Αρχική Blog Σελίδα 161

Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία επιχειρεί να παίξει το «ισλαμικό χαρτί» για να υπονομεύσει την ελληνική Δυτική Θράκη

2

 

Η βασική πρόκληση στη Θράκη δεν είναι μόνο η τουρκική πίεση, αλλά και το τοπικό και εθνικό πολιτικό κατεστημένο

12 Ιουλίου 2026 — Χρήστος Κωνσταντινίδης

Τα υπαίθρια καφέ στην παλιά πόλη της Ξάνθης προσελκύουν πλήθος κόσμου τους καλοκαιρινούς μήνες.

Η τηλεφωνική παρέμβαση του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατά τη διάρκεια δημόσιας εκδήλωσης στον Εχίνο της Ξάνθης αποτέλεσε ακόμη ένα βήμα στην προσπάθεια της Άγκυρας να ασκήσει επιρροή στη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, της ελληνικής περιφέρειας που συνορεύει με την Τουρκία, αμφισβητώντας στην πράξη το πλαίσιο που καθιέρωσε η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923.

Ο Εχίνος δεν είναι ένα συνηθισμένο χωριό. Κατοικείται κυρίως από Πομάκους, οι οποίοι είναι μουσουλμάνοι ως προς το θρήσκευμα, αλλά όχι εθνοτικά Τούρκοι. Η Συνθήκη της Λωζάννης αναγνωρίζει στη Δυτική Θράκη μια μουσουλμανική θρησκευτική μειονότητα, όχι όμως μια τουρκική εθνική μειονότητα. Εδώ και δεκαετίες, ωστόσο, η Άγκυρα επιδιώκει να συγχωνεύσει τους Πομάκους, τους Ρομά και τους εθνοτικά Τούρκους σε μία ενιαία «τουρκική» ταυτότητα, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τη μειονότητα ως εργαλείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Η Άγκυρα επιδιώκει να συγχωνεύσει τους Πομάκους, τους Ρομά και τους εθνοτικά Τούρκους σε μία ενιαία «τουρκική» ταυτότητα, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τη μειονότητα ως εργαλείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Η παρέμβαση του Ερντογάν πραγματοποιήθηκε μόλις λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις 7 και 8 Ιουλίου 2026. Τη στιγμή ακριβώς που η Τουρκία επιδίωκε έναν ενισχυμένο ρόλο εντός της Συμμαχίας, ταυτόχρονα παρουσίαζε τον εαυτό της ως «προστάτη» μουσουλμανικών πληθυσμών εκτός των συνόρων της. Οι Έλληνες και άλλοι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται αυτήν τη στάση ως πολιτική διείσδυση στην επικράτεια ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ και όχι ως απλή πολιτιστική ή θρησκευτική προσέγγιση.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ίδια την Άγκυρα. Εδώ και χρόνια, δίκτυα που δραστηριοποιούνται γύρω από το τουρκικό προξενείο στην Κομοτηνή έχουν ενεργή παρουσία σε ολόκληρη τη Θράκη. Πρόσωπα ευθυγραμμισμένα με την Άγκυρα διεξάγουν εκστρατείες προπαγάνδας, διαμορφώνουν τα δημόσια αφηγήματα και επιχειρούν να παρουσιάσουν τη μειονότητα ως προέκταση του τουρκικού κράτους.

Πιο πρόσφατα, η Ελλάδα απαγόρευσε την είσοδο σε μέλος του τουρκικού κόμματος Zafer Partisi, αφότου ο αρχηγός του κόμματος είχε προκαλέσει αντιδράσεις κατά τη διάρκεια προηγούμενης επίσκεψής του στην Ξάνθη, όπου φωτογραφήθηκε στην κεντρική πλατεία σχηματίζοντας με το χέρι του τον χαιρετισμό των Γκρίζων Λύκων.

Το ζήτημα των λεγόμενων «ψευδομουφτήδων» είναι εξίσου παλιό. Η παράλληλη θρησκευτική αρχή που υποστηρίζεται από την Άγκυρα στη Δυτική Θράκη υπάρχει εδώ και δεκαετίες. Τα πρόσφατα γεγονότα στο Δικαστικό Μέγαρο της Ξάνθης, κατά τη διάρκεια της δίκης προσώπων που κατηγορούνταν για επίθεση εναντίον του αναγνωρισμένου Μουφτή Κομοτηνής, ανέδειξαν τη σύγκρουση μεταξύ των θεσμών του ελληνικού κράτους και των παράλληλων δομών που υποστηρίζονται από το τουρκικό προξενείο και αποτέλεσαν απόπειρα εξέγερσης κατά της κρατικής εξουσίας.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η βαθύτερη διαρθρωτική αδυναμία της Ελλάδας. Η βασική πρόκληση στη Θράκη δεν είναι μόνο η τουρκική πίεση, αλλά και το τοπικό και εθνικό πολιτικό κατεστημένο, το οποίο συχνά λειτουργεί με βάση στενούς κομματικούς υπολογισμούς. Πολιτικοί μηχανισμοί υπονομεύουν κυβερνητικές πρωτοβουλίες για λόγους εσωτερικής πολιτικής, ενώ ταυτόχρονα, άμεσα ή έμμεσα, ευθυγραμμίζονται με την ατζέντα που προωθεί το τουρκικό προξενείο.

Από τα δημοτικά γραφεία έως τα υπουργικά γραφεία, πολλοί αξιωματούχοι προτιμούν να διατηρούν καλές σχέσεις με το προξενείο. Ορισμένοι επιδιώκουν εκλογική στήριξη, άλλοι τοπική επιρροή. Πολλοί απλώς θέλουν να αποφύγουν τη διατάραξη των υφιστάμενων ισορροπιών.

Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον «συνήθους λειτουργίας»: όλοι συνομιλούν με όλους, όλοι κατανοούν τι συμβαίνει, ελάχιστοι όμως είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν το πολιτικό κόστος που απαιτεί η ανοιχτή αντιμετώπιση του ζητήματος.

Υπάρχει επίσης έλλειμμα ηγεσίας. Ορισμένοι πολιτικοί επιχειρούν να καλύψουν το κενό με πατριωτική ρητορική, ώστε να καλλιεργήσουν τη δημόσια εικόνα τους. Άλλοι παραμένουν σιωπηλοί, επειδή η Θράκη προσελκύει την προσοχή τους μόνο κατά τις προεκλογικές περιόδους. Άλλοι πάλι αντιμετωπίζουν την περιοχή ως διαπραγματευτικό χαρτί, θυσιάζοντας μακροπρόθεσμα εθνικά συμφέροντα με αντάλλαγμα πολιτική άνεση και επιρροή στους πολιτικούς κύκλους της Αθήνας.

Τα υγιή στοιχεία της κοινωνίας απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό από την κάλυψη των εθνικών μέσων ενημέρωσης. Κυριαρχεί η επιφανειακή δημοσιογραφική προσέγγιση.

Ίσως η μεγαλύτερη αποτυχία είναι ότι οι θετικές εξελίξεις που σημειώνονται στη Θράκη σπάνια λαμβάνουν δημόσια προσοχή. Τα υγιή στοιχεία της κοινωνίας —οι Έλληνες μουσουλμάνοι που απορρίπτουν την επιρροή της Άγκυρας, οι Πομάκοι που αντιστέκονται στις προσπάθειες διαγραφής της ιδιαίτερης ταυτότητάς τους και οι πολίτες που εργάζονται για τη διατήρηση του γνήσιου πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της περιοχής— απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό από την κάλυψη των εθνικών μέσων ενημέρωσης. Αντίθετα, κυριαρχεί η επιφανειακή δημοσιογραφική κάλυψη.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ιμπραήμ Καραγκιούλ, ενός από τους στενότερους συμμάχους του Ερντογάν στον χώρο των μέσων ενημέρωσης, καταδεικνύουν ακόμη περισσότερο το ιδεολογικό βάθος του προβλήματος. Ο Καραγκιούλ υποστήριξε δημοσίως μια «προληπτική» τουρκική στρατηγική, η οποία θα περιλάμβανε την ενσωμάτωση της Δυτικής Θράκης, την κατάληψη ελληνικών νησιών στο Αιγαίο και την πλήρη κατάκτηση της Κύπρου.

Οι τοποθετήσεις του Καραγκιούλ αντανακλούν το πνευματικό και ιδεολογικό περιβάλλον που περιβάλλει σήμερα τον Ερντογάν, καθώς και την κανονικοποίηση του τουρκικού ρεβανσισμού.

Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις εξελίξεις στη Θράκη με την ίδια σοβαρότητα που θα αντιμετώπιζε οποιαδήποτε ξένη απόπειρα επηρεασμού των εσωτερικών υποθέσεων μιας συμμαχικής χώρας.

Η κατάσταση μπορεί, για παράδειγμα, να παρομοιαστεί με μια προσπάθεια του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν να χρησιμοποιήσει ανοιχτά τη ρωσική μειονότητα στην Εσθονία ως μοχλό επιρροής, μια ενέργεια την οποία τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το ΝΑΤΟ έχουν εδώ και καιρό χαρακτηρίσει σοβαρή απειλή.

meforum.org

Turkey Tries to Play the ‘Islam Card’ to Subvert Greece’s Western Thrace

0

The Principal Challenge in Thrace Is Not Only Turkish Pressure, but Also the Local and National Political Establishment

Outdoor cafes in the old town of Xanthi, Greece, attract crowds in the summertime.

Shutterstock

President Recep Tayyip Erdoğan’s telephone intervention during a public event in Echinos, Xanthi, represented another step in Ankara’s effort to exert influence over the Muslim minority in Western Thrace, the Greek region bordering Turkey, effectively challenging the framework established by the 1923 Treaty of Lausanne.

Echinos is no ordinary village. It is inhabited primarily by Pomaks—Muslims by religion, but not ethnically Turkish. The Treaty of Lausanne recognizes a Muslim religious minority in Western Thrace, but not a Turkish national minority. For decades, however, Ankara has sought to merge Pomaks, Roma, and ethnic Turks into a single “Turkish” identity, allowing it to use the minority as an instrument of Turkish foreign policy.

Ankara has sought to merge Pomaks, Roma, and ethnic Turks into a single “Turkish” identity, allowing it to use the minority as an instrument of Turkish foreign policy.

Erdoğan’s intervention came only days before the July 7–8, 2026, NATO Summit in Ankara. At the very moment Turkey was seeking an enhanced role within the Alliance, it simultaneously portrayed itself as the “protector” of Muslim populations beyond its borders. Greeks and other Europeans understand this as political penetration into the territory of a NATO member state, rather than simple cultural or religious outreach.

The problem, however, extends beyond Ankara itself. For years, networks operating around the Turkish Consulate in Komotini have been active throughout Thrace. Individuals aligned with Ankara conduct propaganda campaigns, shape public narratives, and attempt to portray the minority as an extension of the Turkish state. Most recently, Greece barred the entry of a member of Turkey’s Zafer Partisi after the party’s leader provoked outrage during an earlier visit to Xanthi, where he posed for photographs in the town square while making the Grey Wolves hand salute.

The issue of the so-called “pseudo-muftis” is equally longstanding. The parallel religious authority supported by Ankara in Western Thrace has existed for decades. The recent events at the Xanthi Courthouse, during the trial of individuals accused of attacking the recognized Mufti of Komotini, exposed the confrontation between the institutions of the Greek state and the parallel structures backed by the Turkish Consulate, and represented an attempted uprising against state authority.

This is where Greece’s deeper structural weakness emerges. The principal challenge in Thrace is not only Turkish pressure, but also the local and national political establishment, which often operates according to narrow partisan calculations. Political mechanisms undermine government initiatives for domestic political reasons while, directly or indirectly, aligning themselves with the agenda promoted by the Turkish Consulate.

From municipal offices to cabinet ministries, many officials prefer to remain on good terms with the Consulate. Some seek electoral support; others, local influence. Many simply wish to avoid upsetting the existing balance. The result is a “business-as-usual” environment: Everyone talks to everyone, everyone understands what is happening, yet few are willing to pay the political price of confronting the issue openly.

There is also a leadership deficit. Some politicians attempt to fill the vacuum with patriotic rhetoric to cultivate their own public images. Others remain silent because Thrace attracts their attention only during election campaigns. Still others treat the region as a bargaining chip, sacrificing long-term national interests in exchange for political comfort and influence in Athens’ political circles.

 

The healthy elements of society … are largely absent from national media coverage. Superficial reporting prevails.

 

Perhaps the greatest failure is that the positive developments taking place in Thrace rarely receive public attention. The healthy elements of society—Greek Muslims who reject Ankara’s influence, Pomaks resisting efforts to erase their distinct identity, and citizens working to preserve the region’s genuine multicultural character—are largely absent from national media coverage. Superficial reporting prevails.Recent statements made by İbrahim Karagül, one of Erdoğan’s closest media allies, further illustrate the ideological depth of the problem. Karagül publicly advocated a “preemptive” Turkish strategy that included the incorporation of Western Thrace, the seizure of Greek islands in the Aegean, and the complete conquest of Cyprus. Karagül’s remarks reflect the intellectual environment that now surrounds Erdoǧan and the normalization of Turkish revanchism.

Washington should approach developments in Thrace with the same seriousness it would apply to any foreign attempt to influence domestic affairs within an allied nation. It is akin to Russian President Vladimir Putin seeking to leverage openly the Russian minority in Estonia, for example, an action both Washington and NATO long have defined as a grave threat.

meforum.org

Λευτέρης Τσουλφίδης: η Μεγάλη Απόκλιση: Πλούτος και εισόδημα σε αντιπαράθεση

0

Παρασκευή 10/07/2026, 08:12ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΤΣΟΥΛΦΙΔΗΣφωτ.: unsplash

Σε προηγούμενο άρθρο μου αναφέρομαι στη διανομή του εισοδήματος και του πλούτου, ο οποίος περιλαμβάνει ακίνητα, γη, σκάφη, ομόλογα, μετοχές, χρυσό και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Η κατηγοριοποίηση που υιοθετώ αντιπαραβάλλει το πλουσιότερο 11% του πληθυσμού (δηλαδή το υψηλότερο 1% και το επόμενο 10%) με το υπόλοιπο 89%, το οποίο περιλαμβάνει το φτωχότερο 50% και το 39% της πολυσυζητημένης μεσαίας τάξης, εφόσον αυτή υφίσταται ως τέτοια. Το 89% αυτό συγκροτεί τη λεγόμενη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι συγκρίσιμα αποτελέσματα προκύπτουν και από την εναλλακτική διάκριση μεταξύ του πλουσιότερου 1% και του φτωχότερου 50%, την οποία έχω παρουσιάσει σε προηγούμενο άρθρο μου. Ωστόσο, η οπτική της παρούσας ανάλυσης είναι ενδεχομένως πιο ενδιαφέρουσα.

Όπως προκύπτει από το επόμενο Σχήμα, τα εισοδηματικά μερίδια κινούνται διαχρονικά γύρω από τον μέσο όρο τους, στο 55% για το 89% του πληθυσμού και στο 45% για το 11% του πληθυσμού. Κατά περιόδους, ωστόσο, παρατηρούνται μετατοπίσεις στη σχετική τους κατάταξη, όπως συνέβη το 1998 και το 2002, βλ. Σχήμα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τόσο η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 όσο και η μακρά περίοδος οικονομικής στασιμότητας που ακολούθησε επηρέασαν δυσμενέστερα τη σχετική κατάταξη του πλουσιότερου 11% σε σύγκριση με το υπόλοιπο της κοινωνίας.

Η εικόνα αυτή αντιστρέφεται πλήρως στην κατανομή του πλούτου. Η περίοδος μετά το 2008 υπήρξε εξαιρετικά επωφελής για το ανώτερο 11% του πληθυσμού και ιδίως για το ανώτατο 1%, ενώ για τη συντριπτική πλειοψηφία η πορεία ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Ειδικότερα, ο καθαρός πλούτος συρρικνώθηκε αισθητά και, μάλιστα, για το φτωχότερο 50% κατέστη αρνητικός, όπως έχουμε δείξει σε προηγούμενη ανάλυσή μας.

Η Μεγάλη Απόκλιση: Πλούτος και εισόδημα σε αντιπαράθεση-1

Εύλογα, λοιπόν, γεννάται το ερώτημα: γιατί η απόκλιση μεταξύ εισοδήματος και πλούτου έχει τόσο βαρύνουσα σημασία; Η απάντηση έγκειται στο ότι ο πλούτος δεν αποτελεί απλώς συσσώρευση εισοδήματος, αλλά τον βασικό μηχανισμό αναπαραγωγής και διεύρυνσης των ανισοτήτων. Προς αυτήν την κατεύθυνση συνηγορούν αρκετοί παράγοντες. Καταρχάς, τα περιουσιακά στοιχεία, όπως μετοχές, ακίνητα, επιχειρήσεις, μετοχές και ομόλογα, παράγουν αυτοτελείς αποδόσεις, δηλαδή, ενοίκια, κέρδη, μερίσματα και τόκους μεταξύ άλλων, επιτρέποντας στους ήδη εύπορους να πολλαπλασιάζουν την περιουσία τους χωρίς την ανάγκη πρόσθετης εργασίας. Επιπλέον, σε αντίθεση με το εργασιακό εισόδημα, ο πλούτος μεταβιβάζεται διαγενεακά μέσω κληρονομιών και γονικών παροχών, παγιώνοντας τις αρχικές ανισότητες. Ταυτόχρονα, η κατοχή πλούτου χρηματοδοτεί ποιοτικότερη εκπαίδευση, επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και προνομιακή πρόσβαση σε πιστώσεις, δημιουργώντας βαθιά άνισες αφετηρίες, ενώ η ακραία συγκέντρωσή του μεταφράζεται σε πολιτική επιρροή μέσω της υποστήριξης πολιτικών, μέσων ενημέρωσης, κομμάτων και ομάδων πίεσης.

Συνοψίζοντας, η εισοδηματική ανισότητα αφορά τον επιμερισμό της τρέχουσας παραγωγής, ενώ η ανισότητα του πλούτου σχετίζεται με την κατανομή της κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων και, κατ’ επέκταση, των παραγωγικών μέσων, τα οποία διαμορφώνουν το μελλοντικό εισόδημα και την οικονομική ισχύ. Για τον λόγο αυτό, η περιουσιακή ανισότητα έχει διαγενεακό μακροχρόνιο χαρακτήρα πράγμα που την καθιστά τον βασικό μηχανισμό αναπαραγωγής των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων.

Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν εξαντλείται σε μια δημαγωγική αναδιανομή του υφιστάμενου πλούτου, αλλά αντιθέτως συνίσταται στη δημιουργία θεσμικών κινήτρων που θα κατευθύνουν τον πλούτο προς παραγωγικές επενδύσεις, ανατρέποντας έτσι τη λογική της παθητικής και στείρας συσσώρευσης. Υπό αυτό το πρίσμα, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η ιδέα του Κέυνς περί της «ευθανασίας του ραντιέρη», δηλαδή της σταδιακής συρρίκνωσης του εισοδήματος που αντλείται αποκλειστικά από την κατοχή περιουσιακών στοιχείων, έτσι ώστε ο συσσωρευμένος πλούτος να τίθεται ολοένα και περισσότερο στην υπηρεσία της χρηματοδότησης παραγωγικών δραστηριοτήτων, της καινοτομίας και της οικονομικής ανάπτυξης, αντί να παραμένει αδρανής ή να τροφοδοτεί κερδοσκοπικές τοποθετήσεις.

* Ο Λευτέρης Τσουλφίδης είναι Αφ. Καθηγητής, ΠΑΜΑΚ. 

Αλί Μοχεμπί: Διαπραγματεύσεις σε μια εποχή δυσπιστίας: Η εύθραυστη συνεννόηση Ιράν–ΗΠΑ

0

Ανάλυση Ιουνίου από τον Αλί Μοχεμπί

Governance & Policy Think Tank

12 Ιουλίου 2026

Οι πόλεμοι δεν κρίνονται πάντοτε στο πεδίο της μάχης. Συχνότερα, είναι οι συμφωνίες που ακολουθούν τις συγκρούσεις εκείνες που καθορίζουν ποια πλευρά εξέρχεται με την ισχυρότερη πολιτική θέση. Το πρόσφατο Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών αντανακλά αυτήν την πραγματικότητα.

Παρότι καμία από τις δύο πλευρές δεν πέτυχε μια σαφή στρατιωτική νίκη, οι όροι της συμφωνίας υποδηλώνουν ότι το Ιράν προσήλθε στις διαπραγματεύσεις διαθέτοντας μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Ταυτόχρονα, το Μνημόνιο δεν επιλύει τις βασικές διαφορές μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον ούτε δημιουργεί τις προϋποθέσεις για διαρκή περιφερειακή σταθερότητα. Αντιθέτως, αποτελεί μια προσωρινή διευθέτηση που μειώνει τις εντάσεις, χωρίς να αντιμετωπίζει τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης.

Το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα του Ιράν

Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε κάποτε δηλώσει ότι «το Ιράν δεν έχασε ποτέ σε διαπραγμάτευση» και η τελευταία συμφωνία είναι πιθανό να ενισχύσει αυτήν την αντίληψη.

Το Ιράν κατάφερε να διατηρήσει τη θέση του όσον αφορά τα Στενά του Ορμούζ, να εξασφαλίσει την άρση του ναυτικού αποκλεισμού χωρίς να υποχρεωθεί να ανοίξει αμέσως τα στενά και να αποσπάσει δεσμεύσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων και την προσωρινή εξαίρεση των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου από τις κυρώσεις.

Αντιθέτως, η Ουάσιγκτον δεν φαίνεται να εξασφάλισε κάποια προφανή και σημαντική στρατηγική παραχώρηση από την Τεχεράνη. Ως αποτέλεσμα, η συμφωνία φαίνεται να αποσκοπεί λιγότερο στην επίλυση της βαθύτερης διαφοράς και περισσότερο στην αποτροπή μιας περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης.

Μεταβαλλόμενες ισορροπίες στην Ουάσιγκτον

Μία από τις σημαντικότερες πολιτικές συνέπειες της σύγκρουσης ενδέχεται να είναι ο αντίκτυπός της στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ουάσιγκτον.

Η ανάθεση στον Τζ. Ντ. Βανς της ηγεσίας της αμερικανικής διαπραγματευτικής ομάδας υποδηλώνει ότι οι φωνές της κυβέρνησης που τάσσονται υπέρ μιας πιο συγκρατημένης πολιτικής έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή.

Εφόσον συνεχιστεί αυτή η τάση, η μελλοντική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη διπλωματία και στη διαχείριση κρίσεων παρά στη στρατιωτική πίεση.

Μια εύθραυστη κατάπαυση του πυρός

Παρά τη συμφωνία, ο κίνδυνος επανάληψης της σύγκρουσης παραμένει υψηλός. Το Μνημόνιο Συνεννόησης έχει μειώσει τις άμεσες εντάσεις, απέχει όμως πολύ από το να αποτελεί μια διαρκή ειρηνευτική συμφωνία.

Αρκετά κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ανεπίλυτα και οποιοδήποτε από αυτά θα μπορούσε να εκτροχιάσει τη διπλωματική διαδικασία και να πυροδοτήσει έναν νέο γύρο αντιπαράθεσης. Τα σημαντικότερα ανεπίλυτα ζητήματα παρουσιάζονται παρακάτω:

Το μέτωπο του Λιβάνου

Ο Λίβανος εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιθανότερα σημεία ανάφλεξης. Οι διαφορές μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ, καθώς και οι διαφωνίες στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης, συνεχίζουν να περιπλέκουν την εφαρμογή της συμφωνίας.

Σε περίπτωση που το Ισραήλ διευρύνει ή παρατείνει τη στρατιωτική του εκστρατεία στον Λίβανο, ο κίνδυνος μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης με τη συμμετοχή του Ιράν θα αυξηθεί σημαντικά.

Τα Στενά του Ορμούζ

Τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αποτελούν ακόμη μία σημαντική πηγή έντασης. Το Ιράν θεωρεί τη διατήρηση της επιρροής του στα Στενά ζωτικό συμφέρον εθνικής ασφάλειας, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας ως στρατηγική προτεραιότητα.

Όσο αυτοί οι ανταγωνιστικοί στόχοι παραμένουν αμετάβλητοι, ο Περσικός Κόλπος θα εξακολουθήσει να είναι ευάλωτος σε μελλοντικές κρίσεις.

Το έλλειμμα εμπιστοσύνης

Το μεγαλύτερο εμπόδιο για την επίτευξη μιας διαρκούς συμφωνίας είναι η βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Παρά τις προσπάθειες διαμεσολάβησης από το Κατάρ και το Πακιστάν, οι σχέσεις εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από αμοιβαία καχυποψία.

Η εμπειρία του Ιράν μετά το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης, γνωστό ως JCPOA, το έχει καταστήσει απρόθυμο να προσφέρει σημαντικές παραχωρήσεις προτού επαληθεύσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες τηρούν τις δεσμεύσεις τους.

Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον αναμένει αντίστοιχες κινήσεις από την ιρανική πλευρά πριν προχωρήσει σε ευρύτερη χαλάρωση των κυρώσεων. Αυτή η κοινή απροθυμία να κάνει κάποια πλευρά το πρώτο βήμα δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο να περιέλθουν οι μελλοντικές διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο.

Ο ισραηλινός πολιτικός παράγοντας

Η εσωτερική πολιτική κατάσταση στο Ισραήλ θα μπορούσε επίσης να εξελιχθεί σε σημαντικό εμπόδιο για τη διπλωματία. Καθώς ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει πολιτικές πιέσεις ενόψει μελλοντικών εκλογών, μια νέα έξαρση των περιφερειακών εντάσεων θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα εσωτερικά πολιτικά του συμφέροντα.

Κατά συνέπεια, το Μνημόνιο Συνεννόησης δεν θα πρέπει να θεωρείται το τέλος της σύγκρουσης, αλλά η αρχή μιας νέας αβέβαιης φάσης στις σχέσεις Ιράν–ΗΠΑ.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ: Το Governance & Policy Think Tank είναι ιρανικό κέντρο πολιτικής έρευνας με έδρα την Τεχεράνη, το οποίο παρουσιάζεται ως ανεξάρτητος μη κυβερνητικός οργανισμός

Integrity Initiative: Η βρετανική πρωτοβουλία στρατηγικής επικοινωνίας που βρέθηκε στο επίκεντρο διεθνούς αντιπαράθεσης

3

Η δημιουργία, η χρηματοδότηση, οι διαρροές και η διεθνής συζήτηση

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Εισαγωγή: Η νέα εποχή του πληροφοριακού ανταγωνισμού

Στον 21ο αιώνα ο ανταγωνισμός μεταξύ κρατών δεν διεξάγεται πλέον μόνο στο πεδίο της στρατιωτικής ισχύος. Η πληροφορία, η διαχείριση της εικόνας, η διαμόρφωση αντιλήψεων και η επιρροή στις κοινωνίες έχουν εξελιχθεί σε κρίσιμα εργαλεία εθνικής ισχύος. Η εμφάνιση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η ταχύτητα διάδοσης ψευδών ειδήσεων και η χρήση ψηφιακών εργαλείων για πολιτική επιρροή δημιούργησαν ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης, το οποίο συχνά περιγράφεται ως «υβριδικός πόλεμος» ή «πόλεμος της πληροφορίας» [1].

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον δημιουργήθηκε η Integrity Initiative, μια βρετανική πρωτοβουλία που σχεδιάστηκε με στόχο, σύμφωνα με τις επίσημες διακηρύξεις της, την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και την ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας απέναντι σε ξένες επιχειρήσεις επιρροής [2].

Η υπόθεση όμως απέκτησε διεθνείς διαστάσεις όταν, το 2018, διέρρευσαν εσωτερικά έγγραφα που αποκάλυψαν τη δομή, τη χρηματοδότηση και τον τρόπο λειτουργίας της. Οι αποκαλύψεις προκάλεσαν μια ευρύτερη συζήτηση: πότε μια δημοκρατική προσπάθεια αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης μετατρέπεται σε εργαλείο στρατηγικής επιρροής;

Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης Integrity Initiative.

Η ίδρυση της Integrity Initiative και ο ρόλος του Institute for Statecraft

Η Integrity Initiative δημιουργήθηκε από το Institute for Statecraft, έναν βρετανικό μη κυβερνητικό οργανισμό που δραστηριοποιούνταν σε θέματα διεθνούς ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής επικοινωνίας και αντιμετώπισης υβριδικών απειλών [3].

Σύμφωνα με τις επίσημες θέσεις του οργανισμού, η πρωτοβουλία είχε ως βασική αποστολή την αντιμετώπιση της ρωσικής παραπληροφόρησης και την ενίσχυση της ικανότητας των ευρωπαϊκών κοινωνιών να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν επιχειρήσεις επιρροής ξένων κρατών [4].

Η χρονική συγκυρία ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014, οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εισήλθαν σε μια νέα περίοδο έντασης. Οι δυτικές κυβερνήσεις άρχισαν να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην αντιμετώπιση των λεγόμενων «malign influence operations», δηλαδή επιχειρήσεων που θεωρούσαν ότι στόχευαν στη δημιουργία κοινωνικών διαιρέσεων, στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στη χειραγώγηση της κοινής γνώμης [5].

Η Integrity Initiative εντάχθηκε ακριβώς σε αυτή τη νέα στρατηγική αντίληψη. Η λογική της ήταν ότι η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης δεν μπορούσε να γίνει μόνο από κυβερνητικούς μηχανισμούς, αλλά απαιτούσε συνεργασία με δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς, ειδικούς ασφαλείας και αναλυτές.

Foreign Office

Η χρηματοδότηση από τη βρετανική κυβέρνηση και τα ερωτήματα διαφάνειας

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που προέκυψαν μετά τις αποκαλύψεις ήταν η χρηματοδότηση της Integrity Initiative.

Τα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν έδειξαν ότι η πρωτοβουλία χρηματοδοτήθηκε από το βρετανικό Foreign and Commonwealth Office (FCO), δηλαδή το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών, μέσω προγραμμάτων που σχετίζονταν με την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και την ενίσχυση της δημοκρατικής ανθεκτικότητας [6].

Η βρετανική κυβέρνηση δεν αρνήθηκε τη χρηματοδότηση. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η στήριξη τέτοιων προγραμμάτων ήταν αναγκαία λόγω της αύξησης των επιχειρήσεων ξένης επιρροής που αντιμετώπιζαν οι δυτικές δημοκρατίες [7].

Ωστόσο, το γεγονός ότι ένας κρατικά χρηματοδοτούμενος οργανισμός δραστηριοποιούνταν στον χώρο της πληροφορίας και της δημόσιας συζήτησης δημιούργησε εύλογα ερωτήματα.

Το βασικό ζήτημα δεν ήταν μόνο η χρηματοδότηση. Ήταν κυρίως η φύση της δραστηριότητας.

Όταν ένα κράτος χρηματοδοτεί δίκτυα που περιλαμβάνουν δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς και αναλυτές, τίθεται το ερώτημα ποια είναι τα όρια μεταξύ:

  • της νόμιμης ενημέρωσης,
  • της στρατηγικής επικοινωνίας,
  • της δημόσιας διπλωματίας,
  • και της προσπάθειας επηρεασμού του δημόσιου λόγου.

Αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο την Integrity Initiative, αλλά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη αντιμετωπίζουν τον σύγχρονο πληροφοριακό ανταγωνισμό.

Οι διαρροές του 2018: Τα έγγραφα που άλλαξαν την εικόνα

Τον Νοέμβριο του 2018 άρχισε η δημοσιοποίηση εκατοντάδων εγγράφων που αποδόθηκαν στην Integrity Initiative. Τα αρχεία περιελάμβαναν παρουσιάσεις, εσωτερική αλληλογραφία, οικονομικά στοιχεία, οργανωτικά σχέδια και αναφορές σε συνεργασίες σε διάφορες χώρες [8].

Κεντρικό στοιχείο των εγγράφων ήταν η δημιουργία των λεγόμενων clusters.

Τα clusters παρουσιάζονταν ως εθνικά δίκτυα ειδικών, στα οποία μπορούσαν να συμμετέχουν πρόσωπα με εμπειρία σε:

  • διεθνείς σχέσεις,
  • άμυνα και ασφάλεια,
  • δημοσιογραφία,
  • ακαδημαϊκή έρευνα,
  • στρατηγική επικοινωνία.

Η φιλοσοφία αυτών των δικτύων ήταν ότι η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης απαιτούσε γρήγορη ανταλλαγή πληροφοριών και συνεργασία μεταξύ ειδικών[16].

Ωστόσο, η δημοσιοποίηση των εγγράφων προκάλεσε έντονη κριτική, καθώς ορισμένοι θεώρησαν ότι τέτοια δίκτυα μπορούσαν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως μηχανισμοί ανάλυσης αλλά και ως παράγοντες επιρροής.

Οι κατηγορίες περί «δικτύου επιρροής»

Οι πιο έντονες επικρίσεις αφορούσαν τον φόβο ότι η Integrity Initiative δεν περιοριζόταν στην αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, αλλά μπορούσε να επηρεάζει τον δημόσιο διάλογο.

Ορισμένοι ερευνητές και δημοσιογράφοι υποστήριξαν ότι η δημιουργία δικτύων ανθρώπων με πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και στους θεσμούς μπορούσε να οδηγήσει στη διαμόρφωση συγκεκριμένων γεωπολιτικών αφηγήσεων [9].

Στο πλαίσιο αυτής της κριτικής χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και εκφράσεις όπως «μηχανισμός δολοφονίας χαρακτήρων», με την έννοια ότι η επισήμανση ενός προσώπου ως «φιλορωσικού» ή «χρήσιμου στην προπαγάνδα ενός ξένου κράτους» θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτική ή κοινωνική απαξίωση.

Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει δημόσια δικαστική απόφαση ή ανεξάρτητη θεσμική έρευνα που να έχει αποδείξει ότι η Integrity Initiative είχε ως επίσημη αποστολή τη στοχοποίηση προσώπων ή την οργάνωση εκστρατειών προσωπικής απαξίωσης.

Η βρετανική πλευρά απέρριψε αυτές τις κατηγορίες και υποστήριξε ότι η πρωτοβουλία είχε αποκλειστικά αμυντικό χαρακτήρα, με στόχο την αντιμετώπιση ξένων επιχειρήσεων παραπληροφόρησης [10].

Το πραγματικό δίλημμα: ασφάλεια ή διαφάνεια;

Η υπόθεση Integrity Initiative ανέδειξε ένα βασικό πρόβλημα των σύγχρονων δημοκρατιών.

Από τη μία πλευρά, είναι πραγματικό γεγονός ότι κράτη χρησιμοποιούν πλέον την πληροφορία ως εργαλείο στρατηγικής αντιπαράθεσης. Η Ρωσία, η Κίνα αλλά και άλλες δυνάμεις έχουν κατηγορηθεί επανειλημμένα για οργανωμένες επιχειρήσεις επιρροής μέσω διαδικτύου και μέσων ενημέρωσης [11].

Από την άλλη πλευρά, η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης δεν μπορεί να γίνει χωρίς δημοκρατικό έλεγχο και διαφάνεια.

Ένας μηχανισμός που δρα στον χώρο της πληροφορίας αποκτά ιδιαίτερη ισχύ, διότι δεν επηρεάζει μόνο την ασφάλεια ενός κράτους αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Η Integrity Initiative αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας εποχής: μιας εποχής όπου ο αγώνας για την επιρροή δεν διεξάγεται μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και στο πεδίο των ιδεών.

Η ελληνική διάσταση, το «Greek Cluster» και τα ερωτήματα που παραμένουν

Η δημοσιοποίηση των εγγράφων της Integrity Initiative δεν περιορίστηκε στη βρετανική πολιτική σκηνή. Η υπόθεση προκάλεσε συζητήσεις και στην Ελλάδα, καθώς στα διαρρεύσαντα αρχεία υπήρχαν αναφορές στη δημιουργία ενός ελληνικού δικτύου συνεργασίας, το οποίο στα έγγραφα εμφανίζεται ως «Greek Cluster».

Η ύπαρξη εθνικών clusters  αποτελούσε βασικό οργανωτικό στοιχείο της Integrity Initiative. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα έγγραφα, ο στόχος ήταν η δημιουργία δικτύων ειδικών σε διάφορες χώρες, τα οποία θα μπορούσαν να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να αναλύουν φαινόμενα παραπληροφόρησης και ξένης επιρροής [12] [16].

Στο ελληνικό πλαίσιο, το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στο κατά πόσο ένα τέτοιο δίκτυο μπορούσε να επηρεάσει τον δημόσιο διάλογο για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας και διεθνών σχέσεων.

Η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση λόγω της γεωπολιτικής της θέσης. Βρίσκεται σε μια περιοχή όπου συναντώνται πολλαπλές στρατηγικές αντιπαραθέσεις:

  • η αντιπαράθεση Ρωσίας–Δύσης,
  • οι σχέσεις ΝΑΤΟ–Ρωσίας,
  • οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο,
  • η τουρκική περιφερειακή πολιτική,
  • η ενεργειακή ασφάλεια.

Ως αποτέλεσμα, ζητήματα που σχετίζονται με τη Ρωσία, το ΝΑΤΟ ή την ευρωπαϊκή ασφάλεια έχουν συχνά έντονο πολιτικό και ιδεολογικό φορτίο.

Τι προκύπτει από τα έγγραφα για την Ελλάδα

Τα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν περιλαμβάνουν αναφορές σε οργανωτικές συναντήσεις, σχεδιασμούς και πρόσωπα (καθηγητές πανεπιστημίων, δημοσιογράφους κ. λπ.) που συνδέονταν με το ελληνικό δίκτυο.

Ωστόσο, εδώ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.

Η παρουσία ενός ονόματος σε ένα εσωτερικό έγγραφο ή σε έναν κατάλογο επαφών δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν μέλος της Integrity Initiative, ότι γνώριζε την ύπαρξη του δικτύου ή ότι συμμετείχε στις δραστηριότητές του.

Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο, διότι σε πολλές περιπτώσεις μετά τις διαρροές δημιουργήθηκε δημόσια σύγχυση ανάμεσα:

  • στην αναφορά ενός προσώπου σε ένα έγγραφο,
  • στη συμμετοχή σε μια εκδήλωση,
  • στη γνώση για το πρόγραμμα,
  • και στην ενεργό συνεργασία.

Οι κατηγορίες αυτές δεν είναι ταυτόσημες.

Η ίδια η Integrity Initiative, μετά τις αποκαλύψεις, υποστήριξε ότι αρκετές λίστες αφορούσαν πιθανούς συνομιλητές, επαφές ή πρόσωπα που είχαν σχέση με τον ευρύτερο χώρο της ασφάλειας και των διεθνών σχέσεων, όχι απαραίτητα επίσημα μέλη [13].

Η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα

Όπως και σε άλλες χώρες, η υπόθεση στην Ελλάδα απέκτησε πολιτικές διαστάσεις.

Μέρος της κριτικής επικεντρώθηκε στην άποψη ότι η δημιουργία τέτοιων δικτύων μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται διεθνή ζητήματα στα μέσα ενημέρωσης και στον δημόσιο διάλογο.

Οι επικριτές υποστήριξαν ότι όταν ένα δίκτυο χρηματοδοτείται από κρατικούς φορείς και περιλαμβάνει ανθρώπους με επιρροή στην ενημέρωση ή στην ακαδημαϊκή ανάλυση, δημιουργείται κίνδυνος συγκέντρωσης επιρροής και περιορισμού της πολυφωνίας.

Στο πλαίσιο αυτής της κριτικής διατυπώθηκε και ο ισχυρισμός ότι τέτοιες δομές μπορούν να οδηγήσουν σε «πολιτική στοχοποίηση» ανθρώπων που έχουν διαφορετικές απόψεις για κρίσιμα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της Integrity Initiative υποστήριξαν ότι η κριτική αυτή αγνοεί την πραγματικότητα του σύγχρονου πληροφοριακού πολέμου.

Η άποψή τους είναι ότι οι δημοκρατικές κοινωνίες δεν μπορούν να παραμένουν παθητικές απέναντι σε οργανωμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης και ότι η συνεργασία μεταξύ ειδικών αποτελεί απαραίτητο εργαλείο προστασίας των θεσμών [14].

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να αντιμετωπίζεται η παραπληροφόρηση. Αυτό αποτελεί πλέον κοινή παραδοχή.

Το ερώτημα είναι:

Ποιος ελέγχει αυτούς που υποστηρίζουν ότι προστατεύουν την κοινωνία από την παραπληροφόρηση;

Η έννοια της «δολοφονίας χαρακτήρων» στον πληροφοριακό πόλεμο

Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της υπόθεσης ήταν η χρήση του όρου «δολοφονία χαρακτήρων».

Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται διεθνώς για να περιγράψει προσπάθειες απαξίωσης ενός προσώπου μέσω επιθέσεων στην αξιοπιστία, στην προσωπική του εικόνα ή στις προθέσεις του, αντί μέσω αντιπαράθεσης επιχειρημάτων [15].

Οι επικριτές της Integrity Initiative υποστήριξαν ότι στο σύγχρονο περιβάλλον πληροφοριακού πολέμου υπάρχει κίνδυνος η καταπολέμηση της παραπληροφόρησης να μετατραπεί σε μηχανισμό απαξίωσης διαφορετικών απόψεων.

Για παράδειγμα, υποστήριξαν ότι η εύκολη χρήση χαρακτηρισμών όπως «φιλορώσος», «αντιδυτικός» ή «φορέας ξένης επιρροής» μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο αποκλεισμού από τον δημόσιο διάλογο.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι η Integrity Initiative είχε επίσημη πολιτική ή οργανωμένη αποστολή προσωπικής στοχοποίησης.

Η συζήτηση αφορά κυρίως τον κίνδυνο που δημιουργούν τέτοια δίκτυα όταν λειτουργούν χωρίς επαρκή διαφάνεια.

Η στρατηγική διάσταση: Πληροφορία ως εργαλείο ισχύος

Από πλευράς ανάλυσης πληροφοριών, η υπόθεση Integrity Initiative είναι σημαντική επειδή αποκαλύπτει μια θεμελιώδη αλλαγή στη φύση των συγκρούσεων.

Σήμερα, ο αντίπαλος δεν επιχειρεί μόνο να καταστρέψει στρατιωτικές υποδομές. Επιχειρεί επίσης να επηρεάσει:

  • την εμπιστοσύνη των πολιτών,
  • την πολιτική συνοχή,
  • τη σχέση κοινωνίας και θεσμών,
  • την αντίληψη για διεθνή γεγονότα.

Αυτό σημαίνει ότι η πληροφορία έχει μετατραπεί σε επιχειρησιακό πεδίο.

Όμως η αντιμετώπιση του πληροφοριακού πολέμου απαιτεί μια λεπτή ισορροπία.

Ένα δημοκρατικό κράτος έχει δικαίωμα να προστατεύει την κοινωνία του από ξένες επιχειρήσεις επιρροής. Ταυτόχρονα όμως, οι μηχανισμοί που δημιουργούνται γι’ αυτόν τον σκοπό πρέπει να λειτουργούν με διαφάνεια και λογοδοσία.

Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η άμυνα απέναντι στην προπαγάνδα να μετατραπεί σε μια διαφορετική μορφή επιρροής.

Συμπεράσματα

Η υπόθεση Integrity Initiative δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με απλουστευτικούς χαρακτηρισμούς.

Δεν υπάρχουν δημόσια αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι αποτελούσε «μυστική υπηρεσία» ή ότι είχε επίσημη αποστολή τη δολοφονία χαρακτήρων.

Υπάρχουν όμως πραγματικά και σοβαρά ερωτήματα:

  • Για τη διαφάνεια των κρατικά χρηματοδοτούμενων δικτύων επιρροής.
  • Για τα όρια μεταξύ στρατηγικής επικοινωνίας και πολιτικής χειραγώγησης.
  • Για τον δημοκρατικό έλεγχο των μηχανισμών αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης.

Η μεγαλύτερη ίσως παρακαταθήκη της υπόθεσης είναι ότι ανέδειξε μια νέα πραγματικότητα: στον 21ο αιώνα, η μάχη για την ισχύ διεξάγεται όχι μόνο στις θάλασσες, στους αιθέρες και στα πεδία επιχειρήσεων, αλλά και στο πεδίο της πληροφορίας.

Και σε αυτό το πεδίο, η διαφάνεια αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

ΥΓ

Η υπόθεση του «Greek Cluster» συνοδεύτηκε από δημοσιεύματα και δημόσιες αναφορές σε ονόματα Ελλήνων δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών και ειδικών στον χώρο της διεθνούς πολιτικής. Ωστόσο, η παρουσία ενός ονόματος σε διαρρεύσαντα έγγραφα δεν αποτελεί από μόνη της τεκμήριο εμπλοκής ή συνεργασίας. Για τον λόγο αυτό, η ανάλυση περιορίζεται στη δομή, στη λειτουργία και στις επιπτώσεις του δικτύου.

Βιβλιογραφία/ Πηγές

[1] NATO Strategic Communications Centre of Excellence, NATO StratCom: Foundations and Future, Riga, NATO StratCom COE publications.
[2] Institute for Statecraft, Integrity Initiative – Project Overview Documents, 2017–2018.
[3] Institute for Statecraft, official project documentation.
[4] UK Foreign and Commonwealth Office, Parliamentary responses regarding Integrity Initiative funding, 2018–2019.
[5] European External Action Service (EEAS), EU Action Plan against Disinformation, Brussels, 2018.
[6] UK Parliament, Written Evidence on Foreign Office funding of Integrity Initiative, 2018–2019.
[7] House of Commons Foreign Affairs Committee, evidence regarding Russian influence and strategic communications.

[8] Integrity Initiative leaked documents archive, 2018.
[9] The Guardian, reports on Integrity Initiative leaks and public controversy, 2018–2019.
[10] UK Government statements regarding Integrity Initiative objectives, 2018–2019.
[11] National Intelligence Council, Foreign Threats to the 2020 US Federal Elections, Washington DC, 2021.

[12] Institute for Statecraft, Integrity Initiative Cluster Documents, leaked materials, 2018.

[13] Integrity Initiative Statement Following Document Leaks, 2018.

[14] European Commission, Tackling Online Disinformation, Brussels, 2018.

[15] Icks, Martijn & Shiraev, Eric, Character Assassination and Reputation Management: Theory and Applications, Routledge, 2014.

[16] NATO, Countering Hybrid Warfare and Malign Influence, NATO Publications

Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης,  έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει  και καθηγητής  στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ

*Η Integrity Initiative —ονομασία που μπορεί να αποδοθεί ως «Πρωτοβουλία για την Ακεραιότητα»— ήταν ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης.

**Η Integrity Initiative —η «Πρωτοβουλία για την Ακεραιότητα»— δεν αποτελούσε αυτοτελή οργανισμό, αλλά πρόγραμμα του βρετανικού Institute for Statecraft, ενός φορέα που δραστηριοποιούνταν σε ζητήματα διακυβέρνησης, εθνικής ασφάλειας και αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης. Το όνομα του οργανισμού μπορεί να αποδοθεί στα ελληνικά ως «Ινστιτούτο Κρατικής Στρατηγικής». Σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση, το Ινστιτούτο δημιούργησε την πρωτοβουλία το 2015 με διακηρυγμένο σκοπό την προστασία της δημοκρατίας από την παραπληροφόρηση.

“Νομικομαχία” στο Στενό του Ορμούζ

0

 

Του Γεωργίου Τσουκαλά*

tsoukalasyorgos.blogspot.com

Ποιο είναι το σημερινό νομικό καθεστώς του Στενού του Ορμούζ, ενός στενόμακρου θαλάσσιου περάσματος, αναμεσίς των ακτών του Ιράν και του Ομάν, που αναδεύει τα θαλασσόνερα του Περσικού Κόλπου με εκείνα του Κόλπου του Μακράν; Τούτο το πανάρχαιο πέρασμα, που ο Αρριανός ονομάζει «Ἁρμόζεια»(1) έχει μήκος μόλις ενενήντα ναυτικών μιλίων, με το στενότερο πλάτος του πορθμού να είναι ως έγγιστα είκοσι ένα ναυτικά μίλια, και φέρνει από την αυγή της Ιστορίας τον πλούτο των Περσών και των Αράβων στα πέρατα της Οικουμένης(2).

Στην σύγχρονη εποχή μας, το Στενό του Ορμούζ χαρακτηρίζεται νομικά ως στενό διεθνούς ναυσιπλοΐας(3). Σύμφωνα δε με την Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας(4), ακόμη και στο πιο στενόχωρο διάβα του, σαν τα νερά του Στενού του Ορμούζ καλύπτονται εντελώς από την αιγιαλίτιδα ζώνη του Ομάν και του Ιράν, εκάστη εύρους δώδεκα ναυτικών μιλίων, όλα τα πλοία, εμπορικά και πολεμικά, όλων των κρατών της Γης, έχουν δικαίωμα στον πλου διέλευσης (transit passage), ήτοι μια συνεχή και ταχεία διέλευση, άνευ ουδεμίας αδείας από τα παράκτια κράτη. Άλλωστε, τούτο επιβάλλεται από την αρχή της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, θεμέλιο λίθο των κανόνων της θάλασσας. Συν τοις άλλοις, στο Στενό του Ορμούζ, ως συμπαρομαρτούντα του δικαιώματος όλων των πλοίων ανεξαιρέτως στον πλου διέλευσης, επιτρέπεται η υπέρπτηση αεροσκαφών, αλλά και η πλεύση υποβρυχίων σε κατάδυση. Όλα τούτα και έτι πλείονα, προβλέπονται  στα άρθρα 34-45 της Σύμβασης του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS III)(5). Μάλιστα οι κανόνες αυτοί του Δικαίου της Θάλασσας έχουν πλέον καταστεί εθιμικοί, και δεσμεύουν τους πάντες, ακόμη και όσα κράτη της Γης δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στην εν λόγω διεθνή σύμβαση.

Διόλου ανεξήγητα, τα εμπόλεμα μέρη στην εν εξελίξει σύρραξη στην Μέση Ανατολή, Η.Π.Α., Ισραήλ και Ιράν δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στην Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας. Έτσι, αν και δεσμεύονται από το εθιμικό δίκαιο που ορίζει τα όμοια με την Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας σχετικά με το νομικό καθεστώς του Στενού του Ορμούζ, παρ’ όλα αυτά, όντας αδέσμευτα κράτη από την συγκεκριμένη σύμβαση, απολαμβάνουν μια ελευθερία να επιδιώξουν δια των πράξεών τους, να αλλάξουν τα ισχύοντα νομικά έθιμα στην περιοχή του Στενού του Ορμούζ. Τοιουτοτρόπως, επ’ ευκαιρία του Πολέμου της «Επικής Οργής» (28η Φεβρουαρίου-7η Απριλίου 2026), και καθώς δαύτα τα ύδατα ήσαν αείποτε στρατηγικά κρίσιμα, ξέσπασε μια αληθινή «Νομικομαχία» μεταξύ Η.Π.Α. και Ιράν για το νομικό καθεστώς του πορθμού.

Πως εξελίσσεται αυτή η «Νομικομαχία» στο Στενό του Ορμούζ; Ως γνωστόν, το Ιράν εποφθαλμιά τον έλεγχο του στρατηγικού θαλάσσιου περάσματος, ώστε να εισπράττει τέλη διέλευσης, να ρυθμίζει την διεθνή ναυσιπλοΐα κατά πως βούλεται, και εν τέλει να καθορίζει τις οικονομικές τύχες του Κόσμου. Άγνωστες παραμένουν οι αληθινές βουλές των Η.Π.Α. καθώς, αν και επισήμως εμφανίζονται ως ο προμαχώνας του διεθνούς δικαίου στο Στενό του Ορμούζ όπως θα απαιτούσε η Οικουμένη από τον Παγκόσμιο Ηγεμόνα, παρ’ όλα αυτά, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντά τους ίσως συμβαδίζουν εν προκειμένω με το εχθρικό τους Ιράν. Μια λελογισμένη επιβάρυνση στην ροή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο προς την ενεργειακώς στέρφα Κίνα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, εν όσω οι ίδιες οι Η.Π.Α. απολαμβάνουν ενεργειακή αυτάρκεια λόγω της ευρέσεως στο υπέδαφός τους τεραστίων ποσοτήτων σχιστολιθικού πετρελαίου, και υπό την προϋπόθεση πως η μεταβολή αυτή στο καθεστώς του Στενού του Ορμούζ θα επέρχονταν σταδιακά δίχως να κλυδώνιζε την παγκόσμια οικονομία σε καταστρεπτικό βαθμό, προφανώς θα ωφελούσε τις Η.Π.Α. στον αδυσώπητο οικονομικό τους ανταγωνισμό με την Κίνα και την Ευρωπαϊκή Ένωση(6). Έτσι, οι εμπόλεμοι, Η.Π.Α. και Ιράν, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι, υπέγραψαν αναμεταξύ τους ένα «Μνημόνιο Κατανόησης» την 17η Ιουνίου 2026 που στην παράγραφο 5 ορίζει:

«Με την υπογραφή του παρόντος Μνημονίου Κατανόησης, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια, για την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων, χωρίς χρέωση μόνον για 60 ημέρες, από τον Περσικό Κόλπο προς τη Θάλασσα του Ομάν και αντίστροφα. Η κυκλοφορία των εμπορικών πλοίων θα ξεκινήσει αμέσως και, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ανάγκη άρσης των τεχνικών και στρατιωτικών εμποδίων καθώς και της αποναρκοθέτησης από την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, θα τεθεί σε εφαρμογή εντός 30 ημερών. Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα διεξάγει διάλογο με το Σουλτανάτο του Ομάν, προκειμένου να καθοριστεί η μελλοντική διαχείριση και οι ναυτιλιακές υπηρεσίες στα Στενά του Ορμούζ, στο πλαίσιο συζητήσεων με άλλα παράκτια κράτη του Περσικού Κόλπου, σύμφωνα με το εφαρμοστέο διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα των παράκτιων κρατών των Στενών του Ορμούζ»(7).

Αυτή η μονομερής δήλωση του Ιράν πως θα διεξάγει διάλογο με το Ομάν για τον καθορισμό της μελλοντικής διοίκησης και των ναυτιλιακών υπηρεσιών στο Στενό του Ορμούζ, σε διαβούλευση με τα άλλα παράκτια κράτη του Περσικού Κόλπου, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα των παράκτιων κρατών των Στενών του Ορμούζ, μπορεί να συνιστά από μέρους του Ιράν μια εξ αντιδιαστολής συναγόμενη (a contrario) αναγνώριση πως δεν έχει δικαίωμα να ρυθμίζει μονομερώς την κυκλοφορία των πλοίων στο Στενό του Ορμούζ, την οποία όμως καθώς δηλώνει έναντι των Η.Π.Α., είναι αμφίβολο εάν τρίτοι πλην των Η.Π.Α. δύνανται μελλοντικά να την επικαλεστούν – πάντως η δήλωση αυτή ως μονομερής δεν φαίνεται να συναρτάται προς την βραχεία διάρκεια ισχύος του «Μνημονίου Κατανόησης», δηλαδή να περιορίζεται χρονικώς και να εξαρτάται από την λήξη του(8).

Προκειμένου να αλλάξουν τα νομικά έθιμα στο Στενό του Ορμούζ, που πλέον εξαρτώνται από την παγκόσμια αποδοχή μιας νέας πρακτικής των κρατών που εν τω μέλλοντι θα μπορούσε να αποκρυσταλλωθεί μέσω μίας ειδικής διεθνούς συμφωνίας, αμέσως μετά την υπογραφή του αμερικανοϊρανικού «Μνημονίου Κατανόησης» την 17η Ιουνίου 2026, το Ιράν ξεκίνησε να διαφεντεύει τον πορθμό. Όσοι διασχίζουν το Στενό του Ορμούζ, μετά τον Πόλεμο της «Επικής Οργής», έχουν μόνον δύο επιλογές, είτε να περάσουν μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη του Ομάν είτε μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη του Ιράν, η οποία όμως είναι ναρκοθετημένη και για αυτό το Ιράν έχει προσδιορίσει μια ειδική διαδρομή, στην οποία πλοηγούνται, υποχρεωτικά κατά το Ιράν, όλοι οι ναυτιλλόμενοι. Όμως πολλά πλοία αποφεύγουν την υποχρεωτική διέλευση μέσω της προκαθορισμένης διαδρομής από την ναρκοθετημένη αιγιαλίτιδα ζώνη του Ιράν, και επιλέγουν την ελευθερία του «πλου διέλευσης» από την αιγιαλίτιδα ζώνη του Ομάν, αρνούμενα ουσιαστικά τον καινοφανή έλεγχο του Ιράν επί του πορθμού. Αντιδρώντας, το Ιράν προειδοποίησε τους ναυτιλλομένους να μην διέρχονται με τα πλοία τους από την αιγιαλίτιδα ζώνη του Ομάν, αλλιώς κινδυνεύουν να δεχθούν επίθεση. Πράγματι, στις 25 Ιουνίου 2026, ένα βλήμα χτύπησε το εμπορικό πλοίο «Αεί Αγαπημένα» («Ever Lovely»), με σημαία Σιγκαπούρης, καθώς διέσχιζε το Στενό του Ορμούζ από την πλευρά της αιγιαλίτιδας ζώνης του Ομάν. Εν συνεχεία, στις 27 Ιουνίου 2026, ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος χτύπησε το δεξαμενόπλοιο «Κίκου» («Kiku»), με σημαία Παναμά, επίσης όταν περνούσε τον πορθμό μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη του Ομάν. Ακολούθως, στις 6 και 7 Ιουλίου 2026, τρία ακόμη πλοία δέχθηκαν επίθεση με στρατιωτικά βλήματα καθώς διέπλεαν το Στενό του Ορμούζ μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη του Ομάν, το καταριανό δεξαμενόπλοιο «Τα Πηγάδια» («Al Rekayyat»), το δεξαμενόπλοιο «Οι Πεδιάδες» («Wedyan») με σημαία Σαουδικής Αραβίας, και το δεξαμενόπλοιο «Η Ευημερία της Κύπρου» («Cyprus Prosperity») με σημαία Λιβερίας.

Η παράνομη άσκηση στρατιωτικής βίας από το Ιράν σε βάρος της διεθνούς ναυσιπλοΐας προκειμένου να επιβάλει την αλλαγή στο νομικό καθεστώς στο Στενό του Ορμούζ, ενόχλησε τις Η.Π.Α., οι οποίες θα μπορούσαν μεν να διαπραγματευθούν ένα νέο καθεστώς όπως συνάγεται από την υπογραφή του αμερικανοϊρανικού «Μνημονίου Κατανόησης» της 17ης Ιουνίου 2026, εφ’ όσον αυτό εξυπηρετεί τα οικονομικά συμφέροντα των Η.Π.Α. έναντι της Κίνας και της Ε.Ε., αλλά σε καμία περίπτωση στον βαθμό που να καθιστά το Ιράν τον περιφερειακό ηγεμόνα στην περιοχή, που θα αποφασίζει και θα διατάσσει ασκώντας ένοπλη βία επί του πορθμού για την επιβολή της βούλησης του. Μια τέτοια εξέλιξη, αν συνέβαινε, θα ήγαγε στην ταχεία αποσκίρτηση των συμμάχων των Η.Π.Α. στην περιοχή που πλέον θα αναζητούσαν συμβιβασμό με το Ιράν, για να έχουν ασφάλεια. Τοιουτοτρόπως, οι Η.Π.Α. θεώρησαν πως το Ιράν υπερέβη τα όρια, και για αντεκδίκηση (tit for tat) στις 26 και 27 Ιουνίου 2026 τού επιτέθηκαν στρατιωτικά. Αντί συμμορφώσεως, το Ιράν ανταπέδωσε πλήττοντας τις αμερικανικές βάσεις στο Μπαχρέιν και στο Κουβέιτ. Η αδιαλλαξία του Ιράν, να επιδιώκει την άσκηση ένοπλης βίας κατά της διεθνούς ναυσιπλοΐας ώστε να νέμεται το Στενό του Ορμούζ, και οι συνεχιζόμενες πολεμικές συγκρούσεις, αντί της εξεύρεσης ενός συμβιβασμού με τις Η.Π.Α., εξόργισαν έτι περαιτέρω τον Πρόεδρο των Η.Π.Α., Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δήλωσε την 8η Ιουλίου 2026 από την Άγκυρα της Τουρκίας όπου διεξήχθη η Σύνοδος της Βορειατλαντικής Συμμαχίας, πως

«Κάνουμε μια συμφωνία… Βγαίνουν έξω, μιλούν στον Τύπο και λένε «ούτε καν το συζητήσαμε». Κάτι δεν πάει καλά μαζί τους. Είναι τρελοί. Όσο για μένα, το θέμα έληξε»(9).

Απαντώντας στον Πρόεδρο των Η.Π.Α., ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου του Ιράν, Μοχαμάντ Μπαγέρ Καλιμπάφ, έγραψε στο «X» ότι

«Η εποχή του εκφοβισμού και του εκβιασμού έλαβε τέλος. Δεν οδηγεί πουθενά. Δεν υποχωρούμε»(10).

Εν τω μεταξύ, οι Η.Π.Α. είχαν ήδη ανακαλέσει στις 7 Ιουλίου 2026 την άδεια εξαγωγής ιρανικού πετρελαίου(11) που προβλέπονταν στο άρθρο 10 του αμερικανοϊρανικού «Μνημονίου Κατανόησης» της 17ης Ιουνίου 2026, αν και σύμφωνα με το άρθρο 13, το άρθρο 10 συνιστούσε ουσιώδη προϋπόθεση για τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες συνεπώς, προσωρινά ανεστάλησαν, εκτός και αν οι Η.Π.Α. ανακαλέσουν την ανάκληση της εξηκονταήμερης άδειας (22.06.2026-21.08.2026) ώστε αυτές να επανεκκινήσουν.

Κάπως έτσι, συνεχίζεται απρόβλεπτη, η αμερικανοϊρανική «Νομικομαχία» για το νομικό καθεστώς του Στενού του Ορμούζ.

*Ο Γιώργος Τσουκαλάς είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω LL.M., D.E.S., απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης (2003), με μεταπτυχιακές σπουδές στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο του Νότινγχαμ (LL.M. in Public International Law, University of Nottingham, 2005), και στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβαίν (D.E.S. en Droit International et Européen, Université Catholique de Louvain, 2006).

1.             «Ὁ δὲ χῶρος Ἁρμόζεια ἐκαλέετο» (Ἀρριανοῦ, Ἰνδική 33).

2.             Είναι χαρακτηριστικό πως στα τέλη του 16ου αιώνα, η πόλη του Ορμούζ, σύμφωνα με έναν Άγγλο περιηγητή τον Τζον Νιούμπερι, κατακλύζονταν από «Γάλλους, Φλαμανδούς, Αλαμανούς, Ούγγρους, Ιταλούς, Έλληνες, Αρμένιους, Ναζαρηνούς, Τούρκους και Μαυριτανούς, Εβραίους και Εθνικούς, Πέρσες [και] Μοσχοβίτες» (J. Courtney Locke, The First Englishmen in India, σελ. 42, Λονδίνο, 1930).

3.             Για τον ορισμό του στενού διεθνούς ναυσιπλοΐας χρησιμοποιείται ένας συνδυασμός στοιχείων. Πρώτον, σύμφωνα με το γεωγραφικό κριτήριο, το στενό διεθνούς ναυσιπλοΐας είναι ένα φυσικός πορθμός που συνδέει δύο μεγαλύτερες θαλάσσιες ζώνες. Δεύτερον, κατά το λειτουργικό κριτήριο, το φυσικό θαλάσσιο πέρασμα πρέπει να χρησιμεύει ως ζώνη διέλευσης για την διεθνή ναυσιπλοΐα. Εφ’ όσον το γεωγραφικό και λειτουργικό στοιχείο πληρούνται σωρευτικά, τότε στην στήλη των υδάτων αυτών ισχύει το δικαίωμα των ναυτικών, αλλά και της αεροπλοΐας ως προς την υπερκείμενη αέρια στήλη, συμπεριλαμβανομένων των πολεμικών πλοίων και πολεμικών αεροσκαφών, στον «πλου διέλευσης» (transit passage), δηλαδή το δικαίωμα συνεχούς και ταχείας ναυσιπλοΐας και υπέρπτησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 37 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS ΙΙΙ), αν και πλέον αναγνωρίζεται πως συνιστά εθιμικό δίκαιο. Μάλιστα, εν αντιθέσει προς την «αβλαβή διέλευση» που ισχύει χωρικά ύδατα, η οποία μπορεί να ανασταλεί από το παράκτιο κράτος, το δικαίωμα στον «πλου διέλευσης» δεν μπορεί να παρεμποδιστεί ούτε να ανασταλεί από τα παράκτια κράτη. Τέλος, τα υποβρύχια που πλέουν στα στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα στον πλου διέλευσης εν καταδύσει, χωρίς να υποχρεώνονται σε ανάδυση στην επιφάνεια όπως συμβαίνει κατά την «αβλαβή διέλευση» από τα χωρικά ύδατα.

4.             Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), προϊόν της Τρίτης Διάσκεψης του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας (1973-1982), υπεγράφη στις 10 Δεκεμβρίου 1982 στον Όρμο Μοντίγκο (Montego Bay) της Τζαμάικας αλλά τέθηκε εν ισχύι στις 16 Νοεμβρίου 1994, όταν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος αριθμός επικυρώσεων.

5.             Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τον Ν. 2321/1995 (Φ.Ε.Κ. Α´ 136/23.06.1995), με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982), το Τρίτο Μέρος της Σύμβασης που περιέχει τα άρθρα 34-45 που εφαρμόζονται στα στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας έχει ως εξής, στην ελληνική γλώσσα: «ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ, ΣΤΕΝΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΝΑΥΣΙΠΛΟΙΑΣ,  ΤΜΗΜΑ Ι, ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ: Άρθρο 34. Νομικό καθεστώς των υδάτων που σχηματίζουν στενά διεθνούς ναυσιπλοίας. 1. Το καθεστώς διέλευσης μέσα από στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας, που καθιερούται στο παρόν Μέρος, δεν επηρεάζει κατά τα λοιπά το νομικό καθεστώς των υδάτων που σχηματίζουν τέτοια στενά, ούτε την άσκηση από τα παράκτια των στενών Κράτη της κυριαρχίας ή της δικαιοδοσίας τους πάνω σ’ αυτά τα ύδατα και τον εναέριο χώρο, το βυθό και το υπέδαφος του. 2. Τα παράκτια των στενών Κράτη ασκούν την κυριαρχία ή δικαιοδοσία τους σύμφωνα με το παρόν Μέρος και τους άλλους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Άρθρο 35. Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους. Το παρόν Μέρος δεν θίγει: α) οποιεσδήποτε περιοχές εσωτερικών υδάτων μέσα σ’ ένα στενό, εκτός εάν ο καθορισμός μιας ευθείας γραμμής βάσης σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 7, έχει ως αποτέλεσμα να περιλάβει στα εσωτερικά ύδατα περιοχές οι οποίες δεν θεωρούντο προηγουμένως ως τέτοια ύδατα. β) το νομικό καθεστώς των υδάτων που βρίσκονται πέρα από την χωρική θάλασσα των παρακτίων των στενών Κρατών, και που αποτελούν μέρος αποκλειστικής οικονομικής ζώνης ή ανοικτής θάλασσας. γ) το νομικό καθεστώς των στενών όπου η διέλευση ρυθμίζεται εν όλω ή εν μέρει από ισχύουσες διεθνείς Συμβάσεις που ισχύουν από μακρού και που ειδικά αφορούν τέτοια στενά. Άρθρο 36. Διάδρομοι ανοικτής θάλασσας ή διάδρομοι μέσω αποκλειστικών οικονομικών ζωνών μέσα σε στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται σε στενό διεθνούς ναυσιπλοΐας εάν υφίσταται μέσω του στενού διαδρόμου μέσω ανοικτής θάλασσας ή αποκλειστικής οικονομικής ζώνης παρόμοιας καταλληλότητας ως προς τα ναυτιλιακά και υδρογραφικά χαρακτηριστικά. Στους διαδρόμους αυτούς εφαρμόζονται τα άλλα σχετικά Μέρη της παρούσας Σύμβασης συμπεριλαμβανομένων  των διατάξεων  για  την  ελευθερία  ναυσιπλοΐας και υπέρπτησης. ΤΜΗΜΑ 2. ΠΛΟΥΣ ΔΙΕΛΕΥΣΗΣ. Άρθρο 37. Πεδίο εφαρμογής του παρόντος τμήματος. Το παρόν Τμήμα εφαρμόζεται στα στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας μεταξύ ενός τμήματος ανοικτής θάλασσας ή αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και ενός άλλου τμήματος ανοικτής θάλασσας ή αποκλειστικής οικονομικής ζώνης. Άρθρο 38. Δικαίωμα πλου διέλευσης. 1. Στα στενά που αναφέρονται στο άρθρο 37, όλα τα πλοία και αεροσκάφη απολαύουν του δικαιώματος πλου διέλευσης το οποίο ασκείται ακωλύτως, πλην της περίπτωσης που το στενό σχηματίζεται από ηπειρωτικό έδαφος ενός Κράτους και νήσου που ανήκει σε αυτό, οπότε ο πλους διέλευσης δεν εφαρμόζεται εφόσον υπάρχει ανοικτά της νήσου δυνατότητα, πλου μέσα από ανοικτή θάλασσα ή από αποκλειστική οικονομική ζώνη, παρόμοιας καταλληλότητας ως προς τα ναυτιλιακά, και υδρογραφικά χαρακτηριστικά. 2. Πλους διέλευσης σημαίνει την άσκηση, σύμφωνα με το Μέρος αυτό, ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και της υπέρπτησης μόνο για το σκοπό του συνεχούς και ταχέως διάπλου του στενού μεταξύ ενός τμήματος ανοικτής θάλασσας ή μιας αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και ενός άλλου τμήματος ανοικτής θάλασσας ή μιας αποκλειστικής οικονομικής ζώνης. Εν τούτοις, η απαίτηση για συνεχή και ταχύ διάπλου δεν αποκλείει διέλευση μέσα από το στενό με σκοπό την πρόσβαση , αναχώρηση ή επιστροφή από τις ακτές ενός Κράτους παράκτιου στο στενό, με την επιφύλαξη των όρων εισόδου σε αυτό το Κράτος. 3. Οποιαδήποτε δραστηριότητα η οποία δεν αποτελεί άσκηση του δικαιώματος πλου διέλευσης μέσα από ένα στενό εξακολουθεί να υπόκειται στις άλλες εφαρμοστέες διατάξεις της παρούσας Σύμβασης. Άρθρο 39. Υποχρεώσεις πλοίων και αεροσκαφών κατά τον πλου διέλευσης. 1. Πλοία και  Αεροσκάφη,  ενώ ασκούν  το  δικαίωμα  του  πλου  διέλευσης, οφείλουν: (α) να διασχίζουν ή να υπερίπτανται των στενών χωρίς καθυστέρηση. (β) να απέχουν από κάθε απειλή ή χρήση βίας εναντίον της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας των παράκτιων στα στενά κρατών ή κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο κατά παράβαση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου που είναι ενσωματωμένες στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. (γ) να απέχουν απ’ οποιεσδήποτε δραστηριότητες άλλες από εκείνες που επιβάλλει ένας κανονικός τρόπος συνεχούς και γρήγορης διέλευσης, εκτός άν καθίστανται απαραίτητες λόγω ανωτέρας βίας ή κινδύνου. (δ) να συμμορφώνονται με άλλες σχετικές διατάξεις του παρόντος Μέρους. 2. Πλοία σε πλου διέλευσης οφείλουν: (α) να συμμορφώνονται με τους γενικά αποδεκτούς διεθνείς κανονισμούς, διαδικασίες και πρακτική για την ασφάλεια στη θάλασσα, συμπεριλαμβανομένων και των Διεθνών Κανονισμών Αποφυγής Συγκρούσεων στη θάλασσα, (β) να συμμορφώνονται με τους γενικά αποδεκτούς διεθνείς κανονισμούς, διαδικασίες και πρακτική για την αποφυγή, μείωση και έλεγχο της ρύπανσης από πλοία. 3. Αεροσκάφη που υπερίπτανται των στενών αυτών, οφείλουν: (α) να τηρούν τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας όπως αυτοί εφαρμόζονται στα πολιτικά αεροσκάφη. Τα κρατικά αεροσκάφη συμμορφώνονται κανονικά με τα μέτρα ασφάλειας που προβλέπονται από τους κανόνες αυτούς και κινούνται πάντα με τη δέουσα προσοχή για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. (β) να είναι συνεχώς συντονισμένα στην ραδιοσυχνότητα που έχει καθορίσει η διεθνώς ορισμένη αρμόδια αρχή ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας ή στην διεθνή ραδιοσυχνότητα κινδύνου. Άρθρο 40. Δραστηριότητες έρευνας και υδρογραφικών εργασιών. Κατά τη διάρκεια του πλου διέλευσης, ξένα πλοία περιλαμβανομένων και των πλοίων που εκτελούν θαλάσσιες επιστημονικές έρευνες και υδρογραφικές εργασίες, δεν μπορούν να εκτελούν οποιεσδήποτε από τις ‘δραστηριότητες αυτές χωρίς την προηγούμενη άδεια των παράκτιων στα στενά κρατών. Άρθρο 41. Θαλάσσιοι διάδρομοι και σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας στα στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας. 1. Σύμφωνα με το παρόν Μέρος, παράκτια σε στενά Κράτη μπορούν, να προσδιορίζουν θαλάσσιους διαδρόμους και να καθορίζουν σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας για τη ναυσιπλοΐα σε στενά , όπου τούτο είναι αναγκαίο για την ασφαλή διέλευση των πλοίων. 2. Τα κράτη αυτά μπορούν, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις και αφού δώσουν την δέουσα δημοσιότητα στα μέτρα αυτά, να υποκαταστήσουν με άλλους θαλάσσιους διαδρόμους ή σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας, οποιουσδήποτε θαλάσσιους διαδρόμους ή σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας, που προσδιορίσθηκαν ή καθορίστηκαν από αυτά προηγουμένως. 3. Οι θαλάσσιοι αυτοί διάδρομοι και σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας πρέπει να συμφωνούν με τους γενικά αποδεκτούς διεθνείς κανονισμούς. 4. Πριν από τον προσδιορισμό ή την υποκατάσταση των θαλάσσιων διαδρόμων ή τον καθορισμό ή την υποκατάσταση των σχεδίων διαχωρισμού κυκλοφορίας, τα παράκτια των στενών Κράτη υποβάλλουν προτάσεις στον αρμόδιο διεθνή οργανισμό με σκοπό ‘την υιοθέτηση τους. Ο οργανισμός δεν μπορεί να υιοθετήσει παρά μόνο τους θαλάσσιους διαδρόμους και σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας που συμφωνήθηκαν με τα παράκτια των στενών κράτη. Στη συνέχεια τα κράτη μπορούν να προσδιορίσουν, καθορίσουν ή υποκαταστήσουν αυτούς. 5. Όταν πρόκειται να προσδιορισθούν σε ένα στενό θαλάσσιοι διάδρομοι ή σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας μέσα από ύδατα δύο ή περισσοτέρων παράκτιων στο στενό κρατών, τα ενδιαφερόμενα κράτη συνεργάζονται στη διατύπωση σχετικών προτάσεων σε συνεννόηση με τον αρμόδιο διεθνή οργανισμό. 6. Τα παράκτια των στενών κράτη καθορίζουν σαφώς όλους τους θαλάσσιους διαδρόμους και τα σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας που καθορίζονται απ’αυτά πάνω σε χάρτες στους οποίους πρέπει να δίνεται ή δέουσα δημοσιότητα. 7. Κατά την διάρκεια του πλου διέλευσης τα πλοία πρέπει να τηρούν τους θαλάσσιους διαδρόμους και τα σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας που καθορίστηκαν σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Άρθρο 42. Νόμοι και Κανονισμοί παρακτίων σε στενά κρατών σχετικοί με τον πλου διέλευσης. 1.Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος τμήματος, τα παράκτια των στενών Κράτη μπορούν να υιοθετούν νόμους και κανονισμούς σχετικούς με τον πλου διέλευσης, από τα στενά , αναφορικά με τα ακόλουθα: (α) την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και τη ρύθμιση της θαλάσσιας κυκλοφορίας, όπως προβλέπονται στο άρθρο 41. (β) την αποφυγή, μείωση και έλεγχο της ρύπανσης, εφαρμόζοντας τους σχετικούς διεθνείς κανονισμούς που αφορούν στην απόρριψη πετρελαίου, καταλοίπων πετρελαιοειδών και άλλων βλαβερών ουσιών στα στενά. (γ) την παρεμπόδιση της αλιείας, συμπεριλαμβανομένης και της στοίβασης αλιευτικού εξοπλισμού, επί αλιευτικών σκαφών. (δ) τη φόρτωση ή εκφόρτωση οποιουδήποτε εμπορεύματος, χρημάτων ή προσώπων κατά παράβαση των τελωνειακών, δημοσιονομικών, μεταναστευτικών ή υγειονομικών νόμων και κανονισμών των παράκτιων στα στενά κρατών. 2. Αυτοί οι νόμοι και κανονισμοί δεν διακρίνουν, τύποις ή ουσία, μεταξύ ξένων πλοίων, ούτε κατά την εφαρμογή τους έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, παρακώλυση, ή περιορισμό του δικαιώματος του πλου διέλευσης όπως καθορίζεται στο παρόν τμήμα. 3. Παράκτια των στενών κράτη δίνουν την δέουσα δημοσιότητα σε όλους αυτούς τους νόμους και κανονισμούς. 4. Ξένα πλοία που ασκούν το δικαίωμα πλου διέλευσης, συμμορφώνονται με αυτούς τους νόμους και κανονισμούς. 5. Σε περίπτωση παραβάσεως των νόμων και κανονισμών αυτών ή των διατάξεων του παρόντος τμήματος από πλοίο ή αεροσκάφος που απολαύει ετεροδικίας, το Κράτος της σημαίας του πλοίου ή το Κράτος όπου είναι καταγεγραμμένο το αεροσκάφος φέρει διεθνή ευθύνη για οποιαδήποτε απώλεια ή βλάβη που μπορεί να έχει προκληθεί στα παράκτια των στενών Κράτη. Άρθρο 43. Εγκαταστάσεις ασφαλείας, ναυτιλιακά βοηθήματα και άλλες συσκευές ως και πρόληψη, περιορισμός και έλεγχος της ρύπανσης. Τα Κράτη που χρησιμοποιούν ένα στενό και τα παράκτια του στενού Κράτη θα πρέπει, δια συμφωνίας να συνεργάζονται: (α) για την εγκατάσταση και συντήρηση στο στενό των απαραιτήτων εγκαταστάσεων ασφαλείας και ναυτιλιακών βοηθημάτων ως και άλλων συσκευών για την υποβοήθηση της διεθνούς ναυσιπλοΐας και (β) για την πρόληψη, περιορισμό και έλεγχο της ρύπανσης από πλοία. Άρθρο 44.  Υποχρεώσεις παράκτιων σε στενά Κρατών. Παράκτια σε στενά Κράτη δεν πρέπει να παρεμποδίζουν τον πλου διέλευσης και πρέπει να δίνουν’την δέουσα δημοσιότητα σε οποιοδήποτε κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα ή την υπέρπτηση μέσα ή πάνω από το στενό, τον οποίο γνωρίζουν. Η άσκηση του δικαιώματος του πλου διέλευσης δεν δύναται να ανασταλεί. ΤΜΗΜΑ 3. ΑΒΛΑΒΗΣ ΔΙΕΛΕΥΣΗ. Άρθρο 45. Αβλαβής Διέλευση. Το καθεστώς της αβλαβούς διέλευσης σύμφωνα με το Μέρος II, τμήμα 3, εφαρμόζεται στα στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας: (α)  που εξαιρούνται της εφαρμογής του καθεστώτος του πλου διέλευσης δυνάμει του άρθρου 38, παράγραφος 1 ή (β) που ενώνουν την χωρική θάλασσα  ενός κράτους με τμήμα ανοικτής θάλασσας ή με την αποκλειστική οικονομική ζώνη άλλου κράτους. 2. Η ενάσκηση του δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης μέσα από τέτοια στενά δεν δύναται να ανασταλεί».

6.             Τσουκαλάς Γεώργιος, «Αμερικανοϊρανική Νίκη;», https://www.anixneuseis.gr/%ce%b3-%cf%84%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%ac%cf%82-%ce%b1%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8a%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%b7/ («Ανιχνεύσεις», 2026).

7.             Στο πρωτότυπο κείμενο στην αγγλική γλώσσα: «Upon the signing of this MOU, the Islamic Republic of Iran will make arrangements using its best efforts for the safe passage of commercial vessels with no charge for 60 days, only from the Persian Gulf to the Sea of Oman and vice versa. The traffic of commercial vessels will immediately start, and considering the need for removing the tactical and military obstacles and de-mining by the Islamic Republic of Iran will be instated within 30 days. The Islamic Republic of Iran will conduct dialog with the Sultanate of Oman to define the future administration and maritime services in the Strait of Hormuz, in discussion with other Persian Gulf littoral states in line with the applicable international law and the sovereign rights of coastal states of the Strait of Hormuz».

8.             Τσουκαλάς Γεώργιος, «Το Μνημόνιο Κατανόησης των Η.Π.Α. με το Ιράν», https://www.anixneuseis.gr/%ce%b3-%cf%84%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%ac%cf%82-%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%bd%ce%b7%ce%bc%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%bf-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%8c%ce%b7%cf%83%ce%b7%cf%82-%cf%84%cf%89/  (Ανιχνεύσεις, 2026).

9.             Στο πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα, ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. δήλωσε «We make a deal… They go outside, talk to the press, they say ‘we never even talked about it’. There’s something wrong with them. They’re cuckoo. As far as I’m concerned, it’s over» (https://www.bbc.com/news/articles/clyw8w1g409o).

10. Για την ακρίβεια, όσα δήλωσε ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου του Ιράν στην αγγλική γλώσσα ήταν «The era of bullying and extortion is over. It leads nowhere. We don’t fold» (https://www.tasnimnews.ir/en/news/2026/07/08/3642196/era-of-bullying-extortion-over-iran-s-qalibaf/amp).

11. Για την διακοπή των διαπραγματεύσεων που προέβλεπε η συμφωνία του αμερικανοϊρανικού «Μνημονίου Κατανόησης» της 17ης Ιουνίου 2026, ιδέ: https://www.reuters.com/world/middle-east/ship-hit-hormuz-millions-march-ayatollah-iran-says-no-talks-unless-trump-halts-2026-07-07/.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·       G Gidel Le droit international public de la mer vol 3 Le temps de paix (Recueil Sirey Paris 1934).

·       E Brüel International Straits vol 1 The General Legal Position of International Straits (Busck Copenhagen 1947).

·       E Brüel International Straits vol 2 Straits Comprised by Positive Regulations (Busck Copenhagen 1947).

·       R Lapidoth Les Détroits en droit international (Pedone Paris 1972).

·       M Leifer Malacca, Singapore and Indonesia (Sijthoff & Noordhoff Alphen aan den Rijn 1978).

·       WE Butler The Northeast Arctic Passage (Sijthoff & Noordhoff Alphen aan den Rijn 1978).

·       RK Ramazani The Persian Gulf and the Strait of Hormuz (Sijthoff Alphen aan den Rijn 1979).

·       JN Moore ‘The Regime of Straits and the Third United Nations Conference on the Law of the Sea’ (1980) 74 AJIL 77–121.

·       WM Reisman ‘The Regime of Straits and National Security. An Appraisal of International Law-Making’ (1980) 74 AJIL 48–76.

·       SC Truver The Strait of Gibraltar and the Mediterranean (Sijthoff & Noordhoff Alphen aan den Rijn 1980).

·       G Alexandersson The Baltic Straits (Nijhoff The Hague 1982).

·       KL Koh Straits in International Navigation: Contemporary Issues (Oceana London 1982).

·       R Lapidoth The Red Sea and the Gulf of Aden (Nijhoff The Hague 1982).

·       D Pharand and L Legault Northwest Passage: Arctic Straits (Nijhoff Dordrecht 1984).

·       RF Anand ‘Transit Passage and Overflight in International Straits’ (1986) 26 IJIL 71–105.

·       L Cuyvers (ed) The Straits of Dover (Nijhoff Dordrecht 1986).

·       TL McDonnan ‘In the Wake of the Polar Sea: Canadian Jurisdiction in the Northwest Passage’ (1986) 10 Marine Policy 243–57.

·       R Bernhardt ‘Custom and Treaty in the Law of the Sea’ (1987) 205 RdC 247–394.

·       H Caminos ‘The Legal Regime of Straits in the 1982 United Nations Convention on the Law of the Sea’ (1987) 205 RdC 9–245.

·       CL Rozakis and PN Stagos The Turkish Straits (Nijhoff Dordrecht 1987).

·       D Pharand Canada’s Arctic Waters in International Law (CUP Cambridge 1988) 185–257.

·       C-Y Pak The Korean Straits (Nijhoff Dordrecht 1988).

·       SN Nadan and DH Anderson ‘Straits Used for International Navigation: A Commentary on Part III of the United Nations Convention on the Law of the Sea 1982’ (1989) 60 BYIL 159–204.

·       S Mahmoudi ‘Customary International Law and Transit Passage’ (1989) 20 OceanDev&IntlL 157–74.

·       MA Morris The Strait of Magellan (Nijhoff Dordrecht 1989).

·       T Treves ‘Codification du droit international et pratique des Etats dans le droit de la mer’ (1990) 223 RdC 9–302.

·       United Nations Law of the Sea: Straits Used for International Navigation—Legislative History of Part III of the United Nations Convention on the Law of the Sea, 2 vols (United Nations New York 1991, 1992).

·       MH Nordquist S Rosenne and A Yankov UN Convention on the Law of the Sea 1982: A Commentaryvol 4 (Nijhoff Dordrecht 1991).

·       DR Rothwell ‘International Straits and UNCLOS: An Australian Case Study’ (1992) 23 JMarL&Com 461–83.

·       M Koskenniemi ‘L’Affaire du passage par le Grand-Belt’ (1992) 38 AFDI 905–47.

·       WL Schachte and JPA Bernhardt ‘International Straits and Navigational Freedom’ (1993) 33 VirginiaJIL 527–56.

·       R Wolfrum ‘Bridges over Straits’ in EL Miles and T Treves (eds) The Law of the Sea: New Worlds, New Discoveries (Law of the Sea Institute Honolulu 1993) 38–56.

·       T Scovazzi ‘Management Regimes and Responsibility for International Straits: With Special Reference to the Mediterranean Straits’ (1995) 19 Marine Policy 132–52.

·       SB Kaye The Torres Strait (Nijhoff Dordrecht 1997).

·       BB Jia The Regime of Straits in International Law (Clarendon Press Oxford 1998).

·       RR Churchill and AV Lowe The Law of the Sea (3rd edn Manchester University Press 1999) 102–17.

·       DR Rothwell and S Bateman (eds) Navigational Rights and Freedoms and the New Law of the Sea(Nijhoff The Hague 2000).

·       S Karagiannis ‘Les détroits internationaux reliant la mer territoriale d’un Etat à la haute mer ou à la zone économique exclusive d’un autre Etat’ (2007) 12 AnDrMer 141–226.

·       DR Rothwell ‘International Straits’ in DR Rothwell and others (eds) The Oxford Handbook of the Law of the Sea (OUP Oxford 2015) 114–33.

·       Boundary Treaty between the Argentine Republic and Chile (signed 23 July 1881, entered into force 22 October 1881) (1881) 159 CTS 45.

·       Convention on the Territorial Sea and the Contiguous Zone (done 29 April 1958, entered into force on 10 September 1964) 516 UNTS 205.

·       Corfu Channel (United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland v Albania) (Merits) [1949] ICJ Rep 4.

·       Egypt and Israel: Treaty of Peace (signed 26 March 1979, entered into force 25 April 1979) 1136 UNTS 115.

·       Passage through the Great Belt (Finland v Denmark) (Order) [1991] ICJ Rep 41.

·       Treaty for the Redemption of the Sound Dues between Austria, Belgium, France, Great Britain, Hanover, the Hansa Towns, Mecklenburg-Schwerin, the Netherlands, Oldenburg, Prussia, Russia, Sweden-Norway, and Denmark (signed 14 March 1857) (1857) 116 CTS 357.

·       Treaty of Peace and Friendship between Argentina and Chile (signed 29 November 1984) (1985) 24 ILM 11.

·       Treaty of Peace between the State of Israel and the Hashemite Kingdom of Jordan (signed 26 October 1994, entered into force 10 November 1994) 2042 UNTS 395.

·       United Nations Convention on the Law of the Sea (signed 10 December 1982, entered into force 16 November 1994) 1834 UNTS 3.

tsoukalasyorgos.blogspot.com

«Οι αρχαίοι και οι μεταμοντέρνοι», Fredric Jameson: Μια συλλογή κειμένων για την ιστορικότητα των πολιτισμικών μορφών

0

Η συλλογή αυτή προσφέρει ένα συνεκτικό απαύγασμα ετερόκλητων κειμένων που αναδεικνύουν το πολύπλευρο ενδιαφέρον του Φρέντρικ Τζέιμσον για κάθε πεδίο του πολιτισμού.
marginalia.gr

Fredric Jameson
μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας
Angelus Novus, Αθήνα, 2019 | 448 σελίδες

Η βιβλιοπαρουσίαση της συλλογής Οι αρχαίοι και οι μεταμοντέρνοι: Για την ιστορικότητα των μορφών (εκδ. Angelus Novus 2019) του Φρέντρικ Τζέιμσον αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου κειμένου που καταπιάνεται με τα έργα που δημοσίευσε ο Τζέιμσον στα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του και γράφτηκε ως επίμετρο για τις ανάγκες του Εισαγωγή στον Φρέντρικ Τζέιμσον (μτφρ. Πάνος Σταθάτος) του Robert T. Tally Jr, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Oposito.

Η συλλογή κειμένων Οι αρχαίοι και οι μεταμοντέρνοι: Για την ιστορικότητα των μορφών, η οποία συγκεντρώνει δοκίμια που δημοσιεύτηκαν μετά το 2000, είναι αναμφίβολα η πιο πολυδιάστατη του συγγραφέα, καθώς τα ενδιαφέροντα του Τζέιμσον απλώνονται σε ποικίλες πολιτισμικές μορφές (ζωγραφική, μουσική, θέατρο, λογοτεχνία, ταινίες, ακόμα και τηλεοπτικές σειρές) από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Tα δοκίμια αποκτούν συνοχή επειδή περιστρέφονται γύρω από έναν μεθοδολογικό άξονα: την αναζήτηση της ιστορικότητας των πολιτισμικών μορφών. Έτσι, «το πρόβλημα της μορφής» δίνει συνοχή σε αυτό το έργο, απηχώντας τη σταθερή πεποίθηση του Τέοντορ Αντόρνο ότι η ιστορικότητα των έργων τέχνης εντοπίζεται μέσα από τη μορφολογική ανάλυση: «Αυτό που κάνει τα έργα τέχνης κοινωνικά σημαντικά είναι το περιεχόμενο που μιλάει μέσα από τις μορφικές δομές του».[1]

Η πρώτη ενότητα του Οι αρχαίοι και οι μεταμοντέρνοι καταπιάνεται με τον «κλασικισμό» στη ζωγραφική του Ρούμπενς, στο θέατρο του Βάγκνερ and στη μουσική του Μάλερ. Τα δοκίμια αυτά διέπονται από το θεωρητικό υπόβαθρο μιας αντίθεσης μεταξύ «emotion» και «affect», η οποία εμφανίζεται πολύ συχνά στο έργο του ύστερου Τζέιμσον. Από τη μια το «emotion», το οποίο μεταφράζεται συνήθως ως συναίσθημα, πάθος ή συγκίνηση, αφορά μια κατάσταση της συνείδησης, γι’ αυτό κατονομάζεται, με αποτέλεσμα να πραγμοποιείται· από την άλλη το «affect», μια δυσμετάφραστη έννοια που αντλεί από τον Σπινόζα μέχρι τον Ντελέζ και έχει αποδοθεί ποικιλοτρόπως ως συναίσθημα, επηρεασμός, επήρεια, θυμικό, διάθεση και συν-αίσθημα,[2] αφορά μια κατάσταση του σώματος και είναι ανώνυμο. Ο Τζέιμσον λέει χαρακτηριστικά ότι «πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα και την αστική εποχή, το σώμα σχεδόν δεν καταγράφεται στη λογοτεχνία», ενώ η προσπάθεια αναπαράστασης του «affect» σηματοδοτεί την ανάδυση μιας νέας μορφής χρονικότητας του αιώνιου παρόντος, η οποία σχεδιάζεται για να «καταστρέψει» την ίδια την αφήγηση (σελ. 67-68)[3]. Σε αυτή την πρώτη ενότητα λοιπόν, ο Τζέιμσον θα επιχειρήσει να εξετάσει πότε αναδύεται το «αφηγηματικό σώμα» (σε αντιδιαστολή με το «τρισδιάστατο») στην ιστορία της ζωγραφικής, πώς αρθρώνονται οι διαφορετικές χρονικότητες του «emotion» και του «affect» στο δραματουργικό έργο του Βάγκνερ, αλλά και πώς εκφράζεται ο «παροντισμός» των μαλερικών μορφών στη μουσική, η οποία θεωρείται «η κατεξοχήν χρονική τέχνη» (σελ. 195).

«Ύστερος μοντερνιστής είναι ίσως αυτός που καταφέρνει να επινοήσει ένα νέο ύφος, την ώρα που φαίνεται να έχει εκπνεύσει κάθε δυνατότητα υφολογικής ανανέωσης».[4] Έτσι ξεκινά ο Τζέιμσον ένα παλιότερο κείμενο για τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, μια φράση που θα μπορούσε να περιγράψει εξίσου το έργο του Αγγελόπουλου, του Αλεξάντερ Σοκούροφ και του Κρίστοφερ Κισλόφσκι, των τριών σκηνοθετών του «ύστερου μοντερνισμού» με τους οποίους ασχολείται στο δεύτερο μέρος της συλλογής.[5] Χωρίζει το έργο του Αγγελόπουλου σε τρεις περιόδους, διακρίνει «σταθερά μοτίβα» και εξετάζει τον «υλισμό» και τον συλλογικό χαρακτήρα της κινηματογραφικής παραγωγής του. Στο δεύτερο δοκίμιό του, εξετάζει διάφορες ταινίες και ντοκιμαντέρ του Αλεξάντερ Σοκούροφ μέσα από το πρίσμα της «θεωρίας του τραύματος και της μεταλακανικής μελαγχολίας», δείχνοντας πώς συνδέονται με το ιστορικό πεπρωμένο της μετασοβιετικής Ρωσίας. Τέλος, στρέφεται στις δέκα ταινίες που απαρτίζουν το Dekalog του Κισλόφσκι για να υποστηρίξει ότι «ο Κισλόφσκι είναι κατά βάση ένας διηγηματογράφος»· έτσι, ο Τζέιμσον επιχειρεί να διαβάσει τις δέκα ταινίες της δεκαλογίας σαν διηγήματα που «εξωθούν διαρκώς τα όρια αυτής της φόρμας» (σελ. 253).

Το τρίτο και τελευταίο μέρος της συλλογής απαρτίζεται από κείμενα που εστιάζουν στην πειραματική πρακτική της (κινηματογραφικής) «μεταφοράς» ή «διασκευής» (adaptation), η οποία δεσπόζει στην περίοδο του μεταμοντερνισμού, όταν οι μορφικές καινοτομίες ενός παλιότερου μοντερνισμού μοιάζουν να έχουν εξαντληθεί και οι καλλιτέχν(ιδ)ες καταλήγουν να πειραματίζονται με παλιότερα έργα. Πρόκειται επίσης για την ενότητα που εστιάζει στα πλέον ετερόκλητα είδη και πολιτισμικά κείμενα, από τα μυθιστορήματα του Ούβε Τέλκαμπ και του Φράνσις Σπάφορντ, τις ταινίες του Ρόμπερτ Όλτμαν και ένα ακαδημαϊκό σύγγραμμα του Μαρκ Μακγκούρλ για την ακαδημαϊκοποίηση των ΗΠΑ, μέχρι την «όπερα του σκηνοθέτη», το κυβερνοπάνκ και την αστυνομική σειρά The Wire. Σε ό,τι αφορά την προβληματική της διασκευής, σε ένα προηγούμενο κείμενό του με αντικείμενο την κινηματογραφική μεταφορά, ο Τζέιμσον μάς είχε παροτρύνει να αποφύγουμε την κατηγορία της «πιστότητας», η οποία οδηγεί σε μια άγονη σύγκριση του νέου έργου με το παλιό.[6] Αντ’ αυτού, με αφορμή τη μεταφορά του The Long Goodbye στις κινηματογραφικές οθόνες,[7] ο Τζέιμσον συνοψίζει τη θέση του περί κινηματογραφικής διασκευής ή μεταφοράς: «Μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν τα δύο έργα διαφέρουν ριζικά ως προς το πνεύμα και την αλήθεια που κομίζουν· αν καθένα μιλά εξ ονόματός του και στην ουσία δεν είναι πια αντίγραφο του άλλου, οπότε με μια έννοια το ίδιο το νόημα του όρου διασκευή υπονομεύεται πλήρως» (σελ. 313).

Συνεπώς, η συλλογή Οι αρχαίοι και οι μεταμοντέρνοι προσφέρει ένα συνεκτικό απαύγασμα ετερόκλητων κειμένων που αναδεικνύουν το πολύπλευρο ενδιαφέρον του Φρέντρικ Τζέιμσον για κάθε πεδίο του πολιτισμού. Προτείνεται λοιπόν σαν μια εξαιρετική εισαγωγή στο ύστερο έργο του συγγραφέα, ανοίγοντας την όρεξη για τα πιο κλασικά και θεμελιώδη έργα του.

Το κείμενο του Πάνου Σταθάτου επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

marginalia.gr

Ένας συλλογικός τόμος για την Αποικιακή Διάσταση της Μαθηματικής Γνώσης

2

Ο συλλογικός αυτός τόμος αναδεικνύει ότι τα μαθηματικά δεν είναι απλώς αριθμοί ή ουδέτερη γνώση, αλλά ένα πεδίο όπου διακυβεύονται ζητήματα δικαιοσύνης, σωμάτων, φύλου, φυλής και εξουσίας, αλλά και της ίδιας της πολιτειότητας.

marginalia.gr

Εισαγωγικό σημείωμα

Η παρούσα βιβλιοκριτική ακολουθεί το πνεύμα του τόμου, ο οποίος δεν περιορίζεται στο να δείξει πώς τα μαθηματικά χρησιμοποιούνται σε πολιτικά ή εκπαιδευτικά καθεστώτα, αλλά ασκεί κριτική όχι μόνο στη χρήση, αλλά και στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η μαθηματική λογική συγκροτήθηκε ως «καθεστώς αλήθειας» της πολιτειότητας. Έτσι, τα μαθηματικά δεν εμφανίζονται ως μεμονωμένα θεωρήματα (όπως το Πυθαγόρειο), αλλά ως διαδικασία μέσα από την οποία η μαθηματική λογική διαμορφώνεται ως βασική δεξιότητα και τείνει να μετασχηματίζεται σε λόγο πολιτειότητας· ως γνώση που, ιστορικά και θεσμικά, συνδέθηκε με αποικιοκρατικές, πατριαρχικές, μισαναπηρικές και ευρωκεντρικές όψεις, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση του «οικουμενικού πολίτη»: ενός υποκειμένου ορθολογικού, μετρήσιμου και αξιολογήσιμου, ενταγμένου σε παγκόσμιες κανονικότητες, συχνά σε βάρος τοπικών ή/και ιθαγενών μορφών σκέψης. Παράλληλα, το βιβλίο δεν υιοθετεί μια «σκληρή αισιοδοξία» ότι η μαθηματική εκπαίδευση μπορεί να δημιουργήσει πολίτες ικανούς να ανταποκριθούν στις σύνθετες απαιτήσεις της παγκοσμιοποίησης, αλλά ούτε και μια απαισιόδοξη στάση ότι κάθε τέτοια προσπάθεια καταλήγει να υποτάσσει τους ανθρώπους σε κυρίαρχες κανονιστικές φαντασιώσεις. Τα κεφάλαια εμπλέκονται με την έννοια της πολιτειότητας μέσα από διαφορετικές πρακτικές: πώς αναδιαμορφώνεται το τι μετρά ως μαθηματική δεξιότητα· πώς συγκροτείται το όραμα ενός «παγκόσμιου πολίτη»· και πώς οι τοπικές πρακτικές δημιουργούν συγκρούσεις, διλήμματα όσο και δυνατότητες επανύπαρξης, για να ξανασκεφτούμε τη μαθηματική εκπαίδευση, αλλά και την ίδια την έννοια της πολιτειότητας ως μια κοινότητα στοργής, αλληλεγγύης και μοιράσματος.

Ο συλλογικός τόμος Troubling Notions of Global Citizenship and Diversity in Mathematics Education (Routledge 2023, σ. 448),[1] σε επιμέλεια της Άννας Χρονάκη και της Αϊσέ Γιολτζού (Ayşe Yolcu), συνιστά μια ριζοσπαστική παρέμβαση όχι μόνο στον χώρο της μαθηματικής εκπαίδευσης αλλά και στο ευρύτερο πεδίο της εκπαίδευσης και των επιστημών, όπου τα μαθηματικά συχνά παρουσιάζονται ως ουδέτερο πεδίο γνώσης και τεχνικά αθώο επιστημολογικό εργαλείο. 

Ο τόμος αναδεικνύει την αποικιοκρατική διάσταση της υποτιθέμενα «ουδέτερης» επιστημονικής γνώσης, ιστορικοποιώντας τον τρόπο με τον οποίο τα μαθηματικά δομήθηκαν και λειτούργησαν στη συγκρότηση καθεστώτων εξουσίας και αποκλεισμού, ενώ παράλληλα ανοίγει τη συζήτηση προς μια ευρύτερη βιβλιογραφία για την αποικιοποίηση και τη χρήση της γνώσης ως εργαλείου ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Από την πρώτη του σελίδα, ο τόμος καταπιάνεται με το ερώτημα: πώς τα μαθηματικά λειτούργησαν και εξακολουθούν να λειτουργούν, ως παγκόσμια γλώσσα που συγκροτεί ένα ιδανικό μοντέλο πολιτειότητας (citizenship).[2]

Εξετάζεται η έννοια της παγκόσμιας πολιτειότητας (global citizenship), η οποία επιβλήθηκε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα με ευρωκεντρικό, μεσοαστικό και λευκό πρόσημο, όχι με άμεση βία, αλλά μέσα από την επιστήμη των μαθηματικών και κυρίως την αντίληψη της ανάγκης συγκρότησης μιας διεθνούς, ενιαίας ευρωκεντρικής γνώσης τόσο γύρω από τα μαθηματικά όσο και από τη διδασκαλία τους. 

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: (Ι) Διατάραξη των κανονιστικών ιδεών περί πολιτειότητας μέσα από εννοιολογικά σχήματα, όπου προβληματοποιούνται οι μαθηματικές δεξιότητες και οι ευρωκεντρικές αξίες που κυκλοφορούν παγκόσμια ως αυτονόητες, και (ΙΙ) Διατάραξη των κανονιστικών ιδεών περί πολιτειότητας μέσα σε εθνικά και τοπικά πλαίσια, όπου αναδεικνύεται πώς πολίτες-υποκείμενα συγκροτούνται διαφορετικά μέσα από προγράμματα, εγχειρίδια και πρακτικές μαθηματικής εκπαίδευσης.

Με αυτό το πλαίσιο, οι επιμελήτριες στο εισαγωγικό τους σημείωμα σκιαγραφούν τον τρόπο με τον οποίο, στα τέλη του 19ου αιώνα —περίοδο διαμόρφωσης του αφηγήματος μιας διεθνούς επιστημονικής οικουμενικότητας— συγκροτήθηκε γύρω από τη Διδακτική των Μαθηματικών (L’Enseignement Mathématique) ένα δίκτυο μαθηματικών και ενδιαφερομένων για την εκπαίδευση, που αποτέλεσε κόμβο ανταλλαγής πρακτικών, ιδεών και ερευνών. Σε αυτή την ευρωκεντρική λογική εντάσσεται και η ίδρυση της Διεθνούς Επιτροπής για τη Διδασκαλία των Μαθηματικών (ICMI-International Commission on Mathematical Instruction) το 1908, η οποία αποτέλεσε βασικό μηχανισμό για την κατασκευή μιας παγκόσμιας κανονιστικότητας: το τι σημαίνει να «σκέφτεσαι μαθηματικά», να θεωρείσαι «ικανός», «λογικός» ή/και «προοδευτικός». 

Έτσι, ιστορικοποιώντας το πλαίσιο της μαθηματικής εκπαίδευσης, οι επιμελήτριες δείχνουν ότι η διεθνής αυτή προσπάθεια συνεχίζεται έως σήμερα μέσα από προγράμματα όπως η Διεθνής Έρευνα για τις Τάσεις στη Μαθηματική και Φυσική Επιστημονική Εκπαίδευση (TIMSS-Trends in International Mathematics and Science Study) και Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA-Programme for International Student Assessment), τα οποία, με διεθνείς τυποποιημένες δοκιμασίες, αξιολογούν τις επιδόσεις μαθητών και συγκρίνουν εκπαιδευτικά συστήματα.

Κάτι τέτοιο συνάδει με την πρόταση της Sylvia Wynter (2003), ότι η αποικιοκρατία δεν εξάντλησε την εξουσία της στη βία, αλλά συγκρότησε και ένα καθεστώς γνώσης: έναν ορισμό του «ανθρώπου» βασισμένο στο δυτικό, λευκό, αστικό υποκείμενο, που παρουσιάστηκε ως «καθολική» ανθρώπινη φύση. Ακριβώς με αυτό το καθεστώς μάς φέρνει αντιμέτωπους ο τόμος, εισάγοντας την έννοια της πολιτειότητας. 

Η μαθηματική εκπαίδευση λειτουργεί ως βιοπολιτικό κριτήριο πολιτειότητας, μετατρέποντας την επίδοση στις διεθνείς αξιολογήσεις σε άξονα συγκρότησης του «παγκόσμιου πολίτη». Ενός πολίτη που, παρότι προβάλλεται ως απελευθερωτικό και προοδευτικό ιδεώδες, οι επιμελήτριες δείχνουν με οξυδέρκεια ότι λειτουργεί ως εργαλείο ομογενοποίησης: η γενίκευση της μαθηματικής επίδοσης δεν καλλιεργεί απλώς μια κοινή επιστημονική γλώσσα, αλλά θεμελιώνει ένα ενιαίο μοντέλο πολιτειότητας οργανωμένο γύρω από την αριστεία. Μια αριστεία που, όπως υπογραμμίζουν οι επιμελήτριες, φτάνει στο παράδοξο σημείο να αναγνωρίζεται σε υβριδικές ανθρωποειδείς οντότητες, όπως η Σοφία, το ρομπότ που έλαβε ιθαγένεια από τη Σαουδική Αραβία· μια χώρα η οποία, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, εξακολουθεί να ασκεί διακρίσεις εις βάρος των γυναικών. Το ίδιο καθεστώς, ωστόσο, δεν αναγνωρίζει στοιχειώδη δικαιώματα σε ανθρώπους χωρίς νομικό καθεστώς, όπως οι μετανάστες και οι πρόσφυγες.[3]

Οι επιμελήτριες μάς θυμίζουν ότι τον Αύγουστο του 2023, καταστροφικές πυρκαγιές έπληξαν το δάσος της Δαδιάς στον Έβρο, στα σύνορα Ελλάδας–Τουρκίας. Πέρα από την οικολογική καταστροφή, 19 άνθρωποι βρέθηκαν καμένοι, χωρίς ταυτότητα. Αυτό αποτελεί συνέπεια της παγκοσμιοποίησης, καθώς, όπως επισημαίνουν, εδώ και αιώνες άνθρωποι εκδιώχθηκαν, γαίες, εργασία και πόροι λεηλατήθηκαν, ενώ τα μυαλά και οι ψυχές τους διαποτίστηκαν από τις αξίες του Διαφωτισμού και τη δυτική επιστημονική ορθότητα· μια ορθότητα που κατέστησε τα μαθηματικά και τη μέτρηση της πολιτειότητας, οικουμενική. Την ίδια στιγμή, η φύση και μαζί της τα εγκαταλελειμμένα σώματα των μεταναστών/τριών παραδίδονται στις φλόγες, στη «φροντίδα» της Δύσης, όπου όλα εξισώνονται σε μια κοινωνική κατασκευή του «μετανθρώπινου». Για να διαπεράσει κανείς τα σύνορα, καλείται να εφαρμόσει τα πρότυπα του ιμπεριαλισμού και της διαρκούς νεκροπολιτικής, αυτών που ορίζονται από τα φιλελεύθερα πρότυπα ως «υπανάπτυκτοι».

Έτσι, οι 19 ζωές δεν μετριούνται και διαλύονται κάτω από το βάρος των αριθμών, που αορατοποιούν τις ανθρώπινες ιστορίες και την αγριότητα ενός συστήματος απάνθρωπων συνόρων και ορίων, στο όνομα μιας άξιας πολιτειότητας. Και στο σημείο αυτό, ακόμα κι αν το βιβλίο δεν αναφέρεται ρητά στον Aníbal Quijano και στη «μήτρα της εξουσίας» (matrix of power, 2000) – δηλαδή στην ανάγκη διαθεματικής ανάλυσης που λαμβάνει υπόψη τη φυλή, το φύλο, την τάξη, την εξουσία και τη γνώση ως μια δομή που «μολύνει» και υποτάσσει την ερμηνεία της ίδιας της ζωής που θεωρείται ικανή για ιθαγένεια, οι επιμελήτριες μάς οδηγούν σταθερά προς αυτή την κατανόηση: τα μαθηματικά, όπως και το φύλο, λειτουργούν ως καθεστώτα αλήθειας, ενώ αντλώντας από το έργο του Judith Butler (Gender Trouble, 1990), προτείνουν μια ριζοσπαστική, αντιουσιοκρατική επανεξέταση της έμφυλης ταυτότητας. Μιλούν για την κοινωνική κατασκευή αυτής της πολιτειότητας και γνώσης, όπου η εξουσία δεν χρειάζεται να κατονομαστεί —ακριβώς επειδή λειτουργεί ως το υπόρρητο πρότυπο στο οποίο προσανατολίζεται κάθε μορφή γνώσης, συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών, ως κομμάτι μιας παγκόσμιας φύσης και μιας παγκόσμιας πολιτειότητας, ασκώντας κριτική στο δίπολο κοινωνικής έναντι βιολογικής διαφοράς, το οποίο ενισχύει τις κανονιστικές διχοτομίες μεταξύ αρρενωπότητας και θηλυκότητας  και, κατ’ επέκταση, κατασκευάζει τις «γυναίκες» ως ομοιογενή κατηγορία.

Έτσι, αν το Butler στο έργο (Performative Acts and Gender Constitution, 1988) προτείνει να επανεξετάσουμε το φύλο ως επιτελεστική πράξη, αντιλαμβανόμενο την κοινωνική πραγματικότητα ως βασισμένη σε «επιτελεστικές πράξεις λόγου» (speech acts), έννοια που συστηματοποίησε δίνοντας ταξινομήσεις, κατηγορίες κ.λπ., ο John Searle, όπως οι επιμελήτριες τονίζουν, τα μαθηματικά για αυτές συγκροτούνται μέσα από λεκτικά, σωματικά και ενσώματα σημειωτικά στοιχεία. Με αποτέλεσμα να μάς αντιπροτείνουν, αξιοποιώντας τη θεωρία του Butler, την έννοια του citizenship trouble (αναταραχή πολιτειότητας). Και με αυτό περνούν στο πρώτο μέρος, στη διατάραξη των κανονιστικών ιδεών περί πολιτειότητας, όπου προβληματοποιούνται οι μαθηματικές δεξιότητες και οι ευρωκεντρικές αξίες που κυκλοφορούν παγκόσμια ως αυτονόητες και αλληλένδετες με τον ιδανικό πολίτη ως λευκό, άνδρα μεσοαστό.

Ειδικότερα, το Μέρος Ι ξεκινά με το Κεφάλαιο 1, όπου η Melissa Andrade-Molina, χρησιμοποιώντας την ταινία Lady Bird (2017) ως αντίστιξη στο πρότυπο του «μαθηματικά ικανού, επιτυχημένου πολίτη» που προωθούν διεθνείς οργανισμοί όπως ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ-OECD- Organisation for Economic Co-operation and Development), απορρίπτει τον κυρίαρχο λόγο της αξιολόγησης και της αριστείας, όπως προβάλλεται στα επιστημονικά περιοδικά και στις διεθνείς πολιτικές εκπαίδευσης της Δύσης. Η πρωταγωνίστρια δεν ενσαρκώνει την ιδανική «μαθηματικό πολίτιδα» του δυτικού αφηγήματος, αλλά διεκδικεί τη δυνατότητα να είναι απλώς ο εαυτός της —με τις αποτυχίες της, τις αντιφάσεις της, τις επιθυμίες της.

Παρόμοια, στο Κεφάλαιο 2, ο Renato Marcone εξετάζει τον λόγο περί (ανα)πηρίας[4] μέσα από παγκόσμια μοντέλα αξιοκρατίας, τα οποία στοχεύουν στη συμπερίληψη, αλλά παραμένουν εγκλωβισμένα σε ποσοτικές, ιατρικές και ελλειμματικές οπτικές για την ικανότητα (deficiencialism). Οι «κανονικοί» καθορίζουν τους «μη κανονικούς», χωρίς να αλλάζουν τις κοινωνικές δομές. Ο Marcone αναλύει από κοινού θεσμικούς ορισμούς της αναπηρίας και της παγκοσμιοποίησης, δείχνοντας πώς η σωματική και νοητική αρτιμέλεια καθίσταται προϋπόθεση συμμετοχής. Υποστηρίζει μια διαλογική, αντι-ελλειμματική και απο-αποικιοποιητική προσέγγιση στη μαθηματική εκπαίδευση, αναδεικνύοντας ότι η έννοια της «συμπερίληψης» συχνά προϋποθέτει ένα κανονιστικό, αποκλειστικό κέντρο το οποίο γίνεται επιθυμητός στόχος, αναπαράγοντας τελικά τις ίδιες ανισότητες που υποτίθεται ότι προσπαθεί να αμφισβητήσει.

Η συλλογιστική αυτή συνεχίζεται και στο Κεφάλαιο 3, όπου οι Lisa Björklund Boistrup και Gail E. FitzSimons ασκούν κριτική στα πρότυπα του διεθνούς Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD-Organisation for Economic Co-operation and Development), όπως το PISA (Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών) και το Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Δεξιοτήτων Ενηλίκων (PIAAC- Programme for the International Assessment of Adult Competencies),[5] τα οποία ορίζουν τη μαθηματική ικανότητα με τεχνικά, αριθμοκεντρικά και οικονομικά κριτήρια, προωθώντας μια εργαλειακή εκπαίδευση. Οι συγγραφείς προτείνουν την απομάκρυνση από τέτοιες κανονιστικές, συγκριτικές αξιολογήσεις και την υιοθέτηση παιδαγωγικών προσεγγίσεων που αναγνωρίζουν τη ζώσα εμπειρία και την πρακτικοβιωματική μάθηση ως ουσιώδη στοιχεία της μαθηματικής μάθησης.

Στο Κεφάλαιο 4, ο Rik Pinxten επικρίνει την εξαγωγή της δυτικής μαθηματικής εκπαίδευσης σε μη δυτικά πλαίσια, ως νεοαποικιακή πρακτική που αγνοεί τα πολιτισμικά συμφραζόμενα των μαθητών. Ενδεικτικά, αναφέρεται σε ένα παλαιότερο παράδειγμα, όπου Ισπανοί ερευνητές προσπάθησαν να αντικαταστήσουν την προφορική παράδοση σε αγροτικές περιοχές με τον γραπτό λόγο, θεωρώντας αυτό πρόοδο. Μέσα από την εμπειρία του με ιθαγενείς Ναβάχο (Navajo) στην Αμερική και παιδιά μεταναστών στην Ευρώπη, διαπιστώνει την ύπαρξη υβριδικών, σύνθετων κοσμοαντιλήψεων στο σήμερα. Υποστηρίζει την ανάγκη για παιδαγωγικές παρεμβάσεις που σέβονται τη διαφορά, όπως όταν ο ίδιος συνδέει τα μαθηματικά με τις παραδοσιακές γνώσεις και τον τρόπο σκέψης των μαθητών, αντί να τους επιβάλλει ένα «ουδέτερο» δυτικό πρόγραμμα σπουδών.

Στο Κεφάλαιο 5, οι Dalene M. Swanson και Kate le Roux προτείνουν έναν κριτικό και διαλογικό επαναπροσδιορισμό της μαθηματικής εκπαίδευσης, συνδέοντας τη συμμετοχική κοινωνικοπολιτική μαθηματική εκπαίδευση, τη μετααποικιακή σκέψη (ιδίως από τον Achille Mbembe) και την κριτική εκπαίδευση για μια παγκόσμια πολιτειότητα. Υποστηρίζουν ότι τα μαθηματικά, με Μ κεφαλαίο, στο παγκοσμιοποιημένο σχολείο συχνά λειτουργούν ως ουδέτερη, τεχνική γλώσσα με τρόπο ηγεμονικό, που αγνοεί τις πολιτισμικές διαφορές και διαμορφώνει έναν μαθητή-πολίτη έτοιμο να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του καπιταλισμού. Ως εναλλακτική, προτείνουν μια παιδαγωγική πρακτική, βασισμένη στη σχέση, την ενσυναίσθηση και τον αναστοχασμό, που βασίζεται στον διαλόγο και στην αμοιβαιότητα ανάμεσα σε διαφορετικά γνωστικά και πολιτισμικά πλαίσια.

Στο Κεφάλαιο 6, ο Saumya Malviya βασίζεται στην ανάλυση των περιπτώσεων Turing και της σχολής Bourbaki[6] για να συζητήσει την έννοια του «μοντέρνου» στα μαθηματικά. Εμβαθύνει στην οντοεπιστημολογία των μαθηματικών για να διερευνήσει πώς το «μοντέρνο» διαπερνά τον λόγο των μαθηματικών, λειτουργώντας ως «αιωρούμενος σηματοδότης», μια έννοια χωρίς σταθερό ορισμό, που συχνά παρουσιάζεται ως άλμα από το προ-μοντέρνο, χωρίς να αναγνωρίζονται οι ιστορικές και κοινωνικές του καταβολές. Ο συγγραφέας προτείνει έναν αναστοχαστικό τρόπο προσέγγισης του «μοντέρνου» στα μαθηματικά· όχι ως η γραμμική πρόοδος που απελευθέρωσε τα μαθηματικά από τις εξωτερικές (φιλοσοφικές ή κοινωνικές) επιρροές, αλλά ως μια κατασκευή που χρειάζεται να ιστορικοποιηθεί να αποδομηθεί και να αναλυθεί κριτικά, ειδικά στο πεδίο της εκπαίδευσης.

Στο Κεφάλαιο 7, που αποτελεί και το τελευταίο του Πρώτου Μέρους, η Άννα Χρονάκη συνθέτει μια γενεαλογία των κυρίαρχων μορφών του υποκειμένου-πολίτη: από το «ικανό» υποκείμενο της αρχαίας πόλης-κράτους, στο «εξεγερμένο» υποκείμενο του εθνικού κράτους και, τέλος, στο «δημιουργικό» υποκείμενο του μετα-ανθρώπινου σώματος, όπως αυτό αναπαρίσταται στα σύγχρονα αφηγήματα της μαθηματικής εκπαίδευσης. Η πολιτειότητα παρουσιάζεται όχι ως θεσμικό δεδομένο, αλλά ως διακύβευμα, μια δυναμική διαδικασία γίγνεσθαι («becoming a citizen»), με την ταυτότητα του μαθηματικού υποκειμένου να συγκροτείται μέσα από φαντασιώσεις λογικής, ακρίβειας και «ορθολογικότητας», συνδεδεμένες με δυαδικές, σταθερές και πειθαρχημένες ταυτότητες. Μια έννοια της παγκόσμιας πολιτειότητας, η οποία σήμερα μετριέται σύμφωνα με τα ευρωκεντρικά πρότυπα λογικής, πειθαρχίας και επιτυχίας, ενώ αναπαράγεται μέσα από κρατικούς και διεθνείς θεσμούς. Η μαθηματική εκπαίδευση ωστόσο, όπως τονίζει η Χρονάκη, μπορεί να λειτουργήσει είτε ως μηχανισμός επιβεβαίωσης του «κανονικού» πολίτη ως λευκού αρσενικού είτε ως τόπος δυνατοτήτων για «πολίτες, μη πολίτες και όχι ακόμη πολίτες διαφορετικούς» — υποκείμενα που έρχονται να  αμφισβητήσουν τις κυρίαρχες νόρμες.

Με αυτό το πλαίσιο θα κλείσω και το πρώτο μέρος του τόμου, αναφερόμενη και στο Ντανταϊστικό Μανιφέστο (Dada Manifesto) του Τριστάν Τζαρά (Tristan Tzara).[7] Ένα κείμενο-κραυγή που μου ερχόταν διαρκώς στο μυαλό καθώς διάβαζα το πρώτο μέρος του τόμου, καθώς το συγκεκριμένο μανιφέστο, μέσα από την άρνηση του νοήματος και την ανατροπή της λογικής, λειτουργεί ως μεταφορά για τη δυνατότητα ριζικής αναθεώρησης του τι σημαίνει να είσαι «πολίτης», να μην είσαι ή να μην είσαι ακόμη. Όπως ο τόμος προτείνει, υπάρχει η ανάγκη να φωνάξεις, ακόμα και μέσα από τα μαθηματικά, διεκδικώντας χώρο για μαθηματική σκέψη απαλλαγμένη από ηγεμονικές, δυαδικές και σταθερές νοηματοδοτήσεις· από μια ηθική ορθότητα που εξυπηρετεί την εξουσία του κυρίαρχου υποκειμένου που νομοθετεί και επιβάλλει την υποταγή μας σε μια συγκεκριμένη νόρμα:

Για να δημοσιεύσεις ένα μανιφέστο, πρέπει να θέλεις:
A B C — να κατακεραυνώσεις το 1, 2, 3 —
να εξοργιστείς και να ακονίσεις τα φτερά σου,
για να κατακτήσεις και να διασπείρεις μικρά και μεγάλα αλφαβητάρια·
να υπογράψεις, να φωνάξεις, να βρίσεις.
Dada Manifesto του Tristan Tzara (1918).

Εδώ από: https://undark.org/2018/12/31/in-south-africa-decolonizing-mathematics/

 

Στο δεύτερο μέρος του τόμου, τα κεφάλαια επιχειρούν τη διατάραξη των κανονιστικών ιδεών περί πολιτειότητας σε εθνικά και τοπικά πλαίσια, μέσα από μια γενεαλογία της σχέσης πολιτειότητας και μαθηματικών. Ειδικότερα, στο Κεφάλαιο 8, η Ayşe Yolcu αναλύει πώς οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Τουρκία του 20ού αιώνα αξιοποίησαν τα μαθηματικά για να καλλιεργήσουν έναν «λογικό» τρόπο σκέψης, με στόχο την κατασκευή «ικανών» και «σύγχρονων» πολιτών. Το πρότυπο του mathematically able body —ενός σώματος που μπορεί να σκέφτεται λογικά, να λύνει προβλήματα, να αποδίδει στα διαγωνίσματα, να κατανοεί τα «σωστά» μαθηματικά και να συμμετέχει σε θετικές σπουδές Φυσικές Επιστήμες, Τεχνολογία, Μηχανική και Μαθηματικά [STEM-Science, Technology, Engineering, and Mathematics)]–  λειτουργεί ως μέτρο σύγκρισης για το ποιος ανήκει και ποιος αποκλείεται από τον «επιθυμητό» μαθηματικό κόσμο. Όσοι δεν ανταποκρίνονται κατατάσσονται ως «μη ικανοί», «ανεπαρκείς», «αποτυχημένοι», «αποκλίνοντες». Έτσι, τα μαθηματικά εργαλειοποιούνται ως μηχανισμός ταξικής, έμφυλης, φυλετικής, μισαναπηρικής και ευρωκεντρικής πύλης, όχι απλώς για τη σύνδεση με τον κόσμο, αλλά κυρίως για την παραγωγή υποκειμένων ικανών να αυτορρυθμίζονται και να συμμετέχουν ενεργά στο έθνος και στη διεθνή κοινότητα. Η Yolcu δείχνει ότι αυτές οι δεξιότητες δεν είναι ουδέτερες· αντίθετα, είναι ιστορικά φορτισμένες και ενταγμένες σε μια πολιτική διαχείρισης σωμάτων ακόμη και μέσα στη σχολική τάξη, βασισμένη στην ταξινόμηση και τον αποκλεισμό. Η μαθηματική λογική λειτουργεί, τελικά, ως εργαλείο μέσω του οποίου οικοδομείται η τουρκική νεωτερικότητα με όρους ευρωκεντρικής παγκοσμιότητας.

Στο Κεφάλαιο 9, η Jayasree Subramanian εστιάζει στην Εθνική Εκπαιδευτική Πολιτική της Ινδίας (National Education Policy-NEP- 2020) και τον τρόπο με τον οποίο αυτή διαμορφώνει τη μαθηματική εκπαίδευση. Η πολιτική αυτή, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει το εθνικό αφήγημα και να καλλιεργήσει υπερηφάνεια για την ινδική ταυτότητα, προβάλλει έντονα τη σανσκριτική γλώσσα και τα λεγόμενα Βεδικά (Vedic) μαθηματικά, που ωστόσο έχουν αμφισβητούμενη ιστορική βάση και συνδέονται στενά με τη βραχμανική ελίτ.[8] Παράλληλα, παρουσιάζεται ως όραμα η διαμόρφωση του Ινδού μαθητή ως «παγκόσμιου πολίτη», επιχειρώντας να συνδυάσει την παγκοσμιότητα με το εθνικό και θρησκευτικό στοιχείο.

Ωστόσο, μέσα από έννοιες όπως η «έμφυτη μαθηματική κλίση», η πολιτική αυτή οδηγεί στη δημιουργία ενός διαφοροποιημένου προγράμματος σπουδών που ενισχύει και αναπαράγει ιεραρχίες κάστας και κοινωνικούς αποκλεισμούς, δίνοντας έμφαση κυρίως στους άνδρες ανώτερων καστών και αφήνοντας στο περιθώριο άλλες ομάδες, γεγονός που έρχεται σε αντίφαση με τη ρητορική περί συμπερίληψης. Επιπλέον, αποσιωπάται η σημασία των τοπικών και λαϊκών μαθηματικών παραδόσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να συμβάλλουν σε μια πιο δημοκρατική και πραγματικά συμπεριληπτική εκπαίδευση. Ως εκ τούτου, ανακύπτουν κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με το ποιοι αποκτούν πρόσβαση στην «παγκόσμια πολιτειότητα» που προβάλλει η NEP 2020 και ποιοι παραμένουν αόρατοι ή αποκλεισμένοι από το σύγχρονο εκπαιδευτικό αφήγημα της Ινδίας —ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι ο όρος έχει ήδη δεχθεί βάσιμη κριτική για τον εθνικιστικό του προσανατολισμό.

Στο Κεφάλαιο 10, οι Angela Valencia-Salas και Luz Valoyes-Chávez αναλύουν πώς οι μεταρρυθμίσεις στη μαθηματική εκπαίδευση στην Κολομβία, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, επηρεάζουν την πρόσβαση των Μαύρων Κολομβιανών στην ιδιότητα του πολίτη. Αν και παρουσιάζονται ως μέσα για ισότητα και δημοκρατική συμμετοχή, τέτοιες μεταρρυθμίσεις συχνά αναπαράγουν φυλετικές ανισότητες και κοινωνικούς αποκλεισμούς. Ιστορικά, η συμμετοχή των Μαύρων στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Κολομβίας υπονομεύτηκε από φυλετικά πρότζεκτ, όπως το mestizaje,[9] μια στρατηγική «λεύκανσης» του πληθυσμού, που στόχευε στην εξάλειψη των μαύρων και ιθαγενών στοιχείων από την εθνική ταυτότητα, υποτίθεται για την ενίσχυση της δημοκρατίας. Αντί για ενσωμάτωση, οι Μαύροι παρουσιάζονταν ως ανώριμα και αμόρφωτα «παιδιά» και ακατάλληλοι για πλήρη πολιτική συμμετοχή. Προγράμματα μαθηματικής εκπαίδευσης, αντί να χειραφετούν, συχνά ενισχύουν και αναπαράγουν τα ίδια συστήματα καταπίεσης που ιστορικά απέκλεισαν τους Μαύρους από την πλήρη ιδιότητα του πολίτη.

Οι Renata Rodrigues Souza και Marcio Antonio da Silva, στο Κεφάλαιο 11, μελετούν πώς τα σχολικά βιβλία μαθηματικών στη Βραζιλία δεν περιορίζονται στην καθαρά μαθηματική γνώση, αλλά λειτουργούν ως εργαλεία κοινωνικού ελέγχου, προωθώντας συγκεκριμένες ιδέες για την «υγιή» και «καλή» ιθαγένεια, ιδιαίτερα μετά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας (1964–1985). Το Σύνταγμα του 1988, γνωστό ως «Σύνταγμα του Πολίτη», σηματοδότησε φαινομενικά μια νέα εποχή ελευθερίας, δημοκρατίας και δικαιωμάτων· στην πράξη, ωστόσο, η έννοια της πολιτειότητας έχει αφομοιωθεί από νεοφιλελεύθερες λογικές, μετατρέποντας τη «διαπαιδαγώγηση για την ιδιότητα του πολίτη» σε μηχανισμό καθημερινού ελέγχου της συμπεριφοράς των μαθητών, αντί για εργαλείο χειραφέτησης. Η μαθηματική εκπαίδευση  και ειδικότερα τα σχολικά εγχειρίδια του λυκείου, συνδέονται με την υγειονομική εκπαίδευση: παραδείγματα όπως ο υπολογισμός του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), πίνακες διατροφής, γραφήματα για τη σωματική άσκηση ή τη χρήση καπνού χρησιμοποιούνται για να διαμορφώσουν πρότυπα «υγιούς πολίτη», δημιουργώντας ένα πλαίσιο αυτορρύθμισης σύμφωνο με το ήθος του νεοφιλελεύθερου υποκειμένου.

Οι Vanessa Franco Neto και Paola Valero, στο Κεφάλαιο 12, εξετάζουν πώς τα σχολικά βιβλία μαθηματικών που διανέμονται στα βραζιλιάνικα δημοτικά σχολεία της υπαίθρου [μέσω του προγράμματος Εθνικό Πρόγραμμα Διδακτικών Βιβλίων για την Ύπαιθρο (Programa Nacional do Livro Didático do Campo (PNLD Campo)], που καλύπτει περίπου το 15% του πληθυσμού), λειτουργούν όχι μόνο ως εκπαιδευτικά εργαλεία, αλλά και ως μέσα πειθάρχησης και διαμόρφωσης υποκειμένων σύμφωνα με νεοφιλελεύθερα πρότυπα. Οι συγγραφείς μας καλούν να αντισταθούμε κριτικά στη «μαγεία της παγκοσμιοποίησης», δηλαδή στην αντίληψη ότι αυτή οδηγεί σε ενοποίηση πολιτισμών και εκπαίδευσης και, κατ’ επέκταση, στην παραγωγή ενός παγκόσμιου, ομοιογενούς και ανταγωνιστικού πολίτη, ο οποίος προβάλλεται ως το ιδανικό ενός απελευθερωτικού ιδεώδους. Εξετάζουν πώς η νεοφιλελεύθερη λογική του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης επιβάλλεται στις αγροτικές κοινότητες, όχι μόνο στη Βραζιλία αλλά και σε άλλες περιοχές του παγκόσμιου Νότου και Βορρά,  υπονομεύοντας τις τοπικές παραδόσεις και μετατρέποντας τους αγρότες σε πειθαρχημένους εργάτες ή παραγωγούς για τις ανάγκες της αγοράς.

Στο Κεφάλαιο 13, οι Eric Vandendriessche, Kécio Gonçalves Leite, Maria Cecilia Fantinato και Pierre Metsan εξετάζουν τη δυνατότητα υλοποίησης ενός πολιτισμικά και τοπικά εδραιωμένου προγράμματος μαθηματικών στη Δημοκρατία του Βανουάτου και στην αυτόχθονη κοινότητα των Παϊτέρι (Paiter) στον Αμαζόνιο της Βραζιλίας, αναγνωρίζοντας και διατηρώντας τοπικές γνώσεις και παραδόσεις (π.χ. αριθμητικά συστήματα, γεωμετρικά σχήματα, ημερολόγια βασισμένα στη φύση). Ωστόσο, η παγκοσμιοποίηση πιέζει αυτές τις περιοχές να διδάσκουν τα «κανονικά» δηλαδή, τα δυτικά μαθηματικά (όπως άλγεβρα, στατιστική, γεωμετρία), μέσα από τις παραδοσιακές τους πρακτικές ώστε οι μαθητές να ενταχθούν στην παγκόσμια οικονομία. Η ενσωμάτωση της τοπικής γνώσης στη μαθηματική εκπαίδευση, τονίζουν οι συγγραφείς, δεν είναι απλώς παιδαγωγική καινοτομία, αλλά πολιτική πράξη αντίστασης-διατήρησης και διέξοδος στις αυτόχθονες κοινότητες να καλλιεργήσουν αίσθηση ταυτότητας. Η έμφαση στην τοπική παράδοση, καταλήγουν, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις διαδικασίες αποαποικιοποίησης, ενδυναμώνοντας τις κοινότητες και προάγοντας πολιτισμικά δίκαιες προσεγγίσεις στη διδασκαλία των μαθηματικών. Ωστόσο, ενέχει τον κίνδυνο του ανοίγματος σε έμμεσες διαδικασίες εκπολιτισμού στον δυτικό παγκόσμιο τρόπο σκέψης

Στο 14ο κεφάλαιο, οι Gill Adams, Hilary Povey και Fufy Demissie εξετάζουν πώς οι δάσκαλοι του δημοτικού μπορούν να διδάσκουν τα μαθηματικά με τρόπο που προάγει την κοινωνική δικαιοσύνη και την ενεργή πολιτειότητα, μέσω φιλοσοφικών και κριτικών προσεγγίσεων. Το πρόγραμμα η Φιλοσοφία στην Τάξη και τα Μαθηματικά [Philosophy in the Classroom and Mathematics (PiCaM (Erasmus)], το οποίο υλοποιήθηκε σε πέντε χώρες (Αγγλία, Γερμανία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Ρουμανία) και αφορούσε τάξεις 10–12 ετών, αναδεικνύει ότι σε πολλές χώρες το σχολείο λειτουργεί ως ένας «εκτελεστικός μηχανισμός» που δεν αφήνει χώρο για κριτική ή εναλλακτική σκέψη και αντιπροτείνει ένα αναδυόμενο και σύνθετο, τοπικά προσανατολισμένο πρόγραμμα σπουδών. Τα υλικά του PiCaM συνδέουν τη διδασκαλία των μαθηματικών με θέματα πολιτειότητας, απο-αποικιοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ παράλληλα προάγουν τη συνεργασία, τη συνύπαρξη και τη φιλοσοφική διερώτηση στην τάξη, ενθαρρύνοντας τα παιδιά να σκέφτονται κριτικά και συλλογικά. Μακριά από την τεχνική τυπολατρία της απόδοσης και των «δεξιοτήτων του 21ου αιώνα», η διδασκαλία καλείται να γίνει τόπος ρήξης και ελπίδας, όπου καλλιεργούνται η αμφιβολία και η ευελιξία, συνδυασμένες με κριτική σκέψη, φροντίδα και δημιουργικότητα.

Τέλος, στον επίλογο, ο Thomas S. Popkewitz σχολιάζει τα ευρήματα και τις παρεμβάσεις του τόμου, ενθαρρύνοντας μια προσέγγιση που απορρίπτει τον εφησυχασμό ή τη «λύση» των ζητημάτων που σχετίζονται με την πολιτειότητα και τα μαθηματικά. Υπερασπίζεται την ανοιχτότητα και τη συνεχή αμφισβήτηση, αντί να αναζητά κλεισίματα ή σαφείς καταλήξεις, προτείνει ότι η εκπαίδευση στα μαθηματικά πρέπει να διατηρεί το στοιχείο της απορίας και της πολυπλοκότητας. Τονίζει ότι το αναλυτικό πρόγραμμα και η διδασκαλία των μαθηματικών δεν αφορούν μόνο τη μετάδοση ουδέτερης γνώσης, αλλά αποτελούν πολιτικές και πολιτισμικές πρακτικές που φτιάχνουν (fabricate) είδη ανθρώπων, όπως τον «ικανό στα μαθηματικά μαθητή» ή τον «πολίτη του μέλλοντος». Αυτές οι κατηγοριοποιήσεις, που προβάλλονται ως ουτοπικά πρότυπα μέσα από εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και αξιολογήσεις [(π.χ. Φυσικές Επιστήμες, Τεχνολογία, Μηχανική, Μαθηματικά (STEM), Φυσικές Επιστήμες, Τεχνολογία, Μηχανική, Τέχνες, Μαθηματικά (STEAM)], δεν είναι απλώς τεχνικά ή ουδέτερα εργαλεία, αλλά κοινωνικές και ηθικές κατασκευές που καθορίζουν τι σημαίνει να είσαι «καλός πολίτης» ή «επιτυχημένος μαθητής» σε διεθνές επίπεδο, κάτι που, όπως θα προσέθετα, δομήθηκε ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο Popkewitz προτείνει τελικά να παραμείνουμε μέσα στην «ταραχή» (trouble), να συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε και να φανταζόμαστε εναλλακτικούς τρόπους σχέσης με τα μαθηματικά, την πολιτειότητα, την εκπαίδευση και τους άλλους.

Οι harraga και το trouble της παγκόσμιας ιθαγένειας: Κάποιες σκέψεις διαβάζοντας τον τόμο και τη φρίκη της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης

Οι harraga (λαϊκός όρος που χρησιμοποιείται κυρίως σε χώρες της Βόρειας Αφρικής, όπως η Αλγερία, το Μαρόκο και η Τυνησία, για να περιγράψει μετανάστες χωρίς έγγραφα, κυρίως νέους ανθρώπους που προσπαθούν να φτάσουν στην Ευρώπη παρακάμπτοντας τα σύνορα και καίγοντας ταυτοποιητικά έγγραφα, ώστε να μην μπορούν να επιστραφούν ή να ταυτοποιηθούν από τις αρχές) είναι άνθρωποι χωρίς χαρτιά, κυριολεκτικά και μεταφορικά· «καίνε» την ταυτότητα που ορίζει αν είναι πολίτες ή όχι, ορατοί ή αόρατοι, στο πιο δύσκολο πέρασμα που αναγκάζονται να κάνουν μέσα από τη Μεσόγειο. Το αφήγημα του «μαθηματικά παγκόσμιου ικανού πολίτη» -ευφυούς, υγιούς, λειτουργικού, κανονικού- όπως σκιαγραφείται στον τόμο παρότι δεν αναφέρεται, μάς φέρνει στον νου μας τους harraga. Αυτοί ενσαρκώνουν το «υπανάπτυκτο» σώμα· το σώμα που δεν χωρά στο μαθηματικό πλαίσιο της Δύσης, δεν λογαριάζεται ως παραγωγικό, δεν ανήκει στην κανονιστική μαθηματική «τάξη» -όπως τα τόσα παιδιά που συναντάμε από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τους άτυπους μετανάστες και πρόσφυγες, οι οποίοι περνάνε τα σύνορα κρυφά, θύματα της αποτυχίας της ιμπεριαλιστικής Ευρώπης και του διεθνούς μπλοκ…..να διασφαλίσει ασφαλείς και νομικές οδούς μετακίνησης. Αυτοί οι άνθρωποι, αν και ανθρώπινοι, δεν έχουν δικαίωμα να υπάρχουν στα μάτια αυτής της διεθνούς κοινότητας και της διεθνούς ιθαγένειας του ίδιου του ανθρώπινου.

Οι harraga είναι αμέτρητοι -κυριολεκτικά. Δεν «μετριούνται» σε καμία εθνική ή διεθνή αξιολόγηση. Δεν είναι καν «εκπαιδεύσιμοι» μέσα στα προτεινόμενα αναλυτικά προγράμματα. Άρα, αποκλείονται όχι μόνο πολιτικά, αλλά και επιστημολογικά. Και όμως, οι harraga δεν είναι απλώς «θύματα»· είναι παραβάτες της λογικής του εθνικού κράτους, του συνόρου, του αριθμού, του κανόνα. Ως σώματα χωρίς έγγραφα, χωρίς αναγνωρίσιμη ιθαγένεια και χωρίς «μετρήσιμη» μαθηματική ταυτότητα, βρίσκονται στο ακριβώς αντίθετο άκρο από τον «μαθηματικά ικανό πολίτη» της παγκοσμιοποιημένης εκπαιδευτικής πολιτικής. Καίγοντας τα χαρτιά τους για να επιβιώσουν στο πιο επικίνδυνο πέρασμα προς τη Δύση, αρνούνται να μετατραπούν σε «ανάξια» ζωή και καίγονται και οι ίδιοι όπως είδαμε στα σύνορα με την Τουρκία στον Έβρο. Απορρίπτουν τον λόγο της μετρησιμότητας, της πειθάρχησης και της τεχνοκρατικής εξομάλυνσης και αποκαλύπτουν το βαθύ κενό της παγκόσμιας μαθηματικής ιθαγένειας. Την αποικιοκρατικότητα του οικουμενικού κανόνα. Την ουτοπική βία του δυτικού προτύπου.

Η ίδια τους η αντίσταση, όπως ακριβώς μας καλεί ο τόμος μέσα από την έννοια του citizenship trouble (αναταραχή πολιτειότητας), μάς υπενθυμίζει (ειδικά σήμερα που οι αξιολογήσεις επιχειρούν να κρίνουν κάθε πτυχή της ζωής μας, ακόμη και στα πανεπιστήμια, εντός μιας παγκόσμιας ταξινόμησης γνώσης, ικανοτήτων και δεξιοτήτων με βάση την επίφαση της αξιοκρατίας) ότι εκεί όπου η αριθμητική καταρρέει και η λογική της αξιολόγησης σβήνει εντός της διασφάλισης των κοινών αγαθών, όπως η αλληλεγγύη και η κοινότητα, γεννιέται μια νέα μορφή πολιτειότητας: εκείνη που δεν ζητά αναγνώριση από τον αποικιοκράτη, ούτε επιβεβαίωση από την παγκόσμια γραφειοκρατική εξουσία του.

L.H.O.O.Q. (1919) – Marcel Duchamp

 

Η L.H.O.O.Q., λεκτικό και εικαστικό σχόλιο πάνω στην πατριαρχική και επιστημονική αυθεντία, όπως ο Marcel Duchamp, ένας από τους πιο εμβληματικούς και ανατρεπτικούς καλλιτέχνες του 20ού αιώνα μέσω του κινήματος Dada, που το 1919 ζωγράφισε μουστάκι στη Μόνα Λίζα, λειτουργεί εδώ, στην ανάγνωσή μου, ως μεταφορά για τη μαθηματική εκπαίδευση: μια μορφή ειρωνικής ανατροπής που διαταράσσει τη λογική της κανονικότητας. Να «ζωγραφίσουμε μουστάκι» στη δήθεν ουδέτερη μαθηματική λογική της Σοφίας, ενώ διαβάζω ξανά και ξανά τον πρόλογο των επιμελητριών, που βάζουν και το προσωπικό τους κομμάτι εξαρχής, θυμίζοντάς μου πόσο σημαντικό είναι να αποδομούμε μια γνώση μέσα από το προσωπικό μας βίωμα και κάτω από τη συνεχή ψευδαίσθηση ότι, για να αναπαράξουμε μια αντικειμενική γνώση, πρέπει να μεταμορφωθούμε σε κάτι μετανθρώπινο.

Οι επιμελήτριες, στην ανάγνωσή μου, τολμούν να δείξουν την ανθρώπινη διάσταση της πολιτειότητας και, εντέλει, την ανθρώπινη διάσταση μιας οικουμενικής πολιτειότητας, όπως όταν μας θυμίζουν ότι βίωσαν τις επιπτώσεις της πανδημίας, δύο μεγάλων σεισμών που έπληξαν τις πατρίδες τους, την Κρήτη και το Αντιγιάμαν, καθώς και πυρκαγιών και πλημμυρών που απείλησαν άμεσα τη ζωή τους στον Βόλο και στις διαδρομές τους στην τουρκική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα, ο κόσμος συγκλονιζόταν από παρόμοια φαινόμενα, όπως οι πλημμύρες στη Λιβύη, η έκρηξη ηφαιστείου στην Ισλανδία, ο πόλεμος στην Ουκρανία και στην Παλαιστίνη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αναρωτιούνται τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης σε μια χώρα της περιφέρειας του παγκόσμιου Βορρά και Νότου· ποιος έχει την ευθύνη να δράσει και ποιος μπορεί να δράσει πραγματικά· ποια είναι η θέση των πολιτών, των «μη-πολιτών» ή των «όχι-ακόμα-πολιτών»· τι συμβαίνει με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες χωρίς νομικό καθεστώς, που ωστόσο μοιράζονται τον ίδιο χώρο, τον ίδιο αέρα, τις ίδιες ανάγκες.

Χωρίς να δίνουν οριστικές απαντήσεις, αναγνωρίζουν ότι η πολιτειότητα παραμένει ένα παράδοξο αντιφατικών (α)δυνατοτήτων, που εξακολουθεί να φέρει μαζί του τις αρχές και τις ποιότητες μιας δημοκρατικής ουτοπίας, καλώντας μας, θα προσθέσω προκλητικά, να δράσουμε όπως ο Duchamp: να «ζωγραφίσουμε μουστάκι» στη δήθεν ουδέτερη μαθηματική λογική της Σοφίας. Μας προσφέρουν έτσι έναν τόμο-χειρονομία απελευθέρωσης από τον παγκόσμιο κανόνα, την αισθητική, τη λογική και την «πολιτισμένη» αρ(τ)ιμελή, πατριαρχική και αποικιοκρατική επιστήμη, την αποικία των μοντέρνων ορθολογικών μαθηματικών, μιας αξιοκρατικής πολιτειότητας. Τα κείμενα στέκονται κριτικά απέναντι στην ορθολογικότητα του παγκόσμιου, μαθηματικά ικανού πολίτη, αφήνοντας ανοιχτό το ρίζωμα της αντίστασης από τον Νότο προς τον Βορρά, που δεν επιδιώκει μια νέα καθολικότητα, αλλά λειτουργεί ως ρωγμή, ως συνεχής ανυπακοή των κοινοτήτων και ως από-ιστορικοποίηση των προσωπικών ιστοριών.

Από την αναταραχή της παγκόσμιας πολιτειότητας (global citizen trouble) στην αναταραχή της αποικιακότητας (coloniality trouble) 

Ο συλλογικός αυτός τόμος αναδεικνύει ότι τα μαθηματικά δεν είναι απλώς αριθμοί ή ουδέτερη γνώση, αλλά ένα πεδίο όπου διακυβεύονται ζητήματα δικαιοσύνης, σωμάτων, φύλου, φυλής και εξουσίας, αλλά και της ίδιας της πολιτειότητας. Η αριθμητική τάξη της δυτικής επιστήμης, η κανονιστικότητα των εκπαιδευτικών πολιτικών, η παθολογικοποίηση της διαφοράς και η αποσιώπηση της ενσώματης εμπειρίας, όλα αποδομούνται. Τα κεφάλαια συνομιλούν με την ιστορία της επιστήμης, την αποικιοκρατία και τις έμφυλες και φυλετικές ιεραρχίες, αποκαλύπτοντας ότι τα μαθηματικά, όπως και το φύλο, δεν είναι προϊόντα μιας φυσικής εξέλιξης ή μιας βιολογίας ατομικών αξιοκρατικών δυνατοτήτων, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων ευρωκεντρικών κοινωνικών, πολιτικών και επιστημονικών μηχανισμών πολιτειότητας και διαμόρφωσης ενός απάνθρωπου ιμπεριαλισμού μέσω της αποικιοποίησης της γνώσης. Γι’ αυτό είναι επιτακτική η ανάγκη της ιστορικοποίησής τους.

Όπως οι ντανταϊστές υπονόμευσαν τη λογική της τέχνης για να καταδείξουν το παράλογο του κόσμου, έτσι και ο τόμος προτείνει να διαταράξουμε το φαινομενικά ουδέτερο, αθώο και «ορθολογικό» σώμα μαθηματικής γνώσης στο όνομα της συμπερίληψης και της παγκοσμιοποίησης· ιστορικοποιώντας το πλαίσιο και αναδεικνύοντας τη μαθηματική γνώση και εφαρμογή ως κοινωνική και αποικιακή κατασκευή. Με αυτόν τον τρόπο φέρνει την αντίσταση από τον Νότο προς τον Βορρά, από τις κοινότητες προς το παγκόσμιο μοντέλο του πολίτη και της πολιτειότητας.

Το βιβλίο αποτελεί ένα ριζοσπαστικό κάλεσμα να δημιουργήσουμε νέα troubles, ρωγμές στις κανονιστικές έννοιες της πολιτειότητας, του σχολείου, της γνώσης. Σε μια εποχή γενοκτονίας, αποκλεισμού και μαθηματικής αξιολόγησης ως νεκροπολιτικής, ο τόμος αυτός είναι απολύτως αναγκαίος. Μας καλεί να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει «μαθηματικά ικανός», τι σημαίνει «ανήκω» και, κυρίως, πώς μπορεί να υπάρξει ένας άλλος κόσμος μέσα από τα ριζώματα της αμφιβολίας, της σχέσης, της ενσώματης εμπειρίας και της αντίστασης.

Ιστορικοποιώντας το πλαίσιο της μαθηματικής εκπαίδευσης ως κομμάτι μιας οικουμενικής πολιτειότητας, οι δύο επιμελήτριες δείχνουν ότι η διεθνής αυτή προσπάθεια, η οποία ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, επιτρέπει διεθνείς συγκρίσεις εκπαιδευτικών συστημάτων, πάντοτε όμως με άξονα το ευρωκεντρικό, ιμπεριαλιστικό και μισαναπηρικό μοντέλο αξιοκρατίας και αξιολόγησης.

Στη χώρα μας, η έμφαση στην αριστεία διατηρείται πάντα με όρους της δυτικής πολιτειότητας: είτε μέσω των Πανελλαδικών Εξετάσεων, είτε μέσα από τους διαγωνισμούς που οργανώνει η Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία, είτε ακόμη και μέσω ψυχαγωγικών παιχνιδιών και δραστηριοτήτων στις οποίες επενδύει η ευρωκεντρική «αστική» οικογένεια, εντείνοντας την επιθυμία για την ανάδειξη «μαθηματικών ταλέντων» που συμμορφώνονται με το δυτικό, ορθολογικό παράδειγμα. Έτσι, αναπαράγεται μια πολιτειότητα ανταγωνισμού και όχι αλληλεγγύης. Παράλληλα, οι αξιολογήσεις, ακόμη και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, μάς υπενθυμίζουν ότι αυτή η πολιτειότητα έχει βαθιές ρίζες σε μια τεχνολογία αποικιοκρατίας και στη μεταμόρφωση, τελικά, του «Τρίτου Κόσμου» σε υπάκουη πολιτειότητα· μια πολιτειότητα που μαθαίνει να αδιαφορεί για το προσωπικό βίωμα και το τραύμα της κοινότητας, λειτουργώντας ως τεχνολογία πολέμου.

Κατά τη διάρκεια ομιλίας, τον Νοέμβριο του 2024, ο Νίκος Δένδιας, σε εκδήλωση του Ροταριανού Ομίλου, «αναφέρθηκε στο όραμά του» για τη στήριξη των στρατιωτικών οικογενειών που έχουν παιδιά με αυτισμό. Όπως εξήγησε, οι Ένοπλες Δυνάμεις θα μπορούσαν να εκπαιδεύσουν παιδιά «που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού» σε δεξιότητες χρήσιμες για στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως η αναγνώριση εικόνων σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και drones. Μάλιστα, τόνισε ότι το Ισραήλ διαθέτει αντίστοιχες μονάδες και ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις θα μπορούσαν να εμπνευστούν από αυτό το μοντέλο, αξιοποιώντας τις «μοναδικές δεξιότητες» αυτών των παιδιών.

Εν κατακλείδι, η ανάγνωση αυτού του τόμου δεν είναι μια «ουδέτερη» ακαδημαϊκή άσκηση, αλλά μια πράξη θέσης: μας καλεί να δούμε τα μαθηματικά ως γνώση αλλιώς, να αποκαθηλώσουμε την «αλήθεια» της επιστήμης, να υπερασπιστούμε τη διαφορά, το απρόβλεπτο και τη συλλογική φαντασία απέναντι σε κάθε μορφή κανονικότητας και αποκλεισμού. Αξίζει να σταθούμε στο ερώτημα: Ποιος ορίζει τι σημαίνει να «ανήκεις»; Και τι μαθηματικά, ποια κοινωνία και, εν τέλει, ποια πολιτειότητα θέλουμε να φανταστούμε από εδώ και πέρα, εν μέσω μιας γενοκτονίας και ενός φασισμού που καλπάζει με όλο και πιο απάνθρωπο πρόσωπο, μέσω της ίδιας της γνώσης και ενός μοντέλου αποικιοκρατικής (μαθηματικής) αξιολόγησης;

Ίσως, τελικά, η πράξη της αποαποικιοποίησης να μην είναι τίποτε άλλο από το να ξαναμάθουμε να μετράμε αλλιώς, όχι με αριθμούς, αλλά με σώματα, σχέσεις, τραύματα και φροντίδα· να αναγνωρίσουμε ότι ακόμη και τα πιο «ουδέτερα» μαθηματικά χρειάζονται μια νέα, ίντερσεξ, τρανς, αποαποικιοκρατική και διαθεματική φεμινιστική σκέψη προς όφελος της κοινής μας ανθρωπινότητας.


Το κείμενο της Δήμητρας Τζανάκη επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

marginalia.gr

Η Υπέρμαχος Στρατηγός και η επέτειος 1400 ετών από την καθιέρωση του Ακαθίστου Ύμνου

0

Του Κωνσταντίνου Χολέβα – Πολιτικού Επιστήμονος

Έχω μπροστά μου και διαβάζω με συγκίνηση την Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου της 27ης Μαρτίου 2026, η οποία εκδόθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 1400 ετών από την πρώτη «ορθοστάδην ψαλμώδηση» του Ακαθίστου Ύμνου το 626 μ.Χ.

Και τούτο διότι φέτος η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει μία ξεχωριστή επέτειο: Τη συμπλήρωση δεκατεσσάρων αιώνων από την πρώτη επίσημη ψαλμώδηση του Ακαθίστου Ύμνου στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, μετά τη σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως από την πολιορκία των Αβάρων και των Περσών. Με αφορμή την επέτειο αυτή το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο, η οποία υπενθυμίζει τη διαχρονική σημασία του γεγονότος για την εκκλησιαστική και πολιτιστική ιστορία του Γένους και της Οικουμενικής Ορθοδοξίας.

Στην Εγκύκλιο υπογραμμίζεται ότι ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελεί «μνημείον του έλληνος λόγου και χρυσοπλοκώτατον τέχνημα θεοπνεύστου θεολογίας» της Ορθοδοξίας. Η επέτειος των 1400 ετών προσφέρει την ευκαιρία να αναδειχθεί η συμβολή του στη θεολογική σκέψη, τη λατρευτική ζωή και την εκκλησιαστική τέχνη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, καθώς και η ευρύτερη επιρροή του στην παιδεία και στον πολιτισμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο γεγονός ότι ο ύμνος δοξολογεί τον Ενανθρωπήσαντα Κύριο, αλλά  ταυτοχρόνως συνδέεται άρρηκτα με την ευγνωμοσύνη των κατοίκων της Βασιλεύουσας προς την Υπεραγία Θεοτόκο για τη διάσωση της Πόλης. Η Εγκύκλιος υπενθυμίζει ότι το 626 μ.Χ. ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως συγκεντρώθηκε και προσευχήθηκε όρθιος στον Ναό των Βλαχερνών για να ευχαριστήσει την Παναγία, γεγονός από το οποίο προήλθε και η ονομασία «Ακάθιστος Ύμνος».

Στην Εγκύκλιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρουσιάζει τον Ακάθιστο Ύμνο όχι μόνο ως ιστορικό μνημείο της βυζαντινής εποχής, αλλά και ως ζωντανή έκφραση της πνευματικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Συμφώνως προς το μήνυμα του Πατριαρχείου, ο ύμνος εξακολουθεί να εμπνέει τους πιστούς και να μεταφέρει ένα διαχρονικό μήνυμα πίστεως, ελπίδας και εμπιστοσύνης στη Θεία Πρόνοια, ιδίως δε σε περιόδους δοκιμασιών και αβεβαιότητας. Έχει μεταφρασθεί σε πολλές γλώσσες και έχει εμπνεύσει ποιητές και αγιογράφους.

Το Πατριαρχείο μάς ενημερώνει ότι η προσφώνηση «Χαίρε» προς την Υπεραγία Θεοτόκο επαναλαμβάνεται 144 φορές  (δώδεκα φορές σε δώδεκα Οίκους) και τούτο συμβολίζει τις 144.000 των αγνών Αγίων της Αποκαλύψεως του Ιωάννου (Αποκ. ιδ΄, 1-5). Η Εγκύκλιος τονίζει ότι η εισαγωγή του Κοντακίου, το Προοίμιό του, ήταν αρχικά το γνωστό «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει», ενώ μετά το 626 μ.Χ. καθιερώθηκε ο εισαγωγικός ύμνος «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια»

Εξ όσων γνωρίζω το ζήτημα της πατρότητας του Ακαθίστου Ύμνου παραμένει αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Κατά καιρούς έχει αποδοθεί η σύνθεσή του στον Ρωμανό τον Μελωδό, στον Πατριάρχη Σέργιο Α΄  και σε άλλους.

Δηλαδή  ο πυρήνας του ύμνου είχε συντεθεί πριν από το 626 μ.Χ. ως θεολογικό και ποιητικό εγκώμιο της Θεοτόκου. Ωστόσο η σύνδεσή του με τη σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως και η λειτουργική χρήση του καθιερώθηκαν μετά τα γεγονότα της πολιορκίας.

Ας θυμηθούμε τα ιστορικά γεγονότα. Το έτος 626 ο Αυτοκράτωρ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας/Ρωμανίας Ηράκλειος απουσίαζε από την Κωνσταντινούπολη εκστρατεύων κατά των Περσών, οι οποίοι είχαν καταλάβει τους Αγίους Τόπους και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό. Οι Πέρσες μαζί με συμμάχους (Αβάρους, Σλάβους και άλλους) επιχείρησαν  να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους της Βασιλεύουσας με πολυάριθμο στρατό και στόλο. Η πρώτη εμφάνιση έγινε στα τέλη Ιουνίου και η στενή πολιορκία άρχισε στις 29 Ιουλίου από ξηρά και από θάλασσα. Αρχηγός των Περσών ήταν ο Σαρβαραζάς, ενώ  ηγέτες των Ελλήνων  ήταν ο Πατριάρχης Σέργιος μαζί τον υιό του Ηράκλειου, τον Κωνσταντίνο, και τον μάγιστρο Βώνο. Στις 7 Αυγούστου 626 μία μεγάλη θαλασσοταραχή βύθισε τα πλοία και τα μονόξυλα των πολιορκητών και την επόμενη ημέρα η πολιορκία είχε λυθεί.

Οι πολιορκημένοι Έλληνες Ορθόδοξοι (Ρωμαίοι ονομάζονταν οι υπήκοοι του πολυεθνικού κράτους, αλλά Έλληνες κατά πλειοψηφία ήσαν οι κάτοικοι της Πόλης) απέδωσαν τη σωτηρία τους σε θαύμα της Παναγίας. Άλλωστε από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η Παναγία η Οδηγήτρια ήταν η Πολιούχος της πρωτεύουσας της Ρωμανίας. Στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών  τελέσθηκε Αγρυπνία και εκεί ακούσθηκε για πρώτη φορα το Προοίμιον «Τη Υπερμάχω». Όλοι οι πιστοί ήσαν όρθιοι κατά την ψαλμώδηση των 24 Οίκων του Ακαθίστου Ύμνου. Όπως ξέρουμε κάθε Οίκος αρχίζει με ένα γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου και δημιουργείται ακροστιχίδα.

Ο Αυτοκράτωρ Ηράκλειος ολοκλήρωσε με νίκη την εκστρατεία του. Παρέλαβε απο τους ητττημένους Πέρσες στρατηγούς τον Τίμιο Σταυρό και στις 21 Μαρτίου 630 τον επέστρεψε πανηγυρικά στα Ιεροσόλυμα. Οι Άβαροι διαλύθηκαν ως κράτος και ως στρατός. Έκτοτε ο Ελληνισμός υμνεί την Υπέρμαχο Στρατηγό «δι΄ ής εγείρονται τρόπαια», «δι΄ ής εχθροί καταπίπτουσιν». Οι αγώνες του Ελληνισμού μέχρι και το έπος του 1940 εμπνέονται απο την Πίστη στην προστασία της Παναγίας.

Το Προοίμιον του Ακαθίστου Ύμνου, η απόδοση ευγνωμοσύνης στην Υπέρμαχο Στρατηγό για τη νίκη και τη λύτρωση από την εχθρική επιδρομή, υπήρξε ουσιαστικά  ο Εθνικός Ύμνος των Ελλήνων επί Βυζαντίου και Τουρκοκρατίας. Αλλά και σε νεώτερες περιόδους δοκιμασιών η καταφυγή στην Υπέρμαχο Στρατηγό έδινε θάρρος στο Γένος. Ο Γεώργιος Σεφέρης – ποιητής βραβευμένος το 1963 με Νόμπελ-  το 1941 υπηρετούσε στο Υπουργείο Εξωτερικών ως διπλωμάτης. Την ημέρα της Γερμανικής επίθεσης στην Ελλάδα, στις 6 Απριλίου 1941, είδε και άκουσε εντυπωσιασμένος ένα μεγάλο πλήθος στην οδό Σταδίου να ψάλλει τον ύμνο: «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ».

Προσευχόμαστε υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου και παρακαλούμε την Παναγία να προστατεύει ως Υπέρμαχος Στρατηγός τον Ελληνισμό, την Οικουμενική Ορθοδοξία και όλους τους αδικουμένους και κινδυνεύοντες.

Κ.Χ. ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Ιουλίου- Αυγούστου 2026

Ο γερουσιαστής των ΗΠΑ Λίντσεϊ Γκράχαμ πέθανε ύστερα από σύντομη και απρόσμενη ασθένεια, αναφέρει το γραφείο του

0

 

Των SEUNG MIN KIM και CHRIS MEGERIAN
Ενημερώθηκε στις 10:42 π.μ. ώρα Ελλάδας, 12 Ιουλίου 2026

ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ (AP) — Ο Αμερικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, ένας από τους στενότερους συμμάχους του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Κογκρέσο, ο οποίος ταξίδευε σε ολόκληρο τον κόσμο υποστηρίζοντας μια πιο δυναμική εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, πέθανε το βράδυ του Σαββάτου ύστερα από «σύντομη και αιφνίδια ασθένεια», σύμφωνα με ανακοίνωση του γραφείου του που δημοσιεύθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ήταν 71 ετών.

Το γραφείο του δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή από τη Νότια Καρολίνα και ανέφερε ότι η οικογένειά του «εκτιμά τις προσευχές αυτή τη στιγμή και ζητά να γίνει σεβαστή η ιδιωτικότητά της κατά τη διάρκεια αυτής της εξαιρετικά δύσκολης περιόδου».

«Ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, ένας από τους σπουδαιότερους ανθρώπους και γερουσιαστές που γνώρισα ποτέ, πέθανε!», έγραψε ο Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης νωρίς το πρωί της Κυριακής. «Εργαζόταν συνεχώς και ήταν ένας αληθινός Αμερικανός πατριώτης. Ο Λίντσεϊ θα μας λείψει πολύ!!! ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΕΙΣ. Τόσο θλιβερό!»

Ο επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Γερουσία, Τζον Θουν, Ρεπουμπλικανός από τη Νότια Ντακότα, δήλωσε: «Η καρδιά μου είναι βαριά σήμερα το πρωί, μαθαίνοντας για τον θάνατο του φίλου και συναδέλφου μου, γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ».

«Η μακρόχρονη και αφοσιωμένη υπηρεσία του Λίντσεϊ στην Πολεμική Αεροπορία και στο Κογκρέσο τον οδήγησε σε μακρινές περιοχές του κόσμου», είπε ο Θουν. «Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των Ηνωμένων Πολιτειών και ισχυρός σύμμαχος των χωρών σε όλο τον κόσμο που αγαπούν την ελευθερία. Πίστευε στη δύναμη της Αμερικής να επιτελεί καλό στον κόσμο και αφιέρωσε τη ζωή του στην προώθηση αυτού του σκοπού».

Ο Γκράχαμ διατηρούσε στενή σχέση με τον Τραμπ

Ο Γκράχαμ εξελέγη για πρώτη φορά στη Γερουσία των ΗΠΑ το 2002, αφού προηγουμένως είχε υπηρετήσει στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το 2016 διεκδίκησε για σύντομο διάστημα το προεδρικό χρίσμα και συγκρούστηκε με τον Τραμπ, χαρακτηρίζοντάς τον «ακατάλληλο για το αξίωμα».

Αργότερα, όμως, αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους του Τραμπ, συνομιλούσε συχνά μαζί του και αποτελούσε τακτική παρουσία στα γήπεδα γκολφ στο πλευρό του προέδρου.

Ο Γκράχαμ συμβούλευε ιδιαίτερα τον πρόεδρο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, όπως το Ιράν και η Ρωσία, και μόλις την Παρασκευή είχε ανακοινώσει συμφωνία με την κυβέρνηση Τραμπ για την προώθηση ενός πακέτου κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Ο Γκράχαμ είχε επισκεφθεί την Ουκρανία για να συναντηθεί με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος αναφέρθηκε στη δέκατη επίσκεψη του γερουσιαστή στη χώρα και τον ευχαρίστησε για την «αναγνώριση των πολεμιστών μας».

Ως μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων τη δεκαετία του 1990, ο Γκράχαμ υποστήριξε πολιτικές που αποσκοπούσαν στην απομόνωση του Ιράν και στον περιορισμό των πυραυλικών και πυρηνικών του προγραμμάτων.

Είχε επίσης χαιρετίσει την απόφαση του Τραμπ να πλήξει πυρηνικές εγκαταστάσεις τον περασμένο χρόνο και είχε υποστηρίξει την τελευταία σύγκρουση, η οποία ξεκίνησε πριν από λίγους μήνες.

Ο Ρεπουμπλικανός είχε διακεκριμένη σταδιοδρομία στο Καπιτώλιο

Ο Γκράχαμ ήταν πρόεδρος της Επιτροπής Προϋπολογισμού της Γερουσίας, γεγονός που του έδινε κεντρικό ρόλο κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί προωθούσαν σημαντικά νομοσχέδια με ψήφους αυστηρά κατά κομματική γραμμή, διαθέτοντας οριακή πλειοψηφία στο σώμα.

Η επιτροπή του επέβλεπε μια διαδικασία γνωστή ως «συμφιλίωση», μια κοινοβουλευτική διαδικασία της Γερουσίας που επέτρεψε στους Ρεπουμπλικανούς να εγκρίνουν σημαντικές πολιτικές, όπως ο φορολογικός νόμος του προηγούμενου έτους, χωρίς την απειλή παρελκυστικής τακτικής από τους Δημοκρατικούς.

Προηγουμένως είχε ηγηθεί της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Γερουσίας, όταν οι Ρεπουμπλικανοί επικύρωσαν το 2020 τον διορισμό της Έιμι Κόνι Μπάρετ στο Ανώτατο Δικαστήριο, και επρόκειτο να αναλάβει εκ νέου την προεδρία της επιτροπής, εφόσον το κόμμα διατηρούσε τον έλεγχο της Γερουσίας μετά τις φετινές ενδιάμεσες εκλογές.

Ο Γκράχαμ διαδραμάτισε επίσης κεντρικό ρόλο στις προσπάθειες της Γερουσίας να καταρτίσει μια ευρείας κλίμακας μεταρρύθμιση του μεταναστευτικού συστήματος το 2013, ως μέλος της αποκαλούμενης «Ομάδας των Οκτώ», μιας διακομματικής ομάδας που συνέταξε ένα εκτεταμένο νομοσχέδιο, το οποίο αναδιαμόρφωνε σχεδόν κάθε πτυχή της μεταναστευτικής νομοθεσίας των ΗΠΑ. Το μέτρο εγκρίθηκε από τη Γερουσία με 68 ψήφους, αλλά δεν τέθηκε ποτέ προς συζήτηση στη Βουλή των Αντιπροσώπων και, ως εκ τούτου, δεν έγινε νόμος.

Ωστόσο, οι απόψεις του Γκράχαμ για τη μετανάστευση, και ιδιαίτερα η υποστήριξή του σε μια διαδικασία απόκτησης της αμερικανικής υπηκοότητας για ανθρώπους που βρίσκονταν στις ΗΠΑ χωρίς νόμιμο καθεστώς, τον έφεραν σε σύγκρουση με μεγάλο μέρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και τον κατέστησαν ευάλωτο σε εσωκομματικές αμφισβητήσεις στη Νότια Καρολίνα, κάθε φορά που διεκδικούσε την επανεκλογή του.

Φέτος, ο Γκράχαμ αντιμετώπισε την απειλή εσωκομματικής υποψηφιότητας από τον Πολ Ντανς, έναν από τους βασικούς συντάκτες του «Project 2025», ενός συντηρητικού σχεδίου διακυβέρνησης που καταρτίστηκε την περίοδο κατά την οποία ο Τραμπ διεκδικούσε την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο. Ωστόσο, ο Ντανς αποσύρθηκε από την κούρσα τον Απρίλιο και ο Γκράχαμ κέρδισε την προκριματική εκλογή από τον πρώτο γύρο τον Ιούνιο. Τον Νοέμβριο επρόκειτο να αντιμετωπίσει τη Δημοκρατική Άνι Άντριους, παιδίατρο από το Τσάρλεστον.

Ο Γκράχαμ βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στους στενούς δεσμούς του με τον Τραμπ για να αποκρούσει τους εσωκομματικούς του αντιπάλους και, στην επινίκια ομιλία του τον περασμένο μήνα, απευθύνθηκε στον πρόεδρο λέγοντας: «Θα σε βοηθήσω να αλλάξεις αυτόν τον κόσμο και να αλλάξεις αυτή τη χώρα».

Ελάχιστες εξηγήσεις από το γραφείο του Γκράχαμ

Η λιτή ανακοίνωση του γραφείου του Γκράχαμ, η οποία δεν εξηγούσε τα αίτια του θανάτου του, δημοσιοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία εκφράζονται ανησυχίες για την έλλειψη διαφάνειας γύρω από την κατάσταση της υγείας των μελών του Κογκρέσου.

Ο βουλευτής Τομ Κιν Τζούνιορ, Ρεπουμπλικανός από το Νιου Τζέρσεϊ, απουσίαζε επί μήνες χωρίς να έχει δοθεί κάποια εξήγηση, προτού επιστρέψει στο Κογκρέσο και αποκαλύψει ότι είχε διαγνωστεί με κατάθλιψη.

Ο γερουσιαστής Μιτς Μακόνελ, Ρεπουμπλικανός από το Κεντάκι, νοσηλεύτηκε πριν από λίγες εβδομάδες για λόγους υγείας που δεν γνωστοποιήθηκαν.

SEUNG MIN KIM

Η Κιμ καλύπτει το ρεπορτάζ του Λευκού Οίκου για το Associated Press. Εντάχθηκε στο AP το 2022 και εδρεύει στην Ουάσινγκτον. Είναι επίσης πολιτική αναλύτρια στο CNN.

CHRIS MEGERIAN

Ο Μεγκεριάν επιβλέπει την κάλυψη της πολιτικής και των προεκλογικών εκστρατειών. Προηγουμένως κάλυπτε το ρεπορτάζ του Λευκού Οίκου και εδρεύει στην Ουάσινγκτον.

Αλέξης Παπουτσής: πότε αλλάζει μια πόλη;

0

Μια πόλη που δεν έχει φιλοδοξία, καταλήγει να πανηγυρίζει τα αυτονόητα. Μια πόλη που έχει φιλοδοξία, ιεραρχεί, διεκδικεί, σχεδιάζει και επιμένει

Το σύνθημα «η πόλη αλλάζει» έχει φθαρεί από τη χρήση. Η Θεσσαλονίκη αλλάζει. Η Αθήνα αλλάζει. Ο Πειραιάς αλλάζει. Το Ηράκλειο αλλάζει. Κάθε δήμαρχος, κάθε υποψήφιος δήμαρχος, κάθε διοίκηση που θέλει να εμφανιστεί κινητική, αποτελεσματική και αισιόδοξη, καταφεύγει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε αυτήν τη φράση. Λογικό. Είναι σύντομη, εύκολη, θετική, χωράει σε αφίσα, βίντεο, σε προεκλογικό φυλλάδιο και σε ανάρτηση στα social media.

Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται στο ίδιο το σύνθημα αλλά σε αυτό που υποδηλώνει. Για να το χρησιμοποιούν όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος και θητείας, σημαίνει ότι όλοι αντιλαμβάνονται πως υπάρχει ένα πάνδημο αίτημα αλλαγής. Και όταν λέμε αλλαγή, σχεδόν πάντα εννοούμε βελτίωση. Κανείς δεν ζητά να αλλάξει η πόλη του προς το χειρότερο. Ζητά να γίνει πιο λειτουργική, πιο όμορφη, πιο ασφαλής, πιο δίκαιη, πιο ανθεκτική, πιο φιλόδοξη. Άρα πίσω από το πολυφορεμένο σύνθημα υπάρχει κάτι πραγματική κοινωνική ανάγκη.

Αν όμως απογυμνώσουμε τη φράση από το προεκλογικό ή αυτοδιοικητικό της περιτύλιγμα, πρέπει να απαντήσουμε στο δύσκολο ερώτημα. Πότε αλλάζει πράγματι μια πόλη; Με ποιον τρόπο; Με ποια έργα; Με ποιες ιεραρχήσεις; Και κυρίως, με ποιους πόρους; Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Η Ελλάδα πέρασε μια δεκαπενταετία μεγάλης οικονομικής καθίζησης, δημοσιονομικής ασφυξίας και επενδυτικής αδράνειας. Η χρεοκοπία άφησε πίσω της ένα τεράστιο κενό στις επενδύσεις στις υποδομές, στη συντήρηση, στα δίκτυα, στα δημόσια κτίρια, στην ιδιωτική οικονομία, στα εισοδήματα, στην αυτοπεποίθηση. Οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για την αλλαγή μιας πόλης πρέπει να ξεκινά από αυτήν την παραδοχή. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε τα πάντα. Άρα οφείλουμε να ιεραρχήσουμε. Η πολιτική αρχίζει ακριβώς εκεί όπου πρέπει να επιλέξεις. Αν τα κάνεις όλα ίδια, τελικά δεν επιλέγεις τίποτα.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης.

Μια πόλη δεν αλλάζει με αναπλάσεις πεζοδρομίων και μικρών πάρκων. Μπορεί να βελτιώνεται, μπορεί να γίνεται πιο αξιοβίωτη, πιο φιλική, λιγότερο ενοχλητική στην καθημερινότητα του κατοίκου. Και αυτό δεν είναι λίγο. Για τον ηλικιωμένο που σκοντάφτει στο σπασμένο πεζοδρόμιο, το πεζοδρόμιο δεν είναι μικρό έργο. Για τον γονιό που θέλει μια καθαρή παιδική χαρά, η παιδική χαρά δεν είναι λεπτομέρεια. Για τον επαγγελματία που βλέπει τον δρόμο έξω από το κατάστημά του παρατημένο, η στοιχειώδης φροντίδα του δημόσιου χώρου έχει αξία. Όμως άλλο η βελτίωση της καθημερινότητας και άλλο η αλλαγή κατηγορίας μιας πόλης. Με τα πεζοδρόμια η πόλη γίνεται πιο αξιοβίωτη. Με τα παγκάκια γίνεται πιο φιλική. Με τις ασφαλτοστρώσεις λιγότερο εκνευριστική. Αλλά δεν αλλάζει ιστορική τροχιά. Η πόλη αλλάζει όταν παίρνει μεγάλες αποφάσεις για τον χώρο της. Όταν δεν αναπλάθει απλώς τετραγωνικά μέτρα, αλλά αναδιατάσσει χρήσεις, λειτουργίες και δυνατότητες. Η Θεσσαλονίκη θα αλλάξει περισσότερο από μια μεγάλη πράσινη ανάπλαση στη ΔΕΘ ή από ακόμη μερικές σημειακές παρεμβάσεις στο κέντρο; Θα αλλάξει περισσότερο από ένα δίκτυο μητροπολιτικών πάρκων στα πρώην στρατόπεδα ή από μικρές πλατείες χωρίς συνοχή; Θα αλλάξει περισσότερο από ένα ενιαίο παραλιακό μέτωπο από το Αγγελοχώρι έως το Καλοχώρι ή από αποσπασματικές παρεμβάσεις που κάθε δήμος τις βλέπει μέχρι τα διοικητικά του όρια; Χρήσιμα τα μικρά, καθοριστικά όμως τα μεγάλα. Και επειδή οι πόροι δεν είναι άπειροι, αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική αλλά απολύτως πρακτική. Το δίλλημα δεν είναι μικρά έργα έναντι μεγάλων –και οι δύο κλίμακες χρειάζονται. Πρέπει όμως να καταλαβαίνουμε τι πετυχαίνουμε με τις δύο αυτές επιλογές. Φτιάχνεις 2-3 πεζοδρόμια; Μπράβο σου. Η πόλη βελτιώνεται –δεν αλλάζει. Να είμαστε ακριβολόγοι.

Βέβαια εδώ πρέπει να πούμε παρενθετικά και μια ακόμη αλήθεια. Οι δήμαρχοι δεν έχουν τις περισσότερες φορές ούτε τα χρήματα ούτε τη διοικητική μηχανή, ούτε το πολιτικό κεφάλαιο ούτε και την αρμοδιότητα να προχωρήσουν στις μεγάλες αλλαγές. Αυτό μάλλον περισσότερο κυβερνητική υπόθεση είναι –όμως είναι αναμφίβολα μέρος/ βαθμίδα σημαντική της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και μπορούν να επηρεάσουν. Μπορούν να οριοθετήσουν προτεραιότητες, να τις καταστήσουν αίτημα και να τις διεκδικήσουν.

Η πόλη αλλάζει, δεύτερον, με τη συγκοινωνία. Μια πόλη όπου κάτοικοι και επισκέπτες δεν μπορούν να μετακινηθούν γρήγορα, με ασφάλεια, χαμηλό κόστος και προβλεψιμότητα, δεν μπορεί να θεωρεί τον εαυτό της σύγχρονο. Μπορεί να έχει κάποιες ωραίες πλατείες, νέα κτίρια, ανακαινισμένα μέτωπα, καφέ γεμάτα κόσμο και τουριστική κίνηση. Αν όμως για να πας από τη μία πλευρά της πόλης στην άλλη χρειάζεσαι καθημερινά υπομονή μοναχού του Αγίου Όρους, τότε κάτι θεμελιώδες δεν λειτουργεί. Και όταν λέμε «να πας, να μετακινηθείς, να φτάσεις» εννοούμε να πας παντού –και στο αεροδρόμιο και στα σημεία ενδιαφέροντος και στις οικιστικές ζώνες και γιατί όχι και λίγο παραέξω. Άρα, η Θεσσαλονίκη χρειάζεται συγκοινωνιακό χάρτη μητροπολιτικής λογικής. Μετρό, επεκτάσεις, δυτική Θεσσαλονίκη, Καλαμαριά, προαστιακός, λεωφορεία, ενιαίο εισιτήριο, τηλεματική, αξιοπιστία. Όχι μελέτες και παρουσιάσεις σε ημερίδες, αλλά καθημερινή εμπειρία. Να ξέρεις πότε φεύγεις, πότε φτάνεις, πόσο πληρώνεις και ότι δεν θα χάσεις τη μισή σου ημέρα επειδή η πόλη δεν κατάφερε να οργανώσει μια βασική της λειτουργία. Η μετακίνηση δεν είναι δευτερεύον θέμα αλλά σκελετός της πόλης.

Η πόλη αλλάζει, τρίτον, όταν σταματά να βλάπτει τη δημόσια υγεία των κατοίκων της. Ωραία τα νέα κτήρια, ωραία τα δημοτικά κτήρια, ωραίες οι πλατείες, τα συντριβάνια και οι φωτισμοί. Αν όμως ο αέρας που αναπνέουμε είναι προβληματικός, οι προτεραιότητές μας είναι λανθασμένες. Εδώ υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Αυτά που μας βλάπτουν περισσότερο συχνά δεν φαίνονται. Ο κακός αέρας δεν κόβει κορδέλες –κόβει χρόνια ζωής. Η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν φωτογραφίζεται εύκολα. Η θερμική νησίδα δεν χωράει σε μακέτα. Μια πλατεία, ένα σιντριβάνι, ένα ωραίο κτήριο φαίνονται. Παράγουν εικόνα και η εικόνα στην πολιτική μετράει. Μόνο που η πόλη δεν μπορεί να σχεδιάζεται αποκλειστικά με βάση αυτό που φαίνεται. Αν οι καύσωνες γίνονται αφόρητοι, αν το πράσινο παραμένει ελάχιστο, αν ο Θερμαϊκός και το Σέιχ Σου αντιμετωπίζονται σαν θέματα που τα θυμόμαστε όταν φτάνει η κρίση, τότε η πόλη δεν αλλάζει. Απλώς γυαλίζει κάποια σημεία της. Το κόστος της προσβολής της δημόσιας υγείας είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο συχνά θέλουμε να παραδεχθούμε. Μετρήσιμο ή μη, είναι υπαρκτό.

Η πόλη αλλάζει, τέταρτον, με υποδομές. Αλλά και εδώ χρειάζεται διάκριση. Υποδομές κοινωνικές και υποδομές παραγωγικές. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται νοσοκομεία, κέντρα υγείας, σχολεία, παιδικούς σταθμούς, δικαστικό μέγαρο, δομές φροντίδας, κοινωνική κατοικία. Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Μια πόλη χωρίς κοινωνικές υποδομές γίνεται σκληρή, άνιση και απωθητική για τους ίδιους της τους κατοίκους. Χρειάζεται όμως και παραγωγικές υποδομές. Διότι χωρίς παραγωγή νέου πλούτου, κάποια στιγμή δεν μπορείς να στηρίξεις ούτε τις κοινωνικές ανάγκες. Η εστίαση και ο τουρισμός είναι σημαντικοί κλάδοι, αλλά είναι αμφίβολο αν μπορούν μόνοι τους να σηκώσουν αναπτυξιακά τη Θεσσαλονίκη τα επόμενα χρόνια. Πιθανότατα έχουν ήδη πλησιάσει τα όριά τους. Εδώ ο έκτος προβλήτας του λιμανιού είναι παράδειγμα σχεδόν σχολικό. Αν υπάρχει ένα έργο που μπορεί να αλλάξει την οικονομική κατηγορία της πόλης, είναι αυτό. Όχι μόνο του, βέβαια αλλά μαζί με τη σιδηροδρομική και οδική σύνδεση, τους αποθηκευτικούς χώρους, τα logistics, τις επιχειρήσεις που μπορούν να αναπτυχθούν γύρω του, τη σύνδεση με τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Αυτό είναι έργο που αλλάζει τον ρόλο μιας πόλης. Δεν την ομορφαίνει απλώς, της δίνει παραγωγικό βάθος, αναπτυξιακή ώθηση και ιπποδύναμη να ανέβει τον ανήφορο.

Και τέλος, μια πόλη αλλάζει όταν αλλάζει η αντίληψη που έχουν οι ίδιοι οι κάτοικοί της γι’ αυτήν. Η Θεσσαλονίκη για πολλά χρόνια χαμήλωσε τον πήχη της. Πριν τριάντα και σαράντα χρόνια πίστευε ότι μπορούσε να συγκρίνεται με πόλεις της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Βαλκανικής, της Ανατολικής Μεσογείου. Μετά άρχισε να συγκρίνεται με μικρότερες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Συμπαθείς, χρήσιμες, σημαντικές πόλεις αλλά αυτή η σύγκριση για τη Θεσσαλονίκη ήταν υποβάθμιση φαντασίας. Αν θέλεις να αλλάξεις, πρέπει πρώτα να αποφασίσεις με ποιον συγκρίνεσαι. Με ποιον συνομιλείς. Ποιον ανταγωνίζεσαι. Ποιον θέλεις να φτάσεις και σε τι θέλεις να τον ξεπεράσεις. Μια πόλη που δεν έχει φιλοδοξία, καταλήγει να πανηγυρίζει τα αυτονόητα. Μια πόλη που έχει φιλοδοξία, ιεραρχεί, διεκδικεί, σχεδιάζει και επιμένει. Και μετράς και συγκρίνεις με ιστορικούς κύκλους –όχι με τετραετίες και θητείες, είτε κυβερνητικές είτε αυτοδιοικητικές.
Άρα, πότε αλλάζει μια πόλη; Όταν πάψει να μπερδεύει τη συντήρηση με τη μεταμόρφωση. Όταν καταλάβει ότι τα μικρά έργα κάνουν τη ζωή καλύτερη, αλλά τα μεγάλα σχέδια αλλάζουν την ιστορία. Όταν οι πόροι κατευθύνονται εκεί όπου παράγουν μέλλον και όχι μόνο πρόσκαιρη ικανοποίηση. Όταν η πολιτική ηγεσία κοιτάζει λίγο πιο μακριά από την επόμενη κορδέλα. Και όταν οι κάτοικοι ξαναπιστέψουν ότι ο τόπος τους δεν είναι καταδικασμένος να ακολουθεί, αλλά μπορεί και να προηγείται.

Όλα αυτά βέβαια έχουν στον πυρήνα τους την Πολιτική. Με το π κεφαλαίο. Πολιτική που θα υπηρετεί προτεραιότητες. Ιεράρχηση αναγκών και δυνατοτήτων. Το τονίζω αυτό διότι στην ανάγκη μας για να παρουσιάσουμε έργο, να αποδείξουμε ότι απορροφούμε πόρους, ότι δουλεύουν τα εργοτάξια και πιάνουμε λογιστικούς στόχους, πολλές φορές ξεχνάμε αυτές τις έννοιες. Τις υποτιμούμε. Και βέβαια πολλές φορές αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι κάναμε λάθος.

voria.gr

 

Και χαμένοι και δαρμένοι…

3

πηγή: εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”

Του Παντελή Σαββίδη

Μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, η Ελλάδα εμφανίστηκε να πανηγυρίζει επειδή ο πρωθυπουργός έθεσε, στο περιθώριο της Συνόδου, το αυτονόητο: ότι δεν είναι δυνατόν ένα κράτος-μέλος της Συμμαχίας να διατηρεί απειλή πολέμου εναντίον άλλου κράτους-μέλους. Την ίδια ώρα, όμως, η Τουρκία έφευγε από τη Σύνοδο με εξαιρετικά κέρδη. Ενίσχυε τη θέση της στη νέα ΝΑΤΟϊκή αρχιτεκτονική, προωθούσε κρίσιμες δομές στο έδαφός της και κατοχύρωνε ρόλο στη νοτιοανατολική πτέρυγα. Έτσι η Ελλάδα βρέθηκε και χαμένη και δαρμένη: χαμένη, γιατί η Τουρκία αναβαθμίστηκε· δαρμένη, γιατί η Αθήνα κάλυψε πολιτικά αυτήν την αναβάθμιση πίσω από μια δήλωση περιορισμένης θεσμικής αξίας. Είναι, απλώς, επικοινωνιακή.

Το μιντιακό σύστημα απέκρυψε, επιμελώς, ότι η Τουρκία διεκδίκησε και εξασφάλισε δύο κρίσιμες ΝΑΤΟϊκές δομές στο έδαφός της, στο πλαίσιο της νέας αρχιτεκτονικής του ΝΑΤΟ. Η υπόθεση «τρέχει» από το 2023 και πέρασε από τα προβλεπόμενα στάδια. Από ελληνικής πλευράς δεν έχει καταγραφεί δημόσια καμία διαφωνία, σε κανένα επίπεδο, από θεσμικό παράγοντα. Στην ελληνική αντιπροσωπεία στο ΝΑΤΟ συμμετέχει και εκπρόσωπος του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ. Συνεπώς, εφόσον δεν υπήρξε καταγεγραμμένη ένσταση, τεκμαίρεται ότι η διαδικασία δεν εμποδίστηκε ούτε από την πολιτική ούτε από τη στρατιωτική ηγεσία.

Το ερώτημα είναι αν η δημιουργία αυτών των δομών προσθέτει βάρος στη γειτονική χώρα, βάρος που μπορεί να αξιοποιηθεί κατά της Ελλάδας και της Κύπρου.

Η προσπάθεια που καταβάλλεται είναι να περάσει στην κοινή γνώμη η ιδέα ότι, επειδή τα στρατηγεία είναι ΝΑΤΟϊκά, δεν έχει σημασία ότι θα λειτουργούν στην Τουρκία. Είναι έτσι; Όχι ακριβώς.

Ένα ΝΑΤΟϊκό στρατηγείο δεν σημαίνει ότι η Άγκυρα μπορεί να διατάζει μόνη της το ΝΑΤΟ ή να το χρησιμοποιεί απευθείας ως όργανο της εθνικής της πολιτικής. Η Συμμαχία έχει πολιτική ιεραρχία, αποφάσεις με συναίνεση και στρατιωτική δομή που δεν ταυτίζεται με την εθνική διοίκηση κάθε κράτους-μέλους. Άλλο πράγμα είναι η κεντρική διοίκηση της Συμμαχίας και άλλο οι επιμέρους δομές που φιλοξενούνται σε χώρες-μέλη.

Από αυτό, όμως, μέχρι να λέμε ότι τα στρατηγεία «δεν έχουν σημασία», υπάρχει τεράστια απόσταση.

Δεν είναι κτίρια με σημαίες. Είναι κόμβοι σχεδιασμού, πληροφοριών, ασκήσεων, διαλειτουργικότητας, επαφών, τεχνικών συστημάτων και επιχειρησιακής κουλτούρας. Όποιος φιλοξενεί τέτοια δομή μπαίνει βαθύτερα στον χάρτη της Συμμαχίας, γίνεται σημείο αναφοράς και αποκτά πρόσβαση σε αξιωματικούς, επιτελεία, υποδομές, αποστολές και πολιτικές σχέσεις. Γι’ αυτό τα κράτη τα επιδιώκουν: όχι επειδή τους δίνουν τυπικό δικαίωμα βέτο στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, αλλά επειδή τους δίνουν βάρος, πρόσβαση και επιρροή.

Για την Τουρκία ειδικά, αυτά σημαίνουν θεσμική αναβάθμιση, επιχειρησιακή τοποθέτηση και πρόσθετο διαπραγματευτικό κεφάλαιο.

Η Άγκυρα δεν εμφανίζεται πλέον μόνο ως «δύσκολος σύμμαχος», αλλά ως αναγκαίος πυλώνας της νέας ΝΑΤΟϊκής αρχιτεκτονικής, σε μια περίοδο που πιέζει για άρση περιορισμών στην αμυντική συνεργασία, συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα, αναβάθμιση της βιομηχανίας της και επανένταξη σε μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα.

Αν οι δομές αυτές συνδέονται με τη Μαύρη Θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή ή με τομείς όπως η ολοκληρωμένη αεράμυνα, η αντιπυραυλική άμυνα, τα πλήγματα ακριβείας μεγάλου βάθους και οι δυνατότητες πληροφοριών, τότε η Τουρκία αποκτά θέση μέσα σε μηχανισμούς που κοιτούν περιοχές όπου η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν ζωτικά συμφέροντα.

Στα επιτελεία δεν χαράσσονται μόνο βέλη πάνω σε χάρτες. Εκεί παγιώνονται ορολογίες, περιοχές ευθύνης, επιχειρησιακές αντιλήψεις και «κανονικότητες». Η Τουρκία δεν θα γράψει μόνη της το ΝΑΤΟϊκό δόγμα, αλλά θα βρίσκεται καθημερινά μέσα στο δωμάτιο, με προσωπικό, επαφές και τεχνική συνέχεια. Έτσι αποκτά και πολιτική ασπίδα.

Μια χώρα που φιλοξενεί κρίσιμες δομές γίνεται πιο χρήσιμη και πιο δύσκολο να αγνοηθεί ή να πιεστεί ανοιχτά. Αυτό είναι το πρόβλημα για την Ελλάδα: μια χώρα που διατηρεί casus belli εναντίον μας και αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα μπορεί ταυτόχρονα να εμφανίζεται ως αναντικατάστατος ΝΑΤΟϊκός κόμβος.

Μπροστά σε αυτήν τη μεγάλη εικόνα, η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη για το casus belli παρουσιάστηκε σχεδόν ως διπλωματικός θρίαμβος. Στην πραγματικότητα, η σημασία της ήταν κυρίως πολιτική και επικοινωνιακή. Η φράση καταγράφηκε στον δημόσιο λόγο, αλλά δεν έγινε θέση της Συμμαχίας, δεν μπήκε σε απόφαση, δεν μετατράπηκε σε θεσμική πίεση προς την Άγκυρα. Η Ελλάδα εμφανίζεται ικανοποιημένη επειδή είπε το αυτονόητο, ενώ η Τουρκία παραβρέθηκε ως οικοδεσπότης, στρατηγικός συνομιλητής των ΗΠΑ και χώρα που ζητά άρση περιορισμών, ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα και F-35.

Αυτή είναι η ουσία. Η Τουρκία δεν διεκδικεί απλώς εξοπλισμούς. Διεκδικεί ρόλο. Θέλει να ενταχθεί σε όλους τους μηχανισμούς της ευρωπαϊκής και ΝΑΤΟϊκής ασφάλειας ως απαραίτητη δύναμη. Διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και φιλοδοξία να λειτουργεί όχι ως απλός σύμμαχος, αλλά ως δύναμη που συνδιαμορφώνει αποφάσεις. Για το casus belli ειπώθηκε μια φράση στο περιθώριο. Για τα στρατηγεία, για τον ρόλο της Τουρκίας στο νέο ΝΑΤΟ και για την επιχειρησιακή μετατόπιση ισχύος προς την Άγκυρα δεν υπήρξε αντίστοιχη δημόσια πίεση.

Η αποτροπή, που υποτίθεται είναι το ελληνικό δόγμα, δεν είναι ρητορική. Είναι η πεποίθηση του αντιπάλου ότι η επιθετική του επιλογή θα έχει κόστος. Όταν όμως ο κ. Μητσοτάκης δηλώνει ότι θέλει διαρκώς διάλογο, ότι δεν επιθυμεί σύγκρουση και ότι όλα μπορούν να λυθούν με καλό κλίμα, ενώ απέναντί του υπάρχει ανοιχτή απειλή πολέμου, τότε το μήνυμα δεν είναι αποφασιστικότητα. Είναι προβλεψιμότητα. Και η προβλεψιμότητα, όταν δεν συνοδεύεται από ισχύ και κόκκινες γραμμές, δεν καθησυχάζει τον αντίπαλο. Τον διευκολύνει.

Το νέο ΝΑΤΟ θέλει συμμάχους που πληρώνουν, υποδομές που εξυπηρετούν και περιφερειακές δυνάμεις που αναλαμβάνουν βάρη. Σε αυτό το πλαίσιο η Τουρκία είναι χρήσιμη στη Μαύρη Θάλασσα, στη Συρία, στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή και στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως δεδομένος, πειθαρχημένος και προβλέψιμος σύμμαχος.

Γι’ αυτό μετά τη Σύνοδο της Άγκυρας είμαστε και χαμένοι και δαρμένοι. Χαμένοι, γιατί η Τουρκία κέρδισε ρόλο, κύρος και πρόσβαση στη νέα ΝΑΤΟϊκή δομή. Δαρμένοι, γιατί η Ελλάδα πανηγύρισε για μια δήλωση χωρίς θεσμικό αντίκρισμα, σιώπησε για τα ουσιώδη και εμφανίστηκε ικανοποιημένη μέσα σε μια διαδικασία που μεταβάλλει τους συσχετισμούς εις βάρος της. Και αυτό, σε μια χώρα σοβαρή, θα έπρεπε να ανοίξει συζήτηση, όχι να σκεπαστεί από επικοινωνιακές κορδέλες και εύκολους πανηγυρισμούς εσωτερικής κατανάλωσης.