Μια σφαίρα στο κεφάλι ενός ήδη τραυματισμένου Παλαιστίνιου ήταν εκείνη που, πριν από μια δεκαετία, αποκάλυψε για πρώτη φορά πόσο διαφορετικά έβλεπαν το Ισραήλ ο Γκάντι Άιζενκοτ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Σήμερα, οι δύο άνδρες βρίσκονται αντιμέτωποι σε μια πολύ μεγαλύτερη μάχη: εκείνη για την ηγεσία της χώρας.
Τον Μάρτιο του 2016, δύο Παλαιστίνιοι οπλισμένοι με μαχαίρια επιτέθηκαν σε Ισραηλινούς στρατιώτες στη Δυτική Όχθη, τραυματίζοντας έναν από αυτούς. Οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ, σκοτώνοντας τον έναν δράστη και αφήνοντας τον δεύτερο τραυματισμένο στο έδαφος. Λίγα λεπτά αργότερα, ο 19χρονος τότε στρατιώτης Ελόρ Αζάρια όπλισε το τουφέκι του, σημάδεψε τον τραυματία στο κεφάλι και πυροβόλησε.
Όπως γράφει το Politico σε εκτενές του δημοσίευμα, η υπόθεση δίχασε βαθιά το Ισραήλ. Για ένα μέρος της κοινωνίας, ο Αζάρια ήταν ένας στρατιώτης που είχε σκοτώσει έναν τρομοκράτη. Για άλλους, είχε πραγματοποιήσει μια παράνομη εκτέλεση. Τελικά, καταδικάστηκε από στρατοδικείο για ανθρωποκτονία.
Ο Άιζενκοτ, αρχηγός τότε των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, υπερασπίστηκε την παραπομπή του σε δίκη, υποστηρίζοντας ότι η εκτέλεση ενός δράστη που είχε ήδη εξουδετερωθεί δεν συμβάδιζε με τις αξίες του ισραηλινού στρατού. Ο Νετανιάχου βρέθηκε στην αντίθετη πλευρά και ζήτησε να δοθεί χάρη στον στρατιώτη.
Δέκα χρόνια αργότερα, εκείνη η σύγκρουση εξακολουθεί να τους ακολουθεί.
Οι δημοσκοπήσεις
Ο 66χρονος Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του στρατού και πρώην μέλος του πολεμικού υπουργικού συμβουλίου του Νετανιάχου, έχει εξελιχθεί στον σοβαρότερο πολιτικό αντίπαλο του Ισραηλινού πρωθυπουργού εν όψει των βουλευτικών εκλογών της 27ης Οκτωβρίου.
Το νέο κεντρώο κόμμα του, Yashar! -όνομα που στα εβραϊκά παραπέμπει στο «ευθύς» ή «έντιμος»- έχει βρεθεί σε αρκετές δημοσκοπήσεις μπροστά από το κυβερνών Λικούντ. Πρόσφατη μέτρηση του Channel 12 έδινε στο Yashar 24 έδρες έναντι 22 του Λικούντ, αν και άλλες δημοσκοπικές έρευνες εξακολουθούν να εμφανίζουν το κόμμα του Νετανιάχου πρώτο.
Η άνοδός του τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από τη δυσαρέσκεια για όσα συνέβησαν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Ο Άιζενκοτ χτυπά τον Νετανιάχου ακριβώς στο πεδίο που επί δεκαετίες αποτελούσε το μεγαλύτερο πολιτικό πλεονέκτημά του: την ασφάλεια.
«Ο Νετανιάχου επιτίθεται στους αντιπάλους του πάντα με τον ίδιο τρόπο, λέγοντας ότι μόνο ο ίδιος μπορεί να προσφέρει ασφάλεια»είπε πρόσφατα σε συγκέντρωση υποστηρικτών του. Και αμέσως μετά συμπλήρωσε τη φράση που συμπυκνώνει την προεκλογική του επίθεση: «Είδαμε πώς πήγε αυτό στις 7 Οκτωβρίου».
Ο Νετανιάχου απαντά, επιχειρώντας να μετατρέψει το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του αντιπάλου του -τη μακρά στρατιωτική εμπειρία- σε αδυναμία. «Ο Άιζενκοτ ήθελε να παραδοθεί. Ο Νετανιάχου πολεμά» ήταν το μήνυμα πρόσφατου προεκλογικού βίντεο.
Ο Άιζενκοτ ζητά τη συγκρότηση ανεξάρτητης κρατικής εξεταστικής επιτροπής για τις αποτυχίες του στρατού, των υπηρεσιών πληροφοριών και της πολιτικής ηγεσίας, που οδήγησαν στην καταστροφή της 7ης Οκτωβρίου. Και δεν κρύβει ότι θεωρεί πως η έρευνα πρέπει να φτάσει μέχρι τον ίδιο τον πρωθυπουργό. «Αν δεν υπάρξει εξεταστική επιτροπή, αυτό θα κρέμεται πάνω από την ισραηλινή κοινωνία σαν κατάρα» έχει δηλώσει.
Ο τρόπος με τον οποίο τα λέει όλα αυτά απέχει πολύ από τον πολιτικό θεατρινισμό του αντιπάλου του. Ο Άιζενκοτ δεν διαθέτει τη ρητορική δεινότητα, ούτε το χάρισμα του Νετανιάχου. Μιλά ήρεμα, συχνά μονότονα. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η έλλειψη θεατρικότητας φαίνεται να λειτουργεί προς όφελός του.
«Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που, έπειτα από έναν πολύ χαρισματικό και κυρίαρχο ηγέτη, οι άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά κάποιον λιγότερο χαρισματικό, επειδή απλώς θέλουν ηρεμία» σημειώνει ο Σάι Μπαζάκ, Ισραηλινός πρώην διπλωμάτης και παλαιός σύμβουλος του Νετανιάχου. «Δεν θέλουν άλλο όλο αυτό το δράμα».
Ο «άνθρωπος από τον λαό» και η προσωπική τραγωδία
Η προσωπική διαδρομή του Άιζενκοτ επίσης απέχει πολύ από εκείνη του Νετανιάχου. Γιος Εβραίων μεταναστών από το Μαρόκο, γεννήθηκε στην Τιβεριάδα το 1960 και μεγάλωσε στο Εϊλάτ. Ξεκίνησε ως απλός στρατιώτης στην περίφημη ταξιαρχία Γκολάνι και έφτασε μέχρι την κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας, αναλαμβάνοντας αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων -έπειτα, μάλιστα, από επιλογή του ίδιου του Νετανιάχου.
Η εικόνα του «ανθρώπου από τον λαό» αποτελεί σήμερα σημαντικό μέρος της πολιτικής του δύναμης. Το Λικούντ έχει επιχειρήσει ακόμη και να ειρωνευτεί τα όχι άψογα αγγλικά του σε προεκλογικό σποτ, χωρίς μέχρι στιγμής να ανακόψει την άνοδό του.
Πάνω απ’ όλα, όμως, υπάρχει η προσωπική τραγωδία που τον συνδέει με το συλλογικό τραύμα του Ισραήλ. Στις 7 Δεκεμβρίου 2023, ο 25χρονος γιος του, Γκαλ Μεΐρ Άιζενκοτ, τραυματίστηκε θανάσιμα σε επιχείρηση στη Γάζα.
Υπηρετούσε ως έφεδρος και σκοτώθηκε, ενώ ο πατέρας του συμμετείχε ο ίδιος στην ηγεσία που λάμβανε αποφάσεις για τον πόλεμο. Ο θάνατός του επιβεβαιώθηκε από τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις και προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στη χώρα.
Λίγο αργότερα, η οικογένεια έχασε και ανιψιό του Άιζενκοτ στις μάχες στη Γάζα.
Ο ίδιος δεν έχει μετατρέψει τον θάνατο του γιου του σε προεκλογικό όπλο. Δεν χρειάζεται, ίσως, να το κάνει. Οι περισσότεροι Ισραηλινοί γνωρίζουν τι έχει χάσει η οικογένειά του.
Η αντίθεση με την οικογένεια Νετανιάχου έχει επίσης χρησιμοποιηθεί από τους επικριτές του πρωθυπουργού: ο γιος του, Γιαΐρ, παρέμεινε στη Φλόριντα, την περίοδο κατά την οποία εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινοί έφεδροι κινητοποιούνταν μετά την 7η Οκτωβρίου.
Ο Νετανιάχου απάντησε τότε ότι ο γιος του προσέφερε εθελοντική εργασία στις ΗΠΑ και βοηθούσε στην εξασφάλιση εξοπλισμού για τον στρατό και τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
Τον συγκρίνουν με τον Γιτζάκ Ράμπιν
Η προσωπική ιστορία του Άιζενκοτ έχει οδηγήσει ορισμένους στο Ισραήλ να αναζητούν αναλογίες με τον Γιτζάκ Ράμπιν: ακόμη έναν πρώην αρχηγό του στρατού που πέρασε στην πολιτική και συνδέθηκε με την προσπάθεια για ειρήνη. Είναι μια σύγκριση με ισχυρό συμβολισμό, αλλά και με αρκετές παγίδες.
Η ισραηλινή πολιτική είναι γεμάτη από παρασημοφορημένους στρατηγούς που πίστεψαν ότι η στρατιωτική τους επιτυχία θα μεταφερόταν αυτόματα στην πολιτική. Οι περισσότεροι απέτυχαν. Ο Εχούντ Μπαράκ έγινε πρωθυπουργός, αλλά η κυβέρνησή του κατέρρευσε μέσα σε περίπου 20 μήνες. Ο Μπένι Γκαντς αναδείχθηκε κάποτε στον σοβαρότερο αντίπαλο του Νετανιάχου, πριν δει την πολιτική επιρροή του να καταρρέει.
Ο στρατός λειτουργεί με ιεραρχία και εντολές. Η πολιτική απαιτεί συμβιβασμούς, συμμαχίες και την ικανότητα να πείθεις ανθρώπους που μπορούν απλώς να σου γυρίσουν την πλάτη. Εκεί βρίσκεται και το μεγάλο ερωτηματικό για τον Άιζενκοτ.
Οι επικριτές του θεωρούν ότι, ως μέλος του πολεμικού υπουργικού συμβουλίου, ήταν υπερβολικά πρόθυμος να προτάξει την απελευθέρωση των ομήρων έναντι της συνέχισης του πολέμου. Ο ίδιος απορρίπτει το δίλημμα ως ψευδές: υποστηρίζει ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να είχε συμφωνήσει στην επιστροφή των ομήρων και αργότερα να επαναλάβει τις επιχειρήσεις εναντίον της Χαμάς.
Η μάχη της κάλπης της 27ης Οκτωβρίου έχει έτσι αποκτήσει χαρακτήρα δημοψηφίσματος για την εποχή Νετανιάχου. Οι εκλογές είναι οι πρώτες μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 και ο πρώην αρχηγός του στρατού έχει αναδειχθεί σε έναν από τους βασικούς διεκδικητές της εξουσίας, σε μια περίοδο που το Λικούντ έχει χάσει σημαντικό μέρος της προηγούμενης εκλογικής του δύναμης.
Εκεί που ποντάρει ο Άιζενκοτ, είναι στο ότι ένα κουρασμένο και βαθιά τραυματισμένο Ισραήλ μπορεί αυτή τη φορά να μην ζητά τον πιο χαρισματικό ή τον πιο θορυβώδη ηγέτη, αλλά κάποιον που θα του εμπνέει εμπιστοσύνη.
Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της αναμέτρησης: ένας άνθρωπος που πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στον πόλεμο, επιχειρεί τώρα να πείσει τους Ισραηλινούς ότι μπορεί να είναι εκείνος που θα τους οδηγήσει έξω από αυτόν…
https://hellasjournal.com/2026/08/gkanti-aizenkot-o-stratigos-pou-echase-ton-gio-tou-sti-gaza-einai-o-anthropos-pou-apeilei-na-ekthronisei-ton-netaniachou-stin-kalpi-tis-27is-oktovriou-ton-paromoiazoun-me-ton-gitzak-ra/










Συντακτική Ομάδα MD Signal



Γιώργος Κουτσούμης 







