Integrity Initiative: Η βρετανική πρωτοβουλία στρατηγικής επικοινωνίας που βρέθηκε στο επίκεντρο διεθνούς αντιπαράθεσης

Η δημιουργία, η χρηματοδότηση, οι διαρροές και η διεθνής συζήτηση

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Εισαγωγή: Η νέα εποχή του πληροφοριακού ανταγωνισμού

Στον 21ο αιώνα ο ανταγωνισμός μεταξύ κρατών δεν διεξάγεται πλέον μόνο στο πεδίο της στρατιωτικής ισχύος. Η πληροφορία, η διαχείριση της εικόνας, η διαμόρφωση αντιλήψεων και η επιρροή στις κοινωνίες έχουν εξελιχθεί σε κρίσιμα εργαλεία εθνικής ισχύος. Η εμφάνιση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η ταχύτητα διάδοσης ψευδών ειδήσεων και η χρήση ψηφιακών εργαλείων για πολιτική επιρροή δημιούργησαν ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης, το οποίο συχνά περιγράφεται ως «υβριδικός πόλεμος» ή «πόλεμος της πληροφορίας» [1].

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον δημιουργήθηκε η Integrity Initiative, μια βρετανική πρωτοβουλία που σχεδιάστηκε με στόχο, σύμφωνα με τις επίσημες διακηρύξεις της, την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και την ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας απέναντι σε ξένες επιχειρήσεις επιρροής [2].

Η υπόθεση όμως απέκτησε διεθνείς διαστάσεις όταν, το 2018, διέρρευσαν εσωτερικά έγγραφα που αποκάλυψαν τη δομή, τη χρηματοδότηση και τον τρόπο λειτουργίας της. Οι αποκαλύψεις προκάλεσαν μια ευρύτερη συζήτηση: πότε μια δημοκρατική προσπάθεια αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης μετατρέπεται σε εργαλείο στρατηγικής επιρροής;

Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης Integrity Initiative.

Η ίδρυση της Integrity Initiative και ο ρόλος του Institute for Statecraft

Η Integrity Initiative δημιουργήθηκε από το Institute for Statecraft, έναν βρετανικό μη κυβερνητικό οργανισμό που δραστηριοποιούνταν σε θέματα διεθνούς ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής επικοινωνίας και αντιμετώπισης υβριδικών απειλών [3].

Σύμφωνα με τις επίσημες θέσεις του οργανισμού, η πρωτοβουλία είχε ως βασική αποστολή την αντιμετώπιση της ρωσικής παραπληροφόρησης και την ενίσχυση της ικανότητας των ευρωπαϊκών κοινωνιών να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν επιχειρήσεις επιρροής ξένων κρατών [4].

Η χρονική συγκυρία ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014, οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εισήλθαν σε μια νέα περίοδο έντασης. Οι δυτικές κυβερνήσεις άρχισαν να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην αντιμετώπιση των λεγόμενων «malign influence operations», δηλαδή επιχειρήσεων που θεωρούσαν ότι στόχευαν στη δημιουργία κοινωνικών διαιρέσεων, στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στη χειραγώγηση της κοινής γνώμης [5].

Η Integrity Initiative εντάχθηκε ακριβώς σε αυτή τη νέα στρατηγική αντίληψη. Η λογική της ήταν ότι η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης δεν μπορούσε να γίνει μόνο από κυβερνητικούς μηχανισμούς, αλλά απαιτούσε συνεργασία με δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς, ειδικούς ασφαλείας και αναλυτές.

Foreign Office

Η χρηματοδότηση από τη βρετανική κυβέρνηση και τα ερωτήματα διαφάνειας

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που προέκυψαν μετά τις αποκαλύψεις ήταν η χρηματοδότηση της Integrity Initiative.

Τα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν έδειξαν ότι η πρωτοβουλία χρηματοδοτήθηκε από το βρετανικό Foreign and Commonwealth Office (FCO), δηλαδή το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών, μέσω προγραμμάτων που σχετίζονταν με την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και την ενίσχυση της δημοκρατικής ανθεκτικότητας [6].

Η βρετανική κυβέρνηση δεν αρνήθηκε τη χρηματοδότηση. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η στήριξη τέτοιων προγραμμάτων ήταν αναγκαία λόγω της αύξησης των επιχειρήσεων ξένης επιρροής που αντιμετώπιζαν οι δυτικές δημοκρατίες [7].

Ωστόσο, το γεγονός ότι ένας κρατικά χρηματοδοτούμενος οργανισμός δραστηριοποιούνταν στον χώρο της πληροφορίας και της δημόσιας συζήτησης δημιούργησε εύλογα ερωτήματα.

Το βασικό ζήτημα δεν ήταν μόνο η χρηματοδότηση. Ήταν κυρίως η φύση της δραστηριότητας.

Όταν ένα κράτος χρηματοδοτεί δίκτυα που περιλαμβάνουν δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς και αναλυτές, τίθεται το ερώτημα ποια είναι τα όρια μεταξύ:

  • της νόμιμης ενημέρωσης,
  • της στρατηγικής επικοινωνίας,
  • της δημόσιας διπλωματίας,
  • και της προσπάθειας επηρεασμού του δημόσιου λόγου.

Αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο την Integrity Initiative, αλλά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη αντιμετωπίζουν τον σύγχρονο πληροφοριακό ανταγωνισμό.

Οι διαρροές του 2018: Τα έγγραφα που άλλαξαν την εικόνα

Τον Νοέμβριο του 2018 άρχισε η δημοσιοποίηση εκατοντάδων εγγράφων που αποδόθηκαν στην Integrity Initiative. Τα αρχεία περιελάμβαναν παρουσιάσεις, εσωτερική αλληλογραφία, οικονομικά στοιχεία, οργανωτικά σχέδια και αναφορές σε συνεργασίες σε διάφορες χώρες [8].

Κεντρικό στοιχείο των εγγράφων ήταν η δημιουργία των λεγόμενων clusters.

Τα clusters παρουσιάζονταν ως εθνικά δίκτυα ειδικών, στα οποία μπορούσαν να συμμετέχουν πρόσωπα με εμπειρία σε:

  • διεθνείς σχέσεις,
  • άμυνα και ασφάλεια,
  • δημοσιογραφία,
  • ακαδημαϊκή έρευνα,
  • στρατηγική επικοινωνία.

Η φιλοσοφία αυτών των δικτύων ήταν ότι η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης απαιτούσε γρήγορη ανταλλαγή πληροφοριών και συνεργασία μεταξύ ειδικών[16].

Ωστόσο, η δημοσιοποίηση των εγγράφων προκάλεσε έντονη κριτική, καθώς ορισμένοι θεώρησαν ότι τέτοια δίκτυα μπορούσαν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως μηχανισμοί ανάλυσης αλλά και ως παράγοντες επιρροής.

Οι κατηγορίες περί «δικτύου επιρροής»

Οι πιο έντονες επικρίσεις αφορούσαν τον φόβο ότι η Integrity Initiative δεν περιοριζόταν στην αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, αλλά μπορούσε να επηρεάζει τον δημόσιο διάλογο.

Ορισμένοι ερευνητές και δημοσιογράφοι υποστήριξαν ότι η δημιουργία δικτύων ανθρώπων με πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και στους θεσμούς μπορούσε να οδηγήσει στη διαμόρφωση συγκεκριμένων γεωπολιτικών αφηγήσεων [9].

Στο πλαίσιο αυτής της κριτικής χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και εκφράσεις όπως «μηχανισμός δολοφονίας χαρακτήρων», με την έννοια ότι η επισήμανση ενός προσώπου ως «φιλορωσικού» ή «χρήσιμου στην προπαγάνδα ενός ξένου κράτους» θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτική ή κοινωνική απαξίωση.

Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει δημόσια δικαστική απόφαση ή ανεξάρτητη θεσμική έρευνα που να έχει αποδείξει ότι η Integrity Initiative είχε ως επίσημη αποστολή τη στοχοποίηση προσώπων ή την οργάνωση εκστρατειών προσωπικής απαξίωσης.

Η βρετανική πλευρά απέρριψε αυτές τις κατηγορίες και υποστήριξε ότι η πρωτοβουλία είχε αποκλειστικά αμυντικό χαρακτήρα, με στόχο την αντιμετώπιση ξένων επιχειρήσεων παραπληροφόρησης [10].

Το πραγματικό δίλημμα: ασφάλεια ή διαφάνεια;

Η υπόθεση Integrity Initiative ανέδειξε ένα βασικό πρόβλημα των σύγχρονων δημοκρατιών.

Από τη μία πλευρά, είναι πραγματικό γεγονός ότι κράτη χρησιμοποιούν πλέον την πληροφορία ως εργαλείο στρατηγικής αντιπαράθεσης. Η Ρωσία, η Κίνα αλλά και άλλες δυνάμεις έχουν κατηγορηθεί επανειλημμένα για οργανωμένες επιχειρήσεις επιρροής μέσω διαδικτύου και μέσων ενημέρωσης [11].

Από την άλλη πλευρά, η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης δεν μπορεί να γίνει χωρίς δημοκρατικό έλεγχο και διαφάνεια.

Ένας μηχανισμός που δρα στον χώρο της πληροφορίας αποκτά ιδιαίτερη ισχύ, διότι δεν επηρεάζει μόνο την ασφάλεια ενός κράτους αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Η Integrity Initiative αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας εποχής: μιας εποχής όπου ο αγώνας για την επιρροή δεν διεξάγεται μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και στο πεδίο των ιδεών.

Η ελληνική διάσταση, το «Greek Cluster» και τα ερωτήματα που παραμένουν

Η δημοσιοποίηση των εγγράφων της Integrity Initiative δεν περιορίστηκε στη βρετανική πολιτική σκηνή. Η υπόθεση προκάλεσε συζητήσεις και στην Ελλάδα, καθώς στα διαρρεύσαντα αρχεία υπήρχαν αναφορές στη δημιουργία ενός ελληνικού δικτύου συνεργασίας, το οποίο στα έγγραφα εμφανίζεται ως «Greek Cluster».

Η ύπαρξη εθνικών clusters  αποτελούσε βασικό οργανωτικό στοιχείο της Integrity Initiative. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα έγγραφα, ο στόχος ήταν η δημιουργία δικτύων ειδικών σε διάφορες χώρες, τα οποία θα μπορούσαν να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να αναλύουν φαινόμενα παραπληροφόρησης και ξένης επιρροής [12] [16].

Στο ελληνικό πλαίσιο, το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στο κατά πόσο ένα τέτοιο δίκτυο μπορούσε να επηρεάσει τον δημόσιο διάλογο για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας και διεθνών σχέσεων.

Η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση λόγω της γεωπολιτικής της θέσης. Βρίσκεται σε μια περιοχή όπου συναντώνται πολλαπλές στρατηγικές αντιπαραθέσεις:

  • η αντιπαράθεση Ρωσίας–Δύσης,
  • οι σχέσεις ΝΑΤΟ–Ρωσίας,
  • οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο,
  • η τουρκική περιφερειακή πολιτική,
  • η ενεργειακή ασφάλεια.

Ως αποτέλεσμα, ζητήματα που σχετίζονται με τη Ρωσία, το ΝΑΤΟ ή την ευρωπαϊκή ασφάλεια έχουν συχνά έντονο πολιτικό και ιδεολογικό φορτίο.

Τι προκύπτει από τα έγγραφα για την Ελλάδα

Τα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν περιλαμβάνουν αναφορές σε οργανωτικές συναντήσεις, σχεδιασμούς και πρόσωπα (καθηγητές πανεπιστημίων, δημοσιογράφους κ. λπ.) που συνδέονταν με το ελληνικό δίκτυο.

Ωστόσο, εδώ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.

Η παρουσία ενός ονόματος σε ένα εσωτερικό έγγραφο ή σε έναν κατάλογο επαφών δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν μέλος της Integrity Initiative, ότι γνώριζε την ύπαρξη του δικτύου ή ότι συμμετείχε στις δραστηριότητές του.

Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο, διότι σε πολλές περιπτώσεις μετά τις διαρροές δημιουργήθηκε δημόσια σύγχυση ανάμεσα:

  • στην αναφορά ενός προσώπου σε ένα έγγραφο,
  • στη συμμετοχή σε μια εκδήλωση,
  • στη γνώση για το πρόγραμμα,
  • και στην ενεργό συνεργασία.

Οι κατηγορίες αυτές δεν είναι ταυτόσημες.

Η ίδια η Integrity Initiative, μετά τις αποκαλύψεις, υποστήριξε ότι αρκετές λίστες αφορούσαν πιθανούς συνομιλητές, επαφές ή πρόσωπα που είχαν σχέση με τον ευρύτερο χώρο της ασφάλειας και των διεθνών σχέσεων, όχι απαραίτητα επίσημα μέλη [13].

Η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα

Όπως και σε άλλες χώρες, η υπόθεση στην Ελλάδα απέκτησε πολιτικές διαστάσεις.

Μέρος της κριτικής επικεντρώθηκε στην άποψη ότι η δημιουργία τέτοιων δικτύων μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται διεθνή ζητήματα στα μέσα ενημέρωσης και στον δημόσιο διάλογο.

Οι επικριτές υποστήριξαν ότι όταν ένα δίκτυο χρηματοδοτείται από κρατικούς φορείς και περιλαμβάνει ανθρώπους με επιρροή στην ενημέρωση ή στην ακαδημαϊκή ανάλυση, δημιουργείται κίνδυνος συγκέντρωσης επιρροής και περιορισμού της πολυφωνίας.

Στο πλαίσιο αυτής της κριτικής διατυπώθηκε και ο ισχυρισμός ότι τέτοιες δομές μπορούν να οδηγήσουν σε «πολιτική στοχοποίηση» ανθρώπων που έχουν διαφορετικές απόψεις για κρίσιμα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της Integrity Initiative υποστήριξαν ότι η κριτική αυτή αγνοεί την πραγματικότητα του σύγχρονου πληροφοριακού πολέμου.

Η άποψή τους είναι ότι οι δημοκρατικές κοινωνίες δεν μπορούν να παραμένουν παθητικές απέναντι σε οργανωμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης και ότι η συνεργασία μεταξύ ειδικών αποτελεί απαραίτητο εργαλείο προστασίας των θεσμών [14].

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να αντιμετωπίζεται η παραπληροφόρηση. Αυτό αποτελεί πλέον κοινή παραδοχή.

Το ερώτημα είναι:

Ποιος ελέγχει αυτούς που υποστηρίζουν ότι προστατεύουν την κοινωνία από την παραπληροφόρηση;

Η έννοια της «δολοφονίας χαρακτήρων» στον πληροφοριακό πόλεμο

Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της υπόθεσης ήταν η χρήση του όρου «δολοφονία χαρακτήρων».

Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται διεθνώς για να περιγράψει προσπάθειες απαξίωσης ενός προσώπου μέσω επιθέσεων στην αξιοπιστία, στην προσωπική του εικόνα ή στις προθέσεις του, αντί μέσω αντιπαράθεσης επιχειρημάτων [15].

Οι επικριτές της Integrity Initiative υποστήριξαν ότι στο σύγχρονο περιβάλλον πληροφοριακού πολέμου υπάρχει κίνδυνος η καταπολέμηση της παραπληροφόρησης να μετατραπεί σε μηχανισμό απαξίωσης διαφορετικών απόψεων.

Για παράδειγμα, υποστήριξαν ότι η εύκολη χρήση χαρακτηρισμών όπως «φιλορώσος», «αντιδυτικός» ή «φορέας ξένης επιρροής» μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο αποκλεισμού από τον δημόσιο διάλογο.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι η Integrity Initiative είχε επίσημη πολιτική ή οργανωμένη αποστολή προσωπικής στοχοποίησης.

Η συζήτηση αφορά κυρίως τον κίνδυνο που δημιουργούν τέτοια δίκτυα όταν λειτουργούν χωρίς επαρκή διαφάνεια.

Η στρατηγική διάσταση: Πληροφορία ως εργαλείο ισχύος

Από πλευράς ανάλυσης πληροφοριών, η υπόθεση Integrity Initiative είναι σημαντική επειδή αποκαλύπτει μια θεμελιώδη αλλαγή στη φύση των συγκρούσεων.

Σήμερα, ο αντίπαλος δεν επιχειρεί μόνο να καταστρέψει στρατιωτικές υποδομές. Επιχειρεί επίσης να επηρεάσει:

  • την εμπιστοσύνη των πολιτών,
  • την πολιτική συνοχή,
  • τη σχέση κοινωνίας και θεσμών,
  • την αντίληψη για διεθνή γεγονότα.

Αυτό σημαίνει ότι η πληροφορία έχει μετατραπεί σε επιχειρησιακό πεδίο.

Όμως η αντιμετώπιση του πληροφοριακού πολέμου απαιτεί μια λεπτή ισορροπία.

Ένα δημοκρατικό κράτος έχει δικαίωμα να προστατεύει την κοινωνία του από ξένες επιχειρήσεις επιρροής. Ταυτόχρονα όμως, οι μηχανισμοί που δημιουργούνται γι’ αυτόν τον σκοπό πρέπει να λειτουργούν με διαφάνεια και λογοδοσία.

Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η άμυνα απέναντι στην προπαγάνδα να μετατραπεί σε μια διαφορετική μορφή επιρροής.

Συμπεράσματα

Η υπόθεση Integrity Initiative δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με απλουστευτικούς χαρακτηρισμούς.

Δεν υπάρχουν δημόσια αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι αποτελούσε «μυστική υπηρεσία» ή ότι είχε επίσημη αποστολή τη δολοφονία χαρακτήρων.

Υπάρχουν όμως πραγματικά και σοβαρά ερωτήματα:

  • Για τη διαφάνεια των κρατικά χρηματοδοτούμενων δικτύων επιρροής.
  • Για τα όρια μεταξύ στρατηγικής επικοινωνίας και πολιτικής χειραγώγησης.
  • Για τον δημοκρατικό έλεγχο των μηχανισμών αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης.

Η μεγαλύτερη ίσως παρακαταθήκη της υπόθεσης είναι ότι ανέδειξε μια νέα πραγματικότητα: στον 21ο αιώνα, η μάχη για την ισχύ διεξάγεται όχι μόνο στις θάλασσες, στους αιθέρες και στα πεδία επιχειρήσεων, αλλά και στο πεδίο της πληροφορίας.

Και σε αυτό το πεδίο, η διαφάνεια αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

ΥΓ

Η υπόθεση του «Greek Cluster» συνοδεύτηκε από δημοσιεύματα και δημόσιες αναφορές σε ονόματα Ελλήνων δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών και ειδικών στον χώρο της διεθνούς πολιτικής. Ωστόσο, η παρουσία ενός ονόματος σε διαρρεύσαντα έγγραφα δεν αποτελεί από μόνη της τεκμήριο εμπλοκής ή συνεργασίας. Για τον λόγο αυτό, η ανάλυση περιορίζεται στη δομή, στη λειτουργία και στις επιπτώσεις του δικτύου.

Βιβλιογραφία/ Πηγές

[1] NATO Strategic Communications Centre of Excellence, NATO StratCom: Foundations and Future, Riga, NATO StratCom COE publications.
[2] Institute for Statecraft, Integrity Initiative – Project Overview Documents, 2017–2018.
[3] Institute for Statecraft, official project documentation.
[4] UK Foreign and Commonwealth Office, Parliamentary responses regarding Integrity Initiative funding, 2018–2019.
[5] European External Action Service (EEAS), EU Action Plan against Disinformation, Brussels, 2018.
[6] UK Parliament, Written Evidence on Foreign Office funding of Integrity Initiative, 2018–2019.
[7] House of Commons Foreign Affairs Committee, evidence regarding Russian influence and strategic communications.

[8] Integrity Initiative leaked documents archive, 2018.
[9] The Guardian, reports on Integrity Initiative leaks and public controversy, 2018–2019.
[10] UK Government statements regarding Integrity Initiative objectives, 2018–2019.
[11] National Intelligence Council, Foreign Threats to the 2020 US Federal Elections, Washington DC, 2021.

[12] Institute for Statecraft, Integrity Initiative Cluster Documents, leaked materials, 2018.

[13] Integrity Initiative Statement Following Document Leaks, 2018.

[14] European Commission, Tackling Online Disinformation, Brussels, 2018.

[15] Icks, Martijn & Shiraev, Eric, Character Assassination and Reputation Management: Theory and Applications, Routledge, 2014.

[16] NATO, Countering Hybrid Warfare and Malign Influence, NATO Publications

Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης,  έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει  και καθηγητής  στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ

*Η Integrity Initiative —ονομασία που μπορεί να αποδοθεί ως «Πρωτοβουλία για την Ακεραιότητα»— ήταν ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης.

**Η Integrity Initiative —η «Πρωτοβουλία για την Ακεραιότητα»— δεν αποτελούσε αυτοτελή οργανισμό, αλλά πρόγραμμα του βρετανικού Institute for Statecraft, ενός φορέα που δραστηριοποιούνταν σε ζητήματα διακυβέρνησης, εθνικής ασφάλειας και αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης. Το όνομα του οργανισμού μπορεί να αποδοθεί στα ελληνικά ως «Ινστιτούτο Κρατικής Στρατηγικής». Σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση, το Ινστιτούτο δημιούργησε την πρωτοβουλία το 2015 με διακηρυγμένο σκοπό την προστασία της δημοκρατίας από την παραπληροφόρηση.

spot_img

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εξαιρετικό άρθρο, από τα πιο ολοκληρωμένα που έχω διαβάσει το τελευταίο διάστημα για το συγκεκριμένο θέμα. Με σαφήνεια, ισορροπημένη προσέγγιση και πλούσια τεκμηρίωση παρουσιάζει μια ιδιαίτερα σύνθετη υπόθεση, δίνοντας στον αναγνώστη τη δυνατότητα να κατανοήσει όλες τις πτυχές της χωρίς μονομερείς κρίσεις. Ξεχωρίζει για τη σοβαρότητα του περιεχομένου, την αντικειμενικότητα και την ικανότητα να συνδέει τις διεθνείς εξελίξεις με τις σύγχρονες προκλήσεις του πληροφοριακού πολέμου. Τέτοιου επιπέδου αναλύσεις συμβάλλουν ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο και αξίζουν να διαβάζονται με προσοχή. Συγχαρητήρια..

  2. Ο Νόμος περί Εγγραφής Ξένων Πρακτόρων (FARA) (22 U.S.C. § 611 et seq.) είναι ένας νόμος των Ηνωμένων Πολιτειών που εισήχθη το 1937 και επιβάλλει υποχρεώσεις δημόσιας αποκάλυψης σε άτομα που εκπροσωπούν ξένα συμφέροντα. Απαιτεί από τους «ξένους πράκτορες» —που ορίζονται ως άτομα ή οντότητες που ασχολούνται με εγχώρια άσκηση πίεσης ή υπεράσπιση ξένων κυβερνήσεων, οργανισμών ή προσώπων («ξένοι εντολείς»)— να εγγραφούν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (DOJ) και να γνωστοποιήσουν τη σχέση τους, τις δραστηριότητές τους και τις σχετικές οικονομικές αποζημιώσεις.
    ‘Ολες οι ηγεμονικές δυνάμεις διαθέτουν αντιστοιχο νομικό οπλοστάσιο για να προστατεύονται απο έξωθεν επιβουλές.
    Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ειδοποιήσεις D (D notice), επίσημα γνωστές από το 2015 ως Ειδοποιήσεις DSMA (Ειδοποιήσεις Συμβουλευτικής Μέσων Άμυνας και Ασφάλειας), είναι επίσημα αιτήματα προς τους συντάκτες ειδήσεων να μην δημοσιεύουν ή μεταδίδουν θέματα σχετικά με συγκεκριμένα θέματα για λόγους εθνικής ασφάλειας.

    Οι Ειδοποιήσεις DSMA αρχικά ονομάζονταν Ειδοποιήσεις Άμυνας (συντομογραφία D-Notice) από την έναρξή τους το 1912 έως το 1993, και Ειδοποιήσεις DA (Ειδοποιήσεις Συμβουλευτικής Άμυνας) από το 1993 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2010.
    H υπάρξη των D notice επιτρέπει την ευθύγραμιση του διεθνούς ειδησεογραφικου τοπίου με τις κυρίαχες επιδιώξεις της Δύσης. Θα θυμάστε τον όρο PIGS που χρησιμοποιήθηκε απο τον δυτικό τύπο τα χρονια της οικονομικής κρίσης και τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς που συνοδεύουν κάθε αντιπαλο μεχρις ότου αυτός εξοντωθεί (Σαντάμ, Ασαντ, Κανταφι, Πούτιν κλπ).
    Στα καθ’ ημάς η “ευμενής ουδετερότητα” του Κωνσταντινου ειχε προκαλέσει την μηνιν του Αντατικού τύπου ο οποίος έγραφε για τον “γερμανόδουλο Γλυξμπουργκ”. Απο τότε ό όρος περασε και στην εγχώρια ιστοριογραφία.

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα