Αρχική Blog Σελίδα 167

Ιω. Μπαλτζώης: Το Μνημόνιο Μη Κατανόησης  των δύο «Νικητών».

0

 

Του Ιωάννη Μπαλτζώη*

Η εκεχειρία του Απριλίου 2026 που τελικά έβαλε τέλος στους βομβαρδισμούς εκατέρωθεν των αντιπάλων του Ιράν και του συνασπισμού των ΗΠΑ και Ισραήλ,  δεν ήταν αποτέλεσμα σαφούς στρατιωτικής νίκης της μιας πλευράς επί της άλλης. Ήταν κυρίως προϊόν της αμερικανικής στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης προς το Ιράν, της ικανότητας του Ιράν να διαταράξει τη διεθνή ναυσιπλοΐα και να συνεχίσει την αντίσταση, με πρωτοφανή αντοχή στα σκληρά κτυπήματα, καθώς   και της έντονης διαμεσολάβησης του Πακιστάν (πρωθυπουργός Σαρίφ και Α/ΓΕΕΘΑ στρατηγός Μουνίρ) με τη στήριξη άλλων περιφερειακών δυνάμεων (όπως το Κατάρ). Και τελικά, μέσα σε μια κατάσταση αμφιλεγόμενη, «μη πόλεμος και μη ειρήνη», με περιοδικά κτυπήματα εκατέρωθεν, μετά από 39 ανακοινώσεις του προέδρου Τραμπ περί Συμφωνίας, υπογράφηκε εξ αποστάσεως στις 17 Ιουνίου 2026, το Μνημόνιο Κατανόησης 14 Σημείων μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν, χωρίς να περιλαμβάνεται το Ισραήλ που συμμετείχε στον πόλεμο. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν υπέγραψαν τη συμφωνία, γνωστή και ως “Islamabad Memorandum”, θέτοντας σε ισχύ την κατάπαυση του πυρός και ανοίγοντας τον δρόμο για περαιτέρω διαπραγματεύσεις στην Ελβετία και όχι μόνο.  Τελικά στις 21 Ιουνίου, έγινε μετά από δυσκολίες η πρώτη συνάντηση των δύο αντιπροσωπειών ΗΠΑ και Ιράν  στο Μπούγκερνστοκ της Ελβετίας. Εκεί αποφασίστηκε η συνέχιση των συνομιλιών για 60 ημέρες για την τελική συμφωνία.

Το Μνημόνιο Κατανόησης 14 Σημείων

Το Μνημόνιο Κατανόησης, το οποίο δοκιμάστηκε από πρόσφατες ανταλλαγές πυρών μεταξύ των πλευρών, περιλαμβάνει μια 60ήμερη εκεχειρία που τερματίζει τον πόλεμο που ξέσπασε, καθώς και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και ένα χρονοδιάγραμμα για μια τελική συμφωνία.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το Μνημόνιο των 14 σημείων και το ερώτημα που προκύπτει είναι αν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη και στο τέλος να επιτευχθεί μια Τελική Συμφωνία, κάτι που για πολλούς αναλυτές στην Μέση Ανατολή είναι από δύσκολο έως αδύνατο.  . Επιγραμματικά στο Μνημόνιο Κατανόησης αναφέρονται τα συμφωνηθέντα, τα οποία παραθέτουμε  επιγραμματικά:

Παύση των εχθροπραξιών σε όλα τα μέτωπα, ακόμη και στον Λίβανο.

Οι δύο πλευρές σέβονται η μία την κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της άλλης.

Κατάληξη σε τελική συμφωνία εντός  60 ημερών.

Οι ΗΠΑ θα πρέπει να άρουν τον ναυτικό αποκλεισμό και απόσυρση των  αμερικανικών δυνάμεων  μετά την τελική συμφωνία.

Αποκατάσταση από Ιράν εντός 30 ημερών της  κίνησης εμπορικών πλοίων στον Κόλπο.

Δημιουργία σχεδίου διασφάλισης  οικονομικής χρηματοδότησης 300 δις $ στο Ιράν.

Οι ΗΠΑ δεσμεύονται να τερματίσουν κάθε μορφή κυρώσεων, βάσει χρονοδιαγράμματος.

Το Ιράν  δηλώνει ότι δεν θα κατασκευάσει ποτέ πυρηνικά όπλα.

ΗΠΑ και Ιράν συμφωνούν μέχρι τελικής συμφωνίας, διατήρηση του υφισταμένου καθεστώτος πυρηνικού προγράμματος Ιράν.

Οι ΗΠΑ θα εκδώσουν εξαιρέσεις για εξαγωγές πετρελαίου και λοιπών πετρελαϊκών παραγώγων του Ιράν.

Τα δεσμευμένα ή παγωμένα κεφάλαια του Ιράν θα αποδεσμευτούν.

Δημιουργία Μηχανισμού Εφαρμογής συμφωνηθέντων.

Μετά την υπογραφή παρόντος Μνημονίου, ΗΠΑ και Ιράν εισέρχονται σε διαπραγματεύσεις για την Τελική Συμφωνία.

Η Τελική Συμφωνία θα εγκριθεί από το ΣΑ/ΟΗΕ.

Και μετά από όλα αυτά, το Μνημόνιο Κατανόησης, φαίνεται «ότι έγινε απολύτως κατανοητό» από όλες τις πλευρές, οι οποίες κάνουν ‘ότι μπορούν για να δείξουν ότι δεν το κατανοούν!!

Το Μνημόνιο Μη Κατανόησης

Το Ισραήλ δεν συμμετείχε στη διαπραγμάτευση του Μνημονίου Κατανόησης και ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει αποστασιοποιηθεί από αυτό. Ωστόσο, οι όροι της αρχικής ρήτρας, που τερματίζει οριστικά τον πόλεμο και αποκλείει οποιαδήποτε επανέναρξη, υποστηρίζουν ότι είναι δεσμευτικός για τις ΗΠΑ, το Ιράν «και τους συμμάχους τους», δηλαδή Ισραήλ από πλευράς ΗΠΑ και πληρεξούσιοι του Ιράν, ιδιαίτερα δε την Χεζμπολάχ, τους Χούθι της Υεμένης, την Χαμάς και τις σιιτικές πολιτοφυλακές Συρίας και Ιράκ, κάτι που στην πράξη αμφισβητείται και δεν υλοποιείται.  Ισραηλινοί αξιωματούχοι αντιτίθενται σφόδρα στους όρους της συμφωνίας, οι οποίοι δεν επιλύουν κανέναν από τους βασικούς στόχους του πολέμου. Οι στόχοι του πολέμου τόσο για ΗΠΑ, αλλά ιδιαιτέρως για το Ισραήλ, που χαρακτήρισε το Ιράν και το καθεστώς του, ως υπαρξιακή απειλή για το κράτος τους, ήταν στην ουσία τέσσερις: Δημιουργία συνθηκών  για κατάρρευση και αλλαγή του καθεστώτος, εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος και απομάκρυνση του εμπλουτισμένου  ουρανίου,  του ελέγχου της ποσότητας  και του βεληνεκούς των βαλλιστικών πυραύλων και  να παύσει το Ιράν να στηρίζει τους πληρεξούσιους, όπως προαναφέραμε.

Σε ότι αφορά το εμπλουτισμένο ουράνιο το Ιράν διαθέτει συνολικά σύμφωνα με τις αναφορές της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA)  περίπου 10 τόνους εμπλουτισμένου ουρανίου. Από αυτά, τα πιο ανησυχητικά αποθέματα—τα οποία βρίσκονται κοντά στο 90% που απαιτείται για την κατασκευή πυρηνικών όπλων—περιλαμβάνουν περίπου 440 κιλά εμπλουτισμένου ουρανίου σε ποσοστό έως 60%. Αναλυτικότερα, πριν από τις αεροπορικές επιθέσεις που δέχθηκαν οι πυρηνικές του εγκαταστάσεις, η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (IAEA) είχε επαληθεύσει τα εξής επίπεδα εμπλουτισμού: Έως 60%: 440,9 κιλά, έως 20%: 184,1 κιλά, έως 5%: 6.024,4 κιλά και  έως 2%: 2.391,1 κιλά. Τα ακριβή δεδομένα σχετικά με τη σημερινή κατάσταση των αποθεμάτων είναι δύσκολο να επαληθευτούν άμεσα, καθώς μετά από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις (οι οποίες έπληξαν κρίσιμες υποδομές όπως τις εγκαταστάσεις στη Νατάνζ   και στο Φόρντοου.

Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί προειδοποίησε πρόσφατα σε ανάρτηση στο Χ,  ότι το μνημόνιο συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν υποχρεώνει τις ΗΠΑ να «φιμώσουν τα κατοικίδια ζώα τους στο Τελ Αβίβ, οι όροι του Μνημονίου Συνεργασίας του Ισλαμαμπάντ είναι ξεκάθαροι και δημόσιοι σε όλους. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει δεσμευτεί να φιμώσουν τα κατοικίδια ζώα τους στο Τελ Αβίβ» και να εμποδίσουν το Ισραήλ να απειλήσει στρατιωτικά το Ιράν, σε απάντηση στις δηλώσεις του υπουργού Άμυνας Ισραήλ Κατζ. «Αν αγνοήσουν τον αφέντη τους, το Ιράν θα τους εκπαιδεύσει. Οποιαδήποτε απειλή κατά του λαού και της ηγεσίας μας θα λάβει άμεση και ισχυρή απάντηση», συνέχισε ο Ιρανός ΥΠΕΞ. Τα σχόλια αυτά ήρθαν σε απάντηση  στα σχόλια που έκανε ο Κατζ  σε ενημέρωση με ισραηλινούς στρατιωτικούς δημοσιογράφους τη Δευτέρα, όπου προειδοποίησε ότι ο Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν, Μοζτάμπα Χαμενεί , «έχει σημαδευτεί  με  θάνατο» και ότι ενώ η Τεχεράνη προσπαθεί να «αποσπάσει παραχωρήσεις» στις συνομιλίες της με την Ουάσινγκτον, το Ισραήλ «δεν θα επιτρέψει στο Ιράν να αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Αν αυτό επιτευχθεί με μια συμφωνία, τόσο το καλύτερο».

Εκτιμήσεις

Μετά την αρχική συνάντηση των δύο αντιπροσωπειών στην Ελβετία,  οι συνομιλίες στην ουσία έχουν παγώσει καθόσον επακολουθεί η  εξαήμερος  περίοδος πένθους του Ιράν, με το προσκύνημα στην σορό και την κηδεία του Αλί Χαμενεί και της οικογένειάς του.  Και ως επισκόπηση των επισημάνσεων, που προαναφέραμε, εκτιμώ ότι  το Μνημόνιο Κατανόησης των δύο πλευρών έχει στην πράξη μετατραπεί σε Μνημόνιο Μη Κατανόησης, για  το οποίο υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο να εξαντλήσει τον χρόνο των 60 ημερών, χωρίς να επιτευχθούν σημαντικά αποτελέσματα, χωρίς στην ουσία να επιτευχθεί μια βιώσιμη συνθήκη ειρήνης. Δίκαιη ειρήνη είναι αδύνατον να επιτευχθεί, καθόσον το Ιράν θεωρεί και είναι στην ουσία ο νικητής του πολέμου και της διπλωματίας και οι ΗΠΑ ότι είναι και αυτοί οι νικητές, γιατί σύμφωνα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ κατέστρεψαν τον στόλο τους (στην ουσία βύθισαν ενεδρευτικά μια φρεγάτα στον Ινδικό Ωκεανό που επέστρεψε από άσκηση και μερικά μικρά πολεμικά πλοία, από τα πολυάριθμα που έχει το Ιράν στον Περσικό κόλπο), την Αεροπορία τους που δεν υπήρχε (μερικά παλιά Α/Φ, όπως F-4 από την εποχή του Σάχη,  κρυμμένα στα τούνελ), χερσαίες επιχειρήσεις δεν έγιναν, άρα ένα πόλεμος με ανταλλαγές πυραυλικών κτυπημάτων γενικώς. Και μάλιστα σύμφωνα με εκτιμήσεις πολλών αναλυτών και συμφωνία ειρήνης αν επιτευχθεί τελικά, θα είναι εύθραυστη,  καθόσον υπάρχουν παράγοντες που δεν λαμβάνονται υπόψη, όπως το Ισραήλ και  η Χεζμπολάχ   που μπορούν να ανατρέψουν  κάθε πιθανή κατάσταση ή συμφωνία.

*Ο Ιωάννης Μπαλτζώης είναι Αντγος (ε.α.), με M.Sc.  στην Γεωπολική και Γεωστρατηγική  από το ΕΚΠΑ, πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΤΕ ΤΟΥΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΥΣ και το ”ΒΙΟΣ ΤΟΥΣ” προς ΤΑ ΟΡΕΙΝΑ ΤΗΣ ΔΥΤ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ και της ΗΠΕΙΡΟΥ!!

0
του Ελευθέριου Τζιόλα, π. Υπουργού
Οι κτηνοτρόφοι και η κτηνοτροφική παραγωγή -ιδιαίτερα η ”μετακινούμενη κτηνοτροφία”- σε εξόντωση!
  • Δεν υπάρχει, πλέον, κανένας σοβαρός λόγος για τον εγκλωβισμό εκατοντάδων κτηνοτρόφων και κτηνοτροφικών μονάδων στους καλοκαιρινούς καύσωνες εξόντωσης στη Θεσσαλική πεδιάδα!

To Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & η Κυβέρνηση έχουν τεράστιες ευθύνες! Η εξόντωση της μετακινούμενης κτηνοτροφίας και της κτηνοτροφίας γενικότερα αποτελεί προμελετημένο ”έγκλημα” (όταν όλοι ζητούν και υποδεικνύουν τα αντίθετα απ΄ όσα η Κυβέρνηση υλοποιεί)!

  Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Κτηνοτροφικών Συλλόγων Θεσσαλίας Δημήτρης Μπαλούκας τονίζει ότι υπάρχει κατάσταση ομηρίας, αφού εκτοξεύεται το κόστος των εκτροφών και οδηγεί μοιραία πολλούς συναδέλφους του στην έξοδο από τον πρωτογενή τομέα, αναζητώντας άλλους τρόπους επιβίωσης.
«Δυστυχώς, βλέπουμε να μπαίνει ταφόπλακα στη δραστηριοποίηση συναδέλφων μας που μετακινούνταν κάθε καλοκαίρι. Πρόκειται για ένα “έγκλημα” που συντελείται σε βάρος ενός πολύ ευάλωτου και σημαντικού κομματιού της κτηνοτροφίας» επισημαίνει ο κ. Μπαλούκας. Οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι, όπως σημειώνει ο πρόεδρος της ομοσπονδίας, συντελούν στο να ζωντανεύουν ορεινά χωριά το καλοκαίρι, έχοντας προσαρμόσει όλα αυτά τα χρόνια το σύστημα εκτροφής των ζώων τους στη μετακίνηση με βόσκηση στις ορεινές περιοχές. «Η απαγόρευση της μετακίνησης μπορεί να σημαίνει το τέλος και για κάποιες μονάδες. Οι συνάδελφοι αυτοί σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν στη διάθεσή τους χρήματα προκειμένου να καλύψουν το κόστος εκτροφής των κοπαδιών τους, κρατώντας τα κλεισμένα σε εγκαταστάσεις. Από την άλλη, πρέπει να επισημάνουμε για μία ακόμη φορά ότι πολλές υποδομές δεν είναι κατάλληλες για τις υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια του θέρους στον θεσσαλικό κάμπο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υγεία και την ευζωία των ζώων τους» σημειώνει χαρακτηριστικά.
  • «Mπορούσε να βρεθεί λύση»
Η μόνη υποχώρηση που, σύμφωνα με τον κ. Μπαλούκα, έγινε από την πλευρά του ΥΠΑΑΤ ήταν να επιτραπεί η μετακίνηση κοπαδιών από περιοχή με περιορισμούς σε αντίστοιχη περιοχή με ίδια δεδομένα. «Με αυτή την απόφαση απελευθερώθηκε ένα ποσοστό των μετακινούμενων κτηνοτρόφων. Ομως, όπως είναι γνωστό, ο μεγαλύτερος όγκος των Θεσσαλών μετακινούμενων κτηνοτρόφων τα καλοκαίρια οδεύει προς τη δυτική Μακεδονία, και ειδικά προς τον νομό Γρεβενών, με την περιοχή αυτή να μην έχει κρούσματα, οπότε δεν έχει απαγορεύσεις. Κατά συνέπεια, δεν γίνεται να υποδεχθεί μετακινούμενους κτηνοτρόφους από περιοχές που έχουν πληγεί από ευλογιά το προηγούμενο διάστημα» εξηγεί ο κ. Μπαλούκας.
  • «Οσα μετακινήθηκαν… γλίτωσαν»!
Ο κ. Μπαλούκας επισημαίνει πάντως ότι, την περασμένη θερινή περίοδο, τα ζώα που μετακινήθηκαν όχι μόνο δεν μετέδωσαν την ευλογιά, αλλά γλίτωσαν και τα ίδια από κρούσματα. «Την περσινή περίοδο, τα κοπάδια που πήγαν στα ορεινά έζησαν όλα! Από την άλλη, πολλά από αυτά που έμειναν στον κάμπο χάθηκαν από την ευλογιά» περιγράφει…
… «Η κτηνοτροφία δεν μπορεί να εγκλωβίζεται, ειδικά σε νομούς που έχουν δέκα μήνες χωρίς κρούσμα. Δεν μπορούν να ζητούν από τους κτηνοτρόφους να κρατάνε με αυτά τα δεδομένα τα ζώα στους στάβλους και να είναι σε ομηρία»!
… Ο πρόεδρος της Κοινότητας Σαμαρίνας και κτηνοτρόφος ο ίδιος, Γιάννης Λυγούρας στην ΕΡΤ ήταν επίσης κατηγορηματικός.
Ανέφερε, ότι είναι δεκάδες οι κτηνοτρόφοι που τέτοια εποχή, παραδοσιακά, είχαν ήδη μετακινήσει τα ζώα τους στα βοσκοτόπια της Σαμαρίνας και τα ορεινά των Γρεβενών, από χαμηλότερα υψόμετρα όπου διαχειμάζουν. Αλλά φέτος δεν μπόρεσαν να το κάνουν λόγω των απαγορευτικών μέτρων με αφορμή την ευλογιά. Ζήτησε, με ένταση εκ μέρους και των συναδέλφων του, έστω και αυτή την ύστατη ώρα, να δοθεί «πράσινο φως» από τις αρμόδιες υπηρεσίες για την μετακίνηση των κοπαδιών, μετά από ελέγχους για τη νόσο, ακόμη και σε ένα ένα αιγοπρόβατο και εφόσον διαπιστωθεί, ότι δε νοσούν να επιτραπεί η μετακίνηση.
Όπως τόνισε ο κ. Λυγούρας , οι εγκαταστάσεις στα πεδινά δεν είναι κατάλληλες για τη διαβίωση των ζώων σε συνθήκες καλοκαιριού. Επίσης, επισήμανε, ότι πρόκειται για φυλές ζώων που δεν είναι ανθεκτικές στον εγκλεισμό και τις υψηλές θερμοκρασίες.

Ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας κ. Κουρέτας με επιστολή του προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, κ. Σχοινά είναι συγκεκριμένος και κατηγορηματικός.

Χαρακτηριστικά, ο κ. Κουρέτας τονίζει:
  • Η Περιφέρεια Θεσσαλίας έχει μεγάλο αριθμό αιγοπροβατοτρόφων οι οποίοι τη θερινή περίοδο μετακινούνται προς θερινούς βοσκότοπους της Κεντρικής, Δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου (μόνο στην ΠΕ Λάρισας ο αριθμός τους προσεγγίζει τους 300 με ζωικό κεφάλαιο μεγαλύτερο από 70.000 αιγοπρόβατα).
  • Οι εκτροφές αυτές κατά τη χειμερινή περίοδο διαβιούν σε πρόχειρα καταλύματα χωρίς τις αναγκαίες υποδομές (δεν προβλέπονται από τη νομοθεσία) για την τήρηση των αναγκαίων μέτρων βιοασφάλειας.
  • Λόγω της επί σειράς ετών ετήσιας μετακίνησης προς τους θερινούς βοσκοτόπους, υπάρχει αντικειμενική αδυναμία των κτηνοτρόφων να ανταποκριθούν στις διατροφικές απαιτήσεις των ζώων τους (αδυναμία αγοράς και αποθήκευσης ζωοτροφών).
  • Η παραμονή των μετακινούμενων ζώων εντός των σταβλικών εγκαταστάσεων (χειμερινά, πρόχειρα καταλύματα):
  • α. Επηρεάζει σε τεράστιο βαθμό τόσο τις αποδόσεις των ζώων (μείωση της γαλακτοπαραγωγής άρα επιφέρει πρόσθετη μείωση του εισοδήματος των κτηνοτρόφων τόσο άμεσο, όσο και έμμεσο μέσω της πιθανής απώλειας των συνδεδεμένων ενισχύσεων από την μείωση της ποσότητας γάλακτος) αυτών αφού είναι συνηθισμένα σε διαφορετικό τρόπο διαβίωσης,
  • β. Παραβιάζει τους βασικούς κανόνες ευζωίας (έκθεση των ζώων σε υπερβολικά υψηλές θερμοκρασίες, έλλειψη νερού, αδυναμία άσκησης των καθημερινών τους συνηθειών). Άλλωστε τα κοπάδια που μετακινούνται, ανήκουν ως επί το πλείστον σε γηγενείς, παραδοσιακές φυλές ευαίσθητες στις ακραίες συνθήκες θερμοκρασιών που επικρατούν στα πεδινά κατά τη θερινή περίοδο.
  • γ. Ταυτόχρονα οι συνθήκες αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε μαζικούς θανάτους και περαιτέρω μείωση του ζωικού κεφαλαίου, αλλά και σε απομάκρυνση αριθμού κτηνοτρόφων από το επάγγελμα.
  • Ο συνεχής συγχρωτισμός των ζώων εντός των κλειστών εγκαταστάσεων λόγω των συνεχόμενων για μεγάλο χρονικό διάστημα απαγορεύσεων, με την ταυτόχρονη αύξηση του ζωικού κεφαλαίου λόγω τοκετών, οδηγεί στη δημιουργία περιβάλλοντος προδιαθεσικού σε άλλα νοσήματα (αναπνευστικά, παρασιτώσεις, διάρροιες κλπ).
  • Η θερινή μετακίνηση των κοπαδιών πέρα από τους πρακτικούς λόγους, αποτελεί και ένα πολιτισμικό φαινόμενο αιώνων, άρρηκτα δεμένο με την κτηνοτροφία της Περιφέρειάς μας. Η μετακίνηση των κτηνοτρόφων δεν αποτελεί μόνο επανασύνδεση με τους τόπους καταγωγής, αλλά στηρίζει τις τοπικές οικονομίες και ζωντανεύει την ορεινή Ελλάδα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
  • Η επιδημιολογική εικόνα της νόσου, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να υφίστανται κρούσματα της νόσου, δεν δικαιολογεί την αυστηρότατη απαγόρευση όλων των μετακινήσεων, λαμβάνοντας ειδικά υπόψη σας ότι τα μετακινούμενα κοπάδια απέχουν πολύ το ένα από το άλλο στους θερινούς βοσκότοπους.
  • Η αποσυμφόρηση των περιοχών με μεγάλο ζωικό κεφάλαιο και αυξημένη πυκνότητα και εγγύτητα των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, θα βοηθήσει την μείωση της διασποράς και μετάδοσης της νόσου, παρά θα επιδεινώσει την υπάρχουσα επιδημιολογική εικόνα.
  • Η καταργηθείσα υπ’ αριθμ. 71825/04-05-2026 εγκύκλιος της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής του Υπ.Α.Α.Τ, όριζε τις προϋποθέσεις με τις οποίες θα μετακινούνταν τα κοπάδια (κλινικός έλεγχος, λήψη δειγμάτων σιέλου και εξέταση με PCR κλπ) και οι οποίες διασφάλιζαν την αποτροπή μετάδοσης της νόσου σε νέες περιοχές.
Κύριε Υπουργέ,

Λαμβάνοντας υπόψη σας όλα τα παραπάνω, παρακαλούμε όπως άμεσα επαναφέρετε σε ισχύ την καταργηθείσα εγκύκλιο, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα μετακίνησης των κοπαδιών στους θερινούς βοσκοτόπους και να αποφευχθεί η περαιτέρω επιδείνωση της ήδη τραγικής οικονομικής κατάστασης στην οποία έχουν περιέλθει οι κτηνοτρόφοι της Θεσσαλίας…”

 

Η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας του ΝΑΤΟ και το ελληνικό στρατηγικό δίλημμα

1

του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.

Οι αποφάσεις που έλαβαν στην σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν αποτελούν απλώς προσαρμογές της Συμμαχίας στις νέες απειλές. Αντανακλούν μια βαθύτερη αναδιάταξη της διεθνούς ισορροπίας ισχύος. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η στρατηγική αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών–Κίνας, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η αυξανόμενη σημασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας μετατρέπουν τη Νοτιοανατολική Πτέρυγα του ΝΑΤΟ σε έναν από τους σημαντικότερους γεωστρατηγικούς χώρους του 21ου αιώνα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε με εφησυχασμό ούτε με κινδυνολογία. Αποτελεί μια αναμενόμενη συνέπεια της προσπάθειας της Άγκυρας να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε θεσμική επιρροή. Η Τουρκία επιδιώκει συστηματικά να καταστεί αναντικατάστατος σύμμαχος της Δύσης, όχι επειδή ταυτίζεται πάντοτε με τις επιλογές της Συμμαχίας, αλλά επειδή διαθέτει χαρακτηριστικά που δύσκολα μπορούν να υποκατασταθούν: έλεγχο των Στενών, πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, γειτνίαση με τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και σημαντική στρατιωτική ισχύ.

Η ανάθεση περισσότερων επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων στην Τουρκία δεν συνιστά υιοθέτηση των τουρκικών αναθεωρητικών θέσεων ούτε επηρεάζει το διεθνές νομικό καθεστώς στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, ενισχύει τη θεσμική της παρουσία, διευρύνει τα δίκτυα επιρροής της και αυξάνει τη συμμετοχή της στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της Συμμαχίας.

Στη σύγχρονη στρατηγική, η θεσμική ισχύς αποτελεί πολλαπλασιαστή της εθνικής ισχύος.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν η Τουρκία ενισχύεται. Είναι εάν η Ελλάδα διαθέτει μια αντίστοιχα συνεκτική στρατηγική για τη δική της αναβάθμιση.

Η Ελλάδα έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί απλώς ένα κράτος πρώτης γραμμής απέναντι σε μια περιφερειακή απειλή. Σήμερα αποτελεί κόμβο μεταφοράς ενέργειας, θαλάσσιων μεταφορών, στρατηγικών επικοινωνιών και συμμαχικής υποστήριξης. Οι λιμένες, τα αεροδρόμια, οι ναυτικές εγκαταστάσεις και οι ενεργειακές διασυνδέσεις της χώρας αποκτούν αυξανόμενη σημασία για τη συνοχή της Νοτιοανατολικής Πτέρυγας και για τη διατήρηση της ελευθερίας των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας από τη Μεσόγειο έως τη Μαύρη Θάλασσα.

Η αξία αυτή, όμως, δεν προσδίδει αυτομάτως πολιτική ισχύς.

Η ιστορία διδάσκει ότι η γεωγραφία δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά η στρατηγική τις αξιοποιεί. Η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα τα οποία λίγοι σύμμαχοι συγκεντρώνουν ταυτόχρονα: αξιοπιστία, υψηλό επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας, σταθερό ευρωατλαντικό προσανατολισμό, ισχυρή ναυτική παράδοση, αυξημένες αμυντικές δαπάνες και κομβική θέση ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Το ζητούμενο είναι η μετατροπή αυτών των πλεονεκτημάτων σε διαρκή θεσμική επιρροή.

Η νέα πραγματικότητα στο ΝΑΤΟ απαιτεί μια διαφορετική αντίληψη περί εθνικής ισχύος. Η επιρροή δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το μέγεθος των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά από την ικανότητα μιας χώρας να συμμετέχει στον σχεδιασμό, να παράγει στρατηγικές πρωτοβουλίες, να φιλοξενεί κρίσιμες υποδομές, να επενδύει στην αμυντική καινοτομία και να διαμορφώνει τη συμμαχική ατζέντα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα δεν πρέπει να λειτουργεί αντιδραστικά απέναντι στις κινήσεις της Τουρκίας. Η στρατηγική δεν οικοδομείται πάνω στη σύγκριση με τον αντίπαλο, αλλά πάνω στη συστηματική ενίσχυση των εθνικών συντελεστών ισχύος. Κάθε τουρκική επιτυχία δεν συνιστά αυτομάτως ελληνική αποτυχία. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει ως υπενθύμιση ότι η θεσμική παρουσία, η στρατηγική συνέχεια και η πολιτική αξιοπιστία αποτελούν πλέον εξίσου σημαντικούς παράγοντες με την επιχειρησιακή ισχύ.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική δεν είναι η αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης τουρκικής πρωτοβουλίας. Είναι η διαμόρφωση μιας διαχρονικής εθνικής στρατηγικής που θα υπερβαίνει τους εκλογικούς κύκλους και θα συνδέει την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, τη ναυτιλία, την ενέργεια, την τεχνολογία και την αμυντική βιομηχανία σε ένα ενιαίο στρατηγικό όραμα.

Η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Συμμαχίας δεν θα καθοριστεί μόνο από την κατανομή στρατιωτικών δυνάμεων, αλλά από την κατανομή της θεσμικής επιρροής. Όσοι συμμετέχουν στη διαμόρφωση των αποφάσεων θα διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα να επηρεάζουν το μέλλον της Συμμαχίας.

Για την Ελλάδα, το πραγματικό στρατηγικό δίλημμα δεν είναι εάν θα αναβαθμιστεί η Τουρκία. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η ίδια θα επιλέξει να παραμείνει ένας αξιόπιστος σύμμαχος υψηλής επιχειρησιακής αξίας ή εάν θα εξελιχθεί σε δύναμη στρατηγικής επιρροής, ικανή να συνδιαμορφώνει τις εξελίξεις στη Νοτιοανατολική Πτέρυγα του ΝΑΤΟ και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ιστορία των διεθνών σχέσεων αποδεικνύει ότι τα κράτη που διαμορφώνουν το περιβάλλον ασφαλείας τους είναι εκείνα που συνδυάζουν στρατιωτική ισχύ, οικονομική ανθεκτικότητα, θεσμική παρουσία και στρατηγική συνέχεια. Αυτή είναι η πρόκληση της επόμενης δεκαετίας για την Ελλάδα, όχι να παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις, αλλά να συμβάλλει αποφασιστικά στη διαμόρφωσή τους.

Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής με σαφείς εθνικούς στόχους, ρεαλιστική αξιολόγηση του διεθνούς περιβάλλοντος και αποτελεσματική αξιοποίηση όλων των συντελεστών εθνικής ισχύος. Διότι καμία επικοινωνιακή ωραιοποίηση δεν μπορεί να αποκρύψει μια εσφαλμένη στρατηγική. Στην εθνική ασφάλεια, η ρητορική δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη σαφή στρατηγική στόχευση, τον ρεαλιστικό σχεδιασμό και ένα αξιόπιστο τελικό αποτέλεσμα. Η επιτυχία δεν μετριέται από τις διακηρύξεις ούτε από τη διαχείριση των εντυπώσεων, αλλά από τη διαχρονική ικανότητα μιας χώρας να διασφαλίζει τα εθνικά της συμφέροντα, να ενισχύει τη θέση της στο διεθνές σύστημα και να παράγει μετρήσιμα στρατηγικά αποτελέσματα. Στη στρατηγική, όπως και στην ιστορία, τα αποτελέσματα είναι εκείνα που τελικά δικαιώνουν ή διαψεύδουν τις επιλογές μιας πολιτείας.

Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

Περί της Διακήρυξης της Συνόδου της Άγκυρας (ΝΑΤΟ)— 8 Ιουλίου 2026.-

1

«Εκτροπή» στην Επιτροπή Θεσμών

0

Το κοινοβουλευτικό «ακροβατικό» της ΝΔ: Η κυβερνητική πλειοψηφία απέρριψε το αίτημα της αντιπολίτευσης για κλήση των Γ. Δημητριάδη και Τ. Ντίλιαν στην Επιτροπή Θεσμών. Επικαλούμενη τον Κανονισμό της Βουλής, η ΝΔ ισχυρίστηκε ότι τα δύο πρόσωπα δε φέρουν πλέον τη δημόσια ιδιότητα. Ο Μάκης Βορίδης υποβάθμισε το θέμα, κάνοντας λόγο για επικοινωνιακά παιχνίδια της αντιπολίτευσης και «ευτελισμό της επιτροπής».

Η μαζική αποχώρηση της αντιπολίτευσης: Οι χειρισμοί της πλειοψηφίας πυροδότησαν «εκρηκτικό» κλίμα, οδηγώντας σε σταδιακή αποχώρηση των κομμάτων. Το ΠαΣοΚ αποχώρησε πρώτο, καταγγέλλοντας τη διαδικασία, ενώ ακολούθησαν ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ, κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας. Ελληνική Λύση, η Νίκη και η Πλεύση Ελευθερίας παρέμειναν στην αίθουσα, εκφράζοντας ωστόσο την έντονη αντίθεσή τους.

Τα πυρά για «ομολογία ενοχής»: Σύσσωμη η αντιπολίτευση εξαπέλυσε βαριές κατηγορίες κατά της κυβέρνησης. Ο Π. Δουδωνής (ΠαΣοΚ) μίλησε για «τεράστια ένδειξη ενοχής» και εμμονή του πρωθυπουργού με τις υποκλοπές. Ο Δ. Καλαματιανός (ΣΥΡΙΖΑ) έκανε λόγο για «κοινοβουλευτική εκτροπή», ενώ ο Μ. Συντυχάκης (ΚΚΕ) τόνισε ότι «οι μάσκες έπεσαν», χαρακτηρίζοντας έωλα τα επιχειρήματα της Νέας Δημοκρατίας.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Η Διακήρυξη της Συνόδου της Άγκυρας — 8 Ιουλίου 2026

1
Εμείς, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, συγκεντρωθήκαμε στην Άγκυρα για να επαναβεβαιώσουμε την αταλάντευτη δέσμευσή μας στη συλλογική μας άμυνα, σύμφωνα με το Άρθρο 5 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον, και στον διατλαντικό δεσμό. Επίθεση εναντίον ενός είναι επίθεση εναντίον όλων. Η ενότητά μας, η αλληλεγγύη μας και η συλλογική μας ισχύς παραμένουν το θεμέλιο της ειρήνης, της ασφάλειας και της ευημερίας για το ένα δισεκατομμύριο πολίτες της Συμμαχίας μας των ελεύθερων και δημοκρατικών εθνών. Παραμένουμε προσηλωμένοι στην προσέγγισή μας των 360 μοιρών για την αποτροπή και την άμυνα.
Για να αντιμετωπίσουν τη μακροπρόθεσμη απειλή που θέτει η Ρωσία για την ευρωατλαντική ασφάλεια και σταθερότητα, καθώς και τη διαρκή απειλή της τρομοκρατίας, οι Σύμμαχοι υλοποιούν τη δέσμευση άμυνας της Χάγης. Το 2025, οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι και ο Καναδάς αύξησαν τις επενδύσεις τους σε βασικές αμυντικές απαιτήσεις κατά περισσότερα από **139 δισεκατομμύρια δολάρια**. Οι επενδύσεις μας παρέχουν τις δυνατότητες που χρειαζόμαστε, ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν τη βιομηχανική μας βάση και την ανθεκτικότητά μας. Σήμερα, στην Άγκυρα, ανακοινώνουμε νέες προμήθειες άνω των **50 δισεκατομμυρίων δολαρίων** και δεσμευόμαστε να επεκτείνουμε τη συλλογική παραγωγική ικανότητα και να συνεργαστούμε με τη βιομηχανία για την επιτάχυνση της καινοτομίας. Θα συνεχίσουμε το έργο μας για την εξάλειψη των εμποδίων στο αμυντικό εμπόριο μεταξύ των Συμμάχων και θα αξιοποιήσουμε τις εταιρικές σχέσεις του ΝΑΤΟ για να μεγιστοποιήσουμε το βάθος και τη συνεργασία της αμυντικής βιομηχανίας.
Χτίζουμε το μέλλον: μια ισχυρότερη Ευρώπη μέσα σε ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ — μια εκσυγχρονισμένη Συμμαχία. Οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι και ο Καναδάς, σε συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνα της Συμμαχίας. Η αποτροπή και η άμυνα του ΝΑΤΟ βασίζονται σε έναν κατάλληλο συνδυασμό πυρηνικών, συμβατικών και αντιπυραυλικών δυνατοτήτων, που συμπληρώνονται από διαστημικά και κυβερνο-μέσα. Δεσμευόμαστε να διατηρήσουμε το μαχητικό μας πλεονέκτημα. Επενδύουμε στην ικανότητά μας να αναπτύσσουμε, να υποστηρίζουμε και να διατηρούμε τις ένοπλες δυνάμεις μας και να επιτυγχάνουμε τους στόχους δυνατοτήτων μας σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των βαθιών πληγμάτων ακριβείας, της ολοκληρωμένης αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, των μη επανδρωμένων συστημάτων, των τεχνολογιών αιχμής και των δυνατοτήτων πληροφοριών. Αναπτύσσουμε ένα διαλειτουργικό διατλαντικό πολεμικό νέφος και υιοθετούμε ισχυρά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης.
Η Ουκρανία συμβάλλει στη διατλαντική ασφάλεια, και οι Σύμμαχοι στέκονται ενωμένοι στην αταλάντευτη υποστήριξή τους προς την Ουκρανία, στην υπεράσπιση της ελευθερίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής της ακεραιότητας. Οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι και ο Καναδάς χρηματοδοτούν πλέον τη συντριπτική πλειονότητα της βοήθειας ασφαλείας προς την Ουκρανία μέσω διμερών και πολυμερών μηχανισμών. Οι Σύμμαχοι υπογραμμίζουν ότι αυτή η υποστήριξη πρέπει να είναι δίκαιη, προβλέψιμη και βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Για το 2026, οι Σύμμαχοι δεσμεύονται να παράσχουν **70 δισεκατομμύρια ευρώ** σε στρατιωτικό εξοπλισμό, βοήθεια και εκπαίδευση για την Ουκρανία και επιβεβαιώνουν τις κυρίαρχες δεσμεύσεις τους να διατηρήσουν τουλάχιστον αντίστοιχα επίπεδα το 2027. Προς τον σκοπό αυτό, χαιρετίζουμε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παράσχει πολυετή χρηματοδότηση στην Ουκρανία μέσω του **Δανείου Στήριξης της Ουκρανίας**.
Η Συμμαχία συνεχίζει να ανταποκρίνεται και να προσαρμόζεται στον στρατηγικό ανταγωνισμό, στη διάχυτη αστάθεια, στις υβριδικές απειλές και στα επαναλαμβανόμενα σοκ που καθορίζουν το ευρύτερο περιβάλλον ασφαλείας μας. Οι Σύμμαχοι επαναλαμβάνουν ότι το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο και καλούν το Ιράν να σεβαστεί πλήρως την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ.
Εκφράζουμε την εκτίμησή μας για τη γενναιόδωρη φιλοξενία που μας παρείχε η Τουρκία. Προσβλέπουμε στην επόμενη συνάντησή μας.

The Ankara Summit Declaration – 8 July 2026

We, the Heads of State and Government of the North Atlantic Alliance, have gathered in Ankara to reaffirm our ironclad commitment to our collective defence under Article 5 of the Washington Treaty and to the transatlantic bond. An attack on one is an attack on all. Our unity, solidarity and collective strength remain the foundation of peace, security, and prosperity for the one billion citizens in our Alliance of free and democratic nations. We remain committed to our 360-degree approach to deterrence and defence.
To counter the long-term threat Russia poses to Euro-Atlantic security and stability, and the persistent threat of terrorism, Allies are delivering on The Hague defence commitment. In 2025, European Allies and Canada increased their investments in core defence requirements by more than $139 billion. Our investments are delivering the capabilities we need while strengthening our industrial base and resilience. Today in Ankara, we announce more than $50 billion in new procurements and commit to expanding collective manufacturing capacity and working with industry to accelerate innovation. We will continue our work to eliminate defence trade barriers among Allies and leverage NATO’s partnerships to maximise defence industrial depth and cooperation.
We are building the future: a stronger Europe in a stronger NATO – a modernised Alliance. European Allies and Canada, working with the United States, are assuming greater responsibility for the Alliance’s defence. NATO’s deterrence and defence rest on an appropriate mix of nuclear, conventional, and missile defence capabilities, complemented by space and cyber assets. We are committed to maintaining our combat advantage. We are investing in our ability to deploy, enable and sustain our armed forces and deliver our capability targets in all domains, including in deep precision strike, integrated air and missile defence, uncrewed systems, cutting edge technologies, and intelligence capabilities. We are developing an interoperable transatlantic warfighting cloud and adopting powerful AI models.
Ukraine contributes to transatlantic security, and Allies stand united in our unwavering support for Ukraine in defending its freedom, sovereignty, and territorial integrity. European Allies and Canada now finance the vast majority of security assistance to Ukraine through bilateral and multilateral means. Allies underscore that this support must be equitable, predictable, and sustainable in the long-term. For 2026, Allies pledge €70 billion in military equipment, assistance and training for Ukraine and affirm their sovereign commitments to sustaining at least equivalent levels in 2027. To this end, we welcome the European Union’s decision to provide multi-year funding to Ukraine through the Ukraine Support Loan.
The Alliance continues to respond and adapt to the strategic competition, pervasive instability, hybrid threats and recurrent shocks that define our broader security environment. Allies reiterate that Iran must never have a nuclear weapon and call on Iran to fully respect freedom of navigation in the Strait of Hormuz.
We express our appreciation for the generous hospitality extended to us by Türkiye. We look forward to our next meeting.

Λ

Γιατί ξανάρχισαν τα πλήγματα ΗΠΑ-Ιράν και τι σημαίνει αυτό για την ειρήνη;

1

 

Al Jazeera

Και οι δύο πλευρές κατηγορούν η μία την άλλη ότι παραβίασε το μνημόνιο κατανόησης που υπογράφηκε τον Ιούνιο.

Στενό του Ορμούζ
Αυτό το στιγμιότυπο από βίντεο που μεταδόθηκε την 1η Ιουλίου 2026 από την ιρανική κρατική τηλεόραση δείχνει ένα πλοίο που προσάραξε στο Στενό του Ορμούζ.
Πηγή: Ιρανική κρατική τηλεόραση μέσω AP

Της Shola Lawal
Δημοσιεύθηκε στις 8 Ιουλίου 2026 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν δεκάδες πλήγματα κατά του Ιράν τα ξημερώματα της Τετάρτης, σε αυτό που χαρακτήρισαν αντίποινα για τις επιθέσεις της Τεχεράνης εναντίον εμπορικών πλοίων στο εξαιρετικά αμφισβητούμενο Στενό του Ορμούζ. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε εκτεταμένους φόβους για αναζωπύρωση ενός ολοκληρωτικού πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Μετά τις αμερικανικές επιθέσεις, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα της Τουρκίας ότι θεωρεί πως το μνημόνιο κατανόησης με το Ιράν έχει «τελειώσει». Αν και είπε ότι «ίσως» επιτρέψει προς το παρόν τη συνέχιση των ειρηνευτικών συνομιλιών, πρόσθεσε ότι τις θεωρεί «χάσιμο χρόνου». Σε ένα οργισμένο ξέσπασμα, αποκάλεσε την ιρανική ηγεσία «καθάρματα».

Το αργό πετρέλαιο Brent αυξήθηκε κατά 6%, φτάνοντας τα 78 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι ευρωπαϊκές μετοχές υποχώρησαν κατά 1,6% μετά τις δηλώσεις του. Το δολάριο ενισχύθηκε και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ανέβηκαν, καθώς οι επενδυτές αξιολογούσαν τον κίνδυνο μιας νέας έξαρσης του πληθωρισμού.

Τα κλιμακωτικά πλήγματα κατά του Ιράν έγιναν ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη ειρηνευτικές συνομιλίες ανάμεσα στις δύο χώρες, εν μέσω της πολυήμερης κηδείας του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος σκοτώθηκε στα πρώτα λεπτά του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο. Τα πλήγματα αυτά αποτελούν τις μεγαλύτερες τέτοιες επιθέσεις από τον Απρίλιο, όταν οι δύο πλευρές συμφώνησαν αρχικά να ξεκινήσουν συνομιλίες για εκεχειρία.

Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, το IRGC, ανακοίνωσε ότι απάντησε στα πλήγματα στοχεύοντας αμερικανικά μέσα σε γειτονικές χώρες, ενώ σειρήνες ήχησαν νωρίς την Τετάρτη στο Μπαχρέιν και στο Κουβέιτ. Ένα μέλος του σκοτώθηκε από «εχθρικά drones», ανέφερε το IRGC.

Και οι δύο πλευρές κατηγορούν η μία την άλλη ότι παραβίασε προηγούμενες συμφωνίες που περιγράφονταν στο μνημόνιο κατανόησης, το οποίο ξεκίνησε μια διαδικασία ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων διάρκειας 60 ημερών πριν από τρεις εβδομάδες. Η Τετάρτη σηματοδοτεί την τρίτη φορά που οι ΗΠΑ εξαπολύουν μεγάλες επιθέσεις κατά του Ιράν ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες — κάτι που η Τεχεράνη έχει δηλώσει ότι προκάλεσε κατάρρευση της εμπιστοσύνης.

Καπνός υψώνεται σε άγνωστη τοποθεσία, μετά από αυτό που η CENTCOM χαρακτήρισε νέο κύμα αμερικανικών πληγμάτων κατά του Ιράν, αφότου τρία δεξαμενόπλοια χτυπήθηκαν από βλήματα στο Στενό του Ορμούζ. Η εικόνα είναι στιγμιότυπο από βίντεο που δημοσιεύθηκε στις 8 Ιουλίου 2026.
Πηγή: US Central Command μέσω Reuters

Τι έχει συμβεί;

Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ, η CENTCOM, ανακοίνωσε ότι εξαπέλυσε πλήγματα σε «πάνω από 80 στόχους» στο Ιράν την Τρίτη — νωρίς την Τετάρτη, τοπική ώρα — ως απάντηση στις επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων που διέπλεαν το Στενό του Ορμούζ λίγες ώρες νωρίτερα.

Την Τετάρτη, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους στην Άγκυρα της Τουρκίας, όπου συμμετέχει στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ:

«Επιτεθήκαμε πολύ δυναμικά χθες το βράδυ στους πολύ επικίνδυνους ανθρώπους από το Ιράν».

«Είναι άρρωστοι, κάτι δεν πάει καλά με αυτούς», πρόσθεσε.

Η CENTCOM ανέφερε ότι το Ιράν επιτέθηκε σε τρία πλοία: το M/T Al Rekayyat, με σημαία Νήσων Μάρσαλ, το M/T Wedyan, με σημαία Σαουδικής Αραβίας, και το M/T Cyprus Prosperity, με σημαία Λιβερίας, τα οποία εκτιμάται ότι έπλεαν κοντά στις ακτές του Ομάν.

Το Ιράν έχει δώσει οδηγία σε όλα τα πλοία να ακολουθούν τον δικό του χάρτη για μια «ασφαλή διαδρομή» μέσα από το Στενό, η οποία οδηγεί τα πλοία πολύ πιο κοντά στις ιρανικές ακτές και χαρακτηρίζει ένα τμήμα των χωρικών υδάτων του Ομάν ως «περιορισμένη ζώνη».

Η τοπική τηλεόραση μετέδωσε ότι τα πλοία αγνόησαν προειδοποιήσεις των ιρανικών δυνάμεων να αλλάξουν πορεία.

Σε απάντηση στους πυροβολισμούς κατά των δεξαμενόπλοιων, η CENTCOM ανέφερε σε ανακοίνωσή της:

«Οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν ιρανικά συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, δίκτυα διοίκησης και ελέγχου, παράκτιους σταθμούς ραντάρ, αντιπλοϊκές πυραυλικές δυνατότητες, καθώς και περισσότερα από 60 μικρά σκάφη του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης μέσα και γύρω από το Στενό, με στόχο να μειώσουν την ικανότητα του Ιράν να συνεχίσει να επιτίθεται στο διεθνές εμπόριο που διέρχεται από τον διεθνή εμπορικό διάδρομο».

Οι ΗΠΑ ανακάλεσαν επίσης μια εξαίρεση από κυρώσεις που αφορούσε το Ιράν, ως απάντηση στα πλήγματα κατά των δεξαμενόπλοιων στο Στενό.

Η CENTCOM προειδοποίησε επίσης ότι επίκεινται περισσότερα πλήγματα, εάν το Ιράν συνεχίσει να ενεργεί «εκτός των συμφωνιών». Το μνημόνιο κατανόησης προβλέπει ότι το Ιράν θα επιτρέπει την ελεύθερη διέλευση από το Στενό για τουλάχιστον 60 ημέρες, όσο συνεχίζονται οι ειρηνευτικές συνομιλίες.

Ο Hossein Royvaran, αναλυτής με έδρα την Τεχεράνη, δήλωσε την Τρίτη στο Al Jazeera ότι τα δεξαμενόπλοια μπορεί να στοχοποιήθηκαν επειδή παρεξέκλιναν και μπήκαν σε περιοχή όπου ιρανικές ομάδες πραγματοποιούσαν επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκών.

«Η περιοχή κοντά στο Ομάν είναι πιθανότατα γεμάτη νάρκες», είπε ο Royvaran.

«Υπάρχει πιθανότητα αυτά τα πλοία να κατευθύνονταν προς περιοχές όπου ιρανικές ομάδες καθαρίζουν νάρκες, και η κίνησή τους ίσως απείλησε αυτές τις ομάδες».

Τα πλήγματα έγιναν λίγες ώρες πριν ο Τραμπ αναχωρήσει για τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ.

Ποιες τοποθεσίες στο Ιράν έχουν πληγεί;

Ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν αρκετές εκρήξεις στη νότια λιμενική πόλη Sirik, όπου, σύμφωνα με τις αναφορές, βλήματα έπληξαν εμπορικές και αλιευτικές αποβάθρες. Αρκετοί άνθρωποι τραυματίστηκαν από θραύσματα, αλλά ο αριθμός των θυμάτων δεν είναι ακόμη σαφής.

Πλήγματα αναφέρθηκαν επίσης στο στρατηγικής σημασίας νησί Qeshm, στο Στενό του Ορμούζ, καθώς και σε περιοχές κοντά στη λιμενική πόλη Bandar Abbas, ένα από τα λιμάνια που το αμερικανικό ναυτικό είχε αποκλείσει πριν υπογραφεί το μνημόνιο κατανόησης.

Δύο στρατιωτικές βάσεις στη νότια επαρχία Bushehr του Ιράν χτυπήθηκαν από εχθρικά βλήματα, δήλωσε αναπληρωτής αξιωματούχος ασφαλείας του κυβερνήτη της επαρχίας, σύμφωνα με το ημιεπίσημο ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων Fars την Τετάρτη.

Η μία βάση χτυπήθηκε στην κομητεία Dashti και η άλλη κοντά στην πόλη Chogadak, αμφότερες στην επαρχία Bushehr, νωρίς το πρωί, σύμφωνα με τον αξιωματούχο.

Μέχρι στιγμής δεν έχουν αναφερθεί νεκροί ή τραυματίες από τις επιθέσεις, σύμφωνα με το Fars.

Πενθούντες περικυκλώνουν την πομπή που μεταφέρει το φέρετρο του δολοφονημένου ανώτατου ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, κατά τη διάρκεια νεκρικής πομπής στη Νατζάφ του Ιράκ, στις 8 Ιουλίου 2026.
Πηγή: Murtaja Lateef / AFP

Ποια άλλη ενέργεια έχουν κάνει οι ΗΠΑ;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επανέφεραν τις κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο, σύμφωνα με ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αργά την Τρίτη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Τραμπ είχε αναστείλει προσωρινά τις κυρώσεις για φορτία πετρελαίου που βρίσκονταν ήδη στη θάλασσα, ώστε να μετριάσει την ενεργειακή κρίση που προέκυψε από το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ.

Οι ΗΠΑ είχαν χορηγήσει στο Ιράν πλήρη εξαίρεση διάρκειας 60 ημερών, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να πουλά αργό πετρέλαιο όσο συνεχίζονταν οι ειρηνευτικές συνομιλίες, ως μέρος του μνημονίου κατανόησης που υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου. Αυτή η εξαίρεση επρόκειτο να λήξει στις 21 Αυγούστου.

Τώρα, οι επαναφερθείσες κυρώσεις τίθενται σε ισχύ από τις 7 Ιουλίου για νέες πωλήσεις πετρελαίου. Ωστόσο, θα υπάρξει περίοδος χάριτος για πωλήσεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και φορτώθηκαν πριν από τις 7 Ιουλίου, σύμφωνα με το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών. Τα χρήματα από αυτές τις πωλήσεις θα τοποθετηθούν σε έναν «δεσμευμένο, τοκοφόρο λογαριασμό».

Ο ανταποκριτής του Al Jazeera στην Τεχεράνη, Resul Serdar Atas, δήλωσε ότι οι νέες κυρώσεις θα έχουν τεράστιο αντίκτυπο στην ιρανική οικονομία.

«Για το Ιράν, σχεδόν η μοναδική σανίδα σωτηρίας για να διατηρηθεί η οικονομία είναι οι εξαγωγές πετρελαίου και πετροχημικών προϊόντων, και αυτό ακριβώς αφορούσε το μνημόνιο κατανόησης. Έδινε στο Ιράν ένα κίνητρο να ξανανοίξει το Στενό του Ορμούζ και, σε αντάλλαγμα, ήρε τις κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο και στα πετροχημικά προϊόντα».

Πώς απάντησε το Ιράν;

Την Τετάρτη, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, το IRGC, ανακοίνωσε ότι εξαπέλυσε αντίποινα πλήττοντας 85 αμερικανικούς στρατιωτικούς στόχους στο Μπαχρέιν και στο Κουβέιτ, ενώ σειρήνες ήχησαν και στις δύο χώρες.

Το IRGC ανέφερε ότι «κατέστρεψε 85 μεγάλες αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Port Salman, στην Πέμπτη Ναυτική Βάση των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν και στην αεροπορική βάση Ali Salem του Κουβέιτ, και κατέρριψε ένα εχθρικό drone MQ-9 που επιχείρησε να παρέμβει στην επιχείρηση».

Το Υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν καταδίκασε έντονα τις «επιθετικές επιθέσεις και τη βαριά παραβίαση» του μνημονίου κατανόησης από τις ΗΠΑ.

«Ο τρομοκρατικός στρατός των ΗΠΑ, κατά σαφή παραβίαση του Άρθρου 2, Παράγραφος 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, διέπραξε στρατιωτική επίθεση εναντίον αρκετών κέντρων παρακολούθησης και επιτήρησης στις νότιες ακτές του Ιράν», ανέφερε το υπουργείο τις πρώτες ώρες της Τετάρτης, σημειώνοντας ότι αυτά τα πλήγματα «αποτελούν κατάφωρη παραβίαση της Παραγράφου 1 του Μνημονίου Κατανόησης για τον Τερματισμό του Πολέμου, η οποία επιβάλλει την παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων».

Η ανακοίνωση υπογράμμισε επίσης «τη διεθνή νομική υποχρέωση όλων των κυβερνήσεων, ιδιαίτερα των γειτονικών χωρών που βρίσκονται στη νότια ακτή του Περσικού Κόλπου, να αποτρέψουν τα επιτιθέμενα μέρη από το να χρησιμοποιούν το έδαφος και τις εγκαταστάσεις τους για τη διεξαγωγή επιθετικών ενεργειών εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν».

Πρόσθεσε ότι οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν «δεν θα διστάσουν να υπερασπιστούν την εδαφική ακεραιότητα, την εθνική κυριαρχία και την εθνική ασφάλεια του Ιράν απέναντι στην αμερικανική στρατιωτική επιθετικότητα, σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, και θα στοχεύσουν την πηγή και την προέλευση της επίθεσης».

Σε ανάρτησή του στο X, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου και επικεφαλής διαπραγματευτής Mohammad Ghalibaf δήλωσε ότι τα πλήγματα κατά του Ιράν, η επαναφορά των κυρώσεων και οι συνεχιζόμενες ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο συνιστούν όλα «σοβαρές παραβιάσεις του μνημονίου κατανόησης από τις ΗΠΑ».

«Η εποχή του εκφοβισμού και του εκβιασμού τελείωσε. Δεν οδηγεί πουθενά. Δεν λυγίζουμε», είπε.

Σε δήλωση στο Telegram την Τετάρτη, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, είπε ότι τα αμερικανικά πλήγματα είχαν «καταστήσει αναποτελεσματικά βασικά, θεμελιώδη στοιχεία της συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου».

«Το αμερικανικό καθεστώς, έχοντας αθετήσει τις δεσμεύσεις του, φέρει την ευθύνη για τις επικίνδυνες συνέπειες αυτής της κλιμάκωσης», δήλωσε.

Τι συμβαίνει με τις ειρηνευτικές συνομιλίες;

Έχουν βυθιστεί στην αβεβαιότητα.

Ο Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους στη σύνοδο του ΝΑΤΟ ότι θεωρεί πως το μνημόνιο κατανόησης με το Ιράν έχει «τελειώσει». Πρόσθεσε ότι «ίσως αφήσω τους υπέροχους διαπραγματευτές μου να συνεχίσουν να μιλούν», αλλά είπε πως προσωπικά πιστεύει ότι είναι «χάσιμο χρόνου».

Ο αμυντικός συντάκτης του Al Jazeera, James Bays, επισήμανε την αβεβαιότητα που προκαλούν οι δηλώσεις του Τραμπ:

«Άρα, είναι αυτό απλώς σκληρή ρητορική από τον Τραμπ, που προσπαθεί να χαράξει μια γραμμή και να πει: “αυτό είναι απαράδεκτο και σας έδειξα την απάντησή μου”; Ή σημαίνει ότι πραγματικά σκίζει το Μνημόνιο Κατανόησης που συμφωνήθηκε πριν από περίπου τρεις εβδομάδες;»

Το μνημόνιο κατανόησης διάρκειας 60 ημερών σταμάτησε όλες τις συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στον Λίβανο, ενώ οι δύο πλευρές εργάζονταν για να διευθετήσουν τις λεπτομέρειες του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Η συμφωνία απαιτούσε από το Ιράν να επαναφέρει τη διέλευση εμπορικών πλοίων από το Στενό του Ορμούζ στα προπολεμικά επίπεδα, ενώ οι ΗΠΑ εξέδωσαν εξαίρεση για τις υπό κυρώσεις εξαγωγές πετρελαίου και αποδέσμευσαν ιρανικά περιουσιακά στοιχεία.

Πώς αντέδρασαν άλλες χώρες και οργανισμοί;

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Mark Rutte, στήριξε έντονα τις αμερικανικές ενέργειες, λέγοντας ότι η απάντηση της Ουάσιγκτον ήταν δικαιολογημένη μετά τις επιθέσεις του Ιράν σε εμπορικά πλοία.

«Νομίζω ότι ήταν απολύτως απαραίτητο», δήλωσε σε δημοσιογράφους στην Άγκυρα, στο πλαίσιο της συνόδου του ΝΑΤΟ, κατηγορώντας το Ιράν ότι παραβίασε την εκεχειρία.

Ο Jassem Mohamed Albudaiwi, γενικός γραμματέας του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, του GCC, καταδίκασε τις ιρανικές επιθέσεις στο Μπαχρέιν και στο Κουβέιτ, χαρακτηρίζοντάς τες κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας των δύο χωρών και συνέχεια των προσπαθειών της Τεχεράνης να υπονομεύσει τις περιφερειακές ειρηνευτικές προσπάθειες.

«Οι επιθέσεις επιβεβαιώνουν τη συνεχιζόμενη προσέγγιση του Ιράν, η οποία αποσκοπεί στην υπονόμευση των διεθνών και περιφερειακών προσπαθειών για την εγκαθίδρυση ασφάλειας και ειρήνης και για την επίλυση της κρίσης», δήλωσε ο Albudaiwi.

Το υπουργείο Εξωτερικών του Κουβέιτ καταδίκασε επίσης τα πλήγματα εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στο έδαφός του «με τον πιο έντονο τρόπο, τις επαναλαμβανόμενες αμαρτωλές ιρανικές επιθέσεις κατά του κράτους του Κουβέιτ, η πιο πρόσφατη από τις οποίες σημειώθηκε σήμερα το πρωί».

Σε ανακοίνωσή του, το υπουργείο κατήγγειλε το περιστατικό ως «κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας του, άμεση απειλή για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την ασφάλεια των πολιτών του», καθώς και ως «σοβαρή παραβίαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του ψηφίσματος 2817 του Συμβουλίου Ασφαλείας».

Το υπουργείο Εξωτερικών του Ομάν εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία καταδίκασε τις επιθέσεις του Ιράν σε τοποθεσίες στο Μπαχρέιν και το Κουβέιτ, καθώς και σε πλοία στο Στενό του Ορμούζ.

Το υπουργείο Εξωτερικών του Κατάρ καταδίκασε επίσης έντονα τις ιρανικές επιθέσεις στο Μπαχρέιν και στο Κουβέιτ, τις οποίες χαρακτήρισε κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας και των δύο χωρών και σοβαρή παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Σε ανάρτηση στο X, το υπουργείο τόνισε την ανάγκη να προστατευθεί η περιοχή από τις συνέπειες αυτών που περιέγραψε ως αδικαιολόγητες επιθέσεις, να συνεχιστεί η πορεία του διαλόγου και της διπλωματίας και να αποκλιμακωθούν οι εντάσεις.

Οι ιρανικές επιθέσεις δείχνουν ότι η Τεχεράνη παραμένει ανίκανη να δεσμευτεί στις απαιτήσεις της αποκλιμάκωσης και να «γυρίσει σελίδα από τον πόλεμο», δήλωσε ο ανώτερος διπλωμάτης των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Anwar Gargash.

«Τα αραβικά κράτη του Κόλπου δεν μπορούν να παραμένουν στόχος της ταλάντευσης του Ιράν ανάμεσα στη λογική της κλιμάκωσης και στον δρόμο της λογικής, της σταθερότητας και της ειρήνης», έγραψε την Τετάρτη σε ανάρτησή του στο X ο Gargash, διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου των ΗΑΕ.

Η Αίγυπτος καταδίκασε επίσης έντονα τις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις του Ιράν κατά του Κουβέιτ, του Μπαχρέιν και άλλων κρατών του Κόλπου, χαρακτηρίζοντάς τες κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας και απαράδεκτη κλιμάκωση που απειλεί την περιφερειακή σταθερότητα.

Σε ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών που εκδόθηκε την Τετάρτη, το Κάιρο δήλωσε ότι απορρίπτει όλες τις ενέργειες που θίγουν την ασφάλεια αδελφών αραβικών κρατών και κάλεσε σε αυτοσυγκράτηση και αποκλιμάκωση, προκειμένου να διατηρηθεί η ειρήνη στην περιοχή.

Τι θα συμβεί στη συνέχεια;

Ο Muhanad Seloom του Doha Institute of Graduate Studies δήλωσε στο Al Jazeera ότι οι ΗΠΑ φαίνεται να προσπαθούν να δείξουν πως οι επιθέσεις τους ήταν περιορισμένες και ότι, τεχνικά, το μνημόνιο κατανόησης εξακολουθούσε να ισχύει. Ωστόσο, οι δηλώσεις του Τραμπ στη σύνοδο του ΝΑΤΟ έχουν πλέον θέσει αυτό το ζήτημα υπό αμφισβήτηση.

«Αν οι ΗΠΑ ήθελαν να χρησιμοποιήσουν βία με διαφορετικό τρόπο, θα επέλεγαν διαφορετικούς στόχους», είπε.

Το Ιράν πιθανότατα εξαπέλυσε επιθέσεις σε εμπορικά πλοία για να προκαλέσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια ευαίσθητη στιγμή και για τις δύο χώρες, δήλωσε στο Al Jazeera ο Harlan Ullman, απόστρατος ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ.

«Η άποψή μου είναι ότι το Ιράν προκαλεί τις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε ο Ullman. «Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη επικρίνει το ΝΑΤΟ επειδή δεν συμμετέχει στον πόλεμό του στο Ιράν, έχει επικρίνει το ΝΑΤΟ επειδή δεν δαπανά αρκετά για την άμυνα. Και η εκτίμησή μου είναι ότι το Ιράν προσπαθεί να διευρύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, εντείνοντας τώρα τις επιθέσεις, πιστεύοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι περιορισμένες στο τι μπορούν να κάνουν, επειδή θα φανεί σαν να επιτίθενται ενώ οι νεκρικές πομπές διασχίζουν όλη τη χώρα».

Το Ιράν, είπε ο Ullman, μπορεί επίσης να προσπαθεί να κερδίσει περισσότερο χρόνο για διαπραγματεύσεις πριν από την προθεσμία του Αυγούστου. Τελικά, πρόσθεσε ο αναλυτής, «είτε αυτό καταλήξει σε ειρήνη είτε σε πόλεμο, η εκτίμησή μου είναι ότι και οι δύο πλευρές θα θελήσουν να αποκλιμακώσουν».

Al Jazeera

Τρεις διαδοχικές εκρηκτικές φάσεις της Αίτνας (5–7 Ιουλίου)

0
Η Αίτνα παρουσίασε τρεις συνεχόμενες εκρηκτικές φάσεις από τις 5 έως και τις 7 Ιουλίου, με έντονες εκπομπές ηφαιστειακής τέφρας και διοξειδίου του θείου (SO₂), οι οποίες επηρέασαν κυρίως την περιοχή της Σικελίας και προκάλεσαν προβλήματα στις αεροπορικές μετακινήσεις.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η εκρηκτική δραστηριότητα έχει πλέον αποκλιμακωθεί και σταματήσει.
Οι δορυφορικές εικόνες Copernicus Sentinel-2 και EUMETSAT- MSG κατέγραψαν την εξέλιξη του επεισοδίου, αποτυπώνοντας τόσο το ηφαιστειακό νέφος όσο και τη μεταφορά του σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του επεισοδίου, το AtmoHub παρακολουθούσε επιχειρησιακά την εξέλιξη των εκπομπών και τη διασπορά της ηφαιστειακής τέφρας και του SO₂, αξιοποιώντας το Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης που έχει αναπτυχθεί σε συνεργασία με το INGV – Osservatorio Etneo.
Το σύστημα συνδυάζει δορυφορικές παρατηρήσεις, μετρήσεις από το σύστημα τηλεπισκόπησης PollyXT-NOA lidar του παρατηρητηρίου ΠΑΓΓΑΙΑ στα Αντικύθηρα και προηγμένες τεχνικές inverse modelling για την εκτίμηση της εκπομπής και της μεταφοράς των ηφαιστειακών αερολυμάτων σε σχεδόν πραγματικό χρόνο.
Η προσομοίωση μεταφοράς θειικών αερολυμάτων από τη νέα πιλοτική υπηρεσία του AtmoHub δείχνει τη μεταφορά του SO₂ (ολική στήλη – total column), δείχνοντας ότι το ηφαιστειακό νέφος κινήθηκε κυρίως προς τα νότια, πάνω από τη Βόρεια Αφρική, χωρίς να αναμένεται σημαντική επίδραση στον ελλαδικό χώρο.
Η συνεχής παρακολούθηση τέτοιων επεισοδίων είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ασφάλεια της αεροναυτιλίας, την Πολιτική Προστασία και την έγκαιρη ενημέρωση των αρμόδιων φορέων.
Στην επισυναπτόμενη Εικόνα: Αριστερά: Copernicus Sentinel-2 (5 Ιουλίου 2026) – Το ηφαιστειακό νέφος της Αίτνας μετά την έκρηξη. Δεξιά: EUMETSAT-MSG – Δορυφορική παρακολούθηση της μεταφοράς του SO₂ στην ατμόσφαιρα.
Βίντεο: Προσομοίωση της διασποράς του SO₂ (ολική στήλη) από από τη νέα πιλοτική υπηρεσία του AtmoHub
📍 Παρακολουθήστε σε πραγματικό χρόνο τις προγνώσεις του AtmoHub:

Πώς ο Ερντογάν μετατρέπει την Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη

0

 

israelhayom.com

Η σύνοδος κορυφής των ηγετών του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα θα δώσει στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μια πλατφόρμα για να προβάλει τα επιτεύγματά του στον τομέα της ασφάλειας και της διπλωματίας, καθώς και τη φιλοδοξία του να τοποθετήσει την Τουρκία ως περιφερειακή και διεθνή δύναμη. Από την αμυντική βιομηχανία μέχρι την επιρροή από την Αφρική έως τον Καύκασο: αυτοί είναι οι στόχοι του Τούρκου προέδρου.

Της Neta Bar
Δημοσιεύθηκε στις 08/07/2026, 15:30
Τελευταία τροποποίηση: 08/07/2026, 15:37

Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Φωτογραφία: AP, Getty

Η σύνοδος του ΝΑΤΟ που πραγματοποιείται αυτή την εβδομάδα στην Άγκυρα αποτελεί μια κορυφαία στιγμή για την Τουρκία γενικά και για τον πρόεδρό της, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ειδικότερα. Ενώ πολλοί έχουν ασκήσει κριτική στην καταναγκαστική και επιθετική εξωτερική πολιτική του ανθρώπου που επιδίωξε να αποκαταστήσει τις ημέρες δόξας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υποστηρίζοντας ότι αυτή απομόνωνε την Τουρκία και της προκαλούσε οικονομική ζημιά, τώρα φαίνεται ότι η χώρα απλώς εδραιώνει τη θέση της ως περιφερειακή δύναμη.

Όποιος έχει παρακολουθήσει έστω και λίγο τις εξελίξεις στη χώρα τον τελευταίο χρόνο μπορεί εύκολα να πει ότι η Τουρκία βρίσκεται εν μέσω μιας άνευ προηγουμένου διαδικασίας στρατιωτικής ενίσχυσης και εξοπλισμού, με αιχμή την τουρκική στρατιωτική βιομηχανία. Υπό αυτή την έννοια, η σύναξη του ΝΑΤΟ στην τουρκική πρωτεύουσα προσφέρει μια πρωτοφανή ευκαιρία στις τουρκικές αμυντικές εταιρείες να αυξήσουν τις πωλήσεις τους.

«Είναι αδιανόητο να οικοδομηθεί ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς την Τουρκία», δήλωσε ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς πίεζε συνεχώς για την «ένταξη» της Τουρκίας σε όλες τις ευρωπαϊκές δομές άμυνας και ασφάλειας, ιδιαίτερα στο πρόγραμμα SAFE της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ — δηλαδή 171 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ο Ερντογάν και ο Τραμπ περνούν μπροστά από τιμητικό άγημα Γενιτσάρων.
Φωτογραφία: AP

Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, με 355.000 στρατιώτες και άλλους 378.000 εφέδρους, ενώ η αμυντική της βιομηχανία έχει γνωρίσει αξιοσημείωτη άνθηση την τελευταία δεκαετία. Όμως η Άγκυρα θέλει να ξεπεράσει τον ρόλο του απλού προμηθευτή και να γίνει στρατηγικός εταίρος ικανός να υπαγορεύει πολιτική.

«Η Τουρκία έχει σε μεγάλο βαθμό μείνει εκτός των πανευρωπαϊκών προγραμμάτων και σχεδίων. Αυτό είναι που θέλει να αλλάξει η Τουρκία… και για τον σκοπό αυτό θα χρησιμοποιήσει τη σύνοδο για να παρουσιάσει τις δυνατότητές της», δήλωσε ο Özgür Ünlühisarcıklı, επικεφαλής του German Marshall Fund στην Άγκυρα.

Μεγαλύτερος στρατιωτικός προϋπολογισμός από όλους τους γείτονές της μαζί

Η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας, η οποία κατατάσσεται 11η στον κόσμο και αντιστοιχεί στο 1,8% της παγκόσμιας αγοράς όπλων, σύμφωνα με το Stockholm International Peace Research Institute, το SIPRI, είδε τις εξαγωγές της να αυξάνονται κατά 48% το 2025, σε σύγκριση με αύξηση 29% έναν χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με αξιωματούχους.

«Πετυχαίνουμε πλέον σε μία εβδομάδα όσα παλαιότερα πετυχαίναμε σε έναν χρόνο», δήλωσε τον περασμένο μήνα ο Ερντογάν, αναφερόμενος στις τουρκικές εξαγωγές drones, αρμάτων μάχης, τεθωρακισμένων οχημάτων και πολεμικών πλοίων. Ένα από αυτά παραδόθηκε στη Ρουμανία και αποτέλεσε την «πρώτη εξαγωγή στρατιωτικού πλοίου σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ».

Η Τουρκία διεκδικεί επίσης μερίδιο από την επικερδή αγορά που δημιούργησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, προμηθεύοντας το Κίεβο με drones Bayraktar και κατασκευάζοντας δύο προηγμένα πολεμικά πλοία για το ουκρανικό ναυτικό.

Τουρκικά μαχητικά της Πολεμικής Αεροπορίας.
Φωτογραφία: AP

Όμως η Τουρκία δεν φιλοδοξεί μόνο να είναι προμηθευτής όπλων. Επιδιώκει επίσης να γίνει στρατιωτική δύναμη πρώτης γραμμής στην περιοχή — και ίσως ακόμη και στον κόσμο. Οι στρατιωτικές δαπάνες της Τουρκίας έφτασαν τα 30 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025, ξεπερνώντας τις συνολικές αμυντικές δαπάνες των κοντινών γειτόνων της και σηματοδοτώντας μια σημαντική μεταβολή στην περιφερειακή ισορροπία ισχύος, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία και περιφερειακές εκτιμήσεις.

Το συνολικό ποσό υπερβαίνει τους εκτιμώμενους συνδυασμένους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς της Ελλάδας, του Ιράκ, του Αζερμπαϊτζάν, της Βουλγαρίας, της Αρμενίας, της Γεωργίας και άλλων γειτονικών χωρών, οι οποίοι μαζί ανέρχονταν περίπου στα 24 έως 25 δισεκατομμύρια δολάρια. Το χάσμα δείχνει μια αυξανόμενη ανισορροπία στις αμυντικές δυνατότητες σε όλη την περιοχή, η οποία διαμορφώνεται από αλληλοεπικαλυπτόμενες προκλήσεις ασφαλείας.

Στοιχεία που δημοσιεύθηκαν από το Stockholm International Peace Research Institute, το SIPRI, δείχνουν ότι η Τουρκία αύξησε τις στρατιωτικές της δαπάνες το 2025 κατά 7,2% σε πραγματικούς όρους σε σχέση με το 2024. Την τελευταία δεκαετία, ο αμυντικός της προϋπολογισμός έχει αυξηθεί κατά 94%, μια σημαντική άνοδος σε σύγκριση με την παγκόσμια αύξηση κατά 41% την ίδια περίοδο.

«Μια φιλόδοξη εξωτερική πολιτική»

Ο δρ. Assa Ophir, ειδικός σε θέματα Τουρκίας από το Τμήμα Μεσανατολικών Σπουδών και Πολιτικής Επιστήμης του Ariel University, εξήγησε τη στρατιωτική ενίσχυση της Τουρκίας:

«Η στρατιωτική ενίσχυση της Τουρκίας δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι ένα μέσο στήριξης μιας φιλόδοξης και αναθεωρητικής εξωτερικής πολιτικής, που σημαίνει ότι η Τουρκία είναι μια χώρα που επιδιώκει να αλλάξει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Αυτό που μπορούμε να δούμε είναι ότι τα τελευταία χρόνια η Άγκυρα έχει σταδιακά απομακρυνθεί από την προσεκτική, προσανατολισμένη στο status quo εξωτερική πολιτική που τη χαρακτήριζε παλαιότερα. Αντί γι’ αυτό, έχει υιοθετήσει μια πιο ανεξάρτητη, πιο διεκδικητική προσέγγιση, η οποία επιδιώκει να αναδιαμορφώσει την περιφερειακή ισορροπία ισχύος και δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί όχι μόνο την περιφερειακή ισορροπία ισχύος, αλλά ούτε και την παγκόσμια».

Τούρκοι καταδρομείς του στρατού.
Φωτογραφία: Getty Images

«Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Τουρκία κατανοούν ότι η διπλωματική φιλοδοξία πρέπει να στηρίζεται από στρατιωτική ισχύ. Αν μια χώρα επιδιώκει να επηρεάζει τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια και, ολοένα περισσότερο, στην Αφρική και την Κεντρική Ασία, χρειάζεται στρατιωτική ισχύ ικανή να προβάλλει δύναμη πολύ πέρα από τα σύνορά της. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πραγματοποιείται η στρατιωτική ενίσχυση. Αποτελεί τη βάση για τις ευρύτερες γεωπολιτικές φιλοδοξίες της Τουρκίας», εξήγησε ο Ophir.

Το ΝΑΤΟ ως εφαλτήριο

Καθώς οι εκπρόσωποι των χωρών του ΝΑΤΟ συναντώνται στην Άγκυρα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η συμμετοχή της Τουρκίας στη Συμμαχία είναι αυτό που σε μεγάλο βαθμό επέτρεψε στην Άγκυρα να βρίσκεται σήμερα στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας σκηνής.

Ένα εκτενές άρθρο που δημοσιεύθηκε στην ελληνική εφημερίδα Δημοκρατία αποκάλυψε πώς, από τη δεκαετία του 1950, η συμμετοχή στη Συμμαχία βοήθησε την Τουρκία να διατηρεί έναν στρατό πολύ μεγαλύτερο από εκείνους άλλων χωρών της περιοχής, και πώς ο Ερντογάν κατάφερε να χρησιμοποιήσει την ομπρέλα του ΝΑΤΟ για να οικοδομήσει μια περιφερειακή δύναμη.

Ο τουρκικός στρατός σε άσκηση.
Φωτογραφία: Reuters

«Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ προωθεί και ενισχύει σημαντικά τον τουρκικό στρατό. Από τότε που εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ, ο τουρκικός στρατός έχει επωφεληθεί από τη δυνατότητα συμμετοχής σε κοινές ασκήσεις, από την τυποποίηση, την ανταλλαγή πληροφοριών και την ανάπτυξη διαλειτουργικότητας με τους πιο προηγμένους στρατούς στον κόσμο.

Οι Τούρκοι λαμβάνουν ένα αμυντικό δίκτυο απέναντι σε στρατιωτικές απειλές. Αρχικά, η Τουρκία επιδίωξε να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ το 1952 λόγω του φόβου της απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, η οποία τότε αποτελούσε την κύρια απειλή για αυτήν. Στο τουρκικό έδαφος εγκαταστάθηκαν στρατιωτικές βάσεις του ΝΑΤΟ, με αμερικανικά αεροσκάφη και αμερικανικούς πυρηνικούς πυραύλους», είπε ο Ophir.

Σήμερα, φαίνεται ότι η Τουρκία δεν βλέπει πλέον τη Ρωσία ως απειλητική χώρα. Ωστόσο, το ΝΑΤΟ συνεχίζει ακόμη και τώρα να αποδεικνύεται ένας οργανισμός που παρέχει αποτελεσματική προστασία στην Τουρκία.

Κατά τη διάρκεια του τρέχοντος πολέμου μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, οι Ιρανοί εκτόξευσαν αρκετούς βαλλιστικούς πυραύλους προς την Τουρκία. Τα συστήματα που αναχαίτισαν αυτούς τους πυραύλους ήταν συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας του ΝΑΤΟ. Οι Τούρκοι διαχειρίστηκαν το περιστατικό συγκρατημένα. Με άλλα λόγια, χωρίς τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας του ΝΑΤΟ, η Τουρκία θα βρισκόταν σήμερα σε πολύ διαφορετική θέση», εξήγησε ο ειδικός.

israelhayom.com

Δίλημμα χωρίς διέξοδο για τα κράτη του Κόλπου: Ώρα να εγκαταλείψουν τις ΗΠΑ ως κύριο εγγυητή ασφαλείας;

0

responsiblestatecraft.org

Αν το κάνουν, θα απορρίψουν την Ουάσιγκτον σε μια στιγμή που η ανοικοδόμηση και ο επαναπροσδιορισμός, μετά το σοκαριστικό αποτέλεσμα του πολέμου με το Ιράν, είναι απολύτως αναγκαία.

Ανάλυση | Μέση Ανατολή
Emma Ashford, Will Smith
6 Ιουλίου 2026

Στο Νταβός, τον Ιανουάριο, ο Καναδός πρωθυπουργός Mark Carney εξέπληξε το ακροατήριο με την ανοιχτή του έκκληση προς τις «μεσαίες δυνάμεις» να ενωθούν και να αντισταθούν στις πιέσεις των μεγάλων δυνάμεων.

Η υπαινικτική του θέση ότι αυτά τα κράτη πρέπει να αντισταθούν τόσο στην Κίνα όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες ακούστηκε κάπως σοκαριστική για μια πολιτική ομιλία. Παρ’ όλα αυτά, αντανακλούσε μια αυξανόμενη συναίνεση: καθώς ο κόσμος κινείται προς την πολυπολικότητα, οι μεσαίες δυνάμεις θα γίνουν πιο σημαντικές, ειδικά αν καταφέρουν να απελευθερωθούν από τις ιδιοτροπίες των μεγάλων δυνάμεων.

Για ορισμένες από τις πιο εξέχουσες μεσαίες δυνάμεις, όμως, ο πόλεμος στο Ιράν έδειξε τα όρια της δυνατότητάς τους να δρουν αυτόνομα στις παγκόσμιες υποθέσεις — και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν όταν έρχονται αντιμέτωπες με μια αδιάλλακτη μεγάλη δύναμη. Από τον Φεβρουάριο, τα κράτη του Περσικού Κόλπου, ορισμένες από τις πλουσιότερες και πιο επιδραστικές μεσαίες δυνάμεις στον κόσμο, αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα ότι ούτε τα χρήματά τους, ούτε η διπλωματική τους εμβέλεια, ούτε οι πολιτικές τους διασυνδέσεις μπορούσαν να τα προστατεύσουν από το χάος που δημιούργησε ο αμερικανο-ισραηλινός πόλεμος εναντίον του Ιράν.

Την τελευταία δεκαετία, τα κράτη του Κόλπου προσπάθησαν να εξελιχθούν σε ολοένα πιο αυτόνομες μεσαίες δυνάμεις, με παγκόσμια εμπορικά και επενδυτικά χαρτοφυλάκια, ενώ παρέμεναν βαθιά ενσωματωμένα στην τάξη ασφαλείας υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Αυτό δημιουργεί ένα κλασικό δίλημμα χωρίς διέξοδο: το οικονομικό τους μοντέλο εξαρτάται από τη σταθερότητα, ενώ το μοντέλο ασφαλείας τους εξαρτάται από μια μεγάλη δύναμη που γίνεται όλο και πιο επιρρεπής στην κλιμάκωση.

Τους επόμενους μήνες και χρόνια, αυτά τα κράτη θα βρεθούν μπροστά σε δύσκολες επιλογές. Μπορούν να αποτρέψουν την επανάληψη μιας σύγκρουσης; Σε ποιο βαθμό μπορούν να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο που προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως απρόβλεπτο δρώντα — ή από τη νέα απειλή επαναλαμβανόμενων σοκ στις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ; Ή θα πρέπει απλώς να αποδεχθούν ότι οι οικονομίες και οι κοινωνίες τους παραμένουν όμηροι των ιδιοτροπιών των μεγάλων δυνάμεων που τα προστατεύουν;

Εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία, τα κράτη του Κόλπου επιδιώκουν να εκσυγχρονίσουν τόσο την εικόνα τους στον κόσμο όσο και τις οικονομίες τους. Ήθελαν να αποτινάξουν τις μνήμες της Αραβικής Άνοιξης, όταν συχνά θεωρούνταν αποσταθεροποιητικοί δρώντες, και να παρουσιαστούν αντίθετα ως χώρες ανοιχτές στις επιχειρήσεις. Ακόμη περισσότερο, ήθελαν να ξεπεράσουν την παλιά εικόνα του Κόλπου ως οπισθοδρομικού καταφυγίου πετρελαιομοναρχιών που ζουν από τις προσόδους.

Ίσως η πιο επιτυχημένη περίπτωση να ήταν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία τις τελευταίες δεκαετίες επανεφηύραν τον εαυτό τους ως διαμετακομιστικό κόμβο και παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κέντρο. Η πιο αξιοσημείωτη περίπτωση, όμως, είναι αναμφίβολα η Σαουδική Αραβία, της οποίας ο νεαρός και τολμηρός διάδοχος του θρόνου επιχείρησε να συνδυάσει την οικονομική μεταρρύθμιση με σαρωτικές κοινωνικές αλλαγές, οι οποίες μεταμόρφωσαν θεμελιωδώς τον ιστό της σαουδαραβικής κοινωνίας. Όπως συμβαίνει με πολλά πετρελαιοπαραγωγά κράτη που επιχειρούν μεταρρυθμίσεις, υπήρξε πολύ πιο επιτυχημένος στο δεύτερο σκέλος παρά στο πρώτο.

Την ίδια στιγμή, έχει υπάρξει μια σημαντική μεταμόρφωση των παγκόσμιων ενεργειακών ροών: το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο ρέουν πλέον ολοένα περισσότερο από τον Κόλπο όχι προς τη Δύση, αλλά προς την Ασία. Ως απάντηση, τα κράτη του Κόλπου έχουν επιδοθεί σε μια λεπτή άσκηση ισορροπίας, γνωστή σε όποιον έχει μελετήσει προηγούμενες περιόδους ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων: προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον μακροχρόνιο πάροχο ασφάλειας της περιοχής, και την Κίνα, η οποία γίνεται όλο και περισσότερο ο σημαντικότερος οικονομικός τους εταίρος.

Η αυξανόμενη σημασία των κρατών του Κόλπου ως χρηματοοικονομικών κέντρων και επενδυτικών κόμβων, μαζί με τον διευρυνόμενο ρόλο τους στη διεθνή διαμεσολάβηση, τα έχει καταστήσει σημαντικότερους δρώντες στην παγκόσμια σκηνή.

Με λίγα λόγια, πριν από έξι μήνες, το μέλλον των κρατών του Κόλπου ως βασικών μεσαίων δυνάμεων στο αναδυόμενο διεθνές σύστημα φαινόταν λαμπρό. Τώρα, μετά τον αμερικανο-ισραηλινό πόλεμο κατά του Ιράν, αυτό το μέλλον μοιάζει πολύ λιγότερο ασφαλές.

Η ζημιά από τον πόλεμο μπορεί να φανεί σε τρεις τομείς: φυσικό, οικονομικό και φήμης. Ειρωνικά, η φυσική ζημιά ήταν πιθανότατα η λιγότερο σοβαρή. Όλα τα κράτη υπέστησαν κάποιες υλικές ζημιές, αλλά δεν γνώρισαν εκτεταμένη καταστροφή, αν και οι ζημιές ήταν άνισες. Η πιο αξιοσημείωτη ζημιά σε υποδομές ήταν αναμφίβολα το ιρανικό πλήγμα στο Ras Laffan, την κύρια εγκατάσταση επεξεργασίας και εξαγωγής φυσικού αερίου του Κατάρ, η οποία έχει χάσει περίπου το 15% της δυναμικότητάς της και δεν θα αποκατασταθεί πλήρως για τρία έως πέντε χρόνια.

Στο οικονομικό επίπεδο, όλοι οι μεγάλοι περιφερειακοί εξαγωγείς ενέργειας έχασαν έσοδα και αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε “shut-in” παραγωγή, δηλαδή ουσιαστικά να κλείσουν τις στρόφιγγες του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που προορίζονταν για εξαγωγή. Η απώλεια εσόδων από την ενέργεια επιδεινώθηκε από το κλείσιμο των διαφόρων διαμετακομιστικών κόμβων της περιοχής. Για παράδειγμα, πάνω από 6.000 πτήσεις στη Μέση Ανατολή ακυρώθηκαν τις πρώτες ημέρες του πολέμου, ενώ οι προβλέψεις δείχνουν ότι τα εμπλεκόμενα κράτη έχουν χάσει έως και 30 δισεκατομμύρια δολάρια σε τουριστικά έσοδα.

Ο πόλεμος είχε σημαντικό μακροοικονομικό κόστος σε όλη την περιοχή. Τον Απρίλιο, το ΔΝΤ υποβάθμισε τις προβλέψεις οικονομικής ανάπτυξης για ολόκληρη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένης μιας πραγματικής συρρίκνωσης του ΑΕΠ κατά 8,6% στο Κατάρ. Η επισκευή των ενεργειακών εγκαταστάσεων του Κόλπου θα κοστίσει σχεδόν 60 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με μία εκτίμηση. Τα κράτη αναζητούν ολοένα και περισσότερο τρόπους να προστατεύσουν τις οικονομίες τους από μελλοντικά κλεισίματα των Στενών του Ορμούζ, είτε κατασκευάζοντας ακριβούς παρακαμπτήριους αγωγούς είτε επενδύοντας σε νέες λιμενικές εγκαταστάσεις.

Ορισμένα από αυτά τα κόστη μπορεί πράγματι να είναι προσωρινά. Ο αριθμός των πτήσεων, για παράδειγμα, έχει ήδη επανέλθει, και πολλοί ξένοι εργαζόμενοι έχουν επιστρέψει στις δουλειές τους στο Ντουμπάι και αλλού, αφού είχαν απομακρυνθεί στα αρχικά στάδια του πολέμου. Όμως είναι ακόμη πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε με βεβαιότητα το κόστος που επέβαλε η σύγκρουση στη φήμη των κρατών του Κόλπου. Αν τα κράτη αυτά δεν μπορούν να προβάλλουν εικόνα σταθερότητας και να προσφέρουν έναν ασφαλή και προστατευμένο τόπο για διεθνείς εργαζομένους και επενδυτές, τότε το οικονομικό τους μοντέλο θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο.

Αυτοί οι οικονομικοί κίνδυνοι είναι, επομένως, στενά συνδεδεμένοι με την περιφερειακή ασφάλεια. Εδώ και κάποιο διάστημα, η στρατηγική κρατών της περιοχής, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία, ήταν να εμβαθύνουν τους δεσμούς ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ ταυτόχρονα οικοδομούσαν ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς με το Πεκίνο.

Στην Ουάσιγκτον, ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην κυβέρνηση Μπάιντεν υποστήριζαν μάλιστα ότι αυτό ήταν ένας καλός λόγος για να δοθούν συγκεκριμένες εγγυήσεις ασφαλείας στα κράτη του Κόλπου, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού με την Κίνα. Και η προσέγγιση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην περιοχή στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στις Συμφωνίες του Αβραάμ, ένα χαρακτηριστικό επίτευγμα εξωτερικής πολιτικής της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ, οι οποίες επιδίωκαν να σταθεροποιήσουν την περιοχή, να απομονώσουν το Ιράν και να αντιμετωπίσουν την κινεζική επιρροή, αυξάνοντας τους δεσμούς μεταξύ του Ισραήλ και των κρατών του Κόλπου.

Ωστόσο, ο πόλεμος με το Ιράν έδειξε κυρίως τους τρόπους με τους οποίους οι εγγυήσεις ασφαλείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να μπλέξουν αυτά τα κράτη σε επικίνδυνες καταστάσεις. Κάθε κράτος-μέλος του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, ακόμη και εκείνα που προσπάθησαν να αποτρέψουν τη σύγκρουση μέσω διαμεσολάβησης, δέχθηκε επίθεση. Το Κατάρ, το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υπέστησαν ζημιές σε πολιτικές υποδομές, όχι απλώς πλήγματα εναντίον αμερικανικών βάσεων στο έδαφός τους.

Αυτό έδειξε επίσης ότι, παρά τις Συμφωνίες του Αβραάμ και παρά τις πολυετείς διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, η Ουάσιγκτον ξεκάθαρα αποδίδει μεγαλύτερη αξία σε ορισμένους περιφερειακούς συμμάχους απ’ ό,τι σε άλλους. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, ο αμερικανικός στρατός αφιέρωσε πολύ περισσότερα μέσα στην προστασία του Ισραήλ απ’ ό,τι στην προστασία των κρατών του Κόλπου.

Όλα αυτά φέρνουν τα κράτη του Κόλπου σε μια σχεδόν αδύνατη θέση. Αν οι εγγυήσεις ασφαλείας από την Ουάσιγκτον φέρνουν τόσο μεγάλο κίνδυνο όσο και όφελος, τότε γιατί να τις επιδιώξουν; Από την άλλη, η απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών ως εταίρου ασφαλείας δημιουργεί σχεδόν εξίσου πολλά προβλήματα. Ο σημερινός Λευκός Οίκος, ειδικότερα, είναι απίθανο να αντιδράσει καλά στην απώλεια ορισμένων από τα δικαιώματα χρήσης βάσεων που διαθέτει στην περιοχή.

Η Κίνα, στο μεταξύ, μπορεί να παραμένει απαραίτητος οικονομικός εταίρος, αλλά δεν έχει δείξει καμία διάθεση να αναλάβει τον ρόλο ασφαλείας που παίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην περιοχή. Ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί να ανέδειξε τις ανεπάρκειες του σημερινού μοντέλου υπό αμερικανική ηγεσία, αλλά δεν υπάρχει κάποια σαφής εναλλακτική λύση που να περιμένει στο παρασκήνιο.

Αυτό δείχνει ότι τα κράτη του Κόλπου θα χρειαστεί να στηριχθούν περισσότερο στους δικούς τους πόρους, είτε μέσω συμβιβασμού είτε μέσω αντιπαράθεσης. Πράγματι, οι χώρες του GCC φαίνεται να κινούνται προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ εξετάζουν την ιδέα ενός περιφερειακού συμφώνου με το Ιράν, μιας συνεννόησης που θα μπορούσε να περιορίσει την πιθανότητα επανάληψης του πολέμου, ακόμη κι αν έχει γεωπολιτικό κόστος. Οι Σαουδάραβες εμβαθύνουν τις ήδη υπάρχουσες σχέσεις τους με την Τουρκία και το Πακιστάν, στρεφόμενοι σε περιφερειακές μεσαίες δυνάμεις εκεί όπου οι μεγάλες δυνάμεις δεν επαρκούν.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αντίθετα, πλησιάζουν περισσότερο το Ισραήλ, ποντάροντας στην ιδέα ότι ίσως μπορέσουν να βγουν από αυτό το αδιέξοδο με στρατιωτική ισχύ. Όλα τα κράτη είναι πιθανό να αφιερώσουν περισσότερα χρήματα στις αμυντικές δαπάνες τα επόμενα χρόνια, αγοράζοντας από ένα πιο διαφοροποιημένο σύνολο εταίρων.

Για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στις ΗΠΑ, η αμερικανική σχέση με τα κράτη του Κόλπου θα πρέπει επίσης να επαναπροσδιοριστεί μετά τον πόλεμο, και όχι απλώς μέσα από το πρίσμα των όποιων όρων ειρήνης τελικά υπογραφούν. Τα κράτη του Κόλπου είναι απίθανο να απαιτήσουν από την Ουάσιγκτον να αποσύρει τα στρατεύματά της, αλλά είναι επίσης απίθανο να πληρώσουν τον λογαριασμό για την ανοικοδόμηση των αμερικανικών βάσεων ή για παραχωρήσεις προς την Τεχεράνη.

Και με τη χρηματοδοτική στενότητα που δημιούργησε ο πόλεμος, είναι επίσης πιθανό να δούμε λιγότερες επενδύσεις του Κόλπου στην αμερικανική έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και πολύ λιγότερη χρηματοδότηση χωρίς όρους για τα αγαπημένα σχέδια του Λευκού Οίκου. Η κυβέρνηση Τραμπ είναι πιθανό να ανακαλύψει σύντομα ότι οι ηγέτες του Κόλπου δεν έχουν ιδιαίτερη διάθεση να λειτουργήσουν ως ΑΤΜ για την αποκατάσταση ζημιών που δεν προκάλεσαν οι ίδιοι.

Το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν θα είναι μια δραματική ρήξη με την Ουάσιγκτον, αλλά μια σειρά από πιο αθόρυβες προσαρμογές με την πάροδο του χρόνου. Τα κράτη του Κόλπου θα αγοράσουν νέες τεχνολογίες και υπάρχοντα οπλικά συστήματα για να προστατεύσουν τους πληθυσμούς και τις υποδομές τους, θα προσπαθήσουν να μετριάσουν τις πολιτικές του ανθρώπου που βρίσκεται στον Λευκό Οίκο και θα επιχειρήσουν να βρουν μια λειτουργική περιφερειακή ύφεση που θα μπορεί να αποτρέψει νέες εκρήξεις βίας.

Η επιρροή της Ουάσιγκτον, στο μεταξύ, είναι πιθανό να μειωθεί με τον χρόνο· και αυτό ίσως να μην είναι κακό για καμία από τις δύο πλευρές.

Emma Ashford
Η Emma Ashford είναι ανώτερη ερευνήτρια στο πρόγραμμα Reimagining U.S. Grand Strategy του Stimson Center, όπου το έργο της επικεντρώνεται στο μέλλον της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Είναι επίσης επίκουρη διδάσκουσα στο Security Studies Program του Georgetown University.

responsiblestatecraft.org

Αντίο Ινδο-Ειρηνικέ, καλώς ήρθες πρώτη νησιωτική αλυσίδα!

0

responsiblestatecraft.org

Η μετονομασία της USPACOM σηματοδοτεί μια νέα στρατηγική, μαζί με την άνοδο του «Squad» — των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας και των Φιλιππίνων — με στόχο τον περιορισμό της ισχύος της Κίνας.

 

Ανάλυση | Ασία-Ειρηνικός
Sarang Shidore
7 Ιουλίου 2026

Στις 16 Ιουνίου, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι η Διοίκηση Ινδο-Ειρηνικού των ΗΠΑ, η USINDOPACOM, θα επέστρεφε στο όνομα που είχε το 1947: Διοίκηση Ειρηνικού των ΗΠΑ, δηλαδή USPACOM.

Αμερικανοί αξιωματούχοι το χαρακτήρισαν αποκατάσταση των «βαθιών ιστορικών ριζών» της διοίκησης και επέμειναν ότι η περιοχή ευθύνης της, η οποία εκτείνεται από τη δυτική ακτή των ΗΠΑ μέχρι το δυτικό θαλάσσιο όριο της Ινδίας, θα παραμείνει «ακριβώς η ίδια». Δεδομένου ότι το όνομα PACOM ήταν το όνομα της διοίκησης κατά τη διάρκεια των ψυχροπολεμικών αντιπαραθέσεων με την Κίνα και τη Σοβιετική Ένωση, η επιστροφή στο παλαιότερο όνομα μοιάζει να είναι ακόμη μία από εκείνες τις νοσταλγίες του Trump 2.0: μια ευχάριστη επίκληση των παλιών δόξων της Αμερικής.

Όμως εδώ υπάρχουν πολύ περισσότερα απ’ όσα φαίνονται με την πρώτη ματιά. Στην πράξη, η μετονομασία αποτελεί ακόμη ένα σήμα στρατηγικού αναπροσανατολισμού των ΗΠΑ στην Ασία, ο οποίος διατυπώθηκε στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας της κυβέρνησης τον Νοέμβριο του 2025. Ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η υποβάθμιση του σχήματος Quad —στο οποίο συμμετέχουν οι ΗΠΑ, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Αυστραλία— από επίπεδο ηγετών σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών. Ένα άλλο στοιχείο είναι η ταχεία υποχώρηση της χρήσης του όρου «Ινδο-Ειρηνικός» στον αμερικανικό λόγο. Ο υπουργός Άμυνας Pete Hegseth, για παράδειγμα, απέφυγε εντελώς τον όρο στην πρόσφατη ομιλία του στο Shangri-La Dialogue στη Σιγκαπούρη, χρησιμοποιώντας αντ’ αυτού τον όρο «Ειρηνικός».

Αν διαβαστούν μαζί, όλα αυτά αφηγούνται μια συνεπή ιστορία: η Ουάσιγκτον έχει μετατοπίσει τη στρατηγική ασφαλείας της απέναντι στην Κίνα σε σχέση με την κυβέρνηση Μπάιντεν και την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, οι οποίες ακολουθούσαν ένα όραμα βασισμένο σε συνασπισμούς, με ευρεία γεωγραφική εμβέλεια και πολυδιάστατες συνεργασίες στη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία. Στη θέση αυτής της προσέγγισης, οι Ηνωμένες Πολιτείες επικεντρώνονται τώρα σε μια στενότερη, πιο στρατιωτικοποιημένη γραμμή άμυνας: συγκεκριμένα στην Πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα, η οποία εκτείνεται από την Ιαπωνία μέχρι τις Φιλιππίνες.

Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας δηλώνει ξεκάθαρα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να «αποτρέψουν τους αντιπάλους και να προστατεύσουν την Πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα». Δεν πρόκειται πλέον για μια στρατηγική που στοχεύει στο ευρύτερο δυνατό μπλοκ ευθυγραμμισμένο με τις ΗΠΑ, με πολυμερή σχήματα όπως το Quad και το Indo-Pacific Economic Framework της εποχής Μπάιντεν. Είναι αποτροπή βασισμένη στην άρνηση πρόσβασης, οργανωμένη γύρω από μια συμπυκνωμένη και περιορισμένη γεωγραφία. Η Ινδία και μεγάλο μέρος της Νοτιοανατολικής Ασίας βρίσκονται εκτός αυτής της γεωγραφίας.

Περιέργως, η Ταϊβάν, αν και βρίσκεται στην Πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα, επίσης υποβαθμίζεται από την Ουάσιγκτον. Απουσίαζε εντελώς από την πρόσφατη ομιλία του Hegseth στο Shangri-La Dialogue στη Σιγκαπούρη. Η ευελιξία στο ζήτημα της Ταϊβάν —πιθανώς υποπροϊόν μιας διστακτικής προσπάθειας του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του προέδρου της Κίνας Σι Τζινπίνγκ να χαράξουν σφαίρες επιρροής— αντισταθμίζεται από την ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη συνεργασία και στην εξάρτηση από την Ιαπωνία, τις Φιλιππίνες και, σε σημαντικό βαθμό, την Αυστραλία.

Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας συνδυάζει αυτή τη γεωγραφική στένωση με ρητή μετατόπιση βαρών προς τους συμμάχους και με προτεραιότητα στην πρόσβαση. Οι «διπλωματικές προσπάθειες» της Ουάσιγκτον, όπως αναφέρει η στρατηγική, θα επικεντρωθούν στο να πιέσουν τους συμμάχους και εταίρους της Πρώτης Νησιωτικής Αλυσίδας να επιτρέψουν στον αμερικανικό στρατό μεγαλύτερη πρόσβαση στα λιμάνια τους και σε άλλες εγκαταστάσεις, να δαπανήσουν περισσότερα για τη δική τους άμυνα και, το σημαντικότερο, να επενδύσουν σε δυνατότητες που αποσκοπούν στην αποτροπή επιθετικότητας.

Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι το Τόκιο και η Μανίλα δεν είναι πλέον απλώς εταίροι σε ένα αφηρημένο όραμα περί «ελεύθερου και ανοικτού» Ινδο-Ειρηνικού. Είναι πλέον η προωθημένη υποδομή της αποτροπής υπό αμερικανική ηγεσία. Η τοποθέτηση πυραυλικών συστημάτων Typhon στους νομούς Καγκοσίμα και Γιαμαγκούτσι της Ιαπωνίας και στην επαρχία Ζαμπάλες των Φιλιππίνων, καθώς και συστοιχιών αντιπλοϊκών πυραύλων NMESIS στην Οκινάουα, στις Μπατάνες και στη Λουζόν, αποτελεί τη φυσική έκφραση αυτού του δόγματος.

Καθώς το Quad χάνει την αίγλη του, το «Squad» ανεβαίνει. Το Squad —που αποτελείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και τις Φιλιππίνες— δημιουργήθηκε το 2023. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, διαμορφώνεται ως ένας ισχυρότερος διάδοχος. Σε αντίθεση με το Quad, και τα τέσσερα μέλη του Squad είναι σύμμαχοι βάσει συνθήκης, όλα είναι ξεκάθαρα ως προς τον αμυντικό του ρόλο, και όλα βρίσκονται σε καλύτερη θέση γύρω από τη γεωγραφία που έχει πραγματική στρατιωτική σημασία.

Η μετονομασία σε USPACOM κάνει ρητό αυτό που η άνοδος του Squad είχε ήδη σηματοδοτήσει ανεπίσημα. Όπως έχω γράψει και στο παρελθόν, η Μανίλα αντικαθιστά το Νέο Δελχί στους υπολογισμούς ασφαλείας της Ουάσιγκτον. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι Φιλιππίνες μπορούν ποτέ να συγκριθούν με το πολύ μεγαλύτερο μέγεθος και τη βιομηχανική ικανότητα της Ινδίας, αλλά επειδή η Μανίλα είναι βαθιά ενσωματωμένος σύμμαχος των ΗΠΑ και, το σημαντικότερο, βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά της Πρώτης Νησιωτικής Αλυσίδας.

Το σαφές θύμα αυτής της μετατόπισης είναι το «Ινδο» στον όρο «Ινδο-Ειρηνικός», δηλαδή η θέση της Ινδίας ως στρατηγικού κεντρικού πυλώνα. Ακόμη κι ενώ ο ρόλος της Ινδίας έχει μειωθεί στις αμερικανικές προτεραιότητες, η Ουάσιγκτον φαίνεται να αναλαμβάνει μεγαλύτερο περιφερειακό ρόλο στη Νότια Ασία.

Η αγκαλιά της Ινδίας ως βασικού αναχώματος της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στην Κίνα έχει βαθιές ρίζες, που φτάνουν πίσω στην τολμηρή πρόταση της κυβέρνησης Τζορτζ Μπους το 2005 για πυρηνική συμφωνία με το Νέο Δελχί, η οποία ολοκληρώθηκε το 2008. Με κάθε επόμενη προεδρία, αυτή η προσέγγιση γινόταν όλο και βαθύτερη. Όμως ήταν ο Τραμπ, στην πρώτη του θητεία, που έκανε το πλήρες άλμα προς την ανάσχεση του Πεκίνου: με τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2017, η οποία χαρακτήρισε την Κίνα «αναθεωρητικό κράτος», με την αναβίωση του τότε αδρανούς Quad, και με την υπογραφή βασικών συμφωνιών στρατιωτικής διαλειτουργικότητας με το Νέο Δελχί.

Η μετονομασία του 2018 σε USINDOPACOM είχε ως στόχο να ενώσει τον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό σε έναν ενιαίο χώρο αντιπαράθεσης, με το Νέο Δελχί να παρουσιάζεται ως ένας από τους βασικούς πυλώνες μιας περιφερειακής τάξης που θα περιόριζε την Κίνα.

Υπήρχε, όμως, πάντα μια ένταση ανάμεσα στην προβολή της Ινδίας ως πυλώνα της στρατηγικής ασφαλείας και στη δική της απροθυμία να κινηθεί πέρα από τον Ινδικό Ωκεανό. Απειλούμενη από έναν επικίνδυνο άξονα του κινεζικού κράτους και του πακιστανικού στρατού στα βόρεια και δυτικά χερσαία σύνορά της, η Ινδία βλέπει τη Νότια Σινική Θάλασσα και την Ανατολική Σινική Θάλασσα ως θέατρα εκτός της άμεσης περιοχής της.

Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025, χαρακτηριστικά, αφιερώνει ελάχιστη προσοχή στη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία. Ούτε η Ένωση Κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας, δηλαδή η ASEAN, ούτε το AUKUS —η αμυντική διευθέτηση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Αυστραλίας και Ηνωμένου Βασιλείου, που ανακοινώθηκε το 2021— ούτε τα νησιά του Ειρηνικού αναφέρονται στο έγγραφο, την ίδια στιγμή που υπάρχει εκτενής αναφορά στην Πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα. Η αφαίρεση του «Ινδο» από το όνομα της διοίκησης απλώς παγιώνει τη νέα ιεραρχία προτεραιοτήτων.

Τίποτε από αυτά δεν σημαίνει ότι η ευρύτερη έννοια του «Ινδο-Ειρηνικού» θα εξαφανιστεί πλήρως από το ασιατικό θέατρο. Η Ιαπωνία, της οποίας ο τότε ηγέτης Σίνζο Άμπε διατύπωσε την έννοια το 2007, θα συνεχίσει να την προωθεί ανεξάρτητα, με ή χωρίς την Ουάσιγκτον. Όμως το θεσμικό κέντρο βάρους έχει μετακινηθεί.

Εκεί όπου η ρητορική του Ινδο-Ειρηνικού, με το Quad ως θεσμική της έκφραση, υπέφερε από κρίση ταυτότητας ανάμεσα στους στόχους ασφάλειας και δημόσιων αγαθών, και άπλωνε ένα ευρύ δίχτυ σε όλη την περιοχή, το δόγμα της Πρώτης Νησιωτικής Αλυσίδας είναι πιο συγκεντρωμένο, πιο συναλλακτικό και πιο στρατιωτικοκεντρικό.

Εκεί όπου το Quad προσπάθησε —και σε μεγάλο βαθμό απέτυχε— να προσφέρει εμβόλια και υποδομές ως λέσχη παροχής δημόσιων αγαθών, η νέα αρχιτεκτονική που διαμορφώνεται γύρω από το Squad ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με πρόσβαση, πυραύλους, δικαιώματα βάσεων και λογική επιμερισμού βαρών.

Έτσι, η ανάσταση της USPACOM αποτελεί τη συμβολική κορωνίδα της νέας αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η Πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα, και όχι ο ευρύτερος Ινδο-Ειρηνικός, είναι πλέον το σημείο όπου κατοικεί η αμερικανική υψηλή στρατηγική στην Ασία.

Ο Sarang Shidore είναι διευθυντής του Προγράμματος Global South στο Quincy Institute και υπήρξε μέλος του έκτακτου διδακτικού προσωπικού στο George Washington University. Έχει δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων, στα Foreign Affairs, Foreign Policy και The New York Times.

Προηγουμένως, ο Sarang ήταν διευθυντής σπουδών στο Quincy Institute, ανώτερος ερευνητής στο University of Texas at Austin και ανώτερος παγκόσμιος αναλυτής στην εταιρεία γεωπολιτικού ρίσκου Stratfor Inc.

responsiblestatecraft.org

Το Ισραήλ ανήκει στη νέα σαουδαραβο-ιρανική τάξη πραγμάτων

0

Foreign Policy

Μια αντι-Συμφωνία του Αβραάμ παίρνει μορφή. Αυτό θα ήταν μεγάλο λάθος.

Του Trita Parsi, εκτελεστικού αντιπροέδρου του Quincy Institute for Responsible Statecraft.
6 Ιουλίου 2026, 8:25 π.μ.

Όταν το Ιράν επέκτεινε τον ισραηλινο-αμερικανικό πόλεμο πλήττοντας αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου, πολλοί παρατηρητές υπέθεσαν ότι αυτό το νέο χαμηλό σημείο στις σχέσεις του Ιράν με το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, το GCC, θα διαρκούσε για χρόνια και θα έφερνε τα αραβικά κράτη πιο κοντά στο Ισραήλ. Η κλιμάκωση της Τεχεράνης φαινόταν να επιβεβαιώνει το επιχείρημα του Ισραήλ ότι οι μοναρχίες του Κόλπου έπρεπε να ευθυγραμμιστούν μαζί του απέναντι στην κοινή περσική απειλή.

Αντί γι’ αυτό, όμως, φαίνεται να συμβαίνει το αντίθετο. Τα κράτη της περιοχής έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ανάσχεση και η απομόνωση του Ιράν όχι μόνο απέτυχαν, αλλά οδήγησαν και σε έναν καταστροφικό πόλεμο, ο οποίος αποκάλυψε τόσο την αναξιοπιστία όσο και τα εντυπωσιακά όρια της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας.

Αντί να επιμείνουν στον αποκλεισμό του Ιράν, τα αραβικά κράτη γράφουν ένα νέο εγχειρίδιο: επιδιώκουν οικονομική αλληλεξάρτηση με το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνουν την Τεχεράνη σε μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας, καθοδηγούμενη από την ίδια την περιοχή.

«Μέρος αυτού που κάνουμε τώρα, ως χώρες της περιοχής, είναι να δημιουργήσουμε αυτό το περιφερειακό πλαίσιο ασφαλείας μεταξύ μας και του Ιράν», δήλωσε στους Financial Times ο πρωθυπουργός του Κατάρ, σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Αμπντουλραχμάν αλ Θάνι. «Αυτό, ελπίζουμε, θα περιλαμβάνει στο μέλλον οικονομική συνεργασία μεταξύ όλων μας — ώστε να επανέλθει η σταθερότητα στην περιοχή».

Ίσως ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η Σαουδική Αραβία έχει αναδειχθεί σε κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή τη μετατόπιση. Παρότι δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί ημερομηνία, το Ριάντ ετοιμάζεται να φιλοξενήσει τα κράτη του GCC και το Ιράν για συνομιλίες σχετικά με ένα περιφερειακό σύμφωνο μη επίθεσης, τη θαλάσσια ασφάλεια και μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, εμπνευσμένα από τις Συμφωνίες του Ελσίνκι του 1975 στην Ευρώπη. Στόχος είναι η καθιέρωση τακτικών συναντήσεων υπουργών και ηγετών για την περιφερειακή ασφάλεια.

Ο ευρύτερος στόχος είναι μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή, βασισμένη περισσότερο στην περιφερειακή συνεργασία και λιγότερο στις αμερικανικές στρατιωτικές εγγυήσεις.

Αυτές οι εξελίξεις υπονομεύουν περαιτέρω τον παλαιό ισχυρισμό της Ουάσιγκτον ότι, χωρίς την αμερικανική στρατιωτική πρωτοκαθεδρία, η Μέση Ανατολή θα βυθιζόταν στο χάος. Αντίθετα, ενισχύουν το επιχείρημα όσων υποστηρίζουν τον περιορισμό της αμερικανικής εμπλοκής: ότι τα κράτη της περιοχής θα αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική τους ασφάλεια όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν βήμα πίσω.

Πράγματι, αντί να προστατεύουν την περιοχή από την αστάθεια, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν συχνά η βασική πηγή της. Άλλωστε, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ήταν εκείνες που εξαπέλυσαν τους δύο τελευταίους απρόκλητους πολέμους εναντίον του Ιράν — και στις δύο περιπτώσεις ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις.

Πράγματι, αν το Μνημόνιο Κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν μετατραπεί σε τελική συμφωνία που θα άρει τις κυρώσεις κατά του Ιράν και θα ευλογεί την περιφερειακή επανένταξη της Τεχεράνης, τότε θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή τη διαδικασία. Και αυτό γιατί θα εξαλείψει το βασικό κίνητρο για τη διατήρηση αμερικανικών στρατευμάτων στη Μέση Ανατολή: την πολιτική ανάσχεσης του Ιράν.

Πολλά δείχνουν ότι ένα από τα κίνητρα της κυβέρνησης Τραμπ για την τόσο στενή εμπλοκή των περιφερειακών δυνάμεων στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη είναι να προετοιμάσει το έδαφος ώστε το βάρος της περιφερειακής ασφάλειας να μεταφερθεί σε αυτά τα κράτη, ως μέρος της συμφωνίας με το Ιράν.

Ωστόσο, ενώ η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να καλωσορίζει μια περιφερειακή τάξη που μεταφέρει το βάρος της ασφάλειας από τους Αμερικανούς φορολογούμενους και στρατιώτες στην ίδια την περιοχή, η σημερινή προσέγγιση κινδυνεύει να επαναλάβει ένα παλιό λάθος. Αντί να οικοδομήσει μια πραγματικά συμπεριληπτική αρχιτεκτονική ασφάλειας —μια αρχιτεκτονική που δεν θα είναι οργανωμένη εναντίον κανενός κράτους και θα απορρίπτει τη λογική των μπλοκ— μπορεί απλώς να αντιστρέψει τις διαχωριστικές γραμμές της περιοχής.

Η απο-ανάσχεση του Ιράν θα μπορούσε να συνδυαστεί με μια νέα ανάσχεση του Ισραήλ, σπρώχνοντάς το προς τη διεθνή απομόνωση. Αντί η περιοχή να αντικαταστήσει τις Συμφωνίες του Αβραάμ με μια πιο συμπεριληπτική τάξη, κινδυνεύει να δημιουργήσει κάτι σαν αντι-Συμφωνίες του Αβραάμ, οργανωμένες γύρω από την ανάσχεση του Ισραήλ.

Συχνά ξεχνιέται πόσο απομονωμένο ήταν το Ισραήλ εκτός Δύσης πριν διαμορφωθούν οι Συμφωνίες του Όσλο. Μεταξύ 1991 και 1994, το Ισραήλ εξομάλυνε τις σχέσεις του με τουλάχιστον 36 χώρες, μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Ινδία και η Αγία Έδρα. Αυτές οι εξομαλύνσεις έγιναν με βάση την άρρητη υπόθεση ότι το Ισραήλ θα επέτρεπε τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους — μια κατανόηση από την οποία οι Ισραηλινοί πολύ γρήγορα υπαναχώρησαν.

Αν και το Ισραήλ δεν είναι πιθανό να επιστρέψει στην απομόνωση που βίωνε πριν από το Όσλο, δεδομένης της κατακόρυφης πτώσης του διεθνούς κύρους του, η τάση μπορεί σίγουρα να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Βεβαίως, το Ισραήλ έχει αναμφίβολα κερδίσει την απομόνωσή του μέσα από την αποσταθεροποιητική του συμπεριφορά, τις μαζικές δολοφονίες Παλαιστινίων και τις επεκτατικές του πολιτικές. Μεγαλύτερη περιφερειακή συνοχή για την άσκηση πίεσης στο Ισραήλ είναι και δικαιολογημένη και αναγκαία. Όμως ούτε η απομόνωση ούτε η πίεση από μόνες τους είναι πιθανό να αλλάξουν θεμελιωδώς τους ισραηλινούς υπολογισμούς, αν δεν συνδυαστούν με μια αξιόπιστη οδό αποκατάστασης — όσο μακρινή κι αν φαίνεται σήμερα αυτή η προοπτική.

Θα ήταν χαμένη ευκαιρία να μην επιδιωχθεί ένα πιο φιλόδοξο όραμα: ένα όραμα που δεν θα επιδιώκει μόνο τη σταθεροποίηση του Περσικού Κόλπου μέσω της ένταξης του Ιράν, αλλά θα αξιοποιεί αυτή τη μετατόπιση και για την επίτευξη της παλαιστινιακής αυτοδιάθεσης.

Το Better Order Project έχει παρουσιάσει έναν δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα με μια διαδικασία για τον τερματισμό της κατοχής της Παλαιστίνης, βασισμένη στο ψήφισμα ES-10/24 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και στη συμβουλευτική γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης τον Ιούλιο του 2024, η οποία έκρινε ότι «η συνεχιζόμενη παρουσία του Κράτους του Ισραήλ στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη είναι παράνομη» και ότι το Ισραήλ υποχρεούται να τερματίσει αυτή την παράνομη παρουσία όσο το δυνατόν ταχύτερα, θα έπρεπε να ξεκινήσει μια διαδικασία, εγκεκριμένη από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, για την ανάπτυξη μιας πραγματικά συμπεριληπτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.

Αυτή θα μπορούσε να εμπνευστεί από τη διαδικασία του Ελσίνκι, τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και την Ένωση Κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας, και να βασίζεται στις αρχές της συλλογικής ασφάλειας, της κεντρικότητας των κρατών και της μη παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών — δηλαδή της απόρριψης της χρήσης πολιτοφυλακών. Θα βασίζεται επίσης στην απόρριψη της λογικής της ανάσχεσης, στο απαράδεκτο της απόκτησης εδαφών με τη βία και στη διασφάλιση ίσης ασφάλειας για όλους.

Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας μόνιμος, επίσημος οργανισμός που θα διευκολύνει τη διπλωματία και θα διαχειρίζεται την ασφάλεια της περιοχής. Τα αρχικά βήματα θα πρέπει να επικεντρωθούν στην ενσωμάτωση περισσότερων χωρών σε υπάρχουσες οικονομικές και πολιτικές ρυθμίσεις, όπως εμπορικές συμφωνίες και ενεργειακή συνεργασία.

Αντί να αποκλειστεί το Ισραήλ από αυτή την αρχιτεκτονική, η πόρτα για την ένταξή του θα πρέπει να παραμείνει ορθάνοιχτη, αλλά υπό τον όρο ότι το Ισραήλ θα εφαρμόσει πλήρως την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου και θα τερματίσει την κατοχή.

Σε αντάλλαγμα, στο Ισραήλ θα προσφερόταν κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από ό,τι υποσχέθηκαν ποτέ οι Συμφωνίες του Αβραάμ. Αντί για εξομάλυνση μόνο με τη Σαουδική Αραβία, θα αποκτούσε πλήρη ενσωμάτωση σε μια περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Αυτό θα απαιτούσε επίσης από το Ιράν να αποδεχθεί την ένταξη του Ισραήλ — κάτι που η Τεχεράνη έχει προηγουμένως αφήσει να εννοηθεί ότι θα έκανε, εάν ιδρυόταν παλαιστινιακό κράτος ή εάν επιτυγχανόταν κάποια άλλη διευθέτηση αποδεκτή από τους Παλαιστινίους.

Αλλά το τίμημα της εισόδου πρέπει να είναι σαφές και αδιαπραγμάτευτο: όχι μια πορεία προς την παλαιστινιακή κρατικότητα ή ένας αόριστος πολιτικός ορίζοντας, αλλά η πραγματική ίδρυση ενός κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα του 1967.

Οι δύο διαδικασίες θα πρέπει να προχωρούν παράλληλα, αλλά καμία δεν πρέπει να επιτρέπεται να κρατά την άλλη όμηρο. Η ισραηλινή αντίσταση στον τερματισμό της κατοχής, για παράδειγμα, δεν θα πρέπει να καθυστερήσει την οικοδόμηση μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Αντιθέτως, η πρόοδος χωρίς το Ισραήλ θα δημιουργούσε σταδιακά ένα ισχυρό κίνητρο για την ισραηλινή κοινωνία να επιλέξει τη συνύπαρξη αντί της απομόνωσης.

Ο σημερινός υπολογισμός του Ισραήλ —ότι το κόστος του τερματισμού της κατοχής υπερβαίνει τα οφέλη— είναι πιθανό να αλλάξει όταν θα υπάρχει μια λειτουργική περιφερειακή τάξη ασφάλειας και οι Ισραηλινοί θα μπορούν να δουν καθαρά τα στρατηγικά και οικονομικά οφέλη μιας θεμελιώδους αλλαγής πορείας.

Αν σκεφτούν πιο φιλόδοξα, οι ηγέτες της περιοχής μπορούν να διασφαλίσουν ότι η κατάρρευση της παλιάς τάξης θα οδηγήσει σε κάτι πολύ πιο σταθερό και ανθεκτικό. Μπορούν να αξιοποιήσουν αυτή τη στιγμή όχι μόνο για να επιλύσουν την κύρια πηγή αστάθειας στον Περσικό Κόλπο —τον αποκλεισμό του Ιράν— αλλά και για να αντιμετωπίσουν την κεντρική πηγή αστάθειας στη Μέση Ανατολή: τη συνεχιζόμενη κατοχή της Παλαιστίνης από το Ισραήλ.

Η ιστορία σπάνια προσφέρει στις μεγάλες δυνάμεις την ευκαιρία να αποχωρήσουν από μια περιοχή με καλύτερους όρους από αυτούς με τους οποίους εισήλθαν. Αυτή είναι μία από εκείνες τις στιγμές. Αν οι ηγέτες της περιοχής αρπάξουν την ευκαιρία να οικοδομήσουν μια συμπεριληπτική τάξη ασφάλειας, η πιο σοφή πορεία για την Ουάσιγκτον θα είναι να ενθαρρύνει τη διαδικασία, όχι να την κυριαρχήσει.

Για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, η ανταμοιβή δεν θα ήταν η ιδιοκτησία μιας νέας Μέσης Ανατολής, αλλά κάτι πιο πολύτιμο: η διάκριση ότι υπήρξε ο Αμερικανός πρόεδρος που αναγνώρισε ότι η περιοχή ήταν επιτέλους έτοιμη να αναλάβει η ίδια την ασφάλειά της — και είχε τη σοφία να της το επιτρέψει. Αν και ο Τραμπ ξεκίνησε αυτόν τον άσοφο πόλεμο, έχει την ευκαιρία να κάνει μια τολμηρή στροφή προς την ειρήνη το καθοριστικό στοιχείο της κληρονομιάς του.

Foreign Policy