Η μεγάλη τουρκική απάτη

Το σκάνδαλο των επενδυτικών κεφαλαίων θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο καμπής για την τουρκική κυβέρνηση

Ρόμπερτ Έλις — 5 Οκτωβρίου 2026

Με την απελευθέρωση της τουρκικής οικονομίας τη δεκαετία του 1980, ο τότε πρωθυπουργός Τουργκούτ Οζάλ προκάλεσε αίσθηση με τη δήλωσή του: «Ο δημόσιος υπάλληλός μου ξέρει πώς να φροντίζει τον εαυτό του». Ο ιδρυτής της Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, καλούσε τους Τούρκους να είναι υπερήφανοι, να εργάζονται και να έχουν εμπιστοσύνη. Πολλοί, όμως, εξέλαβαν τα λόγια του Οζάλ ως σήμα ότι μπορούσαν να βάζουν το χέρι στο μέλι. Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2000–2001. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ΑΚΡ —το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης— ανέβηκε στην εξουσία το 2002 ως το «καθαρό» κόμμα, παίζοντας με τη σημασία της τουρκικής λέξης «ak».

Ωστόσο, ήδη από τον επόμενο χρόνο έγινε σαφές ότι οι παλιές πρακτικές συνεχίζονταν. Ψηφίστηκε φορολογική αμνηστία που κάλυπτε τις κατηγορίες απάτης εις βάρος του υπουργού Οικονομικών Κεμάλ Ουνακιτάν. Το ΑΚΡ αθέτησε επίσης την προεκλογική του υπόσχεση να περιορίσει τη βουλευτική ασυλία, ώστε οι βουλευτές που κατηγορούνταν για διαφθορά να μπορούν να διωχθούν ποινικά. Οι διώξεις για διαφθορά εις βάρος του ηγέτη του ΑΚΡ και, από τον Μάρτιο του 2003, πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι οποίες αφορούσαν τη θητεία του ως δημάρχου της Κωνσταντινούπολης, ανεστάλησαν και αργότερα έπαυσαν.

Παρά τις αντιρρήσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο νόμος περί δημοσίων συμβάσεων, που αποσκοπούσε στην αποτροπή της διαφθοράς στους κρατικούς διαγωνισμούς, τροποποιήθηκε ώστε να εξαιρεθούν η ενέργεια, η ύδρευση, οι μεταφορές και οι τηλεπικοινωνίες. Ήδη μέχρι το 2014, ο νόμος είχε τροποποιηθεί 170 φορές. Όπως επισημαίνει η Σούζι Χάνσεν στο From Life Itself («Από την ίδια τη ζωή»), όπου περιγράφει τον αντίκτυπο της διακυβέρνησης Ερντογάν σε μια γειτονιά της Κωνσταντινούπολης, οι αλλαγές αυτές ωφέλησαν εργολάβους με δεσμούς με το κυβερνών κόμμα.

Αυτό που ξεκίνησε ως το τουρκικό «οικονομικό θαύμα», με δημοσιονομική πειθαρχία και με αυτό που η Χάνσεν αποκαλεί «δημοκρατία για μία μέρα» του Ερντογάν, είχε πλέον εξαντλήσει τη δυναμική του μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2023. Το πάρτι είχε τελειώσει.

Αντιμέτωπος με τη δυσχερή οικονομική κατάσταση, ο πρόεδρος Ερντογάν αποφάσισε να γυρίσει σελίδα και επανέφερε τον Μεχμέτ Σιμσέκ στη θέση του υπουργού Οικονομικών. Εκείνος ανακοίνωσε την επιστροφή σε μια «ορθολογική οικονομική πολιτική». Ο Σιμσέκ ξεκίνησε επίσης σειρά παρουσιάσεων σε επενδυτές στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, προκειμένου να τους πείσει ότι άξιζε να επενδύσουν στην Τουρκία. Τώρα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σοβαρό πλήγμα.

Το ένα τρίτο της τουρκικής αγοράς μετοχών βρίσκεται σε ξένα χέρια. Τον περασμένο Νοέμβριο εμφανίστηκαν ανησυχητικές ενδείξεις, όταν ο Σιμσέκ δήλωσε: «Γνωρίζουμε ότι πραγματοποιούνται χειραγωγήσεις μέσω ορισμένων επενδυτικών κεφαλαίων. Γνωρίζουμε επίσης ότι χρειάζεται ρύθμιση και σε αυτόν τον τομέα. Θα εντείνουμε την καταπολέμηση της χειραγώγησης ακόμη περισσότερο από τις προσπάθειές μας κατά της παραοικονομίας».

Τον Ιούνιο, ο πάροχος χρηματιστηριακών δεικτών MSCI επισήμανε τις επαναλαμβανόμενες ανησυχίες για πιθανές συντονισμένες συναλλαγές και στρεβλούς υπολογισμούς της ελεύθερης διασποράς των μετοχών στην τουρκική αγορά. Διεθνείς θεσμικοί επενδυτές είχαν εκφράσει ανησυχίες ότι οι μετοχικές συμμετοχές επενδυτικών κεφαλαίων που συνδέονταν στενά με ορισμένες μικρότερες εισηγμένες τουρκικές εταιρείες διόγκωναν τεχνητά τις εκτιμήσεις για τις μετοχές που ήταν πραγματικά διαθέσιμες προς διαπραγμάτευση.

Τον Αύγουστο, η τουρκική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SPK) δημοσίευσε έναν αναλυτικό οδηγό για τα επενδυτικά κεφάλαια, ο οποίος αυστηροποιούσε τους περιορισμούς στις συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη, στη συγκέντρωση των επενδύσεων, στις μεθόδους αποτίμησης και στη λειτουργία των κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου. Η νέα ρύθμιση είχε ως αποτέλεσμα χαρτοφυλάκια που είχαν επενδύσει σε μεγάλο βαθμό σε μετοχές χαμηλής ρευστότητας να αδυνατούν να ανταποκριθούν στα αιτήματα των επενδυτών για επιστροφή χρημάτων.

Δύο εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τα αιτήματα εξαγοράς μεριδίων των κεφαλαίων τους, γεγονός που προκάλεσε κύμα μαζικών αποσύρσεων από την αγορά. Για να περιορίσει την κρίση, η SPK παρενέβη στις 17 Σεπτεμβρίου, ανέστειλε τις συναλλαγές για όλα τα κεφάλαια που διαχειρίζονταν επτά εταιρείες και διέταξε την εκκαθάριση 131 κεφαλαίων, με περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 18 δισ. δολαρίων. Επηρεάζονται 455.758 ιδιώτες επενδυτές.

Ο Μεχμέτ Σιμσέκ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει συστημικός κίνδυνος, καθώς τα πληττόμενα κεφάλαια αντιπροσωπεύουν το 10% του κλάδου των επενδυτικών κεφαλαίων. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο το Bloomberg κατέγραψε τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των τουρκικών εισηγμένων εταιρειών εδώ και 18 χρόνια. Τον Ιούλιο, η S&P Dow Jones Indices έθεσε την Τουρκία υπό παρακολούθηση για πιθανή αναταξινόμησή της από «αναδυόμενη» σε «μεθοριακή» αγορά.

Η κρίση των τουρκικών επενδυτικών κεφαλαίων θυμίζει τη βρετανική «Φούσκα της Νότιας Θάλασσας» του 1720. Πρόκειται για έναν μηχανισμό εκρηκτικής ανόδου και κατάρρευσης: αγοράζονταν μαζικά μετοχές περιορισμένης ελεύθερης διασποράς και, μέσω συντονισμένων συναλλαγών, η αξία τους διογκωνόταν τεχνητά. Στη συνέχεια συνέρρεαν νέοι επενδυτές, ανεβάζοντας τις αποτιμήσεις σε αστρονομικά επίπεδα.

Ένα παράδειγμα είναι η τουρκική ναυπηγική εταιρεία Ozata Denizcilik, η αποτίμηση της οποίας έφτασε τα 5 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας εκείνη μεγάλων τουρκικών επιχειρήσεων. Ο εκπρόσωπος του Νέου Κόμματος (YP), Ζεϊνέλ Εμρέ, κατήγγειλε ότι η αντιπρόεδρος του ΑΚΡ και πρώην υπουργός Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά είχε αγοράσει τον Απρίλιο μετοχές αξίας 63,4 εκατ. τουρκικών λιρών —1,3 εκατ. δολαρίων— και τις πούλησε για 1,3 δισ. λίρες —27,5 εκατ. δολάρια— πριν καταρρεύσει η αγορά. Η ίδια έχει παραιτηθεί, ενώ έχουν κινηθεί διαδικασίες για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων τόσο της ίδιας όσο και του συζύγου της.

Με σχεδόν 250 δισ. δολάρια εξωτερικού χρέους να λήγουν μέσα στον επόμενο χρόνο και με εξουθενωτικό πληθωρισμό, η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση επενδυτικών κεφαλαίων που συναγωνίζεται σε μέγεθος την υπόθεση Μπέρνι Μέιντοφ. Όπως έγραψε ο υπουργός Δικαιοσύνης της Τουρκίας, Ακίν Γκιουρλέκ, στο X: «Κινούνται νομικές διαδικασίες εναντίον κακόβουλων προσώπων και μηχανισμών που στοχεύουν τις αποταμιεύσεις των πολιτών μας, χρησιμοποιώντας σχήματα τύπου Πόντσι και αποκομίζοντας αθέμιτα κέρδη μέσω παραπλανητικής καθοδήγησης».

Σύμφωνα με το άρθρο 107 του τουρκικού νόμου περί κεφαλαιαγορών, οι συναλλαγές που αποσκοπούν στη δημιουργία ψευδών ή παραπλανητικών εντυπώσεων σχετικά με την τιμή, τις μεταβολές της, την προσφορά ή τη ζήτηση χρηματοπιστωτικών μέσων μπορούν να συνιστούν χρηματιστηριακή απάτη.

Σύμφωνα με τον Ακίν Γκιουρλέκ, «δεν θα επιδειχθεί καμία επιείκεια σε όποιον επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τον ιδρώτα, τον μόχθο και το μέλλον των πολιτών μας για προσωπικό όφελος». Μέχρι στιγμής, στο επίκεντρο των ερευνών έχουν βρεθεί 217 ύποπτοι, από τους οποίους 56 έχουν προφυλακιστεί και 88 έχουν τεθεί υπό δικαστική επιτήρηση.

Ο Ραμαζάν Μπασάκ, πρώην αναπληρωτής επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας καταπολέμησης οικονομικών εγκλημάτων MASAK, είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα, αλλά δεν λήφθηκαν προληπτικά μέτρα. Το συμπέρασμά του είναι σαφές: «Χωρίς πολιτική και γραφειοκρατική στήριξη από τα πάνω, η υλοποίηση αυτών των οργανωμένων επιχειρήσεων είναι απλώς αδύνατη».

Σε ένα άλλο επίπεδο, η συνδικαλιστική συνομοσπονδία Türk-İş υπολόγισε ότι το «όριο πείνας» στην Τουρκία —το ελάχιστο μηνιαίο κόστος που απαιτείται ώστε μια τετραμελής οικογένεια να έχει υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή— έφτασε στην Άγκυρα τον Σεπτέμβριο τις 37.801 λίρες, δηλαδή 771 δολάρια. Ο μηνιαίος κατώτατος μισθός στην Τουρκία είναι 28.075 λίρες, δηλαδή 573 δολάρια. Η κατώτατη μηνιαία σύνταξη είναι 23.552 λίρες, περίπου 481 δολάρια.

Η κεμαλική ημερήσια εφημερίδα Nefes υπολόγισε επίσης ότι η τιμή ενός απλού πιάτου με φασόλια και ρύζι, βασικού γεύματος για τα χαμηλά εισοδήματα, αυξήθηκε κατά 1.500% τα τελευταία έξι χρόνια.

Το From Life Itself της Σούζι Χάνσεν αποτυπώνει την αυξανόμενη οργή των απλών Τούρκων για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση του ΑΚΡ πλούτισε εις βάρος τους. Το ανοιχτό ερώτημα είναι αν αυτή η αγανάκτηση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική δράση.

Ο Ρόμπερτ Έλις είναι αναλυτής και σχολιαστής για θέματα Τουρκίας, καθώς και διεθνής σύμβουλος στο RIEAS — Ινστιτούτο Ερευνών Ευρωπαϊκών και Αμερικανικών Μελετών.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα