







Οι διαφωνίες για τις τιμές της ενέργειας και τον επταετή προϋπολογισμό της Ένωσης αποκαλύπτουν τη δυσαρέσκεια για τις επιδόσεις του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
ΒΕΛΓΙΟ – ΕΕ – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν συνομιλούν πριν από συνεδρίαση στρογγυλής τραπέζης στις Βρυξέλλες, στις 15 Οκτωβρίου 2026. | Ludovic Marin/AFP μέσω Getty Images
16 Οκτωβρίου 2026, 2:03 π.μ. CET
Των Zoya Sheftalovich, Ben Makuch, Martina Sapio και Ben Munster
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ — Ο Αντόνιο Κόστα υποτίθεται ότι είναι ο διαπραγματευτής που ενώνει τους Ευρωπαίους ηγέτες. Όλο και συχνότερα, όμως, οι προσπάθειές του πέφτουν στο κενό.
Στη σύνοδο κορυφής των εθνικών ηγετών της Ένωσης την Πέμπτη, ο Κόστα —ο οποίος, σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα ισχυρά πολιτικά πρόσωπα της ΕΕ σήμερα, είναι σοσιαλιστής— δέχτηκε την πιο σφοδρή κριτική από τότε που ανέλαβε την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχεδόν πριν από δύο χρόνια. Η δυσαρέσκεια επικεντρώθηκε στον χειρισμό δύο άσχετων μεταξύ τους διαπραγματεύσεων: για τη συγκράτηση των τιμών της ενέργειας και για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ.
Οι κυβερνήσεις ήθελαν οι συζητήσεις και για τα δύο θέματα να σημειώσουν πρόοδο κατά τη διήμερη σύνοδο, η οποία ήταν προγραμματισμένο να συνεχιστεί την Παρασκευή. Αντί γι’ αυτό, το αποτέλεσμα ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, στασιμότητα — και, στη χειρότερη, βαθύτερος διχασμός. Η πρώτη ημέρα συζητήσεων διήρκεσε 14 ώρες, αλλά απέφερε ελάχιστα.
Όσο περισσότερο παρατείνονται οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό, «τόσο περισσότερες δυσκολίες θα αντιμετωπίζουμε», είπε στο POLITICO ο πρωθυπουργός της Φινλανδίας, Πέτερι Όρπο. «Πρέπει, λοιπόν, να βρούμε λύση μέσα στη χρονιά. Καταλαβαίνω πολύ καλά ότι είναι δύσκολο. Είναι τεράστια πρόκληση».
Οι διακυβεύσεις δύσκολα θα μπορούσαν να είναι μεγαλύτερες. Η ΕΕ επιδιώκει επειγόντως να αντιμετωπίσει την κρίση του κόστους ζωής και να συμφωνήσει για τον προϋπολογισμό πριν από τις εθνικές εκλογές της επόμενης χρονιάς, που θα κάνουν την επίτευξη συμφωνίας ακόμη δυσκολότερη. Η έλλειψη ενότητας ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη γίνεται πιο εμφανής καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ κάνει κινήσεις που ευνοούν τη Ρωσία στον πόλεμο της Ουκρανίας, η ευρωπαϊκή οικονομία δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί την Κίνα και οι εθνικιστές που αντιτίθενται στην ΕΕ πλησιάζουν στην εξουσία στις μεγαλύτερες πρωτεύουσες της Ευρώπης.
Και οι 16 διπλωμάτες και αξιωματούχοι με τους οποίους μίλησε το POLITICO για αυτό το άρθρο ζήτησαν να μην κατονομαστούν, ώστε να μπορούν να μιλήσουν για ένα ευαίσθητο ζήτημα. Όλοι βρίσκονταν στην αίθουσα της συνόδου την Πέμπτη ή είχαν ενημερωθεί αμέσως μετά από ηγέτες που συμμετείχαν. Οι περισσότεροι άσκησαν κριτική στον Κόστα, αν και ορισμένοι μίλησαν πιο θετικά.
Ο εκπρόσωπος του Κόστα αρνήθηκε να σχολιάσει.

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, ο πρωθυπουργός του Βελγίου Μπαρτ Ντε Βέβερ, ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας Ρομπ Γέτεν και ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν συνομιλούν στη σύνοδο κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στις 15 Οκτωβρίου 2026. | Nicolas Maeterlinck/Belga Mag/AFP μέσω Getty Images
Ο Κόστα, πρώην πρωθυπουργός της Πορτογαλίας, επιλέγεται από τους ηγέτες για να προεδρεύει στις συνόδους τους και να τους οδηγεί σε συμφωνίες. Όπως ανέφερε την Πέμπτη το Brussels Playbook, αξιωματούχοι της ΕΕ εκτιμούν ότι εισέρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο της προεδρίας του και ότι αγωνίζεται ενάντια στον χρόνο για να γεφυρώσει τις μεγάλες διαφορές ως προς τον προϋπολογισμό. Σύμφωνα με αξιωματούχους, θεωρείται ευρέως πιθανό να επιδιώξει την επανεκλογή του για δεύτερη θητεία δυόμισι ετών την επόμενη χρονιά.
Στη σύνοδο της Πέμπτης κυριάρχησαν οι συζητήσεις που εκτροχιάστηκαν για τη δεύτερη φάση του συστήματος τιμολόγησης των εκπομπών άνθρακα της ΕΕ, γνωστή ως ETS2.
Η αντιπαράθεση για το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών —τόσο για το ισχύον σύστημα όσο και για τη δεύτερη εκδοχή του, η οποία έχει ήδη θεσμοθετηθεί και θα επιβάλει από το 2028 κόστος άνθρακα στη θέρμανση και στις μεταφορές— βάλτωσε τόσο πολύ, ώστε ο Κόστα αναγκάστηκε να ακυρώσει την προγραμματισμένη συνέντευξη Τύπου της συνόδου και να αναβάλει τις περαιτέρω συνομιλίες για μετά το δείπνο, επειδή είχαν γίνει «ένα χάος», όπως είπαν στο POLITICO τρεις διπλωμάτες της ΕΕ.
Οι διαπραγματεύσεις οξύνθηκαν, καθώς ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς εξοργίστηκε με αυτό που το Βερολίνο θεωρούσε αδιαλλαξία της Ιταλίδας ομολόγου του, Τζόρτζια Μελόνι. Από τη μία πλευρά βρέθηκε ένας συνασπισμός Γερμανίας, Ισπανίας, Γαλλίας, Πορτογαλίας, των σκανδιναβικών χωρών και της Ολλανδίας· από την άλλη, ένα αμετακίνητο μπλοκ με επικεφαλής την Ιταλία και τη συμμετοχή της Ουγγαρίας, της Τσεχίας, της Σλοβακίας και της Πολωνίας —των χωρών της ομάδας του Βίσεγκραντ. Σύμφωνα με πέντε διπλωμάτες, η Ρώμη και οι χώρες της ομάδας του Βίσεγκραντ ήθελαν να αναβληθεί το ETS2 λόγω της επιβάρυνσης που θα επέφερε στους λογαριασμούς ενέργειας.
Δύο διπλωμάτες της ΕΕ από διαφορετικά κράτη-μέλη είπαν ότι οι ηγέτες ήταν έξαλλοι με τον Κόστα επειδή άφησε τις συνομιλίες να εκτροχιαστούν. Τα προσχέδια συμπερασμάτων πριν από τη σύνοδο δεν προέβλεπαν επανεξέταση του ETS2, όμως οι χώρες προσπάθησαν μέσα στην αίθουσα της συνόδου να ξηλώσουν τη νομοθεσία, αφήνοντας τον Κόστα αμήχανο, είπε ένας από τους διπλωμάτες.
«Ο Κόστα θέλει να έχουν διαμορφωθεί τα συμπεράσματα στις [προπαρασκευαστικές συναντήσεις των πρέσβεων] και να μην ανοίγουν εκ νέου στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου», είπε ο διπλωμάτης. «Δεν του αρέσει να συντάσσονται κείμενα επί τόπου».
Ένας άλλος έκανε λόγο για «τεράστια απογοήτευση» και χαρακτήρισε «απίστευτο χάος» τη διαμάχη για τη διατύπωση της ενεργειακής πολιτικής.
«Συνέχισαν απλώς με τα ιταλικά προσχέδια και αγνόησαν κείμενα που είχαν καταθέσει νωρίτερα άλλοι, σαν να μην κατανοούσαν τις πολιτικές λεπτές αποχρώσεις ολόκληρης της συζήτησης για το ETS», πρόσθεσε.
Ένας άλλος διπλωμάτης κατηγόρησε τον Κόστα ότι «έχασε τον έλεγχο της αίθουσας», λέγοντας πως δεν παρακολούθησε τις προτεινόμενες τροποποιήσεις ούτε τις παρουσίασε εγκαίρως στους ηγέτες της ΕΕ. Έτσι, οι ηγέτες συνέχισαν τη συζήτηση χωρίς να τις έχουν μπροστά τους, με αποτέλεσμα οι διαπραγματεύσεις να συνεχιστούν μετά τα μεσάνυχτα.
Ένας διπλωμάτης και ένας αξιωματούχος της ΕΕ συνέκριναν ξεχωριστά τον Κόστα με τους δύο άμεσους προκατόχους του: τον Σαρλ Μισέλ, τον οποίο οι κυβερνήσεις επέκριναν συχνά για έλλειψη διαπραγματευτικών ικανοτήτων, και τον Ντόναλντ Τουσκ, ο οποίος απολάμβανε ευρεία στήριξη σε όλη τη διάρκεια της θητείας του.
«Την Πέμπτη ο Κόστα τα πήγε χειρότερα από τον Σαρλ Μισέλ», είπε ο διπλωμάτης. Ο αξιωματούχος ανέφερε ότι «υπάρχει απογοήτευση επειδή τα πράγματα δεν αντιμετωπίζονται με λίγο πιο “τουσκικό” τρόπο».
Η δυσαρέσκεια δεν περιορίστηκε στη συζήτηση για την ενέργεια. Αν και οι κυβερνήσεις δεν περίμεναν να υπάρξει πρόοδος για τον προϋπολογισμό της ΕΕ την Πέμπτη, έχουν αρχίσει να θέτουν ερωτήματα και για τον χειρισμό του ζητήματος από τον Κόστα.

Γράφει ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΛΜΠΑΝΗΣ Επίλαρχος ε.α Τάξεως 1966 Σχολής Ευελπίδων.
Μετά τήν ανάρτησίν μου διά τήν «ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΓΛΩΣΣΑΝ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ ΠΑΣΩΝ ΤΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ» εις το «ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ» έκρινον σκόπιμον ν’ αναρτήσω και τά περί τής γραφής αυτής καθό από τάς αρχάς τού 20ου αιώνος ανεφύει το πρόβλημα προελεύσεως τού Ελληνικού Αλφαβήτου αφού «άγνωστον πώς και διατί» αλλοδαποί τινές αλλά δυστυχώς και ημεδαποί Καθηγηταί Γλωσσολογίας,Ιστορίας,Αρχαιολογίας και έν γένει τής Κλασσικής παιδείας λαβόντες αφορμήν από μίαν–δύο φράσεις τού Ηροδότου απεφάνησαν βεβιασμένως,προχείρως και λανθασμένως ότι δήθεν το ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ ελήφθη παρά τών Φοινίκων παρότι ρητώς ο Ηρόδοτος αναφέρει το μέν μέ το ώς εμοί δοκέειν=ΩΣ ΕΓΩ ΠΙΣΤΕΥΩ…δηλ.δέν είναι βέβαιος το δέ μέ τό ΑΝΑΠΥΝΘΑΝΟΜΕΝΟΣ δηλ.τό γνωρίζει έκ πληροφοριών και ουχί εξ ιδίας αντιλήψεως αφήνων σαφώς περιθώρια αβεβαιότητος τών γέγραμμένων του εις ό,τι αφορά εις τήν παραλαβήν τού Ελληνικού αλφαβήτου έκ των Φοινικων.
Τήν εσφαλμένην αυτήν άποψιν παρότι ούτως ειπείν Ιερά τέρατα τής Κλάσσικής μας παιδείας δηλ.Καθηγηταί Αρχ.Αρβανιτόπουλος,Κεραμό-πουλος,Θεοχάρης κ.α ώς και λοιποί πεφωτισμένοι ερευνηταί δι’ ισχυ-ρών επιχειρημάτων διαρρήδην τήν αντέκρουσαν έν τούτοις καθ’όλον τον 20ον αιώνα εσυνεχίσθη να διδάσκηται και εις τά Πανεπιστήμια ακόμη καί υπό τού καλυτέρου σήμερον Γλωσσολόγου μας Καθηγητού τού ΚΠΑ και Προέδρου τού Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Μπαμπινιώτου τής δεκαετίας τού 90 και όχι μόνον.
Καί δυστυχώς θ’ απαιτηθή σκληρός πολυετής Δικαστικός αγών ούτως ώστε ανατραπή η εσφαλμένη αύτη άποψις τού Καθηγητού Μπαμ-πινιώτου Προέδρου τότε τού Παιδαγωγικού Ινστιτούτου πεισθέντος εν τέλει ότι το σημερινόν αλφάβητόν μας είναι γνήσιον δημιούργημα τών Ελλήνων ουδαμόθεν και παρ’ ουδενός παραλειφθέντος εκτός τού Ελλα-δικού χώρου.Ούτω πώς λοιπόν μετά τήν Δικαστικήν περιπέτειαν εις το «ΒΗΜΑ τής Κυριακής» 23.6.2002 κατεχωρήθη η κατωτέρω διαυγής δήλωσις τού Καθηγητού τού ΚΠΑ Μπαμπινιώτου και Προέδρου τού Παιδαγωγικού Ινστιτούτου τότε:
«Τήν Γραμμικήν Β’ οι Ελληνες αντικατέστησαν μέ μίαν καθαρώς αλφαβητικήν γραφήν το γνωστόν και μέχρι σήμερα χρησιμοποιού-μενον Ελληνικόν αλφάβητον το οποίον οι ίδιοι οί Ελληνες εδημιούρ-γησαν επινοήσαντες χωριστά γράμματα να δηλώνουν τά φωνήεντα και χωριστά γράμματα να δηλώνουν τά σύμφωνα»
Τήν ώς είρηται Δικαστικήν διαμάχην τότε τήν ήγειρον κατά τού Καθηγητού Μπαμπινιώτου,Τομπαϊδη κ.α μελών τού Παιδαγωγικού Ινστιτούτου ο αρχαιολάτρης Δικηγόρος Κων.Πλεύρης συνεπικορού-μενος και υπό ερευνητικής ομάδος τής ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑ-ΤΕΙΑΣ μέ επικεφαλής το Περιοδικόν «ΔΑΥΛΟΣ» μέλος τής οποίας ετύγχανεν και η ταπεινότης μου.Πέραν τούτων εις τήν Δικαστικήν διαμάχην ενεπλάκησαν ώς ουσιώδεις μάρτυρες,κι’ αυτό πρός τιμήν των,και οι τότε Υπουργοί Παιδείας Απόστολος Κακλαμάνης και Υφυπουργός Πέτρος Μώραλης καθό το Παιδαγωγικόν Ινστιτούτον υπήγετο εις το Υπουργείον Παιδείας και δέν επετρέπετο να διδάσκηται η λανθασμένη άποψις ότι το αλφάβητόν μας το ελάβομεν παρά των Φοινίκων έκ μίας και μόνον συγκεχυμένης φράσεως τού Ηροδότου.Η πανηγυρική ούτως ειπείν απόφασις τού Δικαστηρίου ήτο τώ όντι ότι το σημερινόν Ελληνικόν αλφάβητόν μας είναι γνήσιον δημιούρ-γημα τών Ελλήνων ουδαμόθεν και παρ΄ουδενός μή Ελληνος παρελήφθη ό,τι δήποτε.
Ενδεικτικώς έκ τών πολλών τότε προσκομισθέντων επιχειρημάτων εις τον γενόμενον αντίλογον και το Δικαστήριον θα καταγράψω 2-3 έκ των οποίων δεικνύεται καταδήλως ότι ο Ηρόδοτος θιασώτης ών τής Ανα-τολής «Εθεώρει ότι όλα εξ Ανατολής ελήφθησαν» ευρίσκετο ακουσίως εν συγχίσει όταν έγραφεν εις το Βιβλ.Ε .πργ.58 περί τής παραλαβής τού αλφαβήτου μας έκ τών Φοινίκων.Καί ευτυχώς «απαλλάσσεται» αφ’ εαυτού αφού ο ίδιος αναφέρει ΩΣ ΕΓΩ ΠΙΣΤΕΥΩ…αναπυνθα-νόμενος=δηλ.Το πιστεύω εξ άλλων πηγών παραδεχόμενος εμμέσως ό,τι αναφέρει διά το αλφάβητον και Φοίνικας δέν θα έδει να το εκλαμβάνωμεν ασυζητητί ώς αληθές,ακριβές και μέ βεβαιότητα και κατά συνέπειαν και το υπ’ αυτού αναγραφόμενον εξ άλλων πηγών «ότι δήθεν το Ελληνικόν αλφάβητον το ελάβομεν παρά των Φοινίκων»
Ως έκ τούτου το παρόν άρθρον σκοπόν έχει εν τω μέτρω τού δυνατού ν’ αποδομήση πλήρως τήν υπόθεσιν αυτήν τού Ηροδότου μέ 2-3 έκ των πολλών παρουσιασθέντων επιχειρημάτων εις τον γενόμενον τότε Επισ-τημονικόν διά τών αρχαιολληνικών Περιοδικών αντίλογον αλλά και εις το Δικαστήριον Ομως εκείνον το οποίον συνέδραμεν τά μέγιστα και οριστικώς έθεσεν τέρμα εις τά περί Φοινικικού αλφαβήτου ήτο η υπό τού Αρχαιολόγου Αραβαντινού ανεύρεσις τον Νοέμβριον τού 1993 μ.Χ εις τήν Καδμείαν τών Θηβών δηλ.το Ανάκτορον τού Κάδμου περίπου 150 πηλίνων εψημένων επιγραφών τής Γραμμικής Β’ ή άλλως Μυκη-ναϊκής αναγομένων περί τό 1321 π.Χ ημερομηνία καθ’ ήν οι Επίγονοι τών επτά ηττηθέντων Αργείων Στρατηγών-«Τραγωδία Επτά επί Θήβας»- δι’ εκδίκησιν επανακάμψαντες μετά ένδεκα έτη εξεπόρθησαν και κατέκαυσαν τάς Θήβας διό και εψημέναι αι επιγραφαί.
Αρα έχομεν τρία καίρια σημεία επί των οποίων εστηρίχθησαν τινά τών κυρίων επιχειρημάτων.Ιδετε πίνακα.
Νο1.Στοιχείον.Το 2050 π.Χ καθ’ Ηρόδοτον αφικνείται εις Θήβας ο Κάδμος μετά «Φοινίκων» φερόντων δήθεν και το Φοινικικόν αλφά-βητον το οποίον εδίδαξαν εις τους Ελληνας πού ώς νομίζει ήτο άγνωστον εις αυτούς (Ηρόδοτος Βιβλ.Ε΄Τερψιχόρη πργ.58)
Νο2.Στοιχείον.Τον Νοέμβριον τού 1993 μ.Χ ανασκάπτεται υπό τού Αρχαιολόγου Αραβαντινού και εντοπίζονται περίπου 150 πήλιναι επιγραφαί εψημέ-ναι μέ τήν Γραμμικήν Γραφήν Β’ εντός αυτών τούτων των Ανακτόρων τού Κάδμου τήν Καδμείαν εις τάς Θήβας αναγόμεναι εις το 1321 π.Χ κατά τήν πυρπόλησιν των Θηβών υπό τών επανακαμ-ψάντων δι’ εκδίκησιν Επιγόνων τών επτά ηττηθέντων Αργείων Στρα-τηγών πρό 11 ετών.Ουδεμία και ποτέ άλλοτε ανευρέθη εις τήν Καδ-μείαν ετέρα επιγραφή πλήν τής Γραμμικής Β’ πολύ δε μάλλον μέ το δήθεν μεταφερθέν εκεί αξιοζήλευτον «Φοινικικόν» αλφάβητον.
Νο3.Στοιχείον.Τό 776 π.Χ εμφανίζεται διά πρώτην φοράν το σημερινόν Ελληνικόν αλφάβητον το οποίον όμως υπό πολλών ημεδαπών τέ και αλλοδαπών θεωρείται ώς δήθεν Φοινικικόν διό και η Δικαστική τέ και Επιστημονική Διαμάχη τήν 10ετίαν τού 1990.
Όμως πρίν άρξομαι τά τής Επιστημονικής και Δικαστικής Διαμάχης θεωρώ,ώς έκ τών ούκ άνευ, ν’ αναφερθώ εν συντομία και εις το ποίοι ήσαν οι «Φοίνικες» οι οποίοι «εμπλέκονται» εις το Ελληνικόν αλφά-βητον.
ΟΛΙΓΑ ΠΕΡΙ ΦΟΙΝΙΚΩΝ
Ο Ηρόδοτος λέγει ότι μετά τού Κάδμου ήλθον το 2050 π.Χ και «Φοίνικες» μεταφέροντες και το αλφάβητόν των το οποίον εδίδαξαν εις τους Ελληνας πού προηγουμένως υποτίθεται δέν εγνώριζον.Ομως μετά το 2050 π.Χ οι Φοίνικες εξαφανίζονται απο τήν Ιστορίαν και επανεμ-φανίζωνται πάλιν περί το 1.100-900 π.Χ μόνον ώς έμποροι δόλιοι και Ναυτικοί.Η εξαφάνισις των υποτιθεμένων μετά τού Κάδμου Φοινίκων επί 900 έτη απο τήν Ιστορίαν κάμνουν τον Ηρόδοτον να ευρίσκηται εν συγχίσει και αμφιβολία καθό οί ώς είρηται μετά τού Κάδμου ελθόντες «Φοίνικες» δεν πρέπει να ήσαν γνήσιοι Φοίνικες Σημιτικής καταγωγής αλλά Ελληνες έκ Φοινίκης «Φοίνικες» ώς και σήμερον έναν Ελληνοα-μερικανόν τον λέγομεν «Αμερικανάκι»,«Αμερικάνον» ενώ είναι Ελλην τήν καταγωγήν.Αλλά και όταν επανεμφανίζωνται το 1100-900 π.Χ ουδένα πολιτισμόν έχουν να επιδείξουν όταν χιλιάδες έτη ενωρίτερον είχον ανθίσει ο Αιγαιακός,Μινωϊκός και Μυκηναϊκός πολιτισμός ερείπια ένδοξα τών οποίων ορώμεν σήμερον εις Κνωσόν,Φαιστόν,Θήραν,Μυ-κήνας κ.α ενώ αντιθέτως ουδαμού συναντώμεν Φοινικικά πολιτισμικά στοιχεία(Ναούς,Οικοδομήματα,Θέατρα,φιλοσοφία,ρητορεία κ.λπ).
Όμως όταν ένας εξαφανισμένος λαός επί 900 έτη,επανεμφανίζεται εις το Ιστορικόν προσκήνιον μόνον από το 1100-900 π.Χ ώς ναυτικός και δόλιος έμπορος και ουδένα πολιτισμόν αναπτύσσει καταδήλως θα ήτο ανίκανος και εις το να δημιουργήση το υπέροχον και ευφυέστατον αυτό αλφαβητον που έχομεν.Οθεν ώς Ελληνες:
Προηγούμεθα ιστορικώς,προηγούμεθα πολιτιστικώς και μοιραίως προηγούμεθα και αλφαβητικώς όταν αποδεδειγμένως οι Κρήτες είχον πολλά αλφάβητα κυρίως Πελασγικά εξελιχθέντα από ατελή εις τελειό-τερα ενώ έτεροι Ανατολικοί λαοί Αιγύπτιοι,Σουμέριοι,Βαβυλώνιοι,Φοί-νικες είχον συστήματα γραφής τά οποία ουδέποτε εβελτίωσαν.
.(Βλ.W.DURANT Παγκόσμιος Ιστορία τού Πολιτισμού,Ελλάς τ.Α’ σελ.190 κ.α)
Εξ άλλου οι Φοίνικες έγραφον από δεξιά πρός αριστερά όπως και οι Αιγύπτιοι ένω οι Ελληνες είχον αναπτύξει κι’ άλλους τρόπου γραφής όπως:
(1).Από αριστερά πρός τά δεξιά το πλείστον.(Επιγραφή Οινοχόης 8ου π.Χ αιώνος)
(2).Βουστροφηδόν (Εγράφησαν οι Νόμοι τού Σόλωνος)
(3).Μεικτή δηλ.ώς η Κρητική επιγραφή τού 6ου π.Χ αιώνος δύο σειραί από αριστερά πρός τά δεξιά,μετά δύο από δεξιά πρός αριστερά κ.λπ.
(4).Σπειρηδόν δηλ.γραφή εν είδει σπείρας.
Μάλιστα κατά τον Παυσανίαν υπήρχον εποχαί που οι Ελληνες έγραφον και με δύο τρόπους γραφής.(Περιήγησις Ε,17,6 και Ε 19,10).
Μετά ταύτα καταγράφω τινά τών επιχειρημάτων έκ τών πολλών παρα-τεθέντων κατά τον αντι-Φοινικικόν αντίλογον και Δικαστήριον..
1ον Επιχείρημα:
Μέ βάσιν τά αναγραφόμενα εις το Βιβλίον Β’ πργ.145 τού Ηροδότου και Νο1 τού ανωτέρω Πίνακος ο Κάδμος ερχόμενος μετά τών φερόντων το υποτιθέμενον αλφάβητον «Φοινίκων» αφίκετο εις τάς Θήβας περί το 2050 π.Χ .(Σήμερον έκ βεβαιωμένων Αρχαιολογικών τέ και Ιστορικών πηγών τούτο έλαβεν χώραν το 1.450 π.Χ).
Όμως εάν τούτο ήτο αληθές τότε βάσει τού ανωτέρω πίνακος ερωτώ-μεν:
.α.Ερώτησις 1η:Πώς γίνεται ο Κάδμος ν’ αφικνήται εις τάς Θήβας το 2050 π.Χ μαζί μέ «Φοίνικας» μεταφέροντας το υποτιθέμενον ευφυές αλφάβητόν των,να το διδάσκουν εις τους Ελληνας,πού ώς πιστεύει ό Ηρόδοτος δέν το εγνώριζον,και οι Ελληνες να εχρειάσθησαν 1274 έτη να το αφομοιώσουν και παρουσιάσουν διά πρώτην φοράν το 776 π.Χ χωρίς προηγουμένως και μέχρις τότε να έχη ευρεθή ούτε μία λέξις μ’ αυτό καθ’ άπασαν τήν Ελλάδα και ιδία εντός τής Καδμείας;
Τόσον πολύ ανεπίδεκτοι μαθήσεως,αγροίκοι,μή εύστροφοι,μή ευφυείς κν.ντουβάρια ήσαν οι Ελληνες (Ιωνες) πού απο το 2050 π.Χ θα χρειασ-θούν περίπου 1274 έτη να το εκμάθουν και αφομοιώσουν;Ελεος.
Εις ουδεμίαν λογικήν αντέχει η άποψις αυτή τού Ηροδότου και των Φοινικιζόντων τήν σήμερον.
.β.Ερώτησις 2α.Πώς γίγνεται ο Κάδμος ν’ αφικνήται εις τάς Θήβας το 2050 π.Χ μαζί μέ τους μεταφέροντας το ευφυές αλφάβητόν των «Φοίνικας»,αυτοί να το διδάσκουν εις τους Ελληνας,οι οποίοι καθ’ Ηρό-δοτον δέν το εγνώριζον πρίν,αλλά 700 έτη μετά δηλ.περί το 1321 π.Χ να μή υπάρχη ίχνος τής Φοινικικής Γραφής εντός τών ιδίων τών ανακτόρων τού Κάδμου εις τήν Καδμείαν παρά μόνον επιγραφαί πήλιναι εψημέναι Γραμμικής Γραφής Β’ αναφερόμεναι εις τά γεγονότα των Επιγόνων τών επτά ηττηθέντων Αργείων Στρατηγών επανακαμψάντων δι’ εκδίκησιν το 1321 π.Χ;(Βλ.ανασκαφαί αρχαιολόγου Αραβαντινού το 1993 μ.Χ και τραγωδία Επτά επί Θήβας).
Αρα από το 2050 π.Χ μέχρις το 776 π.Χ πού το πρώτον εμφανίζεται το σημερινόν αλφάβητον σαφώς και επικρατεί η Γραμμική Β’ ή Μυκη-ναϊκή και σταδιακώς μεταλλάσσεται από τής συλλαβικής εις τήν φθογγικήν (γραμμάτων).Απόδειξις περί μεταλλαγής είναι ότι το μέν αρχικώς και επί πολύ ανευρίσκονται μόνον επιγραφαί Γραμμικής Β’ απανταχού εν Ελλάδι το δε εις μίαν περίπτωσιν ο ίδιος ο Ηρόδοτος Βιβλ.Ε’.πργ.59 βλέπει επί βάθρου εις τάς Θήβας επιγραφήν αφιερω-μένην υπό τού πατρός τού Ηρακλέους Αμφιτρύωνος αναγομένην περί το 1.400 π.Χ και γεγραμμένην μίγδην μέ τά περισσότερα γράμματα να είναι τού σημερινού αλφαβήτου,Ιωνικά τά αποκαλεί και τά ολιγότερα Κάδμηϊα (προφανώς τής Γραμμικής Β΄).Η επιγραφή αναγομένη περί το 1 400 π.Χ επόμενον ήτο τήν εποχήν τού Ηροδότου 450-480 π.Χ η Γραμμική Β’ να ήτο άγνωστος και θα ελέγετο γενικώς Κάδμηϊος δείγμα πολύ μεγάλης παλαιότητος.
Παρεμφερή επιβεβαίωσιν τούτου έχομεν και μετά 70κοντα έτη το 375 π.Χ όταν ο Αγησίλαος εισβαλών εις τάς Θήβας και σκυλεύσας τον τάφον τής μητρός τού Ηρακλέους Αλκμήνης ανεύρεν επιγραφήν μέ άγνωστα γράμματα (προφανώς Γραμμική Β’) διό και τήν απέστελεν πρός ανάγνωσιν εις τήν πόλιν της Αιγύπτου Σαϊδα ένθα εφυλάσσοντο όλα τά Αρχεία τού Ελληνικού πολιτισμού.(Πλούταρχος,Περί Σωκράτους Δαιμονίου πργ.578-9)
Αρα ο Κάδμος ουδέν αλφάβητον «Φοινικικόν» έφερεν αλλά κατά-δήλως τήν Γραμμικήν Β’.Αλλως θ’ έδει ν’ αποδεχθώμεν ότι ο Κάδμος ήτο τόσον πολύ ανόητος πού καίτοι υποτίθεται θα είχεν φέρει το ευφυέστατον καί ευχρηστότατον Φοινικικόν-Σημερινόν αλφάβητον εν τούτοις εσυνέχιζεν να χρησιμοποιή τόσον αυτός όσον και οι Επίγονοί του τήν δύσχρηστον συλλαβικήν Γραμμικήν Β’.
Εξ άλλου και ο ίδιος ο Ηρόδοτος ΝΟΜΙΖΕΙ ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΓΡΑΦΕΙ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΟΥΧΙ ΕΞ ΙΔΙΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ αφήνων ούτω πώς περιθώρια μή βεβαιότητος.
Φαίνεται ότι οι Φοινικίζοντες μάς θεωρούν ενοίκους τού Δρομοκα-ϊτείου κι’ αποπειρώνται να μάς πείσουν μέ αδιανόητα επιχειρήματα!!!
Συμπέρασμα 1ον.Θα έδει να είναι παράφρων τις διά να πιστεύση το τού Ηροδότου και τών νύν Φοινικιζόντων ότι το 2050 π.Χ ερχομένου τού Κάδμου οι μετ’ αυτού «Φοίνικες» έφερον και εδίδαξαν εις τους Ελληνας το «Φοινικικόν» αλφάβητόν των κι’ αυτοί οι Ελληνες να εχρειάσθησαν 1.300 περίπου έτη (2050-776=1.274 έτη) ώστε να το εκμάθουν και παρουσιάσουν το 776 π.Χ όταν όλον αυτό το νεκρόν διάστημα 2050 μέχρις 776 π.Χ ουδέποτε ανευρέθη σχετική επιγραφή τού υποτιθεμένου Φοινικικού Αλφαβήτου (σημερινού Ελληνικού Αλφαβήτου) ακόμη κι’ εντός των Ανακτόρων τού Κάδμου τής Καδ-μείας ή μή μόνον η Γραμμική Β’ κατά τάς ανασκαφάς τού 1993 μ.Χ.
Καί επειδή ο Κάδμος ούτε τρελός ούτε βλάξ ήτο προτρέχων καταγρά-φω ότι ο Κάδμος ουδέν Φοινικικόν αλφάβητον έφερεν εί μή μόνον τήν Γραμμικήν Γραφήν Β διά των Ελλήνων τής Φοινίκης,«ΦΟΙΝΙΚΕΣ» ώς θα ίδωμεν κατωτέρω.
2ον Επιχείρημα:Πώς γίνεται οί μετά τού Κάδμου το 2050 π.Χ ελθόντες υποτίθεται προηγμένοι «Φοίνικες» να εφεύρον και να έφερον το αλφά-βητον αλλ’ έκτοτε να εξαφανίζωνται από προσώπου γής και τής Ιστορίας ώς λαός και να επανεμφανίζωνται εις τήν ιστορίαν μετά 800 έτη περί το 1.100-900 π.Χ και δή μόνον ώς Ναυτικοί και έμποροι δόλιοι καθό κατά Στράβωνα «Ψεύμα Φοινικικόν»,ουδένα πολιτισμόν δημιουρ-γήσαντες και εις ουδεμίαν επιστήμην,τέχνην ανέδειξαν πρόσωπον τι ή γραπτόν.

Απάντησις:
Κατά τάς ιστορικάς πηγάς πολλαπλώς βεβαιωμένον και ιδία κατά τον Πώλ Φώρ εις τήν μελέτην του «Η καθημερινη ζωή στην Κρήτη τήν Μινωϊκη εποχή» εκδ.Ωκεανίς Αθηναι 1976 σελ.123 αναφέρεται:
« …..σύμφωνα μέ τον χρονολογικόν πίνακα σελ.403 έχομεν…ότι ο Αγήνωρ πατήρ τού Κάδμου μετηνάστευσεν εις τήν περιοχήν τής Παλαιστίνης–Συρίας μεταξύ 1520-1483π.Χ δηλ.πρό τής μαζικής έκ Κρήτης μεταναστεύσεως των Πελασγών τω 1460-1450 π.Χ ενώ η έξοδος των Εβραίων περί τώ 1448-1408 π.Χ επί Αμένοφι τού 2ου και Θούθμωσι 4ου».(Βλ.Δευτερονόμιον Β23).
Ο Κάδμος λοιπόν ήτο υιός τού Αγήνορος μεταναστεύσαντος περί το 1520 π.Χ εις τήν Παλαιστίνην-Συρίαν και δόσαντος εις τήν εκεί περιοχήν το όνομα Φοινίκη πρός τιμήν τού ενός τών υιών του,τού Φοίνικος.
Αναμειχθέντες οι τού Αγήνορος μετά τών Πελασγών έκ Κρήτης ελθόν-των το 1460-1450 π.Χ γνωριζόντων τήν Γραμμικήν Γραφήν Β΄ ο Κάδμος τήν παρέλαβεν εξ αυτών καί επανελθών εις τήν Ελλάδα καθ’ Ηρόδοτον το 2050 π.Χ και κατά τάς σημερινάς Ιστορικάς πηγάς το 1.450 π.Χ τήν έφερεν μετά τών Ελλήνων τήν καταγωγήν κατοίκων τής Φοινίκης «Φοίνικες» και ουχί άλλης Εθνότητος Φοινίκων Σημιτικής καταγωγής φερόντων πρός διάκρισιν τούνομα Γεφυραίοι και οι οποίοι καταδήλως ήτο υπηρετικόν και κατώτερον ούτως ειπείν προσωπικόν διό και εις τήν Καδμείαν ανευρίσκομεν επιγραφάς μόνον τής Γραμμικής Β’ και ουδεμιάς άλλης γραφής.
Εξ άλλου και ο Διόδωρος Βιβλ.Γ’ 67,Ι λέγει:
«Τά γράμαμτα ωσάν σύνολον λέγονται Φοινικικά διότι μετεφέρθησαν εις τήν Ελλάδα από τήν Φοινίκην,αλλά πρώτοι οι οποίοι εχρησι-μοποίησαν τούς χαρακτήρας αυτούς ώς απλά γράμματα ήσαν οι Πελασγοί Κρήτες δι’ αυτό κι’ ωνομάσθησαν και Πελασγικά…».
Κι’ ημείς προανεφέραμεν ότι Κρήτες Πελασγοί περί το 1.450 π.Χ απώ-κησαν τήν Συρίαν-Παλαιστίνην φέροντες μετ’ αυτών και τήν Γραμμικήν Β’ παρά των οποίων οι τού Αγήνορος προϋπάρχοντες πρό ολίγων ετών Ελληνες,« Φοίνικες» καθ’ Ηρόδοτον,τήν παρέλαβον .
Αυτήν λοιπόν τήν Πελασγικήν Γραμμικήν Γραφήν Β’ τών Κρητών παραλαβών ο Κάδμος επανέφερεν εις τήν Ελλαδα (Θήβας) μετά των Ελλήνων τής Φοινίκης,«Φοίνικες» εσφαλμένως καθ’ Ηρόδοτον,περί το 2050 π.Χ και κατά νεωτέρας βεβαιωμένας ιστορικάς πηγάς το 1450 π.Χ διό και εις τήν Καδμείαν Θήβας–Ανάκτορον τού Κάδμου ανευρίσ-κομεν μόνον αυτήν τήν Γραμμικήν Γραφήν Β’ και ουδεμίαν άλλην δήθεν Φοινικικήν.(Βλ.ανασκαφαί Αραβαντινού 1993 μ.Χ.
Τονίζομεν ότι η σύγχισις γίγνεται μεταξύ τών Ελλήνων τής Φοινίκης πού ο Ηρόδοτος τούς αποκαλεί λανθασμένως «Φοίνικας» και των γηγενών Σημιτών Φοινίκων πού εις έτερον σημείον ευτυχώς τούς διακρίνει και τούς αποκαλεί Γεφυραίους έχοντες ιδίαν Θρησκείαν,ναούς,ήθη κι’ έθιμα κεχωρισμένα και διακριτά των Ελλήνων έκ Φοινίκης διό και ερχόμενοι ώς υπηρετικόν προσωπικόν δέν διαμένουν μαζί μετά των Ελληνων έκ τής Φοινίκης αλλά εις άλλας τοποθεσίας κεχωρισμένως και διακριτώς -.
Απ’ αυτήν τήν Φοινίκην λοιπόν ένθα οι Ελληνες ήτο άρχουσα Τάξις,πού εσφαλμένως ο Ηρόδοτος τούς αποκαλεί «Φοίνικας»,ερχόμενοι μετά τού Κάδμου μετέφερον τήν Γραμμικήν Γραφήν Β’ και όχι οι γνήσιοι Φοίνικες Σημιτικής καταγωγής υπό το όνομα Γεφυραίοι.Ισως ο Ηρόδοτος να εθεώρησεν περιττόν να διευκρινίση ότι άλλοι είναι οι κάτοικοι τής Φοινίκης Ελληνικής καταγωγής ώς «Φοίνικες» και άλλοι οι Σημιτικής καταγωγής γνήσιοι Φοίνικες.
Πάντες οι εκεί εις τά παράλια Συρίας-Παλαιστίνης δηλ.τής Φοινίκης γεννηθέντες ήτο Ελληνικής καταγωγής ώς και σήμερον λέγομεν Αιγυπτι-ώται,Σικελιώται Ελληνας τήν καταγωγήν κ.α.
Ο Ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει ότι ο Ιησούς συνηντήθη μετά γυναικός «Ελληνίδος,Συροφοινίσης το γένος» και ο Φιλόστρατος ο Τυανεύς εις «Τόν βίον Απολλωνίου τού Τυανέως 7» αναφέρει ότι εμαθήτευσεν πλησίον τού Ευθυδήμου Ελληνος έκ Φοινίκης και όχι Σημιτικής καταγωγής.Επίσης ο Στωϊκός φιλόσοφος Ζήνων ο Κιτιεύς ήτο Ελλην έκ Φοινίκης μετακομίσας εις το Κύτιον τής Κύπρου διό και ο Κράτης ο Θηβαίος τόν απεκάλει «Φοινικίδιον» δηλ.Ελληνα έκ Φοινίκης ώς και σήμερον λέγομεν δι’ Ελληνοαμερικανόν «Αμερικανάκι».Τό αυτό πράττει και ο Τίμων εις τούς «Σίλλους του» και τέλος ο ιστορικός Πολύβιος «Ιστορία ΙΑ,4» αντιδιαστέλει και λέγει ότι οι έκ Φοινίκης Ελληνες «Φοίνικες» ουδεμίαν σχέσιν είχον μέ τούς Φοίνικας Σημίτας (Γεφυραίοι).
«Οίς ού Νόμος,ού Εθος,ού Λόγος,ούχ έτερον ουδέ ήν κοινόν έκ φύσεως πρός αλλήλους».
Συμπέρασμα τελικόν:Οταν λοιπόν ο Ηρόδοτος λέγη ότι οι Φοίνικες έφερον το αλφάβητον δεν πρέπει να νοούμεν τούς Φοίνικας Σημίτας γηγενείς αλλά Ελληνας έκ Φοινίκης,«Φοίνικας» καθ’ Ηρόδοτον..
3ον Επιχείρημα:
.1.Εις το Φοινικικόν αλφάβητον δέν περιέχονται τά τρία (3) γράμματα =Φ,Χ,Ψ ενώ υπάρχουν εις το Ελληνικόν.Αρα δεν τά ελάβομεν από το Φοινικικόν.
2.Τό Φοινικικόν αλφάβητον δεν έχει φωνήεντα ενώ το Ελληνικόν έχει τά επτά (7) Α,Ε,Η.Ι.Ο,Υ,Ω άρα δεν τά ελάβομεν από το Φοινικικόν.
. 3. Τα γράμματα Μ,Ν,Χ,Ξ,Κ,Π έξη (6) ανευρέθησαν εις τήν Γιάρον και ήτο γνωστά εις τούς Ελληνας από το 3.000 π.Χ και άρα δέν τά ελάβομεν από το Φοινικικόν.
Συμπέρασμα 3ον:
Αρα έκ των 24 γραμμάτων τού Ελληνικού αλφαβήτου τά 3+7+6=16 ήσαν γνωστά και δεν τά ελάβομεν έκ των Φοινίκων.
Απο τά υπόλοιπα οκτώ (8) μόνον τά τρία (3) Γ,Δ,Τ ομοιάζουν κάπως με τά Φοινικικά ενώ τά υπόλοιπα είναι τελείως διαφορετικά.
Συνεπώς θα ήτο γελοίον ν’ αποδεχθώμεν ότι ελάβομεν το αλφάβητον έκ τών Φοινίκων μόνον διά πέντε (5) γράμματα.Είμεθα ικανοί να εφεύρωμεν τά (19) και δεν είμεθα ικανοί να επινοήσωμεν άλλα πέντε(5);Φρενοκομείον!!!
Επαρουσιασθησαν κατά τήν Δίκην αλλά και τον Επιστημονικόν αντιλογον περί Φοινικικού αλφαβήτου έτερα πέντε(5) επιχειρήματα τά οποία καίτοι κι’ αυτά ουσιώδη εν τούτοις θεωρώ ότι παρέλκουν εις το ανά χείρας ν’ αναφερθούν και ότι τά αναφερθέντα τρία (3) ήσαν ικανά και επαρκή εις το ν’ αποδείξουν ότι ουδέποτε ελέβομεν έκ Φοινικων το αλφάβητόν μας.
ΤΕΛΙΚΟΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ο Κάδμος επανελθών εις τήν Ελλαδα έκ τής Φοινίκης (Συρίας-Παλαιστίνης) περί το 1450 π.Χ (και όχι το 2050 π.Χ ώς ο Ηρόδοτος θέλει) μέ τούς ακολουθούντας αυτόν κατ’ όνομα «Φοίνικας» αλλά Ελληνας τήν καταγωγήν εισήγαγεν τήν Γραμμικήν Β’ διό και μόνον αυτήν ανευρίσκομεν εις τήν Καδμείαν δι’ όλην τήν πρό τού 776 π.Χ περίοδον έτος πού δια πρώτην φοράν εμφανίζεται το σημερινόν Ελληνικόν αλφάβητον ώς εξέλιξις τής συλλαβικής Γραμμικής Β’.
Το περί εξελίξεως τής Γραμμικής Β’ εις το σημερινόν «Ιωνικόν» αλφά-βητον αποδείκνυεται και έκ τού χωρίου τού Ηροδότου Βιβλ.Ε’ πργ.59 ένθα ο ίδιος εις τάς Θήβας βλέπει Επινίκειον Επιγραφήν τού Αμφιτρύωνος αναγομένη εις τήν εποχήν τού Λαϊου περί το 1400 π.Χ να είναι γεγραμμένη μίγδην μέ Ιωνικά και μέ Κάδμηα (Γραμμική Β΄) γράμματα σαφές δείγμα ότι ήτο εν εξελίξει η μετάπτωσις μικρόν κατά μικρόν από τής Γραμμικής Β’ εις τήν σημερινήν ούτως ειπείν κθ’ Ηρόδοτον Ιωνικήν τότε.
Απόψεις αρχαίων περί τής ονομασίας τών γραμμάτων και εφευρετών αυτών..
1.Ο Διόδωρος Βιβλ.Γ,4 αναφέρει «ότι τά Πελασγικά γράμματα τά εχρησιμοποίησεν ο Λίνος εις έκθεσιν περί Διονύσου τού πρώτου αλλά και ο Ορφεύς και ο Προναπίδης διδάσκαλος τού Ομήρου είναι αυτός πού καθωρισεν τόν χαρακτήρα και σχήμα τών γραμμάτων.»
2.Ο Απολλώνιος ο Μεσσήνιος λεγει ότι «ο Πυθαγόρας ερύθμισεν τάς καμπύλας και γωνίας των γραμμάτων» καθό Γεωμετρης,
3.Ο Στησίχορος (Αποσπάσματα 34.Β) αναφέρει τον Παλαμήδην ώς ευρετήν και μεταρυθμιστήν των γραμματων
4.Ο Δούρις ο Σάμιος λέγει ότι έλαβον τούνομα έκ τού Φοίνικος παιδαγωγού τού Αχιλλεως ο οποίος τά μετέτρψεν.
5.Ο Αλεξανδρος ο Ρόδιος λέγει ότι ωνομάσθησαν έκ τού Φοίνικος υιού τού Προνάπου και τής Ευρώπης αδελφής τού Καδμου ο οποίος ανεύρεν αυτά εις τήν Κρήτην φονευθείς πρός τούτο υπό τού Ραδαμάν-θεως.
.6.Ο Ευφρόνιος λέγει ότι ωνομάσθησαν Φοινίκια επειδή πρότερον εγράφοντο μέ μίλτον χρώμα ομοιάζον μετά τού φοίνικος.
7.Ο Ανδρων και ο Μενεκράτης ότι έλαβον τούνομα έκ της Φοινίκης κόρης τού Ακταίωνος
8.Ο Απολλωνιος ο Αρχιβίου επειδή οι αντιγραφείς είχον ξύλον έκ Φοίνικος και επ’αυτού έγραφον
9.Ο Ετεωνευς και Μένανδρος επειδή εγράφοντο εις φοινίκεια πέταλα.
10.Ο Αισχύλος θεωρεί τον Προμηθέα ευρετήν των γραμμάτων και άλλοι τήν Αθηνάν.
Υ.Γ:Και μία έκπληξις.Ολοι γνωρίζομεν τήν Διώρυγα τού ΣΟΥΕΖ εις το ένα άκρον τής οποίας είναι η πόλις ΣΑΪΔ.Καί όλοι νομίζομεν ή ότι είναι Αιγυπτιακαί λέξεις το ΣΟΥΕΖ και ΣΑΪΔ ή τάς έδωσαν οι αποικιοκράται τής Διώρυγος Αγγλοι.
Όμως εάν τάς αναγνώσωμεν από τά Δεξιά πρός τά Αριστερά πού έγραφον οι Αιγύπτιοι τότε ίδετε τι σημαίνουν .
1.Σ Ο Υ Ε Ζ:Από τά Δεξιά πρός τά Αριστερά εάν αναγνωσθή έχομεν
Ζ Ε Υ Ο Σ δηλ.η κλίσις τού ΖΕΥΣ εις τήν γενικήν πτώσιν που αρχικώς εκλείετο Ο ΖΕΥΣ,τού ΖΕΥΟΣ και ουχί τού ΔΙΟΣ.
2.Σ Α Ϊ Δ:Από Δεξιά πρός τά Αριστερά εάν αναγνωσθή έχομεν Δ.Ι.Α.Σ.
Αρα αμφότεραι και το ΣΟΥΕΖ και το ΣΑΪΔ είναι ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΛΕΞΕΙΣ και όχι Αιγυπτιακαί αφιερωμέναι εις τον πατέρα τών Θεών τον ΔΙΑ!!!!
του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Η γεωγραφία ως στρατηγικό πλεονέκτημα
Η γεωγραφική θέση ενός λιμανιού δεν εγγυάται από μόνη της την ανάπτυξη. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα όταν συνδυάζεται με σύγχρονες υποδομές, αξιόπιστες μεταφορικές συνδέσεις, σταθερή εμπορική δραστηριότητα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η Καβάλα διαθέτει γεωγραφικά και οικονομικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον ρόλο της ως κόμβου θαλάσσιων μεταφορών για την Ανατολική Μακεδονία, τη Θράκη και τις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η θέση της στον βόρειο αιγαιακό χώρο, ανατολικά της Θεσσαλονίκης και κοντά στους οδικούς άξονες προς τη Βουλγαρία, δημιουργεί δυνατότητες σύνδεσης θαλάσσιων και χερσαίων εμπορευματικών ροών. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει αγροτική και βιομηχανική δραστηριότητα, ενεργειακές εγκαταστάσεις, μεταφορικές υποδομές και σημαντικές τουριστικές δυνατότητες. Ωστόσο, το σημαντικό είναι αυτά τα χαρακτηριστικά να συνδεθούν με πραγματικές ανάγκες της αγοράς, ώστε να δημιουργήσουν σταθερή οικονομική δραστηριότητα και όχι απλώς προσδοκίες.
Η ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών προσφέρει ένα ευρύτερο πλαίσιο για αυτή την προοπτική. Το Διευρωπαϊκό Δίκτυο Μεταφορών (Trans-European Transport Network – TEN-T) αποσκοπεί στη δημιουργία ενός συνεκτικού συστήματος οδικών, σιδηροδρομικών και θαλάσσιων μεταφορών, με διασυνδέσεις μεταξύ λιμένων, εμπορευματικών σταθμών και αγορών της ενδοχώρας. Η αναθεώρηση του δικτύου το 2024 ενίσχυσε τη σημασία της διαλειτουργικότητας, της διασυνοριακής συνδεσιμότητας και της ανθεκτικότητας των μεταφορών. [1]
Ο ευρωπαϊκός διάδρομος Βαλτικής–Μαύρης Θάλασσας–Αιγαίου ενισχύει τη σημασία των συνδέσεων μεταξύ κρατών της Βόρειας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η επίσημη χάραξή του περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, λιμένες και μεταφορικούς κόμβους στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Αλλά, η ύπαρξη ενός ευρωπαϊκού διαδρόμου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάθε λιμάνι της περιοχής εντάσσεται αυτομάτως στις κύριες εμπορευματικές ροές του. Για την Καβάλα, η αξιοποίηση αυτής της ευκαιρίας προϋποθέτει συγκεκριμένες συνδέσεις και αποδεδειγμένη εμπορική ανταγωνιστικότητα.

Το λιμενικό σύστημα της Καβάλας και ο ρόλος του «Φίλιππος Β΄»
Σύμφωνα με τον Οργανισμό Λιμένος Καβάλας (ΟΛΚ Α.Ε.), το λιμενικό σύστημα της περιοχής περιλαμβάνει τον κεντρικό επιβατικό λιμένα «Απόστολος Παύλος», τον εμπορικό λιμένα «Φίλιππος Β΄» στη Νέα Καρβάλη, καθώς και τους λιμένες Κεραμωτής και Ελευθερών. Οι εγκαταστάσεις εξυπηρετούν διαφορετικές λειτουργίες, από την ακτοπλοΐα, τον τουρισμό και την αλιεία έως τη διακίνηση φορτίων. [2]
Για την αναπτυξιακή και γεωστρατηγική αξιολόγηση, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο «Φίλιππος Β΄», ο οποίος κατασκευάστηκε ανατολικά της πόλης και συνδέεται άμεσα με την Εγνατία Οδό. Η μεταφορά της εμπορευματικής κίνησης από τον κεντρικό λιμένα στις εγκαταστάσεις της Νέας Καρβάλης, τον Οκτώβριο του 2002, επέτρεψε σαφέστερο διαχωρισμό μεταξύ επιβατικών και εμπορικών λειτουργιών. Ο «Απόστολος Παύλος» εξυπηρετεί πλέον κυρίως επιβατικές μεταφορές, κρουαζιερόπλοια, σκάφη αναψυχής και άλλες συναφείς δραστηριότητες. [2]
Ο εμπορικός λιμένας έχει ήδη αποκτήσει βασικές υποδομές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΛΚ, το 2015 ολοκληρώθηκε η κατασκευή αποσπασμένου μόλου μήκους 200 μέτρων, με προϋπολογισμό περίπου 14 εκατομμυρίων ευρώ. Το 2019 ολοκληρώθηκε επίσης έργο επέκτασης της πλατφόρμας κατά 510 μέτρα, με προϋπολογισμό περίπου 16 εκατομμυρίων ευρώ. Πρόκειται για επενδύσεις που ενίσχυσαν τη λιμενική υποδομή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί όλα τα ζητήματα που αφορούν τη συνολική εμπορική της αξιοποίηση. [3]
Η ουσιαστική πρόκληση είναι πλέον να συνδεθούν οι εγκαταστάσεις με σταθερές εμπορευματικές ροές. Ένα λιμάνι μπορεί να διαθέτει προβλήτες, χερσαίους χώρους και πρόσβαση σε βασικό οδικό δίκτυο, αλλά η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του εξαρτάται από την ταχύτητα εξυπηρέτησης, το κόστος μεταφόρτωσης, τη διαθεσιμότητα αποθηκευτικών χώρων, τις χερσαίες συνδέσεις και την ύπαρξη επιχειρήσεων που επιλέγουν συστηματικά τις εγκαταστάσεις του.
Η σιδηροδρομική σύνδεση: το κρίσιμο αναπτυξιακό ζήτημα
Η σημαντικότερη εκκρεμότητα για την αναπτυξιακή προοπτική του «Φίλιππος Β΄» είναι η σιδηροδρομική σύνδεσή του με το εθνικό δίκτυο. Η προβλεπόμενη νέα μονή γραμμή, μήκους περίπου 31,8 χιλιομέτρων, θα συνδέει τον εμπορικό λιμένα με την υφιστάμενη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης–Αλεξανδρούπολης στην περιοχή των Τοξοτών Ξάνθης. Η σύνδεση αυτή θα μπορούσε να διευκολύνει τη μεταφορά φορτίων προς άλλες περιοχές της Ελλάδας και, μέσω των διασυνοριακών δικτύων, προς τις αγορές των Βαλκανίων. [3]
Η ΕΡΓΟΣΕ προκήρυξε το έργο το 2024, με ανακοινωθέντα προϋπολογισμό περίπου 192,5 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της ηλεκτρονικής αποσφράγισης των οικονομικών προσφορών. Οι ανακοινώσεις αυτές καταγράφουν την προώθηση του έργου σε διαγωνιστικό επίπεδο· δεν αποτελούν, όμως, απόδειξη ότι η σύμβαση υπογράφηκε ή ότι ξεκίνησαν οι κατασκευαστικές εργασίες. [4]
Η εξέλιξη που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η Πράξη 183/2026 του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το δικαστήριο έκρινε ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου σύμβασης για το έργο. Στο σκεπτικό αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ζητήματα ωριμότητας του έργου κατά τον χρόνο δημοπράτησης, η εγγύτητα τμήματος της χάραξης σε εγκαταστάσεις υψηλής επικινδυνότητας και η διέλευση υπόγειου αγωγού φυσικού αερίου στην περιοχή επέμβασης. Επισημαίνεται επίσης ότι οι πρόσθετες εργασίες απαιτούν ουσιώδη τροποποίηση του έργου και αύξηση του οικονομικού του αντικειμένου. [5]
Η απόφαση δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως οριστική ακύρωση του έργου. Καταδεικνύει, ωστόσο, ότι η υλοποίησή του αντιμετωπίζει σοβαρά τεχνικά, περιβαλλοντικά και συμβατικά ζητήματα, τα οποία χρειάζονται θεσμική και τεχνική διευθέτηση. Μέχρι να υπάρξουν επίσημα στοιχεία για την άρση των εμποδίων, την υπογραφή σύμβασης και την έναρξη εργασιών, η σιδηροδρομική σύνδεση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κρίσιμο έργο σε εκκρεμότητα και όχι ως δεδομένη μελλοντική δυνατότητα.
Ακόμη και μετά την κατασκευή της γραμμής, η εμπορική επιτυχία δεν θα είναι αυτόματη. Θα απαιτηθούν συντονισμός με το ευρύτερο σιδηροδρομικό δίκτυο, επαρκής χωρητικότητα, αξιόπιστα δρομολόγια, ανταγωνιστικό κόστος και πραγματική ζήτηση από μεταφορικές εταιρείες και παραγωγικές επιχειρήσεις. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η νέα υποδομή κινδυνεύει να αποδώσει λιγότερο από τις δυνατότητές της.
Το Sea2Sea και οι ευρωπαϊκοί διάδρομοι μεταφορών
Το σχέδιο Sea2Sea έχει σχεδιαστεί ως πιθανός διατροπικός διάδρομος που θα συνδέει το Αιγαίο με τη Μαύρη Θάλασσα και τον Δούναβη, αξιοποιώντας συνδυασμό θαλάσσιων, σιδηροδρομικών και οδικών μεταφορών. Η βασική οικονομική επιδίωξη είναι να δημιουργηθεί εναλλακτική διαδρομή για συγκεκριμένες κατηγορίες φορτίων, ιδίως όταν η υφιστάμενη θαλάσσια διαδρομή μέσω των Στενών του Βοσπόρου παρουσιάζει συμφόρηση ή δεν προσφέρει την καλύτερη λύση ως προς τον χρόνο και το κόστος.
Ο ΟΛΚ διευκρινίζει ότι η δράση Sea2Sea αφορά τη διερεύνηση της σκοπιμότητας και της βιωσιμότητας του διαδρόμου, την εξέταση εναλλακτικών σεναρίων και τον προσδιορισμό των απαιτούμενων επόμενων βημάτων. Η πρακτική υλοποίηση προϋποθέτει πρόσθετες τεχνικές και οικονομικές μελέτες, σιδηροδρομικά έργα, αναβαθμίσεις λιμενικών υποδομών και λειτουργικό συντονισμό μεταξύ λιμένων και σιδηροδρόμων. [6]
Είναι επομένως απαραίτητο να διαχωρίζεται το Sea2Sea ως σχεδιασμός διατροπικών μεταφορών από τους επίσημους ευρωπαϊκούς διαδρόμους του TEN-T. Ο διάδρομος Βαλτικής–Μαύρης Θάλασσας–Αιγαίου αποτελεί πλέον τμήμα της ευρωπαϊκής πολιτικής μεταφορών, αλλά η συμμετοχή της Καβάλας σε μια ανταγωνιστική διαδρομή εξαρτάται από τις πραγματικές υποδομές, τις συνδέσεις και τη δυνατότητα προσέλκυσης φορτίων. [1]
Για την Καβάλα, το όφελος θα κριθεί από την ικανότητά της να προσφέρει αξιόπιστη και οικονομικά ανταγωνιστική υπηρεσία. Το κόστος μεταφόρτωσης, η διαθεσιμότητα σιδηροδρομικής σύνδεσης, οι χρόνοι διέλευσης των συνόρων, η διοικητική απλούστευση και η ύπαρξη εμπορικών συμφωνιών θα καθορίσουν αν ο σχεδιασμός μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή δραστηριότητα.
Η γεωγραφία προσφέρει τη δυνατότητα. Η αγορά, όμως, θα κρίνει αν αυτή μπορεί να μετατραπεί σε διατηρήσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η συμπληρωματική σχέση με την Αλεξανδρούπολη
Η Καβάλα και η Αλεξανδρούπολη βρίσκονται στον ίδιο ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, αλλά δεν είναι απαραίτητο να αναπτύξουν ταυτόσημο ρόλο. Η Αλεξανδρούπολη έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την ενεργειακή συνδεσιμότητα και τη στρατιωτική κινητικότητα, ενώ η Καβάλα μπορεί να ενισχύσει τον εμπορικό, βιομηχανικό και εφοδιαστικό της προσανατολισμό, εφόσον εξασφαλίσει τις αναγκαίες υποδομές και φορτία.
Η στρατιωτική διάσταση της Αλεξανδρούπολης δεν είναι θεωρητική. Σε ανακοίνωση του αμερικανικού στρατού τον Μάρτιο του 2024 καταγράφεται η εκφόρτωση περίπου 3.000 τεμαχίων στρατιωτικού εξοπλισμού, μεταξύ των οποίων οχήματα μάχης Bradley και άρματα M1 Abrams, για μεταφορά σε διάφορους προορισμούς στην Ευρώπη. Η συγκεκριμένη επιχείρηση ανέδειξε την ικανότητα του λιμένα να υποστηρίζει σύνθετες μεταφορικές δραστηριότητες μεγάλης κλίμακας. [7]
Η εμπειρία αυτή δείχνει τι μπορεί να προσφέρει ένας λιμένας όταν οι εγκαταστάσεις, οι χερσαίες μεταφορές και ο επιχειρησιακός συντονισμός λειτουργούν από κοινού. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι κάθε εμπορικός λιμένας μπορεί να αναλάβει αυτομάτως αντίστοιχο ρόλο. Η στρατιωτική κινητικότητα εξαρτάται από ειδικές τεχνικές προδιαγραφές, τη δυνατότητα διακίνησης συγκεκριμένων φορτίων, τη διαθεσιμότητα σιδηροδρομικών και οδικών υποδομών και τον σχεδιασμό των αρμόδιων αρχών.
Η συμπληρωματικότητα των δύο λιμένων δεν είναι επίσης δεδομένη. Μπορεί να διεκδικούν ορισμένες κοινές εμπορευματικές ροές, ενώ η συνεργασία τους απαιτεί αξιολόγηση της αγοράς, σαφή κατανομή λειτουργιών και συντονισμό των επενδύσεων. Το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργηθεί τεχνητά ένας κοινός ρόλος, αλλά ένα δίκτυο που προσφέρει περισσότερες αξιόπιστες επιλογές σε επιχειρήσεις και μεταφορικούς οργανισμούς.
Η οικονομική διάσταση και τα οφέλη για την περιοχή
Η ανάπτυξη του «Φίλιππος Β΄» θα μπορούσε να ενισχύσει ένα ευρύτερο σύνολο οικονομικών δραστηριοτήτων πέρα από τα άμεσα έσοδα από τη διακίνηση φορτίων.
μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να ενισχύσουν τη σύνδεση του λιμένα με την παραγωγική βάση της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.
Αγροτικά προϊόντα, βιομηχανικά υλικά, πρώτες ύλες και εξοπλισμός θα μπορούσαν να διακινούνται αποτελεσματικότερα εφόσον η χρήση του λιμένα αποδειχθεί ανταγωνιστική σε κόστος και χρόνο. Αντίστοιχα, επιχειρήσεις της ενδοχώρας θα μπορούσαν να αποκτήσουν περισσότερες επιλογές πρόσβασης στις διεθνείς αγορές. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται συστηματική επαφή με παραγωγούς, μεταφορικές εταιρείες και δυνητικούς πελάτες, ώστε οι επενδύσεις να ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες.
Η τουριστική διάσταση παραμένει σημαντική για την ευρύτερη περιοχή, την Καβάλα και τη Θάσο. Η κρουαζιέρα, η ακτοπλοΐα και ο θαλάσσιος τουρισμός μπορούν να στηρίξουν την τοπική οικονομία, αλλά απαιτούν διαφορετικές υποδομές και προτεραιότητες από εκείνες του εμπορικού λιμένα. Ο σχεδιασμός πρέπει να λαμβάνει υπόψη την προστασία του παράκτιου περιβάλλοντος και να αποφεύγει συγκρούσεις μεταξύ βιομηχανικών, τουριστικών και οικιστικών χρήσεων.
Η πραγματική επιτυχία δεν θα κριθεί μόνο από την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων, αλλά από την οικονομική δραστηριότητα που αυτές θα δημιουργήσουν στην περιοχή. Ένας λιμένας που διακινεί φορτία χωρίς ουσιαστική σύνδεση με την τοπική παραγωγή μπορεί να έχει περιορισμένη αναπτυξιακή επίδραση.
Η υποπαραχώρηση και το διεθνές επενδυτικό σχήμα
Η αξιοποίηση του εμπορικού λιμένα έχει περάσει από τον σχεδιασμό σε συγκεκριμένο συμβατικό πλαίσιο. Σύμφωνα με το Υπερταμείο (Growthfund), στις 24 Ιανουαρίου 2025 ολοκληρώθηκε η παράδοση του εμπορικού λιμένα «Φίλιππος Β΄» στην εταιρεία «ΣΑΡΙΣΑ Υποπαραχώρηση Λιμένος Καβάλας Φίλιππος ΙΙ Α.Ε.», σηματοδοτώντας την έναρξη της υποπαραχώρησης διάρκειας 40 ετών. [8]
Το επενδυτικό σχήμα συνδέεται με την κοινοπραξία International Port Investments Kavala, στην οποία συμμετέχουν η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ …, η Black Summit Financial Group και η EFA Group. Σύμφωνα με το Υπερταμείο, το συνολικό τίμημα ανέρχεται σε περίπου 33,9 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι προβλεπόμενες επενδύσεις ανέρχονται σε 36 εκατομμύρια ευρώ. Οι υποχρεώσεις περιλαμβάνουν έργα ανάπτυξης και βαριάς συντήρησης, καθώς και υποδομές για τη Λιμενική Αρχή, την Πλοηγική Υπηρεσία και το τελωνείο. Προβλέπονται επίσης υποχρεώσεις που αφορούν την περιοχή των Άσπρων Χωμάτων. [8]
Η συμμετοχή της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ προσδίδει στο σχήμα ελληνική επιχειρηματική και κατασκευαστική διάσταση, ενώ η Black Summit Financial Group συνδέει την κοινοπραξία με αμερικανική εταιρεία. Η EFA Group συμμετέχει επίσης στο συγκεκριμένο επενδυτικό σχήμα. Αυτά είναι τα στοιχεία που τεκμηριώνονται από τις διαθέσιμες ανακοινώσεις.
Είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η υποπαραχώρηση αφορά δικαιώματα χρήσης, λειτουργίας, συντήρησης και εκμετάλλευσης του συγκεκριμένου εμπορικού λιμένα, σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους. Δεν ισοδυναμεί με μεταβίβαση της κυριότητας του λιμανιού σε ξένο κράτος. Ούτε τεκμηριώνεται, από τα στοιχεία της συγκεκριμένης συμφωνίας, ότι βρίσκεται σε εξέλιξη νέος διαγωνισμός ή ότι άλλη χώρα επιδιώκει να αγοράσει το λιμάνι.
Το επόμενο θέμα προς εξέταση, αφορά την υλοποίηση των επενδύσεων και την προσέλκυση πρόσθετων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Αποθηκευτικοί χώροι, υπηρεσίες μεταφοράς, εμπορευματικοί σταθμοί και οργανωμένες υπηρεσίες εφοδιαστικής θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη λειτουργία του λιμένα. Η εξέλιξη αυτή, όμως, θα εξαρτηθεί από την αύξηση των φορτίων, το κόστος λειτουργίας, τις χερσαίες συνδέσεις και την πρόσβαση στις αγορές της ενδοχώρας.
Η υπογραφή μιας επενδυτικής συμφωνίας δημιουργεί θεσμική βάση· η επιτυχία της θα αποδειχθεί μέσα από την υλοποίηση των δεσμεύσεων και τα μετρήσιμα αποτελέσματα.
Οι περιορισμοί και οι κίνδυνοι
Η αναπτυξιακή προοπτική της Καβάλας συνοδεύεται από συγκεκριμένους κινδύνους.
Υπάρχουν, τέλος, ζητήματα συντονισμού. Η κεντρική διοίκηση, η Περιφέρεια, οι τοπικές αρχές, οι διαχειριστές λιμένων, οι σιδηροδρομικοί φορείς και οι ιδιώτες επενδυτές πρέπει να λειτουργήσουν μέσα σε ένα συνεκτικό πλαίσιο.
Χωρίς κοινό σχεδιασμό, οι επιμέρους υποδομές κινδυνεύουν να αναπτυχθούν αποσπασματικά, χωρίς να δημιουργήσουν ένα πραγματικά ανταγωνιστικό σύστημα μεταφορών.
Τι απαιτείται για την αξιοποίηση της στρατηγικής δυνατότητας
Η Καβάλα χρειάζεται ένα συνεκτικό πρόγραμμα ανάπτυξης με σαφείς προτεραιότητες:
Η πρόοδος πρέπει να αξιολογείται με μετρήσιμους δείκτες, όπως ο όγκος και το είδος των φορτίων, το κόστος και ο χρόνος μεταφοράς, ο αριθμός των ενεργών εμπορικών συνδέσεων, η υλοποίηση των ιδιωτικών επενδύσεων και οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται. Με αυτόν τον τρόπο, η δημόσια συζήτηση μπορεί να μετακινηθεί από τις γενικές προσδοκίες στην αξιολόγηση συγκεκριμένων αποτελεσμάτων.
Συμπέρασμα: Ένα λιμάνι με δυνατότητες, αλλά όχι με εξασφαλισμένο αποτέλεσμα
Το λιμάνι της Καβάλας διαθέτει σημαντικά γεωγραφικά και αναπτυξιακά πλεονεκτήματα για την Ανατολική Μακεδονία, τη Θράκη και τις αγορές των Βαλκανίων. Οι υφιστάμενες λιμενικές εγκαταστάσεις, η πρόσβαση στην Εγνατία Οδό και η υποπαραχώρηση του «Φίλιππος Β΄» δημιουργούν μια συγκεκριμένη βάση για την επόμενη περίοδο. Η προοπτική, ωστόσο, θα κριθεί από την ολοκλήρωση των χερσαίων συνδέσεων, την υλοποίηση των επενδυτικών δεσμεύσεων και την ικανότητα προσέλκυσης σταθερών εμπορευματικών ροών.
Η σιδηροδρομική σύνδεση παραμένει το κρίσιμο σημείο. Η Πράξη 183/2026 του Ελεγκτικού Συνεδρίου δείχνει ότι απαιτούνται πρόσθετες θεσμικές και τεχνικές ενέργειες πριν θεωρηθεί εξασφαλισμένη η υλοποίηση του έργου. Παράλληλα, το Sea2Sea και οι ευρωπαϊκοί διάδρομοι μεταφορών παρέχουν ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο, όχι όμως εγγύηση εμπορικής επιτυχίας.
Η Καβάλα δεν χρειάζεται να αντιγράψει την Αλεξανδρούπολη. Μπορεί να αναπτύξει συμπληρωματικές εμπορικές, βιομηχανικές και εφοδιαστικές δυνατότητες, ενισχύοντας το σύνολο των ελληνικών υποδομών στον βόρειο αιγαιακό χώρο. Για να συμβεί αυτό, απαιτείται σταθερός σχεδιασμός, συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και συστηματική παρακολούθηση της πραγματικής προόδου.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει τα λιμάνια της ως μεμονωμένες εγκαταστάσεις ή ως τμήματα ενός ευρύτερου δικτύου που συνδέει την παραγωγή, το εμπόριο, τις μεταφορές και την ασφάλεια.
Η γεωγραφία προσφέρει την ευκαιρία. Οι υποδομές, οι επενδύσεις και η συνέπεια του σχεδιασμού θα κρίνουν αν αυτή θα αξιοποιηθεί.
Πηγές
[1] Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Γενική Διεύθυνση Κινητικότητας και Μεταφορών (DG MOVE). Baltic Sea–Black Sea–Aegean Sea Corridor και Trans-European Transport Network (TEN-T). Επίσημη παρουσίαση του ευρωπαϊκού διαδρόμου και του συνολικού πλαισίου μεταφορικών υποδομών.
[2] Οργανισμός Λιμένος Καβάλας Α.Ε. (ΟΛΚ). Λιμενικό σύστημα. Επίσημη παρουσίαση των λιμένων «Απόστολος Παύλος», «Φίλιππος Β΄», Κεραμωτής και Ελευθερών.
[3] Οργανισμός Λιμένος Καβάλας Α.Ε. (ΟΛΚ). Investments – Projects. Στοιχεία για τα έργα του αποσπασμένου μόλου, την επέκταση της πλατφόρμας και την προβλεπόμενη σιδηροδρομική σύνδεση με την περιοχή των Τοξοτών.
[4] ΕΡΓΟΣΕ – ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε. Επίσημες ανακοινώσεις του 2024 για την προκήρυξη και την εξέλιξη του διαγωνισμού του έργου Νέα Καρβάλη–Τοξότες.
[5] Ελεγκτικό Συνέδριο. Πράξη 183/2026. Απόφαση προσυμβατικού ελέγχου για το έργο «Κατασκευή νέας μονής σιδηροδρομικής γραμμής στο τμήμα Νέα Καρβάλη–Τοξότες».
[6] Οργανισμός Λιμένος Καβάλας Α.Ε. (ΟΛΚ). Sea2Sea. Επίσημη παρουσίαση του αντικειμένου της δράσης, της διερεύνησης σκοπιμότητας και βιωσιμότητας και των προϋποθέσεων πρακτικής υλοποίησης του διαδρόμου.
[7] U.S. Army. Terysa King, Port of Alexandroupolis makes sustainment history with heavy brigade movement, 17 March 2024. Επίσημη καταγραφή της διακίνησης στρατιωτικού εξοπλισμού μέσω του λιμένα Αλεξανδρούπολης.
[8] Υπερταμείο (Growthfund). Έναρξη υπο-παραχώρησης για την αξιοποίηση του λιμένα «Φίλιππος Β΄» του Οργανισμού Λιμένος Καβάλας, 24 Ιανουαρίου 2025. Επίσημα στοιχεία για την έναρξη της υποπαραχώρησης, τη διάρκεια, το τίμημα και τις επενδυτικές υποχρεώσεις.
Σημείωση τεκμηρίωσης: Οι ανακοινώσεις της ΕΡΓΟΣΕ αποτυπώνουν την εξέλιξη του διαγωνισμού το 2024, ενώ η Πράξη 183/2026 του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι η μεταγενέστερη και καθοριστική πηγή για την κατάσταση της συμβασιοποίησης. Για τον λόγο αυτό, το άρθρο δεν παρουσιάζει τη σιδηροδρομική σύνδεση ως έργο που έχει ήδη συμβασιοποιηθεί ή κατασκευάζεται. Αντίστοιχα, η παρουσίαση του Sea2Sea διακρίνει τον σχεδιασμό του διαδρόμου από την πλήρη επιχειρησιακή του υλοποίηση.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .
πηγή: kavala portal
Η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν αρκεί από μόνη της για να κρίνει την έκβαση του πολέμου, υποστηρίζουν δύο αναλυτές του Foreign Affairs. Κατά την εκτίμησή τους, η Τεχεράνη ποντάρει στην παράταση της σύγκρουσης και στο οικονομικό και πολιτικό κόστος για τους αντιπάλους της.
Οι Νάργκες Μπαζογκλί και Βάλι Νασρ περιγράφουν έναν στόχο ευρύτερο από την επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος: να αποχωρήσουν οι αμερικανικές δυνάμεις από τον Περσικό Κόλπο, να αρθούν οι κυρώσεις και να αναγνωριστεί το Ιράν ως μεγάλη δύναμη. Η βασική ιδέα, όπως την παρουσιάζουν, είναι ότι η Τεχεράνη μπορεί να πετύχει αυτούς τους σκοπούς χωρίς να νικήσει τις ΗΠΑ σε μια συμβατική στρατιωτική αναμέτρηση. Αρκεί να επιβάλει αρκετό κόστος ώστε η Ουάσιγκτον να αναθεωρήσει την πολιτική περιορισμού του Ιράν.
Σύμφωνα με τους δύο συγγραφείς, η ιρανική στρατηγική στηρίζεται σε τρεις μοχλούς: πλήγματα κατά αμερικανικών βάσεων, πίεση προς τα κράτη του Κόλπου να ζητήσουν την αποχώρηση των ΗΠΑ και αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές. Τα Στενά του Ορμούζ αποκτούν έτσι σημασία όχι μόνο ως θαλάσσια δίοδος, αλλά και ως μέσο αύξησης του διεθνούς κόστους της σύγκρουσης. Οι συντάκτες εκτιμούν επίσης ότι η πολεμική πίεση ενίσχυσε το εθνικιστικό αίσθημα στο εσωτερικό του Ιράν, παρά τις σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις.
Οι εξελίξεις στη ναυσιπλοΐα δείχνουν ότι η ένταση γύρω από τα Στενά παραμένει ενεργό μέτωπο. Το Reuters μετέδωσε στις 14 Οκτωβρίου ότι το Ιράν αλλάζει τακτικές στις επιθέσεις κατά πλοίων, επιδιώκοντας να διατηρήσει την πίεση στην περιοχή και στις αγορές ενέργειας.
Η στρατηγική αυτή έχει, όμως, μεγάλο ρίσκο. Η ίδια η ανάλυση αναγνωρίζει ότι το Ιράν έχει υποστεί σοβαρές ζημιές. Η παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την οικονομία και τον πληθυσμό, ενώ η πίεση στις αγορές δεν εγγυάται ότι τα κράτη του Κόλπου θα στραφούν κατά της αμερικανικής παρουσίας. Αυτά είναι τα κρίσιμα αβέβαια σημεία του ιρανικού υπολογισμού.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποια πλευρά διαθέτει μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ. Είναι ποια πλευρά θα αντέξει περισσότερο το κόστος και ποια θα επιλέξει πρώτη να αποκλιμακώσει. Η «θεωρία νίκης» που περιγράφουν οι Μπαζογκλί και Νασρ είναι μια ερμηνεία της ιρανικής στρατηγικής, όχι απόδειξη ότι η Τεχεράνη μπορεί πράγματι να πετύχει τους στόχους της. Το άρθρο τους δημοσιεύτηκε στο Foreign Affairs στις 9 Οκτωβρίου 2026.
Νέα στοιχεία που εξετάζει το Le Monde περιγράφουν την εκτεταμένη βοήθεια που παρείχε ένας Σαουδάραβας δημόσιος υπάλληλος σε δύο από τους αεροπειρατές. Η υπόθεση παραμένει αντικείμενο δικαστικής διαμάχης· η βοήθεια που φέρεται να προσέφερε δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι γνώριζε τα σχέδιά τους ή ότι ενεργούσε κατ’ εντολή της κυβέρνησης.
Στις 15 Ιανουαρίου 2000, οι Σαουδάραβες Χαλίντ αλ-Μιχντάρ και Ναουάφ αλ-Χάζμι έφτασαν στο Λος Άντζελες. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, λίγες εβδομάδες αργότερα ο Ομάρ αλ-Μπαγιούμι τούς βοήθησε να εγκατασταθούν στο Σαν Ντιέγκο: βρήκε κατοικία, εγγυήθηκε για τη μίσθωσή της, κάλυψε το πρώτο ενοίκιο και τους συνέδεσε με ανθρώπους που μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Οι δύο άνδρες αργότερα συμμετείχαν στην αεροπειρατεία της πτήσης 77 της American Airlines, η οποία συνετρίβη στο Πεντάγωνο.
Ο αλ-Μπαγιούμι υποστήριξε ότι τους γνώρισε τυχαία σε εστιατόριο. Το Le Monde, όμως, καταγράφει ένα πυκνό δίκτυο επαφών και ενεργειών γύρω από την άφιξή τους. Από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2000 φέρεται να έκανε 93 τηλεφωνήματα στη σαουδαραβική πρεσβεία, 30 από αυτά στο τμήμα θρησκευτικών υποθέσεων. Το δημοσίευμα συνδέει την πρώτη γνωριμία με τον ιμάμη και διπλωμάτη Φαχάντ αλ-Θουμάιρι, ο οποίος υπηρετούσε στο σαουδαραβικό προξενείο του Λος Άντζελες.
Στο υλικό που εξετάστηκε περιλαμβάνονται περίπου 80 βιντεοκασέτες από το σπίτι του αλ-Μπαγιούμι στο Μπέρμιγχαμ. Μία καταγράφει εκδήλωση καλωσορίσματος για τους δύο άνδρες στο Σαν Ντιέγκο· άλλη δείχνει τον αλ-Μπαγιούμι να παίζει paintball με τον Ανουάρ αλ-Αουλάκι, ο οποίος αργότερα έγινε ηγετικό στέλεχος της Αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο. Σε βίντεο από επίσκεψη στην Ουάσιγκτον το 1999, η κάμερα εστιάζει σε εισόδους και μέτρα ασφαλείας του Καπιτωλίου. Βρέθηκε επίσης σημείωση με υπολογισμούς για τον χρόνο και την απόσταση πτώσης ενός αεροσκάφους. Το δημοσίευμα δεν παρουσιάζει αυτά τα ευρήματα ως απόδειξη ότι ο αλ-Μπαγιούμι γνώριζε το σχέδιο της επίθεσης.
Στις 28 Αυγούστου 2025, ομοσπονδιακός δικαστής στη Νέα Υόρκη έκρινε ότι οι οικογένειες των θυμάτων είχαν παρουσιάσει επαρκή στοιχεία ώστε η αγωγή τους κατά της Σαουδικής Αραβίας να προχωρήσει. Δεν έκρινε οριστικά ότι το βασίλειο ευθύνεται: η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και των μαρτύρων, σημείωσε, θα γίνει στη δίκη. Η Σαουδική Αραβία αρνείται τις κατηγορίες και υποστηρίζει ότι οι ενέργειες του αλ-Μπαγιούμι ήταν αθώες συμπτώσεις.
Η δικαστική εξέλιξη συνυπάρχει με το συμπέρασμα της Επιτροπής της 11ης Σεπτεμβρίου το 2004, η οποία ανέφερε ότι δεν βρήκε στοιχεία πως η σαουδαραβική κυβέρνηση ως θεσμός ή ανώτατοι αξιωματούχοι χρηματοδότησαν την Αλ Κάιντα. Τα δύο αυτά δεδομένα δεν απαντούν από μόνα τους στο στενότερο ερώτημα της αγωγής: αν συγκεκριμένα πρόσωπα με δεσμούς με το σαουδαραβικό κράτος παρείχαν εν γνώσει τους ουσιαστική βοήθεια στους αεροπειρατές.
Βασισμένο στην έρευνα των Christophe Ayad και Guillaume Dasquié στο Le Monde.
Προσεκτικά διάλεξε τις λέξεις του ο Παύλος Μαρινάκης για την απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Η Ουάσιγκτον αποφασίζει για τους πρέσβεις της, η Αθήνα δεν εμπλέκεται και οι διμερείς συμφωνίες συνεχίζονται. Αυτή ήταν η κυβερνητική τοποθέτηση, χωρίς προσωπική υπεράσπιση της αποχωρούσας πρέσβειρας, αλλά και χωρίς υιοθέτηση των δημοσιευμάτων εναντίον της. Η επιλογή επιτρέπει στο Μαξίμου να διατηρήσει το πολιτικό όφελος από τις ελληνοαμερικανικές συνεργασίες, αποφεύγοντας να φορτωθεί την υπεράσπιση ενός προσώπου που απομακρύνθηκε με απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης. Στην απάντηση του εκπροσώπου, πάντως, οι συμφωνίες κατέλαβαν περισσότερο χώρο από την ίδια την πρέσβειρα.
Λιγότερο αποστασιοποιημένος εμφανίστηκε ο Άδωνις Γεωργιάδης. Χαρακτήρισε δυσάρεστη την αποχώρηση της Γκίλφοϊλ, αναγνώρισε τη συμβολή της στις διμερείς σχέσεις και είπε ότι δεν έχει κάτι εναντίον της. Ο Άδωνις λοιπόν δεν επιχείρησε να εμφανιστεί ξαφνικά αδιάφορος, ούτε να αποστασιοποιηθεί. Αυτό, μέσα στη συγκεκριμένη συγκυρία, ξεχωρίζει Πολλοί που έσπευδαν για ένα στιγμιότυπο με την Κίμπερλι και την αποθέωναν δεξιά κι αριστερά σήμερα προσπαθούν να εξαφανίσουν τις φωτογραφίες ή να πείσουν ότι δεν είδαν και δεν ήξεραν τίποτα.
Μην προεξοφλείτε τον Τζον Κατσιματίδη για την αμερικανική πρεσβεία. Το όνομά του κυκλοφορεί, όμως επανέρχονται στη συζήτηση τόσο ο Γκας Μπιλιράκης, όσο και ο εκδότης Τζον Τζορτζ. Πρόσεξα, πάντως, κάτι που περιπλέκει την εύκολη αφήγηση περί «νέας αρχής». Ο Κατσιματίδης υπερασπίστηκε δημόσια τη Γκίλφοϊλ στο ΕΡΤnews, χαρακτήρισε υποκινούμενη την απομάκρυνσή της και αποκάλυψε ότι είχαν επικοινωνήσει. Ο άνθρωπος που ακούγεται ως διάδοχος δεν αποστασιοποιείται από την απερχόμενη. Στο μεταξύ, ο Τζος Χακ αναμένεται να αναλάβει προσωρινά, γνωρίζοντας ήδη τον φάκελο Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Το προσωρινό, πάντως, μπορεί να διαρκέσει. Με τις ενδιάμεσες εκλογές μπροστά και την έγκριση της Γερουσίας απαραίτητη, μια ανακοίνωση Τραμπ δεν αρκεί για να φτάσει αμέσως νέος πρέσβης στην Αθήνα. Οι εκλογές μπορούν άλλωστε να αλλάξουν τους συσχετισμούς στο Σώμα. Θα κοίταζα, λοιπόν, ποιος μπορεί να περάσει από τη Γερουσία, όχι μόνο ποιος έχει το τηλέφωνο του προέδρου.
Ένα ερώτημα με βασανίζει στην υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Ποιος άρχισε να μιλάει μέσα από την ίδια την κυβέρνηση Τραμπ; Γιατί πριν ακόμη ανακοινωθεί η καρατόμησή της, ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος αποκάλυπτε στο Associated Press την οργή Τραμπ και Ρούμπιο. Δεύτερος αξιωματούχος μιλούσε για την εξέταση των καταγγελιών από τον γενικό επιθεωρητή του State Department. Και στο CNN έφταναν πληροφορίες ακόμη και για τον προσωπικό εκνευρισμό του Ρούμπιο με τη συμπεριφορά της πρέσβειρας στην Αθήνα. Ένα «βαθύ λαρύγγι» ή περισσότερα; Κανείς δεν γνωρίζει. Εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι κάποιοι από το εσωτερικό της αμερικανικής διοίκησης αποκάλυπταν το παρασκήνιο της απομάκρυνσης πριν ο Λευκός Οίκος γνωστοποιήσει την απομάκρυνσή της.
Μιας και ασχοληθήκαμε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και τις αμερικανικές παρεμβάσεις στην περιοχή, θα σας μεταφέρω μια πληροφορία που έφτασε στα αυτιά μου από εξαιρετικά πληροφορημένη πηγή. Να υπενθυμίσω αρχικά ότι η Wall Street Journal είχε ήδη βάλει τη Ρουμανία στο κάδρο των αποκαλύψεων για την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, τόσο για τις ενεργειακές συμφωνίες όσο και για τη δήλωσή που της αποδίδεται ότι οι ΗΠΑ μπορούν να ανατρέπουν κυβερνήσεις. Μου λέει, λοιπόν, η πηγή μου -την οποία έχω να δηλώσω πως εμπιστεύομαι απόλυτα- ότι δύο κορυφαίοι υπουργοί της ρουμανικής κυβέρνησης βρέθηκαν πριν από λίγο καιρό στο γραφείο ισχυρού Έλληνα επιχειρηματία, με τον οποίο συναντήθηκαν. Τι ακριβώς συζητήθηκε; Δεν γνωρίζω και δεν πρόκειται να επινοήσω συμφωνίες ή παρασκηνιακά νταραβέρια επί συμφωνιών ή συζητήσεις με πολιτικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις που ακουμπούν την Ελλάδα. Η Ρουμανία, πάντως, βρίσκεται πάνω στον ενεργειακό διάδρομο που συνδέει την Ελλάδα με την Ουκρανία. Θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε ποιος ζήτησε το ραντεβού, ποιο ήταν το αντικείμενό του και αν υπήρξε συνέχεια. Κυρίως, όμως, με ενδιαφέρει ποιος ανέλαβε να φέρει τους Ρουμάνους υπουργούς σε επαφή με τον Έλληνα επιχειρηματία. Γιατί η πληροφορία που έχω γι’ αυτό το πρόσωπο ανοίγει μια δεύτερη, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία.
Και τώρα ερχόμαστε στο πρόσωπο που μου προκάλεσε τη μεγαλύτερη έκπληξη. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η οποία έχει πρόσβαση σε στοιχεία και σημεία που ελάχιστοι έχουν, για τη συνάντηση των δύο Ρουμάνων υπουργών με τον Έλληνα επιχειρηματία μεσολάβησε πρώην βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος ήταν μάλιστα παρών. Δεν είναι κάποιος τυχαίος. Πρόκειται για πολιτικό που είχε βρεθεί στο παρελθόν στο στενό περιβάλλον του Κυριάκου Μητσοτάκη, προτού απομακρυνθεί από το προσκήνιο εξαιτίας παλαιότερης ποινικής υπόθεσης, η οποία έκλεισε δικαστικά λόγω παραγραφής. Το όνομά του το κρατώ προς το παρόν. Εκείνο που αναζητώ είναι η ιδιότητα με την οποία φέρεται να ανέλαβε τη μεσολάβηση. Ενεργούσε για λογαριασμό κάποιου; Είχε προσωπική σχέση με τους Ρουμάνους αξιωματούχους; Ποιος του ζήτησε να οργανώσει την επαφή;
Έθνος, X-Ray
του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Στη γεωπολιτική, η πραγματική σημασία ενός προσώπου δεν αποτιμάται μόνο από τον επίσημο τίτλο του, αλλά κυρίως από την πρόσβαση που διαθέτει στα κέντρα λήψης αποφάσεων, τις σχέσεις που μπορεί να ενεργοποιήσει και την ικανότητά του να επηρεάζει τη διαμόρφωση στρατηγικών επιλογών. Η περίπτωση του Τομ Μπαράκ (Thomas J. Barrack Jr.) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή συνδυάζει την επιχειρηματική εμπειρία, την προσωπική σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ και την ανάληψη διπλωματικών αρμοδιοτήτων σε μια περιοχή όπου τέμνονται κρίσιμα αμερικανικά, τουρκικά, ελληνικά, αραβικά και ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Ο Μπαράκ, ιδρυτής της επενδυτικής εταιρείας Colony Capital και στενός πολιτικός σύμμαχος του Τραμπ, ανέλαβε το 2025 καθήκοντα πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία, ενώ στη συνέχεια βρέθηκε στο επίκεντρο των αμερικανικών πρωτοβουλιών για τη Συρία και το Ιράκ. Η Γερουσία επικύρωσε τον διορισμό του ως πρέσβη στις 29 Απριλίου 2025, μετά την ακρόαση της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων την 1η Απριλίου.[1]
Η σημασία αυτής της τοποθέτησης υπερβαίνει την τυπική διπλωματική εκπροσώπηση. Η Τουρκία αποτελεί κρίσιμο σύμμαχο του ΝΑΤΟ, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, συνορεύει με περιοχές έντονης αστάθειας και διατηρεί στρατιωτική και πολιτική παρουσία στη Συρία. Παράλληλα, επιδιώκει να ενισχύσει την αμυντική της βιομηχανία, να αναβαθμίσει τη θέση της στις περιφερειακές ενεργειακές διαδρομές και να διατηρήσει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται ταυτόχρονα με τη Δύση, τη Ρωσία και τις χώρες της Μέσης Ανατολής.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο διπλωμάτης που αναλαμβάνει τη διαχείριση των σχέσεων με την Άγκυρα δεν περιορίζεται στη διεκπεραίωση διμερών επαφών. Συμμετέχει, άμεσα ή έμμεσα, σε μια ευρύτερη διαδικασία καθορισμού προτεραιοτήτων ασφαλείας, οικονομικής συνεργασίας και περιφερειακής σταθερότητας.
Η επιχειρηματική διαδρομή του Μπαράκ και η πρόσβασή του στον Λευκό Οίκο δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη αθέμιτης επιρροής. Αποτελούν, ωστόσο, λόγο αυξημένης προσοχής για το αν οι πρωτοβουλίες του Μπαράκ υπηρετούν (όπως αρκετοί πιστεύουν) έναν κρυφό σχεδιασμό και αν η επιχειρηματική του εμπειρία και εμπλοκή, αποτελεί από μόνη της ένδειξη αθέμιτης επιρροής.
Η ουσία βρίσκεται στο ότι η δραστηριότητά του αξίζει να εξετάζεται με αυξημένη προσοχή, ιδιαίτερα όταν δημόσιες αρμοδιότητες, ιδιωτικές διασυνδέσεις και μεγάλα στρατηγικά έργα συναντώνται στο ίδιο πεδίο.
Το όνομα του Μπαράκ είχε απασχολήσει τη δικαιοσύνη των ΗΠΑ το 2021, όταν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για φερόμενη δράση ως μη καταχωρισμένος εκπρόσωπος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και για ψευδείς δηλώσεις προς ομοσπονδιακούς ερευνητές. Το 2022 αθωώθηκε από σώμα ενόρκων….[2]
Η αθώωση μπορει να είναι ένα σαφές δικαστικό γεγονός και δεν επιτρέπεται να υποκαθίσταται από υπονοούμενα περί ενοχής. Οι σκιές όμως μένουν. Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε τα Εμιράτα και δεν υπάρχουν καθαρές αποδείξεις ότι ο Μπαράκ ενεργεί για λογαριασμό της Τουρκίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας
Η ευρύτερη θεσμική διάσταση, ωστόσο, παραμένει σημαντική. Στη σύγχρονη διεθνή πολιτική, η επιρροή δεν ασκείται μόνο μέσω επίσημων διαύλων. Μπορεί να αναπτύσσεται μέσα από επιχειρηματικές συνεργασίες, προσωπικές σχέσεις, επενδυτικά σχήματα και πρόσβαση σε πολιτικά κέντρα. Γι’ αυτό, όταν ένας αξιωματούχος διαθέτει εκτεταμένο επιχειρηματικό υπόβαθρο, η διαφάνεια των οικονομικών του δεσμών αποτελεί ουσιαστικό μέρος της αξιολόγησης της δημόσιας δράσης του.
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται στην ανακύκλωση μιας παλαιότερης ποινικής υπόθεσης, αλλά στον έλεγχο των σημερινών δραστηριοτήτων και των πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων. Η αξιοπιστία της εξωτερικής πολιτικής εξαρτάται και από το κατά πόσο οι πολίτες μπορούν να γνωρίζουν ποια συμφέροντα υπηρετούν οι αποφάσεις και με ποιες εγγυήσεις διασφαλίζεται η αμεροληψία τους.

Η υπόθεση των ρωσικών συστημάτων S-400 και των αμερικανικών μαχητικών F-35 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα εξοπλιστικό ζήτημα μετατρέπεται σε κρίσιμο γεωπολιτικό διακύβευμα.
Το 2019, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία του ρωσικού συστήματος S-400 δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια των ευαίσθητων τεχνολογιών του αεροσκάφους. Το 2020 επιβλήθηκαν κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA, με στόχο την τουρκική αμυντική βιομηχανία.[3]
Στις 17 Απριλίου 2026, ο Μπαράκ δήλωσε ότι ανέμενε σύντομα λύση στο ζήτημα των κυρώσεων και υποστήριξε ότι, από την οπτική του Τραμπ, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή.[4] Η δήλωση αποτύπωνε μια πολιτική κατεύθυνση, όχι οριστική συμφωνία επανένταξης. Το ζήτημα παραμένει συνδεδεμένο με τη νομοθεσία, τις απαιτήσεις προστασίας της αμερικανικής τεχνολογίας και την τύχη των S-400.
Από στρατηγική άποψη, η υπόθεση έχει τρεις διαστάσεις. Πρώτον, αφορά την προστασία τεχνολογίας αιχμής και τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων του ΝΑΤΟ. Δεύτερον, συνδέεται με το εάν η Τουρκία θα μπορέσει να διατηρήσει το ρωσικό σύστημα και ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την πρόσβασή της σε ένα από τα πιο προηγμένα δυτικά μαχητικά. Τρίτον, αφορά τη συνολική πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι σε έναν σύμμαχο που διατηρεί σημαντική στρατηγική αυτονομία και συχνά ακολουθεί πολιτική πολλαπλών κατευθύνσεων.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι απλώς η απόκτηση ενός ακόμη τύπου αεροσκάφους από την Τουρκία. Είναι η πιθανότητα μεταβολής του τρόπου με τον οποίο η τουρκική αεροπορία θα συλλέγει πληροφορίες, θα εντοπίζει στόχους και θα συντονίζει τις επιχειρήσεις της. Ένα F-35 αποκτά τη μεγαλύτερη επιχειρησιακή αξία του όταν λειτουργεί ως μέρος ενός δικτυωμένου συστήματος αισθητήρων, διοίκησης, ελέγχου και οπλικών μέσων. Συνεπώς, η επίδρασή του δεν περιορίζεται στα χαρακτηριστικά του ίδιου του αεροσκάφους, αλλά επεκτείνεται στην ικανότητα μιας αεροπορίας να επιχειρεί με μεγαλύτερη επίγνωση του πεδίου και να δυσχεραίνει τον έγκαιρο εντοπισμό της από τον αντίπαλο.
Εάν η Τουρκία αποκτήσει τελικά πρόσβαση στο πρόγραμμα, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα παράμετρο στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της αποτροπής στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ισορροπία θα ανατραπεί αυτόματα. Η πραγματική επιχειρησιακή επίδραση θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των αεροσκαφών, τον χρόνο παράδοσης, την εκπαίδευση των πληρωμάτων, τη διαθεσιμότητα πυρομαχικών, την υποστήριξη και την ενσωμάτωσή τους στα υπόλοιπα συστήματα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.
Η ελληνική πλευρά έχει ήδη επιλέξει την προμήθεια F-35, επομένως το κρίσιμο ζήτημα είναι και ο χρονισμός: ποια επιχειρησιακά κενά ενδέχεται να δημιουργηθούν μέχρι να αποκτηθούν και να ενταχθούν πλήρως οι νέες δυνατότητες; Παράλληλα, η ενίσχυση των αισθητήρων, της δικτύωσης, της ηλεκτρονικής υποστήριξης και της συνολικής διαλειτουργικότητας αποκτά σημασία αντίστοιχη με την απόκτηση νέων πλατφορμών.
Η αποτροπή δεν κρίνεται μόνο από το ποιος διαθέτει ένα προηγμένο αεροσκάφος, αλλά από το ποιος μπορεί να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα το σύνολο των διαθέσιμων μέσων.
Η αναφορά του Μπαράκ στους ελληνικούς S-300 ως επιχείρημα στη συζήτηση για τους S-400 δεν αναιρεί τις διαφορές των δύο περιπτώσεων. Η αμερικανική αντίρρηση αφορούσε ειδικά την προμήθεια και τη διατήρηση του ρωσικού συστήματος από την Τουρκία, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα F-35 και τους κινδύνους για την προστασία ευαίσθητων τεχνολογιών.[3][4]
Για την Αθήνα, το βασικό θέμα είναι με ποιους όρους θα μπορούσε να επιτευχθεί ένας αμερικανοτουρκικός συμβιβασμός. Θα υπάρξουν επαληθεύσιμοι περιορισμοί ως προς την επιχειρησιακή κατάσταση των S-400; Θα διασφαλιστούν οι απαιτήσεις προστασίας της τεχνολογίας του F-35; Και πώς θα αποτιμηθούν οι επιπτώσεις στη στρατιωτική ισορροπία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ;
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να θεωρεί δεδομένο ότι κάθε αμερικανική προσέγγιση προς την Τουρκία στρέφεται εναντίον της. Χρειάζεται, όμως, να αντιμετωπίζει την πιθανή αναβάθμιση των τουρκικών δυνατοτήτων ως παράγοντα που απαιτεί έγκαιρη επιχειρησιακή και διπλωματική προετοιμασία.

Η Συρία αποτελεί το δεύτερο μεγάλο πεδίο στο οποίο συναντώνται οι διπλωματικές πρωτοβουλίες του Μπαράκ, οι τουρκικές επιδιώξεις και οι ευρύτεροι ενεργειακοί σχεδιασμοί. Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, η χώρα εισήλθε σε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο, με ζητήματα ασφάλειας, πολιτικής νομιμοποίησης, προστασίας μειονοτήτων και αποκατάστασης των κρατικών δομών.
Ο Μπαράκ έχει υποστηρίξει δημόσια την προσπάθεια ενοποίησης της Συρίας υπό την κεντρική κυβέρνηση και την ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων στις εθνικές δομές ασφαλείας. Σε συνέντευξή του στο Associated Press τον Ιούλιο του 2025, εξέφρασε την αμερικανική στήριξη στη νέα συριακή κυβέρνηση και αναφέρθηκε στις προσπάθειες πολιτικής διευθέτησης και ενσωμάτωσης των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων.[5]
Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Τουρκία. Η Άγκυρα αντιμετωπίζει την αυτονομία των κουρδικών ένοπλων δομών στη βόρεια Συρία ως ζήτημα άμεσης εθνικής ασφάλειας, λόγω των δεσμών που αποδίδει στις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις με το PKK. Η ενσωμάτωση αυτών των δυνάμεων σε έναν ενιαίο συριακό στρατιωτικό και κρατικό μηχανισμό, εφόσον περιορίσει την ανεξάρτητη στρατιωτική τους δράση, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει βασική τουρκική επιδίωξη: τη μείωση της πιθανότητας να διαμορφωθεί στα νότια σύνορά της μια αυτόνομη κουρδική στρατιωτική οντότητα.
Παράλληλα, μια ισχυρότερη κεντρική κυβέρνηση στη Δαμασκό θα μπορούσε να επιτρέψει στην Άγκυρα να ασκεί επιρροή μέσω διακρατικών συμφωνιών για την ασφάλεια των συνόρων, την ανοικοδόμηση και την οικονομική συνεργασία, αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε άμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις και τοπικούς συμμάχους. Εάν οι νέες συριακές δομές ασφαλείας αναπτυχθούν με τρόπο συμβατό με τις τουρκικές προτεραιότητες, η Τουρκία ενδέχεται να αποκτήσει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος και ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση στην περιοχή.
Ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν είναι δεδομένο. Η ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων δεν σημαίνει αναγκαστικά την πλήρη διάλυση της πολιτικής και κοινωνικής τους επιρροής. Αντίστοιχα, η συγκέντρωση εξουσίας στη Δαμασκό δεν εγγυάται ότι η νέα κυβέρνηση θα ακολουθήσει σε κάθε ζήτημα τις τουρκικές επιδιώξεις. Η βιωσιμότητα μιας συμφωνίας θα εξαρτηθεί από τις εγγυήσεις εκπροσώπησης, την προστασία των μειονοτήτων και την πραγματική κατανομή της εξουσίας.
Για τις ΗΠΑ, το δίλημμα είναι εξίσου σύνθετο. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποτρέψει την ανασυγκρότηση του Ισλαμικού Κράτους και να περιορίσει την αστάθεια, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να διαχειριστεί τη συνεργασία της με τους Κούρδους και τη σχέση της με την Τουρκία. Μια αναπροσαρμογή της αμερικανικής παρουσίας ή της συνεργασίας με τις κουρδικές δυνάμεις θα μπορούσε να διευκολύνει την προσέγγιση με την Άγκυρα, χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά εγκατάλειψη όλων των αμερικανικών στόχων στη Συρία.
Το γεωπολιτικό ερώτημα όμως, είναι ποιος θα διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας. Εάν η Τουρκία αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στην ασφάλεια, στις κρατικές δομές και στην ανοικοδόμηση της Συρίας, θα ενισχυθεί η περιφερειακή της θέση. Εάν, όμως, η νέα συριακή κυβέρνηση αποδειχθεί αδύναμη ή η πολιτική διευθέτηση αποκλείσει σημαντικές κοινότητες, η αστάθεια μπορεί να συνεχιστεί, περιορίζοντας και τα οφέλη της Άγκυρας. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει όχι μόνο τις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας, αλλά και την ασφάλεια του Ιράκ, τις ενεργειακές διαδρομές και τη συνολική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του σχεδίου αναβίωσης του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς, ο οποίος θα μπορούσε να μεταφέρει ιρακινό πετρέλαιο μέσω της Συρίας προς τη Μεσόγειο, προσφέροντας εναλλακτική διαδρομή σε σχέση με τις εξαγωγές που εξαρτώνται από τα Στενά του Ορμούζ.
Τον Απρίλιο του 2026, το Euronews παρουσίασε σχέδιο που αποδίδεται στον Μπαράκ και αφορά τη μετατροπή της Συρίας σε ενεργειακό διάδρομο, με την αποκατάσταση του αγωγού και την ανάπτυξη πρόσθετων υποδομών μεταφοράς ενέργειας.[6] Τον Οκτώβριο, το Reuters δημοσίευσε αναλυτικό ρεπορτάζ για την επιχειρηματική διάσταση του σχεδίου, αναφέροντας ότι το έργο θα μπορούσε να κοστίσει περίπου 15 δισεκατομμύρια δολάρια και να απαιτήσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθεί.[7]
Σύμφωνα με το Reuters, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν τον Ιούλιο μνημόνια κατανόησης με κοινοπραξία στην οποία συμμετέχουν η TI Capital, η Chevron και η καταριανή UCC Holding, με σκοπό την εκπόνηση τεχνικών και χρηματοοικονομικών μελετών για την αποκατάσταση του αγωγού.[7]
Το στρατηγικό ενδιαφέρον είναι σαφές. Ένας αγωγός που παρακάμπτει το Ορμούζ θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράκ μεγαλύτερη ευελιξία στις εξαγωγές του, να ενισχύσει τη σημασία της Συρίας ως χώρας διέλευσης και να δημιουργήσει νέα οικονομικά και διπλωματικά δεδομένα για τις χώρες που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση και τη λειτουργία του.
Ωστόσο, η κατασκευή μιας τέτοιας υποδομής δεν εξαλείφει τον κίνδυνο. Οι χερσαίοι αγωγοί είναι εκτεθειμένοι σε πολιτική αστάθεια, δολιοφθορές, στρατιωτικές συγκρούσεις και διαφωνίες για τα τέλη διέλευσης. Η ιστορία του ίδιου του Κιρκούκ–Μπανιάς, που βρίσκεται εκτός λειτουργίας από το 2003, δείχνει ότι η γεωγραφική χρησιμότητα δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την οικονομική και επιχειρησιακή βιωσιμότητα ενός έργου.[7]
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω των επιχειρηματικών σχέσεων που περιγράφει το Reuters. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Μπαράκ προώθησε τη συμμετοχή της TI Capital, εταιρείας που διοικείται από τον μακροχρόνιο επιχειρηματικό συνεργάτη του Ζιάντ Γκαντούρ. Παράλληλα, ο Μπαράκ διατηρούσε οικονομικό συμφέρον σε διαφορετική επενδυτική δραστηριότητα ακινήτων που διαχειρίζεται η εταιρεία.[7]
Το Reuters δεν εντόπισε στοιχεία ότι ο Μπαράκ θα αποκόμιζε άμεσο κέρδος από τον ίδιο τον αγωγό. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστήριξε ότι δεν έχει οικονομικό συμφέρον στο έργο και ότι ο αξιωματούχος συμμορφώνεται με τους κανόνες δεοντολογίας. Ωστόσο, ειδικοί που μίλησαν στο πρακτορείο έθεσαν ερωτήματα σχετικά με την εμφάνιση πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, ενώ το δημοσίευμα αναφέρει ότι δεν είχε κατατεθεί σχετική παραίτηση από τη συμμετοχή ή εξαίρεση από την αρμόδια υπηρεσία δεοντολογίας.[7]
Η ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία. Όταν, όμως, ένας αξιωματούχος προωθεί τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία διατηρεί άλλες οικονομικές σχέσεις, είναι θεμιτό να ζητούνται πλήρης διαφάνεια, σαφής εφαρμογή των κανόνων δεοντολογίας και ανεξάρτητος έλεγχος των διαδικασιών.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του Μπαράκ. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και ανατίθενται μεγάλα έργα σε περιβάλλοντα πολιτικής μετάβασης, όπου οι συμβάσεις μπορούν να δημιουργήσουν μακροχρόνιες οικονομικές εξαρτήσεις και να καθορίσουν ποιοι παράγοντες θα αποκτήσουν επιρροή στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση.

Η Ελλάδα έχει επενδύσει στη γεωγραφική της θέση ως πύλης εισόδου και μεταφοράς φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Οι υποδομές της και οι διασυνδέσεις του λεγόμενου Κάθετου Διαδρόμου αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας διαφοροποίησης των πηγών και των διαδρομών ενεργειακού εφοδιασμού.
Ο Κάθετος Διάδρομος και ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς είναι διαφορετικά έργα, με διαφορετικές διαδρομές, ενεργειακά προϊόντα και σκοπούς. Η γεωπολιτική τους σύνδεση δεν βρίσκεται σε κάποια αποδεδειγμένη αντιπαράθεση μεταξύ τους, αλλά στον ευρύτερο ανταγωνισμό για χρηματοδότηση, εμπορικές ροές και στρατηγική επιρροή.
Εάν η Συρία ανακτήσει τον ρόλο της ως χώρας διέλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ η Τουρκία ενισχύσει τη θέση της ως περιφερειακός ενεργειακός κόμβος, η σημασία των υποδομών στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να μεταβληθεί. Το μέγεθος αυτής της μεταβολής, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τη δυναμικότητα των αγωγών, το κόστος μεταφοράς, τη διαθεσιμότητα των ποσοτήτων, τις συμφωνίες προμήθειας και τη σταθερότητα των χωρών διέλευσης.
Η ελληνική στρατηγική πρέπει να στηρίζεται σε συστηματική αξιολόγηση κινδύνου:
Αυτά τα ερωτήματα έχουν πρακτική αξία για την Αθήνα, επειδή μετατρέπουν τη γενική ανησυχία σε συγκεκριμένη στρατηγική παρακολούθηση. Επιτρέπουν επίσης να διαχωριστούν οι πραγματικές μεταβολές του συσχετισμού από τις υπερβολικές εκτιμήσεις που συχνά συνοδεύουν τη δημόσια συζήτηση.
Εξίσου σημαντικό είναι να διασφαλιστεί ότι οι ελληνικές ενεργειακές υποδομές παραμένουν ανταγωνιστικές, αξιόπιστες και ενταγμένες σε μια συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική διαφοροποίησης του εφοδιασμού.
Οι πρωτοβουλίες γύρω από τα F-35, τη Συρία και τον αγωγό Κιρκούκ–Μπανιάς δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απομονωμένα επεισόδια. Συνδέονται με ευρύτερες τάσεις: την προσπάθεια των ΗΠΑ να αναδιαμορφώσουν τις σχέσεις τους με την Τουρκία, την ανάγκη περιορισμού της περιφερειακής αστάθειας και την αναζήτηση εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών.
Η σύνδεση αυτή, ωστόσο, δεν αποδεικνύει ότι όλες οι πρωτοβουλίες εντάσσονται σε ένα ενιαίο σχέδιο ή ότι έχουν ως στόχο να περιορίσουν την Ελλάδα.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν οι επιμέρους αποφάσεις συγκλίνουν προς έναν νέο περιφερειακό συσχετισμό, στον οποίο η Τουρκία αποκτά μεγαλύτερο στρατιωτικό, διπλωματικό και ενεργειακό βάρος.
Η διερεύνηση πρέπει να στηρίζεται σε παρατηρήσιμα δεδομένα: στις τελικές αποφάσεις για τα F-35 και τους S-400, στις συμφωνίες για την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση της Συρίας, στις συμβάσεις των ενεργειακών έργων και στους όρους χρηματοδότησης και λειτουργίας τους. Εξίσου σημαντικό είναι να παρακολουθείται εάν οι νέες συνεργασίες δημιουργούν εξαρτήσεις που μπορούν να μετατραπούν σε πολιτική επιρροή.
Για την Ελλάδα, η στρατηγική απάντηση χρειάζεται να κινείται σε τέσσερις συμπληρωματικές κατευθύνσεις.
Πρώτον, στην αμυντική ισορροπία, με συστηματική αξιολόγηση των επιπτώσεων μιας πιθανής τουρκικής επιστροφής στα F-35 και με έμφαση όχι μόνο στην προμήθεια οπλικών συστημάτων, αλλά και στη δικτύωση, στην εκπαίδευση και στη διατήρηση αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος.
Δεύτερον, στη διπλωματική διαπραγμάτευση, με αξιοποίηση της ελληνικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ και στις ευρωπαϊκές δομές για την προώθηση της σταθερότητας, της διαφάνειας και του σεβασμού του διεθνούς δικαίου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τρίτον, στην ενεργειακή στρατηγική, με αξιολόγηση του κόστους, της ανταγωνιστικότητας και της ασφάλειας των ελληνικών υποδομών, χωρίς υπερβολές ή εύκολες παραδοχές περί ανταγωνισμού.
Τέταρτον, στην παρακολούθηση των στρατηγικών επενδύσεων, με έλεγχο των εταιρικών σχημάτων, των συμβάσεων, της χρηματοδότησης και των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης που ενδέχεται να διαμορφώσουν νέες περιφερειακές εξαρτήσεις.
Η προσέγγιση αυτή δεν προϋποθέτει ότι κάθε αμερικανική πρωτοβουλία είναι εις βάρος της Ελλάδας. Προϋποθέτει, όμως, ότι η Αθήνα δεν θα αρκεστεί σε διπλωματικές διαβεβαιώσεις, αλλά θα αξιολογεί τις πραγματικές συνέπειες των αποφάσεων και θα προετοιμάζεται για διαφορετικά ενδεχόμενα.

Ο Τομ Μπαράκ βρίσκεται στο σημείο τομής της αμερικανικής διπλωματίας, των τουρκικών επιδιώξεων και των ενεργειακών σχεδιασμών στη Μέση Ανατολή. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του για τα F-35, η προσέγγισή του για τη Συρία και οι επιχειρηματικές σχέσεις που περιγράφει το Reuters στον σχεδιασμό του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς συνθέτουν ένα πεδίο που αξίζει συστηματική και τεκμηριωμένη διερεύνηση.[4][5][6][7]
Το κομβικό σημείο δεν είναι να αποδοθεί εκ των προτέρων στον Μπαράκ ένας ενιαίος σχεδιασμός εναντίον της Ελλάδας. Είναι να εξεταστεί εάν οι αποφάσεις στις οποίες συμμετέχει και οι περιφερειακές διευθετήσεις που προωθούνται μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω τη θέση της Τουρκίας στο στρατιωτικό, διπλωματικό και ενεργειακό πεδίο. Και, κυρίως, εάν η ενδεχόμενη αναβάθμιση αυτή θα συνοδευτεί από όρους που διασφαλίζουν την ισορροπία και τη σταθερότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Η Αθήνα χρειάζεται να παρακολουθεί τις εξελίξεις με όρους στρατηγικής συνέπειας και όχι μόνο διπλωματικής επικοινωνίας. Να αξιολογεί τις πραγματικές δυνατότητες που αποκτούν οι γειτονικές χώρες, να εξετάζει την οικονομική και πολιτική αρχιτεκτονική των ενεργειακών έργων και να ενισχύει τις συνεργασίες που υπηρετούν την ελληνική και ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Το καίριο ζήτημα βρίσκεται στο εάν η Ελλάδα θα αναγνωρίσει εγκαίρως τις μεταβολές του περιφερειακού συσχετισμού και θα διαμορφώσει τη δική της στρατηγική πριν οι νέες ισορροπίες καταστούν δεδομένες.
Ποιος θα διαμορφώσει τελικά τους κανόνες της επόμενης ημέρας στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο — και ποια θέση θα έχει η Ελλάδα σε αυτό το νέο περιφερειακό περιβάλλον;
[1] Γερουσία των ΗΠΑ — Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων, 1 Απριλίου 2025. Ακρόαση υποψηφίων για διπλωματικές θέσεις και καταγραφή της επικύρωσης του διορισμού του Τομ Μπαράκ στις 29 Απριλίου 2025.
[2] U.S. Department of Justice και Reuters, 2021–2022. Οι αρχικές κατηγορίες στην υπόθεση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και η αθώωση του Μπαράκ το 2022.
[3] U.S. Department of Defense και U.S. Department of State, 2019–2020. Η απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35 και οι κυρώσεις CAATSA για την προμήθεια των S-400.
[4] Reuters, 17 Απριλίου 2026. Οι δηλώσεις του Μπαράκ για πιθανή επίλυση του ζητήματος των S-400 και την προοπτική επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35.
[5] Associated Press, 21 Ιουλίου 2025. Η αμερικανική προσέγγιση στη νέα συριακή κυβέρνηση, η περιφερειακή ασφάλεια και οι πολιτικές εξελίξεις στη Συρία.
[6] Euronews, 24 Απριλίου 2026. Το σχέδιο ανάδειξης της Συρίας σε περιφερειακό ενεργειακό διάδρομο και οι προοπτικές αποκατάστασης των υποδομών.
[7] Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026. Η έρευνα για τις οικονομικές σχέσεις του Μπαράκ με την TI Capital, την προώθηση της συμμετοχής της στο σχέδιο αναβίωσης του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς και τα ζητήματα δεοντολογίας που εγείρονται.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .
Η νέα δημόσια παρέμβαση του πρώην Αρχιεπισκόπου Σινά Δαμιανού επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της ιστορικής Μονής Αγίας Αικατερίνης, σε μια συγκυρία κατά την οποία Αθήνα και Κάιρο επιδιώκουν την ολοκλήρωση μιας συμφωνίας που θα ρυθμίζει τη μελλοντική λειτουργία και τη νομική θέση της Σιναϊτικής Αδελφότητας.
Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στις σχέσεις της Μονής με τις αιγυπτιακές αρχές. Αποκτά σαφείς πολιτικές και διπλωματικές διαστάσεις, καθώς ο Δαμιανός, ύστερα από 65 χρόνια παρουσίας στο Σινά, εκ των οποίων 52 ως ηγούμενος, αμφισβητεί ευθέως τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης και καταγγέλλει προσπάθεια προσωπικής απαξίωσής του, με στόχο, όπως υποστηρίζει, να αποδυναμωθούν οι αντιδράσεις απέναντι σε μια συμφωνία της οποίας το περιεχόμενο δεν έχει δημοσιοποιηθεί.
Στον πυρήνα της διαφοράς βρίσκεται η διάκριση ανάμεσα στην προστασία της θρησκευτικής λειτουργίας και στην αναγνώριση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της Μονής. Η αιγυπτιακή πλευρά εμφανίζεται διατεθειμένη να διασφαλίσει τη συνέχιση της μοναστικής παρουσίας, χωρίς ωστόσο να αποδέχεται κατ’ ανάγκην τις ιστορικές περιουσιακές αξιώσεις της Αδελφότητας. Πρόκειται για μια ουσιαστική διαφορά, καθώς η κατοχύρωση δικαιωμάτων χρήσης δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση κυριότητας.
Σύμφωνα με πληροφορίες που είχε δημοσιοποιήσει η αιγυπτιακή ανεξάρτητη εφημερίδα Mada Masr, οι προτάσεις που είχαν τεθεί στο τραπέζι προέβλεπαν την αναγνώριση της Μονής ως αιγυπτιακού θρησκευτικού νομικού προσώπου, τη διασφάλιση της παραμονής των μοναχών και τη δυνατότητα μακροχρόνιας μίσθωσης ορισμένων εκτάσεων έναντι συμβολικού ανταλλάγματος. Μια τέτοια ρύθμιση, εφόσον περιλαμβάνεται και στο σημερινό σχέδιο συμφωνίας, θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη λειτουργική συνέχεια της Μονής, αφήνοντας όμως ανοιχτό το ζήτημα της περιουσιακής της αυτονομίας.
Η αιγυπτιακή στάση συνδέεται και με την ευρύτερη πολιτική αξιοποίησης της περιοχής του Νοτίου Σινά. Το φιλόδοξο τουριστικό πρόγραμμα Great Transfiguration Project, που προωθεί το Κάιρο, αποσκοπεί στην ανάδειξη της ιστορικής και θρησκευτικής σημασίας της περιοχής, παράλληλα με την ανάπτυξη σύγχρονων υποδομών. Η διευθέτηση των εκκρεμοτήτων γύρω από τις μοναστηριακές εκτάσεις αποκτά, υπό αυτές τις συνθήκες, πρόσθετη οικονομική και διοικητική σημασία, χωρίς αυτό να αποδεικνύει ότι η τουριστική ανάπτυξη αποτελεί το μοναδικό κίνητρο των αιγυπτιακών χειρισμών.
Η επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων συνδέεται, σύμφωνα με ελληνικά δημοσιεύματα, με τις επικείμενες δικαστικές εξελίξεις στην Αίγυπτο, όπου εκκρεμούν διαδικασίες σχετικές με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Μονής.
Η προοπτική δυσμενών αποφάσεων ενισχύει την ανάγκη αναζήτησης συμβιβασμού, περιορίζοντας ταυτόχρονα τα χρονικά περιθώρια της Σιναϊτικής Αδελφότητας.
Σε αυτό το περιβάλλον, η παρέμβαση Δαμιανού προσδίδει νέα διάσταση στην υπόθεση. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος απορρίπτει κατηγορηματικά ότι αναγνώρισε ιδιοκτησιακά δικαιώματα του αιγυπτιακού Δημοσίου ή προέβη σε σχετική δικαστική ομολογία, όπως, κατά την άποψή του, υπονοήθηκε σε δημοσίευμα της εφημερίδας Το Βήμα, προς την οποία απέστειλε εξώδικο.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει συμπράξει με την αιγυπτιακή πλευρά για την προώθηση μιας συμφωνίας που ενδέχεται να αποδυναμώσει τα ιστορικά δικαιώματα της Μονής. Οι αιτιάσεις αυτές αποτελούν πολιτική και προσωπική τοποθέτηση του πρώην ηγουμένου και δεν τεκμηριώνουν από μόνες τους ύπαρξη κυβερνητικής συνεννόησης εις βάρος της Αδελφότητας. Αναδεικνύουν, ωστόσο, το έλλειμμα εμπιστοσύνης που συνοδεύει τη διαπραγματευτική διαδικασία.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, επιχειρεί να διαχειριστεί την υπόθεση χωρίς να διαταράξει τη στρατηγική συνεργασία με την Αίγυπτο, η οποία έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για τις περιφερειακές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συνεργασία των δύο χωρών στον ενεργειακό τομέα, στην ασφάλεια και στη θαλάσσια οριοθέτηση δημιουργεί ένα ευρύτερο διπλωματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται και η διαχείριση του ζητήματος του Σινά.
Η ελληνική κυβέρνηση είχε ανακοινώσει ήδη τον Οκτώβριο του 2025 την επίτευξη συμφωνίας επί της αρχής για τη διασφάλιση του θρησκευτικού και ιστορικού χαρακτήρα της Μονής. Ωστόσο, η συνέχιση των διαπραγματεύσεων και οι εκκρεμότητες γύρω από συγκεκριμένες εκτάσεις καταδεικνύουν ότι η πολιτική συνεννόηση δεν είχε μετατραπεί σε πλήρως αποδεκτή και οριστική νομική διευθέτηση.
Η υπόθεση περιπλέκεται περαιτέρω από τις διαφορετικές προσεγγίσεις στο εσωτερικό της Σιναϊτικής Αδελφότητας. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος Συμεών εμφανίζεται να επιδιώκει μια διαπραγματευτική λύση με συγκεκριμένες νομικές εγγυήσεις, ενώ ο προκάτοχός του Δαμιανός επιμένει ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να διαφυλάσσει τα ιστορικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Η διάσταση αυτή δυσχεραίνει τη διαμόρφωση ενιαίας στάσης απέναντι στο Κάιρο, το οποίο διατηρεί την πρωτοβουλία στο δικαστικό και διοικητικό επίπεδο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η 24η Οκτωβρίου, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με ελληνικά δημοσιεύματα, αναμένεται η κρίση του αιγυπτιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Εισαγγελικές εισηγήσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί φέρονται να απορρίπτουν βασικά επιχειρήματα της Μονής και να υποστηρίζουν εν μέρει τις θέσεις του αιγυπτιακού Δημοσίου. Ωστόσο, η ημερομηνία δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα από επίσημη ανακοίνωση του δικαστηρίου, γεγονός που επιβάλλει προσοχή ως προς τον χαρακτήρα του διαπραγματευτικού τελεσιγράφου.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η απαίτηση του Δαμιανού να δημοσιοποιηθεί το περιεχόμενο της συμφωνίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η γνώση των ακριβών όρων θα επέτρεπε να διαπιστωθεί εάν η προβλεπόμενη διευθέτηση κατοχυρώνει ουσιαστικά την περιουσιακή και διοικητική αυτονομία της Μονής ή περιορίζεται στη διασφάλιση της θρησκευτικής της λειτουργίας υπό το υφιστάμενο αιγυπτιακό νομικό πλαίσιο.
Η διαφορά δεν είναι μόνο νομική. Αγγίζει τον ιστορικό χαρακτήρα ενός μοναστικού ιδρύματος που διατήρησε την παρουσία του επί δεκαπέντε περίπου αιώνες, μέσα από διαδοχικές πολιτικές και θρησκευτικές μεταβολές. Η αναγνώρισή του ως μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς από την UNESCO ενισχύει τη διεθνή σημασία της προστασίας του, χωρίς ωστόσο να επιλύει αυτομάτως τις διαφορές για την κυριότητα των ακινήτων.
Για την Αίγυπτο, η διευθέτηση του ιδιοκτησιακού θα μπορούσε να συμβάλει στην αποσαφήνιση του καθεστώτος της περιοχής και στην προώθηση των αναπτυξιακών της σχεδιασμών. Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι να διασφαλίσει τη συνέχεια της ελληνικής ορθόδοξης παρουσίας, χωρίς να μετατρέψει τη διαφορά σε μείζονα διμερή κρίση. Για τη Σιναϊτική Αδελφότητα, αντιθέτως, η συμφωνία αφορά πρωτίστως το θεσμικό και περιουσιακό υπόβαθρο της ίδιας της ύπαρξής της.
Η νέα αντιπαράθεση καταδεικνύει ότι η αναζήτηση συμβιβασμού έχει εισέλθει σε ιδιαίτερα ευαίσθητη φάση, όπου οι χρονικές πιέσεις, οι εσωτερικές διαφωνίες και οι διπλωματικές προτεραιότητες αλληλεπιδρούν. Μια συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει τη δικαστική αβεβαιότητα, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδεύεται από σαφείς και εφαρμόσιμες εγγυήσεις. Αντίθετα, μια διευθέτηση που θα αφήνει ανοιχτά ουσιώδη ζητήματα κυριότητας ενδέχεται να μεταφέρει τις σημερινές διαφορές στο μέλλον.
Το κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική διπλωματία δεν είναι απλώς να επιτευχθεί συμφωνία με το Κάιρο, αλλά να εξασφαλιστεί ότι η συμφωνία αυτή θα προστατεύει διαχρονικά τη Μονή ως ζωντανό μοναστικό ίδρυμα, με σαφώς κατοχυρωμένα δικαιώματα και ουσιαστική αυτονομία. Η έκβαση των διαπραγματεύσεων θα αποτελέσει δοκιμασία τόσο για τις σχέσεις Αθήνας και Καΐρου όσο και για την ικανότητα των εμπλεκόμενων πλευρών να συνδυάσουν την προστασία μιας μοναδικής θρησκευτικής κληρονομιάς με τις απαιτήσεις της σύγχρονης κρατικής έννομης τάξης.
Ο τρίτος γύρος ελληνοαιγυπτιακών διαβουλεύσεων για τη Λιβύη, που πραγματοποιήθηκε στις 15 Οκτωβρίου στην Αθήνα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της συγκυρίας κατά την οποία επανέρχονται στο προσκήνιο οι διαφωνίες για τη θαλάσσια οριοθέτηση στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ρητή αναφορά των δύο πλευρών στην τήρηση του διεθνούς δικαίου και στον σεβασμό των νόμιμων δικαιωμάτων των παράκτιων κρατών προσδίδει στις συνομιλίες ευρύτερη διπλωματική διάσταση.
Στη συνάντηση, υπό τη συμπροεδρία της Πολιτικής Διευθύντριας του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, πρέσβεως Σοφίας Φιλιππίδου, και του βοηθού υπουργού Εξωτερικών της Αιγύπτου, αρμόδιου για τη Λιβύη, Μπάσελ Σαλάχ, επιβεβαιώθηκε η πρόθεση συνέχισης του διμερούς συντονισμού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του αιγυπτιακού Υπουργείου Εξωτερικών, οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στην πολιτική διαδικασία υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, στην ενοποίηση των λιβυκών θεσμών και στην ταυτόχρονη διεξαγωγή προεδρικών και βουλευτικών εκλογών. Οι δύο πλευρές επανέλαβαν επίσης την αντίθεσή τους στις εξωτερικές παρεμβάσεις και την ανάγκη αποχώρησης ξένων στρατιωτικών δυνάμεων και μισθοφόρων.
Η λιβυκή ιστοσελίδα Fawasel Media, αναπαράγοντας την αιγυπτιακή ανακοίνωση, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη συμφωνία Αθήνας και Καΐρου για συνέχιση των διαβουλεύσεων και στην ανάγκη εφαρμογής των κανόνων του διεθνούς δικαίου κατά τη θαλάσσια οριοθέτηση. Ανάλογη παρουσίαση υπήρξε και από τη λιβυκή Al-Wasat, η οποία ενέταξε τις συνομιλίες στο ευρύτερο πλαίσιο των αιγυπτιακών διπλωματικών επαφών για τη Λιβύη.
Η στάση του Καΐρου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η αιγυπτιακή διπλωματία επιχειρεί να συνδυάσει τη στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα με τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας τόσο με τους δύο λιβυκούς πόλους όσο και με την Άγκυρα. Η πολιτική αυτή επιτρέπει στην Αίγυπτο να διατηρεί ενεργό ρόλο στις προσπάθειες διευθέτησης της λιβυκής κρίσης, χωρίς να δεσμεύεται από τις επιμέρους αντιπαραθέσεις των εμπλεκομένων.
Στο πλαίσιο αυτό, η επαναβεβαίωση των κοινών ελληνοαιγυπτιακών θέσεων για τη θαλάσσια οριοθέτηση αποκτά ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο. Δεν συνιστά νέα συμφωνία ούτε προαναγγέλλει κοινή πρωτοβουλία κατά του τουρκολιβυκού μνημονίου, καταδεικνύει όμως ότι η προσέγγιση Αιγύπτου και Τουρκίας δεν έχει μεταβάλει τη βασική συνεννόηση Αθήνας και Καΐρου ως προς τις αρχές που πρέπει να διέπουν τις θαλάσσιες οριοθετήσεις.
Στο μεταξύ, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρόσφατη συνάντηση του δεύτερου αντιπροέδρου του λιβυκού Ανώτατου Συμβουλίου του Κράτους, Ομάρ Μπουσάχ, με τον επικεφαλής της Επιτροπής Χερσαίων και Θαλάσσιων Συνόρων του λιβυκού Υπουργείου Εξωτερικών, Μοχάμεντ αλ-Χασίμι αλ-Χαράρι. Σύμφωνα με την Al-Wasat, κατά τη συνάντηση χαρακτηρίστηκε η θαλάσσια οριοθέτηση ζήτημα στρατηγικής σημασίας, που απαιτεί ενιαία εθνική προσέγγιση και συνέχιση των διπλωματικών και τεχνικών διαβουλεύσεων.
Η παρέμβαση αυτή υποδηλώνει ότι οι θαλάσσιες διεκδικήσεις αποκτούν αυξημένη πολιτική βαρύτητα στο εσωτερικό της Λιβύης, ανεξάρτητα από τις διαφορές μεταξύ των ανταγωνιστικών κέντρων εξουσίας. Παράλληλα, η συνάντηση του μόνιμου αντιπροσώπου της Λιβύης στον ΟΗΕ, Τάχερ αλ-Σούνι, με την Ελληνίδα ομόλογό του, Αγλαΐα Μπαλτά, στις 14 Οκτωβρίου, καταδεικνύει ότι οι διπλωματικοί δίαυλοι μεταξύ Αθήνας και Τρίπολης παραμένουν ενεργοί.
Για την ελληνική πλευρά, η σημασία των διαβουλεύσεων με την Αίγυπτο έγκειται κυρίως στη διατήρηση ενός σταθερού περιφερειακού ερείσματος σε μια περίοδο αναδιάταξης των διπλωματικών σχέσεων γύρω από τη Λιβύη. Η δυνατότητα του Καΐρου να συνομιλεί με την Τρίπολη, τη Βεγγάζη και την Άγκυρα προσδίδει ιδιαίτερη αξία στον ελληνοαιγυπτιακό συντονισμό, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζει ότι η Αίγυπτος θα αναλάβει ενεργότερο ρόλο στις ελληνολιβυκές διαφορές.
Η ουσιαστική δοκιμασία θα είναι κατά πόσον η κοινή επίκληση του διεθνούς δικαίου θα αποκτήσει πρακτικό αντίκρισμα στις επόμενες διπλωματικές επαφές με τη Λιβύη. Η Αθήνα επιδιώκει να διατηρήσει την Αίγυπτο ως σταθερό συνομιλητή, ενώ το Κάιρο καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις περιφερειακές συνεργασίες του και στις νέες σχέσεις που οικοδομεί με την Τουρκία.
Υπό αυτή την έννοια, η συνάντηση της Αθήνας δεν σηματοδοτεί μεταβολή των περιφερειακών ισορροπιών, αλλά επιβεβαιώνει τη συνέχεια της ελληνοαιγυπτιακής συνεργασίας σε μια περίοδο κατά την οποία οι εξελίξεις στη Λιβύη καθιστούν ολοένα σημαντικότερη τη διατήρηση σταθερών διπλωματικών συμμαχιών.