Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας — Η εξουσία πίσω από τις κλειστές πόρτες

 

Μια γυναίκα φτάνει από το Παρίσι σε ένα αρχοντικό της γαλλικής επαρχίας για να εργαστεί ως καμαριέρα. Σύντομα διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι που απαιτούν να διατηρεί καθαρό το σπίτι τους έχουν πολλά να κρύψουν. Αυτή είναι η αφετηρία του Ημερολογίου μιας καμαριέρας του Λουίς Μπουνιουέλ, μιας ταινίας όπου η καθημερινή ζωή ενός νοικοκυριού αποκαλύπτει τις σχέσεις εξουσίας ολόκληρης της κοινωνίας.

Γυρισμένη το 1964, με τη Ζαν Μορό στον κεντρικό ρόλο, η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα του Οκτάβ Μιρμπό. Ο Μπουνιουέλ και ο συνσεναριογράφος του, Ζαν-Κλοντ Καριέρ, μεταφέρουν τη δράση στη Γαλλία του Μεσοπολέμου. Η επιλογή αυτή συνδέει την ιδιωτική υποκρισία με την άνοδο του φασισμού: όσα συμβαίνουν μέσα στο σπίτι προετοιμάζουν όσα θα ακουστούν αργότερα στον δρόμο.

Η Σελεστίν, έμπειρη και παρατηρητική, προσλαμβάνεται στην οικογένεια Μοντέιγ. Ο κύριος του σπιτιού κυνηγά ζώα και παρενοχλεί υπηρέτριες, αντιμετωπίζοντας και τις δύο δραστηριότητες σαν αυτονόητα προνόμιά του. Η σύζυγός του επιτηρεί σχολαστικά τα αντικείμενα και τους εργαζομένους. Ο ηλικιωμένος πατέρας της μετατρέπει τη Σελεστίν σε θέαμα για τον φετιχισμό του με τα γυναικεία μποτάκια. Στο ίδιο περιβάλλον κινείται ο Ζοζέφ, ένας υπηρέτης με αντισημιτικές και ακροδεξιές πεποιθήσεις.

Η Σελεστίν προσπαθεί να διαβάσει αυτόν τον κόσμο και να προστατευτεί. Η δολοφονία της μικρής Κλερ, όμως, αλλάζει τη στάση της. Υποψιάζεται τον Ζοζέφ και τον πλησιάζει ερωτικά, επιχειρώντας να αποσπάσει ομολογία. Η ταινία κατευθύνει έντονα την υποψία προς εκείνον, αλλά δεν προσφέρει τη βεβαιότητα μιας καθαρής αστυνομικής λύσης. Στο τέλος, ο Ζοζέφ παραμένει ελεύθερος και πραγματοποιεί τη φιλοδοξία του να γίνει καταστηματάρχης, ενώ η Σελεστίν παντρεύεται τον εύπορο γείτονα, τον απόστρατο Μοζέ. Η τελευταία εικόνα του κοινωνικού κόσμου της ταινίας είναι μια εθνικιστική διαδήλωση.

Η δύναμη της υπόθεσης βρίσκεται στην απουσία της ανακουφιστικής δικαίωσης. Η Σελεστίν επιδιώκει να αποκαλύψει ένα έγκλημα, αλλά η δική της κοινωνική άνοδος δεν συμπίπτει με την αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Ο θεατής μένει να αναρωτιέται πόσο απέχει η επιτυχία ενός ανθρώπου από την αλλαγή του κόσμου στον οποίο ζει.

Η Ζαν Μορό δίνει στην ταινία το κέντρο βάρους της. Η Σελεστίν της διαθέτει αυτοκυριαρχία, περιέργεια και μια ειρωνεία που συχνά εκφράζεται προτού μιλήσει. Η Μορό μπορεί να δείξει ότι κατάλαβε μια προσβολή χωρίς να αντιδράσει αμέσως. Ότι αποστρέφεται κάποιον χωρίς να εγκαταλείπει τη συναλλαγή μαζί του. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στο συναίσθημα και στην εξωτερική συμπεριφορά κάνει τον χαρακτήρα πειστικό.

Το σημαντικότερο είναι ότι δεν ζητά διαρκώς τη συμπάθειά μας. Η Σελεστίν έχει αξιοπρέπεια, αλλά και φιλοδοξία. Διαθέτει ηθική ευαισθησία, αλλά υπολογίζει τις ευκαιρίες της. Η Μορό κρατά αυτές τις πλευρές μαζί, χωρίς να τις εξηγεί υπερβολικά. Χάρη στην ερμηνεία της, βλέπουμε μια γυναίκα που έχει μάθει πως η επιβίωση απαιτεί να γνωρίζει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει.

Ο Μισέλ Πικολί, ως κύριος Μοντέιγ, χειρίζεται θαυμάσια το μείγμα γελοιότητας και απειλής. Ο χαρακτήρας του μπορεί να φαίνεται αδέξιος, ματαιωμένος ή σχεδόν παιδαριώδης. Διαθέτει όμως πραγματική εξουσία πάνω στις γυναίκες που εργάζονται στο σπίτι. Η ερμηνεία του μας υποχρεώνει να προσέξουμε ότι ένας γελοίος άνθρωπος μπορεί να είναι και επικίνδυνος, όταν η κοινωνική του θέση περιορίζει τις δυνατότητες αντίστασης των άλλων.

Ο Ζορζ Ζερέ, στον ρόλο του Ζοζέφ, δημιουργεί μια διαφορετική παρουσία. Η σκληρότητά του έχει πειθαρχία και πρακτικό προσανατολισμό. Ο Ζοζέφ θέλει ιδιοκτησία, θέση και αναγνώριση. Το μίσος του συνυπάρχει με την επιθυμία να γίνει ένας αξιοσέβαστος μικροαστός. Έτσι, ο χαρακτήρας αποκτά πολιτικό βάθος: δείχνει πώς η ταπείνωση μπορεί να μετατραπεί σε επιθυμία εξουσίας πάνω σε άλλους.

Η Φρανσουάζ Λουγκάν, ως κυρία Μοντέιγ, μεταφέρει την ψυχρότητα μιας γυναίκας που διοικεί μέσα από μικρές εντολές. Ο Ζαν Οζέν, ως ηλικιωμένος πατέρας της, κάνει την ευγένεια να συνυπάρχει με την εργαλειοποίηση της Σελεστίν. Ο Ντανιέλ Ιβερνέλ, ως Μοζέ, συμπληρώνει την εικόνα μιας κοινωνίας όπου η εκκεντρικότητα και η εμπάθεια μπορούν να συμβαδίζουν με την οικονομική άνεση.

Για να καταλάβουμε τι επιδιώκει ο Μπουνιουέλ, χρειάζεται να προσέξουμε ποιος βλέπει και ποιος υπηρετεί. Η καμαριέρα γνωρίζει τις συνήθειες των αφεντικών της, τις αδυναμίες και τα μυστικά τους. Έχει πρόσβαση στην ιδιωτική τους ζωή, αλλά ελάχιστη θεσμική δύναμη. Το αρχοντικό οργανώνεται γύρω από αυτή την αντίφαση: οι ισχυροί εξαρτώνται από ανθρώπους τους οποίους θεωρούν κατώτερους.

Η αστική ευπρέπεια παρουσιάζεται ως ένας τρόπος διαχείρισης της εξουσίας. Οι καλοί τρόποι, η θρησκευτικότητα και η προστασία της περιουσίας δεν εξασφαλίζουν σεβασμό προς τον άνθρωπο. Η κυρία του σπιτιού ανησυχεί για τα αντικείμενά της, ενώ η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αντιμετωπίζεται ως διαπραγματεύσιμη. Η διαφορά αυτή δίνει στη σάτιρα την οξύτητά της.

Παράλληλα, ο Μπουνιουέλ εξετάζει τη σχέση επιθυμίας και κυριαρχίας. Η παρουσία του φετιχισμού δεν σημαίνει ότι κάθε ασυνήθιστη ερωτική επιθυμία καταδικάζεται. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο άλλος αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο που μπορεί να επιλέξει ή ως σώμα διαθέσιμο για χρήση. Στο σπίτι, η εργασιακή εξάρτηση θολώνει τη δυνατότητα ελεύθερης συναίνεσης. Η ερωτική επιθυμία αποκτά το βάρος της κοινωνικής ιεραρχίας.

Η πολιτική αιχμή της ταινίας βρίσκεται στον Ζοζέφ. Ο Μπουνιουέλ αποφεύγει την παρηγορητική εξίσωση της φτώχειας με την αρετή. Ένας υπηρέτης μπορεί να μισεί τους προνομιούχους και συγχρόνως να ονειρεύεται ότι θα τους μοιάσει. Μπορεί να μεταφέρει την οργή του προς εκείνους που διαθέτουν ακόμη μικρότερη προστασία.

Ο φασισμός, σε αυτή την ανάγνωση, βρίσκει έδαφος στην καθημερινή αποδοχή της αυθαιρεσίας. Πριν εμφανιστεί ως συλλογικό σύνθημα, υπάρχει ως συνήθεια: στην περιφρόνηση, στην υποταγή, στην αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων. Η μετάβαση από το σπίτι στη διαδήλωση δίνει σε όσα παρακολουθήσαμε μια ευρύτερη ιστορική διάσταση.

Η σκηνοθεσία ενισχύει αυτή την ανάγνωση με την οικονομία της. Η αφήγηση είναι σχετικά ευθύγραμμη, αλλά οι λεπτομέρειες διατηρούν μια ανησυχητική ένταση. Παπούτσια, σώματα, ζώα και καθημερινές χειρονομίες αποκτούν μεγαλύτερο βάρος από τις εξηγήσεις των χαρακτήρων. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ροζέ Φελούς διαμορφώνει έναν κόσμο ψυχρό, στον οποίο η επαρχιακή ησυχία δύσκολα γίνεται γαλήνη.

Υπάρχουν, ωστόσο, σημεία που επιδέχονται κριτική. Ορισμένοι δευτερεύοντες χαρακτήρες πλησιάζουν τη σατιρική καρικατούρα. Η Κλερ κινδυνεύει να περιοριστεί σε σύμβολο αθωότητας και η δολοφονία της σε καταλύτη για την πορεία της Σελεστίν. Η σκληρή απαισιοδοξία μπορεί επίσης να δημιουργήσει την εντύπωση ότι καμία προσπάθεια αλλαγής δεν έχει αποτέλεσμα. Αυτές οι ενστάσεις έχουν σημασία, επειδή εμποδίζουν να αντιμετωπίσουμε την ταινία ως αλάνθαστη πολιτική παραβολή.

Οι παραλληλισμοί με το σήμερα είναι ισχυροί, αρκεί να αφορούν μηχανισμούς και να μην εξισώνουν διαφορετικές ιστορικές εποχές.

Ο πρώτος αφορά την εργασία μέσα στον ιδιωτικό χώρο. Η ταινία προσφέρει έναν τρόπο να σκεφτούμε τη θέση οικιακών εργαζομένων, φροντιστών και άλλων ανθρώπων των οποίων η εργασία παραμένει συχνά αθέατη. Όταν ο εργοδότης ελέγχει μαζί το εισόδημα, τη στέγη και τις συστάσεις, η δυνατότητα καταγγελίας μιας κακομεταχείρισης γίνεται δυσκολότερη. Η Σελεστίν καταλαβαίνει ακριβώς αυτή την ανισορροπία.

Ο δεύτερος αφορά την παρενόχληση και την προστασία της δημόσιας εικόνας. Η ταινία μάς καλεί να εξετάζουμε τι συμβαίνει πίσω από μια αξιοσέβαστη εμφάνιση: ποιος έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί, ποιος μπορεί να μιλήσει και ποιος θα πληρώσει το κόστος της αποκάλυψης. Η ευγένεια ενός ισχυρού δεν αρκεί ως εγγύηση για τη συμπεριφορά του απέναντι στους εξαρτημένους από αυτόν.

Ο τρίτος αφορά την πολιτική αξιοποίηση της ανασφάλειας. Ο Ζοζέφ μας βοηθά να σκεφτούμε πώς η επιθυμία αναγνώρισης μπορεί να συνδεθεί με τον αποκλεισμό άλλων. Η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να στραφεί προς τη διεκδίκηση δικαιωμάτων, αλλά μπορεί επίσης να διοχετευθεί σε ρατσισμό και αυταρχισμό. Η κατεύθυνσή της εξαρτάται από τις πολιτικές ιδέες και τις συλλογικές δυνατότητες που συναντά.

Τέλος, η Σελεστίν θέτει ένα ιδιαίτερα σύγχρονο ερώτημα για την ατομική ανέλιξη. Η έξοδός της από την υπηρεσία αλλάζει τη θέση της, αλλά αφήνει το κοινωνικό σύστημα σχεδόν ανέπαφο. Η προσωπική επιτυχία μπορεί να συνυπάρχει με την αποδοχή των κανόνων που κάποτε μας αδικούσαν. Το τέλος μάς ζητά να εξετάσουμε τι συμβαίνει στην κριτική μας όταν αποκτούμε προνόμια.

Το Ημερολόγιο μιας καμαριέρας αξίζει κυρίως για την ικανότητά του να κάνει μια οικιακή ιστορία πολιτικά ανησυχητική. Η Μορό κρατά ζωντανή την ανθρώπινη αμφισημία της Σελεστίν, ενώ ο Μπουνιουέλ αποκαλύπτει τη συγγένεια ανάμεσα στην ιδιωτική αυθαιρεσία και στη δημόσια βία. Η ταινία παραμένει επίκαιρη επειδή μας αναγκάζει να παρατηρήσουμε πόσο εύκολα η κοινωνία αναγνωρίζει ως αξιοσέβαστο εκείνον που έχει ισχύ — και πόσο δυσκολότερα ακούει εκείνον που γνωρίζει την αλήθεια, αλλά εξακολουθεί να υπηρετεί.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα