Ανάλυση Ιουνίου από τον Αλί Μοχεμπί
Governance & Policy Think Tank
12 Ιουλίου 2026
Οι πόλεμοι δεν κρίνονται πάντοτε στο πεδίο της μάχης. Συχνότερα, είναι οι συμφωνίες που ακολουθούν τις συγκρούσεις εκείνες που καθορίζουν ποια πλευρά εξέρχεται με την ισχυρότερη πολιτική θέση. Το πρόσφατο Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών αντανακλά αυτήν την πραγματικότητα.
Παρότι καμία από τις δύο πλευρές δεν πέτυχε μια σαφή στρατιωτική νίκη, οι όροι της συμφωνίας υποδηλώνουν ότι το Ιράν προσήλθε στις διαπραγματεύσεις διαθέτοντας μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Ταυτόχρονα, το Μνημόνιο δεν επιλύει τις βασικές διαφορές μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον ούτε δημιουργεί τις προϋποθέσεις για διαρκή περιφερειακή σταθερότητα. Αντιθέτως, αποτελεί μια προσωρινή διευθέτηση που μειώνει τις εντάσεις, χωρίς να αντιμετωπίζει τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης.
Το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα του Ιράν
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε κάποτε δηλώσει ότι «το Ιράν δεν έχασε ποτέ σε διαπραγμάτευση» και η τελευταία συμφωνία είναι πιθανό να ενισχύσει αυτήν την αντίληψη.
Το Ιράν κατάφερε να διατηρήσει τη θέση του όσον αφορά τα Στενά του Ορμούζ, να εξασφαλίσει την άρση του ναυτικού αποκλεισμού χωρίς να υποχρεωθεί να ανοίξει αμέσως τα στενά και να αποσπάσει δεσμεύσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων και την προσωρινή εξαίρεση των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου από τις κυρώσεις.
Αντιθέτως, η Ουάσιγκτον δεν φαίνεται να εξασφάλισε κάποια προφανή και σημαντική στρατηγική παραχώρηση από την Τεχεράνη. Ως αποτέλεσμα, η συμφωνία φαίνεται να αποσκοπεί λιγότερο στην επίλυση της βαθύτερης διαφοράς και περισσότερο στην αποτροπή μιας περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης.
Μεταβαλλόμενες ισορροπίες στην Ουάσιγκτον
Μία από τις σημαντικότερες πολιτικές συνέπειες της σύγκρουσης ενδέχεται να είναι ο αντίκτυπός της στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ουάσιγκτον.
Η ανάθεση στον Τζ. Ντ. Βανς της ηγεσίας της αμερικανικής διαπραγματευτικής ομάδας υποδηλώνει ότι οι φωνές της κυβέρνησης που τάσσονται υπέρ μιας πιο συγκρατημένης πολιτικής έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή.
Εφόσον συνεχιστεί αυτή η τάση, η μελλοντική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη διπλωματία και στη διαχείριση κρίσεων παρά στη στρατιωτική πίεση.
Μια εύθραυστη κατάπαυση του πυρός
Παρά τη συμφωνία, ο κίνδυνος επανάληψης της σύγκρουσης παραμένει υψηλός. Το Μνημόνιο Συνεννόησης έχει μειώσει τις άμεσες εντάσεις, απέχει όμως πολύ από το να αποτελεί μια διαρκή ειρηνευτική συμφωνία.
Αρκετά κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ανεπίλυτα και οποιοδήποτε από αυτά θα μπορούσε να εκτροχιάσει τη διπλωματική διαδικασία και να πυροδοτήσει έναν νέο γύρο αντιπαράθεσης. Τα σημαντικότερα ανεπίλυτα ζητήματα παρουσιάζονται παρακάτω:
Το μέτωπο του Λιβάνου
Ο Λίβανος εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιθανότερα σημεία ανάφλεξης. Οι διαφορές μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ, καθώς και οι διαφωνίες στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης, συνεχίζουν να περιπλέκουν την εφαρμογή της συμφωνίας.
Σε περίπτωση που το Ισραήλ διευρύνει ή παρατείνει τη στρατιωτική του εκστρατεία στον Λίβανο, ο κίνδυνος μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης με τη συμμετοχή του Ιράν θα αυξηθεί σημαντικά.
Τα Στενά του Ορμούζ
Τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αποτελούν ακόμη μία σημαντική πηγή έντασης. Το Ιράν θεωρεί τη διατήρηση της επιρροής του στα Στενά ζωτικό συμφέρον εθνικής ασφάλειας, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας ως στρατηγική προτεραιότητα.
Όσο αυτοί οι ανταγωνιστικοί στόχοι παραμένουν αμετάβλητοι, ο Περσικός Κόλπος θα εξακολουθήσει να είναι ευάλωτος σε μελλοντικές κρίσεις.
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης
Το μεγαλύτερο εμπόδιο για την επίτευξη μιας διαρκούς συμφωνίας είναι η βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Παρά τις προσπάθειες διαμεσολάβησης από το Κατάρ και το Πακιστάν, οι σχέσεις εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από αμοιβαία καχυποψία.
Η εμπειρία του Ιράν μετά το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης, γνωστό ως JCPOA, το έχει καταστήσει απρόθυμο να προσφέρει σημαντικές παραχωρήσεις προτού επαληθεύσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες τηρούν τις δεσμεύσεις τους.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον αναμένει αντίστοιχες κινήσεις από την ιρανική πλευρά πριν προχωρήσει σε ευρύτερη χαλάρωση των κυρώσεων. Αυτή η κοινή απροθυμία να κάνει κάποια πλευρά το πρώτο βήμα δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο να περιέλθουν οι μελλοντικές διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο.
Ο ισραηλινός πολιτικός παράγοντας
Η εσωτερική πολιτική κατάσταση στο Ισραήλ θα μπορούσε επίσης να εξελιχθεί σε σημαντικό εμπόδιο για τη διπλωματία. Καθώς ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει πολιτικές πιέσεις ενόψει μελλοντικών εκλογών, μια νέα έξαρση των περιφερειακών εντάσεων θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα εσωτερικά πολιτικά του συμφέροντα.
Κατά συνέπεια, το Μνημόνιο Συνεννόησης δεν θα πρέπει να θεωρείται το τέλος της σύγκρουσης, αλλά η αρχή μιας νέας αβέβαιης φάσης στις σχέσεις Ιράν–ΗΠΑ.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ: Το Governance & Policy Think Tank είναι ιρανικό κέντρο πολιτικής έρευνας με έδρα την Τεχεράνη, το οποίο παρουσιάζεται ως ανεξάρτητος μη κυβερνητικός οργανισμός


