Αρχική Blog Σελίδα 96

Β. Ματαράγκας: Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΜΥΝΑΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ- ΣΑΟΥΔΙΚΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ- ΠΑΚΙΣΤΑΝ

0

Του Δρα Βύρωνος Ματαράγκα, Καθηγητού στο Πανεπιστήμιο Μπαχτσέ-σεχίρ της Κωνσταντινούπολης

Οι ΗΠΑ, παρασυρθείσες από το Ισραήλ, επιτέθηκαν στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026 πλήττοντας τις πόλεις Τεχεράνη, Ισφαχάν, Κομ, Καράτζ και Κερμανσάχ. Οι επιθέσεις είχαν ως αποτέλεσμα την φυσική εξόντωση του Ανώτατου Θρησκευτικού Ηγέτη, του Καθοδηγητή (ράχμπαρ) Αγιατολλάχ Σεγέντ Αλί Κχαμενεί και αρκετών άλλων ηγετικών προσωπικοτήτων του θεοκρατικού Ιρανικού καθεστώτος.

Το Ιράν ανταπέδωσε τα χτυπήματα πλήττοντας με μή επανδρωμένα αεροσκάφη και βαλλιστικούς πυραύλους το Ισραήλ και Αμερικανικούς στρατιωτικούς στόχους στην Ιορδανία, στο Κουβέιτ, στο Μπαχρέιν, στο Κατάρ, στο Ιράκ, στην Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Επίσης το Ιράν έπληξε πολιτικά αεροδρόμια και λιμάνια στο Κουβέιτ, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στο Ομάν, ενώ επλήγη και η βρετανική στρατιωτική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου!

Αυτές οι εχθροπραξίες  κυοφορούν το έμβρυο ενός πολέμου μεταξύ του Ιράν και των Αραβικών κρατών του Κόλπου, ο οποίος γρήγορα θα μετεξελιχθεί σε πόλεμο μεταξύ των Μουσουλμάνων και συγκεκριμένα μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών.

Αυτή η εφιαλτική προοπτική  συσπειρώνει τα πλούσια Αραβικά κράτη της περιοχής έναντι του κοινού και παραδοσιακού Περσικού (Ιρανικού) κινδύνου!

Το Βασίλιειο της Σαουδικής Αραβίας είχε πάντοτε ανταγωνιστικές σχέσεις με το Ιράν, ακόμα και επί Σάχη. Τότε μάλιστα, οι διμερείς διακρατικές σχέσεις επηρεάζοντο και από τον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο Βασιλικών Δυναστειών, του Οίκου των Αλ-Σαούντ της Σαουδικής Αραβίας και των βασιλικών δυναστειών του Ιράν, η τελευταία των οποίων υπήρξε η Δυναστεία των Παχλαβί.

Με την διαμεσολάβηση της Κίνας, οι σχέσεις της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν εξομαλύνθηκαν στις 10 Μαρτίου 2023, όταν αποκαταστάθηκαν οι διπλωματικές σχέσεις τους, που είχαν διακοπεί το 2016.

Σε αυτή λοιπόν, την εκρηκτική συγκυρία που δημιουργήθηκε από τις επιθέσεις των ΗΠΑ / Ισραήλ κατά του Ιράν και τα πλήγματα του τελευταίου στα Αραβικά κράτη του Κόλπου, προς αντιμετώπιση του φόβου του Ιράν, υπεγράφη στην Μέκκα, την Ιερή Πόλη των Μουσουλμάνων, στις 7 Αυγούστου, η Συμφωνία Κοινής Άμυνας μεταξύ της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν. Αυτή η τριμερής Συμφωνία περιέχει διάταξη κατά την οποία, επίθεση εναντίον ενός των Συμβαλλομένων, θα θεωρηθεί επίθεση εναντίον όλων!

Πρόκειται για μία αμυντική συμμαχία μεταξύ τριών Μουσουλμανικών γιγάντων, κατά σύμπτωση Σουνιτικού Δόγματος!

  • Η Τουρκία έχει τον δεύτερο σε όγκο στρατό στο ΝΑΤΟ μετά τον Αμερικανικό στρατό και μία πολύ αξιοπρόσεκτη αμυντική βιομηχανία. Ο Τουρκικός στρατός είναι εμπειροπόλεμος, ιδιαίτερα έχει την εμπειρία του ανταρτοπόλεμου, γνωστού ως <γκερίλα>. Στον ανταρτοπόλεμο ο δεχόμενος την επίθεση δεν έχει απέναντι του τακτικό στρατό, αλλά άτακτους ένοπλους, οι οποίοι κτυπούν ξαφνικά και μεμονωμένα. Δεν ξέρει κανείς πότε και από που θα έλθει το δολοφονικό κτύπημα! Αναφέρομαι στην ένοπλη ανατρεπτική δράση της Κουρδικής οργάνωσης PΚΚ, η οποία επί 47 χρόνια, από το 1978 έως το 2025, συγκλόνισε την Τουρκία!

Το αντάρτικο έχει <γωνατίσει> τους πιό ισχυρούς στρατούς! Τον τότε ισχυρό Γαλλικό στρατό- τότε η Γαλλία ήταν μία ισχυρή αποικιακή δύναμη-που αναγκάστηκε από τους Βιετμίντ να φύγει κακήν κακώς από το Βιετνάμ στις 7 Μαίου 1954.

Την ίδια τύχη είχαν και οι Αμερικανοί, οι οποίοι επενέβησαν στο Βιετνάμ το 1965, και έφυγαν άρον άρον από το τότε Νότιο Βιετνάμ πριν μπουν οι Βιετκόγκ στη Σαιγκόν στις 30 Απριλίου 1975!

Aξέχαστη θα μας μείνει η εικόνα του τελευταίου Αμερικανού Πρέσβη στο Νότιο Βιετνάμ να τρέχει να επιβιβαστεί στο αεροπλάνο κρατώντας το σακάκι του στο χέρι! Ούτε το σακάκι του δεν είχε προλάβει να φορέσει ! Ήταν η τελευταία πτήση! Μετά από λίγο μπήκαν οι Βιετκόγκ στη Σαιγκόν!

Παρόμοια τύχη είχε και η ΕΣΣΔ, η ετέρα Υπερδύναμη, η οποία αποχώρησε από το Αφγανιστάν το 1989 ως αποτέλεσμα της σοβαρής ήττας, που υπέστη από τους ισλαμιστές αντάρτες Μουτζαχιντίν. Η αραβική λέξη <Μουτζαχίτ> σημαίνει αυτόν που πολεμά για την θρησκεία ή για ένα ιερό ιδεώδες!  Αυτόν που διεξάγει <Ιερό Πόλεμο>.

Αυτή η ήττα σηματοδότησε την αρχή της διαλύσεως της Σοβιετικής Ένωσης στις 26 Δεκεμβρίου 1991.

  • Η Σαουδική Αραβία, με πληθυσμό 35 εκατομμύρια είναι η 13η μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο. Ο στρατός της Σαουδικής Αραβίας είναι από τους καλύτερα χρηματοδοτούμενους και ισχυρότερους στρατούς στη Μέση Ανατολή. Διαθέτει προηγμένο αμερικανικό και δυτικό οπλισμό.

Ως η χώρα, στο έδαφος της οποίας βρίσκονται η Μέκκα και η Μεδίνα, οι Ιεροί Τόποι του Ισλάμ, η Σαουδική Αραβία χαίρει ενός Πανισλαμικού και Παναραβικού σεβασμού!

  • Το Πακιστάν, κάτοχος του πυρηνικού όπλου, έχει έναν ισχυρό και πολυπληθή στρατό. Έχει πολεμική εμπειρία. Μέχρι τώρα διεξήγαγε τέσσερις πολέμους με την Ινδία 1947-1948, 1965, 1971 και 1999.Με το Αφγανιστάν έχει συνοριακές συγκρούσεις. Τον Φεβρουάριο 2026 το Πακιστάν επέφερε αεροπορικά πλήγματα στην Καμπούλ και στο Κανταχάρ εξαιτίας της δράσης των Ταλιμπάν!

Ο σκοπός αυτής της συμμαχίας είναι αποτρεπτικός! Αποβλέπει στο να αποθαρρύνει το Ιράν να αναλάβει στρατιωτική δράση εναντίον των Αραβικών κρατών της περιοχής και συγκεκριμένα εναντίον της Σαουδικής Αραβίας και των Αραβικών Πριγκηπάτων (Εμιράτων).

Τα Αραβικά Πριγκηπάτα (Εμιράτα) του Κόλπου θα εισχωρήσουν στην συμμαχία αυτή, διότι δεν έχουν άλλη επιλογή!

Όσο για την Αίγυπτο, μία σημαντική Αραβική χώρα της Ανατολικής Μεσογείου, το πρόβλημα της δεν είναι το Ιράν, αλλά το Ισραήλ και οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες που αναγκάζονται να φύγουν από την Δυτική Όχθη και την Γάζα ένεκα των ανηλεών βομβαρδισμών του Ισραήλ και της επεκτάσεως των παράνομων οικισμών.

Η Αίγυπτος έχει ήδη δηλώσει ότι, αδυνατεί να δεχθεί Άραβες πρόσφυγες,  διότι ήδη <βούλιαξε> από τους πρόσφυγες που δέχθηκε από τις Αραβικές χώρες, όπου έγινε (ή και ακόμα γίνεται) εμφύλιος πόλεμος.

Οι διμερείς σχέσεις Τουρκίας και Ιράν έχουν ένα παρελθόν 400 ετών και μία κοινή χερσαία μεθόριο 560 χλμ. Και οι δύο χώρες προσέχουν τις μεταξύ των σχέσεις, οι οποίες ισορροπούν μεταξύ <ανταγωνισμού και συνεργασίας>.

Σε κάποια περιφερειακά θέματα της Μέσης Ανατολής, όπως στο θέμα της Συρίας, οι στρατηγικές προσεγγίσεις των δύο χωρών διαφέρουν.

Για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την μεθοριακή ασφάλεια, οι δύο όμορες χώρες διεξάγουν συνομιλίες.

 

 

Η ευρωπαϊκή Αριστερά σε αναζήτηση νέας ταυτότητας

3

Με αφορμή αφιέρωμα του Foreign Policy

Από την ανθεκτικότητα του Πέδρο Σάντσεθ και την κρίση των Εργατικών μέχρι το γαλλικό αδιέξοδο και την επιστροφή του κοινωνικού κράτους

 

Η ευρωπαϊκή Αριστερά βρίσκεται μπροστά σε μία από τις κρισιμότερες καμπές της μεταπολεμικής ιστορίας της. Τα κόμματα που οικοδόμησαν το κοινωνικό κράτος, διεύρυναν τα εργασιακά δικαιώματα και διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική δημοκρατική συναίνεση αντιμετωπίζουν σήμερα μια βαθιά κρίση πολιτικής ταυτότητας. Σε αρκετές χώρες δυσκολεύονται να διατηρήσουν την παραδοσιακή κοινωνική τους βάση, ενώ σε άλλες παραμένουν στην εξουσία, αλλά αναγκάζονται να κυβερνήσουν μέσα σε ένα εξαιρετικά δυσμενές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν η Αριστερά μπορεί να κερδίσει εκλογές. Είναι αν μπορεί να διατυπώσει μια συνεκτική πρόταση διακυβέρνησης για κοινωνίες που αλλάζουν γρήγορα: κοινωνίες περισσότερο άνισες, περισσότερο ανασφαλείς και ταυτόχρονα περισσότερο δύσπιστες απέναντι στους θεσμούς και στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα.

Η σύγκριση ανάμεσα στον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ και την πρόσφατη εμπειρία των Βρετανών Εργατικών είναι χαρακτηριστική. Σύμφωνα με την ανάλυση του Ομάρ Γκ. Ενκαρνασιόν στο Foreign Policy, ο Σάντσεθ κατάφερε να επιβιώσει πολιτικά και να διατηρήσει την πρωθυπουργία επί σειρά ετών, ενώ ο Κιρ Στάρμερ οδηγήθηκε σε μια απότομη και ταπεινωτική πτώση, για να αντικατασταθεί από τον Άντι Μπέρναμ.

Οι δύο περιπτώσεις προσφέρουν ένα χρήσιμο εργαστήριο για τη μελέτη της σύγχρονης Κεντροαριστεράς. Δεν πρόκειται απλώς για δύο διαφορετικές προσωπικότητες. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς τρόπους κατανόησης της πολιτικής.

Η ανθεκτικότητα του Πέδρο Σάντσεθ

Ο Πέδρο Σάντσεθ αναδείχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία το ισπανικό πολιτικό σύστημα είχε κατακερματιστεί. Η παραδοσιακή εναλλαγή ανάμεσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και στο συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα είχε υποχωρήσει, ενώ νέες δυνάμεις εμφανίστηκαν τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Σάντσεθ δεν επιχείρησε να αναστήσει το παλαιό δικομματικό σύστημα. Αντίθετα, αποδέχθηκε την πραγματικότητα των συνεργασιών και οικοδόμησε μια πολιτική στρατηγική βασισμένη στις συμμαχίες, στους συμβιβασμούς και στην προσαρμοστικότητα.

Η επιβίωσή του δεν οφείλεται μόνο σε ιδεολογική συνέπεια. Οφείλεται και στην ικανότητά του να κατανοεί τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, να συνομιλεί με διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις και να εμφανίζεται ως το βασικό ανάχωμα απέναντι στην άνοδο της σκληρής Δεξιάς.

Αυτή η στρατηγική έχει κόστος. Οι συνεχείς συμβιβασμοί δημιουργούν αντιφάσεις, προκαλούν αντιδράσεις και επιτρέπουν στους αντιπάλους του να τον κατηγορούν για πολιτικό οπορτουνισμό. Ωστόσο, ο Σάντσεθ κατανόησε κάτι που πολλά ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δυσκολεύονται να αποδεχθούν: η εποχή των αυτοδύναμων κυβερνήσεων έχει σε μεγάλο βαθμό παρέλθει.

Η σύγχρονη προοδευτική πολιτική απαιτεί τη δημιουργία κοινωνικών και πολιτικών συνασπισμών. Εργαζόμενοι, νέοι, γυναίκες, περιβαλλοντικά κινήματα, μειονότητες, μεσαία στρώματα και κάτοικοι των μεγάλων πόλεων δεν συνδέονται πλέον αυτόματα με ένα συγκεκριμένο κόμμα. Η υποστήριξή τους πρέπει να κερδίζεται ξανά σε κάθε εκλογική αναμέτρηση.

Το βρετανικό παράδειγμα και η παγίδα της διαχειριστικής πολιτικής

Η περίπτωση του Κιρ Στάρμερ ανέδειξε μια διαφορετική εκδοχή της Κεντροαριστεράς: την προσπάθεια κατάκτησης της εξουσίας μέσα από την εικόνα της σοβαρότητας, της θεσμικής αξιοπιστίας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Η στρατηγική αυτή μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική όταν το βασικό αίτημα της κοινωνίας είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας. Δεν αρκεί, όμως, όταν οι πολίτες περιμένουν απτές αλλαγές στην καθημερινή τους ζωή.

Ένα προοδευτικό κόμμα που περιορίζεται στη διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης κινδυνεύει να χάσει τον λόγο ύπαρξής του. Αν η Αριστερά υπόσχεται απλώς μια πιο αποτελεσματική εκδοχή της κεντρώας ή συντηρητικής διακυβέρνησης, τότε οι κοινωνικές ομάδες που υφίστανται τις μεγαλύτερες πιέσεις δεν έχουν ισχυρό κίνητρο να παραμείνουν μαζί της.

Το δίλημμα είναι πραγματικό. Από τη μία πλευρά, τα αριστερά κόμματα πρέπει να πείσουν τις αγορές, τις επιχειρήσεις και τα μεσαία στρώματα ότι μπορούν να κυβερνήσουν υπεύθυνα. Από την άλλη, πρέπει να προσφέρουν στους εργαζομένους, στους νέους και στους οικονομικά ευάλωτους κάτι περισσότερο από συγκρατημένες υποσχέσεις και τεχνοκρατική διαχείριση.

Η άνοδος του Άντι Μπέρναμ, όπως παρουσιάζεται στη σχετική αρθρογραφία του Foreign Policy, συνοδεύεται από μεγάλες προσδοκίες. Ωστόσο, κάθε νέος ηγέτης ανακαλύπτει γρήγορα ότι η δημοτικότητα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με ικανότητα διακυβέρνησης. Ο Μπέρναμ θα πρέπει να δείξει αν μπορεί να συνδυάσει την κοινωνική ευαισθησία με την οικονομική αξιοπιστία και τη ρητορική ανανέωση με συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Το γαλλικό αδιέξοδο

Στη Γαλλία, η Αριστερά αντιμετωπίζει ένα διαφορετικό αλλά εξίσου δύσκολο πρόβλημα. Διαθέτει σημαντικές κοινωνικές και εκλογικές δυνάμεις, αλλά παραμένει κατακερματισμένη ανάμεσα στη ριζοσπαστική Αριστερά, στους Σοσιαλιστές, στους Οικολόγους και σε μικρότερους σχηματισμούς.

Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή πολιτική παρουσία και σημαντική επιρροή. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί εξαιρετικά πολωτική προσωπικότητα. Μπορεί να κινητοποιεί ένα τμήμα της κοινωνίας, αλλά δυσκολεύεται να διευρύνει την επιρροή του πέρα από τα όρια του ήδη πεπεισμένου ακροατηρίου του.

Αυτό δημιουργεί ένα στρατηγικό αδιέξοδο. Χωρίς τη ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί πλειοψηφικό προοδευτικό μέτωπο. Με μια πλήρη κυριαρχία της, όμως, η συμμαχία κινδυνεύει να χάσει μετριοπαθείς ψηφοφόρους και να ενισχύσει την πόλωση.

Η γαλλική εμπειρία αποκαλύπτει ότι η ενότητα δεν μπορεί να αποτελεί απλώς εκλογική συμφωνία κορυφής. Χρειάζεται κοινή αντίληψη για την οικονομία, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τη μετανάστευση, την ασφάλεια και τη διεθνή πολιτική. Αν αυτά τα ζητήματα παραμένουν άλυτα, κάθε συμμαχία θα είναι προσωρινή και εύθραυστη.

Το κοινωνικό κράτος ως δημοκρατικός θεσμός

Στο κέντρο της συζήτησης βρίσκεται ξανά το κοινωνικό κράτος. Για πολλές δεκαετίες, οι δημόσιες δαπάνες παρουσιάζονταν από τους επικριτές τους ως οικονομικό βάρος. Η υγεία, η παιδεία, οι συντάξεις, η κοινωνική ασφάλιση και η προστασία της εργασίας αντιμετωπίζονταν συχνά μόνο ως στοιχεία του προϋπολογισμού.

Η πραγματικότητα είναι βαθύτερη. Το κοινωνικό κράτος δεν αποτελεί απλώς μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος. Είναι πυλώνας της δημοκρατικής σταθερότητας.

Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι το κράτος τούς εγκαταλείπει απέναντι στην ανεργία, στην ακρίβεια, στην ασθένεια και στη στεγαστική κρίση, η δυσπιστία προς τη δημοκρατία μεγαλώνει. Η ανασφάλεια δεν οδηγεί αυτομάτως προς την Αριστερά. Μπορεί να ενισχύσει τον αυταρχισμό, τον εθνικισμό και την αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων.

Η μεταπολεμική ευρωπαϊκή σταθερότητα στηρίχθηκε σε μια άγραφη κοινωνική συμφωνία: η οικονομία της αγοράς θα μπορούσε να λειτουργεί, αλλά το κράτος θα περιόριζε τις ακραίες ανισότητες και θα προστάτευε τους πολίτες από τους μεγαλύτερους κινδύνους της ζωής. Η αποδυνάμωση αυτής της συμφωνίας δεν απειλεί μόνο την κοινωνική συνοχή. Απειλεί την ίδια τη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Η υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, επομένως, δεν αποτελεί νοσταλγία για το παρελθόν. Αποτελεί σύγχρονη στρατηγική απέναντι στην πολιτική αποσταθεροποίηση.

Η Αριστερά και η εξωτερική πολιτική

Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο η προοδευτική πολιτική καλείται να ωριμάσει είναι η εξωτερική πολιτική. Η περίπτωση της Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές στις Ηνωμένες Πολιτείες, μολονότι δεν ανήκει στην ευρωπαϊκή εμπειρία, είναι χαρακτηριστική μιας ευρύτερης τάσης.

Πολλοί πολιτικοί της νέας Αριστεράς αναδείχθηκαν μέσα από εσωτερικά ζητήματα: κοινωνικές ανισότητες, εργασιακά δικαιώματα, υγειονομική περίθαλψη, κλιματική αλλαγή και δικαιώματα των μειονοτήτων. Όσο όμως πλησιάζουν την κεντρική εξουσία, δεν μπορούν να αποφεύγουν τα ερωτήματα του πολέμου, της άμυνας, των διεθνών συμμαχιών και της γεωπολιτικής ισχύος.

Η ευρωπαϊκή Αριστερά αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή, η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, η ενεργειακή ασφάλεια και η ευρωπαϊκή άμυνα δεν επιτρέπουν εύκολες απαντήσεις.

Δεν αρκεί η επίκληση της ειρήνης ως ηθικής αρχής. Χρειάζεται συγκεκριμένη πολιτική για το πώς θα προστατευθούν οι κοινωνίες, πώς θα αποτραπούν οι επιθέσεις και πώς θα αντιμετωπιστούν αυταρχικές δυνάμεις χωρίς να εγκαταλειφθούν οι αξίες του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η νέα Αριστερά θα πρέπει να συνδυάσει τον διεθνισμό με τον ρεαλισμό. Να μην υποκύψει στον μιλιταρισμό, αλλά και να μην αντιμετωπίζει κάθε ζήτημα ισχύος σαν να μπορεί να λυθεί αποκλειστικά με διακηρύξεις καλών προθέσεων.

Η πρόκληση της ανερχόμενης Δεξιάς

Η άνοδος της λαϊκιστικής και ριζοσπαστικής Δεξιάς δεν εξηγείται μόνο από την επικοινωνιακή της ικανότητα. Τροφοδοτείται από πραγματικές κοινωνικές ανασφάλειες: την αποβιομηχάνιση, τη στασιμότητα των εισοδημάτων, την ακρίβεια, την έλλειψη κατοικιών, την πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες και τον φόβο πολιτισμικής απώλειας.

Η Αριστερά δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αυτά τα φαινόμενα χαρακτηρίζοντας απλώς τους ψηφοφόρους της Δεξιάς παραπλανημένους ή οπισθοδρομικούς. Πρέπει να κατανοήσει τις υλικές και ψυχολογικές αιτίες της δυσαρέσκειας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υιοθετήσει την ατζέντα της Δεξιάς. Σημαίνει ότι πρέπει να προσφέρει πειστικές απαντήσεις εκεί όπου η Δεξιά προσφέρει φόβο, θυμό και εύκολους εχθρούς.

Η απάντηση στη μεταναστευτική πρόκληση, για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι ούτε η απανθρωπιά ούτε η άρνηση των πραγματικών προβλημάτων ένταξης και διοικητικής ικανότητας. Αντίστοιχα, η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να επιβληθεί με τρόπο που μεταφέρει δυσανάλογο κόστος στους εργαζομένους και στις φτωχότερες περιφέρειες.

Τι χρειάζεται μια νέα ευρωπαϊκή Αριστερά

Η ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής Αριστεράς προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα μια νέα κοινωνική συμφωνία. Μια συμφωνία που θα συνδέει την οικονομική ανάπτυξη με τη μείωση των ανισοτήτων και την τεχνολογική πρόοδο με την προστασία της εργασίας.

Χρειάζεται μια σύγχρονη πολιτική κατοικίας, επειδή η αδυναμία των νέων ανθρώπων να αποκτήσουν ή ακόμη και να νοικιάσουν αξιοπρεπή στέγη εξελίσσεται σε κεντρικό κοινωνικό πρόβλημα. Χρειάζεται ενίσχυση της δημόσιας υγείας και της παιδείας, όχι μόνο ως κοινωνική παροχή αλλά ως επένδυση στην παραγωγικότητα και στη δημοκρατία.

Χρειάζεται επίσης μια δίκαιη πράσινη μετάβαση. Η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης δεν μπορεί να γίνει εναντίον των εργαζομένων. Αν το κόστος επιβαρύνει τους οικονομικά ασθενέστερους, η περιβαλλοντική πολιτική θα χάσει τη δημοκρατική νομιμοποίησή της.

Παράλληλα, η Αριστερά οφείλει να διαμορφώσει πολιτική για την Τεχνητή Νοημοσύνη και τον αυτοματισμό. Η τεχνολογική εξέλιξη μπορεί να αυξήσει δραματικά την παραγωγικότητα, αλλά χωρίς πολιτική παρέμβαση τα οφέλη της μπορεί να συγκεντρωθούν σε ελάχιστες εταιρείες και κοινωνικές ομάδες.

Τέλος, χρειάζεται δημοκρατική αυτοπεποίθηση. Η Αριστερά δεν μπορεί να εμφανίζεται μονίμως απολογητική ούτε να περιορίζεται στη διαχείριση κρίσεων που δημιούργησαν άλλοι. Πρέπει να εξηγήσει καθαρά τι κοινωνία θέλει να οικοδομήσει.

Ένα ανοιχτό πολιτικό στοίχημα

Η αντιπαραβολή του Σάντσεθ με τον Στάρμερ, η αβεβαιότητα γύρω από τον Μπέρναμ, το αδιέξοδο της γαλλικής Αριστεράς και η συζήτηση για το κοινωνικό κράτος δεν αποτελούν απομονωμένες ιστορίες. Είναι διαφορετικές όψεις της ίδιας ευρωπαϊκής κρίσης.

Η Αριστερά εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρές ιδέες: κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα ευκαιριών, δημόσια αγαθά, προστασία της εργασίας και δημοκρατικό έλεγχο της οικονομικής ισχύος. Αυτό που συχνά της λείπει είναι η ικανότητα να μετατρέπει αυτές τις αρχές σε ένα πειστικό σχέδιο για τον 21ο αιώνα.

Δεν αρκεί να υπερασπίζεται τις κατακτήσεις του παρελθόντος. Πρέπει να απαντήσει στις αγωνίες του παρόντος και να οργανώσει τις δυνατότητες του μέλλοντος.

Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι αν η ευρωπαϊκή Αριστερά θα κινηθεί προς το κέντρο ή προς τα αριστερά. Είναι αν θα μπορέσει να συνδυάσει τη ριζοσπαστικότητα των στόχων με την αξιοπιστία της διακυβέρνησης, την κοινωνική προστασία με την οικονομική δυναμική και την ηθική της ταυτότητα με την αποτελεσματικότητα.

Αν το πετύχει, μπορεί να αποτελέσει ξανά δύναμη ιστορικής αλλαγής. Αν αποτύχει, το πολιτικό κενό δεν θα παραμείνει κενό. Θα το καταλάβουν εκείνοι που μετατρέπουν την ανασφάλεια σε φόβο, τον φόβο σε θυμό και τον θυμό σε αυταρχική πολιτική.

Η μάχη για το μέλλον της ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι, τελικά, μια μάχη για το μέλλον της ίδιας της ευρωπαϊκής δημοκρατίας.

 

Αχ. Ταουξής: Ερντογάν και Χίτλερ: Η επικίνδυνη λογική του αναθεωρητισμού και το μάθημα της διεθνούς ανοχής

9
Η Συμφωνία του Μονάχου. επτέμβριος1938
του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.

Οι ιστορικές αναλογίες μπορεί να αστοχούν, όταν γίνονται εύκολες ταυτίσεις. Όμως γίνονται  πολύτιμες όταν σκάβουν στους μηχανισμούς και όχι στα πρόσωπα.

Στα πλαίσια αυτά θα άξιζε να εξετάσουμε  τον ναζιστικό αναθεωρητισμό, με ορισμένες πλευρές της σημερινής τουρκικής πολιτικής και συγκεκριμένα με αυτό που η βιβλιογραφία ονομάζει νεοοθωμανισμό, ή στρατηγική αυτονομία.

Η ακαδημαϊκή συζήτηση δένει την πολιτική του Ερντογάν με την οθωμανική μνήμη, την ισλαμική ταυτότητα, τη δίψα για περιφερειακή ηγεσία και τα τελευταία χρόνια, με πιο βαριά χρήση της στρατιωτικής ισχύος.

Η σύγκριση λοιπόν δεν κυνηγά ταυτίσεις προσώπων. Κυνηγά κοινά μοτίβα, αμφισβήτηση του status quo, επίκληση ιστορικής αδικίας, δίψα για μεγαλύτερη επιρροή, σταδιακή δοκιμή ορίων, εκμετάλλευση της αδράνειας των ισχυρών. Στο σημείο αυτό κρύβεται το πραγματικό ιστορικό μάθημα.
Τσάμπερλεν
Όλα ξεκινούν από μια αμφισβήτηση...Κάθε αναθεωρητική πολιτική ξεκινά από μια απλή, σχεδόν αθώα φράση, ‘όπως  ” η σημερινή κατάσταση δεν μας ικανοποιεί. Πρέπει να αλλάξει….”. Κάποιος καλοπροαίρετος θα πεί ότι αυτή από μόνη της, δεν είναι έγκλημα. Κάθε κράτος έχει δικαίωμα να θέλει αλλαγές. Το κρίσιμο όμως ερώτημα που μετράει είναι με ποιον τρόπο τις διεκδικεί.

Η εξωτερική πολιτική του Ερντογάν έχει κάνει τη στροφή, από μια πιο ευρωπαϊκή,  οικονομοκεντρική στάση, σε μια διεκδικητική, στρατηγικά αυτόνομη, στρατιωτικοποιημένη γραμμή. Η «Γαλάζια Πατρίδα», η παρουσία στη Συρία, στη Λιβύη, στην Ανατολική Μεσόγειο, στον Καύκασο, η συνεχόμενη κατοχή στην Κύπρο, οι παράνομες διεκδικήσεις στο Αιγαίο αποτελούν κομμάτια της ίδιας μετατόπισης, που η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία περιγράφει πλέον ανοιχτά ως αμφισβήτηση θεμελίων της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης.

Κάτι ανάλογο και  συνέβη και στη μεσοπολεμική Γερμανία. Ο Χίτλερ δεν ξεκίνησε λέγοντας ”θα κατακτήσω την Ευρώπη”. Ξεκίνησε αμφισβητώντας τη μεταπολεμική τάξη. Και κάθε επιτυχία γεννούσε την επόμενη απαίτηση, σαν χιονοστιβάδα που παίρνει φόρα.Αυτό είναι το πρώτο μάθημα.

Η αναθεωρητική πολιτική δεν γίνεται επικίνδυνη με την πρώτη απαίτηση. Γίνεται επικίνδυνη τη στιγμή που καταλαβαίνει ότι η πρώτη απαίτηση δεν κόστισε τίποτα.

Ο αναθεωρητισμός σπάνια παρουσιάζεται με το πραγματικό του όνομα. Ντύνεται πάντα τον μανδύα της αποκατάστασης της δικαιοσύνης. Ο Χίτλερ επικαλούνταν την ‘‘αδικία» των Βερσαλλιών”, την προστασία των Γερμανών εκτός Γερμανίας και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης. Η Τουρκία παίζει το ίδιο χαρτί με άλλα ονόματα όπως ιστορία, ασφάλεια, δικαιώματα Τουρκοκυπρίων, «εθνική ασφάλεια», και τον ρόλο που θεωρεί ότι της αναλογεί λόγω γεωπολιτικού μεγέθους. Ο μηχανισμός επαναλαμβάνεται σαν καλούπι και η πολιτική επιδίωξη ξαφνικά ντύνεται ιστορικό ή ηθικό δικαίωμα, και όταν μια κυβέρνηση καταφέρει να πείσει την κοινωνία της ότι δεν ζητά κάτι καινούργιο, αλλά απλά ”παίρνει πίσω” κάτι δικό της, η υποχώρηση γίνεται πολιτικά σχεδόν αδύνατη.
Κατά τη γνώμη μου όμως το πιο επικίνδυνο κοινό στοιχείο αποτελεί η σταδιακή δοκιμή των ορίων. Ο Χίτλερ έμαθε κάτι πολύ σημαντικό από τις αντιδράσεις των άλλων και συγκεκριμένα ότι μπορούσε,  μπορούσε να όλο και περισσότερο, και μετά λίγο ακόμη. Ο επανεξοπλισμός, η Ρηνανία, η Αυστρία, η Σουδητία, με κάθε βήμα να έχει διαφορετικό χαρακτήρα, κάθε βήμα να μοιάζει μεμονωμένο. Η συνολική εικόνα όμως φάνηκε μόνο εκ των υστέρων, όταν πια ήταν αργά. Αυτό ακριβώς είναι το πιο χρήσιμο ιστορικό μάθημα για τη σημερινή Τουρκία.
Η Άγκυρα έχει δείξει, ξανά και ξανά, ότι ξέρει να συνδυάζει τετελεσμένα, στρατιωτική ισχύ, απειλή, διπλωματική πίεση και διαπραγμάτευση σε ένα ενιαίο πακέτο. Εισβολή στη Κύπρο, στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία, στρατιωτική παρέμβαση στη Λιβύη υπέρ της κυβέρνησης της Τρίπολης, γεωτρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο , το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, κατατεθειμένο επίσημα στον ΟΗΕ, αμφισβητημένο σφόδρα από Ελλάδα και Ευρώπη, όλα ένα ενιαίο πακέτο!

Η μέθοδος είναι απλή στα χαρτιά και ύπουλη στην πράξη Πρώτα φτιάχνω μια νέα πραγματικότητα στο έδαφος και μετά καλώ τους άλλους να διαπραγματευτούν πάνω σε αυτήν. Το κλασικό προβάδισμα του τετελεσμένου!

Στο σημείο αυτό εμφανίζεται το μεγάλο πρόβλημα.  Η διεθνής κοινότητα! Εδώ κρύβεται η πιο ουσιαστική σύγκριση με την εποχή του Χίτλερ. Όχι επειδή οι σημερινοί ηγέτες αντιγράφουν τον Τσάμπερλεν, αλλά επειδή οι μεγάλες δυνάμεις, τότε όπως και τώρα, ζυγίζουν κάθε αναθεωρητική κίνηση με έναν απλό υπολογισμό κόστους. Πόσο μακριά μπορούμε να αφήσουμε τα πράγματα να πάνε, χωρίς να ανοίξουμε μεγαλύτερη κρίση. Ο υπολογισμός είναι απόλυτα λογικός, με όρους realpolitik, δημιουργεί όμως έναν φαύλο κύκλο.

Η Γερμανία του ’30 ήξερε ότι οι δυτικές δημοκρατίες φοβόντουσαν έναν νέο μεγάλο ευρωπαϊκό πόλεμο. Η σημερινή Τουρκία ξέρει ότι η Δύση έχει πολύ ισχυρούς λόγους να μη ρίξει εντελώς τις γέφυρες μαζί της.

Στο σημείο αυτό μπαίνει ένας τεράστιος, αμετάθετος παράγοντας, η γεωγραφία. Η Τουρκία κάθεται πάνω στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μαύρης Θάλασσας, Καυκάσου, Μέσης Ανατολής. Το ΝΑΤΟ το αναγνωρίζει ανοιχτά — η στρατηγική βαρύτητα της Τουρκίας για τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας δεν αμφισβητείται. Η Δύση, λοιπόν, δεν έχει την πολυτέλεια να τη μεταχειρίζεται σαν ένα οποιοδήποτε τρίτο κράτος και αυτό  ακριβώς δημιουργεί το πρόβλημα. Η Δύση αντιδρά χαλαρά, πότε με ευχολόγιο, πότε με αναποτελεσματικά μέτρα. Εδώ φαίνεται η διαφορά ανάμεσα στη δήλωση και στην αποτροπή. Άλλο να λες ότι μια ενέργεια είναι απαράδεκτη και άλλο να πείθεις τον αντίπαλο ότι θα πληρώσει κόστος αν επιμείνει. Αν το δεύτερο δεν υπάρχει, το πρώτο χάνει την αξία του.
Κάθε αναθεωρητική δύναμη ενδιαφέρεται πρωτίστως για ένα πράγμα. Πού βρίσκεται η πραγματική κόκκινη γραμμή . Όχι η θεωρητική. Η πραγματική.

Αν ένα κράτος δέχεται επί χρόνια διαμαρτυρίες, καταδίκες και ανακοινώσεις, αλλά βλέπει ελάχιστο πρακτικό κόστος, τότε μαθαίνει κάτι πολύ απλό, ότι μπορεί να πάει λίγο παραπέρα. Και μετά λίγο ακόμη. Αυτό ήταν το μεγάλο μάθημα της δεκαετίας του 1930. Η αποτροπή δεν αποτυγχάνει επειδή οι δηλώσεις είναι ήπιες. Αποτυγχάνει επειδή δεν είναι αξιόπιστες.

Για την Ελλάδα, το θέμα δεν είναι θεωρητικό, αλλά  άμεσο, πρακτικό και υπαρξιακό. Δεν μιλάμε για μια μακρινή κρίση σε άλλη ήπειρο. Μιλάμε για έναν γείτονα με τον οποίο η ένταση μπορεί να επηρεάσει ζωές μέσα σε λίγες ώρες. Πίσω από κάθε χάρτη υπάρχουν άνθρωποι. Ο ψαράς, ο ναυτικός, ο πιλότος, ο στρατιώτης, η οικογένεια που ακούει τις ειδήσεις και μετρά τις ώρες με αγωνία. Ο αναθεωρητισμός δεν παράγει μόνο διπλωματική ένταση. Παράγει ανασφάλεια και μόνιμη πίεση.

Γι’ αυτό και η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε αδράνεια ούτε υστερία. Χρειάζεται αποτροπή, ψυχραιμία, συμμαχίες, διεθνές δίκαιο και ξεκάθαρη στρατηγική.

Η ισχύς δεν είναι μόνο εξοπλισμοί.Συχνά η άμυνα συζητιέται μόνο με όρους αριθμών. Αεροσκάφη, φρεγάτες, πύραυλοι, drones. Όλα είναι σημαντικά. Αλλά δεν αρκούν. Η πραγματική ισχύς μιας χώρας είναι και άνθρωποι. Είναι εκπαίδευση, ετοιμότητα, πειθαρχία, συνοχή και εμπιστοσύνη. Είναι η βεβαιότητα ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν υπάρχουν για το θεαθήναι, αλλά για να αποτρέπουν και, αν χρειαστεί, να ανταποκρίνονται.
Για την Ελλάδα, το Πολεμικό Ναυτικό έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι απλώς ένας στόλος για το Αιγαίο. Είναι εργαλείο εθνικής αποτροπής σε έναν ευρύτερο θαλάσσιο χώρο όπου διακυβεύονται κυριαρχικά δικαιώματα, ενεργειακές διαδρομές και στρατηγικά συμφέροντα. Η ισχύς αυτή δεν κρίνεται μόνο στο χαρτί. Κρίνεται στη διαθεσιμότητα, στην εκπαίδευση, στη διοίκηση, στη διακλαδικότητα και στην ετοιμότητα και στο ηθικό του προσωπικού.
Το 1938 δεν πρέπει να το θυμόμαστε μόνο ως το «λάθος του Τσάμπερλεν». Πρέπει να το θυμόμαστε ως την αποτυχία ενός ολόκληρου συστήματος να καταλάβει έγκαιρα ότι η λογική του αντιπάλου είχε αλλάξει. Οι παραχωρήσεις δεν λειτούργησαν ως σταθεροποιητικός παράγοντας. Λειτούργησαν ως σήμα ότι μπορούσαν να ζητηθούν κι άλλα.
Αυτό είναι το πραγματικό μάθημα: κάθε υποχώρηση πρέπει να κρίνεται όχι μόνο για το άμεσο αποτέλεσμα, αλλά και για το τι μήνυμα στέλνει για την επόμενη κίνηση.
Γιατί ο τελικός στόχος της ισχύος δεν είναι να οδηγήσει στη σύγκρουση αλλά να την κάνει περιττή. Αυτό να είναι το πιο σημαντικό μάθημα που μας αφήνει η ιστορία. Όταν η ειρήνη θεωρείται δεδομένη, γίνεται εύθραυστη. Όταν όμως προστατεύεται με αποφασιστικότητα, τότε η δύναμη παύει να είναι απειλή και γίνεται εγγύηση.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ελληνικό πρόβλημα. Αυτό της έλλειψης μιας συνεκτικής υψηλής στρατηγικής. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια διαχρονική τουρκική αναθεωρητική πολιτική με αποσπασματικές κινήσεις, χωρίς το θεσμικό βάρος ενός πραγματικά ανεξάρτητου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας που θα εξασφάλιζε συνέχεια, συντονισμό και στρατηγική συνοχή.

Όσο η αντίδραση παραμένει κατακερματισμένη και όχι ενιαία, τόσο ο αντίπαλος θα αξιοποιεί τα κενά, τις καθυστερήσεις και τις εσωτερικές ασυνέχειες. Κάθε πρόκληση απαιτεί άμεση απάντηση. Όταν νοιώσουν ότι το τίμημα που θα πληρώσουν είναι πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε όφελος, δεν θα τολμήσουν. Η ιστορία αποτελεί την επιβεβαίωση αυτού!

Αχιλλεύς Ταουξής

Ο Αχιλλέας Ταουξής είναι Υποστράτηγος ε.α. του Ελληνικού Στρατού, με πολυετή εμπειρία στους τομείς της αμυντικής πολιτικής, της στρατηγικής και των διεθνών σχέσεων. Έχει διατελέσει Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, καθώς και Διευθυντής της ελληνικής Προεδρίας της Συντονιστικής Επιτροπής της Διαβαλκανικής Υπουργικής Άμυνας (SEDM-CC/PMSC). Το 2023, ως στέλεχος του ΓΕΕΘΑ, διηύθυνε τη Γραμματεία Συντονισμού Διασκέψεων Διεθνών Οργανισμών και εκπροσώπησε τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ στην έναρξη του NATO Training Technology Conference στην Αθήνα. Έχει επίσης συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες για τη διεθνή ασφάλεια, το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Χρήστος Καπούτσης: Από το Ἄπειρον του Αναξίμανδρου στην Τεχνητή Νοημοσύνη.

0
Το Σύμπαν του Αναξίμανδου

Η μεγάλη περιπέτεια του ανθρώπου να κατανοήσει τη νόηση  και τα όριά της

 

Του Χρήστου Καπούτση (*)

Από την πρώτη  υπολογιστική μηχανή μέχρι τη σημερινή Τεχνητή Νοημοσύνη, ο άνθρωπος δεν κατασκευάζει απλώς όλο και πιο ισχυρά εργαλεία. Επιχειρεί κάτι πολύ βαθύτερο: να εξωτερικεύσει τη σκέψη του, να μετατρέψει τη λογική, τη μνήμη, τη γλώσσα και την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων σε μηχανική διαδικασία.

Η ιστορία των υπολογιστών είναι, με αυτή την έννοια, μια ιστορία μεταμόρφωσης. Η ύλη οργανώνεται σε μηχανισμό, ο μηχανισμός σε υπολογισμό, ο υπολογισμός σε αλγόριθμο και ο αλγόριθμος, σήμερα, σε ένα σύστημα που μπορεί να επεξεργάζεται γλώσσα, εικόνες, γνώσεις και ιδέες.

Τζον Φον Νόϊμαν

Ένας από τους ανθρώπους που άλλαξαν για πάντα αυτή την πορεία ήταν ο  φον Νόιμαν.

Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι υπολογιστικές μηχανές προγραμματίζονταν σε μεγάλο βαθμό με την αλλαγή καλωδίων και συνδέσεων. Ο φον Νόιμαν συνέλαβε μια φαινομενικά απλή, αλλά επαναστατική ιδέα: οι εντολές του προγράμματος να αποθηκεύονται στην ίδια μνήμη με τα δεδομένα.

Έτσι γεννήθηκε η περίφημη «αρχιτεκτονική von Neumann», πάνω στην οποία στηρίχθηκε μεγάλο μέρος της εξέλιξης των σύγχρονων υπολογιστών.

Η ιδέα αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε μέσα σε πνευματικό κενό. Ο φον Νόιμαν ανήκε σε μια εποχή όπου τα ίδια τα θεμέλια των μαθηματικών και της λογικής δοκιμάζονταν στα άκρα τους.

Πριν από αυτόν, ο Γκέοργκ Κάντορ είχε κάνει κάτι που έμοιαζε σχεδόν αδιανόητο: έβαλε το Άπειρο μέσα στα μαθηματικά. Έδειξε ότι δεν υπάρχει ένα μόνο «μέγεθος» απείρου, αλλά διαφορετικά μεγέθη απείρου. Απέδειξε ότι υπάρχουν άπειρα… Άπειρα!!!  

Έτσι, το άπειρο έπαψε έτσι να είναι μόνο μια ποιητική ή μεταφυσική έννοια και έγινε αντικείμενο αυστηρής μαθηματικής μελέτης

Και ύστερα ήρθε ο Κουρτ Γκέντελ.

Κούρτ Γκέντελ

Με τα περίφημα θεωρήματα της «Μη πληρότητας» ο Γκέντελ έδειξε  ότι, σε κάθε αρκετά ισχυρό και συνεπές μαθηματικό σύστημα, υπάρχουν αληθείς προτάσεις που δεν μπορούν να αποδειχθούν μέσα στο ίδιο το σύστημα. Η απόδειξή της, βρίσκεται σε ένα «άλλο» σύστημα, άλλους κανόνες, αρχές και αξιώματα, που δεν τα κατανοεί, το συγκεκριμένο, πλήρες και συνεπές μαθηματικό  σύστημα… Η αυστηρότερη μορφή λογικής που δημιούργησε ο άνθρωπος , τα μαθηματικά, έχουν  τα δικά της όρια.

Ας πάρουμε, ως φιλοσοφικό παράδειγμα, την κατάφαση της πρότασης «Υπάρχει Θεός». Με τα σημερινά επιστημονικά και μαθηματικά εργαλεία δεν διαθέτουμε καθολικά αποδεκτή απόδειξη,  ούτε για την επιβεβαίωση,  ούτε για τη διάψευσή της. Η αδυναμία απόδειξης δεν ισοδυναμεί με διάψευση.

Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο παράδοξο του Γκέντελ: τα θεωρήματα της Μη Πληρότητας έδειξαν ότι ακόμη και τα ισχυρά μαθηματικά συστήματα δεν μπορούν να περικλείσουν όλη την αλήθεια τους. Και το μεγαλείο του ανθρώπινου νου είναι ότι κατάφερε να ανακαλύψει το ίδιο του το όριο. Να γνωρίζει,  όχι μόνο όσα μπορεί να γνωρίσει, αλλά και να αναγνωρίζει εκεί όπου η γνώση συναντά τα όριά της… ίσως την αφετηρία  του αδιανόητου. Συνεπώς, η ανθρώπινη γνώση έχει πεπερασμένα όρια.

Κι εδώ,  συναντούμε έναν άνθρωπο που έζησε περίπου 2.600 χρόνια νωρίτερα: τον Αναξίμανδρο.

 Ο Αναξίμανδρος, είναι ο πρώτος άνθρωπος που συνέλαβε και  εισήγαγε το Άπειρον ως αρχή των πάντων, ά-πειρο, χωρίς πέρας, αλλά και αδιαπέραστο στην ανθρώπινη νόηση.

Είναι εντυπωσιακό ότι, τόσους αιώνες αργότερα, η σύγχρονη κοσμολογία και η θεωρητική φυσική εξακολουθούν να συναντούν,  ένα παρόμοιο θεμελιώδες ερώτημα:

Πού τελειώνουν τα όρια αυτού που μπορούμε να γνωρίσουμε;

Και σήμερα προστίθεται ένας ακόμη πρωταγωνιστής: η Τεχνητή Νοημοσύνη. Οι σύγχρονες μηχανές μπορούν να γράφουν, να μεταφράζουν, να δημιουργούν εικόνες και να συνομιλούν με τρόπο που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε αποκλειστικά ανθρώπινο.

Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι διαθέτουν συνείδηση. Ούτε ότι κατανοούν τον κόσμο όπως ο άνθρωπος. Η μεγάλη πρόκληση βρίσκεται ακριβώς εκεί.

Μπορεί η πληροφορία να γίνει γνώση;

Μπορεί η γνώση να γίνει σοφία;

Και μπορεί ποτέ ένας αλγόριθμος να αποκτήσει συνείδηση;

Και αν αποκτήσει;

Ίσως εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη σημασία της μεγάλης διαδρομής από τον Αναξίμανδρο στον Κάντορ, από τον Γκέντελ στον φον Νόιμαν και από εκεί στην Τεχνητή Νοημοσύνη.

Ο Κάντορ μας έδειξε ότι το Άπειρο είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο νομίζαμε. Ο Γκέντελ ότι η αλήθεια δεν εξαντλείται στην τυπική απόδειξη, αφού υπάρχουν Αλήθειες που δεν αποδεικνύονται.  Και ο φον Νόιμαν ότι η λογική μπορεί να μετατραπεί σε μηχανή.

Και η Τεχνητή Νοημοσύνη μας θέτει τώρα το πιο παράξενο ερώτημα απ’ όλα: Μπορεί μια μηχανή που κατασκευάστηκε από τον άνθρωπο να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τον ίδιο τον άνθρωπο; Ή και να τον ξεπεράσει;

Ίσως, λοιπόν, η μεγάλη αλυσίδα να είναι:

Άπειρον → Άπειρα → Όρια της λογικής → Μηχανική νόηση → ;

Το ερωτηματικό είναι το πιο ενδιαφέρον σύμβολο.

Μπορεί μια πεπερασμένη ανθρώπινη νόηση να κατανοήσει ποτέ το άπειρο που την περιβάλλει; Ή κάθε απάντηση θα γεννά ένα ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα;

Ίσως αυτή να είναι η πραγματική περιπέτεια της ανθρώπινης νόησης: κάθε φορά που διευρύνει τα όριά της, να ανακαλύπτει ότι το άγνωστο δεν τελειώνει,  απλώς μετακινείται λίγο πιο πέρα.  «Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», αποδίδεται στον Σωκράτη. Είκοσι πέντε αιώνες αργότερα, η επιστήμη μοιάζει να επιβεβαιώνει, την αρχαία σοφία: κάθε κατάκτηση της γνώσης δεν κλείνει τον ορίζοντα,  τον διευρύνει.

  Η ανθρώπινη νόηση δεν φθάνει ποτέ σε ένα τελευταίο σημείο. Προχωρεί διαρκώς προς την Αλήθεια και, κάθε φορά που νομίζει ότι την πλησίασε, ανακαλύπτει πίσω της έναν ακόμη, μεγαλύτερο ορίζοντα.

Ίσως η μεγαλύτερη περιπέτεια του ανθρώπινου νου να είναι αυτή η ακροβασία στα απώτατα όρια της λογικής, εκεί όπου η λογική εφάπτεται με την αρχή της παραφροσύνης, όπου η ανθρώπινη νόηση κατακτά τα αδιανόητα του χθες, μόνο και μόνο για να συναντήσει ένα νέο Άγνωστο.

Έναν αέναο κύκλο, στον οποίο η Αλήθεια ίσως αποκαλυφθεί μόνον όταν, κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή, «τὰ ἔσχατα γένωνται παρόντα».

Ο Κάντορ, ο Γκέντελ, ο φον Νόιμαν στάθηκαν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, πάνω σε αυτή την άκρη , στα δυσδιάκριτα όρια της λογικής και του αδιανόητου…             

•        Συνιστώ για μελέτη το MANIAC του Χιλιανού συγγραφέα Benjamín Labatut . Είναι ένα υβρίδιο λογοτεχνίας, ιστορίας των ιδεών και φιλοσοφίας της επιστήμης. Το μεγάλο επίτευγμα του βιβλίου είναι ότι δείχνει πως οι μεγαλύτερες επιστημονικές ανακαλύψεις δεν γεννήθηκαν από βεβαιότητες, αλλά από αμφιβολίες.

( *) Ο Χρήστος Καπούτσης είναι Δημοσιογράφος, διαπιστευμένος στα υπουργεία Εξωτερικών (από το 1998) και Εθνικής Άμυνας (από το 1991) μέχρι και σήμερα. Συγγραφέας μέλος της Ένωσης Μεσσήνιων Συγγραφέων.  Μαθηματικός,  Πτυχιούχος του ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΥ Τμήματος της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών ( την περίοδο από το 1987 μέχρι και το 2002 εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση σε πολλά φροντιστήρια της Αθήνας).  Λοχαγός ε.α. απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων (ΣΣΕ 1978) και της Σχολής Αλεξιπτωτιστών.  Διετέλεσε Ειδικός Σύμβουλος του αειμνήστου Δημάρχου Αθηναίων ΑΝΤΩΝΗ ΤΡΙΤΣΗ. Έχει συνεργαστεί με εφημερίδες (Το Παρόν), περιοδικά, για 20 χρόνια είχε τηλεοπτική εκπομπή και ήταν σχολιαστής στο Κεντρικό Δελτίο  Ειδήσεων του BLUE SKY T.V.. Και από το 1998 μέχρι και σήμερα εργάζεται στον Δημοτικό Ρ/Σ της Πρωτεύουσας τον ιστορικό ΑΘΗΝΑ984.

 

 

Το «σύνδρομο της Κάσου» παραλίγο να τορπιλίσει το καλώδιο Ελλάδας – Ιταλίας

2
Φωτο: Η Ιταλίδα Πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι και ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Credit: Aris Oikonomou

Το BusinessDaily αποκαλύπτει το παρασκήνιο του καλωδίου δεδομένων Ελλάδας – Ιταλίας. Πώς ο GreenMed πήγε να τιναχτεί στον αέρα. Η ασάφεια της Ρώμης, η στιβαρή στάση της Αθήνας και τα επόμενα βήματα ενός σημαντικού γεωπολιτικά έργου.

Το «σύνδρομο της Κάσου» που έχει επηρεάσει σοβαρά και πολυεπίπεδα τους σχεδιασμούς του υπουργείου Εξωτερικών στην Ανατολική Μεσόγειο, λίγο έλειψε να τορπιλίσει τον GreenMed, το υποθαλάσσιο καλώδιο δεδομένων Ελλάδας – Ιταλίας.

Το έργο, μήκους περίπου 3.700 χιλιομέτρων, αναπτύσσεται από την ιταλική εταιρεία Sparkle.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της, προβλέπει τη διασύνδεση της Ιταλίας μέσω Αδριατικής με: την Κροατία, το Μαυροβούνιο, την Αλβανία, την Ελλάδα (συγκεκριμένα την Κρήτη) και το Ισραήλ, προτού επεκταθεί στην ευρύτερη περιοχή.

Η Κρήτη έχει κομβικό ρόλο στους σχεδιασμούς της Sparkle, καθώς η ιταλική εταιρεία προτίθεται να δημιουργήσει και δεύτερο κέντρο δεδομένων (data center) στο νησί. Το πρώτο κέντρο είναι ο σταθμός προσαιγιάλωσης του BlueMed, ενός έτερου καλωδίου δεδομένων της εταιρείας που βρίσκεται ήδη σε λειτουργία.

Εξάλλου, και στην Κοινή Διακήρυξη της 12ης Μαΐου 2025 που ακολούθησε το δεύτερο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στη Ρώμη, Ελλάδα και Ιταλία εξέφρασαν ρητά την πρόθεσή τους να συνεργαστούν τόσο σε έργα δεδομένων -όπως ο GreenMed και ο BlueMed- όσο και στο πεδίο των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, όπως η υπάρχουσα γραμμή GRITA και η υπό ανάπτυξη GRITA 2.

Η βασική ανησυχία της Αθήνας, που αναζωπυρώθηκε στις αρχές του περασμένου Ιουλίου, αφορούσε την όδευση του καλωδίου.

Αφενός για το ενδεχόμενο μιας αντίδρασης της Άγκυρας όταν θα εκτελούνταν οι έρευνες –όπως στην Κάσο τον Ιούλιο του 2024- αφετέρου για την πιθανότητα να προβεί η ιταλική πλευρά (επισήμως η ιδιωτική εταιρεία, ανεπίσημα το υπουργείο Εξωτερικών) σε κάποια συνεννόηση με την τουρκική.

Η δημιουργική ασάφεια της Ρώμης στις κατ’ ιδίαν διμερείς επαφές -που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητηθούν άδειες για τις έρευνες και από άλλες χώρες- σε συνδυασμό με τις ιταλικές πιέσεις προς την Ελλάδα να εκφράσει την πολιτική της υποστήριξη, αποστέλλοντας επιστολή (LoS – Letter of Support) στην Κομισιόν ώστε να προλάβει τις σφιχτές προθεσμίες χρηματοδότησης του έργου, έφεραν την Αθήνα σε δύσκολη θέση.

Τον χειρισμό της υπόθεσης ανέλαβε προσωπικά η μόνιμη υπηρεσιακή υφυπουργός Εξωτερικών, πρέσβης Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου.

Σύμφωνα με άριστα πληροφορημένες πηγές, η κυρία Παπαδοπούλου φέρεται να διαμήνυσε μέσω των αρμόδιων διαύλων στη Ρώμη ότι για την Αθήνα δεν υπάρχει το ενδεχόμενο αποσύνδεσης της όδευσης από την πολιτική υποστήριξη του έργου από πλευράς Ελλάδος.

Μάλιστα, η Αθήνα ξεκαθάρισε ευθέως στη Ρώμη ότι είναι διατεθειμένη να απεμπλακεί από το έργο αν δεν υπάρξει νέα όδευση με συγκεκριμένες τεχνικές λεπτομέρειες. Στις εσωτερικές διεργασίες του υπουργείου Εξωτερικών είχε καταστεί σαφές: «δεν θα διακινδυνεύσουμε τα δικαιώματά μας».

Μπροστά στην καθαρή θέση της Αθήνας, η ιταλική πλευρά έκανε ένα βήμα πίσω: ζήτησε από την ελληνική πλευρά να αποστείλει τη LoS στην Κομισιόν, διαβεβαιώνοντάς την ότι αφενός η νέα όδευση θα χαραχθεί από κοινού μεταξύ Αθήνας και Ρώμης (στο υποθαλάσσιο κομμάτι που αφορά την Ελλάδα)· αφετέρου, ότι η ίδια δεν θα αναζητήσει άδεια ή έγκριση από χώρες που δεν έχουν αρμοδιότητα (βλέπε Τουρκία).

Εντέλει, με τη σύμφωνη γνώμη του υπουργείου Εξωτερικών, το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης απέστειλε εμπρόθεσμα την LοS στην Κομισιόν.

Παράλληλα, ως πολιτικό επιστέγασμα, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, απάντησε στην σχετική με το έργο επιστολή που του είχε αποστείλει ο Ιταλός ομόλογός του, Αντόνιο Ταγιάνι.

Ευλόγως, η Ρώμη δεν ήθελε να τιναχθεί στον αέρα ένα έργο ιταλικών συμφερόντων κόστους δεκάδων εκατομμυρίων και μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας, οπότε αποδέχθηκε τον ελληνικό ελιγμό.

Από πλευράς της, η Αθήνα συγκατένευσε στη νέα κατάσταση των πραγμάτων, καθώς οι άτυποι χάρτες που φαίνεται να είδαν οι αξιωματούχοι της έδειχναν διαφορετική όδευση από την αρχική -κάτι που, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι πρόκειται για την τελική/επίσημη όδευση.

Σύμφωνα με άριστα πληροφορημένες πηγές, η νέα όδευση θα ομοιάζει με του BlueMed, η οποία ομολογουμένως είναι αρκετά σύνθετη γιατί διακλαδώνεται πολύπλευρα.

Αφότου ξεπεράστηκε η πολιτική κρίση, το επόμενο βήμα του GreenMed είναι το πιο σύνθετο, καθώς περιλαμβάνει το τεχνικό σκέλος: τις μελέτες για την οριστικοποίηση της διαδρομής του καλωδίου και το χρονοδιάγραμμα των ερευνών (βάθη, γεωλογία κ.λπ.).

Στη συνέχεια, η Sparkle θα αιτηθεί άδεια από την Επιτροπή Χορήγησης Αδειών Ερευνών Θαλάσσης(ΕΧΑΕΘ), την ειδική διυπουργική επιτροπή του υπουργείου Εξωτερικών (αρμόδια για τις προπαρασκευαστικές θαλάσσιες έρευνες βυθού) μετά τη χορήγηση της οποίας θα εκδοθεί η σχετική NAVTEX για την έναρξη των ερευνών.

businessdaily.gr

Ν. Ιγγλέσης: Τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα και η ξεχασμένη ελληνική ΑΟΖ

0

Του Νίκου Ιγγλέση

21/08/2026

 

Τα υπουργεία Εξωτερικών σε Αθήνα και Άγκυρα εκδίδουν, τις τελευταίες ημέρες, σχεδόν ταυτόσημες ανακοινώσεις που αναφέρουν ότι η εκατέρωθεν θέσπιση θαλάσσιων πάρκων, αλλά και διαφόρων χωροταξικών πλαισίων για ΑΠΕ, τουρισμό κ.α. είναι μονομερείς ενέργειες που δεν μπορούν να παράγουν νομικά αποτελέσματα γιατί δεν είναι σύμφωνες με το Διεθνές Δίκαιο. Καλά ξεμπερδέματα!

Με δύο προεδρικά διατάγματα που υπέγραψε, το Δεκαπενταύγουστο, ο Ερντογάν, η Τουρκία θέσπισε δύο θαλάσσια πάρκα. Ένα στο Β. Αιγαίο μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης και ένα πολύ μεγαλύτερο στην Α. Μεσόγειο, που περικλείει το Καστελλόριζο και εξαφανίζει την επήρειά του στις θαλάσσιες ζώνες πέραν των χωρικών υδάτων (βλέπε χάρτη). Τα πάρκα αυτά είναι αυθαίρετα και παράνομα, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, γιατί επεκτείνονται πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης της Τουρκίας, σε διεθνή ύδατα, στα οποία δεν έχει κυριαρχικά δικαιώματα. Αυτά τα θαλάσσια πάρκα είναι ένα τσεκάρισμα των όποιων ελληνικών αντιδράσεων πριν τη νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η Ελλάδα, από την πλευρά της, έχει θεσπίσει δύο θαλάσσια πάρκα, ένα στο Ιόνιο και ένα στις νότιες Κυκλάδες, αλλά, εντός των χωρικών υδάτων της. Η χώρα μας έχει από το 2025 καταθέσει ένα συνολικό Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό (ΘΧΣ) με βάση τα απώτατα όρια της υφαλοκρηπίδας της, αφού αυτή δεν έχει οριοθετηθεί. Βεβαίως ΘΧΣ με βάση την υφαλοκρηπίδα, που αφορά μόνο τον βυθό και το υπέδαφος αυτού, δεν μπορεί να υπάρξει γιατί η θάλασσα από πάνω είναι διεθνή ύδατα. Γι’ αυτό τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα περιορίστηκαν μέσα στα χωρικά ύδατα.

Πολλές φορές στην αρθρογραφία της «Ελληνικής Αντίστασης» έχουμε επισημάνει την ατολμία και τη δειλία της ελληνικής Κυβέρνησης να κηρύξει (όχι να οριοθετήσει) τη συνολική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της χώρας. Μια ατολμία και δειλία που υποσκάπτει τα εθνικά συμφέροντα, γιατί στην  ΑΟΖ του ένα κράτος έχει κυριαρχικά δικαιώματα εκτός της υφαλοκρηπίδας και στα θαλάσσια ύδατα υπεράνω αυτής.  Η Αθήνα σ’ όλες τις επίσημες ανακοινώσεις της αναφέρει ότι η μόνη διαφορά με την Τουρκία είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Είναι αλήθεια τόσο άσχετοι; Δεν γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να κάνουν δύο οριοθετήσεις; Δεν γνωρίζουν ότι η ΑΟΖ περιλαμβάνει και την υφαλοκρηπίδα; Όχι δεν είναι άσχετοι, απλώς παραπλανούν τον ελληνικό λαό.

Η Ελλάδα έχει κάνει μέχρι σήμερα δύο οριοθετήσεις με την Ιταλία και μερική με την Αίγυπτο. Και στις δύο περιπτώσεις οριοθετήθηκε ΑΟΖ, όχι υφαλοκρηπίδα. Η Κυπριακή Δημοκρατία οριοθέτησε με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και το Λίβανο ΑΟΖ, όχι υφαλοκρηπίδα. Μόνο η Τουρκία «οριοθέτησε» παράνομα με τα Κατεχόμενα υφαλοκρηπίδα. Η υφαλοκρηπίδα εξυπηρετεί την τουρκική επιχειρηματολογία ότι τα νησιά του Αιγαίου επικάθονται δήθεν στην υφαλοκρηπίδα της Ανατολίας. Η Ελλάδα γιατί ακόμη μιλάει για οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας; Για να μη δυσαρεστήσει τους Τούρκους;

Οι τουρκικές αξιώσεις

– Το Αιγαίο και η Μεσόγειος είναι κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες και γι’ αυτό δεν επιτρέπεται η επέκταση των χωρικών υδάτων από τα σημερινά 6 ν.μ. (casus belli).

– Για τον ίδιο λόγο, τα νησιά δεν μπορούν να έχουν επήρεια σε άλλες θαλάσσιες ζώνες (συνορεύουσα ζώνη, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ).

– Η όποια οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας οφείλει να γίνει στη μέση απόσταση των ηπειρωτικών ακτών των δύο χωρών (25ος Μεσημβρινός-περίπου στη μέση του Αιγαίου).

– Η χάραξη του τουρκολιβυκού μνημονίου, που διέρχεται λίγο έξω από τα ελληνικά χωρικά ύδατα της Ρόδου, Καρπάθου, Κάσου και Κρήτης είναι νομικά ισχυρή και δεν αμφισβητείται.

– Η ιδιοκτησία ορισμένων γεωγραφικών σχηματισμών (νησιών) του Αιγαίου δεν έχει μεταβιβαστεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω Διεθνών Συνθηκών.

– Ο νόμος που θα καθιστά εσωτερικό δίκαιο το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και θα περιλαμβάνει όλα τα ανωτέρω θα έρθει προς ψήφιση το προσεχές διάστημα.

Εκτός αν η ελληνική πλευρά το αποτρέψει. Πώς όμως;

Η στρατηγική αξία της ΑΟΖ

Η Ελλάδα θα έπρεπε, όφειλε, εδώ και χρόνια να έχει κηρύξει τη συνολική ΑΟΖ, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό «χάρτη της Σεβίλλης», στην οποία θα περιλαμβάνονται και οι δύο οριοθετημένες περιοχές με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Θα έπρεπε επίσης να έχει προχωρήσει σε οριοθέτηση με την Κυπριακή Δημοκρατία, αδιαφορώντας για τις υποκριτικές αντιδράσεις της Τουρκίας. Πώς η τελευταία οριοθέτησε υφαλοκρηπίδα με την αυτοαποκαλούμενη «ΤΔΒΚ»; Αυτή είναι μια παράνομη οριοθέτηση, αφού η «ΤΔΒΚ» δεν είναι διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, την αναγνωρίζει μόνο η Τουρκία.

Η κήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ θα έλυνε, κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, το θέμα της οριοθέτησης με την Τουρκία. Οριοθέτηση απαιτείται όταν οι ακτές δύο χωρών είναι αντικείμενες ή παρακείμενες. Στην περίπτωση του Αιγαίου, όμως, όλη η ΑΟΖ θα περιβάλλεται από ελληνικές ακτές:  Μεταξύ Σαμοθράκης-Λήμνου και των ακτών της Χαλκιδικής, μεταξύ Λέσβου και των ακτών της Μαγνησίας, μεταξύ Χίου και των ακτών της Εύβοιας, μεταξύ Σάμου-Ικαρίας και των ακτών της Αττικής, μεταξύ Κω-Ρόδου και των ακτών της Πελοποννήσου κ.ο.κ. όλη η θαλάσσια έκταση θα είναι ελληνική ΑΟΖ που δεν απαιτεί καμιά οριοθέτηση. Με ποιόν να οριοθετήσει η Ελλάδα; Με τον εαυτό της;

Η Τουρκία δεν έχει κανένα έρεισμα να διεκδικεί θαλάσσια δικαιώματα σε μια θάλασσα που δεν έχουν προβολή οι ακτές της και αυτό επειδή παρεμβάλλονται τα ελληνικά νησιά του Α. Αιγαίου και τα χιλιάδες άλλα νησιά που είναι διάσπαρτα στο Αρχιπέλαγος. Η μόνη οριοθέτηση που θα απαιτείται είναι για τη μικρή θαλάσσια έκταση μεταξύ των ανατολικών ακτών των νησιών του Α. Αιγαίου και των τουρκικών ακτών. Αυτή η έκταση, στις περισσότερες περιπτώσεις, καλύπτεται ήδη από το εύρος των χωρικών υδάτων των δύο χωρών (6+6 ν.μ.).

Σ’ αυτή την ΑΟΖ του Αιγαίου η Ελλάδα θα έχει τα κυριαρχικά δικαιώματα να θεσμοθετεί θαλάσσια πάρκα πέραν των χωρικών υδάτων της, να προστατεύει το περιβάλλον και τα αλιευτικά αποθέματα, να χωροθετεί ΑΠΕ και άλλες δραστηριότητες, να ποντίζει καλώδια και πολλά άλλα

Αυτός είναι ο λόγος που η Τουρκία δε θέλει να ακούει περί ΑΟΖ και παράλληλα θέτει θέμα ότι ορισμένα νησιά στο Αιγαίο δεν έχουν μεταβιβαστεί στην Ελλάδα μέσω Διεθνών Συνθηκών. Θέλει να διεκδικήσει νησιά, έστω και μικρά, για να διασπάσει την ελληνική ΑΟΖ.

Της  κήρυξης της ελληνικής ΑΟΖ που θα απαντούσε στο τουρκικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», καλόν θα ήταν, αλλά όχι απαραίτητο, να προηγηθεί το κλείσιμο των κόλπων, η χάραξη ευθειών γραμμών βάσης και η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ.

Υ.Γ. 1 Η ΑΟΖ, σε αντίθεση με την υφαλοκρηπίδα, ως νομική έννοια πρέπει να κηρυχθεί αλλιώς δεν υφίσταται.

Υ.Γ. 2 Αναλυτικά για το όλο θέμα βλέπε το παλαιότερο δοκίμιο (με χάρτες) του γράφοντος «Το διακύβευμα στις θαλάσσιες ζώνες».

Πηγή : www.ellinikiantistasi.gr

Κίμπερλι Vs Πνινάτ: Μπίζνες, πασαρέλα, προπαγάνδα

0

Le canard

Τα προπαγανδιστικά επιτελεία χωρών, όπως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ (και όχι μόνο), έχουν μια απίστευτη εμμονή να βομβαρδίζουν την ελληνική κοινή γνώμη με παλαιότερες φωτογραφίες των κυριών πρέσβεων που μας στέλνουν, λες και απευθύνονται σε … λιγούρηδες ιθαγενείς. Το έκαναν με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, το κάνουν και τώρα με τη νέα Ισραηλινή πρέσβη στην Αθήνα, Πνινάτ Γιανάι, οπότε συνόδευσαν το δελτίο Τύπου της πρεσβείας, με μια φωτογραφία της … σχετικής νεότητός της.

Πίσω από αυτή την «ωραιοποίηση» γυναικείων προσώπων, το μόνο που υπάρχει, είναι η απροκάλυπτη προώθηση των συμφερόντων των δύο δυνάμεων στην Ελλάδα, συγκεκαλυμμένη με την … γκλαμουριά, Μύκονο και πασαρέλες στα νυκτερινά κέντρα, αλά Κίμπερλι, καθώς και ρετουσαρισμένα πρόσωπα περασμένων εποχών και … γυναικείο δυναμισμό, αλά Πνινάτ. Και στις δύο περιπτώσεις, ο παρονομαστής είναι κοινός: Μπίζνες, προπαγάνδα και εξυπηρέτηση γεωπολιτικών συμφερόντων.

Και τα δύο πρόσωπα δεν είναι διπλωμάτες, αλλά άνωθεν «φυτευτές» στις θέσεις τους. Σε αυτό το σημείο, να μην παραλείψουμε να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στους Ελληνες διπλωμάτες και να δηλώσουμε ότι συμπάσχουμε μαζί τους, διότι πρέπει να εκπαιδευτούν στους κανόνες της showbiz «διπλωματίας». Οσον αφορά τα μεγάλα ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης, ως συνήθως, όταν πρόκειται για πρέσβεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, είναι κάτι περισσότερο από «φιλικά». Δουλικά. Για, δε, την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ούτε συζήτηση. Η στάση οσφυοκαμψίας απέναντι ειδικά στην πρέσβη των ΗΠΑ, ξυπνάει μνήμες εποχών Πιούριφοϊ.

Η Κίμπερλι, βέβαια, είναι μια … suis generis περίπτωση. Και στα … αλώνια (ξενυχτάδικα, επιδείξεις μόδας μετά του μόδιστρού της, αλά woke ατζέντα) και στα … σαλόνια (προεδρικό μέγαρο, απανωτές υπουργικές συναντήσεις), είναι ασυναγώνιστη στη showbiz «διπλωματία». Κατά τα λοιπά, έχει πεδίον δόξης λαμπρόν στις αμερικανικές – τραμπικές – μπίζνες στην Ελλάδα (Ελευσίνα, Αλεξανδρούπολη, πετρελαϊκές, κ.ο.κ.), αλλά και στην ευρύτερη Βαλκανική (με τον Ράμα και ελληνικές κατασκευαστικές στην Αλβανία, για προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων, κ.α.).

Με την ευκαιρία, από που κι ως που η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ, ευρισκόμενη στην Ελλάδα, συναντάται με την πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα; Κι’ αυτό, παρ’ ότι θεσμικά, οι ιδιότητές τους ουδεμία σχέση έχουν. Οπως θυμάμαι ότι προ ετών συναντήθηκε με τον πρώην πρέσβη των ΗΠΑ, Τζέφρι Πάιατ, η τότε πρέσβης της Ελλάδας στις ΗΠΑ και νυν … μόνιμη (υπερ)υφυπουργός Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου. Επίσης, … εξωθεσμικώς. Θα μας πει επιτέλους το ΥΠΕΞ ποιος το … κυβερνάει και παίρνει αποφάσεις; (στη φώτο η Αγλαΐα Μπαλτά με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ)
Παρά την ενεργητικότητά της, πάντως, τσιμουδιά η Κίμπερλι για τα καυτά θέματα γεωπολιτικής και πολύ περισσότερο το ζήτημα που κάνει τζιζ, τα ελληνοτουρκικά. Αυτά, η Ουάσιγκτον τα έχει αναθέσει στον χαρακτηριζόμενο ως φιλότουρκο πρέσβη της στην Αγκυρα, κολλητό του Τραμπ, Τομ Μπάρακ, που κι’ αυτός όμως γουστάρει τρελλά … Μύκονο.

Αλλά, θα πείτε, γιατί να ασχοληθεί η πρέσβης με τέτοια «σύνθετα» διπλωματικά ζητήματα; Η ίδια, εξάλλου, όπως έχει αποκαλυφθεί σε Δυτικά ΜΜΕ, στο Βατικανό ήθελε να πάει για πρέσβης, αλλά οι παπάδες εκεί, όταν έμαθαν ότι θα κουβαλήσει μαζί της και τον μόδιστρό της, άρχισαν τις ολονύκτιες ικεσίες και εξορκισμούς. Και, ω του θαύματος, έπιασαν. Ο ίδιος ο Τραμπ φέρεται να της είπε, αν θες να φοράς προκλητικά λαμέ, να πας στη … Μύκονο (συγγνώμη στην Ελλάδα). Οπερ και εγένετο.

Τώρα, όμως, φαίνεται ότι απέκτησε ανταγωνίστρια. ‘Η αυτό τουλάχιστον θέλει να προβάλλει η ισραηλινή πρεσβεία στην Αθήνα, στέλνοντάς μας φωτογραφία της … καλλιγράμμου πάλαι ποτέ, πλην όμως παχουλούτσικης σήμερα, Πνινάτ Γιανάι. Το αν η τοποθέτηση της Π. Γιανάι στην Ελλάδα, αποτελεί διπλωματική υποβάθμιση της χώρας μας, όπως οφθαλμοφανώς συμβαίνει με την περίπτωση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ – όχι για κάποιον άλλον λόγο, αλλά επειδή θεωρούν τη χώρα μας «δεδομένη υπάκουη» – μένει να φανεί στην περίπτωση της νέας πρέσβεως του Ισραήλ.

Αυτή, πάντως, δείχνει να’ χει έρθει εδώ με … άγριες διαθέσεις. Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της ισραηλινής πρεσβείας, σχολιάζοντας την άφιξή της στην Αθήνα, η πρέσβης δήλωσε: «Ο ρόλος μου αποτελεί ευκαιρία να απευθυνθώ άμεσα στην ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κοινό», και «σκοπεύω να καταπολεμήσω τα fake news για το Ισραήλ και να παρουσιάσω την όμορφη πλευρά της χώρας».

Ε, τώρα, αντιλαμβάνεστε, εάν κάποιος δημοσιογράφος τολμήσει να την ρωτήσει «γιατί σφάζετε τους Παλαιστίνιους», αυτή θα απαντήσει για τη γενοκτονία των Ελλήνων και των Αρμενίων από την Τουρκία, καθώς και ότι ο Ερντογάν σφάζει τους Κούρδους και η Τουρκία κατέχει τη μισή Κύπρο. Στο Παλαιστινιακό, δηλαδή, πετάμε τη μπάλα στις κερκίδες, αλλά επειδή, συγκυριακά, μας χρειάζεται η Ελλάδα και η Κύπρος, στο πλαίσιο της κοκορομαχίας Νετανιάχου – Ερντογάν, κάντε μούγκα και μην μιλάτε για γενοκτονία Παλαιστινίων. Είναι, πράγματι, απορίας άξιον πως ένας λαός που έζησε το Ολοκαύτωμα έχει φτάσει στο σημείο να πιστεύει ότι άλλοι λαοί, όπως ο ελληνικός, λόγω μιας γεωπολιτικής συγκυρίας, οπότε ο εχθρός (Ισραήλ) του εχθρού μου (Τουρκία) είναι φίλος μου, θα σιωπήσουν όταν διαγράφεται από προσώπου γης ένας μικρός λαός όπως οι Παλαιστίνιοι. Αλλο γεωπολιτικές συγκυρίες και πρόσκαιρες συμμαχίες και άλλο ιστορική κατακραυγή.

Εάν, τώρα, πολυζοριστεί η κυρία πρέσβης, θα αρχίσει το γνωστό τροπάρι του «αντισημιτισμού» στην Ελλάδα. Αφήγημα που συστηματικά είχαν στο στόμα τους σχεδόν όλοι οι πρέσβεις του Ισραήλ που πέρασαν από την Ελλάδα. Σε σημείο να χαρακτηρίζουν αντισημίτες ανθρώπους που απλά σοκάρονται από τις ωμότητες που διαπράττονται στη Γάζα και στη Δυτική Οχθη. Μάλιστα, μια ψυχή παλιότερα, γνωστή και μη εξαιρετέα πρέσβης στην Αθήνα, όταν επαναλάμβανε κουραστικά την πιπίλα περί αντισημιτισμού στην Ελλάδα, εκλήθη στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών όπου της υπεβλήθη έντονο διάβημα διαμαρτυρίας. Μην περιμένετε, όμως, κάτι τέτοιο να συμβεί με κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Οσον αφορά τους σκοπούς της αποστολής της Πνινάτ Γιανάι στην Ελλάδα, σύμφωνα με το ίδιο δελτίο Τύπου, «ο διορισμός της από τον υπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ, Γκίντεον Σάαρ, αντικατοπρίζει τη δέσμευση του Ισραήλ για την ενίσχυση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ Ισραήλ και Ελλάδας σε τομείς όπως η άμυνα, η ενέργεια, ο τουρισμός, οι επενδύσεις, η καινοτομία, ο πολιτισμός, η ακαδημαϊκή συνεργασία και οι σχέσεις μεταξύ των δύο λαών». Προφανώς, οι μπίζνες που έχει να διαχειριστεί ως πρέσβης είναι πολλές. Οικονομικές, στον τομέα των αγορών ισραηλινών οπλικών συστημάτων από την Ελλάδα, τις ελληνο-ισραηλινές κοινοπραξίες για να πάρουν χρήματα από τα εξοπλιστικά κονδύλια της ΕΕ, ακόμα και την καλλιέργεια του κατάλληλου κλίματος προκειμένου να προωθηθεί ο «εποικισμός» της Ελλάδας από Ισραηλινούς, όπως μεταξύ άλλων στην Καλαμάτα.

Στο βιογραφικό της που έδωσε στη δημοσιότητα η ισραηλινή πρεσβεία στην Αθήνα, το οποίο περιέργως πως ήταν άκρως αναλυτικό, φαίνεται ότι η Π. Γιανάι έχει γνώση από εξοπλιστικά μαγειρέματα, λογισμικά τύπου … Predator, κ.ο.κ. Οπως αναφέρεται στο δελτίο Τύπου, «μεταξύ 2012 και 2020, η Γιανάι εκπροσώπησε κορυφαίες ισραηλινές εταιρείες στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, καθώς και επιχειρήσεις στους κλάδους της κυβερνοασφάλειας, της εσωτερικής ασφάλειας και της ενέργειας, ειδικότερα στην Αφρική. Ανέπτυξε σχέσεις με προέδρους, υπουργούς και ανώτερους αξιωματούχους, συμβάλλοντας στην προώθηση των ισραηλινών οικονομικών, αμυντικών και τεχνολογικών συμφερόντων. Στη συνέχεια ίδρυσε εταιρεία στρατηγικών συμβούλων, παρέχοντας συμβουλευτικές υπηρεσίες σε μεγάλες ισραηλινές εταιρείες».

Θα αναρωτηθεί κανείς, ρε μπας και μας έστειλαν ως πρέσβη την ίδια τη Μοσσάντ και το Predator; (!) Όπερ έδει δείξαι. Τυπικώς, βέβαια, η Π. Γιανάι είναι «διακεκριμένη Ισραηλινή δικηγόρος, στρατηγική σύμβουλος, ειδικός στις διεθνείς σχέσεις και σχολιάστρια στα μέσα ενημέρωσης (σ.σ. π.χ., όπως η μεγάλη συντηρητική εφημερίδα Maariv)», ενώ έχει ασχοληθεί και με θέματα κακοποίησης γυναικών, δεν παραλείπει να γράψει στο μακροσκελές βιογραφικό της.

Η showbiz «διπλωματία», πάντως, δεν έχασε χρόνο. Η Π. Γιανάι ανέβασε βιντεάκι της στην ιστοσελίδα της ισραηλινής πρεσβείας στα social media, από τη στιγμή που αποχαιρετά τους οικείους της στο Ισραήλ, μέχρι που φτάνει στην Αθήνα και υποβάλλει τα διαπιστευτήριά της στο ελληνικό ΥΠΕΞ.

Σημειολογικά, άξιον σημασίας είναι ότι, από την πρώτη στιγμή στην ελληνική πρωτεύουσα, έπιασε δουλειά, επισκεπτόμενη κατ’ αρχήν την πρεσβεία της Κύπρου (η μεγαλόνησος, επίσης εποικίζεται μαζικά από Ισραηλινούς) και κατόπιν της Ινδίας. Ως γνωστόν, ο «ινδικός δρόμος» μεταφορών, που θα συνδέσει την Ασία με τη Δύση, και βρίσκεται στον αντίποδα του «κινεζικού δρόμου», είναι στρατηγικής σημασίας για το Ισραήλ. Απαραίτητη βέβαια σε αυτό είναι η εμπλοκή της Ελλάδας, και ο εκτοπισμός της Κίνας από τη χώρα μας, τον οποίον ευαγγελίζεται η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Και σε αυτό, σίγουρα οι δύο πρέσβεις θα τα βρουν (!).

Και βέβαια, δεν παρέλειψε να αναδημοσιεύσει – μετ’ εγκωμίων – στην ιστοσελίδα της ισραηλινής πρεσβείας την προ ημερών επίσκεψη του αρχηγού του ελληνικού ΓΕΕΘΑ, Δημήτρη Χούπη, στο Ισραήλ. Μια επίσκεψη, την οποία, σε αντίθεση με την συνήθη πρακτική στο υπουργείο Αμυνας, να ανακοινώνονται από πριν οι επικείμενες επισκέψεις της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας σε άλλες χώρες, αυτή τη φορά ανακοινώθηκε από το ΓΕΕΘΑ μετά το πέρας της επίσκεψης.

Δόθηκε, δε, μια λιτή ανακοίνωση όπου ουδεμία διευκρίνιση εδόθη ποιος ήταν ο σκοπός της επίσκεψης – πέραν του … εθιμοτυπικού – και εάν προχώρησαν και άλλα εξοπλιστικά ντηλ, καθώς και η εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας και σε ποιους τομείς. Απορίας άξιον, γιατί ο Ελληνας αρχηγός ΓΕΕΘΑ εμφανίστηκε στην επίσημη επίσκεψή του στο Ισραήλ, ενδεδυμένος με τη στολή παραλλαγής, και όχι με την επίσημη στολή του όπως συνήθως κάνει στις επισκέψεις του σε άλλες χώρες και διοργανώσεις; Για να … ταιριάζει με την πολεμική ένδυση του Ισραηλινού αρχηγού ΓΕΕΘΑ, σε ένδειξη … αλληλεγγύης προς τον ομόλογό του; Είμεθα, άραγε, σε πόλεμο, εκτός με τη Ρωσία και στη Μέση Ανατολή; (!)

neostrategy.gr

Το τέλος της αμερικανικής Μέσης Ανατολής

0

Ο πόλεμος με το Ιράν, η κρίση της αμερικανικής ισχύος και η διάλυση μιας περιφερειακής τάξης 35 ετών

Η Μέση Ανατολή όπως τη διαμόρφωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου φτάνει στο τέλος της. Αυτό υποστηρίζει ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Marc Lynch σε εκτενές άρθρο του στο τεύχος Σεπτεμβρίου–Οκτωβρίου 2026 του Foreign Affairs.

Η θέση του είναι κατηγορηματική: ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος με το Ιράν δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη κρίση σε μια περιοχή συνηθισμένη στις συγκρούσεις. Αποτελεί την τελική δοκιμασία ενός περιφερειακού συστήματος που οικοδομήθηκε το 1991, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την εκδίωξη του Ιράκ από το Κουβέιτ.

Το σύστημα αυτό στηριζόταν σε μια βασική συναλλαγή. Οι ΗΠΑ προσέφεραν στρατιωτική προστασία στα αραβικά καθεστώτα, εγγυούνταν την ασφάλεια του Ισραήλ, διατηρούσαν ανοικτές τις ενεργειακές αρτηρίες του Κόλπου και περιόριζαν το Ιράν. Σε αντάλλαγμα, οι περιφερειακοί σύμμαχοί τους αποδέχονταν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.

Ο Lynch θεωρεί ότι αυτή η συναλλαγή έχει πλέον καταρρεύσει. Οι ΗΠΑ δεν κατόρθωσαν να ανατρέψουν το ιρανικό καθεστώς, δεν μπόρεσαν να προστατεύσουν πλήρως τους συμμάχους τους στον Κόλπο και απέτυχαν να διατηρήσουν ανοικτά τα Στενά του Ορμούζ. Την ίδια στιγμή, η ανεπιφύλακτη υποστήριξη προς το Ισραήλ διέλυσε μεγάλο μέρος της αμερικανικής αξιοπιστίας στις αραβικές κοινωνίες.

Η τάξη που γεννήθηκε το 1991

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή καθοριζόταν κυρίως από τον ανταγωνισμό με τη Σοβιετική Ένωση. Η Ουάσιγκτον ενδιαφερόταν έντονα για την περιοχή, αλλά ήταν σχετικά επιφυλακτική απέναντι σε μεγάλες και άμεσες στρατιωτικές επεμβάσεις.

Αυτό άλλαξε μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1990–91. Η Σοβιετική Ένωση κατέρρεε, ο ιρακινός στρατός είχε εκδιωχθεί από το Κουβέιτ και καμία άλλη μεγάλη δύναμη δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την αμερικανική κυριαρχία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν ένα εκτεταμένο δίκτυο βάσεων, στρατιωτικών συμφωνιών και διμερών εγγυήσεων ασφαλείας. Στόχος ήταν αρχικά η ταυτόχρονη ανάσχεση του Ιράκ και του Ιράν. Μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ο βασικός αντίπαλος απέμεινε το Ιράν και το δίκτυο των συμμάχων του: η Χεζμπολάχ, η Χαμάς, οι Χούθι και οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και στη Συρία.

Η περιοχή χωρίστηκε σταδιακά σε δύο στρατόπεδα.

Στη μία πλευρά βρέθηκε ένα αμερικανικό σύστημα συμμαχιών που περιλάμβανε το Ισραήλ, την Τουρκία και σχεδόν όλα τα αραβικά κράτη. Στην άλλη πλευρά βρέθηκαν το Ιράν, η Συρία του καθεστώτος Άσαντ και μια σειρά μη κρατικών ένοπλων οργανώσεων.

Η αμερικανική στρατηγική επιδίωκε επίσης να εντάξει το Ισραήλ σε ένα κοινό σύστημα σχέσεων με τις αραβικές χώρες. Η ειρηνευτική διαδικασία παρουσιάστηκε ως η πολιτική και ηθική νομιμοποίηση της αμερικανικής κυριαρχίας: η Ουάσιγκτον δεν θα ήταν μόνο ο εξωτερικός προστάτης αυταρχικών καθεστώτων, αλλά και ο μεσολαβητής μιας διαρκούς αραβοϊσραηλινής ειρήνης.

Τα επιτεύγματα και το ανθρώπινο κόστος

Από την αμερικανική οπτική, η τάξη αυτή παρήγαγε ορισμένα σημαντικά αποτελέσματα.

Το Ισραήλ δεν αντιμετώπισε πόλεμο με ισοδύναμο κρατικό αντίπαλο μετά το 1973. Οι ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο συνεχίστηκαν κατά κανόνα χωρίς παρατεταμένες διακοπές. Καμία ανταγωνιστική μεγάλη δύναμη δεν εκτόπισε τις ΗΠΑ. Ακόμη και η Κίνα επωφελήθηκε από την ασφάλεια που παρείχε η αμερικανική στρατιωτική παρουσία χωρίς να αναλαμβάνει το αντίστοιχο οικονομικό και πολιτικό κόστος.

Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική, όμως, όταν εξεταστεί από τη σκοπιά των κοινωνιών της περιοχής.

Κατά τη διάρκεια της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, το Ιράκ βίωσε πολυετείς κυρώσεις, επαναλαμβανόμενους βομβαρδισμούς, την εισβολή του 2003 και μια καταστροφική κατοχή. Ο Λίβανος, η Λιβύη, η Συρία, η Υεμένη και το Σουδάν καταστράφηκαν από πολέμους, ξένες επεμβάσεις και συγκρούσεις μέσω αντιπροσώπων. Η ισραηλινοπαλαιστινιακή ειρηνευτική διαδικασία κατέρρευσε και η κατοχή επεκτάθηκε.

Το σύστημα παρήγαγε ασφάλεια για τα καθεστώτα, όχι αναγκαστικά για τους πληθυσμούς. Τα αυταρχικά καθεστώτα μπορούσαν να υπολογίζουν στην αμερικανική προστασία απέναντι στους εξωτερικούς τους αντιπάλους, αλλά και στην ανοχή της Ουάσιγκτον απέναντι στην εσωτερική καταστολή.

Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που υποστήριζαν οι ΗΠΑ και οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί θεσμοί ευνόησαν συχνά ιδιωτικοποιήσεις χωρίς ισχυρό κράτος δικαίου. Αυτό ενίσχυσε τη διαφθορά των ελίτ, διεύρυνε τις ανισότητες και άφησε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού χωρίς προοπτική.

Παράλληλα, ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» προσέφερε στα καθεστώτα ένα διεθνώς αποδεκτό λεξιλόγιο για την παρακολούθηση και την καταστολή της αντιπολίτευσης. Φιλελεύθεροι ακτιβιστές, ισλαμιστές, συνδικαλιστές και δημοκρατικά κινήματα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως κίνδυνοι για τη σταθερότητα.

Η μεγάλη ειρωνεία των αμερικανικών εγγυήσεων

Σύμφωνα με τον Lynch, οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας παρήγαγαν ένα είδος «ηθικού κινδύνου». Οι περιφερειακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ αισθάνονταν αρκετά ασφαλείς ώστε να ακολουθούν δικές τους, συχνά αποσταθεροποιητικές πολιτικές, χωρίς να φοβούνται τις συνέπειες.

Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παρενέβησαν σε χώρες όπως η Υεμένη, η Λιβύη και το Σουδάν. Η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα επέβαλαν το 2017 αποκλεισμό στο Κατάρ, αποδυναμώνοντας την ίδια στιγμή το μέτωπο κατά του Ιράν που επιχειρούσε να συγκροτήσει η κυβέρνηση Τραμπ.

Η Ουάσιγκτον αποδείχθηκε συχνά ανίκανη να συγκρατήσει τους συμμάχους της. Η ανάγκη διατήρησης της συμμαχίας, ο φόβος ότι οι περιφερειακές δυνάμεις θα στραφούν προς τη Ρωσία ή την Κίνα και η επιρροή των τοπικών λόμπι στην αμερικανική πολιτική περιόριζαν τη δυνατότητα άσκησης πραγματικής πίεσης.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα παράδοξο: οι ΗΠΑ διέθεταν τεράστια στρατιωτική ισχύ, αλλά συχνά περιορισμένη πολιτική επιρροή στις αποφάσεις των ίδιων των συμμάχων τους.

Οι αραβικές εξεγέρσεις και ο φόβος των καθεστώτων

Οι εξεγέρσεις του 2010–11 αποκάλυψαν μια δεύτερη αδυναμία της αμερικανικής τάξης. Τα καθεστώτα του Κόλπου διαπίστωσαν ότι οι ΗΠΑ μπορούσαν να τα προστατεύσουν από εξωτερική εισβολή, αλλά όχι υποχρεωτικά από μια λαϊκή εξέγερση.

Η ανατροπή του Χόσνι Μουμπάρακ στην Αίγυπτο προκάλεσε σοκ. Αν ένας επί δεκαετίες σύμμαχος της Ουάσιγκτον μπορούσε να εγκαταλειφθεί όταν εκατομμύρια πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους, κανένα καθεστώς δεν αισθανόταν πλέον απόλυτα ασφαλές.

Αυτό ώθησε αρκετές αραβικές κυβερνήσεις να εγκαταλείψουν την παθητικότητα και να υιοθετήσουν πιο παρεμβατική περιφερειακή πολιτική. Επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν τις απειλές πριν φτάσουν στο εσωτερικό τους, υποστηρίζοντας πραξικοπήματα, ένοπλες οργανώσεις και αντιμαχόμενες κυβερνήσεις.

Οι παρεμβάσεις αυτές δεν έφεραν σταθερότητα. Συνέβαλαν στον στρατιωτικό αυταρχισμό της Αιγύπτου και στην παράταση εμφυλίων πολέμων.

Η στρατηγική προσαρμογή του Ιράν

Το Ιράν οικοδόμησε τη στρατηγική του θεωρώντας δεδομένη την εξωτερική εχθρότητα. Οι κυρώσεις προκάλεσαν μεγάλη επιβάρυνση στην ιρανική κοινωνία, αλλά δεν ανέτρεψαν το καθεστώς. Σε αρκετές περιπτώσεις, ενίσχυσαν οικονομικά δίκτυα που συνδέονταν με το κράτος και έλεγχαν το λαθρεμπόριο και τις παράλληλες αγορές.

Αποκλεισμένο από τη δυτική στρατιωτική τεχνολογία, το Ιράν επένδυσε σε σχετικά φθηνά μέσα: βαλλιστικούς πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ένοπλους μη κρατικούς συμμάχους.

Η στρατηγική αυτή επέτρεψε στην Τεχεράνη να αντισταθμίσει, τουλάχιστον εν μέρει, την τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Ένα φθηνό drone ή ένας πύραυλος μπορούσε να υποχρεώσει τον αντίπαλο να χρησιμοποιήσει πολύ ακριβότερο αναχαιτιστικό όπλο.

Παράλληλα, οι σύμμαχοι του Ιράν αναπτύσσονταν μέσα στα κενά εξουσίας που δημιουργούσαν οι πόλεμοι. Όσο περισσότερο αποδυναμώνονταν το Ιράκ, ο Λίβανος, η Συρία και η Υεμένη, τόσο μεγαλύτερος χώρος δημιουργούνταν για τη δράση φιλοϊρανικών οργανώσεων.

Η ισραηλινή ατιμωρησία

Στην άλλη πλευρά του περιφερειακού ανταγωνισμού, το Ισραήλ απολάμβανε την ισχυρότερη αμερικανική εγγύηση ασφαλείας.

Η στρατιωτική υπεροχή του και η βεβαιότητα της αμερικανικής υποστήριξης επέτρεψαν στις κυβερνήσεις του να αναβάλλουν μια πραγματική πολιτική διευθέτηση με τους Παλαιστινίους. Οι εσωτερικές κυβερνητικές ισορροπίες και η διατήρηση των κυβερνητικών συνασπισμών απέκτησαν προτεραιότητα απέναντι στην περιφερειακή σταθερότητα.

Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου κατέρριψε τη βεβαιότητα ότι η σύγκρουση μπορούσε να διατηρείται επ’ αόριστον υπό έλεγχο. Η απάντηση του Ισραήλ, όμως, δεν ήταν η αναθεώρηση της στρατηγικής του αλλά η περαιτέρω στρατιωτικοποίησή της.

Ο Lynch περιγράφει ένα Ισραήλ που επεκτείνει τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις στη Γάζα, στη Δυτική Όχθη, στον Λίβανο και στη Συρία. Η πολιτική αυτή, υποστηρίζει, εγκαταλείπει ακόμη και την επίφαση αναζήτησης συμβιβασμού με τους Παλαιστινίους και δυσκολεύει την ένταξη του Ισραήλ σε ένα κοινό περιφερειακό σύστημα.

Από τις Συμφωνίες του Αβραάμ στη Γάζα

Η κυβέρνηση Τραμπ επιχείρησε το 2020 να θεσμοποιήσει τη συνεργασία του Ισραήλ με τις αραβικές χώρες μέσω των Συμφωνιών του Αβραάμ. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν εξομάλυναν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ, ενώ ακολούθησε το Μαρόκο. Το Σουδάν υπέγραψε μια αρχική συμφωνία που δεν ολοκληρώθηκε.

Η καινοτομία ήταν ότι η εξομάλυνση αποσυνδέθηκε από την επίλυση του Παλαιστινιακού. Η αμερικανική πολιτική θεωρούσε πλέον ότι οι αραβικές κυβερνήσεις μπορούσαν να συνεργαστούν ανοικτά με το Ισραήλ, ακόμη και χωρίς πρόοδο προς τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν επιχείρησε να προσθέσει τη Σαουδική Αραβία. Υποτίμησε, όμως, τη σημασία του Παλαιστινιακού για την αραβική κοινή γνώμη και ειδικότερα για τη Σαουδική Αραβία, η οποία φιλοδοξεί να ηγηθεί του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου.

Η καταστροφή της Γάζας κατέστησε τη σαουδαραβοϊσραηλινή εξομάλυνση πολιτικά τοξική. Η συνέχιση της αμερικανικής πίεσης προς αυτή την κατεύθυνση φανέρωνε, κατά τον Lynch, πόσο αποκομμένη είχε γίνει η Ουάσιγκτον από τις κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες της περιοχής.

Ο πόλεμος με το Ιράν ως σημείο καμπής

Η Γάζα αφαίρεσε από την Ουάσιγκτον μεγάλο μέρος της ηθικής της αξιοπιστίας. Ο πόλεμος με το Ιράν, σύμφωνα με το άρθρο, κατέρριψε την εικόνα της στρατιωτικής παντοδυναμίας της.

Ο πόλεμος ξεκίνησε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τις αραβικές χώρες του Κόλπου, οι οποίες ήταν αντίθετες σε αυτόν και υποστήριζαν τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν με τη μεσολάβηση του Ομάν.

Τα κράτη του Κόλπου εκτέθηκαν έτσι σε ιρανικά αντίποινα για μια σύγκρουση την οποία ούτε είχαν επιλέξει ούτε μπορούσαν να ελέγξουν. Παρά τη λειτουργία των αμερικανικών συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας, ορισμένα ιρανικά πλήγματα πέρασαν και προκάλεσαν ζημιές.

Το Ιράν επιτέθηκε ακόμη και σε χώρες που διατηρούσαν σχετικά καλές σχέσεις μαζί του, όπως το Ομάν και το Κατάρ. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, όμως, στο Μπαχρέιν και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τις χώρες του Κόλπου που είχαν υπογράψει τις Συμφωνίες του Αβραάμ.

Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχεράνη επιχείρησε να δείξει ότι η συνεργασία με το Ισραήλ και οι αμερικανικές βάσεις δεν προσφέρουν ασφάλεια αλλά μετατρέπουν τις χώρες υποδοχής σε στόχους.

Η αποτυχία ανατροπής της Τεχεράνης

Για δεκαετίες, οι υποστηρικτές μιας στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν υποστήριζαν ότι, παρά το βραχυπρόθεσμο κόστος, ένα αποφασιστικό χτύπημα θα εξουδετέρωνε τελικά την ιρανική απειλή.

Στην ανάλυση του Lynch, αυτή η υπόθεση διαψεύστηκε. Παρά τη συνδυασμένη ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, το ιρανικό καθεστώς παρέμεινε στην εξουσία. Το Ιράν υπέστη βαριές ζημιές, αλλά απέδειξε ότι μπορούσε να συνεχίσει να πλήττει αμερικανικές εγκαταστάσεις και συμμάχους.

Η δυνατότητά του να διακόψει τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ αποτέλεσε ιδιαίτερα βαρύ πλήγμα. Η προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και της εξαγωγής πετρελαίου ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που δικαιολογούσαν την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Κόλπο.

Αν οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να αποτρέψουν το κλείσιμο των Στενών, τότε ένα από τα θεμέλια της περιφερειακής τους ηγεμονίας είχε πάψει να λειτουργεί.

Ο φόβος της περιβαλλοντικής καταστροφής

Η επίθεση των ΗΠΑ σε ιρανικές εγκαταστάσεις αποθήκευσης νερού και τα ισραηλινά πλήγματα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις αύξησαν ακόμη περισσότερο την ανησυχία των αραβικών κρατών.

Τα κράτη του Κόλπου εξαρτώνται σε τεράστιο βαθμό από υποδομές αφαλάτωσης, παραγωγής ενέργειας και εξαγωγής υδρογονανθράκων. Μια ιρανική επίθεση σε εγκαταστάσεις ύδρευσης ή σε πυρηνικούς σταθμούς θα μπορούσε να προκαλέσει όχι μόνο οικονομική καταστροφή αλλά και συνθήκες που θα καθιστούσαν ορισμένες περιοχές δύσκολα κατοικήσιμες.

Οι κυβερνήσεις του Κόλπου συμπέραναν ότι η Ουάσιγκτον ήταν διατεθειμένη να διακινδυνεύσει την ίδια την επιβίωση των συμμάχων της, χωρίς να τους παραχωρεί ουσιαστικό ρόλο στις αποφάσεις.

Η «στιγμή του Σουέζ»

Ο πόλεμος με το Ιράν συγκρίνεται με την κρίση του Σουέζ το 1956. Τότε, η αποτυχημένη βρετανική, γαλλική και ισραηλινή επιχείρηση για τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ αποκάλυψε ότι η εποχή των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών στη Μέση Ανατολή τελείωνε.

Η βρετανική και η γαλλική παρουσία, βέβαια, δεν εξαφανίστηκε αμέσως. Η Γαλλία πολέμησε για ακόμη έξι χρόνια στην Αλγερία και η Βρετανία παρέμεινε κυρίαρχη δύναμη στον Κόλπο μέχρι το 1971.

Αντίστοιχα, η αμερικανική επιρροή δεν πρόκειται να εξαφανιστεί από τη μια ημέρα στην άλλη. Οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να διαθέτουν βάσεις, στρατιωτικές δυνατότητες, οικονομικές σχέσεις και διπλωματική επιρροή. Οι χώρες του Κόλπου δεν έχουν ακόμη έναν ισοδύναμο εξωτερικό προστάτη και, βραχυπρόθεσμα, μπορεί να ζητήσουν ακόμη περισσότερα αμερικανικά όπλα και εγγυήσεις.

Αλλά, κατά τον Lynch, το κρίσιμο σημείο έχει ξεπεραστεί. Τα κράτη της περιοχής δεν πιστεύουν πλέον ότι η αμερικανική προστασία είναι απόλυτα αξιόπιστη ή ότι οι αμερικανικές ενέργειες εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα.

Η αυτόνομη πορεία των αραβικών κρατών

Η απώλεια εμπιστοσύνης δεν σημαίνει ότι οι χώρες του Κόλπου θα εγκαταλείψουν αμέσως τις ΗΠΑ. Σημαίνει ότι θα προσπαθήσουν να αποκτήσουν περισσότερες εναλλακτικές επιλογές.

Είναι πιθανό να:

  • ενισχύσουν τις σχέσεις τους με την Κίνα και τη Ρωσία,
  • διατηρήσουν ή να διευρύνουν τη συνεργασία με την Τουρκία,
  • επιδιώξουν διμερείς συμφωνίες αποκλιμάκωσης με το Ιράν,
  • αγοράσουν οπλικά συστήματα από περισσότερους προμηθευτές,
  • ακολουθήσουν ανεξάρτητες πολιτικές σε περιφερειακές κρίσεις.

Αυτή η μεγαλύτερη αυτονομία δεν οδηγεί αναγκαστικά σε σταθερότητα. Οι ίδιες δυνάμεις μπορούν να εντείνουν τις παρεμβάσεις τους στη Λιβύη, στο Σουδάν, στο Κέρας της Αφρικής, στο Ιράκ, στον Λίβανο, στη Συρία και στην Υεμένη.

Το τέλος της αμερικανικής τάξης μπορεί συνεπώς να φέρει όχι μια ισορροπημένη πολυπολικότητα αλλά έναν περισσότερο κατακερματισμένο και απρόβλεπτο ανταγωνισμό.

Η Σαουδική Αραβία απέναντι στα Εμιράτα

Ιδιαίτερο βάρος αποκτά ο ανταγωνισμός ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Τα Εμιράτα διατήρησαν στενή συνεργασία με το Ισραήλ ακόμη και κατά τη διάρκεια της καταστροφής της Γάζας και των ισραηλινών επιθέσεων σε άλλα κράτη. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται ο Lynch, συνεργάστηκαν με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ και κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν.

Η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει με καχυποψία τον άξονα Ισραήλ–Εμιράτων. Οι δύο μοναρχίες διαφωνούν ήδη για τη Συρία και την Υεμένη, ενώ το Ριάντ κατηγορεί τα Εμιράτα ότι υποστηρίζουν αποσχιστικές δυνάμεις οι οποίες υπονομεύουν την περιφερειακή σταθερότητα.

Πριν ακόμη από τον πόλεμο με το Ιράν, η Σαουδική Αραβία επιχειρούσε να συγκροτήσει ένα διαφορετικό δίκτυο συνεργασίας με την Αίγυπτο, το Πακιστάν, το Κατάρ και την Τουρκία.

Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε αυτά τα δύο περιφερειακά σχήματα μπορεί να αποτελέσει έναν από τους βασικούς άξονες της μετα-αμερικανικής Μέσης Ανατολής.

Ισραήλ και Ιράν: αντίπαλοι που χρειάζονται την αστάθεια

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες θέσεις του Lynch είναι ότι, παρά την απόλυτη εχθρότητά τους, το Ισραήλ και το Ιράν έχουν κοινό συμφέρον στη διατήρηση μιας κατάστασης μόνιμης αστάθειας.

Για το Ισραήλ, η συνεχής στρατιωτική δράση επιτρέπει τη διατήρηση ζωνών ασφαλείας, την επέκταση του ελέγχου στη Δυτική Όχθη και την επιβολή τετελεσμένων στη Γάζα, στον Λίβανο και στη Συρία.

Για το ιρανικό καθεστώς, η διαρκής εξωτερική απειλή δικαιολογεί την εσωτερική καταστολή, μεταθέτει τις ευθύνες για την οικονομική κρίση και επιβεβαιώνει το ιδεολογικό αφήγημα της «αντίστασης».

Έτσι, οι δύο αντίπαλοι μπορεί να ανατροφοδοτούν μια κατάσταση στην οποία κανείς δεν επιτυγχάνει οριστική νίκη, αλλά και κανείς δεν έχει κίνητρο να οικοδομήσει μια πραγματικά σταθερή περιφερειακή τάξη.

Η κοινωνική πίεση επιστρέφει

Πίσω από τις στρατιωτικές και διπλωματικές ανακατατάξεις βρίσκεται η βαθιά κοινωνική κρίση.

Η διακοπή της ναυσιπλοΐας, η αύξηση των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων, η καταστροφή υποδομών και η μείωση των επενδύσεων θα επιβαρύνουν οικονομίες που ήδη αντιμετωπίζουν ανεργία, χρέος και δημοσιονομικά προβλήματα.

Η Αίγυπτος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η αύξηση των τιμών και η απώλεια εσόδων από τη Διώρυγα του Σουέζ επιδεινώνουν μια ήδη εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση.

Παράλληλα, οι πλούσιες χώρες του Κόλπου μπορεί να περιορίσουν τις επενδύσεις και τη βοήθειά τους προς φτωχότερα αραβικά κράτη, καθώς θα πρέπει να χρηματοδοτήσουν τη δική τους ανοικοδόμηση και άμυνα.

Ο συνδυασμός οικονομικής δυσπραγίας, πολιτικής καταστολής και οργής για τη Γάζα μπορεί να δημιουργήσει νέο κύμα κοινωνικών εξεγέρσεων, ανάλογο με εκείνο του 2011.

Η πρόταση για μια νέα αμερικανική πολιτική

Ο Lynch δεν περιορίζεται στη διαπίστωση της παρακμής. Υποστηρίζει ότι η διάλυση της παλιάς τάξης δημιουργεί μια τελευταία ευκαιρία για μια διαφορετική αμερικανική στρατηγική.

Η πρώτη αλλαγή θα πρέπει να είναι η εγκατάλειψη της στρατιωτικής επέμβασης ως αρχικής απάντησης σε κάθε πρόβλημα. Η διπλωματία δεν μπορεί να συνεχίσει να ασκείται μέσω αεροπορικών επιδρομών.

Η αμερικανική στρατηγική θα πρέπει να γίνει αμυντική και όχι επιθετική. Αντί να ανοικοδομηθούν όλες οι κατεστραμμένες βάσεις στον Κόλπο, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επενδύσουν:

  • στην ανταλλαγή πληροφοριών,
  • στην κοινή αντιπυραυλική άμυνα,
  • στην προστασία κρίσιμων υποδομών,
  • στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας,
  • στη διατήρηση ανοικτών των Στενών του Ορμούζ.

Ένταξη του Ιράν σε ένα σύστημα ασφαλείας

Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι η πολιτική της μόνιμης στρατιωτικής ανάσχεσης του Ιράν έχει αποτύχει. Οι κυρώσεις δεν ανέτρεψαν το καθεστώς, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν εξάλειψαν τις δυνατότητές του και οι πιέσεις ενίσχυσαν τη λογική της αντίστασης.

Προτείνει, επομένως, μια διπλωματική διαδικασία που θα επιχειρήσει να εντάξει σταδιακά το Ιράν σε ένα περιφερειακό σύστημα συλλογικής ασφάλειας.

Αυτό δεν σημαίνει εμπιστοσύνη προς την Τεχεράνη ή αποδοχή των ενεργειών της. Σημαίνει αναγνώριση ότι δεν μπορεί να οικοδομηθεί σταθερή περιφερειακή τάξη με μόνιμο στόχο τον αποκλεισμό ή την ανατροπή μιας από τις μεγαλύτερες χώρες της περιοχής.

Η σαουδαραβοϊρανική προσέγγιση του 2023 έδειξε ότι ακόμη και μετά από επιθετικές ενέργειες μπορούν να δημιουργηθούν δίαυλοι αποκλιμάκωσης.

Επανεξέταση των σχέσεων με το Ισραήλ

Η αλλαγή πολιτικής πρέπει, κατά τον Lynch, να επεκταθεί και στο Ισραήλ.

Οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουν τη συμμαχία, αλλά πρέπει να πάψουν να προσφέρουν άνευ όρων πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη. Θα πρέπει να απαιτήσουν:

  • σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλα τα εδάφη που ελέγχει το Ισραήλ,
  • τερματισμό της σταδιακής προσάρτησης της Δυτικής Όχθης,
  • περιορισμό των στρατιωτικών επεμβάσεων σε Λίβανο και Συρία,
  • πραγματική πολιτική προοπτική για τους Παλαιστινίους.

Η μετατόπιση της αμερικανικής κοινής γνώμης, ιδιαίτερα μεταξύ Δημοκρατικών και ανεξάρτητων ψηφοφόρων, δημιουργεί σύμφωνα με το άρθρο τις πολιτικές προϋποθέσεις για μια τέτοια επανεξέταση.

Δημοκρατία αντί για αυταρχική «σταθερότητα»

Το πιο ριζοσπαστικό μέρος της πρότασης αφορά τις αραβικές κυβερνήσεις.

Για δεκαετίες, οι ΗΠΑ θεωρούσαν ότι δεν χρειαζόταν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την αραβική κοινή γνώμη, επειδή οι σύμμαχοι ηγέτες μπορούσαν να καταστείλουν κάθε αντίδραση. Αυτό επέτρεπε στην Ουάσιγκτον να υποστηρίζει αντιδημοφιλείς πολιτικές χωρίς άμεσο κόστος.

Η στρατηγική, όμως, παρήγαγε εύθραυστα κράτη, βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια και επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις. Η αυταρχική σταθερότητα αποδείχθηκε προσωρινή και συχνά εκρηκτική.

Μια νέα πολιτική θα πρέπει να συνδέσει τις αμερικανικές σχέσεις και την παροχή βοήθειας με την προστασία των δικαιωμάτων, τη λογοδοσία και τη σταδιακή πολιτική μεταρρύθμιση.

Οι περισσότερο δημοκρατικές κυβερνήσεις ενδέχεται να είναι λιγότερο πρόθυμες να ακολουθούν τις αμερικανικές επιλογές. Μπορεί να ασκούν εντονότερη κριτική στην Ουάσιγκτον και στο Ισραήλ. Σε βάθος χρόνου, όμως, θα είναι περισσότερο νομιμοποιημένες και ενδεχομένως σταθερότερες.

Μια περιοχή χωρίς ηγεμόνα

Η αμερικανική Μέση Ανατολή δεν θα αντικατασταθεί από μια κινεζική, ρωσική, ιρανική ή ισραηλινή Μέση Ανατολή. Καμία δύναμη δεν φαίνεται ικανή να επιβάλει μια νέα ενιαία τάξη.

Το πιθανότερο είναι η δημιουργία ενός πολυκεντρικού συστήματος:

  • οι ΗΠΑ θα παραμείνουν ισχυρές αλλά όχι κυρίαρχες,
  • η Κίνα θα διευρύνει την οικονομική και διπλωματική παρουσία της,
  • η Ρωσία θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τις ρωγμές,
  • η Τουρκία θα διεκδικήσει μεγαλύτερο περιφερειακό ρόλο,
  • η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα θα ανταγωνίζονται για την αραβική ηγεσία,
  • το Ισραήλ και το Ιράν θα συνεχίσουν τη σύγκρουση,
  • οι κοινωνίες θα πιέζουν τα καθεστώτα από τα κάτω.

Η μετάβαση αυτή μπορεί να διαρκέσει χρόνια. Όπως η Βρετανία παρέμεινε στον Κόλπο μετά το Σουέζ, έτσι και οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να αποτελούν καθοριστική δύναμη. Η διαφορά είναι ότι οι περιφερειακοί παίκτες δεν θα θεωρούν πλέον την αμερικανική θέληση δεδομένη ούτε την αμερικανική προστασία επαρκή.

Το πραγματικό τέλος μιας εποχής

Το «τέλος της αμερικανικής Μέσης Ανατολής» δεν σημαίνει αποχώρηση όλων των Αμερικανών στρατιωτών ούτε διακοπή των συμμαχιών. Σημαίνει το τέλος της πεποίθησης ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να οργανώνει την περιοχή γύρω από τις δικές της προτεραιότητες.

Το σύστημα του 1991 υποσχέθηκε σταθερότητα, ασφάλεια των ενεργειακών δρόμων, περιορισμό του Ιράν και σταδιακή αραβοϊσραηλινή ειρήνη. Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, παραδίδει μια περιοχή κατακερματισμένη, αυταρχική, οικονομικά άνιση και παγιδευμένη σε επαναλαμβανόμενους πολέμους.

Ο Lynch καταλήγει ότι οι ΗΠΑ έχουν μπροστά τους μία τελευταία ευκαιρία. Μπορούν να εγκαταλείψουν τη στρατηγική της στρατιωτικής κυριαρχίας, της άνευ όρων υποστήριξης των συμμάχων και της μόνιμης ανάσχεσης των αντιπάλων. Ή μπορούν να συνεχίσουν να διαχειρίζονται κρίσεις μέχρι η επιρροή τους να εξαντληθεί πλήρως.

Αν επιλέξουν το δεύτερο, η αμερικανική Μέση Ανατολή θα σβήσει σταδιακά, όπως έσβησαν οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες που προηγήθηκαν.

Το κείμενο αποτελεί πρωτότυπη, εκτεταμένη παρουσίαση των επιχειρημάτων του Marc Lynch στο άρθρο «The End of the American Middle East: Iran and the Last Gasp of a Failed Order», Foreign Affairs, Σεπτέμβριος–Οκτώβριος 2026. Οι αξιολογήσεις και οι προβλέψεις αποδίδονται στον συγγραφέα και δεν παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα.

The End of the American Middle East_Foreign Affairs Sep 2026

Έκθεση Κογκρέσου: η Ουάσιγκτον δεν μπορεί εύκολα ούτε να εμπιστευθεί πλήρως την Τουρκία ούτε να την παραμερίσει.

1

Η έκθεση R44000 του Congressional Research Service, ενημερωμένη στις 20 Αυγούστου 2026, εξετάζει την Τουρκία, τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και τον μεταβαλλόμενο ρόλο της στη Μέση Ανατολή. Το CRS είναι η μη κομματική ερευνητική υπηρεσία του αμερικανικού Κογκρέσου· η έκθεση ενημερώνει τους νομοθέτες χωρίς να εισηγείται συγκεκριμένη πολιτική.

Συνοπτικό συμπέρασμα

Η Τουρκία παραμένει απαραίτητη αλλά δύσκολη σύμμαχος των ΗΠΑ. Η γεωγραφική της θέση, ο δεύτερος μεγαλύτερος στρατός του ΝΑΤΟ, οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις, η αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και η επιρροή της στη Συρία την καθιστούν στρατηγικά πολύτιμη.

Ταυτόχρονα, η αγορά των ρωσικών S-400, οι σχέσεις της με τη Ρωσία, η υποστήριξή της προς τη Χαμάς, η αντιπαράθεση με το Ισραήλ και οι διαφωνίες με Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία δημιουργούν σοβαρά εμπόδια στην πλήρη αποκατάσταση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.

Τα κυριότερα σημεία

1. Η Τουρκία ως «μεσαία δύναμη»

Η έκθεση περιγράφει την Τουρκία ως μία ανερχόμενη «μεσαία δύναμη» που δεν επιθυμεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τη Δύση. Παραμένει στο ΝΑΤΟ και οικονομικά συνδεδεμένη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά αναπτύσσει παράλληλες σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα, τις χώρες του Κόλπου, το Πακιστάν, το Κατάρ και άλλες περιφερειακές δυνάμεις.

Βασικός της στόχος είναι η μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία: να συνεργάζεται με διαφορετικά κέντρα ισχύος χωρίς να εντάσσεται απόλυτα σε κανένα.

2. Η κυριαρχία Ερντογάν και η εσωτερική πολιτική

Το CRS επισημαίνει ότι τα 23 χρόνια διακυβέρνησης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχουν ενισχύσει σημαντικά τη συγκέντρωση εξουσίας στην προεδρία.

Η έκθεση αναφέρεται:

  • στη φυλάκιση του δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου το 2025,
  • στις δικαστικές παρεμβάσεις εναντίον της αντιπολίτευσης,
  • στην απομάκρυνση του Οζγκιούρ Οζέλ από την ηγεσία του CHP,
  • στη δημιουργία νέου κόμματος από τον Οζέλ,
  • στις ανησυχίες για το κράτος δικαίου, τις ελευθερίες και τον αυταρχισμό.

Οι επόμενες εκλογές πρέπει κανονικά να πραγματοποιηθούν έως τον Μάιο του 2028. Το CRS εξετάζει το ενδεχόμενο ο Ερντογάν να επιδιώξει συνταγματικές αλλαγές ή πολιτικές ρυθμίσεις που θα του επιτρέψουν ακόμη μία προεδρική θητεία.

3. Το κουρδικό και η διαδικασία με το PKK

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη νέα προσπάθεια τερματισμού της μακροχρόνιας σύγκρουσης με το PKK.

Σύμφωνα με την έκθεση:

  • το PKK έχει πραγματοποιήσει βήματα προς την αποστράτευση,
  • το τουρκικό κοινοβούλιο έχει εξουσιοδοτήσει επιτροπή να επαληθεύσει τον αφοπλισμό,
  • εξετάζεται ο επαναπατρισμός και μια μορφή αμνηστίας για χιλιάδες μέλη ή υποστηρικτές του.

Το CRS εκτιμά ότι η διαδικασία μπορεί να συνδέεται και με την προσπάθεια του Ερντογάν να κερδίσει κουρδική πολιτική υποστήριξη για συνταγματικές αλλαγές.

4. Η οικονομία

Η Τουρκία κατατάσσεται από την έκθεση ως η 16η μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές ανισορροπίες.

Τα στοιχεία που παραθέτει το CRS για το 2026 περιλαμβάνουν:

Δείκτης Εκτίμηση
Πληθυσμός 87,7 εκατ.
Πραγματική ανάπτυξη 2,4%
Πληθωρισμός, Ιούλιος 2026 31,8%
Ανεργία 8,3%
Δημόσιο χρέος 25,1% του ΑΕΠ
Κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης 53.198 δολάρια

Το διμερές εμπόριο ΗΠΑ–Τουρκίας έφτασε περίπου τα 49 δισ. δολάρια το 2025, πολύ χαμηλότερα από τον διακηρυγμένο στόχο των 100 δισ. Η ΕΕ παραμένει μακράν σημαντικότερος οικονομικός εταίρος της Τουρκίας.

5. S-400, κυρώσεις και επιστροφή στα F-35

Αυτό είναι το σημαντικότερο άλυτο πρόβλημα των αμερικανοτουρκικών αμυντικών σχέσεων.

Η Τουρκία επιδιώκει:

  • την άρση των κυρώσεων CAATSA,
  • την επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35,
  • την αγορά τουλάχιστον 40 αεροσκαφών,
  • την παραλαβή έξι F-35 για τα οποία έχει ήδη πληρώσει.

Η αμερικανική νομοθεσία απαγορεύει τη μεταφορά F-35 όσο η Τουρκία διαθέτει τους ρωσικούς S-400. Για να αρθεί η απαγόρευση, η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να πιστοποιήσει στο Κογκρέσο ότι η Τουρκία:

  1. δεν κατέχει πλέον το σύστημα,
  2. δεν θα το αποκτήσει ξανά,
  3. δεν έχει αγοράσει άλλο ρωσικό υλικό που θα μπορούσε να απειλήσει την ασφάλεια των F-35.

Η έκθεση αναφέρει ως πιθανά σενάρια την αποθήκευση των S-400 σε ελεγχόμενη εγκατάσταση ή τη μεταβίβασή τους σε τρίτη χώρα. Όμως μια τέτοια μεταβίβαση μπορεί να απαιτεί ρωσική έγκριση και να δημιουργεί νέα προβλήματα ασφαλείας.

6. Τα τουρκικά KAAN και οι αμερικανικοί κινητήρες

Η Τουρκία αναπτύσσει το μαχητικό KAAN, αλλά οι πρώτες εκδόσεις του εξαρτώνται από αμερικανικούς κινητήρες F110.

Η κυβέρνηση Τραμπ φέρεται να έχει προωθήσει την εξαγωγή περίπου 80 κινητήρων. Ωστόσο, μέλη του Κογκρέσου επιδιώκουν να εμποδίσουν τη συμφωνία. Η υπόθεση δείχνει ότι, παρά τις προσπάθειες αυτονομίας, σημαντικά τουρκικά οπλικά συστήματα εξακολουθούν να εξαρτώνται από αμερικανική τεχνολογία και άδειες εξαγωγής.

7. Η ελληνική και η ισραηλινή αντίδραση

Ελλάδα και Ισραήλ εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικές απέναντι στην επιστροφή της Τουρκίας στα F-35.

Η Αθήνα ζητά οποιαδήποτε πώληση προηγμένων όπλων στην Τουρκία να συνοδεύεται από σαφείς εγγυήσεις ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον άλλου μέλους του ΝΑΤΟ.

Το Ισραήλ φοβάται ότι η απόκτηση F-35 από την Τουρκία θα μειώσει την αεροπορική του υπεροχή. Σύμφωνα με την έκθεση, σε περίπτωση τουρκικής επανένταξης το Ισραήλ μπορεί να ζητήσει από τις ΗΠΑ πρόσθετα προηγμένα όπλα, πυρομαχικά ακριβείας και περιορισμούς στην τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία.

8. Αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ

Η έκθεση παρουσιάζει τις σχέσεις Άγκυρας–Τελ Αβίβ ως μία από τις κεντρικές αντιπαραθέσεις της νέας περιφερειακής τάξης.

Οι βασικές εστίες έντασης είναι:

  • ο πόλεμος στη Γάζα,
  • η υποστήριξη της Άγκυρας προς τη Χαμάς,
  • ο ανταγωνισμός για επιρροή στη Συρία,
  • η στάση απέναντι στο Ιράν,
  • οι σχέσεις του Ισραήλ με Ελλάδα και Κύπρο.

Το CRS θεωρεί πιθανό η αυξανόμενη συνεργασία Ισραήλ–Ελλάδας–Κύπρου–ΗΑΕ να ωθήσει την Τουρκία σε στενότερες σχέσεις με κράτη όπως το Κατάρ, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.

9. Συρία και τερματισμός της συνεργασίας ΗΠΑ–SDF

Η πτώση του Μπασάρ αλ Άσαντ το 2024 και η εγκαθίδρυση μιας περισσότερο φιλικής προς την Τουρκία μεταβατικής κυβέρνησης άλλαξαν τις ισορροπίες.

Τον Ιανουάριο του 2026 τερματίστηκε ουσιαστικά η αμερικανική συνεργασία με τις κουρδικές Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, καθώς η νέα κυβέρνηση της Δαμασκού ανέλαβε τον έλεγχο περιοχών της βόρειας Συρίας.

Αυτό αφαίρεσε μία από τις σημαντικότερες πηγές σύγκρουσης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Άγκυρα. Ωστόσο, Τουρκία και Ισραήλ εξακολουθούν να ανταγωνίζονται για το ποιος θα επηρεάσει τη μεταπολεμική Συρία.

10. Ρωσία και Ουκρανία

Η Τουρκία υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και έχει προμηθεύσει το Κίεβο με στρατιωτικό υλικό. Παράλληλα, όμως:

  • δεν συμμετέχει πλήρως στις δυτικές κυρώσεις,
  • αγοράζει σημαντικές ποσότητες ρωσικής ενέργειας,
  • συνεργάζεται με τη Ρωσία στο πυρηνικό εργοστάσιο του Ακούγιου,
  • διατηρεί εμπορικούς και πολιτικούς διαύλους με τη Μόσχα.

Το CRS παρουσιάζει αυτή τη στάση ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της τουρκικής πολιτικής εξισορρόπησης.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα

Η έκθεση αναγνωρίζει ότι τα ελληνοτουρκικά αποτελούν ουσιαστικό παράγοντα στις αποφάσεις του Κογκρέσου για προηγμένα όπλα προς την Τουρκία.

Για την Αθήνα, τα κρισιμότερα σημεία είναι:

  • η πιθανή πώληση F-35 στην Τουρκία,
  • η απαίτηση εγγυήσεων για τη χρήση αμερικανικών όπλων,
  • η ενίσχυση της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας,
  • η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα ως εναλλακτική ή συμπληρωματική προς τις τουρκικές βάσεις,
  • οι διαφορές στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο,
  • το νομοσχέδιο Eastern Mediterranean Gateway Act, το οποίο δεν κατονομάζει την Τουρκία, αλλά ενισχύει τις αμερικανικές σχέσεις με άλλα κράτη της περιοχής.

Τελική αποτίμηση

Το κεντρικό δίλημμα για τις ΗΠΑ είναι αν πρέπει να αξιοποιήσουν τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας, χαλαρώνοντας κυρώσεις και αμυντικούς περιορισμούς, ή αν μια τέτοια κίνηση θα επιβράβευε την τουρκική συνεργασία με τη Ρωσία, τον αυταρχισμό στο εσωτερικό και τις συγκρούσεις της Άγκυρας με άλλους Αμερικανούς εταίρους.

Με μία φράση: η Ουάσιγκτον δεν μπορεί εύκολα ούτε να εμπιστευθεί πλήρως την Τουρκία ούτε να την παραμερίσει.

Πλήρης έκθεση: CRS R44000 – Turkey (Türkiye): Major Issues and U.S. Relations.

Covid 19: Το πραγματικό σκάνδαλο της πανδημίας δεν έχει τελειώσει

0

Για τον Economist, η πολιτική εμμονή με τον Άντονι Φάουτσι αποκρύπτει το ουσιαστικό ερώτημα: γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ακόμη μετατρέψει τις εκατοντάδες χιλιάδες αποτρέψιμες απώλειες σε σχέδιο για την επόμενη πανδημία;

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ — Έξι χρόνια μετά την έναρξη της πανδημίας, η αμερικανική πολιτική εξακολουθεί να αναζητά ενόχους. Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν επικεντρώσει μεγάλο μέρος της έρευνας και της κριτικής τους στον Άντονι Φάουτσι, τον επιστήμονα που συμβούλευσε τόσο τον Ντόναλντ Τραμπ όσο και τον Τζο Μπάιντεν για την αντιμετώπιση της COVID-19.

Όμως, σύμφωνα με το κύριο επιχείρημα του Economist, αυτή η προσπάθεια πολιτικής διαπόμπευσης κινδυνεύει να συγκαλύψει το πραγματικό σκάνδαλο: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν εξετάσει με την απαιτούμενη σοβαρότητα τις συστημικές αποτυχίες που κόστισαν ανθρώπινες ζωές — ούτε έχουν εγγυηθεί ότι δεν θα επαναληφθούν στην επόμενη πανδημία.

Η αποτυχία πριν από τα εμβόλια

Η κρίση δεν άρχισε με τον εμβολιασμό. Η αρχική αντίδραση χαρακτηρίστηκε από ανεπαρκή προετοιμασία, προβλήματα στα διαγνωστικά τεστ, ελλείψεις σε μέσα ατομικής προστασίας και αδύναμο συντονισμό ανάμεσα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, στις Πολιτείες και στις τοπικές υπηρεσίες υγείας.

Το αμερικανικό Ελεγκτικό Συνέδριο, το Government Accountability Office, έχει καταγράψει ελλείψεις σε προστατευτικό εξοπλισμό και διαγνωστικά υλικά, αδυναμίες στη συλλογή δεδομένων και προβλήματα στην κατανομή αρμοδιοτήτων. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διέθεσε περίπου 4,65 τρισ. δολάρια για την αντιμετώπιση των υγειονομικών και οικονομικών συνεπειών της πανδημίας. Ωστόσο, η τεράστια δαπάνη δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με αποτελεσματική διοίκηση. GAO – Federal Response to COVID-19

Οι ΗΠΑ διέθεταν κορυφαία πανεπιστήμια, εργαστήρια, φαρμακευτικές επιχειρήσεις και άφθονους οικονομικούς πόρους. Αυτό που έλειψε σε κρίσιμες στιγμές ήταν ένα συνεκτικό σύστημα λήψης αποφάσεων και εφαρμογής τους.

Το επίτευγμα και η αποτυχία των εμβολίων

Η ανάπτυξη αποτελεσματικών εμβολίων σε χρόνο-ρεκόρ αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά επιτεύγματα της σύγχρονης εποχής. Η παραγωγή τους, όμως, δεν έλυνε αυτομάτως το πρόβλημα της διανομής, της πρόσβασης και της αποδοχής τους από τους πολίτες.

Η αρχική οργάνωση της εκστρατείας παρουσίασε δυσλειτουργίες. Με την πάροδο του χρόνου, η μεγαλύτερη αποτυχία μετατοπίστηκε από την προσφορά στη ζήτηση: η πολιτικοποίηση του εμβολιασμού, η παραπληροφόρηση και η δυσπιστία προς τις δημόσιες αρχές περιόρισαν την κάλυψη, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες περιοχές και πληθυσμιακές ομάδες.

Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Emerging Infectious Diseases του CDC εκτίμησε ότι τα εμβόλια απέτρεψαν περίπου 686.000 θανάτους στις ΗΠΑ μόνο μεταξύ Ιανουαρίου και Νοεμβρίου 2021. Πρόκειται για μοντελοποιημένη εκτίμηση και όχι για άμεση καταμέτρηση, αλλά αποτυπώνει την τάξη μεγέθους της προστασίας που προσέφερε ο εμβολιασμός. CDC – Evaluation of Global COVID-19 Vaccination

Στο ιστορικό χρονολόγιό του, το CDC παραπέμπει επίσης σε ακαδημαϊκή εκτίμηση σύμφωνα με την οποία περίπου οι μισοί αμερικανικοί θάνατοι από COVID-19 μετά τη διαθεσιμότητα των εμβολίων θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί μέσω υψηλότερης εμβολιαστικής κάλυψης. CDC Museum – COVID-19 Timeline

Δεν ήταν, συνεπώς, η απουσία επιστημονικού εργαλείου που κόστισε όλες αυτές τις ζωές. Ήταν και η αποτυχία της πολιτικής και της δημόσιας επικοινωνίας να εξασφαλίσουν ότι το εργαλείο θα χρησιμοποιηθεί εγκαίρως και ευρέως.

Η βολική μετατροπή του Φάουτσι σε σύμβολο

Ο Άντονι Φάουτσι έγινε για ένα μέρος της αμερικανικής Δεξιάς το πρόσωπο όλων των αντιφάσεων της πανδημικής περιόδου: των lockdown, της χρήσης μάσκας, των εμβολίων και των μεταβαλλόμενων επιστημονικών οδηγιών.

Η κριτική προς τους θεσμούς και τα πρόσωπα που διαχειρίστηκαν την κρίση είναι θεμιτή. Οι επιστημονικές οδηγίες άλλαξαν, ορισμένες αποφάσεις ελήφθησαν με ανεπαρκή δεδομένα, ενώ η επικοινωνία των αρχών υπήρξε συχνά ασαφής ή υπερβολικά κατηγορηματική.

Το πρόβλημα, κατά τον Economist, αρχίζει όταν ο απολογισμός περιορίζεται στην αναζήτηση ενός ανθρώπου που θα σηκώσει ολόκληρο το βάρος της αποτυχίας. Η στοχοποίηση του Φάουτσι μπορεί να προσφέρει πολιτικό θέαμα, αλλά δεν απαντά στα ουσιαστικά ερωτήματα:

  • Γιατί άργησε η χώρα να αποκτήσει αξιόπιστα τεστ;
  • Γιατί υπήρχαν ελλείψεις σε μάσκες και ιατρικό εξοπλισμό;
  • Ποιος συντόνιζε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση με τις Πολιτείες;
  • Γιατί η δημόσια υγεία μετατράπηκε σε πεδίο κομματικής ταυτότητας;
  • Πώς θα διανεμηθούν γρηγορότερα τα επόμενα εμβόλια;
  • Πώς θα διατηρηθεί η εμπιστοσύνη του κοινού όταν οι επιστημονικές γνώσεις μεταβάλλονται;

Εκατοντάδες συστάσεις παραμένουν ανεκπλήρωτες

Η ανησυχία για την επόμενη πανδημία δεν είναι θεωρητική. Μέχρι τον Απρίλιο του 2024, το GAO είχε εκδώσει 428 συστάσεις προς ομοσπονδιακές υπηρεσίες και είχε θέσει 24 ζητήματα προς εξέταση από το Κογκρέσο. Από αυτές τις συστάσεις, 220 παρέμεναν ανοικτές.

Οι σημαντικότερες αφορούσαν τον εκ των προτέρων σχεδιασμό, την ηγεσία και τον συντονισμό, την καλύτερη συλλογή δεδομένων, την έγκαιρη προμήθεια υλικών, την επικοινωνία με το κοινό και την αποτελεσματικότερη εποπτεία της κρατικής χρηματοδότησης. GAO – Lessons for Future Emergencies

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει καταλήξει σε ανάλογα συμπεράσματα: η πανδημία αποκάλυψε χρόνια υποχρηματοδότηση της ετοιμότητας, ανεπαρκή επιδημιολογική επιτήρηση, αδυναμίες στην ανίχνευση και απομόνωση κρουσμάτων και ελλείψεις προσωπικού και εφοδίων. WHO – Continuing challenges to global health

Το σκάνδαλο της λήθης

Το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο μπορεί τελικά να μην είναι μία λανθασμένη απόφαση, ένας επιστήμονας ή μία κυβέρνηση. Είναι η συλλογική απροθυμία να γίνει ένας ειλικρινής απολογισμός.

Η COVID-19 μετατρέπεται σταδιακά από ζωντανή εμπειρία σε πολιτισμικό τραύμα που οι κοινωνίες προτιμούν να απωθήσουν. Όμως οι ιοί δεν συμμετέχουν στις πολιτικές διαμάχες και δεν ενδιαφέρονται για το ποιος κέρδισε την τελευταία κοινοβουλευτική ακρόαση.

Αν η Ουάσιγκτον επενδύσει περισσότερο στη διαπόμπευση του Φάουτσι παρά στην ενίσχυση των συστημάτων επιτήρησης, των εργαστηρίων, των αποθεμάτων και της εμβολιαστικής υποδομής, η επόμενη πανδημία θα τη βρει ξανά απροετοίμαστη.

Και τότε το πραγματικό κόστος του σημερινού πολιτικού θεάματος δεν θα μετρηθεί σε τηλεοπτικό χρόνο ή κομματικά ποσοστά. Θα μετρηθεί ξανά σε ζωές.

Ινδός στρατηγός ε.α.: «Το Ναυτικό μας μπορεί να διαλύσει οποιαδήποτε τουρκική ναυτική δύναμη»

0

«Η Τουρκία και το Πακιστάν βρίσκονται ήδη σε μια μη δηλωμένη, πρακτική συμμαχία»

Έντονη ανησυχία για την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν εξέφρασε ο απόστρατος Ινδός υποστράτηγος Γκαγκάν Ντιπ Μπάκσι, χαρακτηρίζοντας τη νέα περιφερειακή δυναμική πιθανή στρατηγική πρόκληση για την Ινδία.

Μιλώντας στο Republic World, ο Μπάκσι μίλησε για τη δημιουργία ενός «ΝΑΤΟ των Σουνιτών» στη Μέση Ανατολή, αναφερόμενος στη σύγκλιση των τριών χωρών. Όπως υποστήριξε, η εξέλιξη αυτή αλλάζει τα δεδομένα από την πλευρά του Νέου Δελχί.

«Έχει δημιουργηθεί ένα ΝΑΤΟ των Σουνιτών, αποτελούμενο από την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, και αυτό αποτελεί σοβαρή αιτία ανησυχίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στο επίκεντρο των δηλώσεών του βρέθηκε και η σχέση της Ινδίας με το Ιράν. Ο Ινδός στρατηγός υποστήριξε ότι η Τεχεράνη αποτελεί σημαντικό γεωπολιτικό αντίβαρο στο Πακιστάν και επομένως το Νέο Δελχί δεν έχει λόγο να απομακρυνθεί από αυτήν τη σχέση προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανησυχίες του Ισραήλ.

«Χρειαζόμαστε πολύ το σιιτικό Ιράν στο πλευρό μας, επειδή το Πακιστάν αποτελεί τον βασικό πονοκέφαλο για την ασφάλειά μας», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η Κίνα αποτελεί τη μεγαλύτερη στρατηγική απειλή για την Ινδία, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με το Πακιστάν.

Ο Μπάκσι έθεσε μάλιστα το ζήτημα της πυρηνικής ισχύος του Πακιστάν, υποστηρίζοντας ότι το Ισραήλ αντιμετωπίζει το Ιράν ως υπαρξιακή απειλή, ενώ δεν εκφράζει αντίστοιχη ανησυχία για το πυρηνικό οπλοστάσιο του Πακιστάν.

Ο απόστρατος αξιωματικός υποστήριξε ακόμη ότι η στρατηγική προσέγγιση Άγκυρας και Ισλαμαμπάντ έχει ήδη περάσει από το επίπεδο των πολιτικών σχέσεων στην πρακτική στρατιωτική συνεργασία.

Αναφερόμενος στην Επιχείρηση Sindoor, ισχυρίστηκε ότι η Τουρκία παρείχε στο Πακιστάν σημαντική υποστήριξη σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ έκανε λόγο και για τουρκική ναυτική παρουσία στο Καράτσι.

«Η Τουρκία και το Πακιστάν βρίσκονται ήδη σε μια μη δηλωμένη, πρακτική συμμαχία», υποστήριξε.

Ο Μπάκσι εμφανίστηκε, πάντως, ιδιαίτερα κατηγορηματικός ως προς την ικανότητα της Ινδίας να αντιμετωπίσει ενδεχόμενη τουρκική στρατιωτική συνδρομή προς το Πακιστάν.

«Το Ινδικό Ναυτικό μπορεί να διαλύσει οποιαδήποτε τουρκική αρμάδα επιχειρήσει να σπεύσει σε βοήθεια του Πακιστάν», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Πέρα από τη διάσταση της ασφάλειας, ο Ινδός στρατηγός στάθηκε στη σημασία του Ιράν για τα οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα της χώρας του.

Όπως εξήγησε, η συνεργασία με την Τεχεράνη προσφέρει στην Ινδία ενεργειακές επιλογές, ενώ παράλληλα το Ιράν αποτελεί σημαντικό χερσαίο διάδρομο προς την Κεντρική Ασία και το Αφγανιστάν.

«Το Ιράν παρέχει στην Ινδία τη χερσαία γέφυρα προς την Κεντρική Ασία και τη χερσαία γέφυρα προς το Αφγανιστάν, και αυτές είναι ζωτικής σημασίας για εμάς», ανέφερε.

Ο Μπάκσι κατέστησε έτσι σαφές ότι, παρά τη στενή σχέση Ινδίας και Ισραήλ, το Νέο Δελχί δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τα συμφέροντά του στο Ιράν. Κατά την εκτίμησή του, όσο ενισχύεται ο άξονας Τουρκίας–Πακιστάν, τόσο μεγαλύτερη στρατηγική αξία αποκτά για την Ινδία η διατήρηση ισχυρών δεσμών με την Τεχεράνη.

Liberation: Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Ο στοχαστής του «εμείς όλοι» απέναντι στην εποχή του «κανενός»

4

 

Ο διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας κοινωνιολόγος πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 89 ετών. Μελέτησε όσο λίγοι τη λειτουργία του ελληνικού κράτους, τους μηχανισμούς εξουσίας και διαφθοράς, την κοινωνική αναπαραγωγή και την υποχώρηση του συλλογικού μπροστά στον δυτικό ατομικισμό.

ΑΘΗΝΑ — Αν υπάρχει μία φράση που θα μπορούσε να συνοψίσει το τελευταίο κεφάλαιο της σκέψης του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, είναι το δίλημμα ανάμεσα στο «εμείς όλοι» και στο «κανείς».

Μιλώντας στην Ακαδημία Αθηνών στις 26 Οκτωβρίου 2025, ο Έλληνας κοινωνιολόγος υποστήριξε ότι η μεγάλη σύγκρουση της εποχής δεν διεξάγεται πλέον αποκλειστικά ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, στους συντηρητικούς και τους μεταρρυθμιστές ή στους πλούσιους και τους φτωχούς. Για τον Τσουκαλά, το βαθύτερο δίλημμα ήταν πλέον διαφορετικό: εάν οι σύγχρονες κοινωνίες θα ανακαλύψουν ένα νέο συλλογικό «εμείς» ή θα παραδοθούν στην κατακερματισμένη μοναξιά του «κανενός».

Λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς πέθανε στην Αθήνα, έπειτα από μακρά ασθένεια. Ήταν 89 ετών. Η απώλειά του κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής κοινωνιολογίας και του μεταπολεμικού δημόσιου στοχασμού. Η αποτέφρωσή του πραγματοποιήθηκε στη Ριτσώνα, ενώ η Ακαδημία Αθηνών ανακοίνωσε επισήμως την εκδημία του στις 18 Αυγούστου 2026. Ακαδημία Αθηνών, in.gr

Από την Αθήνα στο Παρίσι και στο Yale

Ο Τσουκαλάς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 5 Αυγούστου 1937, σε οικογένεια με ισχυρή παρουσία στη νομική, ακαδημαϊκή και πολιτική ζωή.

Παππούς του ήταν καθηγητής Ποινικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών. Πατέρας του ήταν ο Άγγελος Τσουκαλάς, δικηγόρος και πολιτικός: βουλευτής Αθηνών με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, δήμαρχος Αθηναίων με την υποστήριξη της ΕΔΑ και, αργότερα, υπουργός Δικαιοσύνης την περίοδο της δικτατορίας — μια αντιφατική οικογενειακή πολιτική διαδρομή, χαρακτηριστική ίσως των τραυματικών ρηγμάτων της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών το 1958. Συνέχισε τις σπουδές του στη Χαϊδελβέργη, στο Μόναχο, στο Παρίσι και στο Yale, στρεφόμενος από τη νομική προς τη φιλοσοφία του δικαίου, την πολιτική επιστήμη και την κοινωνιολογία.

Αναγορεύθηκε διδάκτορας Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Paris 1 Panthéon-Sorbonne. Από το 1969 έως το 1981 δίδαξε Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Paris VIII Vincennes, ένα ίδρυμα που γεννήθηκε μέσα στο πολιτικό και πνευματικό κλίμα του γαλλικού Μάη του 1968.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και, από το 1985 έως το 2004, στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, του οποίου διετέλεσε και πρόεδρος. Αργότερα ανακηρύχθηκε ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας. ΕΚΠΑ

Η διεθνής ακαδημαϊκή του παρουσία περιλάμβανε το Yale, το Princeton, το Columbia, το City University of New York, τη Σορβόννη, το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου στην Κωνσταντινούπολη και το UAM Iztapalapa στο Μεξικό. Ήταν επίτιμος διδάκτορας των Πανεπιστημίων Κρήτης και Πελοποννήσου.

Η Ελλάδα ως εργαστήριο εξουσίας

Η Ελλάδα δεν υπήρξε για τον Τσουκαλά ένα απομονωμένο ή «εξαιρετικό» φαινόμενο. Υπήρξε ένα εργαστήριο μέσα από το οποίο μπορούσε να μελετήσει το κράτος, την εξάρτηση, την κοινωνική κινητικότητα, την εκπαίδευση, την πελατειακή πολιτική και τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία αναπαράγει τον εαυτό της.

Στα έργα του εξέτασε τη συγκρότηση του ελληνικού δημόσιου χώρου, τη σχέση κράτους και κοινωνίας και τον ρόλο των εκπαιδευτικών μηχανισμών στη διατήρηση των κοινωνικών ιεραρχιών.

Ανάμεσα στα γνωστότερα βιβλία του συγκαταλέγονται:

  • Η ελληνική τραγωδία: Από την απελευθέρωση στους συνταγματάρχες
  • Εξάρτηση και αναπαραγωγή: Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα
  • Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος: Η συγκρότηση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα
  • Είδωλα πολιτισμού: Ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα στη σύγχρονη πολιτεία
  • Η επινόηση της ετερότητας: Ταυτότητες και διαφορές στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

Η σκέψη του κινήθηκε σταθερά γύρω από ένα ερώτημα: πώς μια κοινωνία που διακηρύσσει την ισότητα παράγει ξανά και ξανά ανισότητες, εξαρτήσεις και προνόμια;

Η διαφθορά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν ήταν απλώς μια σειρά παράνομων συναλλαγών ή προσωπικών παρεκτροπών. Ήταν ένας μηχανισμός λειτουργίας της εξουσίας: ένας τρόπος με τον οποίο τα ιδιωτικά συμφέροντα καταλαμβάνουν τον δημόσιο χώρο και το κράτος μετατρέπεται σε πεδίο διανομής επιρροής, προστασίας και προσβάσεων.

Ανάμεσα στην επιστήμη και στην πολιτική

Ο Τσουκαλάς δεν περιορίστηκε στην πανεπιστημιακή ζωή. Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης, γενικός διευθυντής και πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών. Συμμετείχε στην ελληνική αντιπροσωπεία στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για την Κοινωνική Ανάπτυξη και σε ευρωπαϊκά επιστημονικά και πολιτιστικά όργανα.

Διετέλεσε επίσης πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού και μέλος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής. Για ένα διάστημα πέρασε και από την ενεργό πολιτική, ως βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Η παρουσία του στην πολιτική, ωστόσο, δεν ακύρωσε την απόσταση του κοινωνικού επιστήμονα από το αντικείμενό του. Η σχέση ανάμεσα στον διανοούμενο και στην εξουσία παρέμεινε μία από τις διαρκείς εντάσεις της πορείας του: ο στοχαστής καλείται να παρέμβει, γνωρίζοντας συγχρόνως ότι κάθε εξουσία τείνει να αφομοιώνει ή να περιορίζει την κριτική που ασκείται εναντίον της.

Το 2025 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην έδρα της Κοινωνιολογίας — μια ύστερη θεσμική αναγνώριση μιας διαδρομής που είχε ήδη ξεπεράσει κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα.

Το ανολοκλήρωτο βιβλίο για το κλίμα

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Τσουκαλάς είχε μεταφέρει το ενδιαφέρον του στην κλιματική κρίση. Δεν την αντιμετώπιζε απλώς ως περιβαλλοντικό ή τεχνοκρατικό ζήτημα, αλλά ως πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα πρώτου μεγέθους.

Η κλιματική απορρύθμιση απαιτεί συλλογικές αποφάσεις, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και περιορισμό της απόλυτης προτεραιότητας του ιδιωτικού συμφέροντος. Απαιτεί, με άλλα λόγια, ακριβώς εκείνο που οι εξατομικευμένες δυτικές κοινωνίες δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να συγκροτήσουν: ένα λειτουργικό «εμείς».

Ο Τσουκαλάς ετοίμαζε ένα βιβλίο γι’ αυτήν τη νέα παγκόσμια συνθήκη. Δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει.

Ίσως όμως ο πυρήνας του να είχε ήδη διατυπωθεί στην Ακαδημία Αθηνών. Μπροστά στην κλιματική απειλή, στην κοινωνική ανισότητα και στη δημοκρατική κόπωση, το παλαιό λεξιλόγιο των πολιτικών διαιρέσεων δεν επαρκεί. Το ερώτημα γίνεται υπαρξιακό: αν δεν υπάρξει το «εμείς όλοι», μπορεί στο τέλος να μη μείνει κανείς.

Το αρχικό δημοσίευμα υπογράφεται από τον ανταποκριτή της Libération στην Αθήνα, Fabien Perrier, και δημοσιεύθηκε στις 19 Αυγούστου 2026. Libération