που ανταγωνίζονται για την ανάπτυξη αυτοβελτιούμενης υπερνοημοσύνης «πιστεύουν ειλικρινά ότι αυτή θα μπορούσε να μας σκοτώσει όλους μέχρι το τέλος της δεκαετίας». Τέτοιες προειδοποιήσεις εντείνουν τους φόβους ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να ξεφύγει από τον ανθρώπινο έλεγχο και να ξεκινήσει πυρηνικό πόλεμο χωρίς ανθρώπινη εξουσιοδότηση.

Παρότι η υπερνοημοσύνη δεν έχει οριστεί με ακρίβεια, οι δημιουργοί συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης συμφωνούν ότι δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Ωστόσο, τα σημερινά συστήματα μπορούν να προκαλέσουν πυρηνικό πόλεμο ακόμη κι αν οι άνθρωποι παραμένουν, τυπικά, υπεύθυνοι. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν χρειάζεται να εκτοξεύσει κάποιο όπλο, να προτείνει ένα πλήγμα ή να έχει πρόθεση να προκαλέσει βλάβη. Η συνηθισμένη ανθρώπινη επιρρέπεια σε σφάλματα —ενισχυμένη από τις μηχανές— μπορεί να αρκεί για να οδηγήσει στην καταστροφή.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διαμορφώνει τις πληροφορίες που φτάνουν στους ηγέτες, οι οποίοι ήδη δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου. Μπορεί να ενεργοποιεί γνωστές αδυναμίες της ανθρώπινης κρίσης, οι οποίες επιδεινώνονται από ψευδή, παραπλανητικά ή αποκομμένα από το πλαίσιο αποτελέσματα των μηχανών και ενισχύονται από την ταχύτητα, την κλίμακα και τον όγκο των πληροφοριών που παράγει η τεχνητή νοημοσύνη.

Ακόμη και ακριβείς πληροφορίες μπορούν να ερμηνευτούν λανθασμένα ή απερίσκεπτα όταν παρουσιάζονται χωρίς το κατάλληλο πλαίσιο. Τα σφάλματα και οι ασάφειες που εισάγει η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να επιδεινώσουν την κατάσταση.

Για να προκύψει μια καταστροφή δεν απαιτείται ούτε εξαιρετική μηχανική νοημοσύνη ούτε κακόβουλη πρόθεση. Για να αποτραπεί ένας πυρηνικός πόλεμος, πρέπει να θεσπιστούν θεσμικές δικλίδες ασφαλείας που θα προστατεύουν τους ηγέτες από τις χειρότερες παρορμήσεις τους, ακόμη και όταν η τεχνητή νοημοσύνη τούς πιέζει να δράσουν.

Ηθικός σχετικισμός. Μια σημαντική αδυναμία, το ψυχικό μούδιασμα, προκύπτει όταν βασιζόμαστε στα συναισθήματα για να αναγνωρίσουμε έναν κίνδυνο και να ανταποκριθούμε σε αυτόν. Τα ανθρώπινα συναισθήματα δεν αυξάνονται ανάλογα με τον αριθμό των ανθρώπων που υποφέρουν. Μερικές φορές, μάλιστα, η ανησυχία μειώνεται καθώς οι αριθμοί μεγαλώνουν.

Οι άνθρωποι μπορούν να αντιλαμβάνονται ένα εκατομμύριο θανάτους ψυχρά, ως έναν αριθμό, χωρίς να κατανοούν την πραγματικότητα των χαμένων ζωών που αυτός αντιπροσωπεύει. Η φράση «ο θάνατος ενός ανθρώπου είναι τραγωδία, ενώ ο θάνατος εκατομμυρίων είναι στατιστική» αποτυπώνει το θεμελιώδες πρόβλημα του ψυχικού μουδιάσματος.

Η ανθρώπινη προσοχή είναι επίσης εξαιρετικά περιορισμένη. Η διάσωση στρατιωτών, η αναχαίτιση μιας επίθεσης ή ο τερματισμός ενός πολέμου μπορούν να κυριαρχήσουν στη σκέψη των υπευθύνων λήψης αποφάσεων. Πρόκειται για θεμιτούς στόχους, αλλά δεν είναι οι μόνοι σημαντικοί: η αποτροπή μιας παγκόσμιας καταστροφής είναι, αναμφίβολα, πολύ σημαντικότερη.

Ενώ τα άμεσα οφέλη είναι εύκολο να τα φανταστεί κανείς και έχουν ισχυρό συναισθηματικό αντίκτυπο, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου —κλιματικές μεταβολές, καταστροφή της γεωργίας, μαζικός εκτοπισμός πληθυσμών και λιμός, καθώς και πλήρης κατάρρευση της υγειονομικής περίθαλψης και άλλων υπηρεσιών παγκοσμίως— συχνά μοιάζουν υπερβολικά αόριστες και συναισθηματικά μακρινές για να γίνουν επαρκώς κατανοητές. Κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, αυτές οι μακροπρόθεσμες απειλές μπορούν εύκολα να επισκιαστούν από πιο άμεσες προτεραιότητες.

Σε ένα πρόσφατο πείραμα μέσω έρευνας, στο οποίο συμμετείχαν σχεδόν 3.000 ενήλικοι Αμερικανοί, οι ερευνητές περιέγραψαν έναν υποθετικό χερσαίο πόλεμο με το Ιράν, τον οποίο οι ΗΠΑ μπορούσαν να κερδίσουν. Σε αυτό το σενάριο, ένα πυρηνικό πλήγμα σε μεγάλη πόλη προσέφερε ταχύτερο τερματισμό του πολέμου, χωρίς άλλους θανάτους Αμερικανών στρατιωτών.

Το πείραμα εξέτασε δύο διαφορετικά σενάρια χρήσης πυρηνικού όπλου για τον τερματισμό του πολέμου: ένα πλήγμα που θα σκότωνε 100.000 Ιρανούς αμάχους και ένα που αναμενόταν να σκοτώσει δύο εκατομμύρια αμάχους. Κάθε συμμετέχων είδε μόνο τη μία από τις δύο πυρηνικές επιλογές.

Η υποστήριξη των ερωτηθέντων προς την πυρηνική επιλογή, αντί της συνέχισης του χερσαίου πολέμου, ήταν σχεδόν ίδια: 31,6% για το σενάριο των 100.000 νεκρών, έναντι 27,6% για το σενάριο των δύο εκατομμυρίων — παρά την εικοσαπλάσια διαφορά στον αριθμό των θανάτων.

Εδώ βλέπουμε το ψυχικό μούδιασμα στην πράξη: πέρα από ένα ορισμένο μέγεθος, οι μεγαλύτεροι αριθμοί νεκρών παύουν να γίνονται αντιληπτοί ως μεγαλύτεροι.

Αργότερα στην ίδια μελέτη, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να επανεξετάσουν την απόφασή τους, βλέποντας τις δύο πυρηνικές επιλογές δίπλα δίπλα. Η υποστήριξη για την επιλογή των δύο εκατομμυρίων νεκρών κατέρρευσε στο 5,1%, δείχνοντας ότι η άμεση σύγκριση μπορεί να περιορίσει το ψυχικό μούδιασμα.

Το μούδιασμα, όμως, δεν εξαφανίστηκε — μετατοπίστηκε. Η υποστήριξη για κάποια πυρηνική επιλογή, κυρίως για το πλήγμα των 100.000 νεκρών, αυξήθηκε στο 40%. Η επιλογή των δύο εκατομμυρίων νεκρών έκανε τους 100.000 θανάτους να φαίνονται συγκριτικά πιο ελκυστικοί, παρότι αυτή η επίσης καταστροφική επιλογή είχε προηγουμένως απορριφθεί από μεγάλο μέρος των συμμετεχόντων.

Η μελέτη δείχνει ότι τα ηθικά συναισθήματα ενισχύουν την επιλογή χρήσης πυρηνικών όπλων. Μια επιλογή που εκλαμβάνεται ως «προστασία των Αμερικανών στρατιωτών» ή «τιμωρία ενός επιτιθέμενου» μπορεί να κάνει τη χρήση πυρηνικών όπλων να φαίνεται ενάρετη, ακόμη και χωρίς σύγκριση με κάποια άλλη επιλογή.

Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν επίσης πώς τα συναισθήματα και το σύνολο των διαθέσιμων επιλογών διαμορφώνουν τις κρίσεις και, τελικά, τις αποφάσεις. Παρόμοιοι τρόποι σκέψης παρατηρήθηκαν στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και σε άλλους πολέμους του παρελθόντος. Η συνεχιζόμενη αναθεώρηση του Πενταγώνου, η οποία επιδιώκει να προσφέρει στον πρόεδρο «περισσότερες επιλογές» για τη χρήση πυρηνικών όπλων σε μια κρίση, κινδυνεύει να μειώσει ακόμη περισσότερο το κατώφλι πυρηνικής χρήσης.

Η υποστήριξη των πυρηνικών επιλογών που παρατηρήθηκε στα πειράματά μας δεν προϋπέθετε ψευδείς πληροφορίες. Οι συμμετέχοντες έλαβαν σαφείς εκτιμήσεις για τον αριθμό των θυμάτων. Παρ’ όλα αυτά, οι επιλογές τους παρουσίασαν ψυχικό μούδιασμα σε ορισμένα σενάρια. Σε άλλα, η στρέβλωση πήρε διαφορετική μορφή, όταν οι συγκρίσεις δημιούργησαν τη νοοτροπία μιας «καλύτερης πυρηνικής βόμβας».

Αυτό έχει σημασία για την τεχνητή νοημοσύνη: η βελτίωση της ακρίβειας των πληροφοριών που μεταφέρει σε έναν υπεύθυνο λήψης αποφάσεων δεν μπορεί, από μόνη της, να εξασφαλίσει ότι ο ανθρώπινος πόνος που αντιπροσωπεύουν αυτά τα στοιχεία θα λάβει την κατάλληλη βαρύτητα. Τα πειράματα δείχνουν ότι σοβαρές στρεβλώσεις στην κρίση και στη λήψη αποφάσεων μπορούν να εμφανιστούν ακόμη και όταν οι πληροφορίες είναι ακριβείς.

Τώρα προσθέστε την πίεση της τεχνητής νοημοσύνης. Προειδοποιήσεις, εικόνες, αναφορές και ερμηνείες μπορούν πλέον να φτάνουν ταχύτερα απ’ όσο οι άνθρωποι είναι σε θέση να τις επεξεργαστούν. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να είναι ψευδείς, αμφίσημες ή ακριβείς. Έχει ήδη περιγραφεί πώς η υποβάθμιση αυτού του πληροφοριακού περιβάλλοντος μέσω της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να αυξήσει τον πυρηνικό κίνδυνο.

Ας εξετάσουμε μια υποθετική στρατιωτική άσκηση.

Η τεχνητή νοημοσύνη εντοπίζει σωστά ότι κινητοί εκτοξευτές πυραύλων μετακινούνται. Ο αξιωματούχος που λαμβάνει αυτή την πληροφορία, αβέβαιος αλλά ανήσυχος, ερμηνεύει τη μετακίνηση ως πιθανή προετοιμασία επίθεσης και αυξάνει προληπτικά τη στρατιωτική ετοιμότητα.

Ο αντίπαλος παρατηρεί αυτές τις προετοιμασίες και λαμβάνει τις δικές του προφυλάξεις. Η τεχνητή νοημοσύνη εντοπίζει αυτές τις κινήσεις, οι οποίες φαίνεται να επιβεβαιώνουν την αρχική υποψία. Οι προσπάθειες κάθε πλευράς να προστατεύσει τον εαυτό της κάνουν την άλλη να αισθάνεται λιγότερο ασφαλής.

Πρόκειται για μια σπείρα κλιμάκωσης — αυτό που οι θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων αποκαλούν δίλημμα ασφάλειας, το οποίο όμως αυτή τη φορά εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο. Δεν χρειάζεται κανείς να κατασκευάσει την αρχική παρατήρηση. Η ορθή αναφορά των γεγονότων μπορεί να διαιωνίζει μια λανθασμένη ερμηνεία των προθέσεων. Η σκόπιμη παραπλάνηση μπορεί να επιδεινώσει τη διαδικασία, αλλά αρκεί μια αθώα παρατήρηση που παρερμηνεύεται για να δημιουργηθεί αυτή η κλιμάκωση.

Η δυσπιστία δυσκολεύει τη διόρθωση. Ένας ηγέτης μπορεί να αμφιβάλλει για μια προειδοποίηση, αλλά να φοβάται τις συνέπειες αν την αγνοήσει. Μια διαβεβαίωση του αντιπάλου μπορεί να απορριφθεί ως παραπλάνηση. Η λογική «καλύτερα να προφυλαχθούμε παρά να το μετανιώσουμε» μπορεί να δικαιολογήσει μια ενέργεια χωρίς να εξεταστεί επαρκώς ο κίνδυνος που δημιουργεί η υποτιθέμενη ασφαλής επιλογή.

Στο μεταξύ, οι πληροφορίες που παράγει η τεχνητή νοημοσύνη απορροφούν χρόνο από τη διαδικασία αξιολόγησης και λήψης αποφάσεων. Χρειάζεται χρόνος για να απορριφθούν οι ψευδείς πληροφορίες και να επαληθευτεί ότι οι υπόλοιπες είναι αληθείς.

Ακόμη και όταν οι πληροφορίες είναι σωστές, η πίεση χρόνου μπορεί να αυξήσει το άγχος και να μεταβάλει τη συναισθηματική κατάσταση εκείνων που τις επεξεργάζονται. Υπό χρονική πίεση, η αξιολόγηση κινδύνων και οφελών βασίζεται επίσης περισσότερο σε μια επιφανειακή, συνολική αίσθηση ότι κάτι είναι θετικό ή αρνητικό.

Η βιασύνη δεν αυξάνει πάντοτε την αντίληψη του κινδύνου. Σε ένα κλίμα δυσπιστίας και καχυποψίας, όμως, είναι πιθανό να το κάνει.

Το χάσμα ενσυναίσθησης μεταξύ «θερμής» και «ψυχρής» κατάστασης προσθέτει ακόμη μία αδυναμία.

Όταν είναι ήρεμοι, οι άνθρωποι τείνουν να υποτιμούν το πόσο ο φόβος και ο θυμός θα αλλάξουν τις προτιμήσεις τους. Στο πλαίσιο μιας πυρηνικής κρίσης, αυτό δημιουργεί μια ανησυχητική πιθανότητα: η αυτοσυγκράτηση που υποστηρίζεται εκ των προτέρων, σε ήρεμες συνθήκες, μπορεί να εγκαταλειφθεί όταν η καθυστέρηση φαίνεται να ενέχει τον κίνδυνο αφόρητων απωλειών.

Ένας ηγέτης μπορεί τότε να βιώσει την κλιμακούμενη αντιπαράθεση ως άμεση και σοβαρή απειλή και να θεωρήσει τη χρήση πυρηνικών όπλων διέξοδο ή προληπτική αναγκαιότητα. Δυστυχώς, υπό συνθήκες «θερμής» σκέψης, που καθοδηγείται από έντονα συναισθήματα, προσωπική εμπλοκή, ανησυχία για την ιστορική υστεροφημία, υψηλό διακύβευμα ή ασυνείδητες προκαταλήψεις, ο ηγέτης είναι πιθανότερο να δώσει προτεραιότητα στην άμεση προστασία της ασφάλειας παρά στη συνολική μοίρα της χώρας και του κόσμου.

Η άμεση προστασία κυριαρχεί στην προσοχή. Ο ευρύτερος ανθρώπινος πόνος παραμένει αφηρημένος και πιθανότατα εκτός σκέψης, παρά τη σημασία του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε κάποτε δικαιολογήσει το πυρηνικό δόγμα της Ρωσίας αμφισβητώντας την αξία ενός κόσμου στον οποίο η Ρωσία θα είχε καταστραφεί από πυρηνικά όπλα.

Η απαίτηση ανθρώπινης εξουσιοδότησης δεν διορθώνει, από μόνη της, αυτές τις στρεβλώσεις. Τα κρίσιμα ερωτήματα είναι ποια στοιχεία ελέγχθηκαν, ποιες ερμηνείες αμφισβητήθηκαν, πώς καθορίστηκαν τα χρονικά περιθώρια και αν τα προσδοκώμενα οφέλη παραμέρισαν την εξέταση της μεγαλύτερης βλάβης που θα ακολουθούσε.

Θεσμικές δικλίδες ασφαλείας. Οι αδυναμίες της ανθρώπινης κρίσης είναι καλά τεκμηριωμένες και η ανησυχία για την προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη αυξάνεται. Η επίγνωση, όμως, δεν αρκεί για να αποτρέψει μια σπείρα κλιμάκωσης. Μια μηχανή μπορεί να κατακλύσει τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων με πληροφορίες —άλλες αληθείς, άλλες ψευδείς— τις οποίες δυσκολεύονται να αξιολογήσουν, αλλά αισθάνονται υποχρεωμένοι να ενεργήσουν βάσει αυτών. Σε μια κρίση, αυτή η πίεση θα μπορούσε να κάνει ένα πυρηνικό πλήγμα να φαίνεται αναγκαίο. Η μηχανή δεν χρειάζεται ποτέ να απλώσει το χέρι στο κουμπί.

Η αντιμετώπιση ξεκινά με την αναγνώριση μιας ψυχολογικής πραγματικότητας: όλοι οι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων των ηγετών, έχουν γνωστικά τυφλά σημεία που στρεβλώνουν τη συλλογιστική τους γύρω από καταστροφικά γεγονότα. Πρέπει να δημιουργήσουμε θεσμικές δικλίδες ασφαλείας που θα προστατεύουν τους ηγέτες από τις χειρότερες παρορμήσεις τους — και να τις τηρούμε ακόμη κι όταν η πίεση αυξάνεται ή οι ίδιοι επιθυμούν να τις παρακάμψουν. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αλλά μόνο ως εργαλείο που υπάγεται σε αυτό, όχι ως υποκατάστατό του.

Όταν χρησιμοποιείται με αυτόν τον τρόπο, η υποστήριξη λήψης αποφάσεων μέσω τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αναλύει δεδομένα στόχευσης πολύ ταχύτερα από τους ανθρώπινους αναλυτές. Ο χρόνος που εξοικονομείται πρέπει να αξιοποιείται για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το δίκαιο των ένοπλων συγκρούσεων, καθώς η παραβίασή του μπορεί από μόνη της να δώσει στην άλλη πλευρά λόγους κλιμάκωσης.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί επίσης να βοηθά τους αναλυτές να ερμηνεύουν δεδομένα από αισθητήρες. Οι ερμηνείες της, όμως, μπορεί να είναι λανθασμένες και πρέπει να διατηρεί τους αναλυτές ενήμερους για αυτή την πιθανότητα. Ένα βυτιοφόρο καυσίμων δίπλα σε έναν πύραυλο θα μπορούσε να αναφερθεί από ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης ως ένδειξη «ανεφοδιασμού» ή «προετοιμασίας για εκτόξευση». Ο δεύτερος, πιο κατηγορηματικός ισχυρισμός ενέχει τον κίνδυνο να αγκιστρώσει όλες τις επόμενες αξιολογήσεις σε ένα λανθασμένο συμπέρασμα.

Δικλίδες ασφαλείας που οι ηγέτες πράγματι τηρούν υπό πίεση και τεχνητή νοημοσύνη που διευρύνει, αντί να περιορίζει, όσα εξετάζουν οι άνθρωποι μπορούν να συμβάλουν σε έναν γενικότερο στόχο: τη συνεχή και ουσιαστική μείωση της πιθανότητας πυρηνικού πολέμου.

Ο Ρίτσαρντ Γκάρουιν αναγνώρισε τη μείωση του κινδύνου ως μηχανισμό για την αποφυγή ενός, μακροπρόθεσμα, βέβαιου Αρμαγεδδώνα — μια προσπάθεια που αξίζει να επιδιωχθεί, είτε ο στόχος είναι η κατάργηση των πυρηνικών όπλων είτε όχι. Τόσο οι υποστηρικτές της κατάργησης όσο και όσοι αμφιβάλλουν για αυτήν μπορούν να ξεκινήσουν τώρα.

thebulletin.org

Αποκλειστικό Breitbart— Πρόεδρος της Κύπρου: «Δεν υπάρχει όριο» στις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ — Ο Τραμπ έχει «μοναδικό πλεονέκτημα» στις διαπραγματεύσεις, επειδή «ξέρεις πού βρίσκεσαι» μαζί του

0

Του Μάθιου Μπόιλ — Breitbart News
4 Οκτωβρίου 2026 — Νέα Υόρκη

Φωτογραφία: Γραφείο του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ — Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, δήλωσε σε αποκλειστική συνέντευξη στο Breitbart News, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διαθέτει ένα «μοναδικό πλεονέκτημα» στις διεθνείς υποθέσεις: παρότι είναι τολμηρός, όλοι γνωρίζουν πώς τους βλέπει, γεγονός που τον βοηθά να διαπραγματεύεται καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον.

«Για μένα, ο πρόεδρος Τραμπ έχει ένα μοναδικό πλεονέκτημα», είπε ο Χριστοδουλίδης κατά τη διάρκεια της αποκλειστικής συνέντευξης, διάρκειας σχεδόν μίας ώρας, στα τέλη Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη.

«Είτε σου αρέσει είτε όχι, ξέρεις πού βρίσκεσαι. Όταν ξέρεις πού βρίσκεσαι, μπορείς να καθίσεις μαζί του, να συζητήσεις και, ακόμη και στα πιο απαιτητικά και δύσκολα ζητήματα, να βρεις λύση. Αποδεικνύει ότι μπορεί να διαφωνούμε, αλλά αν καθίσουμε μαζί, μπορούμε να βρούμε τη λύση».

Οι δηλώσεις του Χριστοδουλίδη για τον Τραμπ έγιναν σε ένα ευρύτερο μέρος της συνέντευξης, με επίκεντρο την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία η Κύπρος ολοκλήρωσε νωρίτερα φέτος. Ο ίδιος εξήγησε πώς επιδίωξε να φέρει την Ευρώπη πιο κοντά τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Υποστήριξε ότι η Ευρώπη «δεν έχει την πολυτέλεια» να μη βρίσκεται στο πλευρό του Τραμπ και των ΗΠΑ και ότι ο δυτικός πολιτισμός χρειάζεται μια πραγματικά ενωμένη Δύση.

Ο επικεφαλής του γραφείου του Breitbart News στην Ουάσιγκτον, Μάθιου Μπόιλ, δεξιά, παίρνει συνέντευξη από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη.
Φωτογραφία: Γραφείο του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας

«Το σημαντικότερο επίτευγμα της προεδρίας μας ήταν ότι φέραμε την περιοχή πιο κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση», δήλωσε ο Χριστοδουλίδης.

«Χρειάστηκε πολύς χρόνος και προσπάθεια για να κάνω τους συναδέλφους μου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να κατανοήσουν τη σημασία της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, και είμαστε πολύ ικανοποιημένοι. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήσαμε επίσης μια άτυπη συνάντηση στην Κύπρο, με τους ηγέτες των 27 κρατών-μελών, τους προέδρους των θεσμικών οργάνων και ηγέτες της περιοχής.

»Το δεύτερο είναι η σημασία που επιτέλους αποδίδουμε, ως Ευρωπαϊκή Ένωση, στο ζήτημα της άμυνας. Μέσω του χρηματοδοτικού εργαλείου SAFE διαθέτουμε 150 δισεκατομμύρια ευρώ για να ενισχύσουμε τις δυνατότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών.

»Το τρίτο σημείο, που είναι πάρα πολύ σημαντικό για εμάς, είναι ότι μπορεί σε ορισμένα ζητήματα να έχουμε διαφορετικές προσεγγίσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχουμε την πολυτέλεια μιας διατλαντικής ρήξης».

Ο νέος πρέσβης του Τραμπ στην Κύπρο, Τζον Μπρέσλοου, ανέλαβε καθήκοντα νωρίτερα τον Σεπτέμβριο. Ο Χριστοδουλίδης δήλωσε στο Breitbart News ότι ο πρέσβης έχει ήδη ξεκινήσει δυναμικά τη δουλειά του.

«Ο νέος πρέσβης επισκέφθηκε αρκετά μέρη και εργάστηκε την περασμένη εβδομάδα», είπε στη συνέντευξη, η οποία πραγματοποιήθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου, την εβδομάδα των συναντήσεων υψηλού επιπέδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο σημαντικότερος εταίρος μας στο εμπόριο, στην άμυνα και στην ασφάλεια — σε όλους τους τομείς», δήλωσε ο Χριστοδουλίδης.

«Όπως σας είπα, ένας από τους λόγους για τους οποίους υπάρχει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η υποστήριξη που παρείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν έχουμε την πολυτέλεια μιας διατλαντικής ρήξης. Πρέπει να συνεργαστούμε.

»Το ανέφερα και προηγουμένως: επί σειρά ετών, ως Ευρωπαίοι, συζητούσαμε την ανάγκη να ενισχύσουμε τις αμυντικές μας δυνατότητες. Το θυμάμαι από τότε που ήμουν υπουργός Εξωτερικών ή, ακόμη νωρίτερα, κυβερνητικός εκπρόσωπος και διπλωματικός σύμβουλος του προηγούμενου προέδρου. Συζητήσεις, συζητήσεις, μόνο συζητήσεις — και πολύ ωραίες διακηρύξεις, πολύ ωραία συμπεράσματα.

»Είναι η πρώτη φορά που αποφασίσαμε, με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, να διαθέσουμε 150 δισεκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση των δυνατοτήτων μας στην άμυνα και στην ασφάλεια. Η Κύπρος θα ωφεληθεί από αυτό το εργαλείο με 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ, προκειμένου να ενισχύσει τις αμυντικές της δυνατότητες.

»Παράλληλα, συνεργαζόμαστε πολύ στενά με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αναβάθμιση των στρατιωτικών υποδομών μας στην Κύπρο. Είναι ένας από τους τομείς στους οποίους συνεργαζόμαστε στενά με την αμερικανική κυβέρνηση και ένα από τα ζητήματα που συζητήσαμε με τον νέο πρέσβη».

Η ομιλία του Χριστοδουλίδη στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ περιλάμβανε μια ιδιαίτερα αιχμηρή απάντηση στον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος είχε κάνει αρκετές αναφορές στο διεθνές δίκαιο και στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Ο Χριστοδουλίδης υποστήριξε, όμως, ότι η στάση του Ερντογάν απέναντι στην Κύπρο, το νησιωτικό κράτος της Ανατολικής Μεσογείου, συνιστά υποκρισία στον υπέρτατο βαθμό.

Η Κύπρος παραμένει εδώ και δεκαετίες διαιρεμένη, με τους Τουρκοκυπρίους να ελέγχουν το βόρειο τμήμα και τους Ελληνοκυπρίους το νότιο, παρότι όλες οι χώρες του κόσμου —εκτός από την Τουρκία— αναγνωρίζουν την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως τη νόμιμη κυβέρνηση της επικράτειας. Το Κυπριακό αποτελεί διαχρονικό θέμα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και φέτος οι διπλωμάτες το συζήτησαν ξανά. Ωστόσο, ο Χριστοδουλίδης δήλωσε στο Breitbart News ότι το «μεγάλο εμπόδιο» στην εξεύρεση λύσης είναι η αδιαλλαξία του Ερντογάν.

«Στην πραγματικότητα, λένε ότι πρέπει να λύσουμε το Κυπριακό μέσω του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, με την υποστήριξη και της Ευρωπαϊκής Ένωσης», δήλωσε ο Χριστοδουλίδης.

«Όπως γνωρίζετε, η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα συνεχίσει να είναι και μετά τη λύση του Κυπριακού. Το μεγάλο εμπόδιο που αντιμετωπίζουμε είναι ο κ. Ερντογάν, ο οποίος επιμένει σε λύση δύο κρατών, σε μια λύση εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ.

»Ήμουν παρών κατά την ομιλία του. Είναι μία από τις λίγες φορές που ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι παρών όταν μιλά ο πρόεδρος Ερντογάν. Εμείς οι πολιτικοί κρινόμαστε από τις πράξεις μας και όχι από όσα λέμε. Ήταν υποκρισία να ακούω τον κ. Ερντογάν να μιλά για τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, το διεθνές δίκαιο και τους πρόσφυγες.

»Παρουσίασε τον εαυτό του ως προστάτη όλων των λαών, όλων των χωρών που αντιμετωπίζουν κατοχή, προβλήματα και προκλήσεις. Έπρεπε να του απαντήσω. Έπρεπε να ανταποκριθώ, διότι, όπως σας είπα, βλέπουμε —και όχι μόνο στην περίπτωση της Κύπρου— μια νέα οθωμανική προσέγγιση από την Τουρκία, η οποία παρουσιάζεται ως προστάτης του αραβικού και του μουσουλμανικού κόσμου. Αυτό, όμως, δεν ισχύει.

»Ακόμη και οι αραβικές χώρες της περιοχής —δεν θέλω να μιλήσω εξ ονόματός τους— δεν βλέπουν την Τουρκία ως προστάτη. Αντιθέτως, η Τουρκία αμφισβητεί το διεθνές δίκαιο. Έχει ζητήματα με όλες τις γειτονικές της χώρες. Και βλέπουμε τον κ. Ερντογάν να έρχεται στη Νέα Υόρκη και να παρουσιάζεται σαν να είναι ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ που θα προστατεύσει την ανθρωπότητα».

Στη συνέντευξή του στο Breitbart News, ο Χριστοδουλίδης πρόσθεσε ότι οι άλλες χώρες συνεργάζονται μεταξύ τους. Κατονόμασε, μεταξύ άλλων, την Ελλάδα, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Ιορδανία, τον Λίβανο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Ινδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία αποτελεί την εξαίρεση.

«Όπως σας είπα προηγουμένως, όλοι κρινόμαστε από όσα κάνουμε και όχι από όσα λέμε. Στην περιοχή υπάρχουν αρκετές χώρες με κοινές αντιλήψεις που συνεργάζονται: η Κύπρος, η Ελλάδα, το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Ιορδανία, ο Λίβανος, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ινδία, η ευρύτερη Μέση Ανατολή — όλοι συνεργαζόμαστε με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών», είπε.

«Θα μιλήσουμε αργότερα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά είμαστε πολύ ικανοποιημένοι που επέστρεψαν στην περιοχή. Χωρίς την αμερικανική παρουσία, ανησυχώ ιδιαίτερα ότι θα δημιουργηθεί ένα κενό, το οποίο θα καλυφθεί από κακόβουλους δρώντες. Μπορούμε να το συζητήσουμε αργότερα.

»Όλες αυτές οι χώρες της περιοχής, που έχουν κοινές αντιλήψεις, μαζί με τις ΗΠΑ, συνεργάζονται πάνω σε μια θετική ατζέντα. Δεν εργαζόμαστε εναντίον καμίας χώρας. Η μόνη χώρα που δεν συμμετέχει σε αυτή την περιφερειακή συμμαχία είναι η Τουρκία.

»Δεν συμμετέχει λόγω της συμπεριφοράς της, λόγω των ενεργειών του κ. Ερντογάν, λόγω όσων κάνουν χωρίς να σέβονται την εδαφική ακεραιότητα και την κυριαρχία των γειτονικών τους χωρών. Γι’ αυτό δεν μπορούσα να αφήσω αναπάντητα όσα έλεγε ο κ. Ερντογάν».

Ο Χριστοδουλίδης δήλωσε ότι ήταν παρών στην ομιλία του Τραμπ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, όπου ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε στη χρήση της σκληρής αμερικανικής ισχύος για την προώθηση των συμφερόντων των ΗΠΑ παγκοσμίως. Πρόσθεσε ότι, σε όλες τις δεκαετίες κατά τις οποίες εργάζεται για την ενίσχυση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν έχει δει ποτέ τη χώρα του τόσο κοντά στην Αμερική όσο σήμερα.

«Εντάχθηκα στο υπουργείο Εξωτερικών ως νέος διπλωμάτης το 1999», είπε. «Το μοναδικό θέμα στην ατζέντα μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν το Κυπριακό — τίποτε άλλο.

»Σήμερα είμαι πολύ ικανοποιημένος που οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο στενότερος σύμμαχός μας στην άμυνα, στην ασφάλεια και στις πληροφορίες. Εργαζόμαστε πολύ εντατικά. Έχουμε αμερικανικές επενδύσεις στην Κύπρο στον τομέα του εμπορίου. Δεν υπάρχει όριο στις δυνατότητες των διμερών μας σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

»Όπως σας είπα προηγουμένως, είμαστε πολύ ικανοποιημένοι που οι Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψαν στην περιοχή, ιδιαίτερα με αυτή την κυβέρνηση, η οποία κατανοεί πλήρως τη σημασία της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης περιοχής της. Χαιρόμαστε πολύ που συνεργαζόμαστε.

»Η ενέργεια είναι ένας πολύ σημαντικός τομέας, τον οποίο μπορούμε να συζητήσουμε αργότερα. Αυτή τη στιγμή, όμως, οι διμερείς μας σχέσεις με την αμερικανική κυβέρνηση βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο που έχουν φτάσει ποτέ».

Ο ίδιος εξήγησε ότι η Κύπρος και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα υπό τη σημερινή ηγεσία του Τραμπ, είναι φυσικοί σύμμαχοι λόγω των ισχυρών κοινών τους συμφερόντων.

«Είναι αυτό που σας είπα προηγουμένως: είμαστε αξιόπιστοι και προβλέψιμοι εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή. Έχουμε κοινά συμφέροντα», δήλωσε.

«Έχουμε κοινές προσεγγίσεις. Πρέπει να συνεργαστούμε και συνεργαζόμαστε. Οι χώρες της περιοχής —αν μπορώ να μιλήσω εξ ονόματός τους— είναι πολύ ικανοποιημένες που οι Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψαν.

»Για παράδειγμα, στη Μέση Ανατολή είναι η πρώτη φορά που έχουμε ένα συγκεκριμένο σχέδιο από τον πρόεδρο Τραμπ και το υποστηρίζουμε πλήρως. Καταθέσαμε μάλιστα ορισμένες ιδέες για τον τρόπο εφαρμογής του. Αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη του ενδιαφέροντος του προέδρου Τραμπ για την περιοχή μας.

»Φανταστείτε να μην υπήρχε αμερικανικό ενδιαφέρον για τις γειτονικές μας χώρες. Ποιοι θα κάλυπταν το κενό που θα δημιουργούνταν χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ στην περιοχή; Κακόβουλοι δρώντες. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει μια κυβέρνηση που κατανοεί πλήρως τη γεωπολιτική σημασία της περιοχής».

Ένας από τους τομείς στους οποίους οι σχέσεις ΗΠΑ–Κύπρου έχουν ενισχυθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα είναι η ενέργεια. Η Chevron και η ExxonMobil, δύο από τις μεγαλύτερες αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, δραστηριοποιούνται στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της Κύπρου, επιδιώκοντας να συμβάλουν στην παραγωγή φυσικού αερίου.

Το Breitbart News είχε παραχωρήσει εκτενή χώρο σε αποκλειστική συνέντευξη με τον υπουργό Ενέργειας της Κύπρου για το συγκεκριμένο θέμα το καλοκαίρι — μια συνέντευξη που ο Τραμπ αναδημοσίευσε στο Truth Social.

Ερωτηθείς για την ανάπτυξη της συνεργασίας των δύο χωρών στον συγκεκριμένο τομέα, ο Χριστοδουλίδης δήλωσε στο Breitbart News ότι, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή προκαλούν αναταραχή στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, η αξιοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου ως εναλλακτικής πηγής αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την Ευρώπη και τον κόσμο. Πρόσθεσε ότι στις αρχές Οκτωβρίου αναμένονται σημαντικές ενεργειακές ανακοινώσεις στην Κύπρο, οι οποίες θα ενισχύσουν περαιτέρω τους δεσμούς με τις ΗΠΑ.

«Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη τις εξελίξεις στον Κόλπο, η Ανατολική Μεσόγειος προσελκύει πλέον πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ενεργειακή άποψη. Μέσω της συνεργασίας της Κύπρου, του Ισραήλ, της Αιγύπτου, ακόμη και του Λιβάνου, μπορεί να αναπτυχθεί ως εναλλακτικός ενεργειακός διάδρομος για την Ευρώπη. Γνωρίζουμε πόσο σημαντική είναι σήμερα η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας», είπε.

«Είμαστε πολύ ικανοποιημένοι που δύο αμερικανικοί ενεργειακοί κολοσσοί δραστηριοποιούνται στην αποκλειστική οικονομική ζώνη μας. Χθες και προχθές είχα συναντήσεις τόσο με την Exxon όσο και με τη Chevron. Και θα σας δώσω μια αποκλειστική πληροφορία: μέσα στις δύο πρώτες εβδομάδες του Οκτωβρίου θα έχουμε μια σημαντική ανακοίνωση σχετικά με την παρουσία αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών στην ΑΟΖ μας.

»Είμαι πολύ ικανοποιημένος, διότι πλέον βρισκόμαστε στο στάδιο της εκμετάλλευσης, στο στάδιο της παραγωγής. Υπογράψαμε συμφωνία με την Αίγυπτο και συζητούμε με το Ισραήλ. Η παρουσία αυτών των δύο μεγάλων αμερικανικών εταιρειών αποτελεί, πρώτα απ’ όλα, ψήφο εμπιστοσύνης προς εμάς, αλλά και σαφή ένδειξη της σημασίας της περιοχής».

Το φυσικό αέριο που η Κύπρος σκοπεύει να εξορύξει από τα ύδατά της δεν προορίζεται μόνο για εγχώρια κατανάλωση, αλλά και για την Ευρώπη και άλλους εταίρους.

«Προορίζεται για εγχώρια κατανάλωση, αλλά και για εξαγωγή στην Ευρώπη», δήλωσε ο Χριστοδουλίδης. «Έχουμε ήδη υπογράψει την πρώτη συμφωνία για την εξαγωγή κυπριακού φυσικού αερίου στην Ευρώπη έως το τέλος του 2027 ή στις αρχές του 2028. Τότε θα στείλουμε το πρώτο κυπριακό φυσικό αέριο στην Ευρώπη.

»Όπως σας είπα προηγουμένως, από την ανακοίνωση που θα γίνει μέσα στις δύο πρώτες εβδομάδες του Οκτωβρίου θα δείτε ότι θα πραγματοποιηθούν περισσότερες έρευνες στην ΑΟΖ μας από αμερικανικές εταιρείες».

Ο Χριστοδουλίδης ανέφερε επίσης ότι η δυνατότητα της Κύπρου να συμβάλει στον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης και η προσπάθεια ανάπτυξης περισσότερων δυτικών ενεργειακών πηγών έχουν εξαιρετική σημασία. Όπως υποστήριξε, ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία έδειξε ότι η ενεργειακή εξάρτηση από κακόβουλους δρώντες μπορεί να οδηγήσει τη Δύση σε καταστροφικές συνέπειες.

«Πρώτα απ’ όλα, από την πλευρά της Κύπρου, όπως γνωρίζετε, ο προσανατολισμός μας είναι σαφώς δυτικός. Δεν υπάρχει περίπτωση να παραχωρήσουμε άδεια για οποιοδήποτε τεμάχιο της ΑΟΖ μας σε εταιρείες που αντιστρατεύονται τον ξεκάθαρο προσανατολισμό της εξωτερικής μας πολιτικής», είπε.

«Ταυτόχρονα, αυτό που έχει σημασία —ιδιαίτερα για την Ευρώπη, όπως ανέφερα προηγουμένως— είναι οι μεγάλες προοπτικές της Ανατολικής Μεσογείου να αναπτυχθεί ως εναλλακτικός ενεργειακός διάδρομος. Είδαμε τις συνέπειες της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία».

Ένας ακόμη σημαντικός τομέας συνεργασίας ΗΠΑ–Κύπρου είναι η προστασία των χριστιανικών μειονοτήτων στη Μέση Ανατολή. Η προηγούμενη συνομιλία του Breitbart News με τον Χριστοδουλίδη είχε πραγματοποιηθεί κατά τη μετάβαση από την κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν στη δεύτερη θητεία Τραμπ, όταν ο Κύπριος πρόεδρος προχωρούσε στον διορισμό ειδικού εκπροσώπου για τη θρησκευτική ελευθερία στη Μέση Ανατολή, μετά την πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία.

Ερωτηθείς για την πορεία αυτής της πρωτοβουλίας, δήλωσε ότι οι χριστιανικές μειονότητες σε πολλές αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής είναι κρίσιμες για τη «σταθερότητα» και ότι συνεργάζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Τραμπ σε αυτό το πεδίο.

«Πράγματι, διόρισα ειδικό εκπρόσωπο και έστειλα επιστολή στον πρόεδρο Τραμπ, ενημερώνοντάς τον για τον διορισμό και για την ανάγκη να συνεργαστούμε με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες προκειμένου να προστατεύσουμε τις χριστιανικές μειονότητες.

»Οι χριστιανικές μειονότητες στις χώρες της περιοχής αποτελούν πυλώνα σταθερότητας. Είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους υπάρχει σταθερότητα σε αυτές τις χώρες.

»Εξακολουθούμε, όμως, να αντιμετωπίζουμε πολλές προκλήσεις, ιδιαίτερα στη Συρία. Γι’ αυτό, τόσο μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε διμερές επίπεδο, όταν συνομιλούμε με τους Σύρους, επισημαίνουμε συνεχώς την ανάγκη να προστατεύουν και να σέβονται τη χριστιανική μειονότητα και να διασφαλίζουν τη συμμετοχή όλων.

»Υπάρχουν ακόμη αρκετοί τομείς στους οποίους πρέπει να συνεργαστούμε με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες για να προστατεύσουμε ουσιαστικά τις χριστιανικές μειονότητες της περιοχής. Σκεφτείτε πώς θα ήταν σήμερα η κατάσταση χωρίς αυτές, καθώς όλες οι χώρες της περιοχής έχουν χριστιανικές μειονότητες».

Αργότερα στη συνέντευξη, ο Χριστοδουλίδης πρόσθεσε ότι οι «συγκλίσεις» μεταξύ ΗΠΑ και Κύπρου είναι αμέτρητες: από πολιτισμικά ζητήματα, όπως η προστασία των χριστιανών, μέχρι το εμπόριο, την ενέργεια και άλλα οικονομικά θέματα, και κυρίως την άμυνα και την ασφάλεια. Αναφέρθηκε επίσης στις προσδοκίες για πρόοδο στην υλοποίηση του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, γνωστού ως IMEC.

«Πριν από δύο εβδομάδες συναντήθηκα με τον πρόεδρο της Αιγύπτου, Ελ Σίσι. Στη συνέχεια, ο πρόεδρος του Ισραήλ επισκέφθηκε την Κύπρο. Εδώ συναντήθηκα με τον βασιλιά της Ιορδανίας. Είμαι σε στενή επαφή, σχεδόν κάθε εβδομάδα, με τον πρόεδρο του Λιβάνου. Συνομιλούμε με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα», είπε.

«Εργαζόμαστε, πρώτα απ’ όλα, για να διασφαλίσουμε συνθήκες σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή μας και να αξιοποιήσουμε τις μεγάλες προοπτικές της. Για να το πετύχουμε, χρειαζόμαστε και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

»Υπάρχουν τόσες πολλές συγκλίσεις στα συμφέροντά μας: οι χριστιανικές μειονότητες, η ασφάλεια του Ισραήλ, η σταθερότητα στον Λίβανο, στην Ιορδανία και στην Αίγυπτο. Υπάρχουν οι προοπτικές του IMEC, που θα συνδέσει την τεράστια αγορά της Ινδίας με τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη, καθώς και διάφορα έργα με αμερικανικές ιδιωτικές εταιρείες, ιδιαίτερα στον τομέα της διασυνδεσιμότητας.

»Μπορούμε να κάνουμε πολλά για να δημιουργήσουμε συνθήκες σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή. Παράλληλα, θα επαναλάβω: αν δεν συνεργαστούμε, θα δημιουργηθεί ένα κενό. Και αυτό θα καλυφθεί από κακόβουλους δρώντες, σε βάρος των δικών μας συμφερόντων και των συμφερόντων της Δύσης».

Ο Χριστοδουλίδης είπε επίσης ότι συναντήθηκε προσωπικά με τον Τραμπ στην Αίγυπτο, κατά τη σύνοδο για την ειρήνη στη Γάζα στην οποία πρωταγωνίστησε ο Αμερικανός πρόεδρος πέρυσι, και ότι ελπίζει να επισκεφθεί σύντομα τον Λευκό Οίκο.

«Είχα την ευκαιρία να συναντήσω προσωπικά τον πρόεδρο Τραμπ κατά τη σύνοδο για τη Γάζα στο Σαρμ ελ Σέιχ της Αιγύπτου», είπε. «Ελπίζω να τον επισκεφθώ σύντομα στον Λευκό Οίκο. Θέλω να κλείσω με αυτό που ανέφερα στην αρχή, επειδή πραγματικά πιστεύω ότι δεν υπάρχει όριο στις δυνατότητες της συνεργασίας μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για εμάς, οι ΗΠΑ είναι ο σημαντικότερος εταίρος».

Μία από τις σημαντικές εξελίξεις στις αμυντικές σχέσεις ΗΠΑ–Κύπρου είναι η πρόσφατη άρση του εμπάργκο όπλων, η οποία επιτρέπει πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες να πωλούν όπλα στην Κύπρο.

«Σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε ξεκάθαρη πολιτική βούληση να δαπανήσουμε πολύ περισσότερα για την άμυνα και την ασφάλεια. Πριν έρθω στη Νέα Υόρκη εγκρίναμε τον κρατικό προϋπολογισμό για το 2027, με μεγάλη αύξηση για το υπουργείο Άμυνας», δήλωσε ο Χριστοδουλίδης.

«Δαπανούμε πολλά για την άμυνα και την ασφάλεια και θέλουμε να αγοράσουμε εξοπλισμό. Για να το κάνεις, όμως, πρέπει να έχεις στρατηγική. Και δεν μπορείς να εφαρμόσεις μια στρατηγική με αυτόν τον περιορισμό του ενός έτους, που απαιτεί ανανέωση κάθε χρόνο».

Όπως εξήγησε, η επιδίωξη είναι η άρση του εμπάργκο να μη χρειάζεται πλέον ετήσια έγκριση, αλλά να ανανεώνεται ανά πενταετία.

«Ακριβώς, επειδή αυτό είναι πολύ σημαντικό για τη στρατηγική μας», είπε. Πρόσθεσε ότι οι αμερικανικές επιχειρηματικές επενδύσεις στην Κύπρο, πέρα από τον αμυντικό τομέα, πραγματοποιούνται σήμερα σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

«Ένας ακόμη πολύ σημαντικός τομέας είναι ότι έχουμε αμερικανικές επενδύσεις στην Κύπρο, πιθανότατα για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση», δήλωσε.

«Πέρυσι επισκέφθηκα τις Ηνωμένες Πολιτείες: τη Νέα Υόρκη, το Τέξας και τη Σίλικον Βάλεϊ. Θα επιστρέψω στα τέλη Νοεμβρίου για να επισκεφθώ τη Νέα Υόρκη, το Οχάιο, τη Βοστώνη και τη Φλόριντα, προκειμένου να προσελκύσω περισσότερες αμερικανικές επενδύσεις στην Κύπρο.

»Οι αμερικανικές εταιρείες που επενδύουν στην Κύπρο δεν επενδύουν απλώς σε μια χώρα σχεδόν ενός εκατομμυρίου κατοίκων. Επενδύουν στην Ευρώπη, σε μια αγορά 450 εκατομμυρίων ανθρώπων. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιούν την Κύπρο ως πύλη πρόσβασης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή».

breitbart.com