Αρχική Blog Σελίδα 113

Οι σημαντικότερες ειδήσεις της ημέρας

0

 

  1. Η αμερικανική ναυτική πίεση στο Ιράν και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ

Οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι μπορούν να διατηρήσουν επ’ αόριστον τον ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν, καθώς οι διαπραγματεύσεις για κατάπαυση του πυρός έχουν περιέλθει σε αδιέξοδο. Η Τεχεράνη περιορίζει τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ και έχουν σημειωθεί νέες επιθέσεις σε πλοία.

Είναι η σημαντικότερη εξέλιξη επειδή:

  • από το Ορμούζ διέρχεται κρίσιμο μέρος των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου,
  • η μείωση της προσφοράς απειλεί να προκαλέσει νέο πληθωριστικό κύμα και ύφεση,
  • υπάρχει κίνδυνος επέκτασης του πολέμου στις χώρες του Κόλπου και στην Ερυθρά Θάλασσα,
  • η μακροχρόνια κινητοποίηση εξαντλεί ήδη το αμερικανικό Ναυτικό, όπως δείχνει η κρίση στο USS Abraham Lincoln.

Το Reuters αναφέρει ότι η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου ενδέχεται να έχει περιοριστεί κατά περίπου 4,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Reuters

  1. Η επικίνδυνη διεύρυνση του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας

Οι ουκρανικές επιθέσεις φθάνουν πλέον βαθιά μέσα στη Ρωσία, πλήττοντας διυλιστήρια και ενεργειακές εγκαταστάσεις, ενώ η Μόσχα συνεχίζει τα πλήγματα σε ουκρανικά λιμάνια, υποδομές και μεταφορές. Παράλληλα, περιστατικά με drones κοντά ή μέσα στον εναέριο χώρο κρατών του ΝΑΤΟ αυξάνουν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης εμπλοκής.

Η Ουκρανία φέρεται να πρότεινε αμοιβαία διακοπή των επιθέσεων εναντίον πολιτικών πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα. Η πρόταση έχει παγκόσμια σημασία, επειδή ο αποκλεισμός των ουκρανικών εξαγωγών σιτηρών απειλεί την επισιτιστική ασφάλεια χωρών της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Reuters

Στο ίδιο γεωπολιτικό πλαίσιο εντάσσεται και η επίσκεψη Πούτιν στο Ιτούρουπ: η Ρωσία δείχνει ότι η αντιπαράθεσή της με τη Δύση δεν περιορίζεται στην Ευρώπη, αλλά επεκτείνεται στον Ειρηνικό και στις σχέσεις της με την Ιαπωνία.

  1. Η Υεμένη βρίσκεται κοντύτερα σε νέο γενικευμένο πόλεμο

Ο ΟΗΕ προειδοποιεί ότι η Υεμένη αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο κίνδυνο επιστροφής σε πόλεμο μεγάλης κλίμακας μετά την εκεχειρία του 2022. Οι συγκρούσεις μεταξύ των Χούθι και των δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης εντείνονται, ενώ οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων συνδέουν άμεσα την Υεμένη με τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν.

Πρόκειται ταυτόχρονα για:

  • γεωπολιτική κρίση, επειδή απειλείται η ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα,
  • ανθρωπιστική καταστροφή, καθώς περισσότερο από το μισό του πληθυσμού αντιμετωπίζει οξεία επισιτιστική ανασφάλεια,
  • πιθανό νέο μέτωπο μεταξύ Ιράν, ΗΠΑ και Σαουδικής Αραβίας.

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, περίπου έξι εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται στα όρια του λιμού. Reuters

Η συνολική εικόνα είναι ότι οι τρεις σημαντικότερες κρίσεις συνδέονται μεταξύ τους: ο πόλεμος με το Ιράν επηρεάζει το πετρέλαιο και τις θαλάσσιες μεταφορές, η σύγκρουση στην Υεμένη μεταφέρει την ένταση στην Ερυθρά Θάλασσα και ο πόλεμος στην Ουκρανία επηρεάζει την ενέργεια, τα τρόφιμα και την ασφάλεια από την Ευρώπη μέχρι τον Ειρηνικό.

Διπλωματική καταιγίδα στον Ειρηνικό: Η επίσκεψη Πούτιν στις Κουρίλες προκαλεί την οργή του Τόκιο

1
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν κατά την επίσκεψή του στο Ιτούρουπ —Ετορόφου κατά την ιαπωνική ονομασία— στις 13 Αυγούστου 2026. Η πρώτη παρουσία του Ρώσου ηγέτη στο αμφισβητούμενο νησί προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Τόκιο. Φωτογραφία: Gavriil Grigorov/Sputnik/Kremlin

 

Η πρώτη επίσκεψη του Ρώσου προέδρου στο αμφισβητούμενο Ιτούρουπ επαναφέρει στο προσκήνιο μια εδαφική διαμάχη 80 ετών και στέλνει μήνυμα για τη στρατιωτική παρουσία της Μόσχας στον βορειοδυτικό Ειρηνικό

Νέα σοβαρή ένταση στις ήδη επιβαρυμένες σχέσεις Ρωσίας και Ιαπωνίας προκάλεσε η πρώτη επίσκεψη του Βλαντίμιρ Πούτιν στο Ιτούρουπ, το μεγαλύτερο από τα τέσσερα νησιά των νότιων Κουρίλων τα οποία ελέγχει η Μόσχα, αλλά διεκδικεί το Τόκιο.

Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 13 Αυγούστου 2026 και επιβεβαιώθηκε από το Κρεμλίνο. Η Ιαπωνία αποκαλεί το νησί Ετορόφου και το θεωρεί τμήμα των «Βόρειων Εδαφών» της.

Ο Πούτιν επισκέφθηκε σχολείο, νοσοκομείο και μονάδα επεξεργασίας αλιευμάτων, όπου δοκίμασε τοπικό χαβιάρι, ενώ συναντήθηκε με κατοίκους και αξιωματούχους της περιφέρειας Σαχαλίνης. Πίσω από το φαινομενικά καθημερινό πρόγραμμα, όμως, η παρουσία του Ρώσου προέδρου είχε ισχυρό πολιτικό και γεωστρατηγικό συμβολισμό.

Ήταν η πρώτη φορά κατά τη μακρά παραμονή του στην εξουσία που ο Πούτιν επισκεπτόταν προσωπικά την αμφισβητούμενη νησιωτική περιοχή. Η κίνηση ερμηνεύεται ως επίδειξη ρωσικής κυριαρχίας και ως απάντηση στη σκληρότερη στάση που έχει υιοθετήσει η Ιαπωνία απέναντι στη Μόσχα μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Το γεγονός καλύφθηκε από τα διεθνή πρακτορεία Reuters, Associated Press και AFP.

«Απολύτως απαράδεκτη» επίσκεψη

Η αντίδραση της Ιαπωνίας ήταν άμεση. Η πρωθυπουργός Σανάε Τακαΐτσι χαρακτήρισε την επίσκεψη «απολύτως απαράδεκτη», προειδοποιώντας ότι θα έχει αρνητικές συνέπειες στις διμερείς σχέσεις.

Ο υπουργός Εξωτερικών Τοσιμίτσου Μοτέγκι κάλεσε τον Ρώσο πρεσβευτή στο υπουργείο και υπέβαλε επίσημη διαμαρτυρία. Το Τόκιο επανέλαβε ότι το Ετορόφου, όπως και τα άλλα τρία επίμαχα νησιά, αποτελεί «αναπόσπαστο τμήμα της Ιαπωνίας, τόσο ιστορικά όσο και βάσει του διεθνούς δικαίου».

Η επίσημη ιαπωνική θέση αφορά τα νησιά:

  • Ετορόφου, που η Ρωσία αποκαλεί Ιτούρουπ
  • Κουνασίρι, ή Κουνασίρ
  • Σικόταν
  • τη συστάδα μικρών νησιών Χαμπομάι

Το ιαπωνικό υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι τα τέσσερα νησιά δεν αποτελούν τμήμα των Κουρίλων από τις οποίες η Ιαπωνία παραιτήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ιστορικά ιαπωνικά εδάφη που καταλήφθηκαν παράνομα.

Η Μόσχα απορρίπτει αυτήν την ερμηνεία. Υποστηρίζει ότι η κυριαρχία της στα νησιά αποτελεί νόμιμο και οριστικό αποτέλεσμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο πρώην πρόεδρος και νυν αντιπρόεδρος του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας Ντμίτρι Μεντβέντεφ απάντησε στη διαμαρτυρία δηλώνοντας ότι τα νησιά θα παραμείνουν ρωσικό έδαφος.

Μια εκκρεμότητα από το 1945

Η εδαφική διένεξη χρονολογείται από τις τελευταίες ημέρες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Σοβιετική Ένωση κήρυξε τον πόλεμο στην Ιαπωνία και κατέλαβε την αλυσίδα των Κουρίλων. Οι Ιάπωνες κάτοικοι των τεσσάρων νότιων νησιών εκτοπίστηκαν τα επόμενα χρόνια.

Η Ιαπωνία και η Σοβιετική Ένωση αποκατέστησαν τις διπλωματικές τους σχέσεις με την Κοινή Διακήρυξη του 1956. Το κείμενο προέβλεπε ότι, μετά την υπογραφή συνθήκης ειρήνης, η Μόσχα θα παρέδιδε στην Ιαπωνία το Σικόταν και τη συστάδα Χαμπομάι. Δεν υπήρξε, όμως, συμφωνία για το Ιτούρουπ και το Κουνασίρ.

Εξαιτίας αυτής της διαφωνίας, Ρωσία και Ιαπωνία δεν έχουν υπογράψει μέχρι σήμερα επίσημη συνθήκη ειρήνης που να διευθετεί οριστικά τις εκκρεμότητες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Για χρόνια, ο πρώην Ιάπωνας πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε προσπάθησε να καλλιεργήσει προσωπική σχέση με τον Πούτιν, ελπίζοντας σε έναν συμβιβασμό. Οι συνομιλίες δεν απέδωσαν.

Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η Ιαπωνία συντάχθηκε με τις κυρώσεις της G7. Η Ρωσία απάντησε διακόπτοντας τις διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη ειρήνης και παγώνοντας τα κοινά οικονομικά προγράμματα στις Κουρίλες. Reuters

Γιατί τα νησιά έχουν στρατηγική σημασία

Η διαμάχη δεν αφορά μόνο το εθνικό γόητρο ή την ιστορική μνήμη. Τα νησιά βρίσκονται ανάμεσα στη χερσόνησο Καμτσάτκα και στο ιαπωνικό Χοκάιντο και χωρίζουν τη Θάλασσα του Οχότσκ από τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Για τη Ρωσία, η αλυσίδα των Κουρίλων λειτουργεί ως στρατηγική πύλη προς τον ανοικτό Ειρηνικό. Τα περάσματά της είναι σημαντικά για τις κινήσεις του ρωσικού Στόλου του Ειρηνικού, ενώ η Θάλασσα του Οχότσκ αποτελεί προστατευμένη ζώνη επιχειρήσεων για ρωσικά υποβρύχια στρατηγικών πυρηνικών όπλων.

Η Μόσχα έχει ενισχύσει τη στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή με παράκτια πυραυλικά συστήματα, εγκαταστάσεις επιτήρησης και στρατιωτικές ασκήσεις. Το 2022 ανέπτυξε κινητά συστήματα παράκτιας άμυνας σε νησί της αλυσίδας, ενώ συνέχισε τις ασκήσεις και τα επόμενα χρόνια. Reuters

Τα νησιά διαθέτουν επίσης πλούσια αλιευτικά πεδία και πιθανά ενεργειακά και μεταλλευτικά αποθέματα. Το Ιτούρουπ έχει σημαντική βιομηχανία αλιευμάτων, αλλά και κοιτάσματα ρηνίου, ενός σπάνιου μετάλλου που χρησιμοποιείται σε προηγμένες βιομηχανικές και αεροδιαστημικές εφαρμογές.

Γιατί πήγε τώρα ο Πούτιν

Η χρονική στιγμή δεν θεωρείται τυχαία. Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε δύο ημέρες πριν από την επέτειο της 15ης Αυγούστου, όταν η Ιαπωνία τιμά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα, συνοδεύτηκε από δραστηριότητες του ρωσικού Στόλου του Ειρηνικού και συσκέψεις για την ασφάλεια των ανατολικών συνόρων της Ρωσίας.

Η κίνηση στέλνει πολλαπλά μηνύματα:

  • Προς την Ιαπωνία, ότι η Μόσχα δεν προτίθεται να συζητήσει εδαφικές παραχωρήσεις.
  • Προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι η Ρωσία θεωρεί την περιοχή τμήμα της αντιπαράθεσής της με το αμερικανικό σύστημα συμμαχιών στην Ασία.
  • Προς την Κίνα, ότι η Μόσχα επιθυμεί να εμφανιστεί ως σταθερός εταίρος στην αμφισβήτηση της δυτικής επιρροής στον Ειρηνικό.
  • Προς το εσωτερικό της Ρωσίας, ότι ο Πούτιν υπερασπίζεται εδάφη που παρουσιάζονται ως κεκτημένα της σοβιετικής νίκης το 1945.

Την ίδια περίοδο, Μόσχα και Πεκίνο προειδοποιούν από κοινού εναντίον της «αναθεώρησης των αποτελεσμάτων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου» και της ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Ιαπωνίας.

Ένας ακόμη πονοκέφαλος για το Τόκιο

Η αντιπαράθεση εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ιαπωνία αισθάνεται αυξανόμενη πίεση από τρεις πυρηνικές δυνάμεις: την Κίνα, τη Ρωσία και τη Βόρεια Κορέα.

Το Τόκιο αυξάνει τις αμυντικές του δαπάνες, προμηθεύεται αμερικανικούς πυραύλους Tomahawk και ενισχύει τη στρατιωτική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Μόσχα, από την πλευρά της, κατηγορεί την Ιαπωνία ότι απομακρύνεται από τον μεταπολεμικό αμυντικό της προσανατολισμό και μετατρέπεται σε προκεχωρημένο φυλάκιο της Ουάσιγκτον.

Η επίσκεψη Πούτιν δεν αλλάζει επί τόπου τον έλεγχο των νησιών· η Ρωσία τα διοικεί αδιαλείπτως εδώ και οκτώ δεκαετίες. Αλλά μεταβάλλει το πολιτικό κλίμα. Περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια διαλόγου και μετατρέπει μια παλιά εδαφική διαφορά σε ενεργό μέτωπο της νέας γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στον Ειρηνικό.

Το μήνυμα του Κρεμλίνου είναι ότι για τη Μόσχα το ζήτημα έχει κλείσει. Για το Τόκιο, όμως, η παρουσία του Ρώσου προέδρου στο Ετορόφου αποτελεί όχι μόνο διπλωματική πρόκληση, αλλά και υπενθύμιση ότι μία από τις τελευταίες άλυτες διαφορές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επιστρέφει στο επίκεντρο μιας ολοένα πιο στρατιωτικοποιημένης Ασίας.

USS Abraham Lincoln: Γιατί ναύτες έφτασαν στα όριά τους έπειτα από οκτώ μήνες στη θάλασσα

0

 

Ανησυχητικές μαρτυρίες για απόπειρες αυτοκτονίας, εξουθενωτικές συνθήκες και κατάρρευση του ηθικού φέρνουν στο προσκήνιο το ανθρώπινο κόστος της παρατεταμένης αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή.

Περίπου 5.000 ναύτες και πεζοναύτες βρίσκονται πάνω στο πυρηνοκίνητο αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, το οποίο διανύει τον ένατο μήνα της αποστολής του. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, το πλοίο έχει συμπληρώσει περίπου 250 συνεχόμενες ημέρες στη θάλασσα χωρίς κανονική προσέγγιση σε λιμάνι — διάστημα πρωτοφανές για αμερικανικό αεροπλανοφόρο στη σύγχρονη εποχή.

Συγγενείς μελών του πληρώματος καταγγέλλουν ότι ναύτες αποπειράθηκαν ή απείλησαν να πέσουν στη θάλασσα. Μία γυναίκα δήλωσε ότι ο σύζυγός της επιχείρησε να πηδήξει από το πλοίο έπειτα από επανειλημμένες παρατάσεις της αποστολής του και τέθηκε κατόπιν υπό ιατρική παρακολούθηση. Άλλη σύζυγος ανέφερε ότι ο άνδρας της απέτρεψε συνάδελφό του από παρόμοια ενέργεια κατά τη διάρκεια βάρδιας.

Οι αρχικές μαρτυρίες δημοσιεύτηκαν από το Military Times/Navy Times και το Stars and Stripes. Ακολούθησε το ρεπορτάζ του Guardian, ενώ το θέμα καλύφθηκε επίσης από το Reuters και το ABC News.

Τι έχει επιβεβαιωθεί και τι παραμένει αδιευκρίνιστο

Το βέβαιο είναι ότι η αποστολή του αεροπλανοφόρου έχει παραταθεί υπερβολικά και ότι οι οικογένειες εξέφρασαν απευθείας στην ηγεσία του Ναυτικού σοβαρές ανησυχίες για την ψυχική κατάσταση των δικών τους ανθρώπων. Σε φορτισμένη συνάντηση στο Σαν Ντιέγκο, περίπου 200 συγγενείς έθεσαν το ζήτημα στον ασκούντα καθήκοντα υπουργού Ναυτικού Χουνγκ Κάο και σε ανώτατους αξιωματικούς.

Δεν έχει, όμως, δοθεί στη δημοσιότητα επίσημη καταμέτρηση των αποπειρών. Οι αναφορές για πολλαπλά περιστατικά βασίζονται σε μαρτυρίες οικογενειών και μελών του πληρώματος. Το Ναυτικό υποστηρίζει ότι δεν έχει διαπιστώσει αύξηση του αυτοκτονικού ιδεασμού πάνω στο πλοίο, χωρίς να αρνείται ότι η μακρόχρονη αποστολή δημιουργεί σοβαρές πιέσεις.

Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ απέρριψε ως παραπλανητική την εικόνα γενικευμένης κατάρρευσης των συνθηκών. Παράλληλα, όμως, μέλη του Κογκρέσου ζήτησαν εξηγήσεις από το Πεντάγωνο και το Ναυτικό, επικαλούμενα τόσο τις αναφορές για την ψυχική υγεία όσο και τα προβλήματα της καθημερινής διαβίωσης.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτία, ούτε μπορεί κάθε περιστατικό να αποδοθεί αυτομάτως στις συνθήκες του πλοίου. Οι διαθέσιμες πληροφορίες, ωστόσο, δείχνουν έναν εξαιρετικά επιβαρυντικό συνδυασμό παραγόντων.

1. Ακραία διάρκεια και συνεχείς παρατάσεις

Η πολύμηνη παραμονή στη θάλασσα είναι δύσκολη ακόμη και όταν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα. Στην περίπτωση του Abraham Lincoln, οι επανειλημμένες παρατάσεις και η απουσία βέβαιης ημερομηνίας επιστροφής δημιουργούν την αίσθηση ότι η δοκιμασία δεν έχει τέλος.

Η αβεβαιότητα συχνά επιβαρύνει περισσότερο από μια δύσκολη κατάσταση συγκεκριμένης διάρκειας. Οι ναύτες δεν μπορούν να προγραμματίσουν την επιστροφή τους, ενώ οι οικογένειές τους παραμένουν επί μήνες σε αναμονή.

2. Παρατεταμένη επιχειρησιακή ένταση

Το πλήρωμα δεν πραγματοποιεί μια συνηθισμένη εκπαιδευτική αποστολή. Το αεροπλανοφόρο αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των αμερικανικών επιχειρήσεων που συνδέονται με τον πόλεμο με το Ιράν. Αυτό σημαίνει αυξημένη επιφυλακή, απαιτητικές βάρδιες και συνεχή αίσθηση κινδύνου.

Η απουσία επισκέψεων σε λιμάνια στερεί από το πλήρωμα ακόμη και τις σύντομες περιόδους αποσυμπίεσης που συνήθως διακόπτουν τη μονοτονία και την ένταση μιας αποστολής.

3. Εξάντληση και έλλειψη ύπνου

Η ζωή σε ένα αεροπλανοφόρο περιλαμβάνει θόρυβο, περιορισμένο προσωπικό χώρο, εναλλασσόμενες βάρδιες και εργασία σε ένα περιβάλλον όπου οι αεροπορικές επιχειρήσεις συνεχίζονται μέρα και νύχτα.

Η χρόνια κόπωση δεν επηρεάζει μόνο την απόδοση. Περιορίζει την ψυχική ανθεκτικότητα, δυσχεραίνει τη διαχείριση των συναισθημάτων και αυξάνει την πιθανότητα παρορμητικών αντιδράσεων. Το αμερικανικό Government Accountability Office έχει προειδοποιήσει ότι η ανεπαρκής ανάπαυση αποτελεί συστημικό πρόβλημα στις Ένοπλες Δυνάμεις και ότι η επίδραση της έντονης κόπωσης μπορεί να προσεγγίσει εκείνη της μέθης.

4. Προβλήματα στις συνθήκες διαβίωσης

Οι οικογένειες περιγράφουν μουχλιασμένους χώρους υγιεινής, χαλασμένες τουαλέτες, ελλείψεις ζεστού νερού και ειδών προσωπικής φροντίδας, προβλήματα στα πλυντήρια και καθυστερήσεις στην αλληλογραφία.

Μεμονωμένα, ορισμένα από αυτά μπορεί να φαίνονται διαχειρίσιμα. Όταν, όμως, συσσωρεύονται επί μήνες σε έναν κλειστό χώρο χωρίς δυνατότητα απομάκρυνσης, ενισχύουν την αίσθηση εγκατάλειψης και απώλειας ελέγχου.

5. Απομόνωση από τις οικογένειες

Η επικοινωνία με τη στεριά είναι περιορισμένη και όχι πάντοτε προβλέψιμη. Οι ναύτες απουσιάζουν από γεννήσεις, ασθένειες, επετείους και οικογενειακές κρίσεις, ενώ οι συγγενείς τους συχνά λαμβάνουν ελάχιστες πληροφορίες.

Μήνυμα ναύτη προς τη σύζυγό του, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Guardian, εξέφραζε την επιθυμία να μην ξυπνήσει την επόμενη ημέρα. Τέτοιες αναφορές δείχνουν ότι η κρίση δεν περιορίζεται σε συνηθισμένη κόπωση ή δυσαρέσκεια.

6. Ο φόβος ότι η αναζήτηση βοήθειας θα καταστρέψει μια καριέρα

Η σύζυγος ενός ναύτη που τέθηκε υπό ιατρική παρακολούθηση είπε ότι εκείνος φοβάται μήπως απομακρυνθεί ατιμωτικά από το στράτευμα και χάσει μια καριέρα 13 ετών. Ανεξάρτητα από το αν αυτός ο φόβος ανταποκρίνεται στους κανονισμούς, η αντίληψη ότι η ψυχολογική βοήθεια μπορεί να έχει επαγγελματικό κόστος λειτουργεί αποτρεπτικά.

Ο αμερικανικός νόμος Brandon Act επιτρέπει στους στρατιωτικούς να ζητούν αξιολόγηση ψυχικής υγείας, ακόμη και κατά την ανάπτυξη, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουν τον λόγο. Η ύπαρξη του νόμου, όμως, δεν εξαλείφει αυτομάτως το στίγμα ούτε τις πρακτικές δυσκολίες πρόσβασης σε θεραπεία πάνω σε ένα πλοίο με χιλιάδες ανθρώπους.

Ένα ευρύτερο πρόβλημα

Το περιστατικό δεν εμφανίζεται σε κενό. Το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας κατέγραψε 523 θανάτους από αυτοκτονία στις Ένοπλες Δυνάμεις το 2023, έναντι 493 το προηγούμενο έτος. Στην ενεργό υπηρεσία η αύξηση ήταν 12%, αν και το ίδιο το υπουργείο σημείωσε ότι η μεταβολή δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Οι περισσότεροι από τους νεκρούς ήταν νέοι άνδρες χαμηλότερων στρατιωτικών βαθμών. Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η στρατιωτική υπηρεσία ή η συγκεκριμένη αποστολή προκαλούν από μόνες τους αυτοκτονική συμπεριφορά. Δείχνει, όμως, ότι υπάρχει ήδη ένα σοβαρό υπόβαθρο πάνω στο οποίο προστίθενται η εξουθένωση, η επιχειρησιακή πίεση, η απομόνωση και η αβεβαιότητα.

Η στρατηγική πίσω από την ανθρώπινη κρίση

Η παρατεταμένη ανάπτυξη του Abraham Lincoln αποκαλύπτει και ένα ευρύτερο στρατηγικό πρόβλημα: το αμερικανικό Ναυτικό καλείται να καλύπτει ταυτόχρονα αυξημένες ανάγκες στη Μέση Ανατολή και στον Ινδοειρηνικό με περιορισμένο αριθμό διαθέσιμων αεροπλανοφόρων.

Το USS George Washington αναμένεται να αντικαταστήσει το Lincoln. Η μετακίνησή του, όμως, ενδέχεται να αφήσει προσωρινό κενό στον Ειρηνικό. Με άλλα λόγια, το προσωπικό του Abraham Lincoln πληρώνει σε σημαντικό βαθμό την απόσταση ανάμεσα στις παγκόσμιες στρατιωτικές δεσμεύσεις των ΗΠΑ και στα πραγματικά διαθέσιμα μέσα για την εκπλήρωσή τους.

Το κρίσιμο ερώτημα

Η υπόθεση δεν αφορά απλώς τις δύσκολες συνθήκες που συνοδεύουν αναπόφευκτα μια στρατιωτική αποστολή. Το ερώτημα είναι σε ποιο σημείο η «αντοχή» μετατρέπεται σε επικίνδυνη εξουθένωση και η επιχειρησιακή ανάγκη αρχίζει να υπονομεύει τόσο την υγεία του προσωπικού όσο και την ίδια την ετοιμότητα του πλοίου.

Οι αναφορές για απόπειρες αυτοκτονίας πρέπει ακόμη να αποσαφηνιστούν επισήμως. Όσα έχουν ήδη γίνει γνωστά, όμως, αρκούν για να δείξουν ότι η κρίση δεν μπορεί να απορριφθεί ως απλή γκρίνια κουρασμένων ναυτών. Αποτελεί προειδοποίηση για τα όρια του ανθρώπινου δυναμικού πάνω στο οποίο στηρίζεται η παγκόσμια στρατιωτική ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Ερυθραία, μια ανερχόμενη δύναμη πάνω σε μια παγκόσμια θαλάσσια εμπορική αρτηρία

0

 

Deutsche Welle

Martina Schwikowski

Εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων και κινδύνων για την ασφάλεια στο Κέρας της Αφρικής, η Ερυθραία, με τα στρατηγικής σημασίας παράκτια σημεία της στην Ερυθρά Θάλασσα, αναδεικνύεται σε σημαντικό παράγοντα της περιοχής.

Αρκετά αμερικανικά αποβατικά πλοία διακρίνονται να διασχίζουν το Στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ το 2020.

Η θέση της Ερυθραίας στο Στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ αποτελεί πλεονέκτημα για το αυταρχικό κράτος, καθώς εταίροι από κοντινές και μακρινές χώρες επιδιώκουν πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα.

Εικόνα: ABACA/picture alliance

Σε ολόκληρο το Κέρας της Αφρικής, τα γεωπολιτικά συμφέροντα διαφόρων χωρών εξακολουθούν να προκαλούν εντάσεις και συγκρούσεις, στο πλαίσιο του εντεινόμενου ανταγωνισμού για πολιτική επιρροή στην περιοχή.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μικρή χώρα της Ερυθραίας φαίνεται να αποκτά ολοένα kai μεγαλύτερη σημασία. Το αυταρχικό κράτος, το οποίο κυβερνά επί πολλά χρόνια ο Ισαΐας Αφεγουέρκι, ελέγχει στρατηγικής σημασίας παράκτια σημεία στην Ερυθρά Θάλασσα, κυρίως μέσω των λιμανιών του Ασάμπ και της Μασάουα.

Τον Ιούλιο, μια σειρά διπλωματικών διαβουλεύσεων στο Κάιρο, στις οποίες συμμετείχαν περιφερειακές δυνάμεις όπως η Αίγυπτος, η Σομαλία και η Ερυθραία, καθώς και ένας υψηλόβαθμος απεσταλμένος των ΗΠΑ, ανέδειξε τον ενισχυμένο ρόλο της Ερυθραίας. Η χώρα συμβάλλει στον συντονισμό των προσπαθειών για την αντιμετώπιση σοβαρών προκλήσεων ασφαλείας στο Κέρας της Αφρικής και στην Ερυθρά Θάλασσα, καθώς και στη διευκόλυνση του εμπορίου.

Η ιδιαίτερη θέση της Ερυθραίας κατά μήκος αυτής της θαλάσσιας οδού αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των διεθνών εμπορικών συγκρούσεων. Η ακτογραμμή της μικρής αυτής χώρας, κοντά στο Στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ, εκτείνεται σε μήκος μεγαλύτερο των 1.000 χιλιομέτρων, με το Σουδάν στα βορειοδυτικά και το Τζιμπουτί στα νοτιοανατολικά.

Ωστόσο, η κύρια στρατηγική σημασία της Ερυθραίας συνδέεται με το ποιος βρίσκεται στην απέναντι πλευρά του στενού, το οποίο, στο στενότερο σημείο του, έχει πλάτος μικρότερο των 30 χιλιομέτρων.

Μια μικρή χώρα σε θέση στρατηγικής σημασίας

«Στην άλλη πλευρά της Ερυθράς Θάλασσας βρίσκεται η Υεμένη, γεγονός που καθιστά τη θέση της Ερυθραίας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς η Υεμένη βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης και η θαλάσσια ασφάλεια στην περιοχή απειλείται», δήλωσε στην DW ο Αμπντουραχμάν Σαγιέντ, διευθυντής του Κέντρου Περιφερειακής Ολοκλήρωσης για το Κέρας της Αφρικής (CRI) στο Λονδίνο.

«Η μόνη ασφαλής διαδρομή σε αυτή την περιοχή περνά από την Ερυθραία, όπου επί του παρόντος δεν υπάρχουν ανησυχίες για την ασφάλεια».

Ο πρόεδρος της Ερυθραίας, Ισαΐας Αφεγουέρκι, κυβερνά τη χώρα από την ανεξαρτησία της το 1993, έχοντας εγκαθιδρύσει ένα αυστηρό, μονοκομματικό αυταρχικό καθεστώς. *Εικόνα: Khalil Senosi/AP Photo/picture alliance*

Η πολιτοφυλακή των Χούθι, η οποία υποστηρίζεται από το Ιράν, επιτίθεται σε εμπορικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα από τις ακτές της Υεμένης.

Παράλληλα, τα τελευταία δέκα χρόνια η Υεμένη βιώνει μία από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως. Σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε τον περασμένο μήνα η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η συνεχιζόμενη βία, η οικονομική κατάρρευση, οι ξηρασίες και οι πλημμύρες έχουν επιδεινώσει τα δεινά στη χώρα.

Ο Σαγιέντ υπογραμμίζει, εν τω μεταξύ, ότι η ισχυρή δικτατορία που έχει εδραιωθεί εδώ και δεκαετίες στην Ερυθραία δεν ανέχεται καμία μορφή διαφωνίας. Σε πολλούς διεθνείς δείκτες ελευθερίας, η αφρικανική χώρα κατατάσσεται συχνά μόλις μία θέση πάνω από τη Βόρεια Κορέα.

Στα 32 χρόνια που έχουν περάσει από την επίσημη ίδρυση του κράτους, δεν έχουν διεξαχθεί εκλογές στο μονοκομματικό καθεστώς του επί μακρόν κυβερνώντος Αφεγουέρκι.

Μια ιδιαίτερη αίσθηση σταθερότητας — προς το παρόν

Αυτός, όμως, είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν σημειώνονται βίαιες συγκρούσεις στη χώρα. Σε σύγκριση με άλλες χώρες της ευρύτερης περιοχής, όπως η Αιθιοπία, το Σουδάν και η Υεμένη, η Ερυθραία μοιάζει με νησίδα ειρήνης, όπου η επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να ασκηθεί εύκολα.

«Για τον λόγο αυτό, όλες οι χώρες —συμπεριλαμβανομένων περιφερειακών δυνάμεων όπως η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος, η οποία ελέγχει τη Διώρυγα του Σουέζ— επιθυμούν να διατηρούν σταθερές σχέσεις με την Ερυθραία», επισημαίνει ο Σαγιέντ.

Ταυτόχρονα, αυτό θα μπορούσε τελικά να αποδειχθεί η αχίλλειος πτέρνα της χώρας. «Η χώρα κυβερνάται από έναν και μόνο άνθρωπο και δεν διαθέτει συνταγματικούς θεσμούς. Αυτό καθιστά το κράτος ιδιαίτερα ευάλωτο, σε περίπτωση που ο ισχυρός αυτός ηγέτης απομακρυνθεί από την εξουσία», αναφέρει ο Σαγιέντ.

Στο στενό περιβάλλον του 80χρονου αυταρχικού ηγέτη δεν υπάρχει κάποια ισχυρή προσωπικότητα που να θεωρείται σαφής διάδοχός του. Σύμφωνα με τον Σαγιέντ, αυτό έχει προκαλέσει ανησυχίες ότι η κατάσταση ασφαλείας θα μπορούσε να καταρρεύσει, όταν ο πρόεδρος δεν θα βρίσκεται πλέον στην εξουσία.

Αυτός ο ναύτης των δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης είναι επιφορτισμένος με την εποπτεία της δραστηριότητας στην Ερυθρά Θάλασσα. *Εικόνα: Khaled Ziad/AFP*

Εναλλακτική λύση στα Στενά του Ορμούζ

Ωστόσο, η Ερυθραία συνεχίζει να ενισχύει την επιρροή της, καθώς η Ερυθρά Θάλασσα έχει αναδειχθεί σε ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό για ολόκληρο τον κόσμο και ιδιαίτερα για τα κράτη του Κόλπου —τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα— σύμφωνα με τον Σαγιέντ.

Ο πόλεμος με το Ιράν έχει ενισχύσει περαιτέρω τη θέση της χώρας, καθώς η κρίση αυτή ανέδειξε για ακόμη μία φορά την καθοριστική γεωπολιτική σημασία θαλάσσιων περασμάτων, όπως τα Στενά του Ορμούζ και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Εάν τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθήσουν να αποκλείονται επανειλημμένα, μια βιώσιμη εναλλακτική λύση για τα κράτη του Κόλπου και τους εταίρους τους θα ήταν η εξεύρεση διαδρομών μέσω σαουδαραβικών λιμανιών που βρίσκονται βορειότερα στην Ερυθρά Θάλασσα.

Η Σαουδική Αραβία διαθέτει αγωγούς οι οποίοι μεταφέρουν πετρέλαιο από περιοχές του εσωτερικού της χώρας, όπου αυτό εξορύσσεται και παράγεται, προς το λιμάνι Γιανμπού αλ Μπαχρ στην Ερυθρά Θάλασσα. Ωστόσο, η ασφάλεια αυτής της εναλλακτικής διαδρομής θα μπορούσε εύκολα να υπονομευθεί, με πιθανή συνέπεια την περαιτέρω άνοδο των ήδη υψηλών τιμών του πετρελαίου.

«Για τον λόγο αυτό, η Ερυθραία έχει σήμερα μεγάλη στρατηγική σημασία. Αυτό ισχύει εδώ και αιώνες και θα εξακολουθήσει να ισχύει», υπογραμμίζει ο Σαγιέντ.

Η Αιθιοπία απαιτεί άμεση πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα

Στο μεταξύ, οι γειτονικές χώρες της Ερυθραίας —και ιδιαίτερα η περίκλειστη Αιθιοπία— καταβάλλουν έντονες προσπάθειες για να διατηρήσουν την πρόσβασή τους στην Ερυθρά Θάλασσα ως εμπορική οδό, προσθέτει ο Σαγιέντ. Η πρόσβαση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις εξαγωγές πετρελαίου από το Κέρας της Αφρικής προς τον υπόλοιπο κόσμο και κυρίως προς την Ευρώπη και την αμερικανική ήπειρο.

Επί δεκαετίες, το Τζιμπουτί κυριαρχεί στις περιφερειακές εμπορευματικές μεταφορές ως ο σημαντικότερος λιμενικός εταίρος της Αιθιοπίας, ενώ η Ερυθραία έχει παραμείνει οικονομικά στο περιθώριο.

Ωστόσο, ο πρωθυπουργός της Αιθιοπίας, Άμπι Άχμεντ, απαιτεί εδώ και χρόνια κυρίαρχη πρόσβαση στη θάλασσα, περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά τον διαχωρισμό της χώρας του από την Ερυθραία. Όταν η Ερυθραία απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1993, η Αιθιοπία έχασε την άμεση πρόσβασή της στη θάλασσα και έκτοτε εξαρτάται από τις γειτονικές χώρες για το σύνολο του θαλάσσιου εμπορίου της.

Η διατήρηση, όμως, μιας στάσης ουδετερότητας και ισορροπίας αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη. Στις αρχές του 2026, οι εύθραυστες σχέσεις μεταξύ της Αιθιοπίας και της Ερυθραίας, με πρωτεύουσα την Ασμάρα, είχαν ήδη απειλήσει να οδηγηθούν σε κλιμάκωση, εξαιτίας της διαμάχης για την πρόσβαση της Αιθιοπίας στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς.

«Το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να εξεταστούν οι πρόσφατοι στρατηγικοί ελιγμοί της Ερυθραίας στο Κέρας της Αφρικής και στην Ερυθρά Θάλασσα είναι η κλιμάκωση των εντάσεων με την Αιθιοπία», επισημαίνει ο Μάικλ Γουολντεμάριαμ, ερευνητής στη Σχολή Δημόσιας Πολιτικής του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ και στο Atlantic Council.

«Η Ασμάρα επιδιώκει να διαμορφώσει συνεργασίες που θα λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην Αντίς Αμπέμπα. Οι πρόσφατες διπλωματικές προσεγγίσεις της προς την Αίγυπτο, τη Σομαλία, τις ένοπλες δυνάμεις των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τη Σαουδική Αραβία, οργανώσεις της αιθιοπικής αντιπολίτευσης, ακόμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα πρέπει να εξεταστούν μέσα σε αυτό το πλαίσιο», δηλώνει στην DW.

Παράλληλα, ένας νέος εμπορικός διάδρομος διαμορφώνεται στην Ερυθρά Θάλασσα. Τον Μάιο του 2026, η Ερυθραία και η Αίγυπτος υπέγραψαν συμφωνία για τη δημιουργία απευθείας εμπορευματικών συνδέσεων μεταξύ αιγυπτιακών και ερυθραϊκών λιμανιών στην Ερυθρά Θάλασσα, με στόχο την ανάπτυξη ανεξάρτητων εμπορικών οδών και αλυσίδων εφοδιασμού στην περιοχή.

Βαρύ ιστορικό παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Ωστόσο, δεν μπορούν να υπάρξουν μακροπρόθεσμες εγγυήσεις όσον αφορά την Ερυθραία, καθώς η σύντομη ιστορία της χώρας σημαδεύεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη βία, με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να αναζητούν μια καλύτερη ζωή αλλού.

«Οι πρώτοι άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ερυθραία και κατέφυγαν στο Σουδάν το 1967, για να γλιτώσουν από τον αυτοκρατορικό στρατό του [πρώην ηγεμόνα της Αιθιοπίας] Χαϊλέ Σελασιέ. Τη δεκαετία του 1980, μεγάλος αριθμός ανθρώπων διέφυγε εξαιτίας της στρατιωτικής δικτατορίας της Αιθιοπίας. Από το 2001 και μετά, πολλοί άνθρωποι εγκαταλείπουν και πάλι τη χώρα εξαιτίας των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της στρατιωτικής θητείας, του πολέμου και της έλλειψης προοπτικών», αναφέρει ο Μάγκνους Τράιμπερ, ερευνητής της μετανάστευσης με ειδίκευση στο Κέρας της Αφρικής, στο Ινστιτούτο Εθνολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου.

«Οι αιτίες της φυγής έχουν αλλάξει ελάχιστα. Ωστόσο, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προσφέρει πλέον σχεδόν καμία δυνατότητα υποβολής αιτήματος ασύλου, οι Ερυθραίοι καταφεύγουν πλέον σε χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο».

Τουλάχιστον 700.000 άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα από την ίδρυσή της — αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο του συνολικού πληθυσμού της. Την ίδια στιγμή, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού της χώρας παραμένει κάτω από το 2%, ποσοστό χαμηλό σε σύγκριση με πολλές άλλες χώρες της περιοχής.

Επιμέλεια: Σερτάν Σάντερσον

Μαρτίνα Σβικόφσκι
Συντάκτρια του τμήματος Αφρικής

Deutsche Welle

Η επόμενη παγκόσμια οικονομική κρίση μπορεί να έχει αφετηρία την Κίνα

0

Foreign Affairs

Πώς τελειώνει η υπερπαραγωγική δυναμικότητα

Michael B. G. Froman
Τεύχος Σεπτεμβρίου/Οκτωβρίου 2026
Δημοσιεύθηκε στις 13 Αυγούστου 2026

Εικονογράφηση: Carolina Moscoso

Τα τελευταία χρόνια δεν έλειψαν οι διαμαρτυρίες σχετικά με την πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα της Κίνας. Η προσήλωση του Πεκίνου στην προώθηση των εξαγωγών και στη διεύρυνση του εμπορικού του πλεονάσματος με κάθε αναγκαίο μέσο έχει υπονομεύσει τις βιομηχανικές φιλοδοξίες τόσο προηγμένων οικονομιών, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές χώρες, όσο και αναπτυσσόμενων κρατών στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική. Υπάρχει πλέον μεγαλύτερη παγκόσμια συναίνεση από ποτέ ως προς τη φύση της πρόκλησης, αλλά αυτή έχει επηρεάσει ελάχιστα την πολιτική της Κίνας.

Το πρόβλημα μετασχηματίζεται τώρα σε κάτι ποιοτικά διαφορετικό και πιο επικίνδυνο: η ικανότητα της παγκόσμιας οικονομίας να απορροφά την πλεονάζουσα κινεζική παραγωγική δυναμικότητα πλησιάζει σε οριακό σημείο. Εάν το όριο αυτό ξεπεραστεί, θα μπορούσε να προκληθεί μια παγκόσμια οικονομική κρίση, σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις είναι ιδιαίτερα ανεπαρκώς προετοιμασμένες να διαχειριστούν τις συνέπειές της.

Κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Κίνα δημιούργησε το μεγαλύτερο εμπορικό πλεόνασμα που έχει καταγραφεί ποτέ. Το 2025 πλησίασε τα 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια, αυξανόμενο με ρυθμό τριπλάσιο από εκείνον του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών. Το πρότυπο αυτό υπήρξε στρατηγικά επωφελές για την Κίνα και, βραχυπρόθεσμα, συνέβαλε στη συγκράτηση του πληθωρισμού στον υπόλοιπο κόσμο. Είναι, όμως, πολιτικά και διαρθρωτικά μη βιώσιμο, δημιουργώντας έναν αυξανόμενο και ανεπαρκώς αξιολογημένο κίνδυνο για ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.

Η αξιοσημείωτη πορεία οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας κατά τις τελευταίες δεκαετίες κατέστη δυνατή χάρη σε ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον, στο οποίο οι άλλες χώρες δέχονταν πρόθυμα τα χαμηλού κόστους βιομηχανικά προϊόντα με αντάλλαγμα αποτελεσματικές αλυσίδες εφοδιασμού και οφέλη για τους καταναλωτές. Αυτό το διεθνές περιβάλλον, ωστόσο, έχει καταστεί πλέον τοξικό. Η πολιτική ανοχή απέναντι στην αποβιομηχάνιση και στις κρίσιμες εξαρτήσεις που συνεπάγεται η πλημμυρίδα κινεζικών εισαγωγών είναι περιορισμένη και συρρικνώνεται.

Καθώς οι τάσεις αυτές συνεχίζονται, ο προστατευτισμός είναι πιθανό να ενισχυθεί, περιορίζοντας την πρόσβαση των Κινέζων κατασκευαστών στις αγορές και ακυρώνοντας έτσι τη στρατηγική της «διπλής κυκλοφορίας» που εισήγαγε το Πεκίνο το 2020. Η στρατηγική αυτή προωθεί ταυτόχρονα την εγχώρια οικονομική αυτάρκεια και τη συνεχιζόμενη συμμετοχή στις διεθνείς αγορές.

Το πρόβλημα, όμως, υπερβαίνει κατά πολύ την πολιτική αντίδραση. Είναι ζήτημα αριθμητικής. Όταν η κινεζική οικονομία ήταν σημαντικά μικρότερη, μια στρατηγική που βασιζόταν στην αύξηση των εξαγωγών με ρυθμό διπλάσιο ή τριπλάσιο από τον συνολικό ρυθμό ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας ήταν εφικτή, επειδή υπήρχε επαρκής διεθνής ζήτηση για την απορρόφησή τους. Σήμερα, όμως, η Κίνα διαθέτει μια πολύ μεγαλύτερη οικονομία και δεν μπορεί να συνεχίσει σε αυτή την πορεία χωρίς τελικά να ξεμείνει από πελάτες. Με απλά λόγια, το Πεκίνο έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια του ίδιου του οικονομικού του μοντέλου.

Όταν η κινεζική εξαγωγική μηχανή ανακοπεί, η επώδυνη αναμέτρηση με τις συνέπειες θα αφορά πρωτίστως την ίδια την Κίνα. Μια ουσιαστική επιβράδυνση της οικονομίας της, ωστόσο, θα προκαλούσε κλυδωνισμούς σε όλο τον κόσμο, ιδίως στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της — όχι μόνο στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, αλλά και σε άλλες χώρες των οποίων οι οικονομίες έχουν συνδεθεί στενά με την κινεζική.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα έμεναν ανεπηρέαστες από τον κλυδωνισμό. Θα ήταν, όμως, ο μοναδικός παράγοντας που διαθέτει την οικονομική και θεσμική ικανότητα να σταθεροποιήσει την παγκόσμια οικονομία.

Ο ασφαλέστερος τρόπος αποφυγής αυτής της δαπανηρής αλληλουχίας γεγονότων είναι μια προληπτική και σταδιακή εξισορρόπηση της κινεζικής οικονομίας. Αυτή αποτελεί εδώ και καιρό την καλύτερη διαδρομή της Κίνας προς μια περισσότερο βιώσιμη ανάπτυξη, καθώς και μια κατεύθυνση την οποία υποστηρίζουν επί χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ενώ, όμως, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες αποτελούσε μια συνετή επιλογή, σήμερα αποτελεί αναγκαιότητα.

ΑΠΟΛΥΤΟ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑ

Η Κίνα αντιπροσωπεύει σήμερα περίπου το 30% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής και, σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ του 2024, το ποσοστό αυτό αναμένεται να φτάσει το 45% έως το 2030. Με εξαίρεση την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο για μια τέτοια συγκέντρωση βιομηχανικής ισχύος. Ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ, το σημερινό πλεόνασμα της Κίνας στα μεταποιημένα προϊόντα είναι μεγαλύτερο από τα συνδυασμένα πλεονάσματα της Γερμανίας και της Ιαπωνίας σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά τη δεκαετία του 1980.

Αυτό το μεταποιητικό πλεόνασμα αντανακλά μια συντονισμένη πολιτική επιλογή. Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης έχει υπολογίσει ότι το 60% της αύξησης του μεριδίου της Κίνας στην παγκόσμια μεταποιητική αγορά οφείλεται σε κρατικές επιδοτήσεις. Ίσως η σημαντικότερη —αν και έμμεση— επιδότηση είναι η πρόσβαση των κινεζικών μεταποιητικών επιχειρήσεων στο κρατικά κατευθυνόμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα του Πεκίνου. Το σύστημα αυτό διοχετεύει τεράστια ποσά πιστώσεων σε τομείς προτεραιότητας, επιτρέποντας στις κινεζικές επιχειρήσεις να επεκτείνονται χωρίς να ανησυχούν στον ίδιο βαθμό για τα κέρδη και τις αποδόσεις όσο οι διεθνείς ανταγωνιστές τους.

Το αποτέλεσμα είναι ένας αυτοκαταστροφικός αγώνας προς τα κάτω, στον οποίο οι επιχειρήσεις μειώνουν τις τιμές κάτω από το κόστος, αποδέχονται οριακά ή αρνητικά περιθώρια κέρδους και συνεχίζουν να αυξάνουν την παραγωγική τους δυναμικότητα, επιδιώκοντας μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς. Σχεδόν το 30% των κινεζικών βιομηχανικών επιχειρήσεων λειτουργεί με ζημίες, έναντι 20% πριν από την πανδημία της COVID-19. Στους τομείς με την ταχύτερη αύξηση επενδύσεων —κυρίως εκείνους που τέθηκαν σε προτεραιότητα στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Made in China 2025» του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κινεζικής αυτάρκειας στους προηγμένους βιομηχανικούς κλάδους— το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει έως και το 34%.

Αντί να επιτρέπουν στις αποτυχημένες επιχειρήσεις να αποχωρήσουν από την αγορά, οι τοπικές κυβερνήσεις στηρίζουν μη κερδοφόρες εταιρείες για να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας και τα φορολογικά έσοδα, ενώ οι κρατικές τράπεζες ανανεώνουν τα δάνεια αφερέγγυων οφειλετών. Το σύστημα αυτό, σε συνδυασμό με ένα μονίμως υποτιμημένο ρενμίνμπι που καθιστά τις εξαγωγές φθηνότερες, επιτρέπει στις κινεζικές επιχειρήσεις να χρεώνουν έως και 30% λιγότερο από τους ανταγωνιστές τους που εδρεύουν σε άλλες χώρες.

Αυτοί οι πόλεμοι τιμών και η πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα προκαλούν αρνητικές επιπτώσεις όχι μόνο στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό της χώρας. Η κινεζική λέξη για το φαινόμενο αυτό είναι neijuan, η οποία αποδίδεται ως «ενέλιξη». Ο όρος περιγράφει τον υπερβολικό ανταγωνισμό που ωθεί τις κινεζικές επιχειρήσεις στα όριά τους, με ολοένα μικρότερες αποδόσεις.

Οι επιχειρήσεις επενδύουν περισσότερο για να παράγουν περισσότερο και να εξάγουν περισσότερο, με χαμηλότερα ή αρνητικά περιθώρια κέρδους. Παράλληλα, επιδοτούνται από τοπικές κυβερνήσεις, των οποίων η ίδια η δημοσιονομική κατάσταση εξαρτάται από τη συνέχιση της λειτουργίας των εργοστασίων. Το αποτέλεσμα είναι μια βιομηχανική μηχανή που δεν μπορεί να σταματήσει ούτε να επιβραδύνει — αλλά η οποία, λόγω των ορίων της ζήτησης, δεν μπορεί ούτε να συνεχίσει επ’ αόριστον.

Στην πράξη, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας θα μπορούσε να καταρρεύσει υπό το βάρος των ίδιων του των αντιφάσεων.

Μια κρίση δεν είναι αναπόφευκτη. Η κινεζική οικονομία είναι ανθεκτική και, τουλάχιστον στα χαρτιά, η ηγεσία της έχει δείξει ότι αναγνωρίζει το πρόβλημα και ενδιαφέρεται να λάβει μέτρα για την αντιμετώπισή του. Το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα υιοθέτησε το 2025 μια εκστρατεία κατά της «ενέλιξης», ενώ το 15ο Πενταετές Σχέδιό του, για την περίοδο 2026–2030, προωθεί την κατανάλωση, ιδίως στις αγροτικές περιοχές. Το ΚΚΚ έχει επίσης κάνει ορισμένα περιορισμένα βήματα για την ενίσχυση του δικτύου κοινωνικής προστασίας, με στόχο να μειώσει το κίνητρο των νοικοκυριών να αποταμιεύουν αντί να καταναλώνουν.

Ωστόσο, η κινεζική ηγεσία εξακολουθεί να μη θέλει να προχωρήσει στη σημαντικότερη αλλαγή: στον θεμελιώδη αναπροσανατολισμό της αναπτυξιακής στρατηγικής της χώρας προς ένα πιο βιώσιμο μοντέλο. Το Πεκίνο συνεχίζει γενικά να συγκρατεί την εγχώρια κατανάλωση, επιδιώκοντας τη μεγιστοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής τόσο στους στρατηγικούς κλάδους όσο και στους τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ο οικονομολόγος Γιασένγκ Χουάνγκ αποκαλεί οικονομία «απόλυτου πλεονεκτήματος»: μια χώρα που ανταγωνίζεται ταυτόχρονα τις Ηνωμένες Πολιτείες στην τεχνητή νοημοσύνη, στα ηλεκτρικά οχήματα και στα ηλεκτρονικά και τις φτωχότερες χώρες της Αφρικής στην παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, ενδυμάτων και φθηνών οικιακών μικροαντικειμένων. Αυτό δεν έχει ιστορικό προηγούμενο και, επιπλέον, αντιβαίνει στη βασική οικονομική λογική του συγκριτικού πλεονεκτήματος, την οποία ακολουθούν οι περισσότερες άλλες χώρες. Ακόμη και κυβερνήσεις που υιοθέτησαν μερκαντιλιστικές αναπτυξιακές στρατηγικές, όπως εκείνες της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν, εγκατέλειψαν τη μεταποίηση χαμηλής προστιθέμενης αξίας καθώς αυξάνονταν οι εγχώριοι μισθοί.

Το Πεκίνο διστάζει να αλλάξει πορεία, επειδή το εξαγωγικό αναπτυξιακό του μοντέλο αποτελεί ταυτόχρονα μια υψηλή οικονομική στρατηγική και ένα πολιτικό σχέδιο. Η «διπλή κυκλοφορία» αξιοποιεί τα πλεονεκτήματα της Κίνας στη μαζική παραγωγή, στην ενέργεια, στις υποδομές, στο εργατικό δυναμικό και στην τεχνογνωσία των μηχανικών. Αντανακλά επίσης τη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση του Σι Τζινπίνγκ, όπως αυτή εκφράστηκε σε ομιλία του το 2020, ότι, μολονότι η Κίνα πρέπει «να επιταχύνει την οικοδόμηση της ψηφιακής οικονομίας […] η πραγματική οικονομία αποτελεί το θεμέλιο και οι διάφοροι κλάδοι της μεταποίησης δεν μπορούν να εγκαταλειφθούν».

Όπως έχει γράψει η οικονομολόγος Zongyuan Zoe Liu στο Foreign Affairs, σύμφωνα με την αντίληψη του Κόμματος, «η κατανάλωση αποτελεί έναν ατομικιστικό περισπασμό, ο οποίος απειλεί να εκτρέψει πόρους από τον πυρήνα της οικονομικής ισχύος της Κίνας: τη βιομηχανική της βάση».

Το πολιτικό δίλημμα που δημιουργεί η αναδιάρθρωση υπερβαίνει την προτίμηση του Σι προς τη βιομηχανία. Για να εξισορροπήσει σωστά την οικονομία, το Πεκίνο θα έπρεπε να ανακατασκευάσει το δημοσιονομικό μοντέλο από το οποίο εξαρτώνται όλες οι επαρχίες και οι δήμοι, να αποδεχθεί τη συνεπακόλουθη κατάρρευση των εσόδων της τοπικής αυτοδιοίκησης και να απορροφήσει τις μαζικές απολύσεις.

Μια τέτοια αλλαγή θα απαιτούσε την ευθυγράμμιση των κινήτρων με έναν οικονομικό στόχο ουσιαστικά διαφορετικό από εκείνον που έχουν συνηθίσει να επιδιώκουν, κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι αξιωματούχοι και οι θεσμοί σε όλα τα επίπεδα. Η επαγγελματική ανέλιξη των τοπικών αξιωματούχων συνδέεται με την επίτευξη αναπτυξιακών στόχων, ανεξάρτητα από το αν αυτή η ανάπτυξη είναι βιώσιμη.

Για να επιτύχουν αυτούς τους στόχους και να χρηματοδοτήσουν τις τοπικές δαπάνες, οι αξιωματούχοι πωλούν γη, διοχετεύουν τα έσοδα σε επιδοτούμενα οικόπεδα για εργοστάσια και βιομηχανικά πάρκα, κινητοποιούν πιστώσεις από τοπικά υποκαταστήματα τραπεζών και φορείς χρηματοδότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης και κατασκευάζουν ακόμη περισσότερα εργοστάσια. Επειδή οι επαρχίες και οι δήμοι παρουσιάζουν χρόνια ελλείμματα και δεν διαθέτουν εναλλακτικούς τρόπους δημιουργίας εσόδων σε μεγάλη κλίμακα, αυτός ο προσανατολισμένος στην παραγωγή κύκλος συνεχίζεται επ’ αόριστον.

Το πρόβλημα αυτό και οι λύσεις του —πρωτίστως ένα οικονομικό μοντέλο περισσότερο προσανατολισμένο στην κατανάλωση— είναι ευρέως γνωστά στην Κίνα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η αντιμετώπισή του είναι ευκολότερη.

ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΟΡΑΤΑ

Ενώ το Πεκίνο εξετάζει εάν θα υιοθετήσει τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την αποτροπή μιας καταστροφής, άλλες χώρες πιθανότατα θα προσπαθήσουν να ανακόψουν τη ροή των κινεζικών εξαγωγών. Τέτοιες κινήσεις θα μπορούσαν να αποκλείσουν αιφνιδίως την πρόσβαση της Κίνας σε ένα ευρύ τμήμα των ξένων αγορών, επιταχύνοντας την αποτυχία του εξαγωγικού αναπτυξιακού της μοντέλου και αυξάνοντας την πιθανότητα μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Κατά την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα, οι πλούσιες χώρες αποδέχθηκαν την απώλεια της μεταποιητικής παραγωγής χαμηλού περιθωρίου κέρδους προς όφελος των κινεζικών επιχειρήσεων. Η πρόσφατη προώθηση της Κίνας προς τη μεταποίηση υψηλής προστιθέμενης αξίας, όμως, συνιστά άμεση απειλή για τις οικονομικές στρατηγικές αυτών των χωρών, προετοιμάζοντας το έδαφος για ένα κύμα προστατευτισμού ακόμη και σε παραδοσιακά προπύργια του ελεύθερου εμπορίου.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας, η οποία υπήρξε επί μακρόν υπέρμαχος και ωφελούμενη του εμπορίου με την Κίνα. Σύμφωνα με το Rhodium Group, το 2025 οι γερμανικές εξαγωγές αγαθών προς την Κίνα υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας — μειωμένες κατά 9,3% σε σύγκριση με το 2024 και κατά 23% από το υψηλότερο σημείο τους το 2022.

Η εμπορική κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση αυξήθηκε. Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2025, οι γερμανικές εισαγωγές από την Κίνα ενισχύθηκαν κατά τουλάχιστον 10% σε ετήσια βάση σε 2.241 κατηγορίες προϊόντων, μεταξύ των οποίων τα χημικά και η κατασκευή οχημάτων. Συνολικά, αυτές οι κατηγορίες αντιπροσώπευαν περισσότερο από το 60% του συνόλου των γερμανικών εισαγωγών από την Κίνα.

Ο εκτοπισμός είναι εντονότερος στην αυτοκινητοβιομηχανία. Το μερίδιο των γερμανικών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά αυτοκινήτου συρρικνώνεται, ενώ το μερίδιο της Κίνας στην παγκόσμια αγορά διευρύνεται. Μεταξύ 2022 και 2025, οι γερμανικές εξαγωγές αυτοκινήτων προς την Κίνα μειώθηκαν κατά 66%, ενώ οι συνολικές κινεζικές εξαγωγές οχημάτων υπερδιπλασιάστηκαν, καθιστώντας την Κίνα τον μεγαλύτερο εξαγωγέα αυτοκινήτων παγκοσμίως.

Ως αποτέλεσμα, οι απολύσεις εργαζομένων στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία είναι πλέον περισσότερες από ό,τι κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008–2009 ή την πανδημία της COVID-19. Η κατάσταση αυτή αναγκάζει τις γερμανικές και ευρωπαϊκές επιχειρηματικές ενώσεις να ζητούν πρωτοφανώς αυστηρές απαιτήσεις εγχώριου περιεχομένου.

Η εργοδοτική ένωση Gesamtmetall ανέφερε τον Δεκέμβριο του 2025 ότι ο κλάδος της μεταλλουργίας και της ηλεκτρολογικής μηχανικής —ο μεγαλύτερος βιομηχανικός τομέας της Γερμανίας— έχανε σχεδόν 10.000 θέσεις εργασίας τον μήνα. Η Volkswagen εξετάζει πλέον την κατάργηση έως και 100.000 θέσεων εργασίας —σχεδόν του ενός έκτου του εργατικού δυναμικού της— καθώς και τη διακοπή της παραγωγής σε τέσσερα εργοστάσια στη Γερμανία.

Η BMW και η Mercedes-Benz προχωρούν επίσης σε εκτεταμένες αναδιαρθρώσεις. Αναλυτές δήλωσαν στους Financial Times ότι η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία συρρικνώνεται πλέον «με διαρκή και μόνιμο τρόπο».

Αυτός ο κλυδωνισμός, που οφείλεται στην Κίνα, ανάγκασε τη γερμανική καγκελαρία να εξετάσει κάτι που άλλοτε θεωρούνταν αδιανόητο: να στηρίξει προτάσεις ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση να μελετήσει έναν μηχανισμό παρόμοιο με τους δασμούς του Άρθρου 301 των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα επέτρεπε στην ΕΕ να επιβάλει δασμούς με στόχο το πλεόνασμα των κινεζικών εξαγωγών και να δημιουργήσει κίνητρα για την ανατίμηση του κινεζικού ρενμίνμπι.

Όλα αυτά έχουν και πολιτικές συνέπειες. Όπως επισήμανε ο ειδικός σε θέματα Κίνας Ντάνιελ Ρόουζεν, αυτό που συμβαίνει ισοδυναμεί με ένα «Hillbilly Elegy με γερμανικά χαρακτηριστικά» — την καταστροφή ενός κλάδου που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γερμανικής ταυτότητας.

Αυτοκίνητα σε τερματικό σταθμό εξαγωγών στη Σαγκάη, Ιούλιος 2026 — China Daily / Reuters

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εδώ και πολλά χρόνια περισσότερο ιδεολογικά προσηλωμένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην πολυμερή συνεργασία και στο ελεύθερο εμπόριο —τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής— θεωρώντας τα βασικά στοιχεία του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Έπειτα, όμως, από χρόνια προσπαθειών να ισορροπήσει μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, ακολουθεί πλέον, καθυστερημένα και απρόθυμα, το παράδειγμα της Ουάσιγκτον, υψώνοντας εμπορικούς φραγμούς στις κινεζικές εξαγωγές.

Τον Οκτώβριο του 2024, έπειτα από έρευνα για τις κινεζικές επιδοτήσεις σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού ηλεκτρικών οχημάτων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε αντισταθμιστικούς δασμούς έως και 35,3% στα ηλεκτρικά οχήματα κινεζικής κατασκευής. Τον Μάρτιο, η Επιτροπή παρουσίασε την Πράξη για την Επιτάχυνση της Βιομηχανίας, η οποία θα θέτει απαιτήσεις εγχώριου περιεχομένου «Made in EU» και θα καθιστά υποχρεωτική τη μεταφορά τεχνολογίας στις συμφωνίες που αφορούν κρίσιμους τομείς. Εξετάζει επίσης ευρύτερους κανόνες για τις αλυσίδες εφοδιασμού σε ολόκληρη την Ένωση, μεταξύ των οποίων νομοθεσία που θα απαιτεί από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να διαφοροποιούν τις πηγές προμήθειάς τους, διαθέτοντας τουλάχιστον τρεις προμηθευτές για τις εισαγωγές σε κρίσιμους τομείς.

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Κίνα δεν περιορίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Όταν, το 2025, η Κίνα απέδειξε ότι ήταν διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει ως όπλο την κυριαρχία της στην επεξεργασία κρίσιμων ορυκτών και στην παραγωγή συναφών προϊόντων, όπως οι μαγνήτες, προκάλεσε μια συντονισμένη παγκόσμια αντίδραση.

Το νέο Φόρουμ Γεωστρατηγικής Συνεργασίας για τους Πόρους, το οποίο συγκρότησε η κυβέρνηση Τραμπ, αποτελεί έναν συνασπισμό που υποστηρίζεται από δεκάδες χώρες. Στόχος του είναι η ταχεία κλιμάκωση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων σε αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών «χωρίς την Κίνα». Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί προάγγελο μιας ακόμη πιο δυσοίωνης εξέλιξης για το Πεκίνο: της συνεργασίας «συνασπισμών προθύμων» για τον αποκλεισμό των κινεζικών προϊόντων από τις παγκόσμιες αγορές και τον εξαναγκασμό του Πεκίνου να εξισορροπήσει την οικονομία του σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα άλλων χωρών.

Σε αρκετούς ευαίσθητους τομείς, όπως οι τηλεπικοινωνίες, τα ηλεκτρικά οχήματα και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τέτοιες συσπειρώσεις έχουν ήδη σχηματιστεί, επιβάλλοντας απαγορεύσεις και περιορισμούς στη χρήση εξοπλισμού των κινεζικών εταιρειών τηλεπικοινωνιών Huawei και ZTE.

Οι μεγάλες εισαγωγικές οικονομίες διευρύνουν ήδη τη χρήση δασμών, απαιτήσεων εγχώριου περιεχομένου και εξαιρέσεων για λόγους εθνικής ασφάλειας. Εάν αυτό συνεχιστεί, είτε ως συντονισμένη προσπάθεια είτε ως ένα πυκνό πλέγμα μονομερών μέτρων, η Κίνα θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με μια αιφνίδια και παρατεταμένη υστέρηση της εξωτερικής ζήτησης.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΟΣ

Εάν η πολιτική οικονομία του εμπορίου στις χώρες που συναλλάσσονται με την Κίνα αποτελεί μία πρόκληση για το οικονομικό μοντέλο του Πεκίνου, οι νόμοι της αριθμητικής συνιστούν μια εξίσου τρομακτική πρόκληση.

Κατά τους δύο πρώτους μήνες του 2026, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας αυξήθηκε κατά περισσότερο από 20% σε ετήσια βάση. Την ίδια στιγμή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυχθεί φέτος μόλις κατά 3,1%. Η τάση αυτή δεν είναι βιώσιμη: η παγκόσμια ζήτηση δεν αυξάνεται αρκετά γρήγορα ώστε να απορροφήσει τις κινεζικές εξαγωγές με αυτόν τον ρυθμό, είτε στους βασικούς κλάδους είτε συνολικά. Τελικά, η ζήτηση για νέα εργοστάσια στην Κίνα θα εξαντληθεί, όπως συνέβη και με τη ζήτηση για ακίνητα. Στην πράξη, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας θα μπορούσε να καταρρεύσει υπό το ίδιο του το βάρος.

Οι σημερινές στρεβλώσεις είναι εντονότερες στους κλάδους που το Πεκίνο έχει χαρακτηρίσει στρατηγικής σημασίας. Τα κινεζικά εργοστάσια έχουν αναπτύξει τη δυνατότητα να παράγουν ετησίως ηλιακό εξοπλισμό ισχύος περίπου 1.200 γιγαβάτ — σχεδόν διπλάσια από τη συνολική ισχύ που εγκαταστάθηκε παγκοσμίως το περασμένο έτος.

Ο όγκος των κινεζικών εξαγωγών φωτοβολταϊκών κυψελών, από τις οποίες κατασκευάζονται οι ηλιακοί συλλέκτες, αυξήθηκε κατά 73% σε ετήσια βάση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, ενώ η μέση τιμή ανά μονάδα μειώθηκε περίπου κατά 25%. Μολονότι η άφθονη προσφορά φθηνών ηλιακών συλλεκτών μπορεί να είναι επωφελής για τις χώρες που επιδιώκουν την ενεργειακή μετάβαση, δεν ωφελεί τις χώρες που επιθυμούν να συμμετέχουν στην παραγωγή προϊόντων καθαρής ενέργειας.

Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο στα ηλεκτρικά οχήματα. Το 2025, οι κινεζικές εξαγωγές οχημάτων αυξήθηκαν κατά 21%, φτάνοντας τα 142 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι αποστολές μπαταριών ιόντων λιθίου ανήλθαν στα 77 δισεκατομμύρια δολάρια.

Για να καταστεί δυνατή αυτή η εντυπωσιακή ανάπτυξη, η Κίνα δημιούργησε παραγωγική δυναμικότητα περίπου 25 εκατομμυρίων ηλεκτρικών και επαναφορτιζόμενων υβριδικών οχημάτων, ενώ η εγχώρια ζήτηση για οχήματα νέας ενέργειας έχει σταθεροποιηθεί περίπου στα 12 εκατομμύρια ετησίως, σύμφωνα με εκτιμήσεις του οικονομολόγου Μπραντ Σέτσερ. Παράλληλα, η παγκόσμια ζήτηση για ηλεκτρικά οχήματα προβλέπεται να αυξηθεί φέτος σε μόλις 23 εκατομμύρια.

Η Κίνα διαθέτει πλέον τη δυνατότητα να παράγει περίπου 55 εκατομμύρια αυτοκίνητα, συμπεριλαμβανομένων ηλεκτρικών οχημάτων και οχημάτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί περίπου στο 60% της παγκόσμιας αγοράς, η οποία ανέρχεται σε περίπου 90 εκατομμύρια αυτοκίνητα.

Η χώρα εξακολουθεί επίσης να επενδύει σημαντικά σε νέα παραγωγική δυναμικότητα αυτοκινήτων, με ρυθμό που υπερβαίνει την αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης. Αυτό υποδηλώνει ότι το μερίδιό της στην αγορά πιθανότατα θα συνεχίσει να διευρύνεται. Κάποια στιγμή, ενδέχεται απλώς να μην υπάρχουν άλλοι αγοραστές για όλα τα αυτοκίνητα που παράγει η Κίνα.

Εκτός από το τέλος της επενδυτικής έκρηξης που οδήγησε στην κατασκευή αυτών των πλεοναζόντων εργοστασίων, η εξάντληση των αγορών θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση μιας κρίσης. Το κόστος της δεν θα το επωμιζόταν μόνο η Κίνα, αλλά και ο υπόλοιπος κόσμος.

ΤΕΛΟΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ;

Το Πεκίνο πιθανότατα θα κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρήσει την αύξηση των εξαγωγών και τη λειτουργία της «διπλής κυκλοφορίας». Θα μπορούσε να αποδυναμώσει το ρενμίνμπι, να διευρύνει τις επιδοτήσεις προς τους τομείς προτεραιότητας —οι οποίοι έχουν ήδη απορροφήσει τρισεκατομμύρια— και να διεισδύσει πιο επιθετικά στην επόμενη κατηγορία βιομηχανιών στις οποίες η Κίνα δεν έχει ακόμη κυριαρχήσει, όπως τα εμπορικά αεροσκάφη και το υλισμικό τεχνητής νοημοσύνης.

Εάν οι εμπορικοί εταίροι επιχειρήσουν να εγείρουν πρόσθετα εμπόδια στις κινεζικές εξαγωγές, το Πεκίνο θα μπορούσε να καταφύγει σε μέσα οικονομικού εξαναγκασμού, όπως ο περιορισμός της πρόσβασης σε επεξεργασμένα κρίσιμα ορυκτά, ώστε να αναγκάσει άλλες χώρες να διατηρήσουν ανοικτές τις αγορές τους.

Το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας θα μπορούσε να διευρυνθεί περαιτέρω ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ, υπερβαίνοντας κατά πολύ το περίπου 2% που αντιπροσωπεύει ήδη στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων. Ο κόσμος, όμως, είναι απίθανο να ανεχθεί μια τέτοια κατάσταση για πολύ.

Η Κίνα έχει αντιμετωπίσει και στο παρελθόν κατάρρευση της εξωτερικής ζήτησης. Κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008–2009 και την περίοδο ανάκαμψης που ακολούθησε αμέσως μετά, οικονομολόγοι όπως ο Μάικλ Πέτις και ο Νίκολας Λάρντι κάλεσαν το Πεκίνο να επιταχύνει τις από καιρό εξαγγελθείσες προσπάθειές του για την ενίσχυση της κατανάλωσης των νοικοκυριών.

Αντ’ αυτού, το Πεκίνο έθεσε σε εφαρμογή ένα πακέτο τόνωσης ύψους περίπου 586 δισεκατομμυρίων δολαρίων —ποσό που αντιστοιχούσε περίπου στο 12% του κινεζικού ΑΕΠ το 2008— το οποίο διοχετεύθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στις υποδομές και στις κατασκευές.

Η επενδυτική αυτή θεραπεία απέδωσε σε μεγάλο βαθμό επειδή οι δημογραφικές τάσεις εξακολουθούσαν να ευνοούν την Κίνα: η μεσαία τάξη της διευρυνόταν και αστικοποιούνταν με αυξανόμενο ρυθμό, ενώ παράλληλα αυξανόταν ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας. Έκτοτε, όμως, αυτές οι ευνοϊκές τάσεις έχουν αντιστραφεί. Η μαζική εσωτερική μετανάστευση προς τις κινεζικές πόλεις έχει επιβραδυνθεί, ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας κορυφώθηκε το 2015 και ο συνολικός πληθυσμός της χώρας άρχισε να συρρικνώνεται το 2022.

Όταν ο διογκωμένος κλάδος ακινήτων της Κίνας άρχισε να καταρρέει το 2021, το Πεκίνο ανέβαλε και πάλι την ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος. Επιδίωξε την εξισορρόπηση της οικονομίας εφαρμόζοντας τη βιομηχανική του πολιτική στη μεταποίηση υψηλής προστιθέμενης αξίας: ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, φωτοβολταϊκά πλαίσια και ημιαγωγούς.

Μέχρι το 2024, όπως έχει καταγράψει ο Μπραντ Σέτσερ, ο όγκος των κινεζικών εξαγωγών αυξανόταν με ρυθμό περισσότερο από δέκα ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον ρυθμό ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου. Το 2025, οι καθαρές εξαγωγές αντιπροσώπευαν περίπου το 30% της αύξησης του ΑΕΠ.

Όταν, όμως, αυτή η τελευταία έξαρση σταθεροποιηθεί ή αρχίσει να υποχωρεί, το παιχνίδι θα μπορούσε πράγματι να τελειώσει. Είναι δύσκολο να εντοπιστεί κάποιος τομέας ικανός να συνεισφέρει ακόμη ένα 30% στην αύξηση του κινεζικού ΑΕΠ.

Ο κλάδος των ακινήτων βρίσκεται σε παρατεταμένη ύφεση, η οποία θα μπορούσε να διαρκέσει για το μεγαλύτερο μέρος μιας γενιάς. Ο τομέας των υποδομών δεν μπορεί πλέον να στηρίζει την κατασκευή νέων και περιττών γραμμών τρένων υψηλής ταχύτητας σε πόλεις τρίτης κατηγορίας. Η μεταποίηση καλύπτει ήδη με ευκολία την εγχώρια ζήτηση.

Οι υπηρεσίες, οι οποίες στις περισσότερες οικονομίες απορροφούν το εργατικό δυναμικό που εκτοπίζεται από τη βιομηχανία, παραμένουν ανεπαρκώς ανεπτυγμένες, επειδή το μερίδιο των νοικοκυριών στην κατανάλωση είναι υπερβολικά χαμηλό για να τις στηρίξει. Οι βιομηχανίες που θα μπορούσε ακόμη να αναπτύξει η Κίνα —όπως τα εμπορικά αεροσκάφη και το υλισμικό τεχνητής νοημοσύνης— είναι πολύ μικρές για να καλύψουν τη διαφορά.

ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΣΟΚ

Ένας κλυδωνισμός στο κινεζικό σύστημα θα μπορούσε να διαδοθεί σε ολόκληρη την ανισόρροπη οικονομία της χώρας, με σοβαρές συνέπειες. Επιχειρήσεις που ήδη λειτουργούν με στενά περιθώρια κέρδους θα μπορούσαν να καταρρεύσουν μαζικά, ενώ οι κρατικές τράπεζες ενδέχεται να αναγκαστούν να αναγνωρίσουν τις ζημίες από τις «επιχειρήσεις-ζόμπι» που συντηρούν επί χρόνια.

Οι φορείς χρηματοδότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι με αλλεπάλληλες αθετήσεις πληρωμών. Τα έσοδα των επαρχιών θα μπορούσαν να καταρρεύσουν εξαιτίας της πτώσης των πωλήσεων γης και της βιομηχανικής δραστηριότητας. Παράλληλα, η ανεργία στις παράκτιες βιομηχανικές επαρχίες θα μπορούσε να στρέψει τις περιοχές αυτές εναντίον του Πεκίνου με τρόπο που η κεντρική κυβέρνηση δεν έχει αντιμετωπίσει εδώ και δεκαετίες.

Το Πεκίνο ενδέχεται να θεωρήσει ότι ένα πακέτο τόνωσης θα αποτελούσε μέρος της λύσης. Σε αντίθεση, όμως, με το 2008, μια δημοσιονομική τόνωση το 2026 θα διοχετευόταν σε μια κινεζική οικονομία που βρίσκεται αντιμέτωπη με περιορισμούς και όχι σε μια οικονομία που αναπτύσσεται.

Το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα θα αναγκαζόταν να εξισορροπήσει την οικονομία υπό τις χειρότερες δυνατές συνθήκες: με την παραγωγή να καταρρέει, τα βάρη του χρέους να αυξάνονται και τη νομιμοποίησή του να δοκιμάζεται.

Η Κίνα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τη δική της εκδοχή της «χαμένης δεκαετίας» της Ιαπωνίας — αλλά σε χειρότερη μορφή. Το 1991, όταν η Ιαπωνία εισήλθε στη χαμένη δεκαετία της, ήταν μία από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, με κατά κεφαλήν εισόδημα συγκρίσιμο, μετά την προσαρμογή βάσει αγοραστικής δύναμης, με εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σήμερα, η Κίνα είναι πολύ φτωχότερη, σε σχετικούς όρους, από ό,τι ήταν τότε η Ιαπωνία. Το κατά κεφαλήν εισόδημά της, προσαρμοσμένο βάσει αγοραστικής δύναμης, αντιστοιχεί περίπου στο μισό του ιαπωνικού και στο ένα τρίτο του αμερικανικού. Η Κίνα αντιμετωπίζει επίσης δυσμενέστερες δημογραφικές προοπτικές από εκείνες της τότε Ιαπωνίας και δεν διαθέτει τη θεσμική υποδομή που επέτρεψε στο Τόκιο να ανακάμψει σταδιακά.

Είναι απίθανο η Κίνα να ηγηθεί της αντιμετώπισης μιας κρίσης που η ίδια προκάλεσε.

Οι οικονομικές συνέπειες ενός τέτοιου κλυδωνισμού θα ήταν παγκόσμιες. Μια απότομη μείωση της κινεζικής ζήτησης για εξαγωγές άλλων χωρών, ιδίως για πρώτες ύλες και ενδιάμεσα αγαθά, θα διαχεόταν στις μεγάλες οικονομίες που εξάγουν εμπορεύματα. Ιδιαίτερα ευάλωτες θα ήταν οι πολυάριθμες αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες χώρες για τις οποίες η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο.

Όταν οι κινεζικές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου επιβραδύνθηκαν μεταξύ 2012 και 2015, η τιμή του χαλκού υποχώρησε κατά περισσότερο από 40%, του πετρελαίου κατά περισσότερο από 60% και του σιδηρομεταλλεύματος κατά περισσότερο από 70%.

Η απότομη αυτή πτώση των τιμών των εμπορευμάτων προκάλεσε δραστική υποχώρηση της οικονομικής ανάπτυξης στις χώρες της υποσαχάριας Αφρικής που εξαρτώνται έντονα από τους φυσικούς πόρους. Ο ρυθμός ανάπτυξης της περιοχής μειώθηκε από 5,3% το 2013 σε 1,3% το 2016, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο και πλέον δεκαετιών.

Ένα πλήρες εξαγωγικό σοκ θα ήταν πολύ σοβαρότερο. Η Αυστραλία, η Βραζιλία και η Χιλή κατευθύνουν καθεμία από το 25% έως το 40% των συνολικών εξαγωγών τους προς την Κίνα. Η Αγκόλα, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Μογγολία και η Δημοκρατία του Κονγκό κατευθύνουν προς αυτήν από το 45% έως το 90% των εξαγωγών τους.

Η οικονομική βιωσιμότητα αυτών των χωρών βασίζεται στην παραδοχή ότι θα υπάρχει διαρκής κινεζική ζήτηση. Πολλές ακόμη χώρες εξαρτώνται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από την κινεζική ζήτηση.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, θα μπορούσε να προστεθεί ακόμη περισσότερη ένταση στην κρίση από την υποχώρηση των κινεζικών κεφαλαίων. Μολονότι ο διεθνής δανεισμός του Πεκίνου μέσω της πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» έχει μειωθεί από το ανώτατο επίπεδο του 2016, η Κίνα εξακολουθεί να είναι, με μεγάλη διαφορά, ο μεγαλύτερος διμερής πιστωτής του αναπτυσσόμενου κόσμου. Εάν το Πεκίνο αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει μια εσωτερική κρίση, ένα νέο κύμα αναδιαρθρώσεων κρατικού χρέους και αθετήσεων πληρωμών θα μπορούσε να εξαπλωθεί στο Πακιστάν, στον Ισημερινό, στη Ζάμπια και ακόμη παραπέρα.

Σύμφωνα με ορισμένους δείκτες, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ό,τι το 2009. Οι ισολογισμοί των τραπεζών είναι ισχυρότεροι και το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι καλύτερα προετοιμασμένο για τον εντοπισμό ενδείξεων πίεσης. Από άλλες απόψεις, όμως, η κατάσταση είναι χειρότερη.

Οι προηγμένες οικονομίες εισήλθαν στο 2008 με μέσο δημόσιο χρέος περίπου ίσο με το 70% του ΑΕΠ. Σήμερα, το χρέος αυτό προσεγγίζει το 110%. Η εποχή του εξαιρετικά φθηνού κρατικού δανεισμού έχει τελειώσει. Καθώς η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους γίνεται ολοένα ακριβότερη, οι κυβερνήσεις θα διαθέτουν όλο και λιγότερους πόρους για να αντιμετωπίσουν μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς.

Εάν επιβεβαιωνόταν το χειρότερο σενάριο, ενδέχεται να χρειάζονταν και πάλι συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, στην κλίμακα εκείνων του 2008 ή του 2020, μαζί με πρόσθετους πόρους από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ακόμη και αυτά τα μέτρα, όμως, ίσως να μην επαρκούσαν για να αποτρέψουν ένα κύμα κρατικών χρεοκοπιών — και πιθανώς να ήταν λιγότερο αποτελεσματικά από ό,τι το 2008 και το 2020.

Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ

Εάν ο κόσμος βρεθεί αντιμέτωπος με μια κρίση που θα έχει αφετηρία την Κίνα, είναι απίθανο το Πεκίνο να ηγηθεί της αντιμετώπισής της. Η Κίνα δεν έχει ακόμη επιδείξει ούτε την ικανότητα ούτε το ενδιαφέρον να αναλάβει τον ρόλο που διατηρεί η Ουάσιγκτον από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: την καθοδήγηση της παγκόσμιας οικονομίας κατά τη διάρκεια κρίσεων, όπως η ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση του 1997, η οποία εξαπλώθηκε στη Ρωσία και τη Βραζιλία, και η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και η επακόλουθη κρίση της ευρωζώνης κατά την περίοδο 2008–2012.

Ακόμη και αν η επόμενη κρίση έχει δημιουργηθεί στην Κίνα, η αποκατάσταση των συνεπειών της πιθανότατα θα βαρύνει —όπως συμβαίνει συχνά— τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους θεσμούς που αυτές στηρίζουν.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008–2009 και της περιόδου που ακολούθησε, διετέλεσα αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας για θέματα διεθνών οικονομικών υποθέσεων και εκπρόσωπος του προέδρου των ΗΠΑ στις συνόδους της G8 και της G20. Από τη θέση αυτή, είδα τον συντονισμό μεταξύ πολιτικών ηγετών, υπουργείων Οικονομικών και κεντρικών τραπεζών, ο οποίος επανέφερε τα χρηματοπιστωτικά συστήματα του κόσμου από το χείλος μιας πιθανής ύφεσης διαστάσεων Μεγάλης Ύφεσης.

Στη σύνοδο κορυφής της G20 στο Λονδίνο το 2009, η Κίνα συμφώνησε να μην υποτιμήσει περαιτέρω το νόμισμά της —το οποίο διατηρούσε τεχνητά σε χαμηλή τιμή επί σχεδόν έναν χρόνο για να προστατεύσει τους εξαγωγείς της— αλλά χρειάστηκε η συλλογική πίεση των ηγετών των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων χωρών για να επιτευχθεί αυτό.

Σε εκείνη τη σύνοδο παρακολούθησα τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, τον πρωθυπουργό της Βρετανίας Γκόρντον Μπράουν, τον πρόεδρο της Κίνας Χου Τζιντάο και τον πρόεδρο της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί να συγκεντρώνονται σε μια γωνία της αίθουσας, προκειμένου να διευθετήσουν τις τελευταίες εκκρεμείς λεπτομέρειες της απάντησης στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς σήμερα αυτού του είδους τη συνεργασία. Οι θεσμοί, τα εργαλεία και οι καθιερωμένες πρακτικές συνεργασίας έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά από το 2008, όπως και η εμπιστοσύνη στην ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε δημοσκόπηση του Politico τον Φεβρουάριο, ποσοστά μεταξύ 42% και 57% των ερωτηθέντων στον Καναδά, στη Γαλλία, στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησαν ότι «δεν μπορεί κανείς να βασιστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες σε περίπτωση κρίσης». Δεν είναι η ιδανική στιγμή για να ξεσπάσει μία.

Για να αποτραπεί η πλέον καταστροφική έκβαση, η Κίνα πρέπει να οργανώσει, σε συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις άλλες μεγάλες οικονομίες, μια προληπτική και σταδιακή εξισορρόπηση της οικονομίας της.

Μια τέτοια συντονισμένη προσέγγιση θα μπορούσε να αναπαραγάγει το πνεύμα της Συμφωνίας της Πλάζα του 1985 —μιας συμφωνίας μεταξύ της Γαλλίας, της Ιαπωνίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δυτικής Γερμανίας για παρέμβαση στις αγορές συναλλάγματος, με σκοπό την υποχώρηση του ιδιαίτερα υπερτιμημένου αμερικανικού δολαρίου και τη μείωση του μεγάλου εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ.

Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την αναδυόμενη συναίνεση σχετικά με τη φύση της κινεζικής πρόκλησης, προκειμένου να διαμορφώσουν μια συντονισμένη προσπάθεια για την εξασφάλιση επαληθεύσιμων δεσμεύσεων από την Κίνα. Οι δεσμεύσεις αυτές θα αφορούσαν την ανατίμηση του ρενμίνμπι και την εξισορρόπηση της κινεζικής οικονομίας, μεταξύ άλλων μέσω του περιορισμού των εξαγωγών.

Το ρενμίνμπι θα ανατιμούνταν σταδιακά. Οι επιδοτήσεις προς τους τομείς προτεραιότητας θα μειώνονταν βήμα προς βήμα. Το Πεκίνο θα προχωρούσε σε ουσιαστικότερη μεταρρύθμιση του συστήματος καταγραφής των νοικοκυριών της χώρας, ώστε να καταστεί δυνατή η μεγαλύτερη κοινωνική και οικονομική κινητικότητα και να δημιουργηθεί ισχυρότερο δίκτυο κοινωνικής προστασίας.

Οι εμπορικοί εταίροι της Κίνας θα μπορούσαν να προσαρμόζουν προσεκτικά τα προστατευτικά τους μέτρα ανάλογα με την έκταση της μετάβασης και να συντονίζουν τις αναπροσαρμογές τους, ώστε το βάρος να μην επιβαρύνει αποκλειστικά μία οικονομία ή έναν κλάδο.

Πρόκειται για μέτρα τα οποία η Κίνα γνωρίζει εδώ και πολύ καιρό ότι είναι απαραίτητα για την επίτευξη πιο ισορροπημένης και βιώσιμης ανάπτυξης — μέτρα που έχει επιλέξει, σε μεγάλο βαθμό, να αγνοήσει. Εάν, όμως, το Πεκίνο συνεχίσει να αναβάλλει το πρόβλημα, σύντομα δεν θα υπάρχει άλλος δρόμος μπροστά του.

Στο λιμάνι Γιαντιάν, στη Σεντζέν της Κίνας, Οκτώβριος 2025 — Tingshu Wang / Reuters

Στις Ηνωμένες Πολιτείες επικρατεί βαθιά και απολύτως κατανοητή απογοήτευση για την παρελκυστική στάση της Κίνας απέναντι σε αυτά τα ζητήματα κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Όταν ρωτήθηκε νωρίτερα φέτος εάν η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να προωθεί την εξισορρόπηση ως κεντρικό στοιχείο της εμπορικής ατζέντας ΗΠΑ–Κίνας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζέιμισον Γκριρ, παρατήρησε:

«Λοιπόν, πόσο αποτελεσματική ήταν αυτή η προσέγγιση; […] Απλώς έχουμε πλέον αποδεχθεί το γεγονός ότι δεν πρόκειται να υπάρξει κάποια τεράστια, συνολική μεταρρύθμιση του τρόπου λειτουργίας του κινεζικού πολιτικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων όλων αυτών των οικονομικών του στοιχείων».

Αντ’ αυτού, η αμερικανική κυβέρνηση επικεντρώνεται στη συγκρότηση ενός «Συμβουλίου Εμπορίου» για τη διαχείριση του διμερούς εμπορίου «μη ευαίσθητων προϊόντων», σύμφωνα με τη διατύπωση του Λευκού Οίκου, καθώς και στη διαπραγμάτευση συμφωνιών αγοράς και πώλησης προϊόντων, όπως η σόγια, άλλα αγροτικά και ενεργειακά προϊόντα και τα αεροσκάφη.

Τέτοιες περιορισμένης εμβέλειας συναλλαγές ενδέχεται να είναι επωφελείς αυτές καθαυτές, αλλά ελάχιστα θα συμβάλουν στον περιορισμό των ευρύτερων οικονομικών κινδύνων που θέτει ο κινεζικός μερκαντιλισμός για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την παγκόσμια οικονομία. Ούτε θα μετριάσουν τις βαθύτερες οικονομικές αιτίες της έντασης στις σχέσεις των δύο χωρών.

Η Ουάσιγκτον μπορεί να επηρεάσει τη μελλοντική οικονομική πολιτική του Πεκίνου. Για να το πετύχει, όμως, πρέπει να συγκροτήσει έναν «συνασπισμό προθύμων», ο οποίος θα ασκήσει πίεση στην Κίνα και ταυτόχρονα θα της επιτρέψει να εξισορροπήσει την οικονομία της. Η επίτευξη ενός τέτοιου αποτελέσματος θα μπορούσε να οδηγήσει στη διαμόρφωση μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής ισορροπίας και —το σημαντικότερο— να αποτρέψει την επόμενη μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση.

Η πλέον προφανής ευκαιρία είναι η σύνοδος κορυφής της G20 στο Μαϊάμι τον προσεχή Δεκέμβριο, την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα φιλοξενήσουν για πρώτη φορά από το 2009. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί να επαναφέρει την G20 «στα βασικά». Ιστορικά, η ομάδα λειτουργούσε αποτελεσματικότερα όταν επικεντρωνόταν στη διαχείριση των παγκόσμιων οικονομικών κινδύνων. Το έργο που βρίσκεται σήμερα μπροστά της απαιτεί ακριβώς αυτή την προσήλωση.

Όπως δήλωσε τον Απρίλιο ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ:

«Η αργή συσσώρευση παγκόσμιων ανισορροπιών, έπειτα από την απουσία βιώσιμης ανάπτυξης, αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ο κόσμος δεν μπορεί να αντέξει μια Κίνα με εμπορικό πλεόνασμα ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων».

Οι ανησυχίες του Μπέσεντ είναι βάσιμες και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να τοποθετήσουν τις ανισορροπίες της Κίνας στο επίκεντρο της συνόδου.

Τίποτε από όλα αυτά δεν θα είναι εύκολο. Οι εναλλακτικές επιλογές, όμως, είναι πολύ χειρότερες. Σε αυτή την ενδεχόμενη κρίση, η Κίνα θα υπέφερε περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα υπονόμευε ανεπανόρθωτα την προσπάθειά της να σταθεί δίπλα στην Ουάσιγκτον —πόσο μάλλον να την αντικαταστήσει— ως υπεύθυνος θεματοφύλακας της παγκόσμιας οικονομίας. Παράλληλα, θα έβλαπτε τις σχέσεις με τις χώρες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος, τις οποίες το Πεκίνο καλλιεργεί επί δεκαετίες.

Οι συνέπειες, ωστόσο, δεν θα έπλητταν μόνο την Κίνα. Θα μπορούσαν να εξαπλωθούν σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία με τρόπο που δεν έχουμε παρατηρήσει από το 2008–2009.

Αυτό είναι το πραγματικό επόμενο «κινεζικό σοκ» και θα πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο των σχέσεων Ηνωμένων Πολιτειών–Κίνας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν την ευκαιρία να το τοποθετήσουν εκεί — και σαφές συμφέρον να το πράξουν.

Foreign Affairs

Δεν έχουμε πόλεμο. Έχουμε όμως ειρήνη;

1
Αχιλλέας Ταουξής *
Η «υβριδική ειρήνη» και η αόρατη μάχη για την ανθεκτικότητα του ανθρώπου και της κοινωνίας.
 
Δεν έχουμε πόλεμο. Δεν ακούμε σειρήνες, δεν βλέπουμε στρατεύματα στους δρόμους, δεν υπάρχουν χαρακώματα και βομβαρδισμοί. Η καθημερινότητα συνεχίζεται και οι άνθρωποι εργάζονται, τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο, οι εκλογές γίνονται και η ζωή μοιάζει να κυλά μέσα σε συνθήκες ειρήνης…
Έχουμε όμως πραγματικά ειρήνη; Πιστεύω ότι εδώ χρειάζεται να κοιτάξουμε την έννοια της ειρήνης από μια διαφορετική οπτική.
Ο πολίτης σήμερα μπορεί να μη φοβάται μια βόμβα, φοβάται όμως το αύριο… Αγωνιά για το κόστος ζωής, για το εισόδημά του, για την εργασία του, για την υγεία της οικογένειάς του, για το μέλλον των παιδιών του. Καθημερινά σχεδόν βομβαρδίζεται από πληροφορίες, αντιφατικές ειδήσεις, φόβο, πολιτική πόλωση και μια διαρκή αίσθηση αβεβαιότητας. Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν χωρίς να έχει κηρυχθεί πόλεμος.
Στο σημείο αυτό μου έρχεται πάλι στο μυαλό ένας όρος, που πρωτοχρησιμοποίησα παλιότερα σε μια διάλεξή μου σε συνέδριο για τον υβριδικό πόλεμο και συγκεκριμένα ο όρος «υβριδική ειρήνη».
 Φυσικά όχι ως ένας ακόμη όρο για τον υβριδικό πόλεμο, αλλά ως μια διαφορετική κατάσταση. Μια κατάσταση κατά την οποία μια κοινωνία βρίσκεται τυπικά σε ειρήνη, ενώ ταυτόχρονα δέχεται ή βιώνει μια συνεχή συσσώρευση οικονομικών, κοινωνικών, πληροφοριακών, πολιτικών και ψυχολογικών πιέσεων, που μπορούν να μειώνουν σταδιακά την αντοχή της.
Η έννοια αυτή πιστεύω ότι ξεκινά και έχει κέντρο τον άνθρωπο.
Η ασφάλεια μιας χώρας δεν είναι μόνο τα σύνορα, τα όπλα και οι ένοπλες δυνάμεις, αλλά και ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αυτήν. Ο γονιός που δεν ξέρει αν θα μπορέσει να εξασφαλίσει στα παιδιά του ένα καλύτερο αύριο, ο εργαζόμενος που βλέπει το εισόδημά του να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας, ο νέος που σπουδάζει χωρίς να γνωρίζει αν θα μπορέσει να εργαστεί και να δημιουργήσει στον τόπο του, ο ηλικιωμένος που αισθάνεται ότι η κοινωνία στην οποία έζησε, δεν είναι πλέον αυτή που γνώριζε.
 Όλοι αυτοί λοιπόν μπορεί να ζουν σε ειρήνη….Δεν σημαίνει όμως ότι αισθάνονται ασφαλείς και αυτή η ανασφάλεια, ιδιαίτερα όταν γίνεται μόνιμη, παύει πια να αποτελεί μόνο προσωπικό πρόβλημα, αλλά μετατρέπεται σε κοινωνικό και τελικά εθνικό ζήτημα.
Στο σημείο αυτό πιστεύω ότι η πιο σημαντική άμυνα αρχίζει από την παιδεία, που συχνά απουσιάζει από τη συζήτηση για την εθνική ασφάλεια.
Δεν εννοώ απλά την εκπαίδευση που οδηγεί σε ένα πτυχίο, αλλά την παιδεία που μαθαίνει στον άνθρωπο να σκέφτεται, να αμφισβητεί, να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, να αναγνωρίζει τη χειραγώγηση, να σέβεται τον διαφορετικό και να αναλαμβάνει ευθύνη. Θυμάμαι ότι ως διοικητής είχα πρήξει τους αξιωματικούς και τους οπλίτες μου με την φράση  ” Θελω να έχετε άποψη! Δεν με ενδιαφέρει ποια θα είναι αυτή, αλλά να έχετε και να είναι δική σας. Και αυτο χρειάζεται να διαθέτετε γνώση….Αναζητήστε τη…”
Μια κοινωνία με ισχυρή παιδεία είναι πιο δύσκολο να χειραγωγηθεί και αυτό έχει τεράστια σημασία σε μια εποχή, όπου η πληροφορία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο.
Όμως η παιδεία που προσφέρουμε στη νέα γενιά, και ακόμη περισσότερο, τα πρότυπα που της παρέχουμε είναι γνωστά και ανατριχιαστικά….Αν επιβραβεύουμε την γνώση ή την προβολή όλοι το γνωρίζουμε….Παράλληλα στηρίζουμε την εύκολη επιτυχία και όχι την προσπάθεια,  την κατανάλωση αντί τη δημιουργίας και την  προσωπική προβολή αντί της κοινωνικής προσφοράς!
Όταν ένας νέος άνθρωπος βλέπει ότι η εικόνα μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία από την ουσία, ότι  η αναγνωρισιμότητα είναι σημαντικότερη από τη γνώση και ότι η επιτυχία δεν συνδέεται πάντοτε με την προσπάθεια, τότε δεν έχουμε απλά ένα πρόβλημα κοινωνικών προτύπων. Ουσιαστικά έχουμε πρόβλημα εθνικής ανθεκτικότητας,
καθόσον ο αυριανός πολίτης διαμορφώνεται σήμερα!
Δυστυχώς μια γενιά που μεγαλώνει χωρίς προοπτική, χωρίς εμπιστοσύνη στους θεσμούς και χωρίς αίσθηση ότι η κοινωνία την χρειάζεται, αποτελεί μια γενιά περισσότερο ευάλωτη στον κυνισμό, στην απογοήτευση, στην πόλωση και στη χειραγώγηση.
Παρ ‘ολα αυτά μας απασχολεί περισσότερο ο υβριδικός πόλεμος από την υβριδική ειρήνη…Τα τελευταία χρόνια μιλάμε όλο και περισσότερο για τον υβριδικό πόλεμο, για κυβερνοεπιθέσεις, παραπληροφόρηση, επιχειρήσεις επιρροής, προσπάθειες παρέμβασης στις εκλογές, οικονομικές πιέσεις και άλλες μορφές σύγχρονου ανταγωνισμού.
Φυσικά και είναι σωστό, αλλά υπάρχει ένα ερώτημα με το οποίο ίσως δεν ασχολούμαστε αρκετά.
Πόσο ανθεκτική είναι η κοινωνία που καλείται να αντιμετωπίσει όλα αυτά, γιατί μια οργανωμένη επιχείρηση επιρροής, δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει όλες τις αδυναμίες μιας κοινωνίας. Μπορεί απλά να εκμεταλλευτεί εκείνες που ήδη υπάρχουν. Δεν χρειάζεται να δημιουργήσει την κοινωνική δυσπιστία, αλλά μπορεί να την ενισχύσει….
Δεν χρειάζεται να δημιουργήσει την πολιτική πόλωση μπορεί να την αξιοποιήσει….
Δεν χρειάζεται να δημιουργήσει την απογοήτευση της νεολαίας, αλλά μπορεί να την κατευθύνει…..
Για όλους αυτούς τους λόγους η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να περιορίζεται στο ερώτημα του «Ποιος μας επιτίθεται;», αλλά πρέπει να θέτει και ένα δεύτερο, ίσως το σημαντικότερο. «Πόσο ισχυροί είμαστε ώστε να μην μπορεί εύκολα κάποιος να μας εκμεταλλευτεί;» Αυτό ακριβώς προσπαθεί να φωτίσει η έννοια της «υβριδικής ειρήνης».
Η κοινωνία μπορεί να αποδυναμωθεί χωρίς να ηττηθεί. Η «υβριδική ειρήνη» δεν σημαίνει ότι πίσω από κάθε οικονομικό πρόβλημα, κάθε κοινωνική δυσλειτουργία ή κάθε πολιτική απόφαση υπάρχει ένας κρυφός εχθρός.
Μια τέτοια αντίληψη θα ήταν όχι μόνο λανθασμένη αλλά και επικίνδυνη. Όμως σημαίνει κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο.
 Ακριβώς ότι μια κοινωνία μπορεί να αποδυναμώνεται χωρίς να δέχεται ανοικτή επίθεση, από τη διαρκή ανασφάλεια, από την απαξίωση της παιδείας, από την εγκατάλειψη της νεολαίας, από την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς, από την οικονομική εξάντληση, από την κοινωνική πόλωση.και τέλος από την πληροφοριακή σύγχυση.
Τελικά όταν μια κοινωνία έχει εξαντληθεί, δεν χρειάζεται να ηττηθεί σε έναν πόλεμο για να γίνει ευάλωτη, παρά μόνο αρκεί να έχει χάσει την ικανότητά της να αντιστέκεται….Δηλαδή την πραγματική της εθνική άμυνα.
Πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει να διευρύνουμε την έννοια της εθνικής ασφάλειας.
Εθνική ασφάλεια είναι τα σύνορα. είναι οι ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, είναι η ισχυρή οικονομία.
Πολύ περισσότερο όμως είναι η παιδεία, η κοινωνική συνοχή, η οικογένεια, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, η ποιότητα της ενημέρωσης, η δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να ονειρεύεται και να δημιουργεί, η αξιοπρέπεια του πολίτη και τελικά η ικανότητά του να σκέφτεται ελεύθερα!
Ο ισχυρότερος αμυντικός μηχανισμός μιας δημοκρατίας δεν είναι μόνο ό,τι βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο, αλλά  αυτό που έχει χτιστεί μέσα του.Η κρίση, η παιδεία του η αυτοπεποίθησή του, η εμπιστοσύνη του στη δημοκρατία και η ικανότητά του να αναγνωρίζει τη χειραγώγηση και να αγωνίζεται για να υπερασπιστεί την κοινωνία στην οποία ζει.
Ίσως λοιπόν το μεγάλο λάθος της εποχής μας είναι ότι περιμένουμε να εμφανιστεί ο πόλεμος για να αρχίσουμε να αμυνόμαστε.
Η έννοια της «υβριδικής ειρήνης» μας καλεί να κοιτάξουμε νωρίτερα.Να κοιτάξουμε τον άνθρωπο.
Την οικογένεια.
Το σχολείο.
Τη νεολαία.
Την κοινωνία.
Γιατί η κοινωνία μπορεί να χάσει την αντοχή της πολύ πριν αρχίσει ένας πόλεμος και τότε το ερώτημα δεν θα είναι ποιος κέρδισε τον πόλεμο. Θα είναι αν, μέσα στην ειρήνη, αφήσαμε τον άνθρωπο να γίνει τόσο ευάλωτος, ώστε να μην μπορεί πλέον να υπερασπιστεί ούτε τον εαυτό του ούτε τη δημοκρατία του.
Δεν έχουμε πόλεμο.
Έχουμε όμως ειρήνη;
*Υποστράτηγος ε.α.

Πώς θα κλείσει το Αιγαίο στη “Γαλάζια Πατρίδα”

2
Πραγματοποιήθηκε η τρίτη δοκιμαστική εκτόξευση του Tayfun, του πυραύλου με το μεγαλύτερο βεληνεκές της Τουρκίας

 

του Κωνσταντίνου Γρίβα, Καθηγητή της Σχολής Ευελπίδων

Στις 6 Ιουλίου η Τουρκία δοκίμασε, κατά ανακοίνωσή της, με επιτυχία τον αντιπλοϊκό βαλλιστικό πύραυλο (ASBM) Tayfun Block 3, προσβάλοντας με επιτυχία ένα μικρό αλιευτικό σκάφος μήκους μόλις επτά μέτρων.

Η είδηση αυτή είναι ανατριχιαστική και επιβεβαιώνει αυτό που ορισμένοι εξ ημών υποστηρίζουμε εδώ και δεκαετίες. Ότι δηλαδή η Τουρκία αναπτύσσει ένα πολυδιάστατο ασύμμετρο οπλοστάσιο, το οποίο αποσκοπεί να αδρανοποιήσει την ελληνική συμβατική στρατιωτική ισχύ και να μετατρέψει το Αιγαίο σε χώρο τουρκικής κυριαρχίας, επιβάλλοντας την άτυπη κατάληψή του δια της “Γαλάζιας Πατρίδας”.

[**Η ελληνική φρεγάτα «Κίμων» ξεκινά ασκήσεις με επιχειρησιακή εμβέλεια 1.000 χιλιομέτρων**](https://greekcitytimes.com/2026/01/16/greek-frigate-kimon-begins-maneuvers-with-1000-km-reach/)
Είμαι από τους πρώτους που αναφέρθηκα στο θέμα των τουρκικών ASBM, ήδη από το 2006, στο βιβλίο που γράψαμε από κοινού με τον Ζαχαρία Μίχα “2021. Ελληνική Αμυντική Στρατηγική για τον 21ο Αιώνα” και εν συνεχεία σε ημερίδα της ΑΔΙΣΠΟ, τα πρακτικά της οποίας εκδόθηκαν. Και ευτυχώς τα γραπτά μένουν…

Και υπάρχουν πολύ περισσότερες αναφορές στις μετέπειτα μελέτες μου “Η Στρατιωτική Άνοδος της Κίνας” και “Η Νέα Στρατιωτική Επανάσταση και η Ελληνική Αμυντική Στρατηγική”, ενώ επανειλημμένως έχω αναφερθεί σε αυτό το θέμα σε δημόσιες τοποθετήσεις μου και σε διαλέξεις και διδασκαλία σε διάφορες Σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων. Εδώ και δεκαετίες.

Και οι ASBM είναι απλώς ένα μέρος ενός ευρύτερου τουρκικού πλέγματος αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/AD), το οποίο περιλαμβάνει μη επανδρωμένα συστήματα επιφανείας, υποβρύχια και ιπτάμενα, περιφερόμενα πυρομαχικά, ρουκέτες ημιενεργής καθοδήσης λέιζερ κλπ με το οποίο η Τουρκία επιδιώκει να “σκεπάσει” το Αιγαίο και να το τοποθετήσει, όπως είπαμε, άτυπα στην κυριαρχία της, πλαισιώνοντας το και με υβριδικές μεθόδους.

Ένοπλο μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (USV) κατασκευάστηκε στην Ελλάδα | Ship Nerd

Οι εξελίξεις στην Ουκρανία, στα Στενά του Ορμούζ, την Ερυθρά Θάλασσα αλλά και στην Άπω Ανατολή, κατέδειξαν, με αναντίρρητο τρόπο, πόσο επικίνδυνα είναι αυτά τα πλέγματα. Είναι λοιπόν εμφανές ότι σε παρόμοιο περιβάλλον απειλών οι μεγάλες ναυτικές μονάδες αντιμετωπίζουν ένα πρωτοφανές φάσμα απειλών το οποίο πολύ δύσκολα μπορούν να διαχειριστούν.

Άρα, οι μεγάλες ναυτικές μονάδες κινούνται προς την ανοιχτή θάλασσα. Και αυτό ακριβώς είναι και η ελληνική περίπτωση. Η δουλειά των μεγάλων μονάδων επιφανείας με κυρίαρχες τις φρεγάτες Belharra, είναι πλέον στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου, μεταξύ των άλλων, μπορούν να δημιουργήσουν μια γέφυρα ισχύος η οποία θα ενοποιεί την Ελλάδα με την Κύπρο.

Στο Αιγαίο καθίσταται επιτακτική η ανάπτυξη ενός ενοποιημένου θαλασσοχερσαίου πολυπλέγματος προβολής ισχύος, το οποίο θα επιτυγχάνει δια της ασυμμετρίας “άρνηση επαφής” με τα τουρκικά όπλα, όπως είναι οι ASBM και θα επιτυγχάνει την αίσθηση ελληνικής αναντίρρητης κυριαρχίας στο Αιγαίο, αδρανοποιώντας τη “Γαλάζια Πατρίδα”.

Αυτή είναι και η φιλοσοφία του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών ώστε να αντιμετωπίσει τις αντίστοιχες ικανότητες της Κίνας, δια του προγράμματος Replicator και άλλων πρωτοβουλιών, καθώς και πολλών άλλων χωρών. Και αυτό το θαλασσοχερσαίο πολυπλέγμα φυσικά και θα περιλαμβάνει και θαλάσσια απάρτια. Επιφανείας και υποβρύχια. Επανδρωμένα και μη. Πολλά, φθηνά και κατασκευασμένα στην Ελλάδα.

Ασκηση υποβρυχίων στο Μυρτώο Πέλαγος

Μιλάμε δηλαδή για ένα μεγάλο Ναυτικό, που θα ακολουθεί την παράδοση των πυρπολικών του Κανάρη. Σε συνδυασμό, φυσικά, με μεγάλες μονάδες επιφανείας υψηλής τεχνολογίας και εξελιγμένα υποβρύχια τα οποία θα επεκτείνουν τον θαλάσσιο έλεγχο εκτός του Αιγαίου.

Αυτή είναι μια αναντίρρητη πραγματικότητα, η οποία προκύπτει από μια στοιχειώδη ανάγνωση των διεθνών εξελίξεων. Την οποία κάποιοι δείχνουν να αγνοούν επιδεικτικά, αλαζονικά και αυτοκαταστροφικά. Αν, παρόλα ταύτα κάποιοι απόστρατοι, ιδιαίτερα αυτοί που είχαν και σοβαρές θέσεις ευθύνης κατά τη διάρκεια της θητείας τους (ας πούμε στον Α΄ Κλάδο…), έχουν αντίρρηση θα μπορούσαν να την εκφράσουν ευπρεπώς και με επιχειρήματα, ενισχύοντας τον δημόσιο διάλογο.

HS NIREFS (S-111) – Πολεμικό Ναυτικό –

Άλλωστε κανείς και πολύ περισσότερο εγώ, δεν ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας. Όμως, όταν χλευάζουν, χυδαιολογούν, ψευδολογούν, συκοφαντούν και επιχειρούν δολοφονίες χαρακτήρων, χάνουν κάθε δικαίωμα διαλόγου και μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι, εκτός του ότι είναι τραγικά και αδικαιολόγητα άσχετοι με τη σύγχρονη πραγματικότητα, προωθούν (κάποια απροσδιόριστα…) κομματικά συμφέροντα, συμφέροντα ξένων μεγάλων εταιρειών ή και την στρατηγική της Τουρκίας. Ή είναι απλά συμπλεγματικοί. Τόσο απλά.

Το σχόλιο δημοσιεύεται στην σελίδα του Κ. Γρίβα στο fb

Τι ετοιμάζει η Άγκυρα στο Αιγαίο;

1

Προετοιμάζεται η Άγκυρα να επαναφέρει την ένταση στα Ελληνοτουρκικά;

Αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι αρμόδιοι επιτελείς στο τρίγωνο Μεγάρου Μαξίμου, υπουργείου Εξωτερικών και υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Τα σήματα, πάντως, που εκπέμπονται από την άλλη πλευρά του Αιγαίου, τόσο επί του πεδίου όσο και ρητορικά, δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Μετά τη λεγόμενη «διπλωματία των σεισμών» που ακολούθησε τους καταστροφικούς σεισμούς που έπληξαν την Τουρκία τον Φεβρουάριο του 2023, επικράτησε ένα άτυπο μορατόριουμ στο Αιγαίο. Η Άγκυρα μείωσε σημαντικά, σε ορισμένες περιόδους μάλιστα μηδενίζοντας, τις παραβιάσεις του ελληνικού Εθνικού Εναέριου Χώρου.

Η πολιτική αυτή επισφραγίστηκε με τη συνάντηση των Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τον Ιούλιο του 2023 στη Λιθουανία και σηματοδότησε την ελληνοτουρκική επαναπροσέγγιση που βασίστηκε σε τρεις πυλώνες: τον Πολιτικό Διάλογο, τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) και τη Θετική Ατζέντα. 

Ωστόσο, τα λεγόμενα «ήρεμα νερά» που προέκυψαν από αυτή τη δυναμική, αποδείχθηκαν ένα ρητορικό σχήμα από πλευράς Τουρκίας, η οποία ουδέποτε εγκατέλειψε την αναθεωρητική και επεκτατική της πολιτική στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτό κατέστη σαφές τον Ιούλιο του 2024 στην Κάσο, όταν πέντε πλοία του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού διέκοψαν τις εργασίες ιταλικού ερευνητικού πλοίου, λίγα μόλις μίλια νοτίως του νησιού, στο πλαίσιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, την οποία η Αθήνα επιχειρεί να επανενεργοποιήσει με τη συμμετοχή του Παρισιού.

Αλλά και πιο πρόσφατα με την πλήρη επιστροφή της τουρκικής παραβατικότητας στον εναέριο χώρο του Αιγαίου, η οποία παρουσιάζει έξαρση τις τελευταίες ημέρες και εμφανίζει ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά που αξίζει να προσεχθούν.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΓΕΕΘΑ, η Τουρκία πραγματοποίησε 88 παραβιάσεις τις πρώτες 11 ημέρες του Αυγούστου. Μάλιστα, την Πέμπτη 6 Αυγούστου -μια ημέρα μετά την υπογραφή των δύο συμφωνιών για την επανεκκίνηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης- η Άγκυρα προέβη σε 17 παραβιάσεις με οκτώ αεροσκάφη, δύο εκ των οποίων ήταν οπλισμένα ενώ σημειώθηκε και μια εμπλοκή.

Τον Ιούλιο, η Άγκυρα προέβη σε 49 παραβιάσεις, ενώ στις 30 του μηνός ένα τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος έκανε υπέρπτηση άνωθεν του Φαρμακονησίου. Ήταν η πρώτη υπέρπτηση μετά τον Ιανουάριο του 2023, δηλαδή μετά από 3,5 χρόνια. Σημειωτέων ότι το πρώτο εξάμηνο του έτους η Τουρκία πραγματοποίησε 247 παραβιάσεις.

Πέραν των μη επανδρωμένων αεροσκαφών όπως Bayraktar TB2, Akıncı, Anka και Aksungur και των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας τύπου ATR-72 και CN-235, η Τουρκία χρησιμοποιεί εκ νέου και μαχητικά αεροσκάφη F-16 στις παραβιάσεις της, γεγονός που αύξησε τις εμπλοκές αλλά και τους κινδύνους.

Σε όλες τις περιπτώσεις, τα τουρκικά αεροσκάφη αναγνωρίστηκαν και αναχαιτίστηκαν από μαχητικά της Πολεμικής Αεροπορίας σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες, κατά πάγια πρακτική.

«Έχουμε τους ανθρώπους, έχουμε τα συστήματα. Δεν ανησυχούμε», υπογράμμιζαν ανώτατοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι αυτό δεν σημαίνει πως αψηφούν ή υποβαθμίζουν την κατάσταση.

Οι ίδιες πηγές ερωτηθείσες για το ότι τα ελληνικά F-16 καλούνται να αναχαιτίζουν τουρκικά drones, με δυσανάλογο οικονομικό κόστος για την Αθήνα και απειροελάχιστο για την Άγκυρα, ξεκαθάριζαν: «Εφόσον θέλουμε να ισχύουν τα επιχειρήματά μας, ό,τι εισέρχεται στον εναέριο χώρο μας θα αναχαιτίζεται».

«Γκρίζες ζώνες»

Επιπλέον, η Τουρκία δεν χάνει ευκαιρία να υπερτονίζει τις αναθεωρητικές και ανυπόστατες θέσεις της. Το ίδιο έπραξε και με αφορμή την ανακοίνωση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό, την οποία έκανε η Αθήνα στις 7 Αυγούστου.

Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, Οντζού Κετσελί, αναφέρθηκε στις λεγόμενες «γκρίζες ζώνες», κάνοντας λόγο για «ορισμένα γεωγραφικά χαρακτηριστικά των οποίων η κυριαρχία δεν παραχωρήθηκε στην Ελλάδα μέσω διεθνών συνθηκών». Υπό αυτό το πρίσμα, υποστήριξε ότι η ελληνική ενέργεια δεν έχει καμία νομική συνέπεια για την Τουρκία, καλώντας σε αποφυγή των «μονομερών ενεργειών».

Θερμό φθινόπωρο

Οπωσδήποτε, στην Αθήνα γνωρίζουν ότι το φθινόπωρο θα είναι δύσκολο στα ελληνοτουρκικά.

Αφενός λόγω ηλεκτρικής διασύνδεσης, τα έργα της οποίας αναμένεται να ξεκινήσουν εκ νέου τον Σεπτέμβριο. Θα παρεμποδίσει η Άγκυρα ξανά τις έρευνες όπως στην Κάσο; Θεωρητικώς πρόκειται για ερώτημα του ενός εκατομμυρίου, αν και έμπειροι παρατηρητές προεξοφλούν την αντίδραση της γείτονος.

Επιπλέον, η Αθήνα αναμένει τις εξελίξεις με το νόμο για τις τουρκικές θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας, δηλαδή την επίσημη νομοθέτηση του επεκτατικού δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η τουρκική Εθνοσυνέλευση έκλεισε στις 10 Αυγούστου και θα επαναλειτουργήσει την 1η Οκτωβρίου. Η Ελλάδα θα παρακολουθεί στενά τις διεργασίες, καθώς μια πιθανή νομοθέτηση του δόγματος θα επιβάρυνε τις διμερείς σχέσεις.

Αυτό δεν αφορά μόνο την τρέχουσα συγκυρία, αλλά το σύνολο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Όπως και με το casus belli (αν και δεν ήταν νόμος), με την πιθανή ενσωμάτωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» στην τουρκική νομοθεσία, οποιαδήποτε κυβέρνηση στην Άγκυρα θα μπορεί να επικαλείται το εσωτερικό της δίκαιο, προκειμένου να προσδώσει θεσμική υπόσταση στον αναθεωρητισμό της και να υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να αποκλίνει από τις σχετικές προβλέψεις.

tomanifesto.gr

Η επόμενη παγκόσμια οικονομική κρίση μπορεί να ξεκινήσει από την Κίνα

0

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Foreign Affairs

Η εξαγωγική στρατηγική που μετέτρεψε την Κίνα σε βιομηχανική υπερδύναμη κινδυνεύει πλέον να γίνει πηγή μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Η Κίνα παράγει περίπου το 30% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής, ενώ το εμπορικό της πλεόνασμα έφτασε το 2025 σχεδόν τα 1,2 τρισ. δολάρια. Με κρατικές επιδοτήσεις, φθηνή χρηματοδότηση και ένα υποτιμημένο νόμισμα, οι κινεζικές επιχειρήσεις αυξάνουν διαρκώς την παραγωγή τους, συχνά πουλώντας κάτω από το κόστος. Σχεδόν το 30% των βιομηχανικών επιχειρήσεων της χώρας λειτουργεί ήδη με ζημίες.

Το πρόβλημα είναι ότι η παγκόσμια ζήτηση δεν μπορεί να αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό. Η Κίνα διαθέτει σήμερα παραγωγική δυναμικότητα για περίπου 55 εκατ. αυτοκίνητα ετησίως — σχεδόν το 60% της παγκόσμιας αγοράς. Στα φωτοβολταϊκά, μπορεί να παράγει σχεδόν διπλάσια ισχύ από εκείνη που εγκαταστάθηκε παγκοσμίως μέσα σε έναν χρόνο.

Την ίδια στιγμή, ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση υψώνουν εμπορικούς φραγμούς για να προστατεύσουν τις βιομηχανίες τους. Η Γερμανία βιώνει ήδη σοβαρή κρίση στην αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς οι εξαγωγές της προς την Κίνα μειώνονται και τα κινεζικά οχήματα κατακτούν μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς αγοράς.

Εάν οι ξένες αγορές περιορίσουν απότομα τις κινεζικές εισαγωγές, η εξαγωγική μηχανή του Πεκίνου μπορεί να ανακοπεί. Τότε, επιχειρήσεις με ελάχιστα ή αρνητικά περιθώρια κέρδους θα κινδυνεύσουν με κατάρρευση, οι κρατικές τράπεζες θα βρεθούν αντιμέτωπες με τεράστιες ζημίες, τα έσοδα των επαρχιών θα μειωθούν και η ανεργία στις βιομηχανικές περιοχές θα αυξηθεί.

Οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στην Κίνα. Χώρες που εξαρτώνται από την κινεζική ζήτηση για πρώτες ύλες —όπως η Αυστραλία, η Βραζιλία, η Χιλή, η Αγκόλα και το Κονγκό— θα υποστούν ισχυρό πλήγμα. Παράλληλα, η υποχώρηση του κινεζικού δανεισμού θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύμα αναδιαρθρώσεων χρέους και κρατικών χρεοκοπιών στον αναπτυσσόμενο κόσμο.

Η διέξοδος είναι μια σταδιακή εξισορρόπηση της κινεζικής οικονομίας: ενίσχυση της εγχώριας κατανάλωσης, περιορισμός των βιομηχανικών επιδοτήσεων, ανατίμηση του ρενμίνμπι και ισχυρότερο κοινωνικό κράτος. Μια τέτοια μετάβαση απαιτεί συντονισμό ανάμεσα στην Κίνα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις άλλες μεγάλες οικονομίες.

Το Πεκίνο γνωρίζει εδώ και χρόνια ποιες μεταρρυθμίσεις χρειάζονται, αλλά εξακολουθεί να τις αναβάλλει. Εάν συνεχίσει να στηρίζεται στην υπερπαραγωγή και στις εξαγωγές, σύντομα μπορεί να μην υπάρχουν αρκετοί αγοραστές για τα προϊόντα του — και το κόστος δεν θα το πληρώσει μόνο η Κίνα, αλλά ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία.

Foreign Affairs

Στράβων: Πολιτικοί και γεωπολιτικοί προβληματισμοί της επικαιρότητας

0

Κύπρος

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ επισκέφθηκε την περασμένη εβδομάδα τη Λευκωσία, σε μια προσπάθεια να δώσει νέα πνοή στην τελματωμένη διαδικασία επανένωσης της Κύπρου και, ως εκ τούτου, να επιτευχθεί ουσιαστικά η αποχώρηση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων από το κατεχόμενο βόρειο τμήμα του νησιού.

Είχε προηγηθεί σειρά διαβουλεύσεων κεκλεισμένων των θυρών σε διάφορα επίπεδα. Είναι προφανές ότι ο δρ Γκουτέρες και ο μηχανισμός του ΟΗΕ στο σύνολό του δεσμεύονται από τις διαδοχικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού.

Αμέσως μετά ακολούθησε ο Ευρωπαίος επίτροπος Ραφαέλε Φίτο, ο οποίος ορίστηκε ειδικός απεσταλμένος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Κυπριακό. Ο διορισμός του αποτελεί ένδειξη της ενεργού εμπλοκής της ΕΕ, ανεξάρτητα από την παράσταση που δίνουν οι ηγέτες στη βόρεια Λευκωσία.

Η νέα προσπάθεια θα βασιστεί στο κεκτημένο της τελευταίας άκαρπης απόπειρας στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας, στις αρχές Ιουλίου του 2017. Δεν είμαστε ούτε απαισιόδοξοι ούτε αφελώς αισιόδοξοι. Το αποτέλεσμα θα κριθεί στην πράξη.

Η λύση είναι κάτι πολύ περισσότερο από την επιστροφή εδαφών στην αδικημένη ελληνοκυπριακή πλευρά. Βρίσκεται στην ισορροπία των θεσμών μιας αναμορφωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας, διευρυμένης ώστε να συμπεριλάβει την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Βρίσκεται επίσης στις εξουσίες που θα ανατεθούν στην κεντρική κυβέρνηση, η οποία δεν πρέπει να επιτραπεί να καταλήξει σκιά πραγματικής κυβέρνησης.

Η λύση εξαρτάται ακόμη από τον τρόπο με τον οποίο η ομόσπονδη Κύπρος θα λειτουργεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να μην προκαλούνται αδιέξοδα ούτε να οδηγηθεί ακούσια η χώρα σε αποχώρηση από την Ένωση.

Ο STRAVON διερωτάται εάν το καθεστώς των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στο νησί θα παραμείνει ανέγγιχτο.

Οποιαδήποτε λύση προκύψει μέσα από διαπραγματεύσεις θα πρέπει να καταστήσει τη ζωή καλύτερη, πιο ευημερούσα και ασφαλέστερη, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, για όλες τις κοινότητες της Κύπρου. Αυτό θα αποτελέσει το κριτήριο της επιτυχίας.

Οι παραπάνω αποτελούν ορισμένες πρώτες και αναγκαστικά ατελείς επισημάνσεις. Ενδέχεται να ακολουθήσουν περισσότερες στην πορεία.

Στενό του Ορμούζ

Μια συμφωνία μεταξύ του Ιράν και του Ομάν για την επίβλεψη —όχι χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα— των θαλάσσιων οδών κατά μήκος του Στενού του Ορμούζ θα μπορούσε να γίνει ευπρόσδεκτη, όπως έχουν ήδη αφήσει να εννοηθεί κύκλοι με επιρροή στη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα.

Υπάρχει, ωστόσο, σύνδεση με το στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Το Ιράν και το Ομάν —το δεύτερο συνορεύει θαλάσσια με την Υεμένη— καλούνται να συνεργαστούν για τη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας σε αυτήν την αρτηρία του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου.

Η Μέση Ανατολή ως σύνολο — η αιώνια Μέση Ανατολή

Ο STRAVON δεν συμμερίζεται την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι τα τελευταία μόλις χρόνια έχει διαμορφωθεί μια εντελώς νέα γεωπολιτική πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή και ότι τα πάντα έχουν ανατραπεί. Αντιθέτως, παρατηρείται μια συνέχεια στα πρότυπα και στα προβλήματα, με αφετηρία το ανεπίλυτο ζήτημα της ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους. Ας παρακολουθήσουμε τις επικείμενες ενδοπαλαιστινιακές εκλογές.

Επιπλέον, οι Κούρδοι στην πατρογονική τους γη εξακολουθούν, όπως πάντοτε, να είναι διαμοιρασμένοι μεταξύ τεσσάρων κρατών και να βρίσκονται στο έλεος ανεκπλήρωτων υποσχέσεων. Η γαλλική ρήση «Plus ça change, plus ça reste le même» —«όσο περισσότερο αλλάζουν τα πράγματα, τόσο περισσότερο παραμένουν ίδια»— ισχύει σε μεγάλο βαθμό για τη μονίμως ασταθή Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, διακρίνονται ορισμένες μεταβολές που ενδέχεται να έχουν βαθύ αντίκτυπο:

  • Η απώλεια της αξιοπιστίας των ΗΠΑ έναντι των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου: ο προστάτης αποδείχθηκε ανίκανος να προστατεύσει.
  • Η Συρία έπαψε να αποτελεί κοσμικό κράτος.
  • Το χάσμα μεταξύ του Ισραήλ και των γειτόνων του έχει διευρυνθεί. Η Σαουδική Αραβία δεν είναι διατεθειμένη να ενταχθεί σε μια τέτοια σύμπραξη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η κυριαρχία της θαλάσσιας δραστηριότητας, η σημασία των στρατηγικών σημείων συμφόρησης —όπως τα Στενά της Μαλάκκας και του Ορμούζ, το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, η Διώρυγα του Σουέζ, τα Δαρδανέλλια και ο Βόσπορος— και, γενικότερα, η επίδραση της θαλάσσιας ισχύος σε καιρό ειρήνης και πολέμου επιβεβαιώνονται και εκδηλώνονται διαρκώς.

Στράβων εξ Αμασείας
Αττική, Ευβοϊκός Κόλπος
6 Αυγούστου 2026

Υστερόγραφο — 7 Αυγούστου

Το κείμενο αυτό συντάχθηκε προτού γίνει γνωστή η συμφωνία της Μέκκας.

Μερικές πρώτες σκέψεις: Εδώ και κάποιο διάστημα φαίνεται ότι βρισκόταν σε εξέλιξη μια διεργασία σε τετραμερές επίπεδο, στην οποία περιλαμβανόταν και η Αίγυπτος. Γιατί, λοιπόν, η Αίγυπτος δεν συμμετέχει στο νέο αμυντικό σύμφωνο;

Ενδεχομένως επειδή το Κάιρο διαθέτει μια πιο μακροπρόθεσμη αντίληψη των συνθηκών στη Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και στο Κέρας της Αφρικής από ό,τι οι τρεις χώρες που υπέγραψαν τη συμφωνία.

Το Κάιρο διατηρεί παραδοσιακά εγκάρδιες σχέσεις με την Ινδία. Παράλληλα, δεν επιθυμεί να απομακρυνθεί από την Κύπρο, το Ισραήλ και την Ελλάδα.

Πώς άραγε αντιμετωπίζουν στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αυτήν την τριάδα των σουνιτών εταίρων τους;

Ανάλυση CT: Μετά τη γαλλική σφραγίδα, αμερικανική πολιτική παρέμβαση για GSI

0

Νέα γεωπολιτική εξίσωση γύρω από το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης – Τι σημαίνει η πολιτική παρέμβαση μελών του Κογκρέσου για τον GSI, στον απόηχο της ένταξης του γαλλικού κολοσσού στο πρότζεκτ – «Ασπίδα» προστασίας του καλωδίου, κόντρα στις τουρκικές προσπάθειες για ακύρωση.

Η πρόσφατη αμερικανική παρέμβαση για τον GSI δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη πολιτική δήλωση στήριξης, σε ένα έργο που τα τελευταία χρόνια ισορροπεί ανάμεσα σε συμπληγάδες. Η επιστολή των έξι Αμερικανών βουλευτών προς τον Μάρκο Ρούμπιο επιβεβαιώνει ότι στο έργο αποδίδεται από την Ουάσιγκτον στρατηγική σημασία. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι Βουλευτές ζητούν από τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών όπως δοθεί προτεραιότητα στο καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κύπρου με την Ελλάδα και το Ισραήλ.

Το σημαντικό είναι πως ο GSI προσεγγίζεται από τους Αμερικανούς Βουλευτές ως ένα έργο μεγάλης περιφερειακής αξίας, το οποίο εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Ένα πρότζεκτ που ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής και όχι μόνο. Εξίσου το σημαντικό το γεγονός ότι καταγράφεται ευθέως η άμεση σύνδεση του έργου με τον Οικονομικό Διάδρομο IMEC που θα συνδέσει την Ινδία με την Μέση Ανατολή και την Ευρώπη.

Για όλους αυτούς τους λόγους τα μέλη του Κογκρέσου ζητούν από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να στηρίξει ενεργά και να δώσει προτεραιότητα στον GSI. Με την επιστολή της η διακομματική ομάδα επιχειρεί να πείσει την αμερικανική Κυβέρνηση ότι η στήριξη για την υλοποίηση του GSI εξυπηρετεί ενεργειακούς, οικονομικούς και γεωπολιτικούς στόχους των ΗΠΑ. Ενισχύει τους συμμάχους της Ουάσινγκτον και περιορίζει την εξάρτηση από υποδομές που ελέγχονται από στρατηγικούς ανταγωνιστές.

Η παρέμβαση των Αμερικανών έρχεται μόλις μερικές μέρες μετά την ανακοίνωση της ένταξης της γαλλικής Meridiam στον GSI. Η απόκτηση του 66% του φορέα υλοποίησης από έναν σημαντικό διεθνή επενδυτή υποδομών, αλλάζει τόσο τη χρηματοδοτική όσο και την πολιτική διάσταση του έργου. Πλέον δημιουργείται ένας ισχυρός πολυεθνικός πυλώνας με μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα. Και αυτό ακριβώς ήταν ένα από τα μεγάλα ζητούμενα για να περάσει το έργο από τη θεωρία στην πράξη.

Έτσι κι αλλιώς σε πολιτικό επίπεδο το Παρίσι και ο ίδιος ο Εμανουέλ Μακρόν, επενδύουν τα τελευταία χρόνια στην ενίσχυση του γαλλικού αποτυπώματος στην περιοχή μας. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο, η οποία έχει μπροστά της μια ουσιαστική ευκαιρία για τερματισμό της ενεργειακής απομόνωσης.

Εντούτοις υπάρχει ένας αστάθμητος παράγοντας, που έχει να κάνει με τη στάση της απρόβλεπτης Τουρκίας. Η Κυβέρνηση Ερντογάν προσεγγίζει το ζήτημα ως αμιγώς γεωπολιτικό και επιχειρεί με κάθε τρόπο να προκαλέσει εμπόδια. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους προκλήθηκαν οι μεγάλες καθυστερήσεις στην πορεία υλοποίησης του GSI, παράλληλα με την προώθηση του παράνομου έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης της Τουρκίας με το ψευδοκράτος.

Για αυτόν το λόγο και η επανεκκίνηση των προπαρασκευαστικών ενεργειών (με πρώτο βήμα τις βυθομετρήσεις) δεν θεωρείται σήμερα μια απλή τεχνική διαδικασία. Είναι το σημείο στο οποίο θα διαφανεί εάν η νέα πολιτική και επενδυτική αρχιτεκτονική του έργου μπορεί να αντέξει στην πράξη. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα, το οποίο προηγείται της οικονομικής πτυχής. Το γεωπολιτικό ρίσκο, το οποίο θεωρητικά πλέον μοιράζεται στους παίκτες που είναι εμπλεκόμενοι.

cyprustimes.com

Βόμβα σκότωσε τον επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών της ανατολικής Λιβύης

0

Ο επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (ΛΕΣ) του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, κυρίαρχου στην ανατολική Λιβύη, σκοτώθηκε χθες Δευτέρα όταν εκρηκτικός μηχανισμός πυροδοτήθηκε μέσα στο αυτοκίνητό του έξω από το σπίτι του, στην περιοχή Χαουάρι της Βεγγάζης, ενημέρωσαν το πρακτορείο ειδήσεων Ρόιτερς δυο πηγές του στις δυνάμεις ασφαλείας.

Ο ταξίαρχος Φάουζι Μανσούρι έχασε τη ζωή του στην έκρηξη που σημειώθηκε χθες το απόγευμα, κατά τις πηγές αυτές, οι οποίες εκφράστηκαν υπό τον όρο να μην κατονομαστούν.

Δεν είπαν ποιος μπορεί να ευθυνόταν για την επίθεση, ούτε έδωσαν λεπτομέρειες για τον εκρηκτικό μηχανισμό.

Η δολοφονία του αξιωματικού υπογραμμίζει τις προκλήσεις ως προς την ασφάλεια στη Λιβύη, όπου δυο αντίπαλες κυβερνήσεις και μια μυριάδα ένοπλες οργανώσεις διεκδικούν την εξουσία σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο και η κατάσταση παραμένει τεταμένη παρά την κατάπαυση του πυρός το 2020, που είχε βάλει τέλος σε εχθροπραξίες ευρείας κλίμακας.

Η χώρα της βόρειας Αφρικής με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου σε όλη την ήπειρο παραμένει κομμένη στα δυο, χωρισμένη ανάμεσα σε τομείς της δύσης και της ανατολής υπό τον έλεγχο διαφόρων ένοπλων οργανώσεων, μετά την υποστηριχθείσα από το NATO εξέγερση που οδήγησε στην ανατροπή και τον θάνατο του Μουάμαρ Καντάφι το 2011.

Ο ΛΕΣ του στρατάρχη Χαφτάρ και των γιων του διατηρεί υπό τον έλεγχό του το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής και της νότιας Λιβύης. Υποστηρίζει την κυβέρνηση με έδρα τη Βεγγάζη. Ταυτόχρονα, η αντίπαλη διεθνώς αναγνωρισμένη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ) έχει έδρα την Τρίπολη κι ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του δυτικού τμήματος της χώρας.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

https://www.sigmalive.com/news/international/1325313/reuters-skotwthike-se-vomvistiki-epithesi-o-stratarkhis-livyis-xalifa-xaftar