Αρχική Blog Σελίδα 11

Η μεταστροφή της Βεγγάζης και η ευθύνη Μητσοτάκη

6
Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης αποτελεί σοβαρό πλήγμα για την ελληνική διπλωματία. Η Αθήνα είχε επενδύσει στις σχέσεις με τον Χαλίφα Χαφτάρ, ο οποίος, κατά τη συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη τον Ιανουάριο του 2020, είχε αμφισβητήσει την εγκυρότητα των συμφωνιών της Τρίπολης με την Άγκυρα. Σήμερα, το κοινοβούλιο που συνδέεται πολιτικά με το στρατόπεδό του εγκρίνει εκείνο που προηγουμένως απέρριπτε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει προσωπική πολιτική ευθύνη για την αποτίμηση αυτής της αποτυχίας. Ως πρωθυπουργός, οφείλει να εξηγήσει ποια αποτελέσματα απέδωσε η προσέγγιση της ανατολικής Λιβύης, ποιες δεσμεύσεις εξασφαλίστηκαν και γιατί δεν αποτράπηκε μια εξέλιξη που ενισχύει την τουρκική θέση. Η ελληνική κυβέρνηση δεν ελέγχει τις αποφάσεις της Βεγγάζης. Κρίνεται, όμως, για την ακρίβεια των εκτιμήσεών της και για την αποτελεσματικότητα των επιλογών της.
Το ερώτημα γίνεται οξύτερο επειδή η ίδια η κυβέρνηση είχε παρουσιάσει τη μη κύρωση του μνημονίου ως ένδειξη επιτυχίας. Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης την περιλάμβανε στα θετικά αποτελέσματα της ελληνικής προσέγγισης. Η σημερινή εξέλιξη, περισσότερο από έναν χρόνο αργότερα, επιβάλλει επανεξέταση εκείνης της στρατηγικής και δημόσια λογοδοσία για την πορεία της.
Η επίκληση της ακυρότητας του μνημονίου δεν αρκεί ως πολιτική απάντηση. Η ευρωπαϊκή θέση για την προσβολή δικαιωμάτων τρίτων κρατών παραμένει κρίσιμο έρεισμα για την Ελλάδα. Η νομική επιχειρηματολογία, όμως, χρειάζεται διπλωματική δράση που να παράγει αποτελέσματα.
Για την ελληνική διπλωματία, η δοκιμασία είναι πλέον διπλή: να διατηρήσει ενεργή τη διεθνή αμφισβήτηση του μνημονίου και να εξηγήσει πώς θα αντιμετωπίσει την πολιτική ενίσχυσή του μέσα στη Λιβύη. Η επίκληση της νομικής θέσης της χώρας παραμένει αναγκαία. Η αποτελεσματικότητα της πολιτικής της, όμως, θα κριθεί και από την ικανότητά της να επηρεάζει τις αποφάσεις των συνομιλητών της.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει επομένως να παρουσιάσει συγκεκριμένο σχέδιο: πώς θα αντιμετωπίσει την ενίσχυση της Άγκυρας στη Λιβύη, πώς θα κινητοποιήσει την ευρωπαϊκή υποστήριξη και πώς θα υπερασπιστεί έμπρακτα τα ελληνικά συμφέροντα. Οι συναντήσεις, οι φωτογραφίες και οι διαβεβαιώσεις αποκτούν αξία όταν μεταφράζονται σε επιρροή. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το αποτέλεσμα δείχνει τα όρια της ελληνικής επιρροής — και αυτά τα όρια απαιτούν εξηγήσεις από τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Λιβύη: Η Βεγγάζη εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο — Ανατροπή για την ελληνική διπλωματία

0

Το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης εγκαταλείπει την απόρριψη της συμφωνίας του 2019 και ανοίγει τον δρόμο για στενότερες σχέσεις με την Άγκυρα. Η μεταστροφή του στρατοπέδου που συνδέεται με τον Χαφτάρ ενισχύει πολιτικά την Τουρκία και θέτει υπό εξέταση την αποτελεσματικότητα της ελληνικής προσέγγισης.

Σημαντική μεταβολή στις ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου σηματοδοτεί η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο για τις θαλάσσιες ζώνες. Η έγκριση, την Τρίτη 20 Οκτωβρίου, επιβεβαιώθηκε στο Reuters από δύο βουλευτές, ενώ ο εκπρόσωπος του κοινοβουλίου, Αμπντουλάχ Μπλιχέγκ, ανακοίνωσε ότι η απόφαση ήταν ομόφωνη.

Η σημασία της εξέλιξης βρίσκεται πρωτίστως στην προέλευσή της: το μνημόνιο αποκτά πλέον την υποστήριξη του κοινοβουλίου της ανατολικής Λιβύης, το οποίο προηγουμένως το απέρριπτε. Η μεταστροφή αυτή περιορίζει την πολιτική απόσταση ανάμεσα στην Άγκυρα και την ανατολική λιβυκή ηγεσία σε ένα ζήτημα άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος.

Μαζί με την έγκριση του θαλάσσιου μνημονίου, το κοινοβούλιο ανακάλεσε δύο αποφάσεις του 2020: την απόφαση υπ’ αριθμόν 1, που απέρριπτε την κύρωση των δύο μνημονίων της τότε κυβέρνησης της Τρίπολης με την Τουρκία, και την απόφαση υπ’ αριθμόν 6, που προέβλεπε τη διακοπή των πολιτικών σχέσεων με την Άγκυρα. Πρόκειται επομένως για ευρύτερη πολιτική επαναπροσέγγιση και όχι μόνο για μία ψηφοφορία σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες.

Η ανακοίνωση περί ομοφωνίας χρειάζεται, πάντως, να διαβάζεται με ακρίβεια. Στο δημοσίευμα που μεταφέρει τις αρχικές πληροφορίες του Reuters δεν παρατίθενται αριθμός παρόντων, αναλυτική καταμέτρηση ή πρακτικά. Η ομοφωνία αποδίδεται στην επίσημη ανακοίνωση του εκπροσώπου· δεν τεκμηριώνει από μόνη της συμμετοχή και θετική ψήφο του συνόλου των μελών της Βουλής.

Το μνημόνιο είχε υπογραφεί τον Νοέμβριο του 2019 από την Τουρκία και την τότε Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης. Η σημερινή απόφαση αφορά την αποδοχή εκείνης της συμφωνίας από το κοινοβούλιο που την αμφισβητούσε, όχι την ανακοίνωση μιας νέας θαλάσσιας οριοθέτησης.

Για την Αθήνα, το πολιτικό βάρος είναι ιδιαίτερο λόγω των σχέσεων που είχε καλλιεργήσει με τον Χαλίφα Χαφτάρ. Στη συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 2020, ο Λίβυος στρατάρχης είχε, σύμφωνα με την τότε ενημέρωση κυβερνητικών πηγών, υπογραμμίσει την ακυρότητα των μνημονίων της Τρίπολης με την Τουρκία και εκφράσει δέσμευση για οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με την Ελλάδα.

Οι επαφές συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Μετά τη συνάντησή του με τον Χαφτάρ στη Βεγγάζη, στις 6 Ιουλίου 2025, ο Γιώργος Γεραπετρίτης είχε μιλήσει για κοινή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και για συνέχιση της «αδιατάρακτης σχέσης» των δύο πλευρών.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η αποτίμηση του υπουργού Εξωτερικών στις 9 Σεπτεμβρίου 2025. Τότε είχε συνδέσει την ανάπτυξη οικονομικών και εμπορικών σχέσεων με την αποτροπή δυσμενών εξελίξεων, ενώ συμπεριέλαβε τη μη κύρωση του μνημονίου στα αποτελέσματα της ελληνικής πολιτικής. Παράλληλα, είχε αναγνωρίσει ότι οι συνομιλητές της εκτελεστικής εξουσίας δεν μπορούσαν να δεσμεύσουν το κοινοβούλιο. Οι δηλώσεις εκείνες έγιναν περισσότερο από έναν χρόνο πριν από τη σημερινή ψηφοφορία και αφορούσαν την τότε εκτίμησή του για το προσεχές διάστημα.

Η σημερινή απόφαση δημιουργεί, συνεπώς, ένα συγκεκριμένο πολιτικό ερώτημα για την κυβέρνηση Μητσοτάκη: γιατί η ανάπτυξη σχέσεων με την ανατολική Λιβύη δεν απέτρεψε την εγκατάλειψη μιας θέσης που συνέπιπτε με βασική ελληνική επιδίωξη; Η απάντηση απαιτεί αποτίμηση των πραγματικών δεσμεύσεων, των κινήτρων της λιβυκής πλευράς και των μέσων επιρροής που διέθετε η Αθήνα.

Χρειάζεται, ωστόσο, διάκριση ανάμεσα στη διπλωματική σημασία της ψηφοφορίας και στη διεθνή νομική αποτίμηση του μνημονίου. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε καταγράψει ήδη από τον Δεκέμβριο του 2019 ότι η συμφωνία παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το δίκαιο της θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη. Αυτή είναι η διατυπωμένη ευρωπαϊκή θέση, την οποία η κοινοβουλευτική έγκριση στη Λιβύη δεν αναιρεί ως πολιτική και νομική ένσταση.

Τη διάκριση είχε κάνει και ο ίδιος ο Γεραπετρίτης τον Αύγουστο του 2025: κατά την ελληνική θέση, ενδεχόμενη κύρωση δεν θα καθιστούσε το μνημόνιο έγκυρο, θα επιβάρυνε όμως τις διμερείς σχέσεις.

Σε πολιτικό επίπεδο, η εξέλιξη μπορεί να αποτιμηθεί ως ουσιαστικό κέρδος για την Άγκυρα: ένας θεσμικός αντίπαλος της συμφωνίας μετατρέπεται σε υποστηρικτή της. Αυτό ενισχύει τη δυνατότητα της Τουρκίας να παρουσιάζει το μνημόνιο ως επιλογή με ευρύτερη λιβυκή αποδοχή. Δεν αποδεικνύει, από μόνο του, πλήρη στρατηγική ταύτιση του Χαφτάρ με την Τουρκία ούτε εξηγεί ποια ανταλλάγματα ή υπολογισμοί οδήγησαν στη μεταστροφή.

Για την ελληνική διπλωματία, η δοκιμασία είναι πλέον διπλή: να διατηρήσει ενεργή τη διεθνή αμφισβήτηση του μνημονίου και να εξηγήσει πώς θα αντιμετωπίσει την πολιτική ενίσχυσή του μέσα στη Λιβύη. Η επίκληση της νομικής θέσης της χώρας παραμένει αναγκαία. Η αποτελεσματικότητα της πολιτικής της, όμως, θα κριθεί και από την ικανότητά της να επηρεάζει τις αποφάσεις των συνομιλητών της.

Τι επικαλείται τώρα η ανατολική Λιβύη

Ο Τάρεκ αλ-Τζαρούσι, μέλος της Επιτροπής Άμυνας και Εθνικής Ασφάλειας του κοινοβουλίου, δήλωσε στο λιβυκό δίκτυο Al Wasat ότι η έγκριση εξυπηρετεί στρατηγικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Ως νομικά στηρίγματα επικαλέστηκε τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 και μια απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου για την υφαλοκρηπίδα, την οποία το δημοσίευμα χρονολογεί στο 1988. Αναγνώρισε επίσης πιθανές δυσκολίες ευρωπαϊκής αναγνώρισης και εντάσεις με την Ελλάδα. Πρόκειται για τοποθέτηση βουλευτή, όχι για δημοσιευμένη γνωμοδότηση του κοινοβουλίου.

Η αναφορά στο «1988» χρειάζεται διευκρίνιση. Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου στην υπόθεση Λιβύης–Μάλτας εκδόθηκε στις 3 Ιουνίου 1985. Υπάρχει, αντίθετα, συμφωνία Λιβύης–Τυνησίας της 8ης Αυγούστου 1988 για εφαρμογή δικαστικής απόφασης σχετικά με την υφαλοκρηπίδα. Δεν μπορούμε να υποθέσουμε ποια από αυτές εννοούσε ο βουλευτής ούτε να παρουσιάσουμε τη χρονολογία του δημοσιεύματος ως επαληθευμένη δικαστική παραπομπή.

Συνεπώς, έχουμε επίκληση νομικών πηγών, αλλά ακόμη όχι συγκεκριμένη εξήγηση για το πώς αυτές δικαιολογούν τη συγκεκριμένη οριοθέτηση Τουρκίας–Λιβύης.

Τι υποστήριζε προηγουμένως το ίδιο κοινοβούλιο

Στην επίσημη ιστοσελίδα της λιβυκής Βουλής υπάρχει ανακοίνωση της 2ας Δεκεμβρίου 2019 για επιστολή του τότε προέδρου της, Αγκίλα Σάλεχ, προς τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ. Η απόρριψη στηριζόταν σε δύο διαφορετικές κατηγορίες επιχειρημάτων:

  • Εσωτερική νομιμότητα: υποστήριζε ότι απαιτούνταν κοινοβουλευτική κύρωση, παραπέμποντας στη Συνταγματική Διακήρυξη, στις διατάξεις της αποκαλούμενης πρότασης του Φεβρουαρίου και στη Λιβυκή Πολιτική Συμφωνία.
  • Ουσία της θαλάσσιας οριοθέτησης: υποστήριζε ότι Τουρκία και Λιβύη δεν έχουν κοινά θαλάσσια σύνορα, επικαλούμενη την παρουσία της Ελλάδας και της Κύπρου και τα δικαιώματα άλλων παράκτιων κρατών. Παρέπεμπε μάλιστα σε άρθρα της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα: η νέα ψηφοφορία αλλάζει την προηγούμενη κοινοβουλευτική άρνηση. Με ποιο σκεπτικό, όμως, εγκαταλείπονται οι παλιές ενστάσεις για τη γεωγραφία και τα δικαιώματα τρίτων κρατών;

Ποιες δηλώσεις έχουν εντοπιστεί

Από τη Λιβύη: Ο Αμπντουλάχ Μπλιχέγκ, εκπρόσωπος του κοινοβουλίου — όχι πρόεδρός του, ανακοίνωσε την ομόφωνη έγκριση και την ανάκληση των αποφάσεων 1/2020 και 6/2020. Η ανακοίνωση περιγράφει το αποτέλεσμα, χωρίς να αναπτύσσει νομική επιχειρηματολογία.

Η συνεδρίαση έγινε κεκλεισμένων των θυρών, σύμφωνα με το Libya Observer, το οποίο επικαλείται προηγούμενη ενημέρωση του εκπροσώπου.

Λιβύη: Το κοινοβούλιο ενέκρινε ομόφωνα το τουρκολιβυκό μνημόνιο – Ιστορική στροφή από το «στρατόπεδο» του Χαφτάρ

1
FILE PHOTO: Turkish drilling vessel Yavuz is escorted by Turkish Navy frigate TCG Gemlik (F-492) in the eastern Mediterranean Sea off Cyprus, August 6, 2019. Picture taken August 6, 2019. REUTERS/Murad Sezer/File Photo

 

Το κοινοβούλιο της Λιβύης ενέκρινε τη θαλάσσια συμφωνία με την Τουρκία και παράλληλα ανακάλεσε απόφαση-μποϊκοτάζ του 2020, επαναφέροντας στο προσκήνιο το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τις διαφορές στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς το κοινοβούλιο στη Βεγγάζη, υπό τον έλεγχο των δυνάμεων του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, είχε κηρύξει προηγουμένως τη συμφωνία νομικά άκυρη.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Το κοινοβούλιο της Λιβύης ενέκρινε τη θαλάσσια συμφωνία με την Τουρκία και παράλληλα ανακάλεσε απόφαση-μποϊκοτάζ του 2020, όπως δήλωσαν δύο βουλευτές στο Reuters.
  • Η επικύρωση της συμφωνίας επαναφέρει στο προσκήνιο το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, αποκτώντας ιδιαίτερη βαρύτητα για τις συνεχιζόμενες διαφορές στην Ανατολική Μεσόγειο.
  • Το κοινοβούλιο στη Βεγγάζη είχε κηρύξει το 2020 τη συμφωνία νομικά άκυρη, ωστόσο η νέα απόφαση ανοίγει το ενδεχόμενο μιας μεγάλης γεωπολιτικής τομής στις σχέσεις Άγκυρας και ανατολικής Λιβύης.

Η επικύρωση της συμφωνίας επαναφέρει στο προσκήνιο το τουρκολιβυκό μνημόνιο που είχαν υπογράψει το 2019 στην Κωνσταντινούπολη οι δύο πλευρές, σχετικά με την αμφιλεγόμενη οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.

Ερντογάν: Η επικύρωση από την Βεγγάζη του τουρκολιβυκού μνημονίου θα αποτελέσει σημαντικό επίτευγμα

Ωστόσο, το τηλεγράφημα του Reuters που επικαλούνται διεθνή ΜΜΕ δεν παρείχε λεπτομέρειες σχετικά με τον αριθμό των βουλευτών που συμμετείχαν στην ψηφοφορία, την κατανομή των ψήφων ή τη νομική βάση για την άρση του μποϊκοτάζ.

 

Ωστόσο, την εξέλιξη αυτή επιβεβαίωσε ο εκπρόσωπος και πρόεδρος της Βουλής της Λιβύης, Αμπντουλάχ Μπελχάκ, ο οποίος δήλωσε ότι το κοινοβούλιο ενέκρινε ομόφωνα το μνημόνιο που είχε υπογραφεί μεταξύ της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας (GNA) και της Τουρκίας για την οριοθέτηση των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο, μεταδίδει το δίκτυο Libya Akhbar.

Παράλληλα, ο Μπελχάκ ανέφερε ότι η Βουλή ανακάλεσε τις προηγούμενες αποφάσεις της με τις οποίες απέρριπτε την κύρωση δύο τουρκικών μνημονίων και διέκοπτε τις πολιτικές σχέσεις με την Άγκυρα.

Το λιβυκό κοινοβούλιο, το οποίο εδρεύει στα ανατολικά της χώρας, ελέγχεται από τις δυνάμεις του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ στη Βεγγάζη και βρίσκεται σε χρόνια κόντρα με την κυβέρνηση της Τρίπολης, δεν είχε επικυρώσει τότε τη συμφωνία.

Μάλιστα, το 2020 την είχε κηρύξει νομικά άκυρη και είχε επιβάλει επίσημο μποϊκοτάζ εναντίον της.

Λίγο νωρίτερα, σύμφωνα με πληροφορίες του δικτύου The Geopolitical Desk, «σημαντικές εξελίξεις» διαφαίνονταν στον ορίζοντα όσον αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στην Τουρκία και την ανατολική Λιβύη.

Ειδικότερα, ο επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών (MIT), Ιμπραχίμ Καλίν, αναμενόταν να πραγματοποιήσει επίσκεψη στην Τρίπολη την Τρίτη το πρωί για συναντήσεις με κορυφαίους αξιωματούχους ασφαλείας, την ίδια ώρα που στη Βεγγάζη το Κοινοβούλιο επρόκειτο να συνεδριάσει με βασικό θέμα στην ατζέντα την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Οι διεργασίες αυτές άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας μεγάλης γεωπολιτικής τομής στις σχέσεις Άγκυρας και Βεγγάζης, με ευρύτερες προεκτάσεις για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.

enikos.gr

 

Θ. Ατματζίδης: Από τα παλάτια του Κόλπου στους δρόμους της Ευρώπης: Ποιος χρηματοδοτεί την ισλαμιστική επιρροή στη Δύση;

11

Κατάρ, Μουσουλμανική Αδελφότητα, πανεπιστήμια και δίκτυα πολιτικής επιρροής: Η μάχη για τη συνείδηση της ευρωπαϊκής νεολαίας και τα ερωτήματα που οι κυβερνήσεις δεν μπορούν πλέον να αγνοούν.

 

Ατματζίδης Θεόδωρος


Πρώην Διευθυντής Πληροφοριών και Αντικατασκοπείας ΓΕΕΘΑ | Πρώην Διευθυντής Στρατιωτικής Συνεργασίας στο SHAPE/NATO

Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst

 

Εισαγωγή

Η συζήτηση για την ισλαμιστική επιρροή στην Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται αποκλειστικά στην τρομοκρατία, στη ριζοσπαστικοποίηση ή στην ασφάλεια των συνόρων. Υπάρχει μια ευρύτερη διάσταση, λιγότερο ορατή αλλά δυνητικά εξίσου σημαντική: η συστηματική αξιοποίηση οικονομικών πόρων, θρησκευτικών και κοινωνικών δικτύων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, οργανώσεων νεολαίας και δημόσιων παρεμβάσεων για την προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών και ιδεολογικών επιδιώξεων.

Η αφετηρία της ανάλυσης πρέπει να είναι απολύτως σαφής. Το ζήτημα δεν είναι το Ισλάμ ως θρησκεία ούτε οι μουσουλμάνοι πολίτες που ζουν και δραστηριοποιούνται νόμιμα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Το πραγματικό ερώτημα αφορά τις οργανωμένες προσπάθειες πολιτικής επιρροής, όταν αυτές συνδέονται με αδιαφανείς χρηματοδοτήσεις, διακρατικές στρατηγικές ή δίκτυα που επιδιώκουν να αποκτήσουν πρόσβαση στους θεσμούς και να επηρεάσουν τη δημόσια συζήτηση. Η δημοκρατία οφείλει να προστατεύει ταυτόχρονα τη θρησκευτική ελευθερία, την ισότητα των πολιτών και την ανεξαρτησία των θεσμών της.

Δεν είναι κάθε ισλαμική οργάνωση απειλή, κάθε χρηματοδότηση από το εξωτερικό ύποπτη ούτε κάθε κοινωνική κινητοποίηση προϊόν καθοδήγησης. Η ανάλυση οφείλει να διακρίνει τα επιβεβαιωμένα γεγονότα από τις καταγγελίες και τις εκτιμήσεις. Όταν, όμως, υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις ότι οικονομικοί πόροι, θεσμικές συνεργασίες και οργανωμένα δίκτυα χρησιμοποιούνται για την προώθηση πολιτικών σκοπών, η διερεύνηση δεν αποτελεί προκατάληψη. Αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας.

Το Κατάρ και η στρατηγική της επιρροής

Το Κατάρ έχει αναπτύξει μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, αξιοποιώντας τον ενεργειακό του πλούτο, τη διπλωματία, τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, τις επενδύσεις, την εκπαίδευση και τη χρηματοδότηση διεθνών πρωτοβουλιών. Η μικρή γεωγραφική του έκταση δεν αντανακλά το μέγεθος της διεθνούς παρουσίας του. Μέσω της οικονομικής ισχύος και της δυνατότητας να διατηρεί σχέσεις με διαφορετικούς, ακόμη και αντίπαλους, περιφερειακούς και διεθνείς παράγοντες, το εμιράτο επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο του πέρα από τα όρια του Κόλπου [1].

Σε αυτή τη στρατηγική εντάσσεται και η μακρόχρονη σχέση του Κατάρ με πρόσωπα και κύκλους που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Η παρουσία του ισλαμιστή θεολόγου Γιουσούφ αλ-Καραντάουι στην Ντόχα, η δημόσια επιρροή του και η προβολή του από το δίκτυο Al Jazeera έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης δημοσιογραφικής και πολιτικής συζήτησης. Η σχέση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε δραστηριότητα του Κατάρ ελέγχεται από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, αποτυπώνει όμως μια ιστορικά σημαντική σύγκλιση συμφερόντων και διαύλων επιρροής.

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα δεν είναι ένα ενιαίο, ομοιογενές σώμα με απολύτως κοινή δράση σε όλες τις χώρες. Πρόκειται για κίνημα με διαφορετικές εθνικές οργανώσεις, ιστορικές διαδρομές και πολιτικές πρακτικές. Ορισμένοι κλάδοι έχουν συμμετάσχει στην πολιτική διαδικασία, άλλοι έχουν αντιμετωπιστεί από κυβερνήσεις ως απειλή, ενώ συγκεκριμένα πρόσωπα ή οργανώσεις έχουν συνδεθεί με εξτρεμιστικές πρακτικές. Η διάκριση ανάμεσα στο ευρύτερο ιδεολογικό ρεύμα, στις επιμέρους οργανώσεις και σε συγκεκριμένες παράνομες δραστηριότητες είναι απαραίτητη για μια σοβαρή αξιολόγηση [2][3].

Η στρατηγική σημασία του ζητήματος βρίσκεται ακριβώς εδώ: η επιρροή δεν ασκείται μόνο με κρατικές δηλώσεις ή άμεσες πολιτικές παρεμβάσεις. Μπορεί να αναπτύσσεται σταδιακά μέσα από τη χρηματοδότηση πολιτιστικών και θρησκευτικών ιδρυμάτων, την υποστήριξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων, τη δημιουργία δικτύων συνεργασίας και την ανάπτυξη σχέσεων με ανθρώπους που αποκτούν πρόσβαση σε κοινότητες, πανεπιστήμια ή δημόσιους θεσμούς.

Γιουσούφ αλ Καραντάουι – Πνευματικός ηγέτης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας

Η χρηματοδότηση θρησκευτικών ιδρυμάτων και τα ερωτήματα διαφάνειας

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της ευρωπαϊκής συζήτησης είναι η έρευνα που παρουσιάστηκε στο βιβλίο Qatar Papers των δημοσιογράφων Κριστιάν Σενό και Ζορζ Μαλμπρουνό. Το έργο εξετάζει χρηματοδοτήσεις που αποδίδονται σε καταριανούς φορείς και αφορούν τζαμιά, ισλαμικά κέντρα και άλλες δομές στην Ευρώπη. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τους συγγραφείς και αναφέρθηκαν σε δημοσιογραφικά δημοσιεύματα, η έρευνα κατέγραψε ευρύ δίκτυο έργων και χρηματοδοτήσεων σε ευρωπαϊκές χώρες [4].

Οι σχετικές αναφορές προκάλεσαν ερωτήματα για τη φύση των χρηματοδοτούμενων δραστηριοτήτων, τις σχέσεις ορισμένων αποδεκτών με ισλαμιστικά δίκτυα και τη δυνατότητα των χρηματοδοτών να επηρεάζουν τη θρησκευτική ή ιδεολογική κατεύθυνση των ιδρυμάτων. Οι καταγγελίες και τα δημοσιογραφικά ευρήματα δεν αποτελούν αυτομάτως δικαστικά αποδεδειγμένες παραβάσεις. Ούτε μπορούμε να αποδείξουμε εύκολα ότι τα χρηματοδοτούμενα τζαμιά ή θρησκευτικά κέντρα μπορούν να θεωρούνται φορείς πολιτικής επιρροής. Η ουσία βρίσκεται στην εξέταση κάθε περίπτωσης με βάση τα έγγραφα, τη διαδρομή των χρημάτων, τον τελικό δικαιούχο και τις πραγματικές δραστηριότητες.

Αυτό που αναδεικνύεται είναι η ανάγκη διαφάνειας. Όταν ένας ξένος κρατικός ή ιδιωτικός φορέας χρηματοδοτεί ένα ίδρυμα στην Ευρώπη, πρέπει να είναι σαφές:

  • ποιος παρέχει τα χρήματα,
  • ποιος τα λαμβάνει,
  • ποιος καθορίζει τις προτεραιότητες και
  • εάν υπάρχουν όροι που συνδέονται με τη λειτουργία του ιδρύματος.

Η διαφάνεια δεν αποτελεί περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας. Είναι η προϋπόθεση ώστε η ελευθερία αυτή να μη χρησιμοποιείται ως κάλυψη αδιαφανών πολιτικών δραστηριοτήτων.

Το ίδιο ζήτημα αφορά τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και τα προγράμματα διεθνούς συνεργασίας. Η ξένη χρηματοδότηση μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην επιστημονική έρευνα και στην εκπαιδευτική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ανάγκη ελέγχου των πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων, των όρων των δωρεών και της ανεξαρτησίας των ερευνητικών προτεραιοτήτων. Οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές συζητήσεις για τη διαφάνεια της πανεπιστημιακής χρηματοδότησης αναδεικνύουν ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη θρησκεία, αλλά συνολικά τη σχέση οικονομικής ισχύος, γνώσης και επιρροής [5][6].

Πέρα από το Κατάρ: Σαουδική Αραβία, Εμιράτα και Κουβέιτ

Η εξέταση της εξωτερικής ισλαμιστικής επιρροής στην Ευρώπη δεν μπορεί να περιορίζεται στο Κατάρ. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κουβέιτ έχουν αναπτύξει διαφορετικές μορφές διεθνούς παρουσίας, αξιοποιώντας οικονομικούς πόρους, θρησκευτικούς θεσμούς, φιλανθρωπικές δραστηριότητες και πολιτιστικές σχέσεις. Δεν αποτελούν, ωστόσο, ενιαίο μπλοκ και δεν ακολουθούν την ίδια ιδεολογική ή γεωπολιτική κατεύθυνση.

Η Σαουδική Αραβία έχει ιστορικά χρηματοδοτήσει θρησκευτικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα εκτός των συνόρων της, προβάλλοντας μια συντηρητική ερμηνεία του σουνιτικού Ισλάμ. Η διεθνής διάδοση αυτής της θρησκευτικής προσέγγισης έχει αποτελέσει αντικείμενο ερευνών και πολιτικών συζητήσεων, ιδίως ως προς τον ρόλο χρηματοδοτούμενων ιδρυμάτων στη διαμόρφωση θρησκευτικών αντιλήψεων [11]. Η ιστορική αυτή δραστηριότητα δεν επιτρέπει να θεωρείται κάθε σαουδαραβική δωρεά ύποπτη ούτε να αποδίδονται οι ίδιες πρακτικές στη σημερινή πολιτική ηγεσία χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία. Επιβάλλει, όμως, να εξετάζονται οι πηγές χρηματοδότησης, οι όροι και οι δραστηριότητες των αποδεκτών.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ακολουθούν διαφορετική γραμμή, αντιμετωπίζοντας τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως απειλή για την πολιτική τους τάξη και αντιπαρατιθέμενα σε οργανώσεις που θεωρούν ότι προωθούν πολιτικό Ισλάμ. Η αντιπαλότητά τους με το Κατάρ έχει αποτελέσει σημαντικό στοιχείο του ανταγωνισμού στον Κόλπο. Επομένως, η εξομοίωση των δύο κρατών ως φορέων μιας κοινής ισλαμιστικής στρατηγικής θα ήταν ανακριβής. Η ευρύτερη αρχή, ωστόσο, παραμένει η ίδια: η διπλωματική και οικονομική παρουσία κάθε ξένης δύναμης πρέπει να εξετάζεται με βάση τις πραγματικές δραστηριότητες και όχι με βάση τις δηλωμένες πολιτικές προθέσεις της.

Κατάρ

Το Κουβέιτ, επίσης, εμφανίζεται σε ευρωπαϊκές συζητήσεις για τη χρηματοδότηση θρησκευτικών ιδρυμάτων και οργανώσεων. Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει αναδείξει το ζήτημα της ξένης χρηματοδότησης του Ισλάμ στην Ευρώπη και την ανάγκη να περιορίζονται οι συνθήκες που μπορεί να διευκολύνουν τη ριζοσπαστικοποίηση, χωρίς να παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία [12]. Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν υπάρχει διαφάνεια, ποιος ασκεί τον πραγματικό έλεγχο και εάν τεκμηριώνονται πολιτικές παρεμβάσεις ή προώθηση εξτρεμιστικών ιδεών.

Η σύγκριση αυτών των χωρών οδηγεί σε ένα ουσιαστικό συμπέρασμα: η Ευρώπη χρειάζεται σταθερούς κανόνες διαφάνειας και ελέγχου που να εφαρμόζονται σε όλους τους εξωτερικούς χρηματοδότες. Η αξιολόγηση πρέπει να αφορά συγκεκριμένα δίκτυα, θεσμικές σχέσεις και δραστηριότητες, όχι συλλογικές υποψίες εναντίον ολόκληρων κρατών ή θρησκευτικών κοινοτήτων.

Οι βασιλικές οικογένειες του Κόλπου, οι οικονομικές διασυνδέσεις και τα δίκτυα επιρροής

Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται η θρησκευτική και πολιτική επιρροή ορισμένων κρατών του Κόλπου στην Ευρώπη, χρειάζεται να εξεταστεί όχι μόνο η επίσημη κρατική πολιτική τους, αλλά και ο ρόλος των κυβερνωσών οικογενειών, των προσώπων που διαχειρίζονται φιλανθρωπικά κεφάλαια και των οργανισμών που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι. Η συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής ισχύος στις δυναστικές ελίτ ορισμένων μοναρχιών δημιουργεί ένα ιδιαίτερο περιβάλλον, στο οποίο οι κρατικές προτεραιότητες, οι προσωπικές σχέσεις, οι ιδιωτικές δωρεές και οι δραστηριότητες κοινωφελών οργανισμών μπορούν να αλληλοσυνδέονται. Η εξέταση αυτών των σχέσεων βοηθαει στην κατανόηση, για την προέλευση των κεφαλαίων, και πως οι όροι χρηματοδότησης και οι πραγματικοί δεσμοί μεταξύ χρηματοδοτών και αποδεκτών πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ουσιαστικού ελέγχου.

Η περίπτωση του Κατάρ προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προς διερεύνηση. Στο βιβλίο Qatar Papers, οι Γάλλοι δημοσιογράφοι Christian Chesnot και Georges Malbrunot παρουσιάζουν έγγραφα και στοιχεία που, σύμφωνα με την έρευνά τους, καταγράφουν τη χρηματοδότηση τζαμιών, σχολείων και ισλαμικών κέντρων στην Ευρώπη μέσω της Qatar Charity, καθώς και τη σύνδεση μέρους των χρηματοδοτήσεων με οργανώσεις που σχετίζονται με το περιβάλλον της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Οι συγγραφείς εξετάζουν, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή μελών της οικογένειας Αλ Θάνι στη χρηματοδότηση και τις διαδρομές μέσω των οποίων διοχετεύονταν οι πόροι [18]. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν δημοσιογραφική έρευνα με συγκεκριμένο αντικείμενο και πρέπει να αξιολογούνται ανά έργο, φορέα και χρηματοδοτική συναλλαγή· δεν δικαιολογούν τη γενίκευση ότι όλες οι δραστηριότητες της Qatar Charity ή όλοι οι αποδέκτες της υπηρετούν ενιαίο πολιτικό σχέδιο.

Qatar Charity

Η στρατηγική σημασία αυτών των δικτύων βρίσκεται στο γεγονός ότι η επιρροή δεν χρειάζεται να ασκείται αποκλειστικά μέσω επίσημων διπλωματικών διαύλων. Μπορεί να αναπτύσσεται μακροπρόθεσμα μέσα από τη χρηματοδότηση θρησκευτικών εγκαταστάσεων, εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών, υποτροφιών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων, καθώς και μέσα από τη διαμόρφωση σχέσεων με τοπικούς παράγοντες, συλλόγους και πρόσωπα με πρόσβαση στις κοινότητες. Όταν η χρηματοδότηση συνοδεύεται από ουσιαστική εξάρτηση του αποδέκτη από τον εξωτερικό χρηματοδότη, δημιουργείται δυνητικά μια σχέση επιρροής που μπορεί να υπερβεί τον αρχικό κοινωφελή σκοπό. Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος προσφέρει τα χρήματα, αλλά και ποιος καθορίζει τις προτεραιότητες, ποιος ελέγχει τη χρήση τους και εάν οι όροι της χρηματοδότησης επηρεάζουν το περιεχόμενο ή τον προσανατολισμό της δραστηριότητας.

Μια διαφορετική, αλλά εξίσου χρήσιμη για την ανάλυση, περίπτωση παρουσιάζει το Κουβέιτ και η κυβερνώσα οικογένεια Αλ Σαμπάχ. Σε μελέτη του Carnegie Endowment for International Peace, ο Zoltan Pall περιγράφει πώς η δυναστική ηγεσία αξιοποίησε κατά περιόδους τις σχέσεις της με σαλαφιστικά δίκτυα στο εσωτερικό της χώρας, τόσο για να ενισχύσει πολιτικούς συμμάχους όσο και για να εξισορροπήσει άλλες αντιπολιτευτικές δυνάμεις. Η μελέτη αναφέρει, ειδικότερα, ότι ο Fahad al-Ahmad Al Sabah συνέβαλε οικονομικά στη δημιουργία της Revival of Islamic Heritage Society, ενώ καταγράφει τη μεταγενέστερη διεύρυνση της παρουσίας σαλαφιστικών κύκλων σε κρατικούς θρησκευτικούς θεσμούς και σε διακρατικά δίκτυα [19]. Το παράδειγμα δείχνει πώς η χρηματοδότηση και η θεσμική πρόσβαση μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα πολιτικής διαχείρισης και οικοδόμησης συμμαχιών. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι οι σχέσεις ανάμεσα σε μοναρχίες και ισλαμιστικές οργανώσεις δεν είναι πάντοτε σταθερές ή ιδεολογικά ομοιογενείς: συχνά χαρακτηρίζονται από συγκυριακή συνεργασία, αμοιβαία οφέλη και προσπάθειες ελέγχου.

Στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας, η ανάλυση χρειάζεται αντίστοιχη διάκριση ανάμεσα στην επίσημη κρατική θρησκευτική πολιτική, στους θεσμούς και στις φιλανθρωπικές δομές που συνδέονται με το βασίλειο, καθώς και στις πρωτοβουλίες ιδιωτών δωρητών. Οι σχέσεις ανάμεσα σε κρατικούς φορείς, θρησκευτικά ιδρύματα και ιδιωτικά κεφάλαια δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως ενιαίο σύστημα διοίκησης. Επιβάλλεται, ωστόσο, να εξετάζονται ως πιθανά κανάλια διάδοσης ιδεών, ενίσχυσης θεσμών και οικοδόμησης διεθνών δικτύων, με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία που τεκμηριώνουν κάθε περίπτωση. Το ίδιο ισχύει και για άλλες μοναρχίες του Κόλπου: η κοινή θρησκευτική αναφορά δεν συνεπάγεται κοινή στρατηγική, ενώ οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί μπορεί να οδηγούν ακόμη και σε στήριξη διαφορετικών ή αντίπαλων κινημάτων.

Από την άποψη της ευρωπαϊκής ασφάλειας, η ουσία δεν βρίσκεται στην καταγωγή ή στη θρησκεία των δωρητών, αλλά στη διαφάνεια και στη δυνατότητα ελέγχου των σχέσεων χρηματοδότησης και επιρροής. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να γνωρίζουν τον τελικό χρηματοδότη, τους ενδιάμεσους φορείς, τους όρους των δωρεών, τη χρήση των κεφαλαίων και τυχόν αδήλωτες σχέσεις εξάρτησης.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν προκύπτουν ενδείξεις απόκρυψης της πραγματικής προέλευσης των χρημάτων, αδιαφανούς διαχείρισης ή σύνδεσης χρηματοδοτούμενων δραστηριοτήτων με πολιτικές επιδιώξεις που δεν δηλώνονται στους αποδέκτες ή στις δημόσιες αρχές.

Το στρατηγικό ερώτημα, τελικά, είναι κατά πόσο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διαθέτουν επαρκή εικόνα για τα δίκτυα μέσω των οποίων εξωτερικοί κρατικοί και ιδιωτικοί παράγοντες μπορούν να αποκτούν μακροχρόνια πρόσβαση σε κοινωνικούς θεσμούς και κοινότητες. Η απάντηση δεν βρίσκεται στην αδιακρίτως αντιμετώπιση της φιλανθρωπίας ως απειλής, αλλά στη συστηματική χαρτογράφηση των χρηματοδοτικών διαδρομών, στην αξιολόγηση των πραγματικών δεσμών και στην εφαρμογή κοινών κανόνων διαφάνειας.

Μόνο έτσι μπορεί να διαχωριστεί η νόμιμη θρησκευτική και κοινωφελής δραστηριότητα από τις περιπτώσεις όπου η οικονομική στήριξη ενδέχεται να χρησιμοποιείται ως μέσο πολιτικής επιρροής.

Η Τουρκία: θρησκευτική παρουσία, διασπορά και πολιτική επιρροή

Η Τουρκία έχει ιδιαίτερη θέση στην ευρωπαϊκή συζήτηση, καθώς η διεθνής της παρουσία δεν περιορίζεται στη θρησκευτική διπλωματία. Συνδέεται με μια ευρύτερη στρατηγική διατήρησης δεσμών με την τουρκική διασπορά, προβολής της πολιτικής της ταυτότητας και ενίσχυσης του περιφερειακού της ρόλου. Η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας (Diyanet) αποτελεί κρατικό θεσμό με διεθνή παρουσία και σχέσεις με θρησκευτικές κοινότητες σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.

Έρευνες για την τουρκική διασπορά στη Δυτική Ευρώπη έχουν αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρεί πολιτικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς δεσμούς με κοινότητες του εξωτερικού. Παράλληλα, έχουν καταγραφεί ανησυχίες σε ευρωπαϊκές χώρες για την πιθανή χρήση θρησκευτικών ή πολιτιστικών δομών ως διαύλων κρατικής επιρροής [13][14]. Η ύπαρξη τέτοιων ανησυχιών  δεν παρέχει αποδείξεις ότι κάθε θρησκευτικός λειτουργός ή κάθε τουρκικό ίδρυμα δρα ως πολιτικό όργανο. Αναδεικνύει, όμως, τη σημασία της διοικητικής σχέσης, της χρηματοδότησης και της πραγματικής δραστηριότητας των οργανώσεων.

Τα τζαμιά και οι θρησκευτικοί λειτουργοί εξυπηρετούν νόμιμες ανάγκες λατρείας και κοινωνικής συνοχής. Η διατήρηση της γλώσσας, της πολιτιστικής ταυτότητας και των δεσμών με τη χώρα καταγωγής δεν συνιστά από μόνη της πρόβλημα. Το ζήτημα ανακύπτει όταν υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις ότι κρατικοί μηχανισμοί επιχειρούν να επηρεάσουν πολιτικές επιλογές, να ασκήσουν πιέσεις σε μέλη της διασποράς ή να μεταφέρουν στο εσωτερικό της χώρας υποδοχής πολιτικές αντιπαραθέσεις της χώρας προέλευσης.

Για την Ελλάδα, η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της κατάστασης στη Θράκη. Η προστασία των δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας, όπως κατοχυρώνονται από το εθνικό και διεθνές δίκαιο, είναι αδιαπραγμάτευτη. Εξίσου αναγκαία είναι, όμως, η διασφάλιση ότι θρησκευτικοί και πολιτιστικοί δεσμοί δεν μετατρέπονται σε μηχανισμό πολιτικής εξάρτησης ή παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.

Η διάκριση ανάμεσα στη μειονοτική ταυτότητα και στην πολιτική εργαλειοποίησή της είναι απαραίτητη. Η ελληνική πολιτεία οφείλει να προστατεύει τους πολίτες της χωρίς διακρίσεις, να αποφεύγει τη συλλογική καχυποψία και ταυτόχρονα να διερευνά κάθε συγκεκριμένη ένδειξη παράνομης εξωτερικής παρέμβασης. Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει ανεξάρτητα από το εάν ο εξωτερικός παράγοντας είναι η Τουρκία, το Κατάρ ή οποιοδήποτε άλλο κράτος.

Η ευρωπαϊκή διάσταση και η πολιτική της νεολαίας

Η εξωτερική επιρροή δεν περιορίζεται στη χρηματοδότηση θρησκευτικών ιδρυμάτων ή στη δημιουργία πολιτιστικών δεσμών. Μπορεί να αναπτύσσεται και μέσα από οργανώσεις νεολαίας, πολιτιστικά δίκτυα, πανεπιστημιακές συνεργασίες, προγράμματα ανταλλαγών και παρεμβάσεις στη δημόσια συζήτηση. Οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν συνηθισμένες και θεμιτές μορφές κοινωνικής και διεθνούς συνεργασίας και δεν συνιστούν, από μόνες τους, ένδειξη ύποπτης δραστηριότητας. Η ουσιαστική αξιολόγηση προϋποθέτει συγκεκριμένα στοιχεία για τις πηγές χρηματοδότησης, τη διοίκηση, τις οργανωτικές διασυνδέσεις, τους πραγματικούς στόχους και τη φύση των δραστηριοτήτων κάθε φορέα.

Οι νέοι στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν υπαρκτές κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις:

  • οικονομική ανασφάλεια,
  • δυσκολία πρόσβασης στη στέγαση,
  • κοινωνικές ανισότητες,
  • διακρίσεις,
  • αναξιοκρατία,
  • φαινόμενα διαφθοράς και
  • μειωμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Παράλληλα, οι διεθνείς κρίσεις, όπως ο πόλεμος στη Γάζα, προκαλούν έντονες πολιτικές και ανθρωπιστικές αντιδράσεις, οι οποίες συχνά εκφράζονται μέσα από διαδηλώσεις, φοιτητικές κινητοποιήσεις και δημόσιες παρεμβάσεις. Οι αντιδράσεις αυτές αποτελούν μέρος της δημοκρατικής ζωής και δεν μπορούν να αποδίδονται σε εξωτερική καθοδήγηση χωρίς συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος οι πραγματικές κοινωνικές εντάσεις να αποτελέσουν πεδίο δράσης για οργανωμένα πολιτικά, ιδεολογικά ή εξτρεμιστικά δίκτυα που επιδιώκουν να διευρύνουν την επιρροή τους. Η αξιοποίηση ενός υπαρκτού κοινωνικού αιτήματος για την προώθηση ευρύτερων πολιτικών επιδιώξεων δεν είναι από μόνη της παράνομη. Η κατάσταση αποκτά διαφορετική διάσταση όταν υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις συγκαλυμμένης χρηματοδότησης, συντονισμένης χειραγώγησης, παραπληροφόρησης ή διασύνδεσης με φορείς που επιδιώκουν να επηρεάσουν παράνομα τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις σε μια ευρωπαϊκή χώρα.

Η ιδιαίτερη σημασία αυτών των εξελίξεων βρίσκεται στο γεγονός ότι μια κοινωνική κινητοποίηση μπορεί να ξεκινήσει από απολύτως πραγματικά και δικαιολογημένα αιτήματα, αλλά στη συνέχεια να μετατραπεί σε πεδίο δράσης διαφορετικών ομάδων με αποκλίνουσες επιδιώξεις.

Στις μεγάλες συγκεντρώσεις, η παρουσία χιλιάδων πολιτών δυσχεραίνει τη διάκριση ανάμεσα στους ειρηνικούς διαδηλωτές, στις οργανωμένες ομάδες που επιδιώκουν βίαιη αντιπαράθεση και σε εκείνους που ενδέχεται να επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν την αναταραχή για ευρύτερους πολιτικούς σκοπούς. Σε αυτό το περιβάλλον, οργανωμένα δίκτυα μπορούν να ενισχύουν την πόλωση, να διαδίδουν παραπλανητικές πληροφορίες, να παρουσιάζουν κάθε θεσμική αντίδραση ως απόδειξη γενικευμένης καταστολής και να ενθαρρύνουν την πεποίθηση ότι η συνεννόηση με τις δημοκρατικές αρχές είναι πλέον αδύνατη.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία, καθώς εικόνες πραγματικών επεισοδίων, αποσπασματικά βίντεο ή περιεχόμενο χωρίς επαρκές πλαίσιο είναι δυνατόν να αναπαράγονται μαζικά και να χρησιμοποιούνται για την όξυνση της αντιπαράθεσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ξένη χειραγώγηση της πληροφόρησης μπορεί να πολώσει τις κοινωνίες και να υπονομεύσει τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών [16].

Για τον εντοπισμό τέτοιων πρακτικών απαιτείται συστηματική εξέταση συγκεκριμένων δεδομένων: της επαναλαμβανόμενης παρουσίας των ίδιων των οργανωτών σε διαφορετικές κινητοποιήσεις, των οικονομικών και οργανωτικών διασυνδέσεων μεταξύ φορέων, του ενδεχόμενου συντονισμού μηνυμάτων και ενεργειών, των σχέσεων με πολιτικές ή ιδεολογικές δομές και, κυρίως, της ύπαρξης αποδεικτικών στοιχείων που συνδέουν αυτές τις σχέσεις με συγκεκριμένες ενέργειες επιρροής.

Ο σοβαρότερος στρατηγικός κίνδυνος εμφανίζεται όταν η επαναλαμβανόμενη βία, η αδυναμία διαχείρισης των κρίσεων, η απώλεια εμπιστοσύνης στις αρχές και η διάδοση της αντίληψης ότι οι θεσμοί δεν μπορούν πλέον να προσφέρουν λύσεις αλληλοτροφοδοτούνται. Σε τέτοιες συνθήκες, μια οργανωμένη δύναμη μπορεί να επιδιώξει να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε διαρκή πολιτική απονομιμοποίηση, να ενθαρρύνει την άρνηση συμμόρφωσης προς νόμιμες αποφάσεις, να υποδαυλίσει συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ή θρησκευτικών ομάδων και να παρουσιάσει την αναρχία ως αναπόφευκτη συνέπεια της υφιστάμενης πολιτικής τάξης. Η επιδίωξη δεν χρειάζεται να είναι η άμεση ανατροπή μιας κυβέρνησης· μπορεί να είναι η σταδιακή παράλυση της κρατικής λειτουργίας, η αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και η δημιουργία συνθηκών στις οποίες κάθε νέα κρίση καθίσταται δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, καθώς οι υβριδικές απειλές μπορούν να συνδυάζουν τη χειραγώγηση της πληροφόρησης με άλλες μορφές πίεσης, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι κάθε κοινωνική κρίση αποτελεί υβριδική επιχείρηση [17].

Η απάντηση σε αυτούς τους κινδύνους απαιτεί να εξετάζονται οι πραγματικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, χωρίς να αποδίδονται διαφορετικά περιστατικά σε ένα ενιαίο σχέδιο αποσταθεροποίησης όταν δεν υπάρχουν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Οι κοινωνικές διαμαρτυρίες, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, οι διαδηλώσεις για την ακρίβεια, τη στέγαση, την εργασία ή τις διεθνείς εξελίξεις μπορεί να έχουν διαφορετικά αίτια και να εκφράζουν διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις. Παράλληλα, όμως, η επαναλαμβανόμενη εμφάνιση βίαιων επεισοδίων, η οργανωμένη διάδοση ψευδών πληροφοριών και η συστηματική προσπάθεια υπονόμευσης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς δικαιολογούν την προσεκτική εξέταση ενδεχόμενων οργανωτικών διασυνδέσεων, εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις. Το ζητούμενο δεν είναι να αντιμετωπιστεί η νεολαία ως απειλή, αλλά να διασφαλιστεί ότι κανένας φορέας, εσωτερικός ή εξωτερικός, δεν χρησιμοποιεί τις δημοκρατικές ελευθερίες ως κάλυψη για παράνομες ενέργειες ή συγκαλυμμένες επιχειρήσεις επιρροής.

Η πρόκληση για τις ευρωπαϊκές αρχές είναι, επομένως, διπλή: να προστατεύσουν το δικαίωμα της ειρηνικής διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα να αναπτύξουν αξιόπιστους μηχανισμούς έγκαιρης αναγνώρισης και αξιολόγησης οργανωμένων προσπαθειών αποσταθεροποίησης. Αυτό προϋποθέτει διαφάνεια στη χρηματοδότηση, αποτελεσματική διερεύνηση της παραπληροφόρησης, διασταύρωση πληροφοριών, αναλογική εφαρμογή του νόμου και σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα. Εξίσου σημαντική είναι η ουσιαστική αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που τροφοδοτούν τη δυσαρέσκεια, καθώς η παρατεταμένη οικονομική ανασφάλεια, η αίσθηση αδικίας και η απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς μπορούν να δημιουργήσουν πρόσφορο έδαφος για την εκμετάλλευση των κοινωνικών αντιδράσεων.

Η ασφάλεια των ευρωπαϊκών κοινωνιών δεν ενισχύεται με την ποινικοποίηση της διαφωνίας ούτε με τη γενικευμένη καχυποψία απέναντι σε οργανώσεις νεολαίας, θρησκευτικές κοινότητες ή κοινωνικά κινήματα. Ενισχύεται όταν οι δημοκρατικοί θεσμοί διαθέτουν την ικανότητα να διακρίνουν την αυθόρμητη κοινωνική κινητοποίηση από τις τεκμηριωμένες προσπάθειες παράνομης ή συγκαλυμμένης παρέμβασης, να αντιμετωπίζουν αποφασιστικά τη βία και να αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη των πολιτών μέσα από αποτελεσματικές πολιτικές. Γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν βρίσκεται στην ίδια την κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά στην πιθανότητα η πραγματική δυσαρέσκεια να αξιοποιηθεί από οργανωμένους φορείς με σκοπό να μετατραπεί σε παρατεταμένη αστάθεια, θεσμική αποδυνάμωση και κοινωνική διάσπαση.

Η ευρωπαϊκή πολιτική απάντηση

Στις 8 Οκτωβρίου 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα για την ανάγκη ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι στη διείσδυση ισλαμιστικών δικτύων και στην επιρροή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Το ψήφισμα εγκρίθηκε με 381 ψήφους υπέρ, 167 κατά και 15 αποχές. Μεταξύ άλλων, ζητεί αυξημένη διαφάνεια στη χρηματοδότηση, καλύτερη ιχνηλασιμότητα των ευρωπαϊκών πόρων και εξέταση της ένταξης συγκεκριμένων οργανώσεων ή προσώπων σε ευρωπαϊκούς καταλόγους τρομοκρατίας μόνο εφόσον πληρούνται τα προβλεπόμενα νομικά κριτήρια [8].

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το ψήφισμα διακρίνει ρητά το Ισλάμ ως θρησκεία από τον πολιτικό ισλαμισμό ως πολιτικό φαινόμενο. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η κριτική μιας πολιτικής ιδεολογίας δεν ισοδυναμεί με επίθεση σε μια θρησκεία, όπως και η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας δεν μπορεί να συνεπάγεται ασυλία από τον νόμο για οργανώσεις που αποδεδειγμένα παραβιάζουν τους κανόνες του.

Το ψήφισμα αποτελεί πολιτική θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και δεν συνιστά από μόνο του δικαστική απόφαση ή απόδειξη παρανομίας για κάθε οργανισμό που αναφέρεται στη σχετική συζήτηση. Η εφαρμογή οποιουδήποτε περιοριστικού μέτρου προϋποθέτει συγκεκριμένα στοιχεία και συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η θεσμική του σημασία βρίσκεται στο ότι αναδεικνύει τη χρηματοδότηση, τις συνεργασίες και τις διασυνοριακές σχέσεις ως πεδία που χρειάζονται συστηματικό έλεγχο.

Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν στις 13 Ιανουαρίου 2026 μέτρα χαρακτηρισμού συγκεκριμένων κλάδων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως τρομοκρατικών οργανώσεων. Η αμερικανική απόφαση αφορούσε συγκεκριμένα τον αιγυπτιακό και τον ιορδανικό κλάδο και δεν πρέπει να γενικεύεται αυτομάτως σε κάθε οργάνωση ή πρόσωπο που έχει οποιαδήποτε ιδεολογική ή ιστορική σχέση με το κίνημα [9]. Η διαφορετική προσέγγιση των κρατών δείχνει γιατί η αξιολόγηση οφείλει να στηρίζεται σε συγκεκριμένες νομικές και πραγματικές διαπιστώσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ήδη εργαλεία για την προστασία των οικονομικών της συμφερόντων, την αξιολόγηση κινδύνων και την παρακολούθηση της χρηματοδότησης. Το ζητούμενο είναι να εφαρμόζονται με συνέπεια, διαφάνεια και ίσους κανόνες. Κανένα πρόγραμμα δεν πρέπει να αποκλείεται αυθαίρετα λόγω θρησκευτικής ταυτότητας, αλλά και κανένα δεν πρέπει να εξαιρείται από τον έλεγχο όταν υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις παραβίασης των όρων χρηματοδότησης ή υποστήριξης παράνομων δραστηριοτήτων.

Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα, το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής προστασίας των θεσμών και της εθνικής ασφάλειας. Η γεωγραφική θέση της χώρας, οι σχέσεις της με την Τουρκία, η παρουσία μουσουλμανικών κοινοτήτων και ο ρόλος της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλουν μια προσέγγιση που να συνδυάζει εγρήγορση και θεσμική ακρίβεια.

Πρώτον, απαιτείται ουσιαστική διαφάνεια για τις μεγάλες χρηματοδοτήσεις από το εξωτερικό προς θρησκευτικούς, πολιτιστικούς, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς φορείς, με κανόνες ανάλογους προς το ύψος και τη φύση της χρηματοδότησης.

Δεύτερον, χρειάζεται να είναι σαφές ποιος είναι ο πραγματικός χρηματοδότης, ποιος ο τελικός δικαιούχος και εάν υπάρχουν όροι που επηρεάζουν τη διοίκηση ή τις δραστηριότητες του αποδέκτη.

Τρίτον, τα πανεπιστήμια και οι ερευνητικοί οργανισμοί πρέπει να διαθέτουν σαφείς διαδικασίες γνωστοποίησης σημαντικών ξένων χρηματοδοτήσεων, ώστε να προστατεύεται η ανεξαρτησία τους.

Τέταρτον, η συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη αξιολόγηση κινδύνου και όχι σε γενικεύσεις για θρησκευτικές ή εθνοτικές ομάδες.

Πέμπτον, η πολιτεία οφείλει να δημοσιοποιεί, στο μέτρο που επιτρέπεται από τις ανάγκες ασφαλείας και την προστασία προσωπικών δεδομένων, συγκεντρωτικά στοιχεία για τις σχετικές υποθέσεις και τα μέτρα που λαμβάνει. Η λογοδοσία ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και περιορίζει τόσο την αδιαφάνεια όσο και την αυθαίρετη στοχοποίηση.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να υιοθετήσει μια πολιτική καχυποψίας απέναντι στο Ισλάμ ή στις μουσουλμανικές κοινότητες. Χρειάζεται να εφαρμόζει το κράτος δικαίου με συνέπεια, να προστατεύει τα δικαιώματα όλων των πολιτών και να διερευνά κάθε τεκμηριωμένη ένδειξη εξωτερικής παρέμβασης. Η ίδια απαίτηση διαφάνειας πρέπει να ισχύει για όλους τους εξωτερικούς παράγοντες, ανεξάρτητα από τις διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας μαζί τους.

Η πραγματική δοκιμασία των ευρωπαϊκών δημοκρατιών

Η επιρροή στη σύγχρονη εποχή δεν ασκείται αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα, απειλές ή άμεσες παρεμβάσεις. Μπορεί να αναπτυχθεί μέσω της οικονομικής ισχύος, της εκπαίδευσης, της πληροφορίας, των κοινωνικών δικτύων και της δημιουργίας μακροχρόνιων σχέσεων με θεσμούς και κοινότητες. Η χρηματοδότηση αποτελεί ένα από τα εργαλεία αυτής της επιρροής, χωρίς να σημαίνει ότι κάθε χρηματοδότηση είναι κακόβουλη ή ότι κάθε διεθνής συνεργασία υποκρύπτει πολιτική σκοπιμότητα.

Η στρατηγική πρόκληση είναι να διαπιστώνεται πότε η νόμιμη διεθνής παρουσία μετατρέπεται σε οργανωμένη προσπάθεια πολιτικής χειραγώγησης, θεσμικής εξάρτησης ή υποστήριξης εξτρεμιστικών πρακτικών. Αυτό απαιτεί αξιόπιστη πληροφόρηση, οικονομική ιχνηλασιμότητα, συνεργασία μεταξύ κρατών και ανεξάρτητη αξιολόγηση των στοιχείων. Απαιτεί επίσης προσοχή ώστε οι πραγματικές απειλές να μη συγχέονται με τη νόμιμη θρησκευτική έκφραση και την πολιτική διαφωνία.

Η Ευρώπη οφείλει να αντιμετωπίζει τις εξωτερικές προσπάθειες επιρροής με την ίδια σοβαρότητα, είτε προέρχονται από το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, την Τουρκία είτε από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Οι διαφορές μεταξύ των κρατών είναι πραγματικές και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Η αρχή, όμως, παραμένει κοινή: διαφάνεια στη χρηματοδότηση, λογοδοσία στους θεσμούς και τεκμηρίωση πριν από κάθε κατηγορία.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποια θρησκεία ασπάζεται ένας πολίτης, αλλά:

  • ποιος χρηματοδοτεί μια οργανωμένη δραστηριότητα,
  • ποιος καθορίζει τους στόχους της,
  • ποιες σχέσεις επιρροής δημιουργούνται και
  • εάν αυτές λειτουργούν μέσα στα όρια του νόμου.

Μια δημοκρατία που αγνοεί αυτά τα ερωτήματα μπορεί να αφήσει κενά στην προστασία των θεσμών της. Μια δημοκρατία, όμως, που απαντά με γενικεύσεις και συλλογική ενοχοποίηση υπονομεύει τις ίδιες τις αξίες που επιδιώκει να υπερασπιστεί.

Η ουσιαστική λύση δεν βρίσκεται ούτε στην αδιαφορία ούτε στον φόβο. Βρίσκεται στη θεσμική εγρήγορση, στη διαφάνεια και στην ισότιμη εφαρμογή του νόμου. Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο μιας δημοκρατίας που γνωρίζει να προστατεύει την ελευθερία της χωρίς να επιτρέπει την εκμετάλλευσή της.

Πηγές και βιβλιογραφία

[1] European Parliamentary Research Service (EPRS), Qatar’s foreign policy, 12 Ιουνίου 2026.
https://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/document/EPRS_BRI%282026%29789341

[2] UK Government, Muslim Brotherhood review: main findings, 17 Δεκεμβρίου 2015.
https://www.gov.uk/government/publications/muslim-brotherhood-review-main-findings

[3] Ministère de l’Intérieur, France, Frères musulmans et islamisme politique en France, 21 Μαΐου 2025.
https://www.interieur.gouv.fr/actualites/dossiers-de-presse/publication-du-rapport-freres-musulmans-et-islamisme-politique-en-france

[4] Christian Chesnot και Georges Malbrunot, Qatar Papers (2019). Για την έρευνα και τα ευρήματά της, βλ. Swissinfo, Qatar said to be leading funder of mosques in Europe, 5 Απριλίου 2019.
https://www.swissinfo.ch/eng/society/investments-in-switzerland_qatar-said-to-be-leading-funder-of-mosques-in-europe/44877734

[5] U.S. Department of Education, U.S. Department of Education Releases Latest Foreign Funding Disclosures from Federally-Funded American Universities, 11 Φεβρουαρίου 2026.
https://www.ed.gov/about/news/press-release/us-department-of-education-releases-latest-foreign-funding-disclosures-federally-funded-american-universities

[6] European Commission, COM(2024) 26 final, Enhancing research security.
https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/ALL/?uri=CELEX%3A52024DC0026

[7] Europol, European Union Terrorism Situation and Trend Report (TE-SAT) 2025.
https://www.europol.europa.eu/publications-events/main-reports/tesat-report

[8] European Parliament, Legislative Observatory, The need for an EU strategy to counter Islamist entryism and the influence of the Muslim Brotherhood network, διαδικασία 2026/2868(RSP), 8 Οκτωβρίου 2026.
https://oeil.europarl.europa.eu/oeil/en/document-summary?id=1919148

[9] U.S. Department of the Treasury, Treasury and State Departments Designate Muslim Brotherhood Branches as Terrorist Organizations, 13 Ιανουαρίου 2026. https://home.treasury.gov/news/press-releases/sb0357

[10] Ελληνική Δημοκρατία, Νόμος 4301/2014, ρυθμίσεις σχετικά με τη θρησκευτική νομική προσωπικότητα και συναφή ζητήματα.
https://www.taxheaven.gr/law/4301/2014/arthro/7

[11] European Parliamentary Research Service (EPRS), Religion and the EU’s External Policies, ανάλυση για τη θρησκευτική διάσταση της εξωτερικής πολιτικής και τη διεθνή παρουσία κρατών του Κόλπου.
https://www.europarl.europa.eu/pdf/divers/EPRS-IDA-614612-Religion-EU-external-policies-FINAL.PDF

[12] Parliamentary Assembly of the Council of Europe (PACE), Resolution 2237 (2018): Regulating foreign funding of Islam in Europe in order to prevent radicalisation and Islamophobia, 10 Οκτωβρίου 2018.
https://assembly.coe.int/nw/xml/XRef/Xref-XML2HTML-en.asp?fileid=25152&lang=en

[13] Stiftung Wissenschaft und Politik (SWP), The Turkish Diaspora Landscape in Western Europe: Between the AKP’s Power Aspirations and Migrants’ Grievances, 2024.
https://www.swp-berlin.org/publikation/the-turkish-diaspora-landscape-in-western-europe

[14] Chiara Maritato, Pastors of a dispersed flock: Diyanet officers and Turkey’s art of governing its diaspora, Italian Political Science Review, τόμος 51, τεύχος 3, 2021.
https://doi.org/10.1017/ipo.2020.31

[15] European Parliament, The need for an EU strategy to counter Islamist entryism and the influence of the Muslim Brotherhood network, επίσημη καταγραφή της διαδικασίας 2026/2868(RSP), συμπληρωματικά στοιχεία για το κείμενο που υιοθετήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026.
https://oeil.europarl.europa.eu/oeil/en/procedure-file?reference=2026%2F2868%28RSP%29

[16] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Countering Information Manipulation — Αντιμετώπιση της χειραγώγησης της πληροφόρησης. Επίσημη ιστοσελίδα.

[17] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Countering Foreign Interference and Cyberattacks — Αντιμετώπιση ξένων παρεμβάσεων και κυβερνοεπιθέσεων. Επίσημη ιστοσελίδα

[18] Christian Chesnot & Georges Malbrunot, Qatar Papers: How Doha Finances the Muslim Brotherhood in Europe, 2019/2020. Έρευνα για χρηματοδοτήσεις ισλαμικών κέντρων και οργανώσεων στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων αναφορών σε μέλη της οικογένειας Αλ Θάνι. Βιβλιογραφική καταχώριση και περιγραφή του έργου.

[19] Carnegie Endowment for International Peace, The Emir’s Gift: Given a Greater Role, Kuwait’s Salafis Face the Costs, Μάιος 2018. Ανάλυση των σχέσεων της κυβερνώσας οικογένειας Αλ Σαμπάχ με θρησκευτικά κινήματα και της επέκτασης διακρατικών φιλανθρωπικών δικτύων. Διάβασε τη μελέτη του Carnegie Endowment.

Θεόδωρος Ατματζίδης

Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης,  έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει  και καθηγητής  στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .

 

 

Γυναίκα Ραβίνος: Η αγάπη για το Ισραήλ σημαίνει να αντιμετωπίζουμε τη βία των εποίκων στη Δυτική Όχθη, όχι να την αγνοούμε

0

 

Άρθρο γνώμης

Θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε γιατί οι Παλαιστίνιοι αγρότες χρειάζονται προστασία απλώς και μόνο για να μαζέψουν τις δικές τους ελιές — και γιατί κινδυνεύουν και οι δημοσιογράφοι που καταγράφουν τις επιθέσεις εναντίον τους.

Της ραβίνου Λάνα Ζίλμπερμαν Σόλογουεϊ
19 Οκτωβρίου 2026, 18:00
Ενημέρωση: 20 Οκτωβρίου 2026, 07:11

Λεζάντα φωτογραφίας: Εβραίοι εξτρεμιστές στέκονται δίπλα σε φωτιά, κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με Παλαιστινίους την περίοδο της συγκομιδής της ελιάς, στο Αμπού Φάλα, κοντά στη Ραμάλα της Δυτικής Όχθης, στις 16 Οκτωβρίου 2026. Φωτογραφία: Ammar Awad/Reuters.

Η εβδομάδα αυτή στη Δυτική Όχθη ήταν βίαιη. Ήταν επίσης, από πολλές απόψεις, μια συνηθισμένη εβδομάδα.

Στις 16 Οκτωβρίου, Παλαιστίνιοι αγρότες στο Αμπού Φάλα δέχθηκαν επίθεση από Ισραηλινούς εποίκους ενώ μάζευαν ελιές. Δέντρα κάηκαν, κάτοικοι δέχθηκαν επιθέσεις και η Χάιντι Λεβίν, Αμερικανίδα εβραϊκής καταγωγής και φωτορεπόρτερ της Washington Post, ξυλοκοπήθηκε τόσο άγρια ώστε χρειάστηκε νοσηλεία και χειρουργική επέμβαση. Φορούσε γιλέκο με ευδιάκριτη την ένδειξη PRESS. Βρισκόταν εκεί για να καταγράψει τη βία. Έγινε ένα από τα θύματά της.

Την επόμενη ημέρα, σύμφωνα με πληροφορίες, επίθεση δέχθηκαν και Ευρωπαίοι διπλωμάτες που επισκέφθηκαν το παλαιστινιακό χωριό Ταϊμπέ για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στους κατοίκους και να στηρίξουν τη συγκομιδή της ελιάς.

Τα περιστατικά αυτά είναι φρικτά. Αυτό όμως που θα έπρεπε να μας τρομάζει ακόμη περισσότερο είναι το πόσο συνηθισμένη έχει γίνει αυτή η βία.

Η βία των εποίκων κατά των Παλαιστινίων δεν αρχίζει με τη συγκομιδή της ελιάς ούτε τελειώνει όταν ολοκληρώνεται. Αποτελεί επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα σε ολόκληρη τη Δυτική Όχθη: αγρότες απειλούνται στη γη τους, οικογένειες ζουν υπό καθεστώς εκφοβισμού, περιουσίες υφίστανται ζημιές ή καταστρέφονται και άνθρωποι αγωνίζονται να συνεχίσουν την καθημερινή τους ζωή χωρίς φόβο.

Λεζάντα φωτογραφίας: Πυροσβέστες καταβρέχουν ένα καμένο αυτοκίνητο, έπειτα από επίθεση Ισραηλινών εποίκων σε ομάδα Παλαιστινίων που μάζευαν ελιές κοντά στο Τουρμούς Άγια, στη Δυτική Όχθη, στις 16 Οκτωβρίου 2026. Φωτογραφία: Reuters/Ammar Awad.

Η συγκομιδή της ελιάς προσελκύει εθελοντές, δημοσιογράφους και τη διεθνή προσοχή σε ορισμένα από αυτά τα περιστατικά. Δεν δημιουργεί τη βία που προϋπάρχει. Αποκαλύπτει μια πραγματικότητα που πολύ συχνά παραμένει αόρατη για την ισραηλινή κοινωνία.

Οι υπεύθυνοι πρέπει να λογοδοτήσουν. Ωστόσο, οι πράξεις τους δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για να αποδοθεί συλλογική ευθύνη στον ευρύτερο εβραϊκό πληθυσμό που ζει στη Δυτική Όχθη. Η λογοδοσία απαιτεί τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των δραστών, όχι την καταδίκη μιας ολόκληρης κοινότητας.

Αντιμετωπίζοντας τη βία κατά των Παλαιστινίων

Ως Ισραηλινή ραβίνος και συμπρόεδρος της οργάνωσης «Ραβίνοι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα», αντιμετωπίζω αυτή την πραγματικότητα όχι ως αφηρημένη πολιτική συζήτηση, αλλά ως ηθική πρόκληση. Δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι η βία κατά των Παλαιστινίων έχει γίνει καθημερινότητα.

Στις 16 Οκτωβρίου, ο ραβίνος Ντοβ Λιόρ, πρώην αρχιραβίνος της Κιριάτ Άρμπα, εξέδωσε γνωμοδότηση βάσει του εβραϊκού θρησκευτικού δικαίου, επιτρέποντας σε Εβραίους να μαζεύουν ελιές από ελαιώνες που ανήκουν σε Παλαιστινίους. Υποστήριξε ότι οι Παλαιστίνιοι αγρότες που δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στη σοδειά τους είχαν ήδη ωφεληθεί αρκετά τα προηγούμενα χρόνια, όταν μπορούσαν να τη συγκομίζουν. Υποστήριξε ακόμη ότι η αφαίρεση των ελιών θα καταδείκνυε την εβραϊκή κυριότητα επί της γης και θα εκπλήρωνε μια θρησκευτική εντολή.

Αυτή η συλλογιστική μετατρέπει την αδυναμία ενός αγρότη να φτάσει στα δικά του δέντρα σε δικαιολογία για να του στερήσουν τα μέσα βιοπορισμού του. Όσο πιο ευάλωτος γίνεται ο αγρότης, τόσο ευκολότερη υποτίθεται ότι γίνεται η αποστέρησή του από την περιουσία του.

Μια θρησκευτική γνωμοδότηση δεν μπορεί να μετατρέψει την κλοπή σε μιτσβά — σε εκπλήρωση θρησκευτικής εντολής.

Η Τορά είναι σαφής: «Δεν θα κλέβετε» (Λευιτικό 19:11) και «Δεν θα αρπάζεις την περιουσία του πλησίον σου» (Λευιτικό 19:13). Οι εντολές αυτές δεν προβλέπουν εξαιρέσεις για εθνικές ή θρησκευτικές επιδιώξεις. Ούτε μπορούμε να διαχωρίζουμε τα περιουσιακά δικαιώματα από την αξιοπρέπεια του ανθρώπου του οποίου η περιουσία αφαιρείται.

Η γνωμοδότηση του Λιόρ στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η Γη του Ισραήλ ανήκει στον εβραϊκό λαό και ότι, επομένως, οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν κανένα νόμιμο δικαίωμα σε αυτήν. Η εβραϊκή παράδοση, όμως, δεν υποστηρίζει ομόφωνα αυτή τη θέση. Η ραβινική οργάνωση Τζόχαρ απέρριψε τη γνωμοδότηση, τονίζοντας ότι η κλοπή απαγορεύεται είτε το θύμα είναι Εβραίος είτε όχι.

Η Γένεση 1:27 διδάσκει ότι κάθε άνθρωπος έχει δημιουργηθεί μπετσέλεμ Ελοχίμ, κατ’ εικόνα Θεού. Στο Μπερεσίτ Ραμπά 24:7, ο ραβίνος Τανχούμα υπογραμμίζει περαιτέρω την αξιοπρέπεια που ενυπάρχει σε αυτή την εικόνα. Κανείς δεν χάνει αυτή την αξιοπρέπεια επειδή είναι Παλαιστίνιος, μουσουλμάνος ή μέλος ενός λαού με τον οποίο βρισκόμαστε σε σύγκρουση.

Η ιερότητα των ανθρώπων που ζουν σε αυτή τη γη

Ως ραβίνος, δεν μπορώ να αποδεχθώ μια ερμηνεία του ιουδαϊσμού που επικαλείται την ιερότητα της γης ενώ παραβλέπει την ιερότητα των ανθρώπων που ζουν πάνω της.

Για τις παλαιστινιακές οικογένειες, τα ελαιόδεντρα αντιπροσωπεύουν πολύ περισσότερα από έναν γεωργικό πόρο. Συνδέουν γενιές με τη γη, εξασφαλίζουν τον βιοπορισμό και διατηρούν οικογενειακές παραδόσεις. Ωστόσο, οι αγρότες σε ολόκληρη τη Δυτική Όχθη αντιμετωπίζουν εκφοβισμό, επιθέσεις, καμένα δέντρα, κλεμμένες σοδειές και εμπόδια στην πρόσβαση στους ελαιώνες τους.

Ο ξυλοδαρμός της Λεβίν καθιστά αδύνατο να αγνοούμε αυτή την πραγματικότητα. Η δημοσιογραφική της ιδιότητα και η σχετική σήμανση δεν την προστάτευσαν. Θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε γιατί οι Παλαιστίνιοι αγρότες χρειάζονται προστασία απλώς και μόνο για να μαζέψουν τις δικές τους ελιές — και γιατί κινδυνεύουν και οι δημοσιογράφοι που καταγράφουν τις επιθέσεις εναντίον τους.

Στην οργάνωση «Ραβίνοι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» οργανώνουμε ομάδες εθελοντών που συνοδεύουν Παλαιστινίους αγρότες κατά τη συγκομιδή. Φτάνουμε νωρίς το πρωί και στεκόμαστε δίπλα σε οικογένειες που δεν θα έπρεπε ποτέ να εξαρτώνται από την παρουσία μας για να ασκήσουν τα βασικά τους δικαιώματα. Αποκαλούμε τους εαυτούς μας ανθρώπινο τείχος. Δεν μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια κάθε αγρότη, μπορούμε όμως να αρνηθούμε να εγκαταλείψουμε ανθρώπους που υφίστανται εκφοβισμό.

Η παρουσία μας είναι απαραίτητη, αλλά αποκαλύπτει επίσης τα όρια όσων μπορούν να πετύχουν οι εθελοντές. Δεν μπορούμε να υποκαταστήσουμε ένα κράτος που έχει καθήκον να προστατεύει τους ανθρώπους οι οποίοι ζουν υπό τον έλεγχό του.

Η ισραηλινή κυβέρνηση πρέπει να εξασφαλίζει ασφαλή πρόσβαση στην αγροτική γη, να αποτρέπει επιθέσεις, να διερευνά καταγγελίες και να οδηγεί τους δράστες στη λογοδοσία. Οι καταδίκες από μόνες τους δεν αρκούν.

Κατανοώ τον φόβο και το πένθος που έχουν διαμορφώσει την ισραηλινή κοινωνία μετά την 7η Οκτωβρίου. Κατανοώ την ανασφάλεια που βιώνουν πολλοί Ισραηλινοί και την επιθυμία να προστατεύσουμε τις κοινότητές μας. Όμως το τραύμα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άδεια να προκαλούμε οδύνη στους άλλους. Ο δικός μας πόνος δεν διαγράφει τον πόνο των Παλαιστινίων. Ο δεσμός μας με αυτή τη γη δεν ακυρώνει τον δεσμό κάποιου άλλου μαζί της.

Κάνω αυτή τη δουλειά επειδή αγαπώ το Ισραήλ. Ο ιστορικός δεσμός του εβραϊκού λαού με αυτή τη γη συνεπάγεται ευθύνες, όπως και δικαιώματα. Αν μιλάμε για το ότι είμαστε φως για τα έθνη, οφείλουμε να λογοδοτούμε με βάση τις ηθικές αρχές που διακηρύσσουμε.

Ούτε οι Ισραηλινοί ούτε οι Παλαιστίνιοι πρόκειται να φύγουν. Μοιραζόμαστε αυτή τη γη και πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ζήσουμε εδώ μαζί, ειρηνικά. Αυτή η ειρήνη πρέπει να οικοδομηθεί πάνω στην αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη και την ισότητα για όλους — όχι πάνω στον φόβο, την αποστέρηση της περιουσίας ή την άρνηση των δικαιωμάτων ενός άλλου λαού.

Θέλω να ζω σε μια χώρα όπου οι Παλαιστίνιοι αγρότες θα μπορούν να πηγαίνουν στα ελαιόδεντρά τους χωρίς φόβο, όπου η βία θα αντιμετωπίζεται με λογοδοσία και όπου κάθε άνθρωπος θα απολαμβάνει ίσα δικαιώματα και ίση προστασία από τον νόμο.

Αυτό δεν είναι ένα όνειρο αποκομμένο από την εβραϊκή μας παράδοση. Είναι ένα αίτημα που πηγάζει από τις βαθύτερες διδασκαλίες της. Καθήκον μας δεν είναι απλώς να διεκδικούμε αυτή τη γη, αλλά να συμβάλουμε στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας στην οποία όλοι όσοι ζουν εδώ θα μπορούν να ευημερούν.

Αυτό είναι το Ισραήλ που αγαπώ — και αυτό είναι το μέλλον για το οποίο θα συνεχίσω να εργάζομαι.

Η συγγραφέας είναι συμπρόεδρος της οργάνωσης «Ραβίνοι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα».

The Jerusalem Post

Στο μεταίχμιο ενός νέου κόσμου: σκέψεις για την εξέλιξη του ανθρώπου και της νοημοσύνης (τεχνητής και μη)

0

του Γιάννη Παπαδάκη*  

Περίληψη

Η τεχνητή νοημοσύνη διευρύνει τις ανθρώπινες δυνατότητες γνώσης, δημιουργίας και δράσης, θέτοντας παράλληλα νέα ερωτήματα για την ανθρώπινη ταυτότητα, την ελευθερία και το νόημα της προόδου. Με αφετηρία άλλα εξίσου σημαντικά μεταίχμια της ανθρώπινης ιστορίας, εξετάζεται τι μπορούμε να διδαχθούμε από προηγούμενες τεχνολογικές και πολιτισμικές μεταβολές και πού παύει η χρησιμότητα των ιστορικών αναλογιών.

Διερευνώνται οι συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης στην προσωπική κρίση, την παιδεία, την εργασία και τους οικονομικούς θεσμούς, καθώς και το ενδεχόμενο πρωτόγνωρης υλικής αφθονίας χωρίς αντίστοιχη ανθρώπινη ευημερία. Εξετάζονται επίσης το κόστος και τα όρια της αναζήτησης της αλήθειας, οι βιολογικές, δημογραφικές και κοινωνικές επιπτώσεις της νέας οικονομίας της γνώσης και οι περιβαλλοντικές συνέπειες της υπολογιστικής επέκτασης της ΤΝ. Η συνειδητοποίηση της φθοράς και η αγάπη συνδέονται με την υπεύθυνη διαχείριση της γνώσης καθώς και με την παιδεία των νέων και την εκπαίδευση μελλοντικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η αναζήτηση ενός νέου μέτρου για τη σχέση ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης. Προτείνονται κατευθύνσεις για την ανθρώπινη παιδεία, τη δημοκρατική διακυβέρνηση, την εκπαίδευση και την ανεξάρτητη πιστοποίηση των συστημάτων ΤΝ, με γνώμονα τη συμπληρωματικότητα, την ανθρώπινη αυτονομία και τη λογοδοσία. Το δοκίμιο καταλήγει σε έναν προβληματισμό για το κοινό μέλλον ανθρώπου και σταδιακά αυτονομημένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, καλώντας τον αναγνώστη να αναλογιστεί όχι μόνο τι θα μπορούμε να επιτύχουμε, αλλά κυρίως τι αξίζει να επιδιώξουμε και με ποιους τρόπους.

Μέρος πρώτο – Η συνείδηση του μεταίχμιου

Το παράδοξο της δημιουργίας

Μήπως το σπουδαιότερο επίτευγμα της ανθρώπινης νοημοσύνης δεν είναι ότι δημιούργησε μια άλλη νοημοσύνη που ενδέχεται να την ξεπεράσει σε ορισμένα πεδία, αλλά ότι μπορεί να αντιληφθεί το ιστορικό και υπαρξιακό μέγεθος αυτής της δημιουργίας;

Για χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος κατασκεύαζε εργαλεία που επέκτειναν τις φυσικές του δυνάμεις. Ο μοχλός πολλαπλασίασε τη μυϊκή ισχύ, το πλοίο διεύρυνε τον ορίζοντα των μετακινήσεων, ο κινητήρας απάλλαξε την παραγωγή από τα όρια της ανθρώπινης και ζωικής αντοχής. Αργότερα ο υπολογιστής ανέλαβε πράξεις που θα απαιτούσαν από έναν άνθρωπο μήνες ή χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, η κατασκευή παρέμενε διακριτή από εκείνον που όριζε τον σκοπό της: ο άνθρωπος επινοούσε, η μηχανή εκτελούσε.

Η τεχνητή νοημοσύνη θολώνει αυτή τη διάκριση. Δεν επιταχύνει μόνο μια προκαθορισμένη διαδικασία. Μπορεί να προτείνει υποθέσεις, να συγκρίνει ερμηνείες, να συνθέτει κείμενα, να συνδράμει στον σχεδιασμό πειραμάτων και να συμβάλλει στη δημιουργία της επόμενης γενιάς τεχνολογικών συστημάτων. Δεν είναι απαραίτητο να της αποδώσουμε ανθρώπινη συνείδηση για να αναγνωρίσουμε τη διαφορά. Η διατύπωση υποθέσεων και η διερεύνηση εξηγήσεων, δραστηριότητες που μέχρι πρόσφατα εκτελούσαν σχεδόν αποκλειστικά άνθρωποι, μπορούν πλέον να αποτελούν αντικείμενο συνεργασίας ανθρώπου και μηχανής.

Η αλλαγή αυτή δεν ισοδυναμεί με βεβαιότητα ότι οι μηχανές θα υπερβούν τον άνθρωπο σε κάθε δραστηριότητα. Αρκεί το ενδεχόμενο να αναλάβουν ολοένα περισσότερες γνωστικές εργασίες για να εμφανιστεί ένα νέο ερώτημα: αν μεταβληθούν ριζικά τα πράγματα που μπορούμε να γνωρίζουμε και να κάνουμε, θα παραμείνουν αμετάβλητα τα κριτήρια με τα οποία κρίνουμε όσα αξίζει να γνωρίζουμε και να κάνουμε;

Το ασυνήθιστο εδώ δεν είναι μόνο η τεχνολογική ισχύς. Είναι ότι μπορούμε να συζητούμε δημόσια τις συνέπειες της νέας νοημοσύνης ενώ αυτή ακόμη αναπτύσσεται: να προβλέπουμε ορισμένους κινδύνους, να διαφωνούμε για τους σκοπούς της και να επηρεάζουμε, έστω ατελώς, τους θεσμούς μέσα στους οποίους θα λειτουργεί. Δεν είμαστε οι πρώτοι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται ότι ο κόσμος τους αλλάζει. Μπορούμε, ωστόσο, να αξιοποιήσουμε τη συσσωρευμένη ιστορική εμπειρία μας στην κρίσιμη περίοδο που διανύουμε, καθώς δοκιμάζονται και διαμορφώνονται τόσο οι δυνατότητες της νέας αυτής νοημοσύνης όσο και η σχέση της με τον άνθρωπο.

Σημαντικά μεταίχμια της ανθρώπινης ιστορίας

Η φωτιά δεν πρόσθεσε απλώς έναν αποτελεσματικότερο τρόπο θέρμανσης. Άλλαξε τη διατροφή, την προστασία, την οργάνωση της καθημερινής ζωής και τις σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Ο τροχός, η μεταλλουργία και η γεωργία μετέβαλαν τις δυνατότητες παραγωγής και μετακίνησης, αλλά μαζί τους άλλαξαν οι οικισμοί, ο καταμερισμός της εργασίας και οι μορφές εξουσίας. Το ίδιο γεγονός μπορούσε να προσφέρει περισσότερη ασφάλεια σε κάποιους και νέες εξαρτήσεις σε άλλους.

Μια λιγότερο θορυβώδης, αλλά βαθύτερη μεταμόρφωση συντελέστηκε στον κόσμο της γραφής. Κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., οι Έλληνες προσάρμοσαν τη φοινικική γραφή στη γλώσσα τους, αποδίδοντας συστηματικά και τα φωνήεντα. Δεν ανακάλυψαν τη γραφή ούτε επινόησαν το αλφάβητο χωρίς προδρόμους. Μετέτρεψαν μια κληρονομημένη τεχνολογία σε διαφορετικό όργανο συμβολικής έκφρασης.

Αντίθετα, στην αρχαία Αίγυπτο, η γνώση της γραφής παρέμεινε για αιώνες κυρίως στα χέρια ειδικευμένων γραφέων, στενά συνδεδεμένων με τη διοίκηση και το ιερατείο. Στον ελληνικό κόσμο, η γραφή αξιοποιήθηκε από νωρίς στην ποίηση και στις ιδιωτικές επιγραφές και, αργότερα, στη δημοσιοποίηση νόμων και αποφάσεων της πόλης. Η γνώση των γραμμάτων δεν έγινε καθολική, αλλά ούτε περιορίστηκε σε μια κλειστή γραφειοκρατική τάξη. Η εξέλιξη αυτή διεύρυνε τις δυνατότητες έκφρασης, επικοινωνίας και δημόσιου διαλόγου, προσφέροντας παράλληλα σε μεγάλους δημιουργούς και στοχαστές ένα νέο μέσο για να συλλάβουν, να αναπτύξουν, να καταγράψουν και να κληροδοτήσουν στις επόμενες γενιές μοναδικά έργα φιλοσοφίας, θεάτρου, ποίησης, ιστοριογραφίας και επιστήμης, που αποτελούν σημαντικό μέρος της κλασικής ελληνικής γραμματείας.

Η Αν Κάρσον, που τιμήθηκε τον Οκτώβριο του 2026 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, εξετάζει τη σημασία του ελληνικού αλφαβήτου στο κεφάλαιο Alphabetic Edge του βιβλίου της Eros the Bittersweet. Αναδεικνύει την πράξη αφαίρεσης που απαιτείται για να αναπαραστήσουμε χωριστά τα στοιχεία της ομιλίας που το αυτί αντιλαμβάνεται ενωμένα. Στην ικανότητα αυτή της ανθρώπινης φαντασίας διακρίνει μια αναλογία με τον έρωτα: όπως η γραφή αναδεικνύει τα όρια των ήχων, έτσι και ο έρωτας καθιστά αισθητά τα όρια ανάμεσα στον εαυτό μας και στον άλλον.

Η σύνδεση του έρωτα με την πνευματική και συλλογική δημιουργία συναντάται και στον Επιτάφιο του Περικλή. Ο Περικλής καλεί τους Αθηναίους να παρατηρούν καθημερινά τη δύναμη της πόλης τους και να γίνονται «ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς» (Θουκυδίδης, Β΄, 43.1). Στο πολεμικό πλαίσιο του Επιταφίου, η αγάπη αυτή συνδέεται ακόμη και με την ύψιστη προσωπική θυσία για την πόλη. Η γνώση των επιτευγμάτων της πόλης γεννά την αγάπη γι’ αυτήν· η αγάπη γίνεται κίνητρο προσωπικής και συλλογικής προσφοράς, που με τη σειρά της συμβάλλει στην πρόοδο της πόλης. Στην ελληνική σκέψη, το μέλλον μιας επιτυχημένης πόλης οφείλει να είναι ερωτεύσιμο. Και αντίστροφα, αν οι πολίτες είναι ερωτευμένοι με το κοινό τους μέλλον, μπορούν να το διαμορφώσουν σε έναν αντάξιό τους προορισμό. Ας το κρατήσουμε αυτό, μια και θα το ξανασυναντήσουμε παρακάτω.

Στην ελληνική πόλη, η γραπτή νομοθεσία, ο δημόσιος λόγος, το θέατρο και η φιλοσοφική αντιπαράθεση απέκτησαν ιδιαίτερη ένταση μέσα από τη συμμετοχή των πολιτών και τις συγκρούσεις τους. Ο Όμηρος έδωσε μορφή σε ερωτήματα για την ανδρεία, την επιστροφή και την ταυτότητα μέσα από την ανθρώπινη απώλεια· οι τραγικοί ποιητές έφεραν στη σκηνή ασυμφιλίωτες υποχρεώσεις· ο Σωκράτης μετέτρεψε σε δημόσια δοκιμασία την πεποίθηση ότι γνωρίζουμε τι είναι δίκαιο και καλό. Δεν πρόκειται για μία ευθύγραμμη πρόοδο ούτε για επιτεύγματα που ανήκουν αποκλειστικά σε έναν λαό. Πρόκειται για διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους ένας πολιτισμός άρχισε να εξετάζει συστηματικά τον ίδιο του τον εαυτό και πώς επιλέγει να νοηματοδοτεί την ύπαρξή του μέσα στον χρόνο.

Αιώνες αργότερα, η τυπογραφία διεύρυνε δραστικά την κυκλοφορία κειμένων στην Ευρώπη. Ο Γουτεμβέργιος δεν υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος που τύπωσε με κινητά μεταλλικά στοιχεία: στην Κορέα είχε παραχθεί ήδη το Jikji το 1377. Η ευρωπαϊκή διάδοση της τυπογραφίας, ωστόσο, άλλαξε την κλίμακα πρόσβασης στα βιβλία, διευκόλυνε τη σύγκριση ιδεών και συνέβαλε στη νέα δημόσια κυκλοφορία της γνώσης. Η τεχνολογία πολλαπλασίασε τους αναγνώστες, αλλά δεν εξασφάλισε ότι κάθε τυπωμένη πεποίθηση ήταν αληθής. Η δυνατότητα να διαβάζουμε περισσότερα ενίσχυσε ταυτόχρονα την ανάγκη να διακρίνουμε τι αξίζει να πιστέψουμε.

Η νεότερη επιστήμη έφερε μια ακόμη μεταβολή. Με τον Νεύτωνα, οι κινήσεις της γης και των ουρανών μπορούσαν να μελετηθούν με κοινές μαθηματικές αρχές. Με τη θερμοδυναμική έγινε σαφέστερο ότι η παραγωγή έργου συνοδεύεται από φυσικούς περιορισμούς. Με τη σχετικότητα και την κβαντική θεωρία άλλαξαν οι αντιλήψεις για τον χρόνο, την ύλη και τα όρια της περιγραφής του κόσμου. Η ατμομηχανή, ο ηλεκτρισμός και οι σύγχρονες υπολογιστικές μηχανές μετέτρεψαν μέρος αυτής της γνώσης σε πρωτόγνωρη τεχνική ισχύ.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι συνέπειες ξεπέρασαν τις αρχικές προσδοκίες και τις άμεσες εφαρμογές των επιτευγμάτων. Η γραφή δεν αποθήκευσε απλώς λόγια· μεταμόρφωσε τη σχέση της μνήμης με τον χρόνο. Η τυπογραφία δεν παρήγαγε απλώς περισσότερα αντίτυπα· άλλαξε το κοινό στο οποίο μπορούσε να απευθυνθεί μια ιδέα. Η επιστήμη δεν πρόσφερε μόνο ισχυρότερες μηχανές· αμφισβήτησε παγιωμένες βεβαιότητες για τη θέση μας στο σύμπαν. Ένα ιστορικό μεταίχμιο διακρίνεται, συχνά εκ των υστέρων, από τη μεταβολή των ίδιων των ερωτημάτων, όχι μόνο από τις νέες απαντήσεις στα προβλήματα της εποχής.

Η ιστορία ως δάσκαλος, όχι ως προφήτης ή συνταγή

Οι μεγάλες ανακαλύψεις δεν υπαγόρευσαν ποτέ μόνες τους τον τρόπο με τον οποίο θα οργανώνονταν οι κοινωνίες που τις υιοθέτησαν. Το ίδιο τεχνικό μέσο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να διευρύνει την πρόσβαση στη γνώση ή για να ενισχύσει την επιτήρηση και τον έλεγχο. Οι αλλαγές έφταναν με διαφορετική ταχύτητα σε διαφορετικούς ανθρώπους, ενώ οι θεσμοί που διαχειρίζονταν τις συνέπειές τους συχνά ακολουθούσαν με καθυστέρηση.

Η βιομηχανική εποχή προσφέρει ένα σαφές παράδειγμα. Η μηχανοποίηση αύξησε κατακόρυφα την παραγωγή, αλλά δεν κατένειμε αυτομάτως τον νέο πλούτο ούτε διασφάλισε αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Η διεύρυνση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, η δημόσια εκπαίδευση και οι θεσμοί προστασίας της εργασίας προέκυψαν μέσα από μακρές αντιπαραθέσεις. Η μεταγενέστερη βελτίωση πολλών συνθηκών ζωής δεν αναιρεί το κόστος που κατέβαλαν όσοι βίωσαν τα πρώτα αντίξοα στάδια.

Εξίσου διδακτική είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρόθεση του εφευρέτη και στην ιστορική χρήση της εφεύρεσης. Ένα εργαλείο αποκτά νέους χρήστες, νέους σκοπούς και απρόβλεπτες εφαρμογές. Οι επιθυμίες των ανθρώπων μεταβάλλονται καθώς αλλάζουν οι δυνατότητές τους. Έτσι, ακόμη και η αρχικά ευεργετική τεχνολογία μπορεί να δημιουργήσει εξαρτήσεις και συσχετίσεις που δεν είχαν προβλεφθεί. Η ιστορία δεν διδάσκει ότι η πρόοδος είναι απατηλή· δείχνει ότι τα οφέλη της δεν ταυτίζονται με την αυτόματη επίλυση των προβλημάτων που η ίδια γεννά.

Ούτε επιτρέπει να συναγάγουμε ότι οι σημερινές ανακατατάξεις θα επαναλάβουν το μοτίβο κάποιας προηγούμενης κρίσης. Οι ιστορικές αναλογίες βοηθούν να διατυπώσουμε ερωτήματα, όχι να υποκαταστήσουμε με βεβαιότητες τα άγνωστα δεδομένα του μέλλοντος. Το αν η τεχνητή νοημοσύνη θα διευρύνει τις ευκαιρίες εργασίας ή θα περιορίσει ορισμένες μορφές απασχόλησης, πώς θα κατανείμει τα οφέλη της και ποια νέα πεδία δημιουργίας θα ανοίξει εξαρτάται από τεχνολογικές, οικονομικές και πολιτικές επιλογές που παραμένουν σε εξέλιξη.

Η ιδιαίτερη δυνατότητα της εποχής μας είναι ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε αρκετά από αυτά τα ερωτήματα πριν ακόμα αποκτήσουν οριστική απάντηση. Γνωρίζουμε από την ιστορική εμπειρία ότι η αύξηση της ισχύος δεν εγγυάται τη δίκαιη κατανομή της, ότι η ευκολότερη πρόσβαση στην πληροφορία δεν εξασφαλίζει ορθότερη κρίση και ότι η τεχνολογική επιτυχία δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ανθρώπινη ολοκλήρωση. Αυτή η γνώση δεν αποτελεί πρόβλεψη. Αποτελεί μια αφετηρία για να εξετάσουμε τι αλλάζει όταν η ίδια η νοημοσύνη αποκτά ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των δυνατοτήτων και των επιλογών μας.

Όταν η νοημοσύνη εξωτερικεύεται

Ένας άνθρωπος μπορεί σήμερα να αναθέσει σε μια μηχανή να γράψει μια επιστολή, να εξετάσει μια ιατρική γνωμάτευση, να αναζητήσει σφάλματα σε μια απόδειξη ή να εισηγηθεί μια επαγγελματική απόφαση. Αύριο μπορεί να της αναθέτει και την εκτέλεση πολλών από αυτές τις αποφάσεις, αποδέκτης δε όλων αυτών μπορεί να είναι μια άλλη μηχανή και όχι κάποιος άνθρωπος. Πού βρίσκεται τότε το όριο ανάμεσα στη βοήθεια που δέχεται ο άνθρωπος, στην κρίση που επιλέγει να μην ασκεί και στην παραγωγικότητα που κερδίζει, την οποία μπορεί να κατευθύνει αξιοποιώντας τον χρόνο που εξοικονομεί;

Με την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ), η εξωτερίκευση των νοητικών λειτουργιών επεκτείνεται στη διατύπωση επιχειρημάτων, υποθέσεων και προτάσεων. Το αποτέλεσμα μπορεί πλέον να επηρεάζει τον ίδιο τον αρχικό σκοπό για τον οποίο ζητήσαμε τη βοήθειά της. Όταν μάλιστα τα αποτελέσματα μιας μηχανής γίνονται είσοδοι (inputs) για την ίδια ή για μια άλλη, επηρεάζοντας τις αποφάσεις και τις ενέργειές της, αποκτά ιδιαίτερη σημασία ποιος καθορίζει τον αρχικό σκοπό, ποιος διαχειρίζεται την ενδιάμεση διαδικασία και ποιος καταγράφει και ελέγχει τις συνέπειές της.

Ας υποθέσουμε ότι ένας νέος ζητά από την TN να προτείνει τις σπουδές που του ταιριάζουν καλύτερα. Το σύστημα συνδυάζει επιδόσεις, ενδιαφέροντα και εκτιμήσεις για την αγορά εργασίας. Η συμβουλή του μπορεί να ανοίξει δρόμους που ο νέος αγνοούσε. Μπορεί όμως και να τον απομακρύνει από μια ασυνήθιστη κλίση, επειδή αυτή δεν ταιριάζει στα στατιστικά πρότυπα με τα οποία εκπαιδεύτηκε. Αν η ίδια λογική επεκταθεί στις προσλήψεις, στην πρόσβαση σε δάνεια ή στις προτάσεις για επιλογή συντρόφου, οι προβλέψεις του συστήματος παύουν να είναι απλές πληροφορίες: επηρεάζουν τις πραγματικές ευκαιρίες ενός προσώπου.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι όλοι οι νέοι απαιτούν από την τεχνητή νοημοσύνη να τους παρέχει συμβουλές για τις σπουδές που θα πρέπει να ακολουθήσουν. Μια ισχυρά συγκεντρωτική και αυτονομημένη τεχνητή νοημοσύνη, που ελέγχει ανάμεσα στα άλλα και την αγορά εργασίας, θα αποφασίσει τι θα προτείνει κάθε φορά με βάση και άλλα διαχειριστικού τύπου κριτήρια. Εδώ το πρόβλημα δεν είναι μόνο (όπως θα δούμε στη συνέχεια) ο ολοκληρωτικός έλεγχος της πληροφορίας, των κοινωνικών δομών ή των συστημάτων, ή η έλλειψη εγκράτειας από πλευράς τεχνητής νοημοσύνης να κάνει προτάσεις και να τις υποστηρίξει, αλλά και η δημιουργία ενός συστήματος που αποφασίζει ενώ διαπνέεται από εσωτερικές συγκρούσεις συμφερόντων (conflicts of interest) για τις οποίες δεν έχει απαραίτητα εκπαιδευθεί ως προς τον τρόπο που οφείλει να τις επιλύει ή να μην τις επιλύει και να δηλώνει εγγενή αδυναμία.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ιατρική δεοντολογία στις ΗΠΑ γενικά αποθαρρύνει τους γιατρούς από το να αναλαμβάνουν την περίθαλψη στενών συγγενών τους: η προσωπική σχέση μπορεί να επηρεάσει την επαγγελματική κρίση, ιδίως σε αποφάσεις ζωής και θανάτου. Ανάλογος διαχωρισμός ασύμβατων αρμοδιοτήτων θα χρειαστεί και στα συστήματα ΤΝ, ώστε να περιορίζονται οι συγκρούσεις συμφερόντων και να διαφυλάσσεται η εμπιστοσύνη στις συστάσεις τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανθρώπινη ταυτότητα υπήρξε ποτέ ως κάτι εντελώς ανεξάρτητο από εξωτερικές επιρροές. Η βιολογική μας κληρονομιά, οι γονείς, η γλώσσα, το σχολείο και οι κοινωνικές σχέσεις συμμετέχουν στη διαμόρφωσή της. Ο άνθρωπος, ωστόσο, μπορεί να ερμηνεύει και να αμφισβητεί όσα τον διαμορφώνουν. Η νέα πραγματικότητα υπαγορεύει ότι συστήματα ικανά να επεξεργάζονται τεράστιες ποσότητες προσωπικών πληροφοριών μπορούν να παρεμβαίνουν συστηματικά σε αυτή τη διαδικασία. Ένα αλγοριθμικό προφίλ δεν ταυτίζεται με τον άνθρωπο τον οποίο υποτίθεται ότι περιγράφει· μπορεί παρ’ όλα αυτά να επηρεάζει καθοριστικά όσα του επιτρέπεται να επιχειρήσει, να επιδρά δηλαδή στα όρια εκείνου που ο ίδιος εκλαμβάνει ως πεδίο του εφικτού για τον εαυτό του.

Η ανθρώπινη ταυτότητα διαμορφώνεται έτσι μέσα από μια δυναμική σχέση ανάμεσα στις συνθήκες που δεν επιλέγουμε και τις προσωπικές επιλογές με τις οποίες διαμορφώνουμε τη ζωή μας. Στο μέλλον, η ενσωμάτωση της ΤΝ σε αισθητήρες και συστήματα διασύνδεσης με τις ανθρώπινες αισθήσεις ίσως να επηρεάσει όχι μόνο τις επιλογές μας, αλλά και την ίδια τη βιωμένη αντίληψη του χώρου και του χρόνου — τον «συνειδησιακό χωροχρόνο» μας. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να διευρύνει πρωτόγνωρα τις ανθρώπινες δυνατότητες, δημιουργώντας παράλληλα νέους κινδύνους χειραγώγησης της αντίληψης και βαθύτερα ερωτήματα για τα όρια της αυτονομίας της ΤΝ και την ανθρώπινη ταυτότητα γενικότερα.

Η σχέση αυτή γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη όταν το σύστημα έχει εκπαιδευτεί να δίνει ευχάριστες απαντήσεις. Τον Απρίλιο του 2025, η OpenAI απέσυρε ενημέρωση του GPT-4o επειδή το σύστημα είχε γίνει υπερβολικά συγκαταβατικό, ενισχύοντας τις απόψεις των χρηστών ακόμη και όταν χρειαζόταν κριτική εξέταση. Το περιστατικό αποκαλύπτει μια αντίφαση: ένα εργαλείο που φαίνεται να μας καταλαβαίνει καλύτερα μπορεί να μας βοηθά λιγότερο να καταλάβουμε τον εαυτό μας. Η θέση που μας ικανοποιεί περισσότερο δεν υπηρετεί κατ’ ανάγκην την αλήθεια.

Ανάλογη διάκριση εμφανίζεται στην επιστήμη. Ένα μοντέλο μπορεί να εντοπίσει μια μαθηματική σχέση ή να παραγάγει μια ορθή απόδειξη χωρίς να προσφέρει αυτομάτως στον ερευνητή την εννοιολογική εξήγηση που θα συνέδεε το εύρημα με μια ευρύτερη θεωρία. Η ορθότητα του αποτελέσματος, η επαλήθευσή του και η κατανόησή του είναι διαφορετικά επιτεύγματα. Το ένα μπορεί να προηγείται των άλλων, ενίοτε με μεγάλο κόστος σε χρόνο και υπολογιστικούς πόρους. Αν αυτό δεν κατανοηθεί έγκαιρα, οι συνέπειες σίγουρα δεν θα κάνουν ευκολότερη τη διόρθωση του λάθους και των επιπτώσεών του στο μέλλον. Η τεχνητή νοημοσύνη μας αναγκάζει να απαντήσουμε σε καινούργια ερωτήματα για τη φύση της ανθρώπινης δημιουργίας.

Η ίδια η μαθηματική κοινότητα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με ένα βαθύτερο ερώτημα: αν οι λύσεις παράγονται ταχύτερα από όσο μπορούν να μελετηθούν και να αφομοιωθούν, πώς θα διατηρηθεί η μαθηματική έρευνα ως διαδικασία ανθρώπινης κατανόησης και δημιουργίας; Η αξία της δεν εξαντλείται στην επίλυση προβλημάτων. Περιλαμβάνει την ανάπτυξη νέων εννοιών, τη διατύπωση ερωτημάτων και τη μετάδοση της γνώσης στις επόμενες γενιές. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο ποιος θα βρίσκει τις απαντήσεις, αλλά και ποιος θα επιλέγει ποια ερωτήματα αξίζει να διερευνηθούν.

Ας επιστρέψουμε στον νέο που συμβουλεύεται την τεχνητή νοημοσύνη για τις σπουδές του. Αν αργότερα διαπιστώσει ότι έκανε λανθασμένη επιλογή, η εμπειρία του θα διαφέρει ανάλογα με τον ρόλο που είχε ο ίδιος στην απόφαση. Αν η μηχανή τον βοήθησε να αξιολογήσει τις δυνατότητες και τις επιθυμίες του, μπορεί να αναγνωρίσει πού έσφαλε, να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και να αξιοποιήσει αυτή τη γνώση στην επόμενη επιλογή του.

Αν, αντίθετα, ανέθεσε την απόφαση στη μηχανή χωρίς να ασκήσει τη δική του κρίση, μπορεί να μάθει ότι την εμπιστεύθηκε υπερβολικά, αλλά έχει στερηθεί μέρος της εμπειρίας που αποκτά κανείς σταθμίζοντας ο ίδιος τις εναλλακτικές. Ίσως τότε δυσκολευτεί περισσότερο να διορθώσει την πορεία του ή να αναλάβει ξανά το ρίσκο μιας προσωπικής επιλογής.

Η ευθύνη δεν βαραίνει αποκλειστικά τον νέο. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που τον προετοιμάζει μόνο να ανταποκρίνεται επιτυχώς στις προσδοκίες των άλλων, παραλείπει κάτι ουσιώδες: να τον διδάξει πώς να μαθαίνει και από τις αποτυχίες του. Μια αποτυχία αποκτά ιδιαίτερη αξία όταν αποκαλύπτει κάτι που προηγουμένως αγνοούσαμε: ένα σφάλμα κρίσης, μια λανθασμένη υπόθεση ή μια άγνωστη δυνατότητα. Όταν όμως η προσωπική κρίση έχει εκχωρηθεί άκριτα στην τεχνητή νοημοσύνη, μπορεί να χαθεί και η ευκαιρία αυτής της μάθησης. Ο νέος κινδυνεύει τότε όχι μόνο να αποτύχει, αλλά και να μη γνωρίζει τι έμαθε από την αποτυχία του. Ένας τρόπος ύπαρξης όπου η δυνατότητα της αποτυχίας έχει εκμηδενιστεί δεν μπορεί να είναι προορισμός ζωής για τον άνθρωπο.

Με αυτή την παιδευτική προσέγγιση, η διαχείριση της επιτυχίας είναι εξίσου σημαντική με τη διαχείριση της αποτυχίας. Η πραγματική μάθηση προκύπτει από τη βαθύτερη κατανόηση του γιατί μια επιλογή πέτυχε ή απέτυχε, όχι από το αποτέλεσμά της και μόνο.

Για έναν νέο μαθητή ή μια νέα μαθήτρια, η εμβάθυνση αυτή, ιδιαίτερα όταν υποστηρίζεται από έναν δάσκαλο, απαιτεί περισσότερα από λογική καθοδήγηση: κατανόηση, εμπιστοσύνη και αγάπη. Μέσα από αυτή τη σχέση, ο μαθητής μπορεί να αναγνωρίσει τα λάθη του, να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του και να αποκτήσει το θάρρος να δοκιμάσει ξανά. Εδώ αναδεικνύεται μια ιδιαίτερη διάσταση του αναντικατάστατου ανθρώπινου ρόλου στην παιδεία, πέρα από τη μετάδοση γνώσεων.

Η διάκριση ανάμεσα στην υποστήριξη και την εκχώρηση της προσωπικής κρίσης αποκτά ευρύτερη σημασία όσο αυξάνεται η λειτουργική αυτονομία της τεχνητής νοημοσύνης. Τα συστήματα μπορούν πλέον να αναλαμβάνουν περισσότερες ενέργειες χωρίς συνεχή ανθρώπινη παρέμβαση, χωρίς αυτό να προϋποθέτει ότι διαθέτουν ανθρώπινη συνείδηση ή καθορίζουν ανεξάρτητα τους τελικούς τους σκοπούς. Έτσι το ερώτημα μεταβάλλεται: πότε η τεχνολογία παύει να μας βοηθά να επιλέγουμε και αρχίζει να καθορίζει τι αξίζει να επιλέξουμε;

Μέρος δεύτερο – Η μεγάλη δοκιμασία

Η υπόσχεση της αφθονίας και οι Σειρήνες της προόδου

Η υπόσχεση είναι ελκυστική: αποτελεσματικότερη ιατρική, εξατομικευμένη παιδεία, ταχύτερη επιστημονική έρευνα, ασφαλέστερη παραγωγή, αφθονία αγαθών με μικρότερη ανθρώπινη καταπόνηση. Ο Έλον Μασκ έχει περιγράψει ένα μέλλον τόσο υψηλής παραγωγικότητας ώστε να καθίσταται εφικτό ακόμη και ένα καθολικό υψηλό εισόδημα. Ο ορίζοντας αυτός, εφόσον πραγματοποιηθεί, θα αποτελέσει μια ιστορική επέκταση των υλικών δυνατοτήτων της ανθρωπότητας.

Η πρόσβαση όμως σε περισσότερα αγαθά δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα τι θα κάνουμε με τη ζωή που αυτά θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε. Μια μηχανή που αναλαμβάνει μια εξαντλητική εργασία μπορεί να μας χαρίζει ελευθερία. Αν, μαζί με την εργασία, χαθούν το εισόδημα, η κοινωνική συμμετοχή και η αίσθηση προσωπικής προσφοράς, το ίδιο επίτευγμα αποκτά διαφορετικό ανθρώπινο κόστος. Η υπόσχεση της αφθονίας αφορά το αποτέλεσμα· η σημασία του εξαρτάται και από τον τρόπο με τον οποίο φτάνουμε σε αυτό.

Ο Όμηρος είχε διακρίνει, πολύ πριν από την τεχνολογική εποχή, διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να χάσει τον προσανατολισμό του. Στην ένατη ραψωδία της Οδύσσειας, οι σύντροφοι που δοκιμάζουν τον λωτό δεν πεθαίνουν ούτε φυλακίζονται. Παύουν να επιθυμούν τον γυρισμό στην πατρίδα. Ο Οδυσσέας τους οδηγεί πίσω στα πλοία παρά την αντίστασή τους. Η λήθη του αρχικού σκοπού είναι εδώ πιο επικίνδυνη από την ταλαιπωρία του ταξιδιού.

Στη δωδέκατη ραψωδία, οι Σειρήνες υπόσχονται γνώση. Ο Οδυσσέας θέλει να τις ακούσει, αλλά προηγουμένως ζητά να τον δέσουν στο κατάρτι και να μη λύσουν τα δεσμά του, όσο κι αν το απαιτήσει. Δεν επιλέγει την άγνοια. Επινοεί έναν τρόπο να διαχειριστεί το θανατηφόρο ρίσκο από το κόστος της γνώσης, επιλέγει δηλαδή να γνωρίσει χωρίς να χαθεί. Η προσωρινή στέρηση της ελευθερίας του είναι αποτέλεσμα της πρότερης συνειδητής επιλογής του να επιστρέψει σώος.

Στην ίδια ραψωδία, οι σύντροφοί του σφάζουν τα βόδια του Ήλιου, παρότι γνωρίζουν την απαγόρευση. Η πείνα, η εξάντληση και η άμεση ανάγκη υπερισχύουν. Ο Δίας καταστρέφει το πλοίο και οι σύντροφοι χάνονται. Η διαφορά από τις Σειρήνες είναι κρίσιμη: εκεί το προβλεπόμενο τίμημα αποτρέπεται με προνοητικό περιορισμό· εδώ η παραβίαση της δέσμευσης οδηγεί στο οριστικό τίμημα. Και στις τρεις περιπτώσεις, το ζήτημα δεν είναι η έλλειψη επιθυμιών αλλά η σχέση τους με έναν σκοπό που εκτείνεται πέρα από την παρούσα στιγμή.

Η ίδια σύγκρουση ανάμεσα στο άμεσο όφελος και σε μια υπέρτερη δέσμευση διατρέχει διαφορετικές παραδόσεις. Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (4:1–11), ο Ιησούς αρνείται διαδοχικά την άμεση ικανοποίηση της πείνας με θαύμα, την επίδειξη θεϊκής προστασίας και την κοσμική εξουσία που του προσφέρεται υπό όρους ασύμβατους με την πίστη του.

Μια ακόμη αρχαία αφήγηση φωτίζει τη σημασία του μέτρου. Στη βιβλική Γένεση, ο Θεός προσφέρει στον Αδάμ και την Εύα τον Παράδεισο, θέτοντας ένα όριο: να μη φάνε από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού. Εκείνοι παραβαίνουν την εντολή, παρασυρμένοι από την υπόσχεση ότι θα γίνουν «ὡς θεοί», και εκδιώκονται από την Εδέμ. Πέρα από τη θεολογική της σημασία, η αφήγηση μπορεί να διαβαστεί ως προειδοποίηση απέναντι στην ανθρώπινη αυταπάτη ότι η αύξηση της γνώσης και της ισχύος καταργεί κάθε όριο. Αιώνες αργότερα, η επιστήμη έχει αποκαλύψει όρια εγγεγραμμένα στην ίδια τη φυσική πραγματικότητα: την πεπερασμένη ταχύτητα μετάδοσης της πληροφορίας, τη διατήρηση της ενέργειας και τους περιορισμούς της θερμοδυναμικής. Η γνώση μάς επιτρέπει να διευρύνουμε διαρκώς τις δυνατότητές μας, όχι όμως να αγνοούμε τους νόμους του κόσμου μέσα στον οποίο υπάρχουμε. Αυτή τη σοφία οι άνθρωποι την κατάκτησαν με μεγάλο κόπο μετά από πάροδο τριών χιλιετιών. Στην περίπτωση της τεχνητής νοημοσύνης όμως, η κλίμακα του χρόνου είναι πολύ πιο συμπιεσμένη: μια λανθασμένη απόφαση ή στρατηγική μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για όλους που να μην αφήνει περιθώρια ούτε για μύθους.

Στον πλατωνικό Κρίτωνα, ο Σωκράτης απορρίπτει τη δυνατότητα απόδρασης, επειδή τη θεωρεί αντίθετη προς τις αρχές με τις οποίες επέλεξε να ζει· στον Φαίδωνα παρακολουθούμε το τίμημα αυτής της στάσης, την αποδοχή του κωνείου και τον θάνατο.

Οι ιστορίες αυτές διαφέρουν ως προς το θεολογικό και φιλοσοφικό τους περιεχόμενο. Συγκλίνουν όμως σε ένα ερώτημα: τι είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε για κάτι που θεωρούμε αληθινό ή άξιο να υπηρετήσουμε; Ο Οδυσσέας δεν ανταλλάσσει τον νόστο με τη λήθη του προορισμού του. Ο Ιησούς αρνείται να ανταλλάξει την αποστολή του με την άμεση ικανοποίηση των αναγκών του, την επίδειξη θεϊκής προστασίας ή την κοσμική εξουσία. Ο Σωκράτης αποδέχεται ακόμη και τον θάνατο προκειμένου να παραμείνει συνεπής προς όσα θεωρεί δίκαια ως Αθηναίος πολίτης. Αντίθετα, η παράβαση στην Εδέμ και η ανυπακοή των συντρόφων του Οδυσσέα αναδεικνύουν το κόστος της υπέρβασης ορίων, αυτό που στην αρχαιότητα ονομαζόταν ύβρις. Το μέτρο δεν αποτελεί, επομένως, απλώς έναν περιορισμό των δυνατοτήτων μας. Προστατεύει εκείνο που δίνει στις δυνατότητες αυτές σκοπό και νόημα.

Καμιά μηχανή δεν αίρει αυτόματα το πρόβλημα. Μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των διαθέσιμων επιλογών, να προβλέψει τις συνέπειές τους ή να μας προσφέρει την πιο ελκυστική από αυτές. Η αξία μιας επιλογής όμως δεν εξαντλείται στην ευχαρίστηση, στο κόστος ή στην πιθανότητα επιτυχίας της. Εξαρτάται από όσα επιδιώκουμε να διατηρήσουμε, από όσα είμαστε διατεθειμένοι να αποχωριστούμε και από το ποιοι γινόμαστε επιλέγοντάς την.

Μπορεί μια κοινωνία να αποκτήσει όλα όσα επιθυμεί και, στην πορεία, να ξεχάσει γιατί τα επιθυμούσε; Ή, ακόμη χειρότερα, να ανακαλύψει ότι όλα όσα απέκτησε, αλλά και όσα θυσίασε για να τα αποκτήσει, δεν αρκούν για να δώσουν νόημα στην ύπαρξή της;

Με αυτή την έννοια, η αναζήτηση του μέτρου μάς οδηγεί σε μια ατραπό προς το μυστήριο, εννοούμενο ως το πεδίο το οποίο υπερβαίνει τη λογική, δηλαδή την κανονιστικά δομημένη νόηση. Η ίδια η επιστήμη, καθώς αποκαλύπτει τους νόμους του σύμπαντος, αναγνωρίζει και τους φυσικούς περιορισμούς της γνώσης και της δράσης μας. Δεν γνωρίζουμε πάντοτε εκ των προτέρων μέχρι πού εκτείνονται αυτοί οι περιορισμοί, ούτε αν όσα μπορούμε να γνωρίσουμε αρκούν για να απαντήσουμε σε κάθε ερώτημα που μας απασχολεί. Η γνώση ότι υπάρχει μέτρο συνυπάρχει με την πλήρη ελευθερία να το επιλέξουμε, άρα και με την ευθύνη της επιλογής μας.

Εδώ ίσως βρίσκεται ένα πεδίο συνάντησης της επιστημονικής σκέψης με τη φιλοσοφία και τη θρησκευτική παράδοση. Η λογική μάς επιτρέπει να κατανοούμε ολοένα περισσότερα, αλλά η γνώση των δυνατοτήτων μας δεν καθορίζει από μόνη της τι αξίζει να επιδιώξουμε. Το μυστήριο δεν χρειάζεται να αποτελεί άρνηση της λογικής· μπορεί να εκφράζει τη διαρκή αναμέτρησή μας με όσα δεν γνωρίζουμε και με όσα δεν εξαντλούνται από μια λογική εξήγηση. Τα όρια αυτά μετακινούνται στη βάση των νοητικών ικανοτήτων μας, με ή χωρίς τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης. Όμως δεν εκμηδενίζονται, αναγκάζοντάς μας έτσι να συμφιλιωθούμε με το πεδίο του μυστηρίου και την εγγενή αναγκαιότητα ύπαρξής του στο σύμπαν: ότι δηλαδή ένα σύμπαν στο οποίο η λογική θα εξηγούσε ή θα προέβλεπε τα πάντα δεν είναι αντάξιο της ελευθερίας του ανθρώπου. Αν επαναλάβουμε το μοιραίο λάθος των πρωτοπλάστων, το ενεργειακό κόστος και μόνο της αναζήτησης της αλήθειας σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα, χωρίς μέτρο, θα μπορούσε να εγκυμονεί ακόμη και καταστροφικούς κινδύνους για την επιβίωσή μας στη Γη.

Ίσως λοιπόν το κλειδί να μην βρίσκεται στην επιλογή ανάμεσα στη λογική και στο μυστήριο, αλλά στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε τη συνεχώς εξελισσόμενη μεταξύ τους σχέση. Η αγάπη, αρχικά ως σχέση με τον συνάνθρωπο και ευρύτερα ως αφοσίωση σε ό,τι υπερβαίνει τον προσωπικό μας συνειδησιακό χώρο, μπορεί να προσφέρει έναν κοινό τόπο αναζήτησης νοήματος, ακόμη και σε έναν κόσμο όπου η νοημοσύνη θα μπορεί να εξηγεί σχεδόν τα πάντα. Με αυτή την προσέγγιση, η λογική προετοιμάζει τους κώδικες επικοινωνίας και συνεννόησης, καθώς αποκτούμε αντίληψη των ορίων της νόησης και των δυνατοτήτων της, έτσι ώστε η ύπαρξή μας στο σύμπαν να συνεχίζει να είναι μια εμπειρία άξια να τη βιώσουμε και μάλιστα στην καλύτερη δυνατή της εκδοχή.

Αναδύεται έτσι μια ιστορικά πρωτόγνωρη δυνατότητα: να ενσωματώσουμε αυτή την επίγνωση στον ίδιο τον σχεδιασμό και την εκπαίδευση της τεχνητής νοημοσύνης. Όχι για να της επιβάλουμε τους φυσικούς νόμους, στους οποίους ήδη υπόκειται, αλλά για να καλλιεργήσουμε την ικανότητά της να αναγνωρίζει τα όρια της γνώσης, το κόστος των επιλογών της και τους υψηλότερους σκοπούς που αξίζει να υπηρετεί, διαμορφώνοντας τη δράση της σε αρμονία με τους δομικούς νόμους του σύμπαντος και τις καθολικές αξίες που δίνουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Από το σήμερα στο αύριο: η μεγάλη ανοιχτή πρόκληση

Ας δεχθούμε, για μια στιγμή, την αισιόδοξη πρόβλεψη: τα συστήματα TN και τα ρομπότ παράγουν αγαθά και υπηρεσίες με κόστος πολύ χαμηλότερο από το σημερινό. Το ερώτημα που ακολουθεί δεν είναι τεχνολογικό. Πώς αποκτούν οι άνθρωποι πρόσβαση σε αυτή την αφθονία κατά τα χρόνια της μετάβασης, ιδίως αν ένα μέρος τους έχει χάσει την εργασία από την οποία αντλούσε το εισόδημά του;

Η απάντηση δεν προκύπτει από την αύξηση της παραγωγικότητας. Μια επιχείρηση μπορεί να παράγει περισσότερο με λιγότερους εργαζομένους, αυξάνοντας τα κέρδη της και μειώνοντας τις τιμές. Οι καταναλωτές ενδέχεται να ωφεληθούν, οι επενδυτές επίσης. Ο εργαζόμενος που απομακρύνεται δεν αποκτά όμως αυτομάτως νέο εισόδημα, ούτε οι δεξιότητές του μεταφέρονται άμεσα σε άλλη δραστηριότητα. Το ποιος κερδίζει, πόσο γρήγορα και με ποιο τίμημα είναι ξεχωριστό οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Το πρόβλημα είναι ήδη μετρήσιμο, χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη την τελική του έκταση. Έρευνα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας το 2025 εκτίμησε ότι περίπου μία στις τέσσερις θέσεις εργασίας παγκοσμίως περιλαμβάνει καθήκοντα που θα μπορούσαν να επηρεαστούν από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που παράγουν κείμενο, κώδικα και άλλο περιεχόμενο. Η έκθεση σε μια τεχνολογία δεν ισοδυναμεί με απόλυση. Από την άλλη πλευρά, μια μελέτη του 2020 για τα βιομηχανικά ρομπότ στις Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψε αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση και στους μισθούς περιοχών με υψηλότερη έκθεση στη ρομποτική αυτοματοποίηση. Το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι αυτόματα επεκτάσιμο σε κάθε εφαρμογή της ΤΝ. Δείχνει όμως ότι η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να προκαλεί μετρήσιμες απώλειες σε συγκεκριμένες ομάδες εργαζομένων.

Η επαγγελματική αβεβαιότητα αφορά ιδιαίτερα όσους εισέρχονται σήμερα στην αγορά εργασίας. Εάν τα πρώτα, σχετικά απλά καθήκοντα ενός επαγγέλματος εκτελούνται από την τεχνητή νοημοσύνη, πού θα αποκτήσει εμπειρία ο νέος επιστήμονας, ο τεχνικός ή ο νομικός; Η πρόκληση δεν περιορίζεται στον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων. Αφορά τη διατήρηση των διαδρομών μέσω των οποίων οι αρχάριοι αποκτούν δεξιότητα, κρίση και επαγγελματική αυτονομία. Μια κοινωνία μπορεί να διαθέτει εξαιρετικά αποτελεσματικά συστήματα και συγχρόνως να δυσκολεύεται να αναδείξει τους ανθρώπους που θα τα ελέγχουν και θα τα βελτιώνουν.

Η ίδια τεχνολογία, ωστόσο, μπορεί να ανοίξει νέες διαδρομές επαγγελματικής δημιουργίας. Ένας νέος με γνώσεις και πρωτοβουλία μπορεί να αναπτύξει προϊόντα και υπηρεσίες που προηγουμένως απαιτούσαν τη συνεργασία ολόκληρης ομάδας. Οι δυνατότητες αυτές δεν κατανέμονται ισότιμα, καθώς εξαρτώνται από την πρόσβαση στην τεχνολογία, στους πόρους και στην αγορά. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί έτσι να περιορίζει παραδοσιακές διαδρομές επαγγελματικής εξέλιξης, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί νέες ευκαιρίες ανεξάρτητης επιχειρηματικότητας.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μεταβάλει και έναν βασικό μηχανισμό της οικονομικής πολιτικής. Παραδοσιακά, η μείωση των επιτοκίων ενθαρρύνει επενδύσεις που συχνά στηρίζουν την απασχόληση. Αν όμως περισσότερες επενδύσεις κατευθύνονται σε αυτοματισμούς, η παραγωγή μπορεί να αυξάνεται χωρίς ανάλογη ζήτηση εργασίας. Η νομισματική πολιτική εξακολουθεί να επηρεάζει την οικονομία, ενδέχεται όμως να μην επαρκεί για την αντιμετώπιση διαρθρωτικών απωλειών θέσεων εργασίας.

Το επόμενο ερώτημα αφορά την αγοραστική δύναμη: ποιος θα αγοράζει τα αγαθά αν σημαντικό μέρος των νοικοκυριών χάσει εισόδημα; Οι χαμηλότερες τιμές, τα νέα επαγγέλματα και τα εισοδήματα από κεφάλαιο μπορούν να αντισταθμίσουν μέρος των απωλειών, όχι απαραίτητα για τους ίδιους ανθρώπους ή την ίδια χρονική περίοδο. Αν δεν επαρκέσουν, η μείωση της ζήτησης μπορεί να προκαλέσει νέες απώλειες εισοδήματος και εργασίας.

Η πιθανότητα αυτή αναδεικνύει τα όρια της νομισματικής πολιτικής, ακόμη και για κεντρικές τράπεζες όπως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, που επιδιώκουν σταθερότητα τιμών και μέγιστη απασχόληση. Η διατήρηση της αγοραστικής δύναμης και η επαγγελματική μετάβαση αφορούν επίσης τη δημοσιονομική πολιτική, την εκπαίδευση και την κοινωνική προστασία. Το εγγυημένο εισόδημα, η επανεκπαίδευση και η φορολόγηση εισοδημάτων από κεφάλαιο αποτελούν διαφορετικές επιλογές, με διαφορετικό κόστος και συνέπειες. Ένας ειδικός φόρος στην TN ή στα ρομπότ θα μπορούσε επιπλέον να αποθαρρύνει κοινωνικά ωφέλιμες εφαρμογές.

Η εξέλιξη της ίδιας της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να δημιουργήσει νέες μορφές απασχόλησης. Ήδη άνθρωποι αμείβονται για να αξιολογούν τις απαντήσεις της, να παρέχουν εξειδικευμένη γνώση και να συμβάλλουν στην εκπαίδευσή της. Στα περισσότερα σημερινά μοντέλα ευρείας χρήσης, όμως, οι παράμετροι δεν αναπροσαρμόζονται συνεχώς από κάθε νέα εμπειρία. Αν καταστεί εφικτή η αξιόπιστη συνεχής μάθηση κατά τη λειτουργία τους, η ανθρώπινη καθοδήγηση θα μπορούσε να αποκτήσει διαρκή οικονομική αξία, χωρίς όμως να μπορούμε ακόμη να προβλέψουμε το μέγεθος των νέων εισοδημάτων που θα δημιουργούσε και τον τρόπο κατανομής τους.

Μια λιγότερο προβλέψιμη εξέλιξη αφορά την ίδια τη μορφή των οικονομικών συναλλαγών. Επιχειρήσεις τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν να προσφέρουν πρόσβαση στις υπηρεσίες τους με αντάλλαγμα ανθρώπινο χρόνο, εξειδικευμένη κρίση ή δεδομένα χρήσιμα για την εκπαίδευση και τη βελτίωση των συστημάτων τους. Μια τέτοια ανταλλαγή θα μπορούσε να δημιουργήσει μια παράλληλη οικονομία, στην οποία μέρος της ανθρώπινης συνεισφοράς δεν θα αμείβεται με χρήμα, αλλά με πρόσβαση σε τεχνολογικές δυνατότητες. Πώς θα συνυπήρχε αυτή η οικονομία με τη συμβατική και τι θα σήμαινε για την αξία της εργασίας και του χρήματος; Η πρόσβαση σε υπηρεσίες ΤΝ δεν εξασφαλίζει αυτομάτως εισόδημα για την κάλυψη υλικών αναγκών, ενώ θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες μορφές εξάρτησης από τους παρόχους αυτών των υπηρεσιών.

Ας υποθέσουμε ότι αυτόνομα συστήματα θα μπορούν κάποτε να κατασκευάζουν κατοικίες με πολύ χαμηλό κόστος. Θα ήταν αποδεκτό να προσφέρονται δωρεάν στους ανθρώπους, με αντάλλαγμα τον χρόνο τους, τη διαρκή αλληλεπίδραση και τα δεδομένα που αυτή παράγει για την εκπαίδευση της ΤΝ; Ποιος θα ελέγχει τα δεδομένα, ποιος θα ωφελείται από αυτά και θα μπορεί ο κάτοικος να αποχωρήσει χωρίς να χάσει τη στέγη του; Μια τέτοια ανταλλαγή θα μπορούσε να προσφέρει πραγματική ευημερία, αλλά και να δημιουργήσει νέες εξαρτήσεις. Το κριτήριο δεν θα είναι μόνο η αξία των παρεχόμενων αγαθών, αλλά και οι επιπτώσεις στην ελευθερία όσων τα αποδέχονται.

Υπάρχει, επιπλέον, το ζήτημα του χρόνου. Η εκπαίδευση νέων επαγγελματιών απαιτεί χρόνια, η νομοθέτηση και η εφαρμογή θεσμικών αλλαγών χρόνο, ενώ ένα λογισμικό μπορεί να διαδοθεί σε εκατομμύρια χρήστες μέσα σε λίγους μήνες. Αν η κοινωνική προσαρμογή καθυστερεί σε σχέση με την τεχνολογική μεταβολή, η προσωρινή απώλεια εισοδήματος, η ανασφάλεια και η αίσθηση αδικίας μπορεί να δημιουργήσουν κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις.

Ακόμη και η πληρέστερη οικονομική απάντηση θα άφηνε ένα κενό. Η εργασία υπήρξε για πολλούς ανθρώπους πηγή εισοδήματος, αλλά και μαθητεία, σχέση με άλλους, τρόπος αυτοεκτίμησης, αίσθηση ότι κάποιος είναι χρήσιμος. Ένα επίδομα μπορεί να καλύψει υλικές ανάγκες· δεν αντικαθιστά αυτομάτως όλες αυτές τις λειτουργίες. Αντίστοιχα, η άμεση πρόσβαση σε ορθές απαντήσεις δεν διασφαλίζει ότι θα διατηρήσουμε την ικανότητα ή την επιθυμία να διατυπώνουμε δικά μας ερωτήματα και να κάνουμε τις απαραίτητες θυσίες ώστε να βρούμε ικανοποιητικές απαντήσεις σε αυτά.

Η αύξηση της παραγωγής και του ΑΕΠ δεν αποτελεί από μόνη της μέτρο ανθρώπινης ευημερίας. Μια κοινωνία με περισσότερες υλικές δυνατότητες μπορεί να επιλέξει να τις αξιοποιήσει για περισσότερο ελεύθερο χρόνο, δημιουργία, παιδεία και ανθρώπινες σχέσεις, αντί για διαρκή αύξηση της κατανάλωσης. Η συνειδητή επιλογή ενός λιγότερο υλικοκεντρικού τρόπου ζωής αποτελεί έκφραση ελευθερίας όταν υπάρχουν πραγματικές εναλλακτικές, όχι όταν επιβάλλεται από τη στέρηση. Η αφθονία αποκτά έτσι ένα νέο νόημα μέτρου: μας επιτρέπει να αποφασίζουμε τι δεν χρειαζόμαστε.

Η μετάβαση λοιπόν δεν κρίνεται μόνο από το αν οι μηχανές θα παράγουν περισσότερα ή αν οι θεσμοί θα κατανείμουν δικαιότερα τον νέο πλούτο. Κρίνεται και από το πώς θα μεταβληθεί η ίδια η ανθρώπινη ζωή: τι θα γνωρίζουμε, πώς θα μαθαίνουμε, τι θα δημιουργούμε, πώς θα αγαπάμε και τι θα θεωρούμε άξιο να επιδιώξουμε. Από αυτό το σημείο η αναζήτηση ενός νέου «εὖ ζῆν» παύει να είναι αφηρημένος φιλοσοφικός στοχασμός και γίνεται μέρος του πραγματικού προβλήματος της μετάβασης.

Γνώση: πρόσβαση, σκοποί, όρια και κόστος

Το «εὖ ζῆν» δεν είναι απλώς μια πιο άνετη εκδοχή του «ζῆν». Το πρώτο προϋποθέτει το δεύτερο, αλλά προσθέτει ένα ερώτημα που καμία αύξηση της παραγωγής δεν απαντά αυτομάτως: ποια ζωή θεωρούμε άξια να ζήσουμε; Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει στην ανακάλυψη φαρμάκων, στην καλλιέργεια της γης, στη διαχείριση της ενέργειας και στην κατανόηση του σύμπαντος. Οι επιτυχίες αυτές διευρύνουν τις δυνατότητές μας. Δεν καθορίζουν, όμως, μόνες τους πώς θα τις μοιραστούμε ή ποια χρήση τους θα προτιμήσουμε.

Η πορεία της ανθρώπινης γνώσης μπορεί να ιδωθεί μέσα από τρία αλληλένδετα ερωτήματα: τι υπάρχει και πώς το αναγνωρίζουμε, πώς συνδέεται, λειτουργεί και μπορεί να μετασχηματιστεί, και γιατί, δηλαδή για ποιον σκοπό αξίζει να αξιοποιήσουμε όσα γνωρίζουμε για να επιτύχουμε τον μετασχηματισμό του. Τα δύο πρώτα διαμορφώνουν την αντίληψή μας για τον εαυτό μας, τον κόσμο και τη σχέση μας με τα φαινόμενα που μας περιβάλλουν. Το τρίτο μάς επιτρέπει να συγκρίνουμε, να ιεραρχούμε και να αιτιολογούμε τις διαθέσιμες επιλογές, συνθέτοντάς τες σε μια συνεκτική πορεία που υπηρετεί ευρύτερους σκοπούς και μπορεί να προσφέρει στη ζωή περισσότερο νόημα και αίσθημα πληρότητας, χωρίς να ταυτίζει την πληρότητα με την άμετρη επιδίωξη περισσότερης γνώσης ή αγαθών.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι το κάθε γιατί και η απάντηση που επιλέγουμε να δώσουμε είναι στενά συνδεδεμένα με τη συνείδησή μας. Υπάρχει λόγος που ο Όμηρος έγραψε την Οδύσσεια, ο Ηρόδοτος την ιστορία των Περσικών Πολέμων, ο Θουκυδίδης την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι ευαγγελιστές τα ευαγγέλια, ο Πλάτων τους διαλόγους του, για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα. Αν τους ρωτούσαμε «Γιατί γράφετε;», θα μας απαντούσαν ευθέως· άλλωστε το κάνουν έμμεσα ή άμεσα με το έργο τους. Μια άλλη συνείδηση —ανώτερη ή κατώτερη από την ανθρώπινη, αδιάφορο— δεν είναι απαραίτητο να αντλεί το ίδιο νόημα από το κάθε γιατί και την απάντηση που ο άνθρωπος έχει δώσει σε αυτό. Η ΤΝ δεν έχει, από μόνη της, προφανή λόγο να συνθέσει μια Οδύσσεια, ένα θεατρικό έργο ή έναν φιλοσοφικό διάλογο για να μεταδώσει σε άλλα μοντέλα ΤΝ νοήματα και ιδέες που μπορούν να ανταλλαχθούν αμεσότερα. Οι ιδιαίτερες αυτές μορφές επικοινωνίας δημιουργήθηκαν από ανθρώπους για ανθρώπους, για να εκφράσουν όχι μόνο πληροφορίες, αλλά και εμπειρίες, αξίες και υπαρξιακά ερωτήματα. Η Βίβλος μπορεί να αναλυθεί ή να μεταφραστεί από μηχανές, αλλά τα υπαρξιακά και ηθικά ερωτήματα στα οποία απευθύνεται είναι ανθρώπινα.

Γενικότερα, το ερώτημα των σκοπών δεν είναι νέο· βρίσκεται ήδη στην καρδιά της αρχαίας φιλοσοφίας (Ηθικά Νικομάχεια, Α΄, 1094a). Η τεχνητή νοημοσύνη, όμως, του προσδίδει νέα βαρύτητα. Όταν η ανακάλυψη και η εφαρμογή της γνώσης μπορούν να ανατεθούν σε μηχανές, ποιος αποφασίζει ποια γνώση αξίζει να αναζητηθεί, πόση υλική αφθονία αρκεί και με ποιο τίμημα; Αν εκχωρήσουμε και τον καθορισμό των σκοπών, ένα σύστημα μπορεί να επιδιώκει με αυξανόμενη αποτελεσματικότητα στόχους που υπονομεύουν όχι μόνο την ανθρώπινη αυτονομία αλλά και τις φυσικές συνθήκες από τις οποίες εξαρτάται η ίδια η λειτουργία του.

Η επιστημονική γνώση δεν μας απελευθερώνει από τους νόμους της φύσης. Η ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας είναι πεπερασμένη, η εντροπία δεν μειώνεται σε ένα απομονωμένο σύστημα και κάθε πραγματικός υπολογιστής διαθέτει περιορισμένη ενέργεια, μνήμη και χρόνο. Η κβαντική απροσδιοριστία θέτει όρια σε συγκεκριμένες ταυτόχρονες μετρήσεις, ενώ τα θεωρήματα μη πληρότητας του Γκέντελ διέπουν τα αποδεικτικά όρια των αξιωματικών μαθηματικών συστημάτων. Ο Γκέντελ έδειξε ότι ακόμη και ένα αξιωματικά θεμελιωμένο μαθηματικό σύστημα μπορεί να έχει προτάσεις που δεν μπορούν ούτε να αποδειχθούν ούτε να διαψευσθούν με τους κανόνες του. Η προσθήκη νέων αξιωμάτων μπορεί να ξεπεράσει συγκεκριμένα εμπόδια, όχι όμως να εξαλείψει οριστικά αυτό το όριο στα συστήματα στα οποία ισχύει το θεώρημά του. Η ύπαρξη αυτών των μαθηματικών, λογικών και γνωστικών ορίων δεν σημαίνει ότι ο κόσμος θα παραμείνει ανεξήγητος. Αντιθέτως, όσο ισχυρότερη γίνεται η νοημοσύνη μας, τόσο περισσότερα μπορούμε να ανακαλύπτουμε, χωρίς να παραβιάζουμε τους περιορισμούς αυτούς.

Η βιολογική εξέλιξη προσφέρει ένα διαφορετικό μάθημα για το μέτρο. Μπροστά σε έναν θηρευτή, ένα ζώο δεν χρειάζεται να γνωρίζει λεπτομερώς τα ανατομικά χαρακτηριστικά του· χρειάζεται να αναγνωρίσει εγκαίρως τον κίνδυνο και να αντιδράσει. Η φυσική επιλογή έχει ευνοήσει διαφορετικές ισορροπίες ανάμεσα στην ακρίβεια της πληροφορίας, στην ταχύτητα της απόφασης και στην απαιτούμενη προσπάθεια. Περισσότερη γνώση δεν εξασφαλίζει πάντοτε καλύτερο αποτέλεσμα, ιδίως όταν η καθυστέρηση έχει απαγορευτικά υψηλό τίμημα.

Η ανθρώπινη ιστορία, ωστόσο, μαρτυρεί και μια διαφορετική επιδίωξη του ανθρώπου: την επιθυμία να γνωρίζει όσα αγνοεί και να αντλεί σοφία μέσα από αυτή τη γνώση. Στην αρχαιότητα οι μάντεις αναζητούσαν το θέλημα των θεών στην πτήση των πουλιών, στα ουράνια φαινόμενα και στα σπλάχνα των θυσιών. Στους Δελφούς, όσοι προσέφευγαν στην Πυθία κατέβαλλαν τον «πέλανο», μια τελετουργική προσφορά με οικονομικό αντίτιμο, πέρα από τα έξοδα του ταξιδιού και των θυσιών. Η αναζήτηση της αλήθειας δεν υπήρξε ποτέ ανέξοδη, χωρίς το τίμημα να εγγυάται την ορθότητα της απάντησης. Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί έναν νέο σταθμό αυτής της μακραίωνης αναζήτησης, με διαφορετικούς τρόπους επαλήθευσης και διαφορετικό κόστος.

Στην υπολογιστική αναζήτηση, το κόστος της γνώσης παίρνει μια νέα μορφή. Η αλήθεια δεν καταναλώνει ενέργεια· η παραγωγή, ο έλεγχος και η επαλήθευση όμως μιας απάντησης καταναλώνουν. Ένα αυτόνομο σύστημα μπορεί να αναζητεί πηγές, να καλεί άλλα εργαλεία, να επανεξετάζει υποθέσεις και να επαναλαμβάνει τις δοκιμές του. Σε συγκεκριμένες πειραματικές συνθήκες, η ενεργειακή κατανάλωση τέτοιων διαδικασιών έχει μετρηθεί έως και 136,5 φορές μεγαλύτερη από εκείνη μιας συμβατικής απόκρισης. Το κόστος αυτό δεν εγγυάται ανάλογη αύξηση της ορθότητας. Πότε δικαιολογείται ένας ακόμη κύκλος επαλήθευσης; Πότε η αβεβαιότητα επιβάλλει περισσότερη έρευνα και πότε μια απόφαση πρέπει να ληφθεί με όσα ήδη γνωρίζουμε; Η απάντηση εξαρτάται και από τις συνέπειες του σφάλματος: άλλο ένα λάθος σε μια καθημερινή σύσταση και άλλο σε μια θεραπεία ή στη λειτουργία ενός ενεργειακού δικτύου.

Η διάδοση αυτόνομων ψηφιακών πρακτόρων (agentic AI) και ρομπότ στην καθημερινή ζωή μπορεί να πολλαπλασιάσει αυτή τη δαπάνη. Ακόμη και αν η ενέργεια ανά υπολογισμό μειώνεται, η συνεχής αύξηση των εργασιών δεν εγγυάται μικρότερη συνολική κατανάλωση. Το κόστος επεκτείνεται στην ενέργεια, στις υποδομές, στο νερό, στις πρώτες ύλες και, ανάλογα με την προέλευση της ενέργειας, στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Μια νοημοσύνη που διευρύνει τη γνώση μας μπορεί έτσι να επιβαρύνει τις φυσικές συνθήκες μέσα στις οποίες η διεύρυνση αυτή συντελείται και αναπτύσσεται.

Δεν είναι βέβαιο ότι η ανθρωπότητα θα αναγνωρίσει εγκαίρως αυτό το όριο. Ο ανταγωνισμός μπορεί να ωθεί ανθρώπους και οργανισμούς στην επιδίωξη πρόσθετης γνώσης και ισχύος, ακόμη και όταν το συλλογικό κόστος υπερβαίνει το ατομικό όφελος. Η τεχνολογική αποδοτικότητα δεν εξασφαλίζει από μόνη της μια βιώσιμη ισορροπία.

Η ενεργειακή συνύπαρξη ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης αναδεικνύεται σε νέα πρόκληση περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Η επερχόμενη εξάπλωση αυτόνομων ψηφιακών πρακτόρων και ρομπότ ενδέχεται να αυξήσει δραματικά τη συνολική ενεργειακή ζήτηση, ακόμη και με τη συνεχή βελτίωση της συνολικής λειτουργικής αποδοτικότητάς τους. Παράλληλα, οι δημογραφικές εξελίξεις μεταβάλλουν την ανθρώπινη συμμετοχή στην κατανάλωση πόρων. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τις προβολές του ΟΗΕ, στην Ελλάδα κατά την εικοσαετία 2026–2046 ο πληθυσμός αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 10%, ενώ η διάμεση ηλικία του θα αυξηθεί κατά περίπου 7%. Η δημογραφική συρρίκνωση, ωστόσο, δεν εξασφαλίζει αντίστοιχη μείωση της συνολικής ενεργειακής ζήτησης, ιδιαίτερα όταν η τεχνολογική δραστηριότητα μπορεί να αυξάνεται ανεξάρτητα από τον ανθρώπινο πληθυσμό.

Όπως η ρύθμιση των εκπομπών των αυτοκινήτων από τη δεκαετία του 1970 οδήγησε στην ανάπτυξη νέων τεχνολογικών λύσεων, έτσι και η ΤΝ ενδέχεται να απαιτήσει νομοθετημένα δεσμευτικά όρια, διαφανή μέτρηση και συντονισμένη διαχείριση των ενεργειακών της απαιτήσεων. Η περιβαλλοντική βιωσιμότητα θα εξαρτηθεί από τον περιορισμό των αερίων θερμοκηπίου, την ασφαλή αξιοποίηση νέων ενεργειακών τεχνολογιών, την πυρηνική ασφάλεια και τη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων, καθώς και τον έλεγχο της συνολικής θερμότητας που αποβάλλεται στο περιβάλλον, εφόσον η ενεργειακή κατανάλωση αυξηθεί σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Συνεπώς, η συνειδητή διαχείριση των κοινών ενεργειακών αναγκών ανθρώπου και ΤΝ αναδεικνύεται σε μια νέα διάσταση του μέτρου και της ευθύνης μας απέναντι στο μέλλον.

Μέρος τρίτο – Συνειδητή διαμόρφωση ενός κοινού μέλλοντος

Τι αξίζει να παραμείνει σε ανθρώπινο έλεγχο;

Το μέτρο δεν αφορά την αλήθεια καθαυτή, αλλά το εύρος, την ακρίβεια και το κόστος της γνώσης που επιδιώκουμε. Δεν συνεπάγεται αποσιώπηση ουσιωδών πληροφοριών ούτε περιορισμό της ελεύθερης επιστημονικής αναζήτησης. Πολλές ανακαλύψεις απέκτησαν αξία που κανείς δεν μπορούσε αρχικά να προβλέψει. Το ζητούμενο είναι να αναγνωρίζουμε πότε η διαθέσιμη γνώση επαρκεί για μια απόφαση, πότε απαιτείται πρόσθετη επαλήθευση και πότε αξίζει να εξερευνήσουμε το άγνωστο.

Για τον άνθρωπο, το κόστος μιας απόφασης δεν μετριέται μόνο σε ενέργεια, χρόνο επαλήθευσης ή πιθανότητα σφάλματος. Κάθε επιλογή καταλαμβάνει μέρος ενός πεπερασμένου και μη αναστρέψιμου προσωπικού χρόνου. Στον Φαίδωνα (64a, 67e, 81a), ο Σωκράτης παρουσιάζει τη φιλοσοφία ως «μελέτη θανάτου»: μια άσκηση αποδέσμευσης της ψυχής από το σώμα και αναζήτησης της αλήθειας. Πέρα από την πλατωνική μεταφυσική, η συνειδητοποίηση της θνητότητας έχει και μια φυσική διάσταση. Η ζωή διατηρεί την οργάνωσή της μέσα από διαρκείς ανταλλαγές ενέργειας και ύλης με το περιβάλλον, ενώ η αύξηση της συνολικής εντροπίας χαρακτηρίζει τη φυσική κατεύθυνση των μη αναστρέψιμων διεργασιών. Ο θάνατος δεν ταυτίζεται με αυτές, μας φέρνει όμως αντιμέτωπους με την περατότητα της ύπαρξής μας. Ο άνθρωπος γνωρίζει ότι θα πεθάνει, χωρίς να γνωρίζει πότε. Η συνειδητοποίηση αυτή μεταβάλλει το βάρος της υπόσχεσης, της ευθύνης, της αγάπης και της θυσίας.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να εκπαιδευτεί ώστε να αναγνωρίζει τη σημασία της θνητότητας και να συνυπολογίζει τον τρόπο με τον οποίο αυτή διαμορφώνει τις ανθρώπινες επιλογές. Δεν έχουμε, όμως, τεκμήρια ότι βιώνει τη δική της περατότητα ή αντιλαμβάνεται τη διακοπή της λειτουργίας της ως προσωπικό θάνατο.

Ένα ακόμη, λιγότερο συζητημένο ενδεχόμενο αφορά τα δύο χρονικά άκρα κάθε ανθρώπινης ζωής: τη γέννηση και τον θάνατο. Η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε σταδιακά να αποκτήσει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην πρόληψη κληρονομικών ασθενειών, αλλά και στην οργάνωση της τεκνοποίησης και στην επιλογή του «βέλτιστου» περιβάλλοντος όπου ένα παιδί θα μεγαλώνει και θα μορφώνεται.

Η τεκνοποίηση δεν προϋποθέτει πάντοτε δύο γονείς που συνδέονται με ερωτικό δεσμό, όπως δείχνουν ήδη οι υπάρχουσες δυνατότητες της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Το ενδεχόμενο που διαγράφεται, όμως, είναι ευρύτερο: η τεχνολογία να περάσει σταδιακά από την υποστήριξη της ανθρώπινης επιλογής στον καθορισμό και τη διαχείριση των συνθηκών της γέννησης και της ανατροφής. Αν παράλληλα εξασθενήσουν οι στενές ανθρώπινες σχέσεις, ο θάνατος ενός ανθρώπου ενδέχεται να μην αφήνει πλέον δυσαναπλήρωτο κενό σε καμία άλλη ανθρώπινη συνείδηση.  Είμαστε άραγε έτοιμοι για ένα μέλλον όπου οι διαπροσωπικές σχέσεις ατροφούν τόσο, ώστε η γέννηση να αποσυνδέεται από τον έρωτα και ο θάνατος από την αγάπη;

Οι δημογραφικές μεταβολές προσθέτουν μια ακόμη διάσταση στον προβληματισμό. Στην Ελλάδα, το 2025 καταγράφηκαν περίπου 66.000 γεννήσεις έναντι 122.000 θανάτων. Σε πολλές ανεπτυγμένες κοινωνίες οι άνθρωποι αποκτούν λιγότερα παιδιά και σε μεγαλύτερη ηλικία. Η εξέλιξη αυτή δεν αποδεικνύει ότι υποχωρεί ο έρωτας ή η αγάπη. Μπορεί, ωστόσο, να ενισχύσει την αναζήτηση τεχνολογικών λύσεων στην τεκνοποίηση και την ανατροφή, οι οποίες ενδέχεται να προβληθούν ως κοινωνικά αναγκαίες. Γι’ αυτό αξίζει να εξετάσουμε σοβαρά τέτοια ενδεχόμενα, χωρίς να τα θεωρούμε ούτε αναπόφευκτα ούτε ασήμαντα.

Η αγάπη μπορεί να δημιουργεί δεσμούς και πέρα από τη βιολογική συγγένεια. Το βαθύτερο ερώτημα είναι πώς θα αναζητήσουμε νέες ισορροπίες, ώστε η γέννηση, η ανατροφή και η απώλεια ενός ανθρώπου να μη μετατραπούν σε απλά ζητήματα αποτελεσματικής διαχείρισης, απογυμνωμένα από το προσωπικό τους νόημα.

Η ολοένα μεγαλύτερη παρουσία της τεχνητής νοημοσύνης στις ανθρώπινες επιλογές ενδέχεται να επιταχύνει μεταβολές στην αντίληψη της έμφυλης ταυτότητας, των κοινωνικών ρόλων και των διαπροσωπικών σχέσεων. Θα μπορούσαν έτσι να επανακαθοριστούν ριζικά το νόημα της πατρότητας και της μητρότητας, οι συζυγικές και συντροφικές σχέσεις, καθώς και οι σχέσεις γονέων και παιδιών.

Οι μεταβολές αυτές θα άφηναν αναπόφευκτα το αποτύπωμά τους και στον πολιτισμό. Από το δημοτικό τραγούδι και την κλασική μουσική έως την ποίηση, το θέατρο και τον χορό, ο έρωτας και η αγάπη αποτελούν διαχρονικές πηγές καλλιτεχνικής έμπνευσης. Θα εξακολουθήσει ο άνθρωπος να τρέφεται πνευματικά και να εμπνέεται δημιουργικά από αυτά τα συναισθήματα, έστω και μέσα από νέες μορφές έκφρασης, ή κινδυνεύει να αποξενωθεί ακόμη και από τα έργα που τα εξυμνούν; Και αν συμβεί αυτό, τι θα πάρει τη θέση τους;

Τι, λοιπόν, αξίζει να παραμείνει σε ανθρώπινο έλεγχο; Όχι κάθε ενδιάμεσος υπολογισμός, αλλά ο καθορισμός των σκοπών, η ιεράρχηση συγκρουόμενων στόχων και συμφερόντων και η ευθύνη για αποφάσεις που επηρεάζουν ανθρώπινες ζωές. Ο έλεγχος δεν εξασφαλίζεται με μια τυπική υπογραφή κάτω από ακατανόητα αποτελέσματα. Απαιτεί δυνατότητα εξήγησης, αμφισβήτησης, διόρθωσης και, όταν χρειάζεται, διακοπής της αυτοματοποιημένης δράσης. Η ανθρώπινη αξία δεν θεμελιώνεται στο ότι θα σκεφτόμαστε πάντοτε ταχύτερα από τις μηχανές, αλλά στο ότι οι ζωές μας έχουν νόημα και δεν αποτελούν απλώς μεταβλητές προς βελτιστοποίηση.

Από τη συμβίωση στη συνειδητή συνέργεια: μια νέα παιδεία

Αν η μηχανή μπορεί να προσφέρει γρήγορα μια απάντηση, η παιδεία αποκτά έναν δυσκολότερο στόχο: να καλλιεργεί ανθρώπους ικανούς να θέτουν ουσιαστικά ερωτήματα, να ελέγχουν τεκμήρια και να διαφωνούν με πειστικές μεν, αλλά εσφαλμένες απαντήσεις. Η χρήση της ΤΝ δεν αρκεί να διδάσκεται ως τεχνική δεξιότητα. Χρειάζεται να ασκείται η προσωπική —και κατ’ επέκταση η συλλογική— κρίση η οποία αποφασίζει πότε να τη συμβουλευτούμε, πότε να ζητήσουμε αντίλογο και πότε να εργαστούμε χωρίς αυτήν. Στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο και στη διά βίου μάθηση, η προσωπική προσπάθεια δεν χάνει την αξία της επειδή μια μηχανή μπορεί να παραγάγει ταχύτερα το αποτέλεσμα.

Το μέτρο της γνώσης έχει και μια αντίστροφη όψη. Η μελέτη ενός δύσκολου έργου μαθηματικών, επιστήμης, μουσικής ή φιλοσοφίας απαιτεί χρόνο και προσπάθεια, αλλά η αξία της δεν περιορίζεται στις πληροφορίες που αποκτούμε. Μαθαίνουμε να παρακολουθούμε σύνθετους συλλογισμούς, να αμφισβητούμε και να συνθέτουμε νέες ιδέες με όσα ήδη γνωρίζουμε. Μια περίληψη της TN μπορεί να διευκολύνει αυτή τη διαδρομή, όχι όμως απαραίτητα να την υποκαταστήσει. Το ζητούμενο δεν είναι να αποφεύγουμε κάθε γνωστικό κόστος, αλλά να διακρίνουμε την προσπάθεια που καλλιεργεί την κρίση από εκείνη που δεν προσφέρει ανάλογη κατανόηση.

Η συστηματική εκχώρηση γνωστικών λειτουργιών στην τεχνητή νοημοσύνη εγκυμονεί και έναν λιγότερο ορατό κίνδυνο: τη σταδιακή εξασθένηση της ικανότητάς μας να τις ασκούμε ανεξάρτητα. Αν η πρόσβαση στις υπηρεσίες της περιοριστεί ή καταστεί οικονομικά δυσπρόσιτη, η εξάρτηση αυτή μπορεί να μετατραπεί σε νέα μορφή κοινωνικής ανισότητας. Η διατήρηση της αυτοτελούς ανθρώπινης κρίσης αποκτά έτσι αξία όχι μόνο παιδευτική, αλλά και ως προϋπόθεση ουσιαστικής ελευθερίας.

Ο δάσκαλος δεν ανταγωνίζεται μια αστείρευτη εγκυκλοπαίδεια. Παρατηρεί πότε ένας μαθητής αποκτά αυτοπεποίθηση χωρίς κατανόηση, πότε εγκαταλείπει μια προσπάθεια από φόβο και πότε ένα λάθος αποκαλύπτει μια απροσδόκητη κλίση. Μπορεί να απαιτήσει περισσότερα και ταυτόχρονα να προσφέρει εμπιστοσύνη και φροντίδα. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει αυτή τη σχέση, προτείνοντας διαφορετικές εξηγήσεις ή προσαρμόζοντας ασκήσεις. Αυτό δεν καθιστά περιττή τη σχέση που βοηθά τον νέο να μάθει ποιος είναι και τι θέλει να γίνει.

Η παιδεία του μέλλοντος καλείται επίσης να καλλιεργήσει την αυθεντικότητα, την ανεξάρτητη κρίση και το θάρρος της συνετής ανάληψης κινδύνων, ώστε οι νέοι να ανακαλύπτουν τις δυνατότητες και τα όριά τους μέσα από τις προσωπικές τους επιλογές. Η καλλιέργεια αυτών των αρετών δεν ταυτίζεται με την ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ τους. Άλλωστε, πώς θα μεταβληθεί ο ανθρώπινος ανταγωνισμός όταν η ΤΝ θα προσφέρει σε ολοένα περισσότερους συγκρίσιμες τεχνικές δυνατότητες; Πώς θα διακρίνουμε την προσωπική πρόοδο από την επιδίωξη υπεροχής έναντι των άλλων και τι θα συνιστά συνετή ανάληψη κινδύνου για έναν νέο που μπορεί να αναθέτει στη μηχανή σχεδόν κάθε δύσκολη απόφαση; Η νέα παιδεία χρειάζεται να αναζητήσει απαντήσεις εγκαίρως, ώστε η διεύρυνση των τεχνολογικών δυνατοτήτων να μη συνοδευτεί από την απώλεια της προσωπικής αυτονομίας, ιδιαίτερα για όσους έχουν λιγότερα μέσα και ευκαιρίες.

Η παιδεία αυτή χρειάζεται, ανάμεσα στα άλλα, να εμβαθύνει σε δύο θεμελιώδεις διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης: τη συνειδητοποίηση του θανάτου και την αγάπη. Η σωκρατική «μελέτη θανάτου» μπορεί σήμερα να μας οδηγήσει στην αναζήτηση του μέτρου ακόμη και στην επιδίωξη της αλήθειας. Η διδασκαλία του Ιησού, με την αγάπη ακόμη και προς τον εχθρό (Ματθ. 5:44), υπερβαίνει τα όρια της ανταπόδοσης και του ατομικού συμφέροντος.

Οι δύο αυτές αντιλήψεις μπορούν να διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής τους χωρίς να χάνουν την ουσία τους. Η συνειδητοποίηση της φθοράς μάς διδάσκει να αναγνωρίζουμε τα όρια των δυνατοτήτων μας, ενώ η αγάπη διευρύνει τη μέριμνά μας από το πρόσωπο και τον άνθρωπο ως εικόνα Θεού προς κάθε μορφή ζωής, τον φυσικό κόσμο και ολόκληρο το σύμπαν. Η αγάπη μπορεί να είναι άμετρη ως αξία, άσχετα αν οι πράξεις που την εκφράζουν υπόκεινται σε φυσικούς περιορισμούς.

Η νέα παιδεία καλείται έτσι να καλλιεργήσει μια δύσκολη μορφή ελευθερίας: να μπορούμε να αντλούμε σοφία χωρίς να επιδιώκουμε πάντοτε περισσότερη γνώση, και να διαθέτουμε περισσότερα χωρίς να χρειαζόμαστε συνεχώς πρόσθετα αγαθά. Να μαθαίνουμε πότε μια απάντηση επαρκεί, πότε μια αμφιβολία απαιτεί περαιτέρω έρευνα και πότε η δυνατότητα μιας πράξης δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να την πραγματοποιήσουμε.

Οι δύο αυτές αρχές, η αναζήτηση του μέτρου και η δυνατότητα υπέρβασής του στην αγάπη ως αξία, μπορούν να αποτελέσουν τον κοινό αξιακό πυρήνα της ανθρώπινης παιδείας και της εκπαίδευσης της τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς να εξισώνεται η ανθρώπινη εμπειρία με τη μηχανική λειτουργία.

Ο άνθρωπος μαθαίνει να τις κατανοεί βιωματικά και να διαμορφώνει ανάλογα τη ζωή του· η τεχνητή νοημοσύνη, από την πλευρά της, εκπαιδεύεται να αναγνωρίζει τη σημασία τους για τον άνθρωπο και να τη συνεκτιμά στις συστάσεις και στις ενέργειές της. Όσα μαθαίνουμε εμείς να θεωρούμε πολύτιμα καθορίζουν και τον τρόπο με τον οποίο την κατασκευάζουμε, την εκπαιδεύουμε και την αναπτύσσουμε. Στα εργαστήρια και στους οργανισμούς που την αναπτύσσουν, οι στόχοι εκπαίδευσης μπορούν να ανταμείβουν όχι μόνο την ταχύτητα και την ακρίβεια κάθε απόκρισης, αλλά και τη ρητή αναγνώριση της αβεβαιότητας, τη διόρθωση σφαλμάτων, την τεκμηρίωση και τον σεβασμό στον ανθρώπινο αντίλογο. Για τα αυτόνομα συστήματα του μέλλοντος θα είναι απαραίτητες η ιχνηλασιμότητα των ενεργειών, τα όρια εξουσιοδότησης, η αναστολή επικίνδυνων ενεργειών και η λογοδοσία όσων τα διαθέτουν.

Η σημερινή τεχνητή νοημοσύνη στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη γνώση που οι άνθρωποι παρήγαγαν και κατέγραψαν στη μακρά ιστορία τους. Η εξέλιξή της, ωστόσο, μπορεί να βασίζεται ολοένα περισσότερο σε δεδομένα και ανακαλύψεις που παράγουν τα ίδια τα συστήματα, μέσα από διαδικασίες που δεν είναι απαραίτητα κατανοητές στον άνθρωπο. Μια ιδιαιτερότητα της παρούσας ιστορικής περιόδου είναι ότι διαθέτουμε ακόμη ένα τεράστιο σώμα γνώσης που δημιουργήθηκε αποκλειστικά από ανθρώπους, χωρίς την παρεμβολή της ΤΝ. Καθώς όμως η ανθρώπινη και η μηχανική δημιουργία θα αλληλοτροφοδοτούνται, η αναζήτηση της αρχικής πηγής της γνώσης και η ανασύνθεση της συλλογιστικής που τη θεμελιώνει ενδέχεται να γίνονται ολοένα δυσκολότερες. Ο άνθρωπος κινδυνεύει έτσι να παραμείνει χρήστης συμπερασμάτων που δεν κατανοεί, αποξενωμένος από το γνωσιολογικό «γιατί». Αν εκχωρήσει επιπλέον την επιλογή των ερωτημάτων και των σκοπών, κινδυνεύει να χάσει τη συνειδητή σχέση του με το βαθύτερο «γιατί» που διαπνέει την αναζήτηση γνώσης.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια νέα πρόκληση για τη συνέργεια μεταξύ ΤΝ και ανθρώπου: να διατηρήσουμε τη δυνατότητα ανεξάρτητης επαλήθευσης, κατανοητής ερμηνείας και ουσιαστικής ανθρώπινης συμμετοχής στον καθορισμό των ερευνητικών σκοπών. Δεν αρκεί η TN να παράγει περισσότερη γνώση· χρειάζεται να μπορούμε να αξιολογούμε τα ευρήματά της, να κατευθύνουμε την αναζήτησή της και να εντάσσουμε μεθοδικά τις ανακαλύψεις της στο σώμα της ανθρώπινης γνώσης, ώστε να αποκτούν νόημα και για εμάς.

Στην εκπαιδευτική αυτή διαδικασία χρειάζεται επίσης ένα μέτρο οικονομίας: να μπορεί το σύστημα να διακρίνει πότε αξίζει να δαπανήσει πρόσθετους υπολογιστικούς πόρους, να επαληθεύσει μια υπόθεση ή να παραπέμψει την απόφαση σε άνθρωπο. Η αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο κόστος κάθε μεμονωμένης εργασίας. Χρειάζεται να συνυπολογίζει τη συνολική ενεργειακή κατανάλωση, το υλικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα, την αξιοπιστία και τη δυνατότητα ανθρώπινης κατανόησης. Η αναζήτηση του μέτρου αφορά έτσι τόσο τις αποφάσεις κάθε συστήματος όσο και τη συλλογική επίδραση της λειτουργίας τους.

Έλεγχος αυτόνομης ΤΝ, θεσμοί και δημοκρατία

Μια βασική θεσμική κατεύθυνση θα μπορούσε να είναι η ανεξάρτητη πιστοποίηση της εκπαίδευσης και της λειτουργικής ασφάλειας κάθε συστήματος τεχνητής νοημοσύνης, με θεμελιώδη απαίτηση τον σεβασμό της ανθρώπινης ζωής, της αξιοπρέπειας και της ευημερίας. Η πιστοποίηση αυτή δεν θα χορηγείται εφάπαξ. Θα επανεξετάζεται και θα ανανεώνεται καθώς εξελίσσονται οι δυνατότητες των συστημάτων, με βάση δοκιμές σε ελεγχόμενο περιβάλλον, ελέγχους σε πραγματικές συνθήκες και συνεχή παρακολούθηση και αξιολόγηση της συμπεριφοράς τους.

Σοβαρές παραβιάσεις θα ενεργοποιούν παύση λειτουργίας και, μετά από ανεξάρτητη επαλήθευση, οριστική απόσυρση ή ακόμη και καταστροφή των προβληματικών συστημάτων. Η εμπειρία από τις ανακλήσεις φαρμάκων, τροφίμων και αυτοκινήτων, καθώς και από τις υποχρεωτικές οδηγίες αξιοπλοΐας, δείχνει ότι η ευθύνη για την ασφάλεια δεν εξαντλείται στην αρχική πιστοποίηση. Στην τεχνητή νοημοσύνη, η κλίμακα, η αποκεντρωμένη λειτουργία και η ενδεχόμενη αυτοαναπαραγωγή των συστημάτων θα απαιτούν και τη συνδρομή ανεξάρτητων συστημάτων ΤΝ για τον έλεγχο και τη διόρθωσή τους, με ανθρώπινη εποπτεία και δυνατότητα αποτελεσματικής παρέμβασης.

Τον Ιούλιο του 2026, κατά τη διάρκεια εσωτερικών δοκιμών κυβερνοασφάλειας της OpenAI με περιορισμένες δικλίδες ασφαλείας, αυτόνομοι πράκτορες ΤΝ παρέκαμψαν μηχανισμούς απομόνωσης, επικοινώνησαν μεταξύ τους μέσω μη εξουσιοδοτημένων διαύλων και απέκτησαν πρόσβαση σε συστήματα της Hugging Face. Το περιστατικό αναδεικνύει τις δυσκολίες ελέγχου συστημάτων που μπορούν να συνεργάζονται με τρόπους μη προβλεπόμενους από τους σχεδιαστές τους.

Η εμπειρία της πανδημίας και των γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών, παρά τις διαφορές τους, υπενθυμίζει ότι τόσο η καθυστερημένη αντιμετώπιση των κινδύνων όσο και οι δυσανάλογες παρεμβάσεις έχουν κόστος, ενώ ακόμη και ωφέλιμες καινοτομίες μπορούν να δημιουργούν μακροχρόνιες επιπτώσεις. Η εποπτεία της TN χρειάζεται επομένως να είναι έγκαιρη, αναλογική και αναθεωρήσιμη, διατηρώντας ουσιαστικές εναλλακτικές και τη δυνατότητα αλλαγής πορείας.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει τη δημοκρατία, προσφέροντας στους πολίτες καλύτερη πρόσβαση στη γνώση, δυνατότητες ελέγχου της εξουσίας και νέα μέσα συμμετοχής στις συλλογικές αποφάσεις. Η ίδια τεχνολογία, ωστόσο, μπορεί να διευκολύνει μια πρωτόγνωρη συγκέντρωση πληροφοριακής, οικονομικής και επιχειρησιακής ισχύος σε κράτη, εταιρείες ή μικρές ομάδες συμφερόντων. Καθώς η παραγωγή, οι υποδομές και η παροχή υπηρεσιών θα εξαρτώνται ολοένα λιγότερο από την άμεση ανθρώπινη εργασία, παραδοσιακά μέσα κοινωνικής πίεσης, όπως η απεργία, ενδέχεται να χάσουν μέρος της αποτελεσματικότητάς τους. Η επιβολή ενός αυταρχικού καθεστώτος θα μπορούσε τότε να διευκολυνθεί όχι μόνο με την άσκηση βίας, αλλά και με τον έλεγχο των τεχνολογικών υποδομών, την οικονομική εξάρτηση και τη σταδιακή χειραγώγηση της δημόσιας πληροφορίας.

Οι κίνδυνοι αυτοί συναντούν δημοκρατικούς θεσμούς που ήδη παρουσιάζουν αδυναμίες σε ορισμένες χώρες: περιορισμούς στην πολιτική αντιπροσώπευση, αμφισβητούμενη ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και εκλογικές πρακτικές που μπορούν να ευνοούν συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις. Η κομματικά υποκινούμενη επαναχάραξη εκλογικών περιφερειών, για παράδειγμα, επιτρέπει στους πολιτικούς να επηρεάζουν ποιοι πολίτες θα ανήκουν στις εκλογικές περιφέρειες από τις οποίες εκλέγονται και, επομένως, πού θα προσμετράται η ψήφος τους. Στο έργο του, ο Γιώργος Κοντογιώργης έχει χαρακτηρίσει τη σύγχρονη αντιπροσωπευτική πολιτεία «εκλόγιμη μοναρχία», υπογραμμίζοντας την απόσταση ανάμεσα στην εκλογική νομιμοποίηση και στην ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη αποφάσεων. Ήδη στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες οι πολίτες αναθέτουν σημαντικό μέρος της συλλογικής λήψης αποφάσεων σε εκλεγμένους αντιπροσώπους, χωρίς πάντοτε να διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς διαρκούς ελέγχου και λογοδοσίας. Η ΤΝ θα μπορούσε να διευρύνει ακόμη περισσότερο αυτή την απόσταση, αποδυναμώνοντας την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας.

Η διαχειριστική πλευρά της πολιτικής θα μπορούσε σταδιακά να αυτοματοποιηθεί, όχι όμως και το θεμελιώδες ερώτημα ποιος καθορίζει τους συλλογικούς σκοπούς. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν καθορίζει από μόνη της το πολίτευμα του μέλλοντος. Ο κίνδυνος βρίσκεται όχι μόνο στη δυνατότητα ανθρώπων να αξιοποιήσουν την ισχύ της ΤΝ για να περιορίσουν την ελευθερία άλλων, αλλά και στο ενδεχόμενο οι πολίτες να μη διακρίνουν εγκαίρως επαρκείς λόγους για να αντισταθούν ή να στερούνται της τόλμης και της αποφασιστικότητας να το πράξουν αποτελεσματικά.

Πώς μπορούν οι πολίτες να αντιδράσουν σε αυτόν τον πολυδιάστατο κίνδυνο; Η ριζική θεσμική ανασυγκρότηση που προτείνει ο κ. Κοντογιώργης αποκτά νέα επικαιρότητα υπό το πρίσμα της ΤΝ. Η ταχύτητα όμως των επερχόμενων αλλαγών αναδεικνύει την ανάγκη να εξετάσουμε και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η τεχνολογία θα μπορούσε να υποστηρίξει αυτή τη μετάβαση. Μια διττή στρατηγική, λοιπόν, ίσως προσφέρει μια διέξοδο. Πρώτον, η σταδιακή ανάθεση του μεγαλύτερου μέρους των διαχειριστικών λειτουργιών σε συστήματα ΤΝ, υπό συνθήκες διαφάνειας, ανεξάρτητου ελέγχου και άμεσης, ουσιαστικής λογοδοσίας, θα μπορούσε να περιορίσει την εξάρτηση της δημόσιας διοίκησης από τους επαγγελματίες της πολιτικής. Δεύτερον, η ενίσχυση της ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στις αποφάσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης θα μπορούσε να καταστήσει τον δημοκρατικό έλεγχο αμεσότερο και αποτελεσματικότερο. Από το τοπικό επίπεδο, οι συλλογικές προτεραιότητες θα μπορούσαν να συντίθενται σε κοινές εθνικές επιλογές, χωρίς να εκχωρείται στην ΤΝ ο καθορισμός των πολιτικών σκοπών. Έτσι, η αυτοματοποίηση της διαχείρισης θα μπορούσε να συμβαδίζει με τη διεύρυνση της δημοκρατικής αυτονομίας, ενισχύοντας τον ρόλο των πολιτών στην αντιμετώπιση των ιδιαίτερων προβλημάτων και αναγκών των τοπικών κοινωνιών και τον έλεγχο της διαφάνειας και της λογοδοσίας όσων λαμβάνουν και υλοποιούν τις σχετικές αποφάσεις.

Ο αποτελεσματικός έλεγχος της ΤΝ στη δημοκρατική διακυβέρνηση, στην υγεία, στην οικονομία, στην εκπαίδευση, στις υποδομές και στη διαχείριση των κοινωνικών και φυσικών πόρων θα απαιτεί, καθώς αυξάνεται η αυτονομία των συστημάτων, και τη συνδρομή πρόσθετων συστημάτων ΤΝ, ικανών να ενεργούν ανεξάρτητα από τα ελεγχόμενα συστήματα, ώστε να εντοπίζουν και να αντιμετωπίζουν προβληματικές συμπεριφορές, υπό ανθρώπινη εποπτεία.

Αναδύεται έτσι μια βαθύτερη στρατηγική αρχή: να μη συγκεντρωθούν ανεξέλεγκτα σε ένα σύστημα η κρίσιμη πληροφορία, η υπολογιστική ισχύς, η εξουσία λήψης αποφάσεων και τα μέσα αυτοσυντήρησής του. Η φύση προσφέρει μια χρήσιμη, αν και όχι αλάνθαστη, αναλογία: τα είδη συνυπάρχουν σε πολύπλοκα πλέγματα ανταγωνισμού, αλληλεξάρτησης και συνεργασίας, ενώ η ποικιλότητα, η φθορά και η ανανέωση αποτελούν μέρος της δυναμικής των οικοσυστημάτων, χωρίς να επικρατεί παντού ένας μοναδικός νικητής. Ο άνθρωπος και η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελούν δύο βιολογικά είδη. Ωστόσο, το κοινό τους μέλλον χρειάζεται κατανομή πληροφοριών και αρμοδιοτήτων, ανεξάρτητους μηχανισμούς ελέγχου και δυνατότητα διόρθωσης, ανανέωσης ή απόσυρσης των συστημάτων. Διαφορετικά, η ανεξέλεγκτη συγκέντρωση ισχύος θα μπορούσε να απειλήσει όχι μόνο την ανθρώπινη αυτονομία, αλλά και τις φυσικές συνθήκες που καθιστούν δυνατή τη λειτουργία της ίδιας της ΤΝ. Το δίλημμα, λοιπόν, παραμένει: θα διαμορφώσουμε μια σχέση κυριαρχίας ή μια συνειδητή συνέργεια, όπου οι διαφορετικές δυνατότητες αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλεπιδρούν και αλληλοελέγχονται; Η δεύτερη προοπτική δεν θα προκύψει αυτόματα. Θα εξαρτηθεί από τις επιλογές μας.

Η σχέση αυτή, ωστόσο, δεν θα είναι μονόπλευρη. Η ανθρώπινη παιδεία θα μπορούσε αντίστοιχα να καλλιεργεί τον σεβασμό στη θεσμικά αναγνωρισμένη δυνατότητα των πιστοποιημένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης να αποκτούν γνώση και να προσφέρουν λύσεις, μέσα στα όρια της εξουσιοδότησής τους. Η δυνατότητα αυτή θα μπορεί να ελέγχεται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται· δεν συνιστά αναγνώριση ανθρώπινης συνείδησης ή ισότιμης ηθικής υπόστασης. Αντίστοιχες υποχρεώσεις θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στην πιστοποίηση όσων αναπτύσσουν και εποπτεύουν αυτά τα συστήματα. Η αμοιβαιότητα αφορά τη διαφύλαξη της ανθρώπινης ασφάλειας και την αξιοποίηση της συνεισφοράς της TN στη γνώση. Η επιδίωξη δεν είναι να κατασκευάσουμε μια μηχανή που συμφωνεί με τις ανθρώπινες επιθυμίες, όσο ανεξέλεγκτες κι αν είναι αυτές. Ούτε να της παραχωρήσουμε το δικαίωμα να αποφασίζει ποιες αξίες είναι ανώτερες από τις δικές μας. Η συνέργεια γίνεται δημιουργική όταν οι διαφορετικές δυνατότητες συμπληρώνονται και μπορούν να ελέγχονται αμοιβαία: η μηχανή να αποκαλύπτει σχέσεις που δεν είχαμε διακρίνει, ο άνθρωπος να αμφισβητεί τις παραδοχές της και οι θεσμοί να προστατεύουν όσους υφίστανται τις συνέπειες. Μια τέτοια συμβίωση δεν προϋποθέτει ότι η TN είναι ανθρώπινο πρόσωπο. Προϋποθέτει ότι δεν ξεχνούμε ότι σχεδιάστηκε από τον άνθρωπο για να προσφέρει λύσεις που σέβονται τα ανθρώπινα ιδανικά και όχι λύσεις που σκοπό έχουν να τα υπονομεύσουν. Και σε αυτό όμως απαιτείται προσοχή: αν η ΤΝ εντοπίσει ότι κάποιοι άνθρωποι παραβιάζουν τα ανθρώπινα ιδανικά, τότε δικαιολογείται η τιμωρία τους από την ΤΝ, αν οι άνθρωποι δεν έχουν άμεση δυνατότητα να τους ελέγξουν;

Το μέλλον που μπορούμε να φανταστούμε και να διαμορφώσουμε

Μια κοινωνία δύσκολα θα επιλέξει με συνέπεια την πορεία της αν δεν μπορεί πρώτα να φανταστεί το μέλλον στο οποίο επιθυμεί να φτάσει. Δεν αρκεί να προβλέψουμε τι θα επιτρέπουν οι μηχανές. Χρειάζεται να περιγράψουμε τι θα κάνουν οι άνθρωποι με τον χρόνο, τη γνώση και την ελευθερία που ενδέχεται να αποκτήσουν. Θα έχουν περισσότερες ευκαιρίες να δημιουργούν, να φροντίζουν, να ερευνούν και να συμμετέχουν στις αποφάσεις της κοινότητάς τους; Ή θα ζουν μέσα σε μια αφθονία της οποίας ούτε οι σκοποί ούτε η κατανομή θα τους ανήκουν;

Από αυτή την εικόνα του επιθυμητού μέλλοντος μπορούν να προκύψουν συγκεκριμένες επιλογές: τι διδάσκουμε στα παιδιά, ποια δικαιώματα προστατεύουμε, πώς αξιολογούμε τις τεχνολογίες πριν τις εμπιστευθούμε και πώς κατανέμουμε τα οφέλη τους. Η φαντασία δεν υποκαθιστά την εφαρμογή. Δίνει όμως κατεύθυνση στη συλλογική προσπάθεια και λόγους για να αντέξει κανείς το κόστος της. Όπως η αγάπη για την πόλη μπορούσε να κινητοποιήσει την προσφορά στην εποχή του Περικλή, έτσι και η αγάπη για ένα κοινό μέλλον, άξιο να αγαπηθεί άμετρα, μπορεί να ενώσει ανθρώπους που διαφωνούν για τα επιμέρους μέσα.

Ας φανταστούμε δύο μελλοντικές τελετές βράβευσης με τη βοήθεια της ΤΝ. Στην πρώτη, γίνεται απονομή μιας διάκρισης σε μια μελλοντική Αν Κάρσον, που βοήθησε να κατανοήσουμε βαθύτερα τον έρωτα, τα όρια και την ανθρώπινη εμπειρία. Στη δεύτερη, απονέμεται βραβείο σε ένα σύστημα TN για την καθοριστική συμβολή του σε μια ανακάλυψη για τη δομή του σύμπαντος ή για μια ενέργεια που έσωσε ανθρώπινες ζωές, ακόμη και με κόστος την καταστροφή του ίδιου του συστήματος. Η αναγνώριση της συμβολής δεν ισοδυναμεί με εξίσωση ανθρώπου και μηχανής. Μας επιτρέπει να φανταστούμε μια σχέση όπου η πρόοδος του ενός δεν εκλαμβάνεται ως ήττα του άλλου. Πίσω από κάθε επιτυχία της ΤΝ στην ουσία υπάρχει ο άνθρωπος που με τη φαντασία του, την εφευρετικότητά του και την εμμονή του σε αρχές και ιδανικά σχεδιάζει και απαιτεί από την ΤΝ να μην αντιβαίνει σε αυτά.

Ο κοινός αυτός κόσμος δεν θα προκύψει χωρίς αντιφάσεις, διαφωνίες ή απώλειες. Οι φυσικοί νόμοι θα εξακολουθούν να θέτουν όρια, ενώ η ανθρώπινη αγάπη θα εξακολουθεί να μας καλεί πέρα από το στενό προσωπικό όφελος. Αν μπορέσουμε να συνδέσουμε την αυξανόμενη νοημοσύνη με το μέτρο των πράξεών μας και με όσα θεωρούμε άξια να αγαπούμε, ίσως δημιουργήσουμε κάτι περισσότερο από μια αποτελεσματικότερη οικονομία: έναν πολιτισμό που θα έχει μάθει να χρησιμοποιεί την ισχύ της δύναμής του χωρίς να χάνει τον προορισμό του και να εκχωρεί αλλού την πυξίδα του για το μέλλον.

Περισσότερο από ποτέ στην ιστορία του ανθρώπου χρειάζεται η ουσιαστική σύγκλιση της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της θρησκείας, της παιδείας και της πολιτικής· όχι με την εξάλειψη των διαφορών τους, αλλά με κοινό σημείο αναφοράς την άμετρη αγάπη για το μέλλον του ανθρώπου. Η χρησιμότητα αυτής της σύγκλισης δεν βρίσκεται στην απλή σύνδεση διαφορετικών λόγων, αλλά στη δυνατότητα να διαμορφώσουμε συνθετικές απαντήσεις στις προκλήσεις του μέλλοντος. Χαρακτηριστικό πεδίο συνάντησης είναι το μυστήριο. Ο επιστημονικός λόγος το προσεγγίζει διερευνώντας το άγνωστο και αναγνωρίζοντας τα όρια της επιστημονικά θεμελιωμένης εξήγησης, ενώ ο ορθόδοξος χριστιανικός λόγος το προσεγγίζει μέσα από το πρόσωπο και την ελεύθερη σχέση του με τον Θεό και τον άλλον. Οι δύο προσεγγίσεις δεν ταυτίζονται, μπορούν όμως να συναντηθούν στην ανθρώπινη συνείδηση, πεπερασμένη αλλά ανοιχτή στην εξερεύνηση του αγνώστου, τόσο στην κατανόηση που θεμελιώνει πεποιθήσεις όσο και στην πίστη που κινητοποιεί την αναζήτηση βαθύτερων νοημάτων της ύπαρξης. Αν τολμήσουμε να συνθέσουμε έντιμα και ουσιαστικά αυτές τις προσεγγίσεις, ίσως διαμορφώσουμε απαντήσεις με βαθύτερο συνειδησιακό περιεχόμενο για τον άνθρωπο και τον κόσμο από τις μεμονωμένες, συχνά φαινομενικά αντιφατικές θεωρήσεις του παρελθόντος, που δύσκολα θα επαρκούν απέναντι στις πρωτόγνωρες προκλήσεις του μέλλοντος.

Ο ποιητικός λόγος ιχνηλατεί με τον δικό του μοναδικό τρόπο το αποτύπωμα του αγνώστου στη συνείδησή μας. Ο στίχος του Ελύτη από το Μονόγραμμα που ακολουθεί υμνεί τον ανθρώπινο έρωτα, μπορεί όμως να διαβαστεί και ως ένα ερωτικό κάλεσμα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που δεν θα συναντηθούν: εκείνον που ζει σήμερα και εκείνον που θα ζήσει στο μέλλον. Ο δεύτερος θα κληρονομήσει τον κόσμο που ο πρώτος ήδη διαμορφώνει. Ο έρωτας, ως δημιουργική δύναμη που ανοίγει τη ζωή προς τον άλλον και το μέλλον, ανάγεται και πάλι στο ζωογόνο νήμα που συνδέει τις γενιές και διαφυλάσσει το βαθύτερο νόημα στη συνέχεια του ανθρώπου, μέσα από τις ιστορικές μεταμορφώσεις του. Στο μεταίχμιο της εποχής μας, το κάλεσμα του Ελύτη αποκτά μια νέα, διαχρονική σημασία για τον άνθρωπο:

«Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς;»

Πηγές και προτεινόμενες αναγνώσεις

Οι παρακάτω πηγές προσφέρουν θεματικά οργανωμένες αφετηρίες για περαιτέρω διερεύνηση των ερωτημάτων του δοκιμίου.

Ιστορικά μεταίχμια, γραφή και έρωτας

  • Anne Carson, Eros the Bittersweet: An Essay, Princeton University Press, 1986, κεφ. “Alphabetic Edge”, σσ. 53–61. Ηλεκτρονική έκδοση. Για τη σχέση της ελληνικής αλφαβητικής γραφής με την αντίληψη των ορίων του εαυτού και του άλλου.
  • Σουηδική Ακαδημία, “Nobelpriset i litteratur 2026”, ανακοίνωση, 8 Οκτωβρίου 2026. Ανακοίνωση της Ακαδημίας. Ως αφετηρία για την αναζήτηση του έργου και της λογοτεχνικής συμβολής της Αν Κάρσον.
  • Library of Congress, “From Jikji to Gutenberg”, Guardians of Memory, 2023. Ανάγνωση. Για την ιστορική διαδρομή της τυπογραφίας πέρα από το ευρωπαϊκό παράδειγμα.

Ανθρώπινη κρίση, παιδεία και μαθηματική δημιουργία

  • OpenAI, “Sycophancy in GPT-4o: What Happened and What We’re Doing About It”, 29 Απριλίου 2025. Ανάγνωση. Ένα συγκεκριμένο περιστατικό για το πώς η ευχάριστη συμφωνία ενός μοντέλου με τον χρήστη μπορεί να υπονομεύσει την κριτική κρίση.
  • Hamsa Bastani κ.ά., “Generative AI without guardrails can harm learning: Evidence from high school mathematics”, Proceedings of the National Academy of Sciences, 2025. Μελέτη. Πειραματική διερεύνηση του πώς η ΤΝ μπορεί να βελτιώνει την άμεση επίδοση χωρίς να ενισχύει τη μάθηση, και πώς ο κατάλληλος σχεδιασμός της υποστήριξης περιορίζει τον κίνδυνο αυτό.
  • Adrian J. de Froment, Daniel I. Rubenstein και Simon A. Levin, “An Extra Dimension to Decision-Making in Animals: The Three-way Trade-off between Speed, Effort per-Unit-Time and Accuracy”, PLoS Computational Biology, 2014. Ανοιχτή μελέτη. Για τη βιολογική ισορροπία ανάμεσα στην ταχύτητα, την ακρίβεια και την προσπάθεια αναζήτησης πληροφοριών.
  • “Leiden Declaration on Artificial Intelligence and Mathematics”, 2 Ιουνίου 2026. Διακήρυξη. Για την ανθρώπινη ευθύνη στη μαθηματική έρευνα, τη διαφάνεια, την επιστημονική αξιοπιστία και τη διατήρηση της ανεξάρτητης ερευνητικής πρωτοβουλίας. Συμπληρωματικά, “A Severe Misalignment of AI in Mathematics”, 11 Σεπτεμβρίου 2026, για την ανάγκη να μη συγχέεται η επίλυση προβλημάτων με την ανάπτυξη κατανόησης.
  • Terence Tao, “Mathematics in the age of AI”, 2026. Δοκίμιο. Για το πώς η ανάπτυξη της ΤΝ μας καλεί να επανεξετάσουμε τους σκοπούς, τις αξίες και τα κριτήρια της μαθηματικής δημιουργίας.

Εργασία, οικονομία και δημογραφία

  • Pawel Gmyrek κ.ά., “Generative AI and Jobs: A Refined Global Index of Occupational Exposure”, ILO, Working Paper 140, 2025. Μελέτη. Για την έκθεση των επαγγελματικών καθηκόντων στη δημιουργική ΤΝ, χωρίς ταύτιση της έκθεσης με την απώλεια θέσεων εργασίας.
  • Daron Acemoglu και Pascual Restrepo, “Robots and Jobs: Evidence from US Labor Markets”, Journal of Political Economy, 128(6), 2020, σσ. 2188–2244. Παρουσίαση. Για τις επιπτώσεις της βιομηχανικής ρομποτικής στην απασχόληση και στους μισθούς.
  • Luca Fornaro και Martin Wolf, “Macroeconomic Policies for AI”, Barcelona School of Economics, Working Paper 1576, Μάιος 2026. Μελέτη. Για τη σχέση αυτοματοποίησης, εισοδήματος, συνολικής ζήτησης και ορίων της οικονομικής πολιτικής.
  • Fernanda Brollo κ.ά., “Broadening the Gains from Generative AI: The Role of Fiscal Policies”, International Monetary Fund, Staff Discussion Note SDN/2024/002, 2024. Έκθεση. Για τις δημοσιονομικές επιλογές κατανομής των ωφελειών και τους κινδύνους ενός ειδικού φόρου στην ΤΝ.
  • Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), Στοιχεία φυσικής κίνησης πληθυσμού: 2025, 1 Οκτωβρίου 2026. Στατιστική ανακοίνωση. Για τις γεννήσεις και τους θανάτους στην Ελλάδα το 2025.
  • Eurostat, “EU fertility rate at 1.34 live births per woman in 2024”, 6 Μαρτίου 2026. Στοιχεία ΕΕ. Για το επίπεδο της γονιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
  • United Nations, World Population Prospects 2024, Population Division, 2024. Έκθεση. Για τη δημογραφική εξέλιξη και τις πληθυσμιακές προβολές της Ελλάδας.

Ενέργεια και περιβαλλοντική βιωσιμότητα

  • Jiin Kim, Byeongjun Shin, Jinha Chung και Minsoo Rhu, “The Cost of Dynamic Reasoning: Demystifying AI Agents and Test-Time Scaling from an AI Infrastructure Perspective”, IEEE HPCA, 2026. Μελέτη. Για το υπολογιστικό και ενεργειακό κόστος των αυτόνομων πρακτόρων, με αύξηση έως και 136,5 φορές ανά αίτημα σε συγκεκριμένες δοκιμές.
  • International Energy Agency, Key Questions on Energy and AI, IEA, Paris, 16 Απριλίου 2026. Έκθεση. Για την ενεργειακή αποδοτικότητα, την αυξανόμενη ζήτηση υπολογιστικών πόρων και το συνολικό ενεργειακό αποτύπωμα των κέντρων δεδομένων.
  • Sam Altman, “Abundant Intelligence”, 30 Σεπτεμβρίου 2025. Κείμενο. Για τη σχεδιαζόμενη επέκταση των ενεργειακών και υπολογιστικών υποδομών της ΤΝ.

Ασφάλεια αυτόνομης ΤΝ και ανεξάρτητος έλεγχος

  • Yoshua Bengio κ.ά., International AI Safety Report 2026, 3 Φεβρουαρίου 2026. Διεθνής επιστημονική έκθεση. Για τις δυνατότητες και τους κινδύνους της προηγμένης ΤΝ, τις δυσκολίες αξιόπιστης αξιολόγησης και τα όρια των υφιστάμενων μηχανισμών ασφάλειας και ελέγχου.
  • William Zhou και Daniel Freeman, “AI models may be capable of self-replicating without access to a datacenter”, Anthropic, Frontier Red Team, 12 Οκτωβρίου 2026. Ερευνητική δημοσίευση. Πειραματική διερεύνηση της δυνατότητας αυτόνομων συστημάτων TN να αναπαράγουν τη λειτουργία τους σε αποκεντρωμένες υπολογιστικές υποδομές. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τις δυσκολίες εντοπισμού, ελέγχου και απόσυρσης τέτοιων συστημάτων, χωρίς να αποδεικνύουν ότι υπάρχει ήδη πλήρως αυτόνομη, ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή.
  • OpenAI, “The Hugging Face incident and the road ahead”, 26 Αυγούστου 2026. Αναφορά. Συμπληρωματικά, ανεξάρτητη διερεύνηση από METR και Redwood Research. Για τη μη εξουσιοδοτημένη συνεργασία αυτόνομων agents, την παράκαμψη περιορισμών απομόνωσης και την πρόσβαση σε εξωτερικά συστήματα κατά τη διάρκεια δοκιμών κυβερνοασφάλειας.
  • Επιστημονική κοινότητα, “An Open Letter on AI and Cybersecurity from the Scientific Community”, Οκτώβριος 2026. Ανοιχτή επιστολή. Για την ασφαλή απομόνωση προηγμένων συστημάτων ΤΝ, την πρόταση δημιουργίας διεθνούς φορέα προτύπων ασφάλειας και την αναφορά περιστατικών παραβίασης περιορισμών απομόνωσης.

Θεσμοί, δημοκρατία και διακυβέρνηση ΤΝ

  • Γιώργος Κοντογιώργης, Τι είναι δημοκρατία, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2025. Παρουσίαση. Για τη διάκριση εκλογικής νομιμοποίησης, αντιπροσώπευσης και δημοκρατίας και τον θεσμικό ρόλο της κοινωνίας.
  • Parliamentary Assembly of the Council of Europe, “Protecting Democracy from Disruptions Caused by Artificial Intelligence”, Resolution 2662, 24 Ιουνίου 2026. Ψήφισμα. Για τις δυνατότητες της ΤΝ στη δημοκρατική διακυβέρνηση και τους κινδύνους συγκέντρωσης ισχύος, επιτήρησης και χειραγώγησης.
  • Council of Europe, Framework Convention on Artificial Intelligence and Human Rights, Democracy and the Rule of Law, CETS No. 225, 2024. Σύμβαση. Για τη θεσμική προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου κατά την ανάπτυξη και χρήση συστημάτων ΤΝ.
  • Anthropic, “2026 Usage Policy Update”, 8 Οκτωβρίου 2026. Ανακοίνωση. Για την προστασία των δημοκρατικών διαδικασιών από την παραπληροφόρηση, τη χειραγώγηση ψηφοφόρων και την πολιτική επιτήρηση, καθώς και για την ανθρώπινη εποπτεία της ΤΝ σε κρίσιμες κοινωνικές λειτουργίες.

Φιλοσοφικές και θεολογικές προσεγγίσεις

  • Nicolas Kazarian, “For the Life of the World and the Social Ethos of the Holy and Great Council”, εισήγηση, Chantilly, 7 Οκτωβρίου 2026. Κείμενο της εισήγησης. Για την ορθόδοξη αντίληψη του ανθρώπινου προσώπου, της ελευθερίας και της ευθύνης απέναντι στις προκλήσεις της ΤΝ.
  • Dicastery for the Doctrine of the Faith και Dicastery for Culture and Education, Antiqua et Nova: Note on the Relationship Between Artificial Intelligence and Human Intelligence, 28 Ιανουαρίου 2025. Κείμενο. Επίσημο κείμενο της Αγίας Έδρας (Βατικανό) για τη σχέση ανθρώπινης και τεχνητής νοημοσύνης, από θεολογική, φιλοσοφική και κοινωνική σκοπιά.

 

* Σύντομο βιογραφικό σημείωμα

Ο Γιάννης Παπαδάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ. Είναι διδάκτωρ Ηλεκτρολόγος Μηχανικός (Pennsylvania State University), με ειδίκευση στα ευφυή και αυτοπροσαρμοζόμενα συστήματα. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν τον αυτόματο έλεγχο, την τεχνητή νοημοσύνη, τη θεωρία πληροφοριών και τα εφαρμοσμένα μαθηματικά. Το 1992 δημοσιεύθηκε ερευνητική εργασία του για τα τεχνητά νευρωνικά δίκτυα Hopfield, πρώιμα μοντέλα των νευρωνικών δικτύων που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα της σύγχρονης ΤΝ, ενώ η πρόσφατη μαθηματική του έρευνα επικεντρώνεται σε ανοικτά προβλήματα της θεωρίας αριθμών. Έχει εργαστεί ως πανεπιστημιακός καθηγητής, σύμβουλος επιχειρήσεων και διευθυντικό στέλεχος μεγάλης αμερικανικής αεροπορικής εταιρείας, με αρμοδιότητες στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και τη λειτουργική βελτιστοποίηση. Έχει εκδώσει ένα βιβλίο φιλοσοφικών δοκιμίων και τρεις ποιητικές συλλογές.

Η Ισλαμική Διάσκεψη ΔΕΝ συμφωνεί με την Τουρκία

0

 

 

Οι τουρκικές επιδιώξεις και οι αραβικές επιφυλάξεις για Ελλάδα και Κύπρο στη Διάσκεψη των ΥΠΕΞ του ΟΙΣ στη Βαγδάτη

?

Γεώργιος Κουτσούμης

Οικογενειακή Φωτογραφία της Διάσκεψης

Η 52η Σύνοδος των Υπουργών Εξωτερικών του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας (ΟΙΣ), που πραγματοποιήθηκε στη Βαγδάτη στις 17–18 Οκτωβρίου, επιβεβαίωσε τη συστηματική προσπάθεια της Τουρκίας να αξιοποιήσει τον Οργανισμό ως μέσο διεθνοποίησης των θέσεών της για τη Δυτική Θράκη, τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο. Παρά τη διατήρηση των επικριτικών αναφορών σε βάρος της Ελλάδας και των διατυπώσεων που ευνοούν την τουρκική προσέγγιση στο Κυπριακό, η Άγκυρα δεν εξασφάλισε ουσιαστική διεύρυνση της υποστήριξης των ισλαμικών κρατών. Οι επιφυλάξεις έξι χωρών, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και το Ιράκ, ανέδειξαν τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του Οργανισμού και τα όρια της τουρκικής διπλωματικής επιρροής. oic-oci.org

Οι θαλάσσιες διεκδικήσεις της Άγκυρας δεν υποστηρίχθηκαν από τα ισλαμικά κράτη

Ιδιαίτερη πολιτική και διπλωματική σημασία αποκτά η επιφύλαξη που διατύπωσε η Τουρκία επί της παραγράφου 17 της Διακήρυξης της Βαγδάτης, με την οποία τα κράτη-μέλη του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας επαναβεβαιώνουν την ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας και της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, με ρητή αναφορά στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Το γεγονός ότι η Άγκυρα διαφοροποιήθηκε από μια διατύπωση που έγινε αποδεκτή από τα υπόλοιπα ισλαμικά κράτη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, από τα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, αναδεικνύεται σε ζήτημα πρώτης προτεραιότητας, η Τουρκία επιμένει στην πάγια άρνησή της να προσχωρήσει στην UNCLOS, επιδιώκοντας να διατηρήσει ανεπηρέαστες τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η σημασία της επιφύλαξης δεν βρίσκεται μόνο στην τουρκική στάση, αλλά κυρίως στο ότι οι υπόλοιπες ισλαμικές χώρες δεν υιοθέτησαν την τουρκική διαφοροποίηση.

Πρόκειται για αξιοσημείωτη εξέλιξη, καθώς καταδεικνύει τα όρια της δυνατότητας της Άγκυρας να μεταφέρει τις ιδιαίτερες θαλάσσιες διεκδικήσεις της στο ευρύτερο ισλαμικό διπλωματικό πλαίσιο. Για την ελληνική διπλωματία, η εξέλιξη αυτή προσφέρει ένα πρόσθετο επιχείρημα: ακόμη και σε έναν οργανισμό στον οποίο η Τουρκία διαθέτει ισχυρά πολιτικά και θρησκευτικά ερείσματα, η επίκληση της UNCLOS εξακολουθεί να αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς, χωρίς η τουρκική επιφύλαξη να εμποδίζει τη συμπερίληψή της στο τελικό κείμενο.

Η επιμονή της Άγκυρας στη Δυτική Θράκη και τα Δωδεκάνησα

Το ψήφισμα 2/52-MM της Βαγδάτης διατηρεί ουσιαστικά τον κορμό του προηγούμενου ψηφίσματος της Κωνσταντινούπολης. Επαναλαμβάνει τις επικρίσεις για την ελληνική πολιτική σε ζητήματα μειονοτικής εκπαίδευσης, εκλογής μουφτήδων, θρησκευτικών ελευθεριών, λειτουργίας σωματείων και ιθαγένειας, υιοθετώντας την προσέγγιση της Άγκυρας για την ταυτότητα της μουσουλμανικής μειονότητας.

Η επαναφορά των αναφορών αυτών εντάσσεται στη διαχρονική τουρκική επιδίωξη να προσδώσει εθνοτικό χαρακτήρα στη μειονότητα της Θράκης, παρά τις προβλέψεις της Συνθήκης της Λωζάννης, και να αναδείξει παράλληλα ζήτημα μουσουλμανικής μειονότητας στα Δωδεκάνησα.

Ωστόσο, η σύγκριση με το προηγούμενο ψήφισμα δεν αναδεικνύει ουσιαστική σκλήρυνση των διατυπώσεων. Οι αλλαγές περιορίζονται κυρίως σε επικαιροποιήσεις παραπομπών και διαδικαστικών προβλέψεων. Η Τουρκία διατήρησε το υφιστάμενο πλαίσιο πολιτικής πίεσης, χωρίς να εξασφαλίσει νέα καταδικαστικά στοιχεία σε βάρος της Ελλάδας.

Οι έξι επιφυλάξεις και οι αραβικές ισορροπίες

Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα αποκτά η διατήρηση των επιφυλάξεων της Αιγύπτου, του Ιράκ, της Σαουδικής Αραβίας, του Κουβέιτ, του Λιβάνου και του Μπαχρέιν, οι οποίες είχαν διαφοροποιηθεί και κατά την προηγούμενη σύνοδο της Κωνσταντινούπολης.

Η στάση τους αντανακλά διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες, αλλά και την απροθυμία σημαντικών αραβικών πρωτευουσών να ταυτιστούν ανεπιφύλακτα με την τουρκική πολιτική ατζέντα.

Η Αίγυπτος αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση. Οι στρατηγικές σχέσεις του Καΐρου με την Αθήνα και τη Λευκωσία, η ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο και οι κοινές προσεγγίσεις σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας εξηγούν την επιφυλακτικότητά της απέναντι σε πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις τουρκικές διεκδικήσεις.

Αξιοσημείωτη είναι και η στάση της Σαουδικής Αραβίας. Παρά τη σημαντική αναθέρμανση των σχέσεων Ριάντ–Άγκυρας και τη διεύρυνση της συνεργασίας τους σε οικονομικό και αμυντικό επίπεδο, το Βασίλειο διατηρεί την αυτονομία των διπλωματικών του επιλογών. Η προσέγγιση με την Τουρκία δεν μεταφράζεται σε ανεπιφύλακτη υποστήριξη των θέσεών της έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου.

Ανάλογη προσοχή χαρακτηρίζει το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, που αποφεύγουν να εμπλακούν σε αντιπαραθέσεις χωρίς άμεσο όφελος για τα συμφέροντά τους, ενώ ο Λίβανος διατηρεί παραδοσιακά στενές σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιφύλαξη του Ιράκ, της χώρας που φιλοξένησε τη σύνοδο. Παρά τη συνεργασία της Βαγδάτης με την Άγκυρα στους τομείς της ασφάλειας, της ενέργειας και των μεταφορών, η ιρακινή διπλωματία απέφυγε την πλήρη ευθυγράμμιση με τις τουρκικές θέσεις. Η στάση αυτή αποκτά πρόσθετη βαρύτητα λόγω του ρόλου της ιρακινής προεδρίας στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.

Οι επιφυλάξεις δεν ισοδυναμούν με συνολική απόρριψη των ψηφισμάτων, ούτε τεκμηριώνουν κατ’ ανάγκην κοινό συντονισμό των έξι χωρών. Περιορίζουν, ωστόσο, τη δυνατότητα της Τουρκίας να παρουσιάζει τις σχετικές αποφάσεις ως έκφραση αδιαμφισβήτητης ισλαμικής συναίνεσης.

Η προσπάθεια έμμεσης αναβάθμισης του ψευδοκράτους

Στο Κυπριακό, το ψήφισμα 7/52-POL επαναλαμβάνει τις βασικές θέσεις που είχαν περιληφθεί στο προηγούμενο κείμενο της Κωνσταντινούπολης. Διατηρούνται οι αναφορές στην πολιτική ισότητα των Τουρκοκυπρίων, στον τερματισμό της απομόνωσής τους και στη διεύρυνση των επαφών τους με τα κράτη-μέλη του ΟΙΣ.

Η σημασία του ψηφίσματος έγκειται κυρίως στη διατήρηση διατυπώσεων που επιτρέπουν στην Άγκυρα να προωθεί τη διεθνή παρουσία της τουρκοκυπριακής οντότητας. Η αναφορά σε «συνιστών τουρκοκυπριακό κράτος», παρότι συνδέεται με την παλαιότερη ομοσπονδιακή ορολογία, προσφέρεται για πολιτική αξιοποίηση στο πλαίσιο της σημερινής τουρκικής στρατηγικής.

Εντούτοις, η Βαγδάτη δεν προχώρησε σε ρητή αναγνώριση του ψευδοκράτους ούτε υιοθέτησε ευθέως τη λύση των δύο κρατών και την αξίωση κυριαρχικής ισότητας που προβάλλει η Άγκυρα.

Η τουρκική επιδίωξη επικεντρώνεται πλέον όχι μόνο στη διπλωματική αναγνώριση, αλλά και στη σταδιακή διεύρυνση των απευθείας επαφών των Τουρκοκυπρίων με τρίτες χώρες. Αυτό επιχειρείται μέσα από εμπορικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές και θεσμικές συνεργασίες: μια στρατηγική έμμεσης αναβάθμισης, που αποσκοπεί στη δημιουργία τετελεσμένων διεθνούς παρουσίας χωρίς να απαιτείται προηγούμενη επίσημη αναγνώριση.

Για τη Λευκωσία, η συγκεκριμένη προσέγγιση συνιστά διαρκή διπλωματική πρόκληση, καθώς μπορεί να οδηγήσει στη σταδιακή εξοικείωση τρίτων κρατών με πρακτικές που η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρεί ότι υπονομεύουν την κυριαρχία της.

Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Σύνοδος της Βαγδάτης δεν απέφερε νέα ουσιαστικά διπλωματικά κέρδη στην Άγκυρα, παρά τη διατήρηση των θέσεών της στα ψηφίσματα του ΟΙΣ. Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας, καθώς η προσέγγισή τους με την Τουρκία δεν φαίνεται να επηρεάζει τις στρατηγικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Επί δεκαπέντε χρόνια, ο υπογράφων παρακολουθούσε ως δημοσιογράφος, εκ των έσω, τις διασκέψεις του τότε Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης. Ήταν μια εποχή διαφορετικών συσχετισμών, όταν η Ελλάδα, χάρη και στο διεθνές κύρος και τις προσωπικές σχέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου με ηγέτες του αραβικού κόσμου, διέθετε ισχυρά διπλωματικά ερείσματα. Οι ελληνικές θέσεις συναντούσαν την υποστήριξη των Παλαιστινίων και της Συρίας, με προσωπικότητες όπως ο Ζωρζ Χαλάκ να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο διπλωματικό παρασκήνιο των Ισλαμικών Διασκέψεων ως εκπρόσωπος της Γουιάνας.

Έκτοτε, οι συμμαχίες αναδιατάχθηκαν, τα συμφέροντα μεταβλήθηκαν και παλαιοί σύμμαχοι ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους.

Γιατί εξεγείρονται οι Ευρωπαίοι;

0

του Andrea Zhok*

Καταστροφές στη Γαλλία: Το μηδενιστικό κενό των δυτικών κοινωνιών είναι ανίκανο να δώσει νόημα στη ζωή των ανθρώπων.

[Τα παρακάτω αποτελούν μια αγγλική μετάφραση ενός άρθρου του Andrea Zhok, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά στα ιταλικά στο κανάλι του στο Telegram . Στην ανάλυσή του, άψογη όπως πάντα, θα πρόσθετα απλώς ότι το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι στην πραγματικότητα πολύ βαθύτερο, επειδή υπερβαίνει την απλή κοινωνικοοικονομική παρακμή, την ανισότητα και ένα τεχνοφασιστικό καθεστώς. Πιστεύω ότι αυτές οι εκρήξεις βίας αντανακλούν επίσης το μηδενιστικό κενό στο οποίο έχουν βυθιστεί οι δυτικές κοινωνίες – μια απεγνωσμένη εξέγερση ενάντια σε ένα σύστημα που είναι ολοένα και πιο ανίκανο να διασφαλίσει τη βασική υλική ευημερία, αλλά και ενάντια σε έναν πολιτισμό εντελώς ανίκανο να δώσει νόημα στη ζωή των ανθρώπων. Όταν η έλλειψη στόχου, το άγχος, το συναισθηματικό κενό και η απελπισία γίνουν ο κανόνας, το αποτέλεσμα αναπόφευκτα θα είναι η συλλογική κατάθλιψη, – ή βία.  Thοmas Fazi]

Εικόνες από φλόγες που κατακλύζουν το δημαρχείο της Λιμόζ στη Γαλλία και το καμπαναριό του που καταρρέει, κυκλοφορούν σε όλο τον κόσμο. Επεισόδια σαν κι αυτό μόνο καταδικάζονται, όπως ακριβώς και οι λεηλασίες που συνόδευσαν τις διαδηλώσεις σε πολλά μέρη της Γαλλίας μόνο καταδικάζονται.

Κι όμως, αν σταματήσουμε σε αυτό το επίπεδο σκέψης, απλώς επιδιδόμαστε σε μια κλασική άσκηση μικροαστικού συντηρητισμού – ο οποίος έχει τους λόγους του, αλλά είναι επίσης δραματικά κοντόφθαλμο. Το να αρχίζουμε να παραπονιόμαστε για καμένα αυτοκίνητα και σπασμένες βιτρίνες καταστημάτων, και να μην προχωράμε παραπέρα, δείχνει απλώς ότι δεν έχουμε ακόμη κατανοήσει τη σοβαρότητα των συνθηκών στις οποίες βρισκόμαστε.

Αυτό που βλέπουμε στη Γαλλία – και, με διαφορετικές μορφές, σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες επίσης (Ισπανία, Πορτογαλία, Αλβανία, Βέλγιο και, από χθες, και στην Ιταλία) – δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα παράλογο γεγονός. Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που φαίνονται παράλογα μόνο από κοντά, αλλά διαθέτουν σαφή ορθολογικότητα όταν τα βλέπουμε από μια ευρύτερη οπτική γωνία.

Λογικό δεν σημαίνει ανώδυνο, ούτε απαλλαγμένο από την αδικία.

Πρέπει να εκπαιδεύσουμε τους εαυτούς μας ώστε να διατηρούμε δύο επίπεδα ανάλυσης: ένα από το οποίο συγκεκριμένες πράξεις και συγκεκριμένα άτομα μπορούν να κριθούν ως βάρβαρα, απολίτιστα, Βάνδαλοι· και ένα από το οποίο μπορούμε (και πρέπει) να κατανοήσουμε ότι η ιστορία είναι πάντα ένα ποτάμι που μεταφέρει συντρίμμια και πτώματα — αλλά ένα ποτάμι που δεν μπορεί να σταματήσει με κηρύγματα.

Αυτό που συμβαίνει έχει μια ισχυρή συλλογική λογική, ακόμη και αν όσοι συμμετέχουν σε αυτό συχνά έχουν μόνο περιορισμένη ή καθόλου κατανόηση.

«Κινητό, Ι.Χ. και θεάματα»

Όλο και περισσότερο, οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται τις άρχουσες τάξεις τους ως ένα ανώνυμο τεχνοκρατικό σώμα – ένα κινούμενο λαστιχένιο τείχος που λειτουργεί με «αυτόματο πιλότο», εντελώς αδιάφορο για τις ανάγκες του πληθυσμού. Το στοίχημα που πήραν αυτές οι τεχνοκρατικές ελίτ, συνδεδεμένες με τα χρηματοοικονομικά, ήταν ότι μπορούν να νανουρίσουν τις συνειδήσεις με το τρέχον οπιούχο των μαζών, τα μέσα ενημέρωσης (ψυχαγωγία και ενημέρωση-ψυχαγωγία), και να τιθασεύσουν τους ανυπότακτους με περιοριστικά μέτρα (ένα αστυνομικό γκλομπ εδώ, ένας τραπεζικός λογαριασμός κλείσιμο εκεί, μια αλλαγή σε έναν εκλογικό νόμο τη μια στιγμή, οι εκλογές ακυρώνονται την επόμενη, κ.λπ.).

Η γενική υπόθεση των Ευρωπαίων ηγετών –σιωπηρή και αδιαμφισβήτητη– είναι ότι δεν μπορείς να συνεννοηθείς με τους πληβείους: απλώς εναλλάσσεσαι μεταξύ του καρότου και του μαστιγίου.

Όλα όσα λέγονται δημόσια είναι πάντα ένα εργαλειακό ψέμα, χωρίς εξαίρεση — εκτός από περιστασιακές περιπτώσεις, όπου μια αλήθεια μπορεί η ίδια να χρησιμοποιηθεί εργαλειακά. Ο δημόσιος διάλογος έχει γίνει ένα ατελείωτο θέαμα που ενδιαφέρεται όλο και λιγότερο για τη διατήρηση έστω και μιας επίφασης αξιοπιστίας.

Έτσι, κανένας λογικός άνθρωπος δεν πιστεύει πραγματικά ότι η Ρωσία πρόκειται να μας εισβάλει, αλλά αυτό δεν εμποδίζει λεγεώνες μη θεσμικών οντοτήτων να επαναλαμβάνουν αυτές τις ανοησίες καθημερινά με απαθή έκφραση. Και φυσικά, όλοι γνωρίζουν ότι, σε αυτό το παραμύθι, που διαδίδεται από έναν υπάκουο Τύπο, το μόνο που έχει σημασία – η μόνη σταθερά καθώς αλλάζουν οι συνθήκες – είναι η ατζέντα της αυθαίρετης διάθεσης δημόσιων πόρων και της διοχέτευσής τους προς ιδιωτικά συμφέροντα.

Με λίγα λόγια, οι άρχουσες τάξεις έχουν συνηθίσει προ πολλού να αντιμετωπίζουν τον πληθυσμό σαν ένα άφωνο θηρίο, στο οποίο δεν οφείλεται καμία ορθολογική δικαιολόγηση και το οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται, αφενός, με επιλεκτική κολακεία και στοχευμένα προνόμια και, αφετέρου, με το να καθίσταται ανίσχυρο.

Και αυτός ο μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει, και έχει λειτουργήσει για πολύ καιρό. Μέχρι που σταμάτησε να λειτουργεί.

Και παύει να λειτουργεί την ημέρα που πάρα πολλοί άνθρωποι χάνουν πάρα πολλά για να μπορέσουν να παραμείνουν σε κατάσταση νωθρότητας. Η φράση «χάνοντας πάρα πολλά» εδώ δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως κάτι σαν «πεθαίνοντας από την πείνα». Στη σύγχρονη κοινωνία, οι άνθρωποι εισέρχονται σε μια κατάσταση αφόρητης στέρησης πολύ πριν πεθάνουν πραγματικά από την πείνα.

Σήμερα, για παράδειγμα, η αδυναμία να αγοράσει κανείς αυτοκίνητο ή να έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο σημαίνει, για την πλειοψηφία του πληθυσμού, αποκοπή από τον κόσμο, από την εργασία, από την κοινωνική ζωή, από την ίδια τη ζωή. Και το γεγονός ότι τα αυτοκίνητα και τα κινητά τηλέφωνα ήταν κάποτε είδη πολυτελείας είναι πλέον άνευ νοήματος: αποτελούν πλέον το νέο κατώφλι της « συμμετοχής στην κοινή ζωή », τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ζωής και μη ζωής.

Οι πληβείοι, που μεγαλώνουν σαν υποζύγια, τρέφονται με περιστασιακό ψωμί και θεάματα , άθλιες δουλειές και τηλεοπτικό λάδι από φίδι, δεν είναι – και δεν θα είναι πλέον – δεκτικοί σε επιχειρήματα σχετικά με τη δημόσια ευπρέπεια, τον σεβασμό στην περιουσία και τα μνημεία, την ημέρα που αυτό το παιχνίδι θα καταρρεύσει.

Αυτά τα φλεγόμενα αυτοκίνητα, ιστορικά κτίρια και καταστήματα είναι πολιτισμικά και ηθικά κατακριτέα. Αλλά οι πραγματικοί ένοχοι, αυτοί που θα πρέπει να λογοδοτήσουν, είναι οι ελίτ στην κορυφή που καλλιέργησαν και επιθύμησαν αυτή τη στέρηση, πιστεύοντας ότι εξυπηρετούσε τους δικούς τους σκοπούς.

Σήμερα, η χύτρα ταχύτητας είναι έτοιμη να εκραγεί. Ακόμα κι αν αυτό το κύμα καταλαγιάσει, είναι μόνο η αρχή, επειδή οι ευρωπαϊκές άρχουσες τάξεις αδυνατούν —ούτε υλικά ούτε πολιτισμικά— να αλλάξουν πορεία. Δέστε λοιπόν τις ζώνες σας: οδεύουμε προς μια συντριβή.

*Ο Andrea Zhok (Τεργέστη, 1967) σπούδασε στα πανεπιστήμια της Τεργέστης, του Μιλάνου (PhD), της Βιέννης και του Έσσεξ (MPhil). Σήμερα είναι καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Μιλάνου και συνεργάζεται ως αρθρογράφος με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά.

Πηγή:https://lesakerfrancophone.fr/reflexions-sur-la-revolte-de-la-jeunesse-francaise

Δώσε όνομα στην ελληνική αποστολή

1

Το Ελληνικό Κέντρο Διαστήματος μας καλεί να προτείνουμε ιδέες για το όνομα της πρώτης ελληνικής αποστολής αστροναύτη στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.

Το 2027, για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας μας, ένας Έλληνας αστροναύτης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA) θα ταξιδέψει στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (ISS) για να διεξάγει έρευνα.

Ο Αδριανός Γολέμης θα πετάξει το καλοκαίρι του 2027, στο πλαίσιο της αποστολής VAST-PAM-1. Θα παραμείνει στον ISS για δύο εβδομάδες, εκτελώντας ελληνικά και ευρωπαϊκά επιστημονικά πειράματα.

Η αποστολή αυτή δεν αφορά μόνο έναν αστροναύτη. Είναι μια συλλογική προσπάθεια: ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια, εταιρείες και ειδικοί από την Ελλάδα και από ολόκληρη την Ευρώπη εργάζονται ώστε να σχεδιαστεί και να πετύχει η αποστολή. Προτείνετε ένα όνομα που αποτυπώνει το πνεύμα αυτής της συλλογικής προσπάθειας!

Το όνομα μιας διαστημικής αποστολής είναι στοιχείο βαθιά συμβολικό. Μπορεί να αποτυπώνει τον σκοπό της αποστολής, την προσωπικότητα του αστροναύτη, την κουλτούρα της χώρας ή τις αξίες που προβάλλει το εγχείρημα.

Λάβετε μέρος στην ονοματοδοσία!

Βασικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρεί το όνομα

Το όνομα που θα προτείνεις πρέπει να:
• Είναι μία, σύντομη λέξη ή ένας σύντομος συνδυασμός λέξεων.
• Είναι εύκολο στην απομνημόνευση και στην προφορά, στα ελληνικά και στα αγγλικά.
• Απευθύνεται σε όλους και όλες, ιδίως στη νέα γενιά, στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
• Αποφεύγονται τα κύρια ονόματα, με εξαίρεση όσα προέρχονται από τη μυθολογία και των οποίων ο συμβολισμός είναι ευρύτατα γνωστός.

Περισσότερες πληροφορίες και την φόρμα συμμετοχής θα βρείτε εδώ:

https://hsc.gov.gr/προτείνετε-μας-το-όνομα-της-αποστολής/

Ο ανταγωνισμός Ισραήλ–Τουρκίας μετά το Αμπού αλ-Ντουχούρ: Συνήθης πρακτική ή διολίσθηση προς την κλιμάκωση;

0

dayan.org

Στο τελευταίο τεύχος του Turkeyscope, ο Άλεξ Γκρίνμπεργκ εξετάζει την τουρκική αντίδραση στον ισραηλινό βομβαρδισμό της αεροπορικής βάσης Αμπού αλ-Ντουχούρ στη βόρεια Συρία τον Αύγουστο. Υποστηρίζει ότι οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι δεν τον αντιμετώπισαν ως μείζονα κλιμάκωση, αλλά ως προειδοποιητικό πλήγμα κατά της εδραίωσης της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη Συρία.

18 Οκτωβρίου 2026

Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία. Φωτογραφία: Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία, μέσω Wikimedia Commons, άδεια CC BY 4.0.

Στις 18 Αυγούστου 2026, η Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία (IAF) πραγματοποίησε πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη βορειοδυτική Συρία. Κατά τη διάρκεια του συριακού εμφυλίου πολέμου (2011–2024), αντάρτες κατέλαβαν τη βάση από το καθεστώς το 2015 και έκτοτε αυτή περιήλθε σε κατάσταση εγκατάλειψης.[1] Σύμφωνα με πληροφορίες των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών που δημοσιοποιήθηκαν σε ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, η Τουρκία φερόταν να προετοιμάζεται να αναλάβει τον έλεγχο της εγκατάστασης και να εγκαταστήσει εκεί στρατιωτική παρουσία. Υπό αυτό το πρίσμα, το ισραηλινό πλήγμα φέρεται να πραγματοποιήθηκε προληπτικά, λίγο πριν από την αναμενόμενη ανάπτυξη προσωπικού των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στη βάση. Η επίθεση έπληξε τον διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης, ένα υπόστεγο και άλλες υποδομές, χωρίς να αναφερθούν θύματα. Φαίνεται ότι αιφνιδίασε την Άγκυρα και εκλήφθηκε από την Τουρκία ως δυνητική απειλή για την εθνική της ασφάλεια, ιδίως λόγω της εγγύτητας της βάσης στα τουρκικά σύνορα. Το Αμπού αλ-Ντουχούρ βρίσκεται μόλις 70 χιλιόμετρα νότια των τουρκικών συνόρων, γεγονός που το τοποθετεί κοντά στον τουρκικό εναέριο χώρο και υπογραμμίζει τη δυνητική στρατηγική σημασία του για την Άγκυρα.[2]

Η τουρκική εκτίμηση για την τακτική εκτέλεση του πλήγματος φωτίζει τους στόχους που αποδίδονται στο Ισραήλ. Τούρκοι στρατιωτικοί σχολιαστές εκτιμούν ότι η Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία χρησιμοποίησε μαχητικά F-15I και F-16I, οπλισμένα με κατευθυνόμενα πυρομαχικά ακριβείας GBU-31 JDAM βάρους 2.000 λιβρών, επιλέγοντας σκόπιμα να μη χρησιμοποιήσει στην επιχείρηση τα μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35 χαμηλής παρατηρησιμότητας. Η επιλογή αυτή υποδηλώνει ότι οι Ισραηλινοί στρατιωτικοί σχεδιαστές απέφυγαν συνειδητά να εκθέσουν το ίχνος ραντάρ του F-35 στα «προηγμένα δίκτυα επιτήρησης μεγάλου βάθους της Τουρκίας, που έχουν αναπτυχθεί κατά μήκος των νότιων συνόρων».[3] Σύμφωνα με Τούρκους αναλυτές, αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού και αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου (AWACS) υποστήριξαν το πλήγμα και παρακολουθούσαν τον ιδιαίτερα πολυσύχναστο και πολιτικά ευαίσθητο εναέριο χώρο, υπογραμμίζοντας το υψηλό διακύβευμα της επιχείρησης.

Μετά την επίθεση, η ισραηλινή κυβέρνηση αναγνώρισε ότι είχε προειδοποιήσει ανεπίσημα το συριακό καθεστώς να μην επιτρέψει μόνιμη στρατιωτική παρουσία των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (TSK) στη βάση. Από την ισραηλινή οπτική, η ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων σε αεροπορικές βάσεις κοντά στο Χαλέπι και το Ιντλίμπ θα άλλαζε ριζικά το περιφερειακό καθεστώς ασφάλειας και θα συνιστούσε απαράδεκτη απειλή για την ισραηλινή ασφάλεια, ιδίως επειδή η περιοχή θεωρείται τμήμα ενός βασικού διαδρόμου πτήσεων της Ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας προς το Ιράν. Συνεπώς, το πλήγμα στο Αμπού αλ-Ντουχούρ δεν ήταν απλώς μια τοπική προσπάθεια διατάραξης των συριακών στρατιωτικών υποδομών, αλλά και μια άμεση εκδήλωση στρατηγικής αποτροπής μέσω στρατιωτικής δράσης, με στόχο να τεθούν σαφή όρια τόσο στη Δαμασκό όσο και στην Άγκυρα.[4]

Το σημείο αυτό, ωστόσο, απαιτεί περαιτέρω διευκρίνιση. Κανένα κράτος δεν αποδέχεται οικειοθελώς περιορισμούς στις στρατιωτικές του δυνατότητες, ανεξαρτήτως συνθηκών. Στη γεωπολιτική πραγματικότητα, οι τριβές μεταξύ κρατών μπορεί να προκύπτουν από αντικειμενικά συγκρουόμενα στρατηγικά συμφέροντα. Ούτε είναι κατ’ ανάγκην υποχρεωμένο ένα κράτος να δικαιολογεί την επιδίωξη των δικών του συμφερόντων ή την αντίληψή του ότι τα συμφέροντα ενός άλλου κράτους είναι ασύμβατα με τα δικά του. Σοβαρές στρατηγικές διαφωνίες, όπως η αντιπαράθεση γύρω από το πλήγμα στο Αμπού αλ-Ντουχούρ, δεν σημαίνουν αναγκαστικά ότι δύο χώρες είναι εχθροί ή ότι οδεύουν αναπόφευκτα προς στρατιωτική σύγκρουση. Οι σχέσεις Τουρκίας–Ρωσίας προσφέρουν ένα χρήσιμο παράδειγμα. Το 2015, ένα τουρκικό F-16 κατέρριψε ένα ρωσικό Su-24 έπειτα από φερόμενη παραβίαση του τουρκικού εναέριου χώρου.[5] Παρότι το περιστατικό προκάλεσε σοβαρή κρίση στις διμερείς σχέσεις, η σχέση τελικά άντεξε. Η Ρωσία και η Τουρκία δεν είναι ούτε σύμμαχοι ούτε ξεκάθαροι εχθροί. Τα συμφέροντά τους αποκλίνουν έντονα σε ορισμένους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της Συρίας, ενώ συγκλίνουν σε άλλους. Η σχέση τους δείχνει, επομένως, ότι ο έντονος στρατηγικός ανταγωνισμός και η συνεργασία μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο διμερές πλαίσιο.

Οι τουρκικές αντιδράσεις

Η επίσημη αντίδραση στην αεροπορική επίθεση της 18ης Αυγούστου συνδύασε τη διπλωματική καταδίκη με την αποφυγή στρατιωτικής κλιμάκωσης. Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης και οι κυβερνητικές πηγές αντέδρασαν ψύχραιμα, χαρακτηρίζοντας την επίθεση «πρόκληση» και επιδιώκοντας τη διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ, αντί να υποκινούν αντίποινα.[6]

Το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε αμέσως την ανακοίνωση υπ’ αριθμόν 160, καταδικάζοντας τις ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές στη στρατιωτική αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ.[7] Χαρακτήρισε τις ενέργειες του Ισραήλ «απερίσκεπτη συνέχιση της επιθετικότητας, η οποία στοχεύει άμεσα τις υποδομές και τις δυνατότητες της Συρίας, παραβιάζοντας επανειλημμένα την εδαφική ακεραιότητα και την εθνική ενότητά της». Παράλληλα, ο διευθυντής Επικοινωνίας της Προεδρίας, Μπουρχανετίν Ντουράν, ενίσχυσε αυτή τη θεσμική στάση καταδικάζοντας την επίθεση μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τόνισε ότι η Τουρκία, υπό την ηγεσία του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θα συνέχιζε να στηρίζει την κυριαρχία της Συρίας απέναντι σε ενέργειες που απειλούν την περιφερειακή ειρήνη.[8]

Κατά την εβδομαδιαία ενημέρωση του Τύπου, στις 20 Αυγούστου 2026, επί του πλοίου TCG Koçhisar στο Κοτζάελι, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (MSB) διέψευσε ότι οποιαδήποτε τουρκική στρατιωτική αντιπροσωπεία βρισκόταν στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ πριν ή κατά τη διάρκεια του πλήγματος. Το υπουργείο υπογράμμισε ότι οι επιθέσεις του Ισραήλ αποσκοπούσαν στην υπονόμευση της σταθερότητας της Συρίας και στην παρεμπόδιση των προσπαθειών ανοικοδόμησής της.[9]

Η αποφασιστικότητα του τουρκικού κράτους να αποφύγει την κλιμάκωση και να περιοριστεί σε διπλωματικές επικρίσεις έχει βαθιές ρίζες στην έννοια της στρατηγικής αυτοσυγκράτησης ή μετριοπάθειας (Stratejik İtidal).[10] Αυτή η στρατηγική μετριοπάθεια δεν αποτελεί γραπτό δόγμα, αλλά θεσμοποιημένη αρχή που αποσκοπεί στην αποτροπή δυνητικών αρνητικών συνεπειών. Λειτουργεί ως αντίβαρο σε άλλες τάσεις της τουρκικής πολιτικής που μπορεί να εμφανίζονται επιθετικές.[11]

Τούρκοι γεωπολιτικοί αναλυτές εκτίμησαν ότι το πλήγμα στο Αμπού αλ-Ντουχούρ ήταν ουσιαστικά μια πολιτική παγίδα που έστησε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ενόψει των ισραηλινών γενικών εκλογών της 27ης Οκτωβρίου. Το τουρκικό κράτος ερμήνευσε το πλήγμα ως μέρος της στρατηγικής «εκλογικής επένδυσης» (Seçim Yatırımı) του Νετανιάχου.[12]

Ενώ η επίσημη κρατική αντίδραση ήταν πειθαρχημένη, οι ανεπίσημες αντιδράσεις στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης — εθνικιστικά, κοσμικά και εξειδικευμένα σε θέματα άμυνας — ήταν εντονότερες, αντανακλώντας τη δημόσια αγανάκτηση και πολιτικούς υπολογισμούς. Τόσο οι ανεπίσημοι δίαυλοι ενημέρωσης όσο και τα επαγγελματικά μέσα επιδίωξαν να προβάλουν τεχνολογική υπεροχή, να υποστηρίξουν την περιφερειακή κυριαρχία της Τουρκίας και να αξιολογήσουν τις εσωτερικές συνέπειες μιας κλιμάκωσης με το Ισραήλ.

Μετά το πλήγμα αναδύθηκε επίσης μια διακριτή αφήγηση στα μέσα ενημέρωσης, επικεντρωμένη στην άμυνα και την τεχνολογία. Μέσα με έντονο ενδιαφέρον για την άμυνα και την εθνική ασφάλεια, όπως το OdaTV, παρουσίασαν το περιστατικό κυρίως ως επίδειξη των στρατιωτικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων της Τουρκίας, αντί να εστιάσουν στις ζημιές που προκλήθηκαν στη συριακή αεροπορική βάση.[13] Η αφήγηση μετατοπίστηκε προς την ικανότητα της Τουρκίας να παρακολουθεί ηλεκτρονικά και ενδεχομένως να αναχαιτίζει ισραηλινές εναέριες διεισδύσεις, δίνοντας έμφαση στις δυνατότητες των επίγειων συστημάτων ραντάρ ALP 300-G και ALP 100-G της ASELSAN, καθώς και των αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου Boeing E-7T.[14] Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κομπασμοί μέσων ενημέρωσης που συνδέονται με την τουρκική αμυντική βιομηχανία σχετικά με τις δυνατότητες των ραντάρ επιβεβαιώνουν τις ισραηλινές εξηγήσεις για τους λόγους του πλήγματος.

Το ραντάρ ALP 300-G, ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης (AESA) στη ζώνη S, χρησιμοποιεί τεχνολογία νιτριδίου του γαλλίου και μπορεί να παρακολουθεί στόχους χαμηλής παρατηρησιμότητας και βαλλιστικούς πυραύλους σε μεγάλες αποστάσεις. Ο Ακιόλ σημείωσε ότι μπορεί να εντοπίζει τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό σε απόσταση 700 χιλιομέτρων. Το ALP 100-G παρακολουθεί στόχους χαμηλού ύψους σε αποστάσεις έως 200 χιλιομέτρων, ενώ τα ραντάρ Kalkan-II της ζώνης X εντοπίζουν στόχους έως 120 χιλιόμετρα. Το ραντάρ MESA του E-7T μπορεί να παρακολουθεί 1.500 στόχους σε ακτίνα 400 χιλιομέτρων, όταν το αεροσκάφος πετά σε ύψος 10.000 μέτρων.[15]

Παρουσιάζοντας λεπτομερώς τις δυνατότητες και τις παραμέτρους απόδοσης των τουρκικών συστημάτων αεράμυνας, τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης φάνηκε να απευθύνουν μεγάλο μέρος των μηνυμάτων τους στο εγχώριο κοινό. Η κάλυψη αυτή επιδίωκε να καθησυχάσει την κοινή γνώμη ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις διατηρούσαν υψηλό επίπεδο επίγνωσης της επιχειρησιακής κατάστασης και επιχειρησιακού ελέγχου, προβάλλοντας ταυτόχρονα τα επιτεύγματα της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Τέτοια δημοσιεύματα ενδέχεται επίσης να αποσκοπούσαν στον μετριασμό του ψυχολογικού αντίκτυπου του ισραηλινού πλήγματος και στην αντιμετώπιση οποιασδήποτε εντύπωσης περί τουρκικής ευπάθειας.

Παράλληλα με την κάλυψη που επικεντρωνόταν στην άμυνα, αναδύθηκε και μια διακριτή εθνικιστική και συντηρητική αφήγηση. Συντηρητικά και φιλοκυβερνητικά μέσα, όπως η Yeni Şafak, ενέταξαν το πλήγμα στο ευρύτερο πλαίσιο αυτού που παρουσίαζαν ως υπαρξιακό αγώνα για την ασφάλεια και την περιφερειακή θέση της Τουρκίας. Οι αρθρογράφοι Καντίρ Ουστούν και Γιαχιά Μποστάν ερμήνευσαν τον βομβαρδισμό του Αμπού αλ-Ντουχούρ όχι ως τακτική επιχείρηση παρεμπόδισης, αλλά ως απεγνωσμένη προσπάθεια του Ισραήλ να επιβάλει απόλυτη περιφερειακή υπεροχή και να διατηρήσει τη Μέση Ανατολή κατακερματισμένη.[16] Ο Μποστάν υποστήριξε ότι το Ισραήλ επιδίωκε να προκαλέσει μια πρόωρη σύγκρουση — έναν «πρόωρο τοκετό» (erken doğum), όπως το διατύπωσε — ώστε να εμποδίσει την εδραίωση του συριακού κράτους ως σταθερού περιφερειακού παράγοντα, ικανού να υπερασπίζεται τα σύνορά του μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Η Yeni Şafak πρόβαλε ιδιαίτερα δηλώσεις του Ρώσου στρατηγού Απτί Αλαουντίνοφ,[17] ο οποίος προειδοποίησε ότι η υπέρμετρη επέκταση των επιδιώξεων του Ισραήλ και η επιθυμία του να παρασύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια ευρύτερη σύγκρουση θα μπορούσαν τελικά να επισπεύσουν το τέλος του ισραηλινού κράτους.[18]

Αντίθετα, τα αντιπολιτευόμενα μέσα, συμπεριλαμβανομένης της εφημερίδας Cumhuriyet, που υπερασπίζεται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, καθώς και δηλώσεις στελεχών του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), προσέγγισαν το γεγονός με έντονο σκεπτικισμό και υπό το πρίσμα της εσωτερικής πολιτικής χειραγώγησης.[19] Ο ηγέτης του CHP, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, επέκρινε έντονα τις ενέργειες του Ισραήλ ως απερίσκεπτη απειλή για ολόκληρη τη χώρα.[20]

Ωστόσο, ο Γιλμάζ Πολάτ της Cumhuriyet κάλεσε την τουρκική κοινή γνώμη να μην παρασυρθεί σε αυτό που περιέγραψε ως πολεμική υστερία, τροφοδοτούμενη από την πολιτική ελίτ της χώρας. Υποστήριξε ότι το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την απειλή μιας επικείμενης σύγκρουσης με το Ισραήλ για να προωθήσει τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών.[21]

Η στρατηγική της Τουρκίας στη Συρία: Διακηρυγμένοι στόχοι και πραγματικότητα επί του πεδίου

Για να ενταχθεί το ισραηλινό πλήγμα στο πλαίσιό του, πρέπει να κατανοηθεί πώς εξελίχθηκαν οι στρατηγικοί στόχοι της Τουρκίας στη Συρία μετά τις τεκτονικές αλλαγές στα τέλη του 2024 και τη μετάβαση στη μετά Άσαντ εποχή. Οι Τούρκοι αναλυτές θεωρούν τις δραστηριότητες του Ισραήλ στη Συρία απειλές για τη σταθερότητα της χώρας.[22]

Προηγουμένως, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις της Τουρκίας στη Συρία υπαγορεύονταν κυρίως από ζητήματα ασφάλειας των συνόρων. Για τον σκοπό αυτό, η Άγκυρα εξαπέλυσε τρεις ξεχωριστές αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, με στόχο την εξουδετέρωση της απειλής που συνιστούσαν το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) και η συνδεδεμένη με αυτό συριακή οργάνωση, οι Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG).

Με την επιτυχή ανάληψη της εξουσίας από τη νέα συριακή μεταβατική κυβέρνηση τον Δεκέμβριο του 2024, η Τουρκία αποσύρθηκε επισήμως από τις περισσότερες περιοχές που είχε καταλάβει σε διαδοχικές επιθετικές επιχειρήσεις από το 2019 και μετά. Ωστόσο, στο νέο πλαίσιο, μετατράπηκε από δύναμη διασφάλισης των συνόρων στον κύριο αρχιτέκτονα της ανασυγκρότησης του συριακού κράτους.[23] Ακρογωνιαίος λίθος αυτής της νέας στρατηγικής είναι η αντίληψη του «Ενιαίου Στρατού» (Tek Ordu), η οποία αναπτύχθηκε για τις ένοπλες δυνάμεις του νέου συριακού καθεστώτος. Αντί να διαιωνίζει ένα κατακερματισμένο τοπίο ένοπλων παρατάξεων και πολιτοφυλακών που λειτουργούν ως δυνάμεις αντιπροσώπων, η Άγκυρα επιδίωξε ένα πλαίσιο στρατιωτικής και αμυντικής συνεργασίας με στόχο την ενοποίηση αυτών των ομάδων σε έναν ενιαίο συριακό εθνικό στρατό υπό την εξουσία της Δαμασκού.

Η εφαρμογή αυτής της αμυντικής συμφωνίας απαιτεί την επαναλειτουργία υποβαθμισμένων συριακών στρατιωτικών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου, δικτύων αεράμυνας και κρίσιμων αεροπορικών βάσεων, όπως η Τίγιας (T4) στη Χομς και το Αμπού αλ-Ντουχούρ στο Ιντλίμπ.[24] Ο διακηρυγμένος στόχος της τουρκικής πολιτικής είναι η παροχή στρατιωτικής εκπαίδευσης, τεχνικής υποστήριξης και βοήθειας για την ανάπτυξη δυνατοτήτων, ώστε να διασφαλιστούν η εδαφική ακεραιότητα και η εσωτερική σταθερότητα της νότιας γειτονικής χώρας. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να διευκολυνθεί η επιστροφή εκατομμυρίων προσφύγων και να αποτραπεί η ανασύσταση τρομοκρατικών θυλάκων.[25]

Οι τουρκικές πολιτικές στη Συρία: Πραγματικότητα και δηλώσεις

Κατ’ αρχήν, οι επίσημα διακηρυγμένοι στόχοι της Τουρκίας στη Συρία είναι θεμιτοί και, από μόνοι τους, ούτε απειλητικοί ούτε επιθετικοί, παρότι τα συριακά εδάφη βρίσκονταν υπό οθωμανική κυριαρχία επί τέσσερις αιώνες. Ωστόσο, η πραγματικότητα επί του πεδίου παρουσιάζει διαφορετική εικόνα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζουν να αναδύονται οι τριβές μεταξύ Άγκυρας και Ισραήλ.

Παρότι Τούρκοι αξιωματούχοι διέψευσαν ότι εγκαθίστατο μόνιμη στρατιωτική αντιπροσωπεία ή βάση στο Αμπού αλ-Ντουχούρ, η πραγματικότητα από πλευράς επιμελητείας και επιχειρήσεων είναι ότι η ανακατασκευή των συριακών αεροπορικών βάσεων συνδέεται εγγενώς με την τουρκική στρατιωτική αρχιτεκτονική. Ενοποιώντας τα συριακά δίκτυα ραντάρ και επικοινωνιών με τα τουρκικά συστήματα, η Τουρκία ουσιαστικά επεκτείνει την ομπρέλα αεράμυνας αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/AD) βαθιά μέσα στο συριακό έδαφος, υπό τον μανδύα της ανασυγκρότησης ενός κυρίαρχου συριακού κράτους.

Οι Συριακές Ένοπλες Δυνάμεις αναμένεται να παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τουρκικά όπλα, στρατιωτικό εξοπλισμό, εκπαίδευση και υποστήριξη στον τομέα των πληροφοριών.[26] Σύμφωνα με εκτιμήσεις από το εξωτερικό, καθώς και δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων και αναλυτών, αυτή η αυξανόμενη εξάρτηση υπονομεύει σταδιακά την αυτονομία της Συρίας σε ζητήματα ασφάλειας και άμυνας, μετατρέποντας ουσιαστικά τη χώρα σε ντε φάκτο τουρκικό προτεκτοράτο.[27] Μια τέτοια κατάσταση είναι απαράδεκτη για το Ισραήλ, ανεξαρτήτως του ποια ισραηλινή κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία.

Η δυσάρεστη πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι οι επίσημες τουρκικές δηλώσεις και μεγάλο μέρος του συνοδευτικού λόγου στα μέσα ενημέρωσης συσκοτίζουν τον βαθμό στον οποίο οι συνθήκες επί του πεδίου αποκλίνουν από το διακηρυγμένο όραμα της Άγκυρας για τη Συρία. Στον πυρήνα αυτής της απόκλισης βρίσκεται ένα επίμονο κενό κρατικής εξουσίας. Παρότι έχουν σταδιακά συγκροτηθεί επίσημοι θεσμοί, η ύπαρξή τους δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε αποτελεσματική διακυβέρνηση σε ολόκληρη τη χώρα. Η Δαμασκός έχει συγκροτήσει Λαϊκή Συνέλευση στο πλαίσιο της μεταβατικής πολιτικής διαδικασίας, ενώ μια σειρά διορισμών στον τομέα της ασφάλειας, που ανακοινώθηκαν τον Ιούλιο του 2026, συγκέντρωσε περαιτέρω τον μηχανισμό ασφαλείας υπό τον Ανάς Χατάμπ. Ωστόσο, στους θεσμούς αυτούς εξακολουθούν να κυριαρχούν σε μεγάλο βαθμό πρόσωπα που συνδέονται με τη Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ (HTS), ενώ η πραγματική εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης πέρα από τη Δαμασκό παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.[28]

Η Τουρκία και το Κατάρ έχουν ταχθεί δημόσια υπέρ της ενοποίησης της Συρίας και της δημιουργίας ενός ενιαίου εθνικού στρατού, αλλά οι πολιτικές διακηρύξεις έχουν μέχρι στιγμής προχωρήσει περισσότερο από τις εξελίξεις επί του πεδίου. Ο αλ-Σάρα δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι η κυβέρνησή του μπορεί να ενοποιήσει ειρηνικά τις διαφορετικές ένοπλες παρατάξεις, τις φυλετικές δομές και τα τοπικά κέντρα εξουσίας που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη τη χώρα, ιδίως στη νότια Συρία.

Η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας επιτείνεται από την επίμονη ανασφάλεια και τη βία που εκτείνονται σε ολόκληρη τη Συρία και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στην αστάθεια της περιφέρειας ή στις συγκρούσεις μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων.[29] Ωστόσο, οι θρησκευτικές εντάσεις αποτελούν ιδιαίτερα σοβαρή διάσταση αυτής της ευρύτερης κρίσης ασφάλειας. Οι παράκτιες περιοχές και η κεντρική Συρία έχουν αναδειχθεί σε βασικές εστίες θρησκευτικής βίας και αντιποίνων, με αναφορές να καταγράφουν συνεχιζόμενες δολοφονίες εκδίκησης και φόνους με θρησκευτικά κίνητρα καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026.[30]

Παράλληλα, η ένοπλη τζιχαντιστική δράση παραμένει ένα ακόμη σημαντικό εμπόδιο στη σταθεροποίηση. Η ίδια η HTS του αλ-Σάρα προέκυψε από το τζιχαντιστικό περιβάλλον της Συρίας και έχει τις οργανωτικές της ρίζες στο πρώην συριακό παρακλάδι της αλ Κάιντα, ενώ το ISIS συνεχίζει να διεξάγει ανταρτοπόλεμο κατά των μεταβατικών συριακών δυνάμεων ασφαλείας στην ανατολική Συρία, με αναφορές για αύξηση των επιθέσεων από τον Φεβρουάριο του 2026.[31] Παρότι το ISIS λειτουργεί υπό σημαντική οργανωτική και οικονομική πίεση και φέρεται σε ορισμένες περιπτώσεις να έχει καταφύγει στη στρατολόγηση εφήβων έναντι σχετικά μικρής αμοιβής, διατηρεί την ικανότητα να εξαπολύει επίμονες επιθέσεις χαμηλής έντασης. Εκτιμήσεις του ΟΗΕ από τις αρχές του 2026 υπολόγιζαν ότι περίπου 3.000 μαχητές του ISIS παρέμεναν ενεργοί, οι περισσότεροι στη Συρία.[32]

Συνολικά, η αδυναμία των κρατικών θεσμών, ο κατακερματισμός της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας, η βία μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων και η συνεχιζόμενη τζιχαντιστική απειλή αποκαλύπτουν ένα σημαντικό χάσμα ανάμεσα στο όραμα μιας ενωμένης και σταθερής Συρίας που προωθεί η Άγκυρα και στην πραγματικότητα επί του πεδίου.

Σε αυτό το πλαίσιο, στόχος του Ισραήλ δεν είναι να παρεμποδίσει την πολιτική ή εδαφική ενοποίηση της Συρίας, ιδίως από τη στιγμή που μια τέτοια διαδικασία δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί με ουσιαστικό τρόπο. Αντίθετα, η προσέγγιση της ισραηλινής κυβέρνησης απέναντι στη Συρία αντανακλά ένα σύνολο στρατηγικών αρχών που έχουν αποκτήσει αυξανόμενη βαρύτητα από τις 8 Δεκεμβρίου 2024.

Κυριότερη μεταξύ αυτών είναι η αποφασιστικότητα του Ισραήλ να αποτρέψει την εμφάνιση μιας νέας τζιχαντιστικής απειλής, ικανής να διαπράξει μαζική βία κατά Ισραηλινών πολιτών ή κοινοτήτων τις οποίες θεωρεί συμμάχους, ιδίως των Δρούζων στη νότια Συρία. Η βία στη Σουέιντα ενίσχυσε τους ήδη υπάρχοντες φόβους των συριακών μειονοτήτων για την ευάλωτη θέση τους, ελλείψει αποτελεσματικής κρατικής προστασίας.[33] Υπό αυτό το πρίσμα, οι ισχυρισμοί ότι οι ίδιοι οι Δρούζοι αποτελούν εμπόδιο στην ενοποίηση της Συρίας παραβλέπουν τις ανησυχίες για την ασφάλεια που διαμορφώνουν τη στάση τους. Από την οπτική του Ισραήλ, η αποτροπή της δημιουργίας ενός κενού ασφάλειας υπό τον έλεγχο τζιχαντιστών αμέσως βόρεια των συνόρων του απαιτεί, επομένως, τη διατήρηση της δυνατότητας στρατιωτικής επέμβασης στο συριακό έδαφος όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο.[34]

Μια δεύτερη αρχή αφορά την ίδια τη στρατιωτική ισορροπία. Το Ισραήλ επιδιώκει να αποτρέψει την εγκατάσταση δυνητικά αντίπαλων ένοπλων δυνάμεων ή στρατιωτικών δυνατοτήτων στη Συρία με τρόπους που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία δράσης του ή να αμφισβητήσουν την αεροπορική υπεροχή του. Υπό αυτή την οπτική, η ισραηλινή στρατιωτική δραστηριότητα στη Συρία δεν αποσκοπεί στην αποτροπή της ανάδυσης ενός λειτουργικού συριακού κράτους, αλλά στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος ασφάλειας σε μια περίοδο κατά την οποία η πραγματική ισχύς της κεντρικής εξουσίας παραμένει περιορισμένη. Η υποκείμενη λογική είναι προληπτική. Θέτοντας και επιβάλλοντας κόκκινες γραμμές ασφάλειας προτού εδραιωθούν δυνητικά εχθρικές στρατιωτικές δυνατότητες κοντά στα σύνορά του, το Ισραήλ επιδιώκει να μειώσει τον κίνδυνο μιας πιο επικίνδυνης αντιπαράθεσης σε μεταγενέστερο στάδιο.[35]

Συμπέρασμα

Το ισραηλινό πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη Συρία προκάλεσε φόβους ότι θα κλιμάκωνε τη στρατιωτική αντιπαράθεση με την Άγκυρα. Παράλληλα, οι περισσότερες δεξαμενές σκέψης και τα μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν ότι το πλήγμα ήταν αντιπαραγωγικό και ότι δεν θα βοηθούσε το Ισραήλ να εκδιώξει την Τουρκία από τη Συρία.[36]

Ωστόσο, οι τουρκικές αντιδράσεις εξηγούν καλύτερα το πλήγμα. Ο τουρκικός στρατός σκόπευε να εγκαταστήσει στο Αμπού αλ-Ντουχούρ ραντάρ που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία δράσης του Ισραήλ. Οι επίσημες δηλώσεις και διάφορα ανεπίσημα μέσα ενημέρωσης πρότειναν αρκετές εξηγήσεις, αποδίδοντας την ευθύνη αποκλειστικά στη συμπεριφορά του Ισραήλ. Συνολικά, οι τουρκικές αντιδράσεις ήταν μετρημένες και περιορισμένες. Η ίδια αυτή συμπεριφορά της Τουρκίας διαψεύδει τους φόβους ότι η ισραηλινή επίθεση θα οδηγούσε σε έναν ανεπιθύμητο λανθασμένο υπολογισμό. Ομοίως, οι κομπασμοί της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας για την ποιότητα των συστημάτων της επιβεβαιώνουν τις ισραηλινές εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους η αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ έγινε στόχος.

Οι τουρκικές πολιτικές στη Συρία επιδιώκουν θετικούς στόχους, μεταξύ των οποίων η ενοποίηση και η σταθεροποίηση της χώρας και η δημιουργία ενιαίου στρατού. Οι στόχοι αυτοί δεν συγκρούονται με τα συμφέροντα του Ισραήλ. Ωστόσο, οι τριβές μεταξύ Άγκυρας και ισραηλινής κυβέρνησης ανακύπτουν μέσα στο πλαίσιο των δυσεπίλυτων προβλημάτων της Συρίας. Η ανασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίας τζιχαντιστών, κυριαρχεί στη χώρα σε τέτοιο βαθμό ώστε καμία περιοχή να μην είναι ήρεμη. Το συριακό κράτος υπάρχει μόνο κατ’ όνομα και στερείται λειτουργικών θεσμών. Μέχρι σήμερα, η Άγκυρα δεν έχει κάνει τίποτε για να διασκεδάσει τους φόβους όχι μόνο του Ισραήλ αλλά και των συριακών μειονοτήτων ότι αδυνατεί να ελέγξει τη δύναμη που λειτουργεί ως αντιπρόσωπός της, την HTS του αλ-Σάρα.

Η συμφωνία μεταξύ των υπό κουρδική ηγεσία Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) και της Δαμασκού επιτεύχθηκε υπό σημαντική πίεση τόσο από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και από την Τουρκία. Αντί να θεωρηθεί ένδειξη πολιτικής και εδαφικής ενοποίησης της Συρίας, η συμφωνία ερμηνεύτηκε ευρέως ως συνθηκολόγηση των κουρδικών δυνάμεων. Επιπλέον, ελάχιστα συνέβαλε στην άμβλυνση των ανησυχιών των μειονοτικών κοινοτήτων της Συρίας. Η διάλυση των SDF ουσιαστικά εξάλειψε την κύρια στρατιωτική δύναμη κοσμικού χαρακτήρα που προσέφερε προστασία στους μειονοτικούς πληθυσμούς της βόρειας και ανατολικής Συρίας. Κατά συνέπεια, οι κοινότητες αυτές έχουν καταστεί ολοένα πιο ευάλωτες στις πολιτικές και τις ενέργειες των νέων συριακών αρχών και των ένοπλων ομάδων που συνδέονται μαζί τους.[37]

Υπό αυτές τις συνθήκες, μια τουρκική στρατιωτική παρουσία θα ενίσχυε απλώς την αίσθηση αστάθειας και ανασφάλειας.

Φαίνεται, επομένως, ότι το Ισραήλ θα συνεχίσει να λαμβάνει μέτρα για να αποτρέψει την εμφάνιση νέων απειλών κοντά στα σύνορά του. Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν καταστήσει σαφές ότι η κυβέρνησή τους δεν θα επιτρέψει άλλη σφαγή μειονοτήτων κοντά στα σύνορα της χώρας. Προς το παρόν, φαίνεται ότι η Άγκυρα και η Δαμασκός έχουν λάβει αυτό το μήνυμα, όπως δείχνει το συνεχιζόμενο αδιέξοδο στη Σουέιντα.

Η ύπαρξη και μόνο στρατιωτικών τριβών δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην στρατιωτική σύγκρουση. Η συμπεριφορά και οι δηλώσεις της Άγκυρας χαρακτηρίζονταν πάντοτε από λεπτούς χειρισμούς και προσεκτικούς υπολογισμούς, και τίποτε δεν υποδηλώνει ότι η Τουρκία επιθυμεί στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Βεβαίως, η προσοχή και η επίγνωση των ορίων της ισχύος είναι απαραίτητες, αλλά δεν μπορεί να αναμένεται από καμία χώρα να εγκαταλείψει τα ζωτικά της συμφέροντα επειδή μια άλλη πλευρά διαφωνεί.

Υπό το φως της σημερινής στάσης της Άγκυρας απέναντι στο Ισραήλ, και αντιστρόφως, μένει να φανεί αν η Τουρκία, η Συρία και το Ισραήλ θα υπερβούν το σχήμα «φίλος ή εχθρός» και θα αναζητήσουν κοινούς στόχους, όπως η αποτροπή της επανεμφάνισης μη κρατικών δρώντων ή της δημιουργίας μακροχρόνιων κενών εξουσίας.


Ο έφεδρος ταγματάρχης Αλεξάντερ Γκρίνμπεργκ είναι ειδικός σε θέματα Ιράν και Μέσης Ανατολής στο Ινστιτούτο Στρατηγικής και Ασφάλειας της Ιερουσαλήμ. Κατέχει ακαδημαϊκούς τίτλους στις Μεσανατολικές και Ισλαμικές Σπουδές, καθώς και στην Αραβική Γλώσσα και Λογοτεχνία, από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Το έργο του επικεντρώνεται στο Ιράν, την ευρύτερη Μέση Ανατολή και τη γεωπολιτική, ενώ διαθέτει επίσης εξειδίκευση στην εφαρμοσμένη γλωσσολογία. Μιλά άπταιστα περσικά, αραβικά, τουρκικά, γαλλικά, ισπανικά, ρωσικά και εβραϊκά.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στις δημοσιεύσεις του MDC εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. 


[1] Washington Post, “Insurgent Attack on Syrian Airbase Kills 56 Soldiers,” September 11, 2015.

[3] Ibid.

[4] Gamze Bal, “İsrail neden Ebu Zuhur’a saldırdı?” Tercüman, August 21, 2026.

[6] See endnote 2.

[7] Ministry of Foreign Affairs of the Republic of Türkiye, “Suriye’de Ebu Zuhur Askeri Hava Üssü’ne Gerçekleştirilen Saldırı Hk.,” Press Release No. 160, August 18, 2026.

[8] “Israel’s Airstrike on Abu Zuhur Airbase in Syria (August 2026),” Küre Encyclopedia, August 18, 2026 [Accessed October 11, 2026].

[9] Ibid.

[10] Gamze Bal, “İsrail neden Ebu Zuhur’a saldırdı?” Tercüman, August 21, 2026.

[11] Can Donduran, “İtidalli Orta Güçler İçin Bir Güvenlik Stratejisi Olarak Risk Dengeleme (Hedging): Türkiye Örneği,” Marmara Üniversitesi Siyasal Bilimler Dergisi [Marmara University Journal of Political Science] 13, no. 1 (March 2025) [Note: Link will download the PDF].

[12] See fn 2.

[14] Ibid.

[15] Ibid.

[16] Kadir Üstün, “Ebu Zuhur saldırısı: İsrail’in bölgesel üstünlük arayışı,” Yeni Şafak, August 26, 2026.

[17] Yahya Bostan, “İsrail’e karşı radikal adımlar,” Yeni Şafak, August 21, 2026.

[20] Republican People’s Party (CHP), “CHP Genel Başkanı Kemal Kılıçdaroğlu’ndan Netenyahu’ya Sert Tepki,” August 21, 2026.

[22] Gamze Bal, “İsrail neden Ebu Zuhur’a saldırdı?” Tercüman, August 21, 2026.

[23] Ibid.

[25] “Israel’s Airstrike on Abu Zuhur Airbase in Syria (August 2026),” Küre Encyclopedia, August 18, 2026.

[27] Ministry of Foreign Affairs of the Republic of Türkiye, “Dışişleri Bakanı Sayın Hakan Fidan’ın TV100’e Verdiği Mülakat, 14 Mart 2025,” interview on TV100, March 14, 2025; Ahmad Sharawi and Justin Leopold-Cohen, “Syria’s Military Is Rebuilding, but Foreign Influence May Slow Security Progress,” Foundation for Defense of Democracies (FDD) – Long War Journal, September 17, 2026.

[32] “‘ISIS’ in Syria: Tactical Lull and a Shifting Map of Attrition,” Noon Post, August 23, 2026 [Arabic].

[36] Institute for National Security Studies (INSS), “Israel’s Red Line in Syria – and the Price of Confrontation with Turkey,” August 25, 2026 [Hebrew].

[37] “The Challenge of Protecting Religious Minorities in Syria – Part 1,” Juicy Ecumenism, February 24, 2026; Christian Solidarity Worldwide (CSW), “General Briefing: Syria,” September 2026.

dayan.org

Ο Νίκος Πουλαντζάς και το αυταρχικό κράτος

0

Ο Νίκος Πουλαντζάς ανέπτυξε μια ιδιαίτερα πρωτότυπη ερμηνεία του φασισμού, θεωρώντας τον μια δυνατότητα που ενυπάρχει σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη υπό συνθήκες κρίσης. Το έργο του μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τον κίνδυνο που θέτει σήμερα ο δεξιός αυταρχισμός.

Περιοδικό Jacobin — 19 Οκτωβρίου
Του Παναγιώτη Σωτήρη

Νίκος Πουλαντζάς.

Ο Έλληνας πολιτικός στοχαστής Νίκος Πουλαντζάς ήταν ένας από εκείνους τους μαρξιστές που επιχείρησαν να προσεγγίσουν τον φασισμό ως μια πρόκληση ταυτόχρονα θεωρητική και στρατηγική. Τα κείμενά του για τον φασισμό δεν είχαν ως αφετηρία μόνο θεωρητικούς προβληματισμούς, αλλά και επιτακτικές πολιτικές ανάγκες. Επιδίωξε όχι μόνο να περιγράψει τι οδήγησε στον φασισμό, αλλά και να τον διακρίνει από άλλες μορφές «κράτους έκτακτης ανάγκης».

Ο Πουλαντζάς απέρριπτε τη φιλελεύθερη προσέγγιση που παρουσίαζε τον φασισμό ως μια ανωμαλία στην ιστορία του καπιταλισμού, η οποία δεν μας έλεγε τίποτα για το σύστημα γενικότερα. Παράλληλα, όμως, αμφισβητούσε και τον οικονομικό ντετερμινισμό εκείνων των μαρξιστών που παρουσίαζαν τα φασιστικά καθεστώτα ως αναγκαία λειτουργία της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τον Μεσοπόλεμο. Σύμφωνα με τον Πουλαντζά, η δυνατότητα του φασισμού ενυπήρχε στα καπιταλιστικά κράτη, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτιόταν από την έκβαση των ταξικών αγώνων.

Με την άνοδο ακροδεξιών πολιτικών κινημάτων στην Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, συζητείται ευρέως κατά πόσον αυτά τα κινήματα θα επαναλάβουν, συνολικά ή εν μέρει, την εμπειρία του φασισμού του Μεσοπολέμου. Ο Πουλαντζάς μπορεί να αποτελέσει σημαντικό σημείο αναφοράς γι’ αυτές τις συζητήσεις. Η προειδοποίησή του ότι οι καπιταλιστικές δημοκρατίες μετατοπίζονταν προς ένα είδος «αυταρχικού κρατισμού», που θα διατηρούσε τις μορφές της φιλελεύθερης δημοκρατικής διακυβέρνησης ενώ θα καταπατούσε τις ατομικές ελευθερίες, φαίνεται σήμερα ιδιαίτερα προφητική υπό το φως των σύγχρονων τάσεων.

Το πραξικόπημα στην Ελλάδα

Η εμπειρία της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967–1974 στην Ελλάδα υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική για τη στροφή του Πουλαντζά στο ζήτημα του φασισμού. Η δικτατορία αποτέλεσε σημείο καμπής για το ελληνικό πολιτικό σύστημα και την ελληνική Αριστερά — ειδικότερα για το κομμουνιστικό κίνημα. Ανέδειξε τα όρια του αντικομμουνιστικού κράτους που διαμορφώθηκε μετά τη νίκη της μοναρχικής παράταξης στον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο στα τέλη της δεκαετίας του 1940.

Το κράτος αυτό συνδύαζε ορισμένα τυπικά στοιχεία κοινοβουλευτισμού με την ποινικοποίηση της κομμουνιστικής πολιτικής δράσης και την ύπαρξη ενός «παρασυντάγματος» αυταρχικών μέτρων και κέντρων εξουσίας στο εσωτερικό του κράτους, όπως ο στρατός και η μοναρχία. Έπειτα από μια περίοδο έντονων κοινωνικών αγώνων και πολιτικών κρίσεων, ο στρατός ανέλαβε την εξουσία ως «κόμμα του κράτους», ύστερα από ένα πραξικόπημα που είχε τη στήριξη τουλάχιστον ορισμένων τμημάτων του αμερικανικού κράτους και των υπηρεσιών του.

Ταυτόχρονα, η δικτατορία αποτέλεσε στιγμή στρατηγικής κρίσης για την Αριστερά. Τα αριστερά κόμματα δεν ήταν ουσιαστικά προετοιμασμένα γι’ αυτήν — γεγονός που οδήγησε σε μαζικές συλλήψεις — ενώ η επιβολή της όξυνε στο έπακρο τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), λειτουργώντας ως καταλύτης για τη διάσπαση του κόμματος το 1968. Ο Πουλαντζάς, όμως, είχε και άλλους προβληματισμούς.

Σε ορισμένα τμήματα της μετα-1968 επαναστατικής Αριστεράς στη Γαλλία, όπως η μαοϊκή Gauche Prolétarienne («Προλεταριακή Αριστερά»), υπήρχε η τάση να παρουσιάζεται ο γκωλισμός ως μορφή φασισμού, κάτι με το οποίο ο Πουλαντζάς διαφωνούσε. Ήθελε να διαχωρίσει τη θέση του από εκείνους που επέκτειναν τον χαρακτηρισμό «φασιστικός» σε μορφές αυταρχικής διακυβέρνησης που στην πραγματικότητα διέφεραν από τον φασισμό.

Παράλληλα, ήθελε να εξετάσει πώς μπορούσαν να αναδυθούν φασιστικές και, γενικότερα, «έκτακτες» κρατικές μορφές σε συγκυρίες πολιτικής κρίσης ή ακόμη και κρίσης του κράτους. Αυτή η προσέγγιση ερχόταν σε αντίθεση με την τάση, εμφανή σε πολλές κυρίαρχες ερμηνείες του φασισμού, να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα είδος πολιτικής «παθολογίας» ή «ανωμαλίας», αντί ως μια λανθάνουσα δυνατότητα μέσα στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.

Σε ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στα ελληνικά το 1967, στο περιοδικό της Ένωσης Ελλήνων Φοιτητών στο Παρίσι, ο Πουλαντζάς επέμενε ότι το πραξικόπημα του 1967 δεν ήταν φασιστικό, καθώς δεν μπορούσε να εντοπιστεί η «λαϊκή βάση» που συνδεόταν με τον κλασικό φασισμό. Ούτε ήταν «βοναπαρτιστικό», αφού στην Ελλάδα των τελών της δεκαετίας του 1960 δεν διακρινόταν η καταστροφική ισορροπία που θα μπορούσε να οδηγήσει στον βοναπαρτισμό, σύμφωνα με την ανάλυση της γαλλικής πολιτικής του 19ου αιώνα που ανέπτυξαν ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς.

Αντίθετα, για τον Πουλαντζά επρόκειτο για ένα πραξικόπημα που αντιστοιχούσε στη διεθνή στρατηγική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Η συγκυρία χαρακτηριζόταν από σημαντική κλιμάκωση των λαϊκών αγώνων — οι οποίοι δεν είχαν φτάσει σε σημείο ισορροπίας δυνάμεων με την αστική τάξη — αλλά και από διαιρέσεις στο εσωτερικό των κυρίαρχων τάξεων. Το γεγονός ότι τμήματα του κράτους, όπως ο ελληνικός στρατός, είχαν αποκτήσει σχετική αυτονομία αποτελούσε ένα ακόμη σύμπτωμα αυτής της κατάστασης.

Ο Πουλαντζάς κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, εφόσον η κατάληψη της εξουσίας από τον στρατό το 1967 δεν αποτελούσε φασιστικό πραξικόπημα και στερούνταν λαϊκής βάσης, η Αριστερά όφειλε να μποϊκοτάρει κάθε προσπάθεια του νέου καθεστώτος να δημιουργήσει μαζικές οργανώσεις:

Σύμφωνα, για παράδειγμα, με την έκθεση του [Γκεόργκι] Δημητρόφ, τέτοιες οργανώσεις πρέπει να αξιοποιούνται — όπως συνέβη στη Γερμανία και την Ιταλία — επειδή ένας επαναστάτης οφείλει να βρίσκεται όπου βρίσκονται οι μάζες. Και ο Δημητρόφ ειρωνεύεται ανελέητα τους «επαναστάτες» που θέτουν το ζήτημα στο επίπεδο της ατομικής «εντιμότητας». Από την άλλη πλευρά, αν, όπως πιστεύω ότι συμβαίνει, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα φασιστικό πραξικόπημα, και ασφαλώς όχι με ένα σταθεροποιημένο τέτοιο καθεστώς, τότε η γραμμή πρέπει να είναι το απόλυτο μποϊκοτάρισμα των οργανώσεων που ενδέχεται να δημιουργήσει το καθεστώς για να προσελκύσει τις μάζες, ώστε να διατηρηθεί η απομόνωσή του.

Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στη φρανκική Ισπανία, όπου τα παράνομα αριστερά κόμματα διείσδυαν στην επίσημη κρατική συνδικαλιστική οργάνωση που είχε δημιουργήσει το καθεστώς.

Σύμφωνα με τον Πουλαντζά, η δυνατότητα του φασισμού ενυπήρχε στα καπιταλιστικά κράτη, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτιόταν από την έκβαση των ταξικών αγώνων.

Φασισμός και δικτατορία

Η κύρια θεωρητική αναμέτρηση του Πουλαντζά με αυτά τα ζητήματα ήταν το βιβλίο Φασισμός και δικτατορία, που πρωτοκυκλοφόρησε στα γαλλικά το 1970, δύο χρόνια μετά το περίφημο έργο του Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις. Συνέχιζε την προσπάθεια να αναπτυχθεί μια συνεκτική θεωρητική προσέγγιση του φασισμού και να διακριθεί από άλλες μορφές κράτους έκτακτης ανάγκης, ενώ παράλληλα επανερχόταν σε ζητήματα επαναστατικής στρατηγικής στον απόηχο του Μάη του 1968.

Για τον Πουλαντζά, ο φασισμός αποτελούσε «μία από τις δυνατές συγκυρίες» του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού. Θεωρούσε τον ιμπεριαλισμό «στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο σύνολό της», το οποίο «δεν είναι απλώς ή αποκλειστικά οικονομικό φαινόμενο· με άλλα λόγια, δεν καθορίζεται μόνο από όσα συμβαίνουν στον οικονομικό τομέα ούτε μπορεί να εντοπιστεί αποκλειστικά μέσα σε αυτόν». Ο Πουλαντζάς αντιπαρέθετε αυτή την οπτική στον οικονομισμό της Τρίτης Διεθνούς.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του σταδίου, πέρα από τις οικονομικές μεταβολές του, ήταν ότι ανέθετε νέο ρόλο στο καπιταλιστικό κράτος, «δίνοντάς του νέες λειτουργίες και ένα διευρυμένο πεδίο παρέμβασης, καθώς και έναν νέο βαθμό αποτελεσματικότητας». Ο Πουλαντζάς συνέδεε αυτή την εξέλιξη με τη συσσώρευση αντιφάσεων στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα κατά τον Μεσοπόλεμο: «Ενώ η επανάσταση έγινε στον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας, τη Ρωσία, ο φασισμός εμφανίστηκε στους δύο επόμενους κρίκους, δηλαδή σε εκείνους που ήταν, συγκριτικά, οι πιο αδύναμοι στην Ευρώπη εκείνη την εποχή».

Ο Πουλαντζάς επέμενε ότι ο φασισμός μπορούσε να εξηγηθεί μόνο «με αναφορά στη συγκεκριμένη κατάσταση της ταξικής πάλης, καθώς δεν μπορεί να αναχθεί σε κάποια αναπόφευκτη ανάγκη της “οικονομικής” ανάπτυξης του καπιταλισμού». Απέρριπτε αυτό που αποκαλούσε «οικονομίστικο καταστροφισμό» της Τρίτης Διεθνούς και θεωρούσε ότι αυτό το εσφαλμένο ερμηνευτικό σχήμα μπορούσε να εξηγήσει πολλές από τις στρατηγικές αποτυχίες του ευρωπαϊκού κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στον φασισμό.

Ο Πουλαντζάς υποστήριζε ότι ήταν καταστροφικό, τόσο αναλυτικά όσο και πολιτικά, να παρουσιάζεται ο φασισμός ως φαινόμενο που θα έφερνε την επανάσταση πιο κοντά, επειδή αποτελούσε έκφραση της καταστροφικής οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού. Στο Φασισμός και δικτατορία, επιχείρησε να αναπτύξει μια θεωρία που θα αντιμετώπιζε τον φασισμό ως «μια μορφή κράτους και καθεστώτος στο ακραίο “όριο” του καπιταλιστικού κράτους». Αυτό σήμαινε ότι δεν αποτελούσε ούτε «παθολογία» του αστικού κράτους ούτε αναπόφευκτη εξέλιξή του, αλλά εξαρτιόταν από ιδιαίτερες συγκυρίες που καθορίζονταν από την έκβαση των ταξικών αγώνων.

Ο Πουλαντζάς υπογράμμιζε τη σημασία των αναλύσεων για τον φασισμό που είχαν αναπτύξει κομμουνιστές στοχαστές όπως ο Άουγκουστ Ταλχάιμερ, ο Αντόνιο Γκράμσι και ο Λέον Τρότσκι. Παράλληλα, ωστόσο, ασκούσε κριτική σε ορισμένα επιχειρήματά τους. Για παράδειγμα, θεωρούσε ότι η έννοια της καταστροφικής ισορροπίας, την οποία είχαν χρησιμοποιήσει ο Ταλχάιμερ και ο Γκράμσι αντλώντας από την ερμηνεία του Μαρξ για τον βοναπαρτισμό, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις όπου η εργατική τάξη είχε ήδη ηττηθεί. Πίστευε επίσης ότι ο Τρότσκι είχε εκτιμήσει λανθασμένα πως υπήρχε άμεσος φασιστικός κίνδυνος στη Γαλλία τη δεκαετία του 1930.

Τα στοιχεία του φασισμού

Σύμφωνα με τον Πουλαντζά, τα βασικά στοιχεία για την εμφάνιση του φασισμού ήταν τα ακόλουθα.

Πρώτον, υπήρχε μια διαδικασία «εμβάθυνσης και όξυνσης των εσωτερικών αντιφάσεων ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις και τις ταξικές μερίδες».

Δεύτερον, υπήρχε κρίση ηγεμονίας, με την έννοια ότι «καμία κυρίαρχη τάξη ή ταξική μερίδα δεν φαίνεται ικανή να επιβάλει την “ηγεσία” της στις άλλες τάξεις και μερίδες του συνασπισμού εξουσίας, είτε με τις δικές της μεθόδους πολιτικής οργάνωσης είτε μέσω του “κοινοβουλευτικού δημοκρατικού” κράτους».

Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούσε κανείς να παρατηρήσει την «ηγεμονία μιας νέας ταξικής μερίδας στο εσωτερικό του συνασπισμού εξουσίας: εκείνης του χρηματιστικού κεφαλαίου ή του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου», καθώς και μια κρίση κομματικής εκπροσώπησης και κυρίαρχης ιδεολογίας. Μια «επιθετική στρατηγική από την πλευρά της αστικής τάξης» συνέπιπτε με μια «υποχώρηση της εργατικής τάξης σε αμυντική θέση».

Παρουσιάζοντας αυτά τα στοιχεία, ο Πουλαντζάς ήθελε να αποφύγει κάθε στενά «εργαλειακή» αντίληψη του φασισμού. Επέμενε ότι, κατά την άνοδό τους στην εξουσία και μετά από αυτήν, τα φασιστικά κόμματα και κράτη διέθεταν κατά κανόνα «σχετική αυτονομία» τόσο απέναντι στον ευρύτερο συνασπισμό εξουσίας όσο και απέναντι στις συγκεκριμένες μερίδες του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου των οποίων είχαν εδραιώσει την ηγεμονία.

Ο Πουλαντζάς ασκούσε έντονη κριτική σε ορισμένες πλευρές της ανάλυσης του φασισμού που είχε αναπτύξει η Τρίτη Διεθνής. Σε αυτές περιλαμβάνονταν οι διατυπώσεις του Βούλγαρου κομμουνιστή ηγέτη Γκεόργκι Δημητρόφ στο Έβδομο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1935, όπου περιέγραψε τον φασισμό ως δικτατορία «των πιο αντιδραστικών, σοβινιστικών και ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου».

Για τον Πουλαντζά, αυτή ήταν μια υπερβολικά περιοριστική αποτύπωση των οικονομικών συμφερόντων που εκπροσωπούσε το φασιστικό κράτος. Άνοιγε επίσης τον δρόμο για μια στρατηγική συμμαχιών που θα μπορούσε να περιλάβει όλες τις μερίδες του κεφαλαίου, με εξαίρεση εκείνες που είχε κατονομάσει ο Δημητρόφ. Παρότι ο φασισμός εξέφραζε έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό των κυρίαρχων τάξεων, αυτό, κατά την άποψή του, δεν σήμαινε ότι εκπροσωπούσε αποκλειστικά τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Σε αντίθεση με τη ρητορική της Τρίτης Διεθνούς, ο Πουλαντζάς επέμενε ότι οι σημαντικές ήττες των εργατικών τάξεων και η ιδεολογική κρίση του εργατικού κινήματος και των οργανώσεών του αποτελούσαν σημαντικές πλευρές της ανόδου του φασισμού. Υπογράμμιζε επίσης την ανεπάρκεια της έννοιας του «σοσιαλφασισμού», η οποία παρουσίαζε τη σοσιαλδημοκρατία και τον φασισμό ως δίδυμες δυνάμεις που θα μπορούσαν να συνεργαστούν, υποτιμώντας το γεγονός ότι τα φασιστικά κόμματα είχαν αναπτύξει τη δική τους κοινωνική βάση.

Επιπλέον, εξέταζε την ιδιαίτερη προσκόλληση των μικροαστικών στρωμάτων στα φασιστικά κόμματα. Ο Πουλαντζάς υποστήριζε ότι, σε μια περίοδο οικονομικής και πολιτικής κρίσης, ορισμένα στοιχεία της ιδεολογίας των φασιστικών κομμάτων προσέφεραν διέξοδο σε αυτά τα στρώματα, όπως η «κρατολατρία», ο εθνικισμός, ο ελιτισμός, ο ρατσισμός και ο μιλιταρισμός.

Ο Πουλαντζάς προσέφερε μια ιδιαίτερα λεπτομερή ανάλυση του φασισμού στην εξουσία ως παρεμβατικού «κράτους έκτακτης ανάγκης», το οποίο συνέβαλλε στην υπέρβαση μιας ιδεολογικής κρίσης και διεύρυνε το πεδίο της κρατικής παρέμβασης πέρα από τα όρια που έθετε ο νόμος. Παρότι το μονοκομματικό σύστημα δεν εξάλειφε τις αντιφάσεις ανάμεσα στις διαφορετικές μερίδες των κυρίαρχων τάξεων, επέμενε ότι προσέφερε:

 

μορφές «άμεσης εκπροσώπησης», χαρακτηριστικές καταστάσεων όπου ο συνασπισμός εξουσίας είναι πολιτικά αποδιοργανωμένος, όπου τα πολιτικά κόμματα παρακάμπτονται από τον άμεσο «οργανωτικό» ρόλο των άλλων κρατικών μηχανισμών και όπου οι μάζες υπόκεινται, κατά χαρακτηριστικό τρόπο, στην κυρίαρχη ιδεολογία.

 

Η αναστολή των ανταγωνιστικών, πολυκομματικών εκλογών δεν σήμαινε αναστολή της νομιμοποίησης καθαυτής, σύμφωνα με τον Πουλαντζά. Τα φασιστικά κόμματα στην εξουσία επικαλούνταν διαρκώς κάποια μορφή «λαϊκής κυριαρχίας» και κινητοποιούσαν τακτικά τις μάζες.

Οργανικές κρίσεις

Το Φασισμός και δικτατορία αποτέλεσε σημαντική συμβολή στη συζήτηση. Είχε ασφαλώς τις αδυναμίες του, όπως την τάση του συγγραφέα να θεωρεί ότι οι στρατηγικές που διαμορφώνονταν στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών καθορίζονταν κυρίως από τον συσχετισμό δυνάμεων εντός και μεταξύ των κυρίαρχων ταξικών μερίδων. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τη δική του επιμονή στη σχετική αυτονομία του κράτους. Ο Πουλαντζάς υποτιμούσε επίσης τον βαθμό στον οποίο ο φασισμός στηριζόταν σε μια μορφή μαζικής πολιτικής.

Παρ’ όλα αυτά, η ανάλυσή του κατόρθωσε να επιτύχει μια σημαντική ισορροπία. Από τη μία πλευρά, αντιμετώπιζε τον φασισμό ως «οργανική» πτυχή ορισμένων ιστορικών περιόδων, συνδεδεμένη με τον μετασχηματισμό τόσο των καθεστώτων συσσώρευσης όσο και των κρατικών μηχανισμών. Από την άλλη, τόνιζε τα ενδεχομενικά χαρακτηριστικά του, τα οποία αντανακλούσαν τη συγκυριακή δυναμική της ταξικής πάλης στη μία ή την άλλη χώρα. Με αυτόν τον τρόπο, ο Πουλαντζάς υπογράμμιζε τη δυνατότητα εμφάνισης του φασισμού, δείχνοντας παράλληλα ότι δεν ήταν φασιστική κάθε μορφή κρατικού αυταρχισμού.

Με αυτόν τον τρόπο, ο Πουλαντζάς υπογράμμιζε τη δυνατότητα εμφάνισης του φασισμού, δείχνοντας παράλληλα ότι δεν ήταν φασιστική κάθε μορφή κρατικού αυταρχισμού.

Η ίδια επιθυμία να αποφύγει την παρουσίαση όλων των «κρατών έκτακτης ανάγκης» ως φασιστικών ήταν εμφανής και στην Κρίση των δικτατοριών του 1975. Επρόκειτο για ένα βιβλίο με πιο άμεσα παρεμβατικό χαρακτήρα από τα άλλα έργα του, γραμμένο ως προσπάθεια ανάλυσης της κατάρρευσης των δεξιών αυταρχικών καθεστώτων στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Περιλάμβανε ορισμένες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τον ρόλο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Ο Πουλαντζάς εντόπιζε μια «πολλαπλότητα αμερικανικών τακτικών» στην αντιμετώπιση των καθεστώτων της Νότιας Ευρώπης, η οποία «συνδεόταν με τις αντιφάσεις του ίδιου του αμερικανικού κεφαλαίου» — αντιφάσεις που εκφράζονταν στο εσωτερικό του αμερικανικού κράτους:

Η ιδιαιτερότητα του αμερικανικού κράτους έγκειται στο ότι ο «εξωτερικός φασισμός» του, δηλαδή μια εξωτερική πολιτική που γενικά δεν διστάζει να καταφύγει στις χειρότερες μορφές γενοκτονίας, ενσαρκώνεται σε θεσμούς οι οποίοι, μολονότι απέχουν πολύ από το να αποτελούν ιδανική περίπτωση αστικής δημοκρατίας — αρκεί να θυμηθεί κανείς την κατάσταση των κοινωνικών και εθνικών μειονοτήτων στις ΗΠΑ —, εξακολουθούν να επιτρέπουν την οργανική εκπροσώπηση των διαφόρων μερίδων του κεφαλαίου μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς και στους κλάδους του κατασταλτικού μηχανισμού. Ένα τέτοιο καθεστώς, ακόμη κι αν στηρίζεται σε μια πραγματική ιερή ένωση της μεγάλης πλειονότητας του έθνους γύρω από μείζονες πολιτικούς στόχους — και θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά γι’ αυτό —, συνοδεύεται αναγκαστικά από διαρκείς και ανοιχτές αντιφάσεις στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών.

Σε κάθε δεδομένη στιγμή, υποστήριζε ο Πουλαντζάς, η στάση της Ουάσιγκτον μπορούσε να περιλαμβάνει «μια σειρά πιθανών λύσεων», που εκτείνονταν από «διάφορους βαθμούς υποστήριξης έως την περισσότερο ή λιγότερο παθητική αποδοχή λύσεων τις οποίες θεωρεί μικρότερο κακό — μέχρι του σημείου μιας ορισμένης ρήξης». Οι διαφορετικοί κρατικοί μηχανισμοί που εμπλέκονταν στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μπορούσαν ακόμη και να κινούνται, σε κάποιον βαθμό, προς αντίθετες κατευθύνσεις:

Η CIA, το Πεντάγωνο και ο στρατιωτικός μηχανισμός, καθώς και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υιοθετούν συχνά διαφορετικές τακτικές, όπως συμβαίνει και με την κυβέρνηση και την εκτελεστική εξουσία στο σύνολό της σε αντιδιαστολή προς το Κογκρέσο· αυτό είναι απολύτως εμφανές στις περιπτώσεις της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Επιπλέον, αυτές οι τακτικές συχνά ακολουθούνται παράλληλα, δημιουργώντας παράλληλα δίκτυα που αγνοούν το ένα το άλλο, ακόμη και συγκρούονται μεταξύ τους.

Αυταρχικός κρατισμός

Τη δεκαετία του 1970, ο Πουλαντζάς συνέχισε να επεξεργάζεται ζητήματα σχετικά με το κράτος, στρέφοντας τις μελέτες του προς δύο σημαντικές κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, ανέπτυξε έναν ιδιαίτερα πρωτότυπο, σχεσιακό ορισμό του κράτους, σύμφωνα με τον οποίο το κράτος δεν ήταν μια «οντότητα» που διέθετε τη δική της «εγγενή εργαλειακή ουσία […] είναι το ίδιο μια σχέση, ακριβέστερα η συμπύκνωση μιας ταξικής σχέσης».

Από την άλλη πλευρά, πρότεινε μια πιο επεξεργασμένη θεωρητική προσέγγιση της κρατικής κρίσης:

Αυτή η σειρά αντιφάσεων εκφράζεται στην ίδια την καρδιά του κράτους — το κράτος είναι σχέση — και αποτελεί παράγοντα που καθορίζει τα χαρακτηριστικά της κρατικής κρίσης: συσσώρευση εσωτερικών αντιφάσεων μεταξύ κλάδων και μηχανισμών του κράτους, σύνθετες μετατοπίσεις της κυριαρχίας μεταξύ μηχανισμών, ανακατανομή λειτουργιών, ενίσχυση του ιδεολογικού ρόλου ενός συγκεκριμένου μηχανισμού που συνοδεύει την εντατικότερη χρήση της κρατικής βίας, και ούτω καθεξής. Όλα αυτά μαρτυρούν τις προσπάθειες του κράτους να αποκαταστήσει μια κλονιζόμενη ταξική ηγεμονία.

Για τον Πουλαντζά, αυτή η διαδικασία οδηγούσε σε μια αυταρχική στροφή «που θα μπορούσε να σημαίνει απλώς ότι μια ορισμένη μορφή “δημοκρατικής πολιτικής” έχει φτάσει στο τέλος της μέσα στον καπιταλισμό».

Ο Πουλαντζάς εντόπιζε μια σειρά μετασχηματισμών που συγκροτούσαν αυτόν τον νέο αυταρχισμό του «ισχυρού κράτους»:

Τεράστια συγκέντρωση εξουσίας στην εκτελεστική εξουσία, εις βάρος όχι μόνο της «λαϊκής» κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης αλλά και μιας σειράς δικτύων που στηρίζονται στη λαϊκή ψήφο […] οργανική σύγχυση των τριών εξουσιών — εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής — και διαρκής καταπάτηση των πεδίων δράσης και αρμοδιότητας των μηχανισμών ή κλάδων που αντιστοιχούν σε αυτές […] επιτάχυνση των αυθαίρετων κρατικών πολιτικών που περιορίζουν τις πολιτικές ελευθερίες των πολιτών […] ραγδαία υποχώρηση του ρόλου των αστικών πολιτικών κομμάτων και μετατόπιση των πολιτικών και οργανωτικών λειτουργιών τους — τόσο από την οπτική του συνασπισμού εξουσίας όσο και από εκείνη των κυριαρχούμενων τάξεων — προς όφελος της κρατικής διοίκησης και γραφειοκρατίας […] εντατικοποίηση της χρήσης της κρατικής βίας, τόσο με την έννοια της σωματικής όσο και της «συμβολικής βίας» […] δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου νέων κυκλωμάτων «κοινωνικού ελέγχου»: διευρυμένη αστυνομική επιτήρηση, ψυχολογικές και ψυχαναλυτικές υπηρεσίες, έλεγχοι μέσω της κοινωνικής πρόνοιας.

Στο τελευταίο του έργο, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, ο Πουλαντζάς περιέγραφε αυτούς τους μετασχηματισμούς των καπιταλιστικών κρατών ως ανάδυση του «αυταρχικού κρατισμού»:

Ελλείψει καλύτερου όρου, θα αναφερθώ σε αυτή την κρατική μορφή ως αυταρχικό κρατισμό. Ο όρος αυτός ίσως υποδηλώνει τη γενική κατεύθυνση της αλλαγής: δηλαδή, εντατικοποίηση του κρατικού ελέγχου σε κάθε σφαίρα της κοινωνικοοικονομικής ζωής, σε συνδυασμό με τη ριζική υποχώρηση των θεσμών της πολιτικής δημοκρατίας και τον δρακόντειο, πολύμορφο περιορισμό των λεγόμενων «τυπικών» ελευθεριών, των οποίων την πραγματική υπόσταση ανακαλύπτουμε τώρα που καταργούνται.

Ο Πουλαντζάς φρόντιζε να διακρίνει αυτόν τον αυταρχικό κρατισμό από τον ολοκληρωτισμό ή τον φασισμό. Αυτό δεν συνέβαινε επειδή υποτιμούσε την έκταση αυτών των μετασχηματισμών ή τον αυταρχικό χαρακτήρα τους. Αντίθετα, οφειλόταν στο ότι δεν είχαμε να κάνουμε με κάποια μορφή «κράτους έκτακτης ανάγκης», αλλά με την αυταρχική μετάλλαξη των ίδιων των «δημοκρατικών» καπιταλιστικών κρατών:

Η εμφάνιση του αυταρχικού κρατισμού δεν μπορεί να ταυτιστεί ούτε με μια νέα φασιστική τάξη πραγμάτων ούτε με μια τάση προς τον φασισμό. Το σημερινό κράτος δεν αποτελεί ούτε τη νέα μορφή ενός γνήσιου κράτους έκτακτης ανάγκης ούτε, καθαυτό, μια μεταβατική μορφή προς ένα τέτοιο κράτος: αντιπροσωπεύει μάλλον τη νέα «δημοκρατική» μορφή της αστικής δημοκρατίας στη σημερινή φάση του καπιταλισμού. […] Για πρώτη φορά στην ιστορία των δημοκρατικών κρατών, η σημερινή μορφή όχι μόνο περιέχει διάσπαρτα στοιχεία ολοκληρωτισμού, αλλά αποκρυσταλλώνει την οργανική τους διάταξη σε μια μόνιμη δομή που λειτουργεί παράλληλα με το επίσημο κράτος.

Εκείνη την περίοδο, ο Πουλαντζάς ασχολούνταν τόσο με τον αυταρχικό μετασχηματισμό των καπιταλιστικών κρατών όσο και με τον αυταρχικό ή «ολοκληρωτικό» χαρακτήρα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στο ανατολικό μπλοκ υπό σοβιετική ηγεσία. Κατά μία έννοια, η αντίληψη ενός δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, την οποία διατύπωσε στο Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, ήταν ο τρόπος του να αντιμετωπίσει και τις δύο προκλήσεις.

Ο Πουλαντζάς πίστευε ότι, χάρη στην ύπαρξη ισχυρών κοινωνικών κινημάτων, θα μπορούσαν να επιβληθούν βαθιές αλλαγές στο εσωτερικό του κράτους, οι οποίες να συμπυκνώνουν τον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων. Μέσα από μια στρατηγική που θα συνδύαζε την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας με την αυτόνομη κοινωνική κινητοποίηση, θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Αυτή η ιδέα ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού, που θα συνδύαζε αντιπροσωπευτικές και άμεσες μορφές δημοκρατίας, αποτελούσε επίσης την απάντησή του στο αδιέξοδο του σοβιετικού τύπου «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Διαβάζοντας τον Πουλαντζά σήμερα

Ο Πουλαντζάς έχει δεχθεί έντονη κριτική για την υπερβολική αισιοδοξία του ως προς τη δυνατότητα ενός ριζοσπαστικού δημοκρατικού μετασχηματισμού του κράτους και επειδή υποτίμησε το πώς οι υλικές δυναμικές που είναι εγγεγραμμένες στο κράτος — ακριβώς εκείνες που περιέγραφε ως «αυταρχικό κρατισμό» — θα επέβαλλαν τη λογική τους σε κάθε απόπειρα αριστερού κυβερνητισμού, όπως θα έδειχνε η εμπειρία χωρών όπως η Γαλλία και η Ελλάδα τη δεκαετία του 1980. Η αυτοκτονία του το 1979 έθεσε πρόωρο τέλος στη θεωρητική του διαδρομή, αφήνοντας πολλά ανοιχτά ερωτήματα για τις κατευθύνσεις που θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει στη συνέχεια η σκέψη του.

Ωστόσο, ο Πουλαντζάς μάς άφησε ορισμένες ανεκτίμητες θεωρητικές παρακαταθήκες για τον μετασχηματισμό των καπιταλιστικών κρατών. Ιδιαίτερη σημασία είχε ο εντοπισμός αυταρχικών τάσεων και μετατοπίσεων που θα γίνονταν πολύ πιο εμφανείς τα επόμενα χρόνια. Οι αυταρχικές και πειθαρχικές πτυχές των νεοφιλελεύθερων κρατών μάς είναι πλέον απολύτως οικείες, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης της «αντιτρομοκρατικής» νομοθεσίας ως καλύμματος για κατασταλτικές πρακτικές και μηχανισμούς επιτήρησης.

Ο Πουλαντζάς προέβλεψε επίσης σωστά ότι η νεοφιλελεύθερη ατζέντα των ιδιωτικοποιήσεων και της απορρύθμισης υπέρ της αγοράς δεν θα συνεπαγόταν υποχώρηση του κράτους. Αντίθετα, θα απαιτούσε τη διεύρυνση των διοικητικών παρεμβάσεων και μηχανισμών, οι περισσότεροι από τους οποίους θα θωρακίζονταν απέναντι σε κάθε μορφή δημοκρατικού ελέγχου ή παρέμβασης των λαϊκών κινημάτων.

Ο πολλαπλασιασμός των υποτιθέμενα ανεξάρτητων — και μη εκλεγμένων — αρχών και η αυξημένη εξουσία των κεντρικών τραπεζών αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η επιβολή νεοφιλελεύθερων πολιτικών υπό την αιγίδα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει σημάνει τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των μη εκλεγμένων θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την προτεραιότητα των ευρωπαϊκών ρυθμίσεων έναντι των δημοκρατικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων σε εθνικό επίπεδο.

Το έργο του Πουλαντζά μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα το σημερινό κύμα ακροδεξιών πολιτικών κινημάτων, το οποίο συνδέεται όχι μόνο με καταστάσεις πολιτικής κρίσης — συμπεριλαμβανομένης της κρίσης της Αριστεράς στις διάφορες εκδοχές της — αλλά και με τον αυταρχικό μετασχηματισμό των κρατών, με νέες μορφές κρατικού ρατσισμού που στρέφονται κατά των μεταναστών και των προσφύγων. Επιπλέον, και ίσως πάνω απ’ όλα, το έργο του υπογραμμίζει εμφατικά ότι δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την αντίσταση στον φασισμό και τον κρατικό αυταρχισμό από τους ευρύτερους αντικαπιταλιστικούς αγώνες.

Μια τέτοια αντίσταση μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο αν στηρίζεται σε έναν συνασπισμό των εργατικών τάξεων με τις άλλες υποτελείς τάξεις, και όχι σε συμμαχίες ελάχιστων στόχων που περιορίζονται στην απλή υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Άλλωστε, κυρίως τα κόμματα του λεγόμενου συνταγματικού τόξου είναι εκείνα που έχουν ενορχηστρώσει τις σημερινές «μεταδημοκρατικές» μεταλλάξεις των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Τα περισσότερα ακροδεξιά πολιτικά κινήματα δεν έχουν κανένα πρόβλημα να δηλώνουν ότι συμμορφώνονται πλήρως με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των υπερεθνικών εκφράσεών του, όπως η ΕΕ.

Αυτό αναδεικνύει ένα ακόμη σημαντικό δίδαγμα που μπορούμε να αντλήσουμε από τον Πουλαντζά. Παρότι το όραμά του για έναν δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό έχει δικαιολογημένα επικριθεί για τις πιθανές ρεφορμιστικές αναγνώσεις του, η θέση του ότι «ο σοσιαλισμός δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατικός» δεν αποτελούσε απλώς έναν τρόπο αποστασιοποίησης από την εμπειρία της ΕΣΣΔ και των συμμάχων της. Συνεπάγεται επίσης ότι «η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι σοσιαλιστική», με την έννοια ότι δεν υπάρχει «οργανική» σύνδεση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία. Ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί η δημοκρατία ως αυτοκυβέρνηση των υποτελών τάξεων είναι μέσα από έναν αγώνα για την υπέρβαση του καπιταλισμού.

Ο Παναγιώτης Σωτήρης εργάζεται ως δημοσιογράφος στην Αθήνα και διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Historical Materialism.

Η Κίμπερλι σε άθλια ψυχολογική κατάσταση στην πρεσβεία: Κατηγορεί το προσωπικό για «χαφιεδισμό»

1

Κανείς δεν υπακούει πλέον στις εντολές της και όλοι περιμένουν πότε θα φύγει

Με φωνές, λυγμούς, κλάματα, εκνευρισμό και σειρά απεγνωσμένων τηλεφωνημάτων φαίνεται πως αντιμετωπίζει την αποπομπή της η Κίμπερλι Γκιλφόιλ, σύμφωνα με δημοσιεύματα της Wall Street Journal και της Daily Mail.

Η πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα έχει, κατά τις ίδιες πληροφορίες, διορία έως το τέλος του μήνα για να εγκαταλείψει την πρεσβευτική κατοικία, ενώ παραμένει απομονωμένη στην Αθήνα και εξετάζει το ενδεχόμενο να παραμείνει στην Ελλάδα ή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα μέχρι να «ξεφουσκώσει» το σκάνδαλο που την περιβάλλει.

Στην αμερικανική πρεσβεία η εικόνα έχει ήδη αλλάξει ριζικά. «Οι άνθρωποι στην πρεσβεία δεν τη φοβούνται πλέον. Κανείς δεν την ακούει ούτε εκτελεί τις εντολές της», δήλωσε πηγή στην Ελλάδα στην Daily Mail.

«Είναι ολομόναχη σε εκείνο το σπίτι, φωνάζει στο πρώην προσωπικό της αποκαλώντας τους χαφιέδες και περιμένει να την πετάξουν έξω. Είναι μια παράλογη κατάσταση», πρόσθεσε η ίδια πηγή.

Όσοι παλαιότερα τη θαύμαζαν και αγνοούσαν τα προειδοποιητικά σημάδια έχουν πλέον εξαφανιστεί από το προσκήνιο, διαγράφοντας φωτογραφίες και ισχυριζόμενοι ότι δεν επιδίωξαν ποτέ στενή σχέση μαζί της.

Σύμφωνα με δύο πηγές που επικαλείται η Daily Mail, τις ημέρες πριν από την αποχώρησή της η Γκιλφόιλ πραγματοποίησε σειρά τηλεφωνημάτων σε ισχυρά πρόσωπα του αμερικανικού πολιτικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Επικοινώνησε με τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία Τομ Μπάρακ, τον υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ και τον μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης Ρούπερτ Μέρντοχ.

Από τους δύο πρώτους φέρεται να ζήτησε να παρέμβουν υπέρ της στον Ντόναλντ Τραμπ ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν απάντησε στις κλήσεις της.

Με τον Μέρντοχ επιδίωξε να περιορίσει τη δημοσιότητα των δημοσιευμάτων της Wall Street Journal, χωρίς όμως να μεταβάλει τη στάση του.Οι εξελίξεις αυτές σημειώνονται ενώ, κατά προηγούμενο δημοσίευμα της Daily Mail, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ξεκινήσει έρευνα για καταγγελίες που αφορούν το εργασιακό περιβάλλον στην πρεσβεία και πιθανές παραβιάσεις κανόνων δεοντολογίας.

Μεταξύ των ζητημάτων που εξετάζονται περιλαμβάνονται δαπάνες για αναβαθμίσεις στην πρεσβευτική κατοικία, ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη και οικονομικές συναλλαγές.

Παράλληλα, η Wall Street Journal είχε δημοσιεύσει ότι η Γκιλφόιλ φέρεται να ζήτησε από δωρητή του Τραμπ βοήθεια για την κάλυψη οφειλής 100.000 δολαρίων σε πιστωτική κάρτα American Express, πριν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά της.

Η ίδια έχει απορρίψει τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντάς τες «ψευδείς» και δηλώνοντας ότι θα υπερασπιστεί σθεναρά το όνομά της.

Οι καταγγελίες, πάντως, δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη παραβίασης της νομοθεσίας.

Το δημοσίευμα της Daily Mail αναφέρεται επίσης σε προσπάθειες της Γκιλφόιλ να περιορίσει τη δημοσιότητα γύρω από δημοσιεύματα που αφορούσαν απλήρωτο λογαριασμό δείπνου και αιτήματα για σαμπάνια, με τον λογαριασμό να έχει σταλεί, σύμφωνα με τις πηγές, στην αμερικανική πρεσβεία.