Αρχική Blog Σελίδα 3019

Τι επιφυλάσσει για τον κόσμο η νέα χρονιά

0

1471029-stratfor_930Δύσκολο προμηνύεται και το 2017, με αναταράξεις σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Η άνοδος του εθνικισμού, η «κούραση» των ΗΠΑ και η «χρυσή ευκαιρία» της Ρωσίας. Οι εξελίξεις στη Μ. Ανατολή και ο ρόλος του πετρελαίου. Τι θα κάνουν οι κεντρικές τράπεζες.

Η οικονομική επιβράδυνση της Κϊνας και η συνεχιζόμενη εξέλιξή της αυξάνουν αυτή τη δυναμική. Την ώρα που ο κόσμος προσπαθεί να αντιμετωπίσει την μειωμένη κινεζική ζήτηση μετά από δεκαετίες ανάπτυξης-ρεκόρ, η Κίνα με αργό αλλά σταθερό ρυθμό προσπαθεί να ανεβάσει την οικονομία της στην αλυσίδα της αξίας, προκειμένου να παράγει και να συναρμολογήσει η ίδια όσα μέχρι τώρα εισήγαγε, με πρόθεση να πουλά στην κινεζική αγορά. Όλες αυτές οι δυνάμεις συνδυασμένες θα έχουν μια δραματική επίπτωση, με διάρκεια, στην παγκόσμια οικονομία και εν τέλει στη μορφή που θα λάβει τις επόμενες δεκαετίες το διεθνές σύστημα.

Αυτές οι τάσεις τείνουν να δημιουργούνται σιωπηρά σε διάστημα δεκαετιών και τότε να έρχονται με θόρυβο στην επιφάνεια, λόγω πολιτικής. Όσο περισσότερο επιμένουν τα οικονομικά προβλήματα, τόσο ισχυρότερη είναι η πολιτική αντίδραση. Αυτό το δυνατό χτύπημα στην πόρτα είναι η δύναμη του εθνικισμού που «χαιρετά» τις παγκόσμιες δυνάμεις, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ-που παραμένουν η μοναδική υπερδύναμη.

Μόνο που η παγκόσμια υπερδύναμη δεν… αισθάνεται και πολύ καλά. Για την ακρίβεια, έχει κουραστεί. Αφυπνίστηκε το 2001 μετά από μια καταστροφική επίθεση στο έδαφός της, επεκτάθηκε υπερβολικά σε πολέμους στον Ισλαμικό κόσμο, και τώρα θέλει να επιστρέψει και να διορθώσει την κατάσταση στο «σπίτι» της.

Πράγματι, το βασικό θέμα της προεκλογικής εκστρατείας του εκλεγμένου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ήταν η ιδέα ότι οι ΗΠΑ θα αποσυρθούν από τις υποχρεώσεις τους στο εξωτερικό, θα βάλει άλλους να επωμιστούν μεγαλύτερο βάρος για την άμυνά τους, και θα αφήσει τις ΗΠΑ να επικεντρωθούν στην ενίσχυση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας.

Ο Μπαράκ Ομπάμα, βεβαίως, έχει ήδη ενεργοποιήσει αυτή την τάση. Υπό την προεδρία του, οι ΗΠΑ επέδειξαν εξαιρετική αυτοσυγκράτηση στη Μέση Ανατολή προσπαθώντας ταυτόχρονα να επικεντρωθούν στις πιο μακροπρόθεσμες προκλήσεις –μια στρατηγική που κατά καιρούς λειτούργησε σε βάρος του Ομπάμα, όπως φάνηκε από την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους. Η βασική διαφορά μεταξύ του «δόγματος» του Ομπάμα και της απαρχής του «δόγματος» Τραμπ είναι πως ο Ομπάμα εξακολουθούσε να πιστεύει στη συλλογική ασφάλεια και στο εμπόριο ως μηχανισμούς για τη διατήρηση της παγκόσμιας τάξης. Ο Τραμπ πιστεύει πως οι θεσμοί που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις είναι «ελαττωματικοί» στην καλύτερη περίπτωση, και περιοριστικοί για τα αμερικανικά συμφέροντα στην χειρότερη περίπτωση.

Όποια και αν είναι η προσέγγιση, το «μάζεμα» είναι εύκολο να γίνει στα λόγια, αλλά δύσκολο στην πράξη, για μια παγκόσμια υπερδύναμη. Όπως είχε πει ο Woodrow Wilson, «Οι Αμερικάνοι είναι συμμετέχοντες, είτε μας αρέσει είτε όχι, στη ζωή του κόσμου». Τα λόγια αυτά της Αμερικανικής εικόνας για τον ιδεαλισμό ισχύουν ακόμα και τώρα που ο ρεαλισμός «σφίγγει τον κλοιό» γύρω από τον κόσμο.

Η αναθεώρηση εμπορικών σχέσεων με τον τρόπο που σκοπεύει να τις αναθεωρήσει η Ουάσινγκτον, για παράδειγμα, μπορεί να ήταν εφικτή πριν από μερικές δεκαετίες, όμως πλέον δεν είναι εφικτή στη σημερινή και εξελισσόμενη παγκόσμια τάξη, όπου τα τεχνολογικά επιτεύγματα στη μεταποίηση προχωρούν με ταχύ ρυθμό και οι οικονομίες –μεγάλες και μικρές- είναι αλληλοσυνδεόμενες στις παγκόσμιες αλυσίδες προμηθειών. Αυτό σημαίνει πως οι ΗΠΑ δεν θα μπορέσουν να κάνουν σαρωτικές και ξαφνικές αλλαγές στην Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής. Μάλιστα, ακόμα και αν υπάρξει επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας, η Βόρεια Αμερική θα εξακολουθήσει να έχει στενότερους εμπορικούς δεσμούς μακροπρόθεσμα.

Ωστόσο, οι ΗΠΑ θα έχουν μεγαλύτερο περιθώριο να επιβάλουν επιλεκτικά εμπορικά εμπόδια στην Κίνα, ιδιαίτερα στον τομέα των μετάλλων. Και ο κίνδυνος κλιμάκωσης της εμπορικής έντασης με το Πεκίνο θα έχει μεγάλες επιπτώσεις. Η προθυμία της Ουάσινγκτον να αμφισβητήσει την πολιτική της «Μίας Κίνας» -κάτι που έκανε για να αποσπάσει εμπορικές παραχωρήσεις από την Κίνα- θα έχει κόστος: το Πεκίνο θα θέσει τους δικούς του μοχλούς στο εμπόριο και την ασφάλεια, που αναπόφευκτα θα παρασύρουν τις ΗΠΑ στο «θέατρο» του Ειρηνικού.

Όμως ο χρόνος δεν είναι σωστός για μια εμπορική διένεξη. Ο Τραμπ θα προτιμούσε να επικεντρωθεί σε ζητήματα στο εσωτερικό των ΗΠΑ και ο κινέζος πρόεδρος Xi Jinping θα προτιμούσε να επικεντρωθεί στην συγκέντρωση πολιτικής εξουσίας εν όψει του 19ου Συνεδρίου του Κόμματος. Άρα, η οικονομική σταθερότητα θα έχει προτεραιότητα έναντι της μεταρρύθμισης και της αναδιάρθρωσης. Αυτό σημαίνει πως το Πεκίνο θα αυξήσει τις επενδύσεις, ακόμα και αν αυτό αυξάνει το επίπεδο του εταιρικού χρέους της Κίνας σε επικίνδυνα ύψη.

Η εικόνα στην Ευρώπη

Αυτή θα είναι μια κρίσιμη χρονιά για την Ευρώπη. Οι εκλογές στους «πυλώνες» της Ευρωπαϊκής Ένωσης –στη Γαλλία και τη Γερμανία- και οι ενδεχόμενες εκλογές στην τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης –την Ιταλία- θα επηρεάσουν η μια την άλλη και θα απειλήσουν την ίδια την ύπαρξη της ευρωζώνης. Όπως γράφουμε εδώ και χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση στο τέλος θα διαλυθεί. Το ερώτημα για το 2017 είναι σε ποιον βαθμό οι εκλογές αυτές θα επιταχύνουν αυτή τη διάλυση. Είτε νικήσουν οι μετριοπαθείς το 2017, είτε οι ακραίοι, η Ευρώπη θα συνεχίσει να οδεύει προς διάλυση  και δημιουργία περιφερειακών μπλοκ.

Ο διχασμός στην Ευρώπη θα αποτελέσει «χρυσή ευκαιρία» για τους Ρώσους. Η Ρωσία θα μπορέσει να «σπάσει» την Ευρωπαϊκή ενότητα σε ό,τι αφορά τις κυρώσεις το 2017 και θα έχει μεγαλύτερο περιθώριο να ενισχύσει την επιρροή της στις συνοριακές χώρες. Η κυβέρνηση Τραμπ, επίσης, ίσως είναι πιο «ανοικτή» σε χαλάρωση των κυρώσεων και σε κάποια συνεργασία στη Συρία, καθώς θα προσπαθήσει να αποκλιμακώσει την σύγκρουση με τη Μόσχα. Όμως, η συμφιλίωση θα έχει όρια. Η Ρωσία θα συνεχίσει να ενισχύει τις άμυνές της και να δημιουργεί «πατήματα» σε διάφορα θέατρα επιχειρήσεων, από τον κυβερνοχώρο μέχρι τη Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, θα συνεχίσουν να προσπαθούν να περιορίσουν τη Ρωσική επέκταση.

Ως μέρος αυτής της στρατηγικής, η Ρωσία θα συνεχίσει να κάνει την «χαλάστρα» και τον «ειρηνοποιό» στη Μέση Ανατολή προκειμένου να διαπραγματευτεί με τη Δύση. Αν και μια ειρηνευτική συμφωνία στη Συρία παραμένει «άπιαστη», η Ρωσία θα μείνει κοντά στην Τεχεράνη καθώς οι σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν θα επιδεινώνονται.

Η πυρηνική συμφωνία του Ιράν θα αμφισβητηθεί από αρκετές πλευρές καθώς το Ιράν θα εισέρχεται σε εκλογική χρονιά και η εισερχόμενη αμερικανική κυβέρνηση θα τηρεί μια πιο σκληρή γραμμή έναντι του Ιράν. Ωστόσο, τα αμοιβαία συμφέροντα θα διατηρήσουν στη θέση τους το πλαίσιο της συμφωνίας και θα αποθαρρύνουν αμφότερες τις πλευρές να συγκρουστούν σε περιοχές όπως τα Στενά του Ορμούζ.

Εν τω μεταξύ, ο ανταγωνισμός μεταξύ Ιράν και Τουρκίας θα κλιμακωθεί στη νότια Συρία και στο βόρειο Ιράκ. Η Τουρκία θα επικεντρώσει την προσοχή της στην εδραίωση της δικής της σφαίρας επιρροής και στον περιορισμό της Κουρδικής αυτονομιστικής προσπάθειας, ενώ το Ιράν θα προσπαθήσει να υπερασπιστεί τη δική του σφαίρα επιρροής. Καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα υποβαθμίζουν το Ισλαμικό Κράτος το 2017, η μάχη για εδάφη, πόρους και επιρροή που θα ακολουθήσει, θα ενταθεί μεταξύ των τοπικών και περιφερειακών «παικτών». Όμως καθώς το Ισλαμικό Κράτος θα αποδυναμώνεται στρατιωτικά, θα καταφύγει σε τακτικές τρομοκρατίας και θα ενθαρρύνει τις επιθέσεις στο εξωτερικό.

Το Ισλαμικό Κράτος δεν είναι η μόνη τζιχαντιστική ομάδα για την οποία θα πρέπει να ανησυχούμε. Καθώς οι «προβολείς» είναι στραμμένοι στο Ισλαμικό Κράτος, η αλ Κάιντα ανοικοδομείται σιωπηρά σε μέρη όπως η Βόρεια Αφρική και η Αραβική Χερσόνησος, και η οργάνωση πιθανότατα θα είναι πιο ενεργή το 2017.

Το πετρέλαιο

Οι τιμές του πετρελαίου θα ανακάμψουν κάπως το 2017, εν μέρει λόγω της συμφωνίας που έκλεισαν οι περισσότερες πετρελαιοπαραγωγικές χώρες (θα πρέπει να σημειωθεί όμως πως καμία χώρα δεν θα τηρήσει πλήρως τις απαιτήσεις για μείωση της παραγωγής).

Ο ρυθμός της ανάκαμψης για την παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου της Βόρειας Αμερικής θα είναι ο πρωταρχικός παράγοντας που θα επηρεάσει την πολιτική της Σαουδικής Αραβίας σε ότι αφορά την επέκταση και αύξηση των μειώσεων παραγωγής το επόμενο έτος. Και, αν και θα χρειαστεί χρόνος ώστε οι παραγωγοί της Βόρειας Αμερικής να «απαντήσουν» στην ανάκαμψη των τιμών και να αυξήσουν την παραγωγή τους, η Σαουδική Αραβία γνωρίζει πως μια σημαντική αύξηση των τιμών του πετρελαίου είναι απίθανη. Αυτό σημαίνει πως η Σαουδική Αραβία θα παρέμβει ενεργά στις αγορές το 2017 προκειμένου να διατηρήσει την οικονομία σε πορεία εξισορρόπισης στην προμήθεια πετρελαίου, ιδιαίτερα λόγω του σχεδίου της χώρας να πουλήσει μερίδιο 5% της Saudi Aramco το 2018.

Οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου θα ανακουφίσουν τους παραγωγούς του κόσμους, όμως μπορεί να μην βοηθήσουν χώρες με προβλήματα όπως η Βενεζουέλα. Η απειλή χρεοκοπίας της χώρας αιωρείται και οι σοβαρές περικοπές στις εισαγωγές βασικών αγαθών προκειμένου να αποπληρωθούν χρέη θα οδηγήσουν σε κοινωνικές αναταραχές και θα εκθέσουν τα ήδη βαθιά ρήγματα μεταξύ του κυβερνώντος κόμματος και των ενόπλων δυνάμεων.

Οι κεντρικές τράπεζες

Οι αναπτυγμένες αγορές θα δουν επίσης μια σημαντική στροφή το 2017, μια χρονιά κατά την οποία θα επιστρέψει ο πληθωρισμός. Αυτό θα οδηγήσει τις κεντρικές τράπεζες να εγκαταλείψουν τις ανορθόδοξες πολιτικές τους και να εφαρμόσουν μέτρα νομισματικής σύσφιξης. Οι μέρες που οι κεντρικές τράπεζες πλημμύριζαν τις αγορές με ρευστό, τελειώνουν. Το βάρος τώρα θα πέσει στους αξιωματούχους που καταρτίζουν τη δημοσιονομική πολιτική, και οι κρατικές δαπάνες θα αντικαταστήσουν το τύπωμα χρήματος ως πρωταρχική «μηχανή» οικονομικής ανάπτυξης.

Η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής στις ΗΠΑ και η ενίσχυση του δολαρίου θα «ταρακουνήσουν» την παγκόσμια οικονομία στις αρχές του 2017. Οι χώρες που θα επηρεαστούν περισσότερο θα είναι αυτές των αναδυόμενων αγορών με έκθεση χρέους σε δολάρια. Στη λίστα περιλαμβάνονται η Βενεζουέλα, η Τουρκία, η Νότια Αφρική, η Νιγηρία, η Αίγυπτος, η Χιλή, η Βραζιλία, η Κολομβία και η Ινδονησία. Οι πτωτικές πιέσεις στο γουάν και τα σταθερά μειούμενα αποθέματα ξένου συναλλάγματος θα αναγκάσουν την Κίνα να αυξήσει τους ελέγχους στις εκροές κεφαλαίων.

Όσο ήρεμες και αν ήταν οι αγορές τελευταία, όσο και αν σταθεροποιήθηκαν λόγω της επαρκούς ρευστότητας και των περιορισμένων αντιδράσεων στις πολιτικές αναταράξεις, θα είναι πιο ευμετάβλητες το 2017. Με όλες τις εξελίξεις του 2017, από τις απειλές για την ευρωζώνη μέχρι την κλιμάκωση των εμπορικών διαφωνιών, οι επενδυτές θα μπορούσαν να αντιδράσουν με δραματικό τρόπο. Οι τιμές των assets εμφάνισαν αξιοσημείωτες και γρήγορες διακυμάνσεις το πρώτο δίμηνο του 2016. Το 2017 θα μπορούσαμε να δούμε πολλά τέτοια επεισόδια.

Οι ΗΠΑ απομακρύνονται από τις παγκόσμιες εμπορικές πρωτοβουλίες ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο, μεγάλος υπέρμαχος του ελεύθερου εμπορίου, χάνει την επιρροή του καθώς αυξάνεται ο προστατευτισμός στην Ευρώπη. Η ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου πιθανότατα θα παραμείνει περιορισμένη γενικότερα, όμως οι χώρες που εξαρτώνται από τις εξαγωγές, όπως η Κίνα και το Μεξικό, θα έχουν περισσότερα κίνητρα να προστατεύσουν τις σχέσεις τους με προμηθευτές και να αναζητήσουν επιπλέον αγορές. Οι μεγαλύτερες εμπορικές συμφωνίες θα συνεχίσουν να αντικαθίστανται από μικρότερες και λιγότερο φιλόδοξες συμφωνίες, που θα αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ χωρών και μπλοκ. Άλλωστε, η συμφωνία TTIP και η TPP ήταν και αυτές κομμάτια που προέκυψαν από την κατάρρευση του Γύρου της Ντόχα (ΠΟΕ).

Οι οικονομικές εντάσεις μπορούν να εκδηλωθούν με διάφορους τρόπους, και δεν είναι όλοι δυσοίωνοι. Στην Ιαπωνία, η κυβέρνηση θα είναι ισχυρή θέση το 2017 να προσπαθήσει να εφαρμόσει κρίσιμης σημασίας μεταρρυθμίσεις και να προσαρμόσει τον γηράσκοντα πληθυσμό της στις μεταβαλλόμενες παγκόσμιες συνθήκες. Στη Βραζιλία και την Ινδία, οι προσπάθειες να εκτεθεί και να καταπολεμηθεί η διαφθορά θα διατηρήσουν τη δυναμική τους. Η Ινδία, μάλιστα, έχει κάνει φιλόδοξα βήματα για να φέρει την οικονομία της στον δρόμο της απονομισματοποίησης.

Ο δρόμος αυτός θα μπορούσε να είναι ανώμαλος το 2017, όμως η Ινδία θα αποτελεί μια κρίσιμη περιπτωσιολογική μελέτη για άλλες χώρες, αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες, που θα δελεαστούν από την αποδοτικότητα και τα αποποινικοποιημένα οφέλη μιας οικονομίας χωρίς μετρητά, και οι οποίες έχουν στη διάθεσή τους όλο και περισσότερη τεχνολογία για να εξετάσουν αυτό το ενδεχόμενο.

Γιατί η Τουρκία έχει δώσει τόσο βάρος στην Αλ Μπαμπ;

0

TOPSHOT - Syrian opposition fighters fire towards positions held by Islamic State (IS) group jihadists in al-Bab on the northeastern outskirts of the northern embattled city of Aleppo on December 13, 2016.  / AFP / Saleh ABO GHALOUN        (Photo credit should read SALEH ABO GHALOUN/AFP/Getty Images)

Syrian opposition fighters fire toward positions held by Islamic State jihadis in al-Bab, Syria, Dec. 13, 2016. (photo by SALEH ABO GHALOUN/AFP/Getty Images)

Why is Turkey so focused on Syria’s al-Bab?

Al-Bab means “gate” in Arabic. It is also a name for a relatively small town in Aleppo province. Al-Bab is located 40 kilometers (25 miles) northeast of Aleppo, 30 kilometers (19 miles) south of the Turkish border, and it had a population of 63,069 in 2004 who were mostly Sunni Muslim Arabs.

From the military point of view, this strategically unimportant town has become the location where the Turkish army has suffered heavy casualties. The casualties inflicted upon the Turkish Armed Forces has surpassed those of the Americans and Russians, who had militarily engaged much earlier than Turkey and in a much wider zone.

The difficulties faced by the Turkish military led President Recep Tayyip Erdogan to accuse the United States and the coalition of supporting terrorist organizations. Speaking in Ankara, he said, “We have now encircled the terrorist Daesh [the Islamic State (IS)] from all four sides at al-Bab. The coalition sources, unfortunately, are not keeping their promises. Even in that, we will not change our course. It is impossible for us to retract. They [the United States and the coalition] were accusing us of supporting [IS]. Now they support terrorist groups including [IS], YPG [People’s Protection Units] and PYD [Democratic Union Party]. It’s very clear. We have confirmed evidence, with pictures, photos and videos.”
When asked about Erdogan’s accusations in a Dec. 27 press briefing, US State Department spokesman Mark Toner said, “It’s ludicrous, to be honest. No basis for truth, as you can all imagine.”
A journalist asked Toner, “The point is al-Bab. He’s criticizing the coalition for not supporting the Turkish armed forces’ offensive in al-Bab. … Do you have any reason why the coalition is not supporting Turkey in this operation?”
Toner responded, “We have supported their efforts along the border to clear it of [IS]. We’re in dialogue with them about possible next steps we can take in terms of al-Bab … and we certainly don’t want to see them enter into al-Bab without sufficient support.”
Another journalist asked, “Doesn’t that relate to Turkey’s attacks on the US — the US ally, the YPG, as in Manbij, and at that point there were all sorts of tensions developed between the United States and Turkey, and the US military let it be known that Turkey had gone past what was authorized in al-Bab? But the core of it was Turkish attacks on the US ally, the YPG, fighting in northern Syria and around Manbij and other areas. Wasn’t that the core of the problem?” Another journalist followed up and asked, “In the past, very recent past, you defined these Turkey moves around al-Bab as uncoordinated and not constructive. Do you still see the al-Bab offense as uncoordinated and not constructive?”
Toner tried to evade the questions and stressed the importance of Turkey as an ally against IS and alleged that American officials are in constant contact with their Turkish counterparts.
However, nothing can conceal that Turkey’s newfound alliance on the Syrian battleground is with Russia, and Ankara is involved with the trilateral (Moscow, Tehran and Ankara) initiative to resolve the Syria question.
Turkey cooperated with Russia for Aleppo and signed the Moscow Declaration, which acknowledged the legitimacy and the rights of sovereignty of the Bashar al-Assad regime. This was an admittance of the defeat of Turkey’s 5-year-old Syria policy that prioritized the removal of Assad. It was also a 180-degree about-face.
With an apparent policy failure impossible to cover up, Turkey sought a face-saving success story for its Syria policy: the fixation to move into al-Bab and to cleanse it of IS.
After the fall of Aleppo to the regime (with Ankara’s assistance), taking al-Bab from IS serves as a pretext for preventing the establishment of the Kurdish corridor adjacent to Turkey’s border with Syria.
Turkey’s nationalist decision-makers, in the wake of the fall of Aleppo and the assassination of Russian Ambassador Andrei Karlov in Ankara, seemingly lost their way in their Syria policy. Without much thought, preposterous statements on al-Bab followed one after another.
Deputy Prime Minister Nurettin Canikli, speaking in his hometown of Giresun, a town on Turkey’s Black Sea coast, said, “The defense line for Giresun should be set at al-Bab. The security of Ankara is synonymous with the security of al-Bab. If those areas cannot be controlled, one cannot defend Ankara, and also cannot defend Giresun.”
From al-Bab, in the vicinity of Aleppo, one needs to cross the entire landmass of Asia Minor to reach the Black Sea coast. For the first time ever, a strategic calculation was established between al-Bab and Giresun.
A similar assessment came from Devlet Bahceli, the chairman of the Nationalist Action Party and Erdogan’s foremost political ally. He said, “If we return empty-handed from the al-Bab operation, we will put Diyarbakir into risk, we will jeopardize the security of Ankara.”
Al-Bab, which until recently was an unheard-of northern Syrian town, has become the source of never-heard strategic assessments. The underlying reason for the focus on al-Bab is more about the Kurdish PYD and YPG rather than IS, which still holds the town.
In the wake of Russia’s political-military supremacy from cleansing eastern Aleppo of Turkish-supported rebel elements and Ankara’s drifting toward Moscow for diplomatic efforts to resolve the Syria question in addition to Erdogan’s growing resentment of American support to the YPG around Raqqa, Turkey’s Syria policy transformed to an unwarranted, irrational obsession for al-Bab.
The fears that Turkey, with no exit strategy, can be dragged into a Syrian quagmire are being verified.
Al-Bab, which was once no more than one of the gates to Aleppo, has thus become the gate to Turkey’s Syria blunder.

Read more: http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2016/12/turkey-syria-al-bab-the-gate-of-syria-blunder.html#ixzz4UV9bwIdX

Is Erdogan trying to wreck US-Turkey relations?

0
FILE PHOTO -  Turkish Prime Minister Recep Tayyip Erdogan (L) listens as U.S. President Barack Obama (R) addresses a joint news conference in the White House Rose Garden in Washington, May 16, 2013.   REUTERS/Kevin Lamarque/File Photo - RTSEXJC
Turkish Prime Minister Recep Tayyip Erdogan (L) listens as US President Barack Obama addresses a joint news conference in the White House Rose Garden in Washington, May 16, 2013. (photo by REUTERS/Kevin Lamarque)US: Erdogan’s claims are “ludicrous”
Summary⎙ Print Turkish president claims he has “evidence” of US support for Islamic State; Hassan Rouhani applauds valuable “victory” in Aleppo.
Author
 Turkish President Recep Tayyip Erdogan’s frustration over his failed and costly Syria policies ventured into the bizarre when he claimed he had “confirmed evidence, with pictures, photos and videos” of the US providing support for the Islamic State (IS), the Syrian Kurdish Democratic Union Party (PYD) and the PYD’s armed wing, the People’s Protection Unit (YPG).

Semih Idiz provided the background for Erdogan’s outburst: “The United States initially provided air support to Turkish forces and the FSA [Free Syrian Army] as they moved against IS in the towns of Jarablus and Dabiq, which were captured with relatively few casualties. The US military announced in November, however, that it was not participating in Turkey’s operation in al-Bab. This announcement came after Turkish forces started bombing YPG positions around al-Bab. In August, the town of Manbij was captured from IS by the US-backed Syrian Democratic Forces (SDF), which is comprised mainly of YPG fighters. Erdogan’s determination to move on to Manbij appears to be another reason why the United States is reluctant to help Turkey in al-Bab. According to the perplexing scenario put forward by Erdogan, Turkey’s aim is to capture al-Bab before the YPG, rid Manbij of YPG fighters and work with the US-led coalition to liberate Raqqa from IS, after convincing Washington to dump the YPG. How it plans to achieve all of this on its own is not clear.”

Although on Dec. 27, State Department Spokesman Mark Toner ridiculed Erodgan’s charge as “ludicrous,” he nonetheless felt obligated to add the usual bromides that “Turkey is a NATO ally and a strong partner in the anti-Daesh [IS] coalition. I certainly don’t want to give the impression that we’re trying to send a message.”

This column asked back in May whether the US and Turkey can “keep up appearances” in Syria as relations plummeted. It is worth asking so again, in this last column of 2016.

In addition to the seeming unbridgeable differences over Syria, US-Turkey bilateral relations are also clouded by conspiracy theories in some Turkish circles that the US was somehow involved in the attempted coup in July, fueled by the American refusal, to date, to extradite Fethullah Gulen, who the Turkish government has claimed was behind the coup.

Sibel Hurtas reported this week on the draft report of a Turkish parliamentary commission empaneled to address the causes and consequences of the failed coup in July 2016.

Perhaps not surprisingly, the draft appears to reflect the heavy hand of the ruling Justice and Development Party (AKP), with many questions left unanswered.

Hurtas wrote that the draft report “echoes the party’s strategy to water down its responsibility for the Gulenist entrenchment in the state. It asserts the Gulen community was strengthened by all the governments that preceded the AKP since the 1970s. The report claims the Gulenists were backed by the MIT [National Intelligence Organization] as well as the United States and the CIA. The relationship between Gulen and the United States is discussed at length, including claims that children of US President Barack Obama’s relatives in Kenya had been admitted free of charge to Gulenist-run schools in the African country. The only mention of the AKP’s own ties with Gulen is limited to a statement that Gulen sought to project an image of someone close to the government after the AKP came to power in 2003. Yet the report contains some scandalous admissions as well. The main financial sources of Gulen’s organization, for instance, are listed as government incentives, public tenders and municipal grants. Many public tenders are said to have been awarded to businesspeople who paid racket money to Gulen. According to the document, Gulen’s followers, who used to be called ‘the community,’ should be defined as a ‘terrorist organization’ after 2013, when Erdogan and Gulen fell out. This definition is the main argument that could help the AKP save its skin in the upcoming trials.”

Iran celebrates “victory over terrorists” in Aleppo

Ali Hashem reported this week that despite the costs of the campaign in Aleppo, Iranian leaders feel vindicated by the Syrian regime’s victory.

Iranian President Hassan Rouhani, following a telephone call with Russian President Vladimir Putin on Dec. 25, said, “This victory sent the message to terrorists that they cannot achieve their goals,” and backed the forthcoming Syrian political negotiations in Kazakhstan.

Explaining the high costs for the campaign, Hashem wrote, “Over four years of fighting in Aleppo depleted the Iranian-led axis more than clashes in any other area in Syria. Without any accurate count, it is enough to say that hundreds of pro-Iranian fighters were killed in the battles; among those who died were high-ranking officers in both Iran’s Islamic Revolutionary Guard Corps and Hezbollah.”

Hashem added that Iran and its allies also capitalized on the shifting international and regional context regarding the war in Syria. “To the coalition fighting on the side of [Syrian President Bashar al-] Assad, there were no concerns about game-changing decisions with respect to the international community. The United States is busy with the presidential transition and about all it could do was issue statements of condemnation. Turkey is on bad terms with the West and has started investing in new relationships with Russia and Iran; this brought about the possibility of involving Ankara in the final solution to the Aleppo dilemma and later in efforts to reach a nationwide cease-fire that could help stabilize the situation. On the opposition side, the same givens clearly mean that a defeat in Aleppo will have dire implications on the status and morale of Syrians opposed to the regime. Regional countries backing the opposition kept their distance while waiting to see what the new administration in Washington was going to do in terms of the Syrian crisis. This doesn’t mean a total withdrawal from the scene, but rather that there is a moment to reassess and later decide whether to be part of an overall strategy or to start a separate strategy.”

Adnan Abu Amer wrote that Iran-Hamas ties, already strained, are likely to worsen after Aleppo. Hamas has backed armed groups battling Syrian government forces and has been investigating the Iran-linked Harakat al-Sabireen Movement for Supporting Palestine in Gaza. Hamas receives some funding from Iran, but ties have soured over Syria.

Hashem concluded that the next steps in Syria may include increased progress toward a diplomatic settlement. “It seems more likely,” Hashem wrote, “with Turkey, Iran and Russia unifying efforts, that the new chapter might involve more words and fewer bullets, where politics will be the tool to transform the anti-Assad struggle into a much weaker insurgency. Assad perhaps should thank his adversaries — inside and outside Syria — for having been so divided in a battle that seemed, at the beginning, to have been a rare opportunity to unite all those against him.”

Read more: http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2016/12/erdogan-wreck-us-turkey-relations-rouhani-aleppo.html#ixzz4UVK00zpH

What price is Russia ready to pay for Turkey?

0

showimageThe Jerusalem Post

RUSSIAN PRESIDENT Vladimir Putin (right) speaks to Turkish President Recep Tayyip Erdogan during their meeting in St. Petersburg, Russia, in August.. (photo credit:REUTERS)

It is conceivable that December was been the most harmful and nervous month for Russian-Turkish relationships during the last several years. A year ago, a Russian military jet was shot down by the Turks but now an even more dangerous and outrageous event happened in Turkey when Russian ambassador to Turkey Andrei Karlov was assassinated in Ankara.

Many politicians and experts saw in death of the ambassador some historical parallels to June 28, 1914, when Archduke Franz Ferdinand, the heir presumptive to the Austro-Hungarian throne, was assassinated. The killing became casus belli of World War I. The shooting down of a Russian fighter on November 24, 2015 caused many to believe that a direct confrontation between the two regional powers was inevitable. However, it happened neither after the incident with the plane nor after the brutal assassination.
How far is Russia ready to go with Turkey if even the murder of a Russian Ambassador could not stop the cooperation between Ankara and Moscow? Why is the Kremlin so persistent in its intentions to keep Turkey at least as a nominal friend? How far will these relations could go? What are the consequences for the West? The feeling of ordinary Russian people about the incident in Ankara was shock. But even so, they did not know how to react or who to blame. A year ago, they were put in a similar position. In 2014 and the first half of 2015, Turkey was a strategic partner of Russia, but after the downing of the Su-24, the Kremlin’s bellicosity towards Turkey was at the highest alert.

During the summer, the situation drastically changed from belligerent relations to a bromance between two leaders. Thus, given the long and perplexing relations, the government’s reaction was direct and asserted that the assassination was a provocation and clear attempt to destroy cooperation between Turkey and Russia.

Politicians and pundits in Russia reiterated again and again this mantra, that it was a provocation. Russian President Vladimir Putin commended that the assassination was an attempt at “interrupting normalization of Russian-Turkish relations and the process of peace building in Syria which actively has been promoted by Turkey, Iran and Russia.”

As in the case with the downing of the Su-24, both sides accused “terrorists” of the act. But for each state the connotation of “terrorist” bears a different meaning.

Ankara blamed US-based cleric Fethullah Gulen for the assassination of the diplomat because reportedly an attacker was a police officer who had been dismissed from his position due to the allegation that he belonged to Gulen’s FETO network. Moscow is officially avoiding such explanations and mostly traces it to radical Islamic terrorists, but in public discourse many Russian politicians and experts consider that behind the scene there is not only a local Middle Eastern terrorist group, but even some specific states.

For Russia, ambassador Karlov was a symbolic figure for Russian-Turkish relations. He became an envoy in July 2013. Under his tenure there occurred all the crucial recent developments between the two countries.

As representative of Russia’s Ministry of Foreign Affairs Maria Zakharova described the relations in the last three years: “We surmounted throughout last year very terrifying times with Turkey. It was a tragic year for bilateral relations and for Turkey itself. Today is the turning point for all.”

Up to this day it is possible to say that Russia does not hold the Turkish government responsible for recent events. An investigation group was sent to Ankara and of course the results of the investigation will influence further policy towards Turkey. The decision has been already made that cooperation with Ankara must continue.

Tellingly, the meetings in Moscow on December 20 between Russian, Turkish and Iranian foreign and defense ministries happened notwithstanding the tragic events in Ankara. Interestingly, according to Ukrainian sources between December 20-21 there was a planned diplomatic mission by the Ministry of Foreign Affairs of Turkey Mevlut Cavusoglu to Kiev, Ukraine. However, because of the death of the Russian envoy, the trip was canceled.

Recently Turkey made one more diplomatic strike at the Kremlin when Turkey, together with Western states, voted for the adoption of the UN General Assembly Resolution: “Situation of human rights in Autonomous Republic of Crimea and the city of Sevastopol (Ukraine).” Adopted on 19 December 2016, it defines Russia as an occupying power in Crimea.

The political elites in Russia and Turkey are seen as offering an unnatural union after a long lasting confrontation between the two nations which was almost archetypal in portraying them as foes. According to the elites, rapprochement should someday end up as cooperation. Just several days before the attack on the Russian envoy, there had been Turkey rallies against Russian atrocities in Aleppo. Even the terrorist who murdered the ambassador dedicated his action to victims of Aleppo. Notwithstanding all the facts, Russia persistently and fervently keeps good relations with Ankara. For instance, the notorious Russian politician Vladimir Zhirinovsky, vehemently cried out one year ago that Russia should attack Istanbul. Now he is simplifying the issue and is defending the new position.

Russia wants to clamp Turkey in its pliers. The death of the Russian envoy could not stop Russia from its expansionist ends. Moscow’s strategy is beyond a simple strategic partnership. The big picture shows that the Russian supported construction of a nuclear power plant in Akkuyu, Turkey’s first such plant, is only a tactical element.

It is noteworthy that the Kremlin has at least four geostrategic tasks regarding Turkey. First, Recep Tayyip Erdogan’s authoritarian tendencies should be fostered.

Secondly, pro-Russian and anti-Western attitudes in Turkish political and militaries elites should be cherished.

Russia has actively been supporting in Turkey the rise of Kemalist political parties which are characterized by strong pro-Russian proclivities and sentiments.

Actually, for the Kremlin, Erdogan is only the instrument for specific purposes and some argue that Kemalist parties are a kind of chrysalis that someday will play a role of the fifth column. Third is to prize the anti-EU and anti-NATO grievances in the Turkish society. Forth is to encourage Turkey to rely on Russia for energy needs.

The ultimate aim of these measures is a geopolitical one. Firstly, it is to recalibrate the official position of Ankara on Syria. Moreover, to make Erdogan more negotiable and to neutralize his support of Sunni Muslims and accept the reality that from now on Russia will have a military presence in the Turkish underbelly.

A recent aforementioned meeting and agreement in Moscow demonstrates that Ankara is ready to negotiate and to renounce some positions on Syria. Secondly, is to derail more than fifty years of Turkish alignment to West and link Turkey to Russia’s Shanghai Cooperation Organization. After the foiled coup in July the deterioration of situation with human rights has taken on an enormous scale and those factors drive a wedge between Ankara, Brussels and Washington. At the beginning, the Kremlin would like to see an eventual halt for European aspirations in Turkey. Erdogan promised a referendum in order to find out desires of the Turkish people about a European future or whether Turkey should make “a pivot to Asia.” Ankara’s promise to restore the death penalty will definitely play a crucial role in relation to the European demands regarding human rights.

If Russia manages to achieve these aforementioned purposes it will create a tremendous global shift. The last decade was historical in that China achieved economic success. The Third World is approaching the geoeconomical parity with the West. In terms of political developments, geopolitical shifts in balance of power between the West and the rest of the states could be achieved if Russia uproots Turkey from the West and restores Assad’s sovereignty over Syrian territory – the prestige effect will be tectonic. On December 23 Vladimir Putin in front of the military elite of Russia stressed that “nowadays we are stronger than any potential aggressor.” For sure these kind statements were inspired until now by feelings of restored Russian great power status.

For Europe, Turkey’s pivot to Asia would mean a heavy geopolitical toll. Europe will become “Fortress of Europe” which is encircled by a belt of instability and surrounded almost on every corner by hostile states or regions. Turkish instability or its turn to Russia is finally closing the belt of instability around Europe and Europe loses key leverage in the Middle East.

Without the United States and with tough liberal approach in diplomacy the European Union might not keep Ankara in its geopolitical camp. Brussels needs the US. Once Richard Nixon stressed to Mao Zedong “What is important is not a nation’s internal political philosophy. What is important is its policy toward the rest of the world and toward us.” Keeping Erdogan by the promises of accession to the EU and some other economic preferences are impossible anymore. Only the security guaranties and only clear western policy to Ankara could save Turkish alignment to the NATO and Europe. Even without them, promises of accession to the EU have already become ironic.

Russia’s zeal has a logic and the Kremlin knows what to do in order to get success. Making a European apostate out of Turkey is the purpose that is worth taking rides on a wild tiger. Russia’s Turkey’s obsession is really justifying finance expenses, military and manpower loses. However, not everything is as straightforward as it seems – Erdogan is as pragmatic as Putin. Between them there is an exercise in a grand game of pragmatism.

On Capitol Hill a new pragmatic leader is emerging in Donald Trump, but Europe is still congested by the uncertainty.

The author is a researcher at the Institute of International Relations in Warsaw University. He is an expert on Russia at the Polish Institute of Foreign Affairs. He is an Assistant of the Head of the Mejlis of Crimean Tatar People since 2014.

He has also represented Crimean Tatars at variety of international institutions as such OSCE.

http://www.jpost.com/Opinion/What-price-is-Russia-ready-to-pay-for-Turkey-477066

Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία είναι λύση που στηρίζεται στον εθνικό και γεωγραφικό διαχωρισμό: Μία αιρετική εισήγηση…

0

spexar-anastasiadhs-aida-akintzi02-750x506Του Σταύρου Λυγερού

File Photo: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης και ο κατοχικός ηγέτης Μουστφά Ακιντζί με τον Ειδικό Σύμβουλο του ΓΓ του ΟΗΕ για την Κύπρο, Έσπεν Μπαρθ `Ειντε και την Ειδική Αντιπρόσωπο του ΓΓ του ΟΗΕ στην Κύπρο, Ελίζαμπεθ Σπέχαρ. Μοντ Πελεράν της Ελβετίας, 20 Νοεμβρίου 2016. ΚΥΠΕ, ΚΑΤΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Δώδεκα και πλέον χρόνια μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, είμαστε στην τελική ευθεία για την επιβολή λύσης τύπου Ανάν! Η εξέλιξη αυτή ήταν αναπόφευκτη. Το 2004 η ελληνοκυπριακή ηγεσία έχασε τη χρυσή ευκαιρία να αξιοποιήσει το συντριπτικό “όχι” για να δρομολογήσει μία αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση. Αυτό σημαίνει απεγκλωβισμό από τα στερεότυπα 40 ετών, τα οποία συντηρούν αυταπάτες. Σημαίνει ειδικά εγκατάλειψη του στερεοτύπου που φέρει τον τίτλο “δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία”.

Η δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία θα μπορούσε θεωρητικά να είναι λύση. Κάτω από αυτό τον τίτλο, όμως, έχει τις τελευταίες δεκαετίες συσσωρευθεί ένα διαπραγματευτικό κεκτημένο, το οποίο με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε λύση τύπου Ανάν. Αυτή η λύση στηρίζεται στον εθνικό-γεωγραφικό διαχωρισμό και προβλέπει μια ιδιότυπη και μη βιώσιμη συνομοσπονδία, διανθισμένη με ομοσπονδιακά στοιχεία, κυρίως σε πτυχές που συμφέρουν την τουρκική πλευρά.

Αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση σημαίνει αναστοχασμό για το περιεχόμενο της λύσης. Προϋπόθεση για να αλλάξει το πλαίσιο αναζήτησης λύσης είναι να ανοίξει η συζήτηση προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς ταμπού και εξ υπαρχής απορριπτέες λύσεις. Προφανώς, στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, με τα τετελεσμένα που έχει δημιουργήσει η μακρόχρονη κατοχή και με τη στάση που έχει υιοθετήσει η Δύση (και συνολικότερα η διεθνής κοινότητα) για το Κυπριακό, δεν είναι ρεαλιστική λύση που να ανταποκρίνεται στους εθνικούς πόθους του Ελληνισμού.

Οι πραγματικές επιλογές είναι και περιορισμένες και εθνικά επώδυνες. Οι Ελληνοκύπριοι βρίσκονται υπό τη διαρκή πίεση και απειλή των κατοχικών στρατευμάτων, αρκετά μακριά από την Ελλάδα, η οποία, για τους γνωστούς λόγους, είναι στα γόνατα. Οι Ελληνοκύπριοι βρίσκονται στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου, σε μια γεωπολιτικά ασταθή περιοχή, όπου τα σύνορα ρευστοποιούνται και ήδη έχουν δρομολογηθεί τεκτονικές αλλαγές. Το σημαντικότερο είναι, όμως, ότι η πολυετής κατοχή έχει δημιουργήσει πολλαπλά τετελεσμένα στη βόρειο Κύπρο. Τα κυριότερα εξ αυτών είναι η μαζική εγκατάσταση Τούρκων εποίκων και η εδραίωση τουρκοκυπριακής κρατικής δομής.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, το ζητούμενο πρέπει να είναι η με ορθολογικό τρόπο ανεύρεση της συγκριτικά καλύτερης δυνατής λύσης, ώστε ο κυπριακός Ελληνισμός να επιβιώσει και να αναπτυχθεί στις πατρογονικές εστίες του. Ρεαλιστική πρόταση για λύση δεν είναι, βεβαίως, η πρόταση που γίνεται αποδεκτή από την τουρκική πλευρά. Είναι η πρόταση που μπορεί να βρει ανταπόκριση και να αποκτήσει ερείσματα στη διεθνή κοινότητα.

Δεδομένου ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. κατέβασε οριστικά το Κυπριακό από το ράφι, μεσοπρόθεσμα δεν υφίσταται η επιλογή “παράταση του σημερινού status quo με την ελπίδα ότι στο μέλλον μπορεί να έλθουν καλύτεροι καιροί”. Το πραγματικό δίλημμα που τουλάχιστον από το 2004 τίθεται στους Ελληνοκυπρίους είναι “ή λύση τύπου Ανάν, ή αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση”.

Η ατταβιστική εμμονή της Λευκωσίας στη “δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία” (με το περιεχόμενο που αυτός ο τίτλος έχει αποκτήσει) ισοδυναμεί με εμμονή σε λύση τύπου Ανάν, δηλαδή στη λύση που απέρριψαν με 76% οι Ελληνοκύπριοι. Αυτό δεν είναι καθόλου πρόβλημα γαι τους κάθε λογής “ανανικούς”. Είναι, όμως, πρόβλημα για όλους όσους πιστεύουν ότι μία τέτοια λύση θα υποθηκεύσει την επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού. Χωρίς αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση, οι “απορριπτικοί” το καλύτερο που μπορούν να επιτύχουν είναι να καθυστερήσουν αυτό που οι ίδιοι θεωρούν καταστροφικό. Η ιστορία μας διδάσκει πως όποιος δεν καταθέτει ρεαλιστική πρόταση είναι καταδικασμένος σε ήττα. Στην εξωτερική πολιτική η άμυνα είναι απαραίτητη, αλλά ποτέ δεν ήταν αρκετή από μόνη της.

Στην περίπτωση του Κυπριακού, όσο δεν πέφτει στο τραπέζι μία εναλλακτική στρατηγική, οι διαπραγματεύσεις θα διεξάγονται στο γνωστό πλαίσιο και με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγούν σε σχέδια τύπου Ανάν. Η περιόδος που μεσολάβησε από το δημοψήφισμα το αποδεικνύει περίτρανα. Δώδεκα χρόνια μετά, ο κυπριακός Ελληνισμός θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα σχέδιο τύπου Ανάν. Αυτή τη φορά, μάλιστα, το “όχι” θα ειπωθεί πιο δύσκολα.

  • Πρώτον, επειδή οι Ελληνοκύπριοι έχουν τραυματιστεί από την οικονομική κρίση και η αυτοπεποίθησή τους έχει κλονιστεί.
  • Δεύτερον, επειδή “τερματοφύλακας” δεν είναι ένας Τάσσος Παπαδόπουλος, αλλά ο Αναστασιάδης, ο οποίος το 2004 είχε φανατικά υποστηρίξει το σχέδιο Ανάν.
  • Τρίτον, επειδή οι δυτικές πιέσεις θα είναι ακόμα πιο ασφυκτικές, επειδή στις γεωπολιτικές σκοπιμότητες έχουν προστεθεί και ενεργειακού χαρακτήρα σκοπιμότητες.

Έχοντας συνείδηση αυτής της πραγματικότητας, με επανειλημμένα άρθρα μου από το 2004 έκρουα τον κώδωνα του κινδύνου και ζητούσα αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση. Υποστήριζα ότι η Λευκωσία μπορούσε να επικαλεστεί την τουρκική αδιαλλαξία, να υπενθυμίσει το συντριπτικό “όχι” του 2004 και να οχυρωθεί πίσω από τη θέση ότι οι Ελληνοκύπριοι θα απορρίψουν και πάλι ένα σχέδιο τύπου Ανάν.

Η προοπτική μιας νέας απόρριψης και ενός νέου αδιεξόδου θα ήταν λόγος οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι να ακούσουν και εναλλακτικές προτάσεις. Δυστυχώς, ούτε ο Παπαδόπουλος, ούτε ο Χριστόφιας και βεβαίως ούτε ο Αναστασιάδης κινήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να βρισκόμαστε εδώ που βρισκόμαστε.

Η αναθεώρηση στρατηγικής είναι διαδικασία. Προϋποθέτει, δηλαδή, την κατάθεση εναλλακτικών προτάσεων ως προς τα σχέδια τύπου Ανάν που καμουφλάρονται πίσω από τον όρο “δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία”. Ως δημοσιογράφος δεν είχα την υποχρέωση να καταθέσω πρόταση. Θεώρησα, όμως, ότι όφειλα να το κάνω, επειδή εάν έμενα μόνο στην ανάγκη αναθεώρησης στρατηγικής από μηδενική βάση θα έμενα στο επίπεδο της διαδικασίας. Ο λόγος μου θα ήταν δεοντολογικός και όχι ουσιαστικός.

Από το 2004 έχω επανειλημμένως γράψει σε άρθρα μου για το “βελούδινο ημιδιαζύγιο”. Την πρότασή μου ανέπτυξα αναλυτικά στο βιβλίο μου “Κυπριακό: Η αιρετική λύση” που κυκλοφόρησε το 2014 (εκδόσεις Πατάκη). Ο όρος “βελούδινο ημιδιαζύγιο” περιγράφει με ακρίβεια το περιεχόμενο της πρότασης. Βελούδινο, λοιπόν, επειδή η πρόταση προσπαθεί να παντρέψει τα βασικά “θέλω” Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Και ημιδιαζύγιο επειδή, ενώ προβλέπει τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κυπριακών κρατών στη λογική “έδαφος έναντι αναγνώρισης”, δεν σταματάει εκεί. Ταυτοχρόνως τα υποχρεώνει θεσμικά όχι μόνο να συνεργάζονται στενά, αλλά και να διατηρούν μεταξύ τους μια πολλαπλή ισορροπία. Προβλέπεται, άλλωστε, η συμμετοχή και των δύο στην Ε.Ε. με κοινό καπέλο.

Η πρόταση για “βελούδινο ημιδιαζύγιο” επινοήθηκε με σκοπό να εκδιώξει την Τουρκία από την Κύπρο. Για να το επιτύχει, ικανοποιεί τα βασικά “θέλω” της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Προφανώς, οι Τούρκοι θα επιχειρούσαν να το τορπιλίσουν εάν ποτέ προτεινόταν από τη Λευκωσία. Θα είχαν, όμως, υψηλό πολιτικό κόστος εάν το απέρριπταν, επειδή ακυρώνει και τα δύο επιχειρήματά τους: Το “βελούδινο ημιδιαζύγιο” αφενός προβλέπει δύο κράτη, αφετέρου διαμορφώνει συνθήκες ασφάλειας για τους Τουρκοκύπριους. Στόχος του είναι να απομακρύνει το μικρό τουρκοκυπριακό κράτος από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Τουρκίας, βάζοντάς το να χορέψει σε ευρωπαϊκούς ρυθμούς. Είναι ποιοτικά διαφορετικό οι Ελληνοκύπριοι να έχουν δίπλα τους ένα τέτοιο κράτος, στο οποίο θα ισχύει απολύτως το ευρωπαϊκό κεκτημένο, αντί να έχουν τα τουρκικά στρατεύματα και εμμέσως πλην σαφώς την Τουρκία.

Με απογοητεύει όταν ακούω ακόμα και καλοπροαίρετους να ταυτίζουν την πρόταση για “βελούδινο ημιδιαζύγιο” με την πρόταση για λύση του Κυπριακού με την αναγνώριση δύο κρατών. Αν πίστευα στη λύση των δύο κρατών δεν θα χρειαζόταν να γράψω ολόκληρο βιβλίο. Η πρότασή μου, λοιπόν, κατατέθηκε ως προσωπική συμβολή στη ζωτικά αναγκαία διαδικασία αναθεώρησης στρατηγικής από μηδενική βάση. Δεδηλωμένος σκοπός μου ήταν να συμβάλω στο άνοιγμα ενός άλλου δρόμου. Θα ήμουνα ευτυχής εάν στο πλαίσιο ενός τέτοιου εθνικού αναστοχασμού άκουγα άλλη ρεαλιστική πρόταση που να υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων με καλύτερο τρόπο από το “βελούδινο ημιδιαζύγιο”.

Όσον αφορά την πρότασή μου, άλλωστε, δεν είχα ούτε στιγμή αυταπάτες ότι έστω θα εξετασθεί σοβαρά από τη Λευκωσία και την Αθήνα. Είχα, ωστόσο, την αμυδρή ελπίδα ότι μπορεί να συμβάλει στην έναρξη της ζωτικά αναγκαίας εθνικής συζήτησης για αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών. Ούτε αυτό, όμως, συνέβη.

Είχα συνείδηση ότι το “βελούδινο ημιδιαζύγιο” θα σοκάριζε πολλούς, επειδή παραβιάζει τα ταμπού τεσσάρων δεκαετιών. Εξ ου και ο τίτλος “Η αιρετική λύση”. Πίστευα και πιστεύω, όμως, ότι ο κυπριακός Ελληνισμός δεν έχει ούτε καλύτερη εναλλακτική λύση (που να έχει κατατεθεί στον δημόσιο διάλογο), ούτε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Γι’ αυτό και εξέθεσα τον εαυτό μου σε στερεότυπες επιθέσεις όχι μόνο εκ μέρους των “ανανικών”, αλλά και εκ μέρους “απορριπτικών”.

Είναι ειρωνικό να ακούω “ανανικούς” να ξορκίζουν τη διχοτόμηση. Για να αντλήσουν λαϊκή υποστήριξη, καλλιεργούν την αυταπάτη της επανενοποίησης της Μεγαλονήσου. Στην πραγματικότητα, όμως, η λύση που προωθούν νομιμοποιεί τον έλεγχο της Άγκυρας στον Βορρά και εγγράφει τουρκικές υποθήκες στο Νότο. Με άλλα λόγια, εάν εφαρμοσθεί, όχι μόνο θα νομιμοποιήσει την υφιστάμενη διχοτόμηση, αλλά και θα καταστήσει όμηρο την ελεύθερη Κύπρο.

Οι “απορριπτικοί” δικαιούνται να αυτοπροβάλλονται ως αντίπαλοι της διχοτόμησης. Σε πρώτο επίπεδο, όμως, επειδή η χωρίς αντιπρόταση αυτάρεσκη απόρριψη λύσης τύπου Ανάν αντικειμενικά διευκολύνει όσους προωθούν τέτοια λύση. Με άλλα λόγια, η αντίφαση των “απορριπτικών” είναι ότι σε τελευταία ανάλυση παίζουν αντικειμενικά το παιχνίδι των αντιπάλων τους. Μόνο εάν αντιπαραθέσεις συγκεκριμένη ρεαλιστική πρόταση υπάρχει μία ελπίδα να σπάσει η διαπραγματευτική ομηρία στην οποία ο κυπριακός Ελληνισμός έχει περιέλθει εδώ και δεκαετίες.

Σήμερα, ωστόσο, φοβάμαι ότι και γι’ αυτό είναι αργά. Ο πρόεδρος Αναστασιάδης έχει πάει πολύ μακριά. Όταν η Αθήνα αρνήθηκε να συμπράξει σε λύση που να προβλέπει κατάργηση του παρωχημένου καθεστώτος των εγγυήσεων και αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, δεν δίστασε να την παγιδεύσει. Αποδέχθηκε ημερομηνία σύγκλησης της διάσκεψης για την εξωτερική πτυχή του Κυπριακού, αφενός χωρίς να έχει προκύψει συμφωνία για το εδαφικό, αφετέρου χωρίς να έχει μεσολαβήσει συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν. Τη συνάντηση αυτή είχε θέσει ως όρο η Αθήνα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει δυνατότητα συμφωνίας στο ζήτημα των εγγυήσεων. Η συνάντηση αυτή θα πραγματοποιηθεί μάλλον τις παραμονές της διάσκεψης, αλλά έχει χάσει τον ρόλο, για τον οποίον την είχε ζητήσει η Αθήνα. Θα γίνει περισσότερο για να τηρηθούν τα προσχήματα.

Στο σημείο που έχει φέρει τα πράγματα ο πρόεδρος Αναστασιάδης, είναι εξαιρετικά δύσκολο ο κυπριακός Ελληνισμός να απεμπλακεί, χωρίς να πληρώσει υψηλό πολιτικό-διπλωματικό κόστος. Κόστος δεν είναι μόνο να φορτωθεί στην ελληνική πλευρά η ευθύνη ενός ναυαγίου, ειδικά εάν φθάσουμε σε δημοψήφισμα και οι Ελληνοκύπριοι επαναλάβουν το “όχι”.

Ο Αναστασιάδης χρησιμοποιεί την απειλή της προσάρτησης των Κατεχομένων ως μέσο πίεσης προς όσους αντιδρούν σε λύση τύπου Ανάν, αλλά ούτε και αυτός την πολυπιστεύει, επειδή η Άγκυρα τα έχει ξαναπεί στο παρελθόν. Εκτιμώ πως αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μπλόφα. Εάν ο Ερντογάν δεν πάρει αυτό που θέλει θα έχει μεγάλο πολιτικό πειρασμό να μεγαλώσει την εδαφική επικράτεια της Τουρκίας. Μία τέτοια κίνηση ταιριάζει απολύτως στο νεοοθωμανικό όραμά του και αναμφισβήτητα θα έχει υψηλό πολιτικό συμβολισμό. Η όλη ρητορική του, άλλωστε, για τη συνθήκη της Λωζάννης και τα χαμένα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκ των πραγμάτων προετοιμάζει το έδαφος.

Εάν τα πράγματα φθάσουν εκεί, είναι δεδομένο ότι ο Αναστασιάδης θα επιχειρήσει να φορτώσει την ευθύνη σε όσους θα έχουν υποστηρίξει το “όχι”, εάν, βεβαίως, φθάσουμε στο δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του είναι αρνητικό. Η πραγματικότητα είναι, ωστόσο, ότι την ευθύνη έχει ο ίδιος, που έκανε τα πάντα για να δημιουργήσει τετελεσμένα και να παρασύρει τους Ελληνοκύπριους σ’ έναν δρόμο που πριν 12 χρόνια είχαν απορρίψει με το συντριπτικό 76%.

http://www.apopseis.com/%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B6%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%AF/

Ο Τραμπ και οι αποφάσεις του θα κρίνουν την πορεία της διεθνούς οικονομίας το 2017

0

ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ

o-tramp-kai-oi-apofaseis-toy-8a-krinoyn-thumb-large

Αν ο Τραμπ προχωρήσει σε επιβολή δασμών 45% στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, θα κηρύξει ανοικτό εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, σε μια στιγμή που η δεύτερη οικονομία στον κόσμο προχωράει σε μαζικές πωλήσεις ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου για να περιφρουρήσει το νόμισμά της.

Το Λονδίνο χωρίς την εμβληματική αγορά των ασφαλιστικών εταιρειών Lloyds, μια ακύρωση διεθνών συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου έπειτα από παρέμβαση των ΗΠΑ και ένας ανοικτός εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη είναι τα μέρη ενός πιθανού σεναρίου για το 2017. Μπορεί να αποδειχθούν υπερβολικές οι προβλέψεις για μια τέτοια ανατροπή σκηνικού στην παγκόσμια οικονομία, αλλά γι’ αυτές τις εξελίξεις προϊδεάζουν όσα, κατά το μάλλον ή ήττον, αιφνιδιαστικά συνέβησαν το 2016.

«Η σημαντικότερη πηγή ανατροπών για την παγκόσμια οικονομία, είτε θετικών είτε αρνητικών, είναι η πολιτική που θα εφαρμοσθεί στις ΗΠΑ», σύμφωνα με την εταιρεία προβλέψεων Oxford Economics, η οποία, αναφερόμενη στον νεοεκλεγέντα πρόεδρο των ΗΠΑ, χαρακτήρισε εξίσου πιθανή μια ύφεση ή μια σημαντική τόνωση της αμερικανικής οικονομίας από τη στιγμή που θα αναλάβει ο Ντόναλντ Τραμπ. Και είναι όντως πιθανόν ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ να προκαλέσει ένταση στις οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη: την αμερικανική και την κινεζική. Αν προχωρήσει σε επιβολή δασμών 45% στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, θα κηρύξει ανοικτό εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, σε μια στιγμή που η δεύτερη οικονομία στον κόσμο προχωράει σε μαζικές πωλήσεις ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου για να περιφρουρήσει το νόμισμά της. Αν, βέβαια, κρίνει κανείς από τις πυροσβεστικές παρεμβάσεις συμβούλων του Ντόναλντ Τραμπ, το πιθανότερο είναι να υπαναχωρήσει σε αυτή την προεκλογική του υπόσχεση προς τις αμερικανικές βιομηχανίες μεταποίησης. Ενδέχεται, όμως, να οδηγήσει σε κλιμάκωση την ένταση με το Πεκίνο, υλοποιώντας μια άλλη συμβολικής σημασίας κίνηση: Να κηρύξει την Κίνα χώρα που χειραγωγεί το νόμισμά της.

Παράλληλα, μια άλλη μείζονα εξέλιξη που κληροδότησε το 2016 στο 2017, η απόφαση των Βρετανών να αποσχισθούν από την Ε.Ε., έχει καταγραφεί μόνον ως πολιτική απόφαση και όχι ως οικονομικό γεγονός, όπως εύστοχα έχουν επισημάνει ειδικοί αναλυτές. Από τον Μάρτιο, όμως, οπότε αναμένεται άνευ άλλου απροόπτου να ενεργοποιήσει η Βρετανίδα πρωθυπουργός το άρθρο 50 για την απόσχιση από την Ε.Ε., θα αρχίσει η πραγματική διαπραγμάτευση για το Brexit. Ενδέχεται να κλονιστεί ο διεθνής ρόλος του Λονδίνου ως παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού κέντρου, αν αποφασίσουν να το εγκαταλείψουν όσες τράπεζες ή επιχειρήσεις έχουν προβεί σε σχετικές προειδοποιήσεις. Η προοπτική διαγράφεται ρεαλιστική, δεδομένου ότι τουλάχιστον η εταιρεία Lloyds, ηλικίας 328 ετών, έχει ανακοινώσει την πρόθεσή της να μεταφέρει, μέσω θυγατρικής της, τμήμα των δραστηριοτήτων της σε άλλη χώρα-μέλος της Ε.Ε.

Μόλις τέσσερις ημέρες πριν από το τέλος του 2016, και ο τραπεζικός όμιλος Lloyds προέβη σε ανάλογη ανακοίνωση. Κάποια στελέχη του Σίτι, όπως ο Μαρκ Μπόλετ, επιμένουν ότι το Λονδίνο θα παραμείνει «το κορυφαίο χρηματοπιστωτικό κέντρο του κόσμου» ό,τι κι αν συμβεί το 2017.

Οι ΗΠΑ και η TTIP

Αν ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ υλοποιήσει την προεκλογική του δέσμευση να αναθεωρήσει τη σχέση της χώρας του με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, πιθανώς να υπονομεύσει τη λειτουργία του διεθνούς οργανισμού, δεδομένου του ειδικού βάρους της υπερδύναμης. Μπορεί, τελικά, να αποφύγει κάτι τόσο ακραίο, ώστε να αποτρέψει τυχόν παρενέργειες στις αμερικανικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των προσωπικών του επιχειρήσεων, σύμφωνα με αναλυτές της Deloitte. Ισως, όμως, υλοποιήσει μια άλλη προεκλογική του εξαγγελία και αναστείλει κάθε ενέργεια σχετικά με τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση για το Εμπόριο και τις Επενδύσεις. Πρόκειται για τη γνωστή ΤΤΙΡ, την ευρύτερη συμφωνία που επιχειρήθηκε ποτέ παγκοσμίως και την προωθούσαν Ουάσιγκτον και Βερολίνο, παρά τις εναντίον της αντιδράσεις σε πολλές χώρες. Την ίδια στιγμή, αν η Fed υλοποιήσει την εξαγγελία της για άλλες τρεις αυξήσεις των επιτοκίων του δολαρίου, ενδέχεται να καταφέρει νέο πλήγμα στις αναδυόμενες οικονομίες, προκαλώντας μαζικό επαναπατρισμό κεφαλαίων στις ΗΠΑ, καθώς οι επενδυτές θα προσβλέπουν σε μεγαλύτερες αποδόσεις. Ορισμένοι αναλυτές φτάνουν, άλλωστε, στο σημείο να προειδοποιήσουν ότι ένας νέος γύρος ανόδου των επιτοκίων μπορεί να αναστείλει την ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας.

“Καθημερινή”

Οι προτεραιότητες της τουρκικής διπλωματίας

0

ΝΙΚΟΣ ΣΤΕΛΓΙΑΣ

oi-proteraiothtes-ths-toyrkikhs-diplwmatias-thumb-large

Αυτήν τη στιγμή ο προβληματισμός του Ερντογάν, σύμφωνα με αναλυτές, αφορά τα εσωτερικά προβλήματα και τη Συρία.

Πέντε φάκελοι οι οποίοι βρίσκονται στο γραφείο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καθορίζουν τις κατευθυντήριες γραμμές της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας της νέας περιόδου. Καλά ενημερωμένες πηγές, αναλύοντας για λογαριασμό της «Κ» τις τελευταίες εξελίξεις στο πεδίο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, επισημαίνουν ότι τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό δεν αποτελούν προτεραιότητα για την Αγκυρα.

Αντιθέτως, οι σημαντικές εξελίξεις στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο της Τουρκίας και ο αντίκτυπος που αυτές έχουν στο Κουρδικό, στις σχέσεις Τουρκίας – Δύσης και στις κρίσεις της Συρίας και του Ιράκ είναι τα ζητήματα στα οποία εστιάζουν ο Τούρκος πρόεδρος και οι συνεργάτες του.

Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης «ανάγνωσης», οι πηγές μας εστιάζουν στις τέσσερις σημαντικές προτεραιότητες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής κατά τη νέα περίοδο ως εξής:

Νο 1: Κουρδικό

Στη νέα περίοδο, το κουρδικό ζήτημα, το οποίο απασχολεί την τουρκική πολιτική σκηνή αλλά και την κοινή γνώμη της χώρας από τις αρχές της δεκαετίας ’80, εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στον καθορισμό των κατευθυντήριων γραμμών της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.Τους τελευταίους μήνες, η τουρκική διπλωματία εστιάζει την προσοχή της στον στόχο του διαμελισμού του αναδυόμενου κουρδικού κράτους στην Συρία και στο Ιράκ. Ο συγκεκριμένος στόχος χαράζεται στο πλαίσιο της πολιτικής «καταπολέμησης» των «τρομοκρατικών οργανώσεων».

Στη Συρία, μετά την κατάληψη της πόλης Αλ Μπαπ, η Αγκυρα στρέφει την προσοχή της στο Μούμπιτς, το οποίο έχει καταληφθεί από τις κουρδικές δυνάμεις, ενώ δεν παραλείπει να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου και για το μέλλον της περιοχής του Ορους Σίντζαρ στο Ιράκ. Σε αυτό τον αγώνα για την «καταπολέμηση της τρομοκρατίας» στο μέτωπο του κουρδικού ζητήματος, ο πρόεδρος Ερντογάν στηρίζεται στη βοήθεια και συνεργασία της Ρωσίας, ενώ την ίδια στιγμή ασκεί δριμύτατη κριτική στην Δύση και στις ΗΠΑ.

Νο 2: Επιπτώσεις της 15ης Ιουλίου

Το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου βρίσκει την Τουρκία αντιμέτωπη με σαρωτικά προβλήματα σε πολλά πεδία. Το τουρκικό κράτος παρουσιάζει σημάδια διάλυσης, οι τουρκικές Ενοπλες Δυνάμεις διανύουν μία από τις πιο δύσκολες περιόδους τους και στο εσωτερικό της Τουρκίας επικρατεί κλίμα αγωνίας και αβεβαιότητας. Την ίδια ώρα, το κύμα των συλλήψεων και ανακρίσεων συνεχίζεται. Χιλιάδες στρατιωτικοί, γραφειοκράτες, ακαδημαϊκοί και δημόσιοι υπάλληλοι απομακρύνονται από τα καθήκοντά τους.

Από τη σκοπιά της τουρκικής κυβέρνησης, η αναχαίτιση της δυναμικής του αποτυχημένου πραξικοπήματος, η καταπολέμηση του κινήματος Γκιουλέν και η ανασυγκρότηση του τουρκικού κράτους αποτελούν τη δεύτερη προτεραιότητα της Αγκυρας και της τουρκικής διπλωματίας. Οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας μεταβάλλουν από λεπτό προς λεπτό την τουρκική εξωτερική πολιτική, η οποία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις δυτικές πρωτεύουσες. Οι «πρώην σύμμαχοι» στη Δύση κατατάσσονται πλέον στο «αντίπαλο στρατόπεδο» των δυνάμεων, δηλαδή, που έχουν υποστηρίξει το πραξικόπημα, γεγονός που ωθεί την Τουρκία στη δρομολόγηση νέων αναζητήσεων στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.

Νο3: Η συντηρητική συμμαχία

Το τέλος του 2016 βρίσκει την Τουρκία να οδεύει με γοργούς ρυθμούς προς ένα νέο πολίτευμα, ένα προεδρικό σύστημα, το οποίο θα παρέχει ενισχυμένες αρμοδιότητες και εξουσίες στον πρόεδρο Ερντογάν. Η συγκεκριμένη εξέλιξη δρομολογείται στην Αγκυρα με βάση τη στρατηγική συμμαχία του κυβερνώντος κόμματος με το Κίνημα των Γκρίζων Λύκων.

Οι πληροφορίες της «Κ» δείχνουν ότι η συγκατάθεση των Γκρίζων Λύκων για το νέο πολίτευμα δεν έρχεται χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Οι Γκρίζοι Λύκοι απαιτούν την τήρηση αποφασιστικής γραμμής σε όλα τα εθνικά ζητήματα. Στο κουρδικό ζήτημα, το κίνημα απαιτεί τη στρατιωτική αντιμετώπιση και εξουδετέρωση του κουρδικού κινήματος. Στη Συρία και στο Ιράκ, το κίνημα συμμερίζεται το όραμα του προέδρου Ερντογάν για την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης. Στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό, οι Γκρίζοι Λύκοι ζητούν από τον νέο πολιτικό παρτενέρ τους την τήρηση της «εθνικής γραμμής». Ο πρόεδρος Ερντογάν από τη μεριά του φαίνεται να προσεγγίζει θετικά τις συστάσεις των Γκρίζων Λύκων.

Νο4 : Αναζήτηση νέων αγορών

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει την τελευταία περίοδο η τουρκική οικονομία κυρίως εξαιτίας των διακυμάνσεων στη διεθνή οικονομία, των πρόσφατων τρομοκρατικών χτυπημάτων και της αβεβαιότητας στο εσωτερικό και στα σύνορα της Τουρκίας, υποχρεώνουν την τουρκική διπλωματία να αλλάξει γραμμή και να ξεκινήσει την αναζήτηση νέων στρατηγικών συμμάχων και νέων αγορών όπου θα δραστηριοποιηθεί το αναδυόμενο τουρκικό κεφάλαιο.

Στην νέα περίοδο, η Αγκυρα στρέφει την προσοχή της στις αγορές της Ρωσίας, του Ιράν και της Κίνας, ενώ συνεχίζει να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική συνεργασία των αραβικών μοναρχιών. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση του ΑΚΡ δεν παραλείπει τις προειδοποιητικές βολές προς τη Δύση, ελπίζοντας ότι αυτές θα είναι αρκετές για να αλλάξουν την πολιτική γραμμή τόσο της Ουάσιγκτον όσο και των ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στην Τουρκία.

“Καθημερινή”

Οι “Ανιχνεύσεις” σας εύχονται Καλή Χρονιά

8

kalhxronia-%ce%b1%ce%bd%ce%b9%cf%87%ce%bd%ce%b5%cf%8d%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82Καλή Χρονιά με υγεία και ευτυχία.

The New U.S. Sanctions Are Directed at Trump As Much As Russia

0
By Joshua Keating DEC. 30 2016 9:29 AM
146422114-russias-president-vladimir-putin-and-exxonmobil-jpg-crop-promo-xlarge2
Russia’s President Vladimir Putin and Exxon Mobil Chairman Rex Tillerson in the Black Sea port of Tuapse, Russia, on June 15, 2012.

Mikhail Klimentyev/AFP/Getty Images

Russian President Vladimir Putin said on Friday that he will not expel U.S. diplomats as a response to the Obama administration’s retaliatory measures against Putin’s election-related cyberattacks.

Joshua KeatingJOSHUA KEATING

Joshua Keating is a staff writer at Slate focusing on international affairs.

Russia’s foreign minister, Sergei Lavrov, had suggested that Putin meet the U.S. sanctions that were announced on Thursday in kind, but the president declined the suggestion, likely looking to cultivate relations with the incoming Donald Trump administration.

As punishment for Russia’s alleged role in the hacking during the 2016 U.S. presidential campaign, Obama announced that the U.S. is shutting down two Russian government compounds in the United States, expelling 35 Russian diplomats described as intelligence operatives, and issuing sanctions on a number of senior Russian officials and companies.

Putin appears to agree with the widespread assumption that Trump will pursue a much more Russia-friendly foreign policy than Obama, so perhaps he feels it’s hardly worth getting that worked up over measures taken by a president who’s going to be gone in three weeks.

 President-elect Trump has certainly given indications that he’s not too concerned about the hacking, which senior U.S. intelligence officials have said was meant to help his campaign. On Friday, in response to the news of the sanctions, Trump released a statement saying that it’s time for “our country to move on to bigger and better things,” though he finally agreed to meet with intelligence officials to be “updated on the facts” about the issue.

The administration’s moves Thursday may, in fact, be as much about sending a message to the incoming administration and to Capitol Hill as it is about sending one to the Kremlin.

One major indication of just how much Trump’s Russia policy will deviate from the norm—and one area where Obama may be seeking to box in Trump on his way out the door—is Rex Tillerson’s nomination as secretary of state. The pro-Russian oil man is now sure to be asked about sanctions, Russia’s alleged role in the election, its conduct during the war in Syria, the legitimacy of its annexation of Crimea, and a host of other Russia-related issues at his confirmation hearings. A number of Russia hawk Republicans in the Senate have already expressed concern about Tillerson’s business ties to Russia and personal relationship with Putin. After Thursday’s announcement, John McCain and Lindsey Graham called for even stronger sanctions on Russia than those rolled out by Obama. (This was predictable: no anti-Russian sanctions are ever strong enough for McCain and Graham.)

Putin may not be taking those measures all that seriously, but they potentially leave Trump and Tillerson in the position of arguing to a skeptical Congress that the allegations of election hacking are no big deal.

Previous rounds of sanctions on Russia haven’t done much to alter Russian behavior. If the sanctions move Trump at all away from Russia—or increase distance between Republicans in Congress and the Trump administration on a critical nomination, or general policy toward Russia—then they may well end up being more effective.

http://www.slate.com/blogs/the_slatest/2016/12/30/obama_s_new_russia_sanctions_might_make_rex_tillerson_s_confirmation_an.html

Εξουσία, αριστερά, «πόθεν έσχες» και δημόσιος χώρος.

1

imagesΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Η καθιέρωση του «πόθεν έσχες» θα ήταν μια θετική απόφαση αν συνοδευόταν και από τους αναγκαίους ελέγχους μετά την υποβολή των οικονομικών στοιχείων των υπόχρεων να τα δηλώσουν.
Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως στην Ελλάδα αυτό γίνεται στο βαθμό που χρειάζεται. Μπορεί να συμβεί μόνο για τους αντιπάλους της κάθε φορά πολιτικής εξουσίας, ώστε να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής επίθεσης. Καλό θα ήταν να τηρούνταν οι προβλέψεις του νόμου στο μεγαλύτερο βαθμό αλλά, ακόμη και αν δεν τηρούνται, είναι καλύτερο το ότι το «πόθεν έσχες» υπάρχει από το να μην υπήρχε καθόλου.
Η δημοσιοποίηση των σχετικών δηλώσεων έχει και μια άλλη, πολιτική διάσταση, ιδιαίτερα αν πρόκειται για πρόσωπα που υπηρετούν τις ιδέες της αριστεράς.
Διότι, υποτίθεται, πως η βασικότερη αρχή στην οποία βασίζεται η μαρξιστική, κυρίως, αριστερά, είναι η ανάλυση της εκμετάλλευσης του εργαζομένου και η παραγωγή πλούτου μέσω της υπεραξίας, από την εκμετάλλευση αυτή.
Άραγε, που τα βρίσκουν τα πολλά χρήματα άνθρωποι που επικαλούνται τις αρχές της αριστεράς,, ως νοηματοδότηση της ζωής τους, χωρίς να εκμεταλλεύονται- κατά τον Μάρξ- τον συνάνθρωπό τους;
Αλλά, όταν πρόκειται για πολιτικούς διαχειριστές, και μάλιστα σε μια κοινωνία σε βαθύτατη οικονομική κρίση, όπως σήμερα η ελληνική, προκύπτει και ένα άλλο, πολύ σημαντικό ερώτημα: μπορεί οι άνθρωποι αυτοί, ως διαχειριστές της εξουσίας, κάτω από την ισχυρή πίεση των δανειστών τους να ακολουθήσουν πολιτική υπέρ των ασθενέστερων, οικονομικά, στρωμάτων, όταν δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά και δεν αντιλαμβάνονται τις τραγικές δυσκολίες που τα στρώματα αυτά διέρχονται;
Η καθημερινή πράξη και η συμπεριφορά τους στη βουλή δείχνει πως όχι. Συμφωνούν σε όλα, τα ψηφίζουν όλα και δεν μπαίνουν στον κόπο να διαμορφώσουν μια εναλλακτική πολιτική.
Η περίπτωση του, οικονομικά, ευκατάστατου κυρίου Τσακαλώτου είναι χαρακτηριστική: συμπεριφέρεται υποτακτικά στους διεθνείς συνομιλητές του και, προκειμένου να διατηρήσει το αριστερό, θεωρητικό άρωμά του, όταν επιστρέφει στην Ελλάδα τόσο αυτός όσο και η υποκριτική κίνηση των «53» της οποίας ηγείται, βγάζουν τη γλώσσα, εκ του ασφαλούς. Το δυστύχημα είναι πως η τακτική τους βρίσκει απήχηση σε έναν αό που επαίρεται για την πολιτική του- και όχι μόνο- οξύνοια.
Ο κ. Τσακαλώτος, και ο Συριζα ως αριστερά, όφειλαν να έχουν μια διαφορετική πολιτική στη διαχείριση της κρίσης. Αν πρόκειται να εφαρμόζουν την ίδια πολιτική με τους νεοφιλελεύθερους, τότε πια η σημασία της εκλογής τους;
Για την κοινωνία καμία. Για τους ίδιους, όμως, υπάρχει. Η ανάδειξη στην κυβέρνηση του Συριζα αποκάλυψε, πρωτίστως, τα χαρακτηριστικά μιας ελληνικής αριστεράς η οποία, μεταπολιτευτικά αντιμετώπισε τον χώρο αυτό ως επάγγελμα. Ήταν επαγγελματίες αριστεροί. Και τα άτομα αυτά δεν βρίσκονται, σήμερα, μόνο στο Συριζα. Αν και βρίσκονται στο πολιτικό περιθώριο, διατέλεσαν πρώην σύντροφοι των σημερινών στελεχών του κυβερνώντος κόμματος. Είναι όλοι αυτοί που προήλθαν από τον πυρήνα της ανανεωτικής αριστεράς στην Ελλάδα και από τις παρυφές του ΚΚΕ και «ριζοσπαστικοποιημένων» ανανεωτικών ομάδων, όπως της παλαιάς, γνωστής, ως Β! Πανελλαδικής, τροτσκιστικών σεκτών κλπ.
Είναι αυτοί που στη λαϊκή διάλεκτο αποκλήθηκαν «αριστεροί στα λόγια και δεξιοί στην τσέπη».
Αριστερά με ιδεολογική συνέπεια δεν υπήρξε στην Ελλάδα.
Όσοι σκέφτονται το ΚΚΕ θα συμφωνήσουν, νομίζω, πως συμπεριφέρεται σήμερα, περισσότερο σαν ένας ιδεολογικός, επιχειρηματικός οργανισμός. Οι δε άλλες, εξωκοινοβουλευτικές αριστερίστικες σέκτες έχουν διαλυθεί και διότι δεν υπάρχει κοινωνικό πεδίο που να τις συντηρεί και διότι οι κρατικές δυνάμεις που τις συντηρούσαν, δεν υφίστανται.
Σε ό,τι αφορά, δε, τον αναρχοαυτόνομο, αντιεξουσιαστικό χώρο, αυτός και αν είδε την ύπαρξη κι παρουσία του ως επαγγελματική διασφάλιση. Παρακολουθείστε τη συμμετοχή του στους «αλληλέγγυους».
Άραγε, όλα αυτά τι σημαίνουν; Πως δεν υπάρχει χώρος για την αριστερά;
Μετά την εμπειρία του Συριζα, η έννοια αυτή θα κάνει χρόνια να αποκτήσει θετική σημασία στην ελληνική κοινωνία. Αλλά, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας πολιτικής πρότασης που θα πιστεύει στο δημόσιο χώρο. Που θα πιστεύει και θα μάχεται για δημόσια αγαθά που απειλούνται. Το δημόσιο σχολείο, το δημόσιο πανεπιστήμιο, το δημόσιο νοσοκομείο, η διατήρηση υπο κρατικό έλεγχο βασικών κοινωνικών αγαθών όπως είναι το νερό, η ασφάλεια, η άμυνα, η κοινωνική πολιτική υπέρ των ασθενέστερων, οικονομικά, στρωμάτων, η ουσιαστική διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η διαμόρφωση από το κράτος των ρυθμιστικών κανόνων της αγοράς, χωρίς υπονόμευση της επιχειρηματικότητας. Διότι αγορά χωρίς κανόνες είναι κοινωνικός φασισμός.
Όσοι πιστεύουν σ αυτήν την πολιτική αντίληψη πρέπει- εκτός των άλλων- να υπερπηδήσουν τις δυσκολίες που δημιούργησε η άσκηση κυβερνητικής εξουσίας από το Συριζα. Και το εγχείρημα αυτό είναι εξίσου δύσκολο με την απουσία συγκροτημένων, πολιτικά, στελεχών, που θα υποστηρίξουν πειστικά τις κοινωνικές αυτές αναγκαιότητες.
Προς το παρόν, το εκκρεμές κινείται από τον «αριστερό» καιροσκοπισμό, στο νεοφιλελευθερισμό. Το σκοτάδι, ακόμη, είναι βαθύ. Αλλά και η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.