ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΤΣΟΥΛΦΙΔΗΣφωτ.: unsplash
Σε προηγούμενο άρθρο μου αναφέρομαι στη διανομή του εισοδήματος και του πλούτου, ο οποίος περιλαμβάνει ακίνητα, γη, σκάφη, ομόλογα, μετοχές, χρυσό και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Η κατηγοριοποίηση που υιοθετώ αντιπαραβάλλει το πλουσιότερο 11% του πληθυσμού (δηλαδή το υψηλότερο 1% και το επόμενο 10%) με το υπόλοιπο 89%, το οποίο περιλαμβάνει το φτωχότερο 50% και το 39% της πολυσυζητημένης μεσαίας τάξης, εφόσον αυτή υφίσταται ως τέτοια. Το 89% αυτό συγκροτεί τη λεγόμενη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι συγκρίσιμα αποτελέσματα προκύπτουν και από την εναλλακτική διάκριση μεταξύ του πλουσιότερου 1% και του φτωχότερου 50%, την οποία έχω παρουσιάσει σε προηγούμενο άρθρο μου. Ωστόσο, η οπτική της παρούσας ανάλυσης είναι ενδεχομένως πιο ενδιαφέρουσα.
Όπως προκύπτει από το επόμενο Σχήμα, τα εισοδηματικά μερίδια κινούνται διαχρονικά γύρω από τον μέσο όρο τους, στο 55% για το 89% του πληθυσμού και στο 45% για το 11% του πληθυσμού. Κατά περιόδους, ωστόσο, παρατηρούνται μετατοπίσεις στη σχετική τους κατάταξη, όπως συνέβη το 1998 και το 2002, βλ. Σχήμα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τόσο η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 όσο και η μακρά περίοδος οικονομικής στασιμότητας που ακολούθησε επηρέασαν δυσμενέστερα τη σχετική κατάταξη του πλουσιότερου 11% σε σύγκριση με το υπόλοιπο της κοινωνίας.

Εύλογα, λοιπόν, γεννάται το ερώτημα: γιατί η απόκλιση μεταξύ εισοδήματος και πλούτου έχει τόσο βαρύνουσα σημασία; Η απάντηση έγκειται στο ότι ο πλούτος δεν αποτελεί απλώς συσσώρευση εισοδήματος, αλλά τον βασικό μηχανισμό αναπαραγωγής και διεύρυνσης των ανισοτήτων. Προς αυτήν την κατεύθυνση συνηγορούν αρκετοί παράγοντες. Καταρχάς, τα περιουσιακά στοιχεία, όπως μετοχές, ακίνητα, επιχειρήσεις, μετοχές και ομόλογα, παράγουν αυτοτελείς αποδόσεις, δηλαδή, ενοίκια, κέρδη, μερίσματα και τόκους μεταξύ άλλων, επιτρέποντας στους ήδη εύπορους να πολλαπλασιάζουν την περιουσία τους χωρίς την ανάγκη πρόσθετης εργασίας. Επιπλέον, σε αντίθεση με το εργασιακό εισόδημα, ο πλούτος μεταβιβάζεται διαγενεακά μέσω κληρονομιών και γονικών παροχών, παγιώνοντας τις αρχικές ανισότητες. Ταυτόχρονα, η κατοχή πλούτου χρηματοδοτεί ποιοτικότερη εκπαίδευση, επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και προνομιακή πρόσβαση σε πιστώσεις, δημιουργώντας βαθιά άνισες αφετηρίες, ενώ η ακραία συγκέντρωσή του μεταφράζεται σε πολιτική επιρροή μέσω της υποστήριξης πολιτικών, μέσων ενημέρωσης, κομμάτων και ομάδων πίεσης.
Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν εξαντλείται σε μια δημαγωγική αναδιανομή του υφιστάμενου πλούτου, αλλά αντιθέτως συνίσταται στη δημιουργία θεσμικών κινήτρων που θα κατευθύνουν τον πλούτο προς παραγωγικές επενδύσεις, ανατρέποντας έτσι τη λογική της παθητικής και στείρας συσσώρευσης. Υπό αυτό το πρίσμα, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η ιδέα του Κέυνς περί της «ευθανασίας του ραντιέρη», δηλαδή της σταδιακής συρρίκνωσης του εισοδήματος που αντλείται αποκλειστικά από την κατοχή περιουσιακών στοιχείων, έτσι ώστε ο συσσωρευμένος πλούτος να τίθεται ολοένα και περισσότερο στην υπηρεσία της χρηματοδότησης παραγωγικών δραστηριοτήτων, της καινοτομίας και της οικονομικής ανάπτυξης, αντί να παραμένει αδρανής ή να τροφοδοτεί κερδοσκοπικές τοποθετήσεις.


