του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Εφόσον η αξιολόγηση γίνει όχι με βάση το γενικό πλαίσιο της Συμμαχίας, (η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί αναμενόμενη), αλλά με βάση τις ελληνικές εθνικές προτεραιότητες και τις συγκεκριμένες απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα μας, οδηγεί σε ένα προβληματικό συμπέρασμα για την Ελλάδα:
Η Σύνοδος της Άγκυρας δεν παρήγαγε κανένα απτό πολιτικό ή θεσμικό αποτέλεσμα υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Δεν υπήρξε αναφορά στην ανάγκη σεβασμού της κυριαρχίας όλων των συμμάχων στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν υπήρξε καταδίκη της απειλής χρήσης βίας, δεν υπήρξε καμία διατύπωση που να αντιμετωπίζει τις τουρκικές αμφισβητήσεις στο Αιγαίο ή την παράνομη κατοχή στην Κύπρο.
Αντίθετα, η Τουρκία πέτυχε έναν βασικό στρατηγικό στόχο: να εμφανιστεί ως κεντρικός πυλώνας της Συμμαχίας σε μια περίοδο όπου το ΝΑΤΟ αναζητά ισχυρούς στρατιωτικούς εταίρους, αμυντικές δυνατότητες, βιομηχανική παραγωγή και γεωπολιτική επιρροή.
Η διεξαγωγή της Συνόδου στην Άγκυρα, η αναφορά στη φιλοξενία της Τουρκίας και η γενικότερη εικόνα μιας χώρας που βρίσκεται στο επίκεντρο των νατοϊκών σχεδιασμών ενισχύουν το διεθνές κύρος της Άγκυρας.
Το πιο ανησυχητικό για την Ελλάδα είναι ότι η Διακήρυξη επιβεβαιώνει μια πραγματικότητα: το ΝΑΤΟ αξιολογεί τα κράτη-μέλη κυρίως με βάση τη συνολική στρατηγική τους χρησιμότητα και όχι με βάση τις διμερείς διαφορές τους.
Η Τουρκία προσφέρει γεωγραφία, στρατιωτικές υποδομές, μεγάλο στρατό και αμυντική βιομηχανία. Η Ελλάδα, παρότι αξιόπιστος σύμμαχος, δεν έχει μέχρι σήμερα μετατρέψει πλήρως τη γεωστρατηγική της θέση σε αντίστοιχη πολιτική επιρροή.
Συμπέρασμα: Η Ελλάδα δεν υπέστη μια διπλωματική ήττα στην Άγκυρα, αλλά υπέστη μια σημαντική απώλεια ευκαιρίας. Σε μια Σύνοδο που φιλοξενήθηκε από την Τουρκία και στην οποία η Άγκυρα επιδίωξε αναβάθμιση του ρόλου της, η Αθήνα δεν κατάφερε να εισαγάγει στη συζήτηση τις δικές της ανησυχίες: την αναθεωρητική συμπεριφορά της Τουρκίας, την αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και τη σημασία της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα είναι ότι η Τουρκία φαίνεται να επενδύει στη στρατηγική αξία της προς τους συμμάχους, ενώ η Ελλάδα συχνά επενδύει περισσότερο στην ορθότητα των νομικών της επιχειρημάτων.
Στο διεθνές σύστημα, όμως, η νομιμότητα χρειάζεται να συνοδεύεται από ισχύ, επιρροή και ικανότητα διαμόρφωσης ατζέντας. Άρα, μια ρεαλιστική αποτίμηση είναι:
Για το ΝΑΤΟ: επιτυχία συνοχής. Για την Τουρκία: επιτυχία προβολής ισχύος. Για την Ελλάδα: καμία ουσιαστική αποκόμιση — και μια υπενθύμιση ότι πρέπει να ενισχύσει την παρουσία της εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
ΥΓ Και πάντα το πιο σημαντικό είναι αυτό που συζητείται πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς κάμερες και χωρίς ανακοινώσεις..
Μια φωτογραφία- αυτή του άρθρου-που δείχνει τους 32 ηγέτες των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ ,με τον τον δικό μας πρωθυπουργό στη δεύτερη σειρά -στη μέση -δίπλα από τον Γερμανό καγκελάριο και πίσω από τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ και μια άλλη φωτογραφία σε άρθρο του κ. Τσαϊλά ,με τον πρωθυπουργό μας , έξω δεξιά ,ΜΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΦΥΣΙΚΑ ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΙΑ ΕΚΕΙΝΗ .
Γιατί ,γιατί ,γιατί;;;.