Στο τελευταίο τεύχος του Turkeyscope, ο Άλεξ Γκρίνμπεργκ εξετάζει την τουρκική αντίδραση στον ισραηλινό βομβαρδισμό της αεροπορικής βάσης Αμπού αλ-Ντουχούρ στη βόρεια Συρία τον Αύγουστο. Υποστηρίζει ότι οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι δεν τον αντιμετώπισαν ως μείζονα κλιμάκωση, αλλά ως προειδοποιητικό πλήγμα κατά της εδραίωσης της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη Συρία.
18 Οκτωβρίου 2026
Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία. Φωτογραφία: Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία, μέσω Wikimedia Commons, άδεια CC BY 4.0.
Στις 18 Αυγούστου 2026, η Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία (IAF) πραγματοποίησε πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη βορειοδυτική Συρία. Κατά τη διάρκεια του συριακού εμφυλίου πολέμου (2011–2024), αντάρτες κατέλαβαν τη βάση από το καθεστώς το 2015 και έκτοτε αυτή περιήλθε σε κατάσταση εγκατάλειψης.[1] Σύμφωνα με πληροφορίες των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών που δημοσιοποιήθηκαν σε ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, η Τουρκία φερόταν να προετοιμάζεται να αναλάβει τον έλεγχο της εγκατάστασης και να εγκαταστήσει εκεί στρατιωτική παρουσία. Υπό αυτό το πρίσμα, το ισραηλινό πλήγμα φέρεται να πραγματοποιήθηκε προληπτικά, λίγο πριν από την αναμενόμενη ανάπτυξη προσωπικού των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στη βάση. Η επίθεση έπληξε τον διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης, ένα υπόστεγο και άλλες υποδομές, χωρίς να αναφερθούν θύματα. Φαίνεται ότι αιφνιδίασε την Άγκυρα και εκλήφθηκε από την Τουρκία ως δυνητική απειλή για την εθνική της ασφάλεια, ιδίως λόγω της εγγύτητας της βάσης στα τουρκικά σύνορα. Το Αμπού αλ-Ντουχούρ βρίσκεται μόλις 70 χιλιόμετρα νότια των τουρκικών συνόρων, γεγονός που το τοποθετεί κοντά στον τουρκικό εναέριο χώρο και υπογραμμίζει τη δυνητική στρατηγική σημασία του για την Άγκυρα.[2]
Η τουρκική εκτίμηση για την τακτική εκτέλεση του πλήγματος φωτίζει τους στόχους που αποδίδονται στο Ισραήλ. Τούρκοι στρατιωτικοί σχολιαστές εκτιμούν ότι η Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία χρησιμοποίησε μαχητικά F-15I και F-16I, οπλισμένα με κατευθυνόμενα πυρομαχικά ακριβείας GBU-31 JDAM βάρους 2.000 λιβρών, επιλέγοντας σκόπιμα να μη χρησιμοποιήσει στην επιχείρηση τα μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35 χαμηλής παρατηρησιμότητας. Η επιλογή αυτή υποδηλώνει ότι οι Ισραηλινοί στρατιωτικοί σχεδιαστές απέφυγαν συνειδητά να εκθέσουν το ίχνος ραντάρ του F-35 στα «προηγμένα δίκτυα επιτήρησης μεγάλου βάθους της Τουρκίας, που έχουν αναπτυχθεί κατά μήκος των νότιων συνόρων».[3] Σύμφωνα με Τούρκους αναλυτές, αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού και αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου (AWACS) υποστήριξαν το πλήγμα και παρακολουθούσαν τον ιδιαίτερα πολυσύχναστο και πολιτικά ευαίσθητο εναέριο χώρο, υπογραμμίζοντας το υψηλό διακύβευμα της επιχείρησης.
Μετά την επίθεση, η ισραηλινή κυβέρνηση αναγνώρισε ότι είχε προειδοποιήσει ανεπίσημα το συριακό καθεστώς να μην επιτρέψει μόνιμη στρατιωτική παρουσία των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (TSK) στη βάση. Από την ισραηλινή οπτική, η ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων σε αεροπορικές βάσεις κοντά στο Χαλέπι και το Ιντλίμπ θα άλλαζε ριζικά το περιφερειακό καθεστώς ασφάλειας και θα συνιστούσε απαράδεκτη απειλή για την ισραηλινή ασφάλεια, ιδίως επειδή η περιοχή θεωρείται τμήμα ενός βασικού διαδρόμου πτήσεων της Ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας προς το Ιράν. Συνεπώς, το πλήγμα στο Αμπού αλ-Ντουχούρ δεν ήταν απλώς μια τοπική προσπάθεια διατάραξης των συριακών στρατιωτικών υποδομών, αλλά και μια άμεση εκδήλωση στρατηγικής αποτροπής μέσω στρατιωτικής δράσης, με στόχο να τεθούν σαφή όρια τόσο στη Δαμασκό όσο και στην Άγκυρα.[4]
Το σημείο αυτό, ωστόσο, απαιτεί περαιτέρω διευκρίνιση. Κανένα κράτος δεν αποδέχεται οικειοθελώς περιορισμούς στις στρατιωτικές του δυνατότητες, ανεξαρτήτως συνθηκών. Στη γεωπολιτική πραγματικότητα, οι τριβές μεταξύ κρατών μπορεί να προκύπτουν από αντικειμενικά συγκρουόμενα στρατηγικά συμφέροντα. Ούτε είναι κατ’ ανάγκην υποχρεωμένο ένα κράτος να δικαιολογεί την επιδίωξη των δικών του συμφερόντων ή την αντίληψή του ότι τα συμφέροντα ενός άλλου κράτους είναι ασύμβατα με τα δικά του. Σοβαρές στρατηγικές διαφωνίες, όπως η αντιπαράθεση γύρω από το πλήγμα στο Αμπού αλ-Ντουχούρ, δεν σημαίνουν αναγκαστικά ότι δύο χώρες είναι εχθροί ή ότι οδεύουν αναπόφευκτα προς στρατιωτική σύγκρουση. Οι σχέσεις Τουρκίας–Ρωσίας προσφέρουν ένα χρήσιμο παράδειγμα. Το 2015, ένα τουρκικό F-16 κατέρριψε ένα ρωσικό Su-24 έπειτα από φερόμενη παραβίαση του τουρκικού εναέριου χώρου.[5] Παρότι το περιστατικό προκάλεσε σοβαρή κρίση στις διμερείς σχέσεις, η σχέση τελικά άντεξε. Η Ρωσία και η Τουρκία δεν είναι ούτε σύμμαχοι ούτε ξεκάθαροι εχθροί. Τα συμφέροντά τους αποκλίνουν έντονα σε ορισμένους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της Συρίας, ενώ συγκλίνουν σε άλλους. Η σχέση τους δείχνει, επομένως, ότι ο έντονος στρατηγικός ανταγωνισμός και η συνεργασία μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο διμερές πλαίσιο.
Οι τουρκικές αντιδράσεις
Η επίσημη αντίδραση στην αεροπορική επίθεση της 18ης Αυγούστου συνδύασε τη διπλωματική καταδίκη με την αποφυγή στρατιωτικής κλιμάκωσης. Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης και οι κυβερνητικές πηγές αντέδρασαν ψύχραιμα, χαρακτηρίζοντας την επίθεση «πρόκληση» και επιδιώκοντας τη διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ, αντί να υποκινούν αντίποινα.[6]
Το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε αμέσως την ανακοίνωση υπ’ αριθμόν 160, καταδικάζοντας τις ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές στη στρατιωτική αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ.[7] Χαρακτήρισε τις ενέργειες του Ισραήλ «απερίσκεπτη συνέχιση της επιθετικότητας, η οποία στοχεύει άμεσα τις υποδομές και τις δυνατότητες της Συρίας, παραβιάζοντας επανειλημμένα την εδαφική ακεραιότητα και την εθνική ενότητά της». Παράλληλα, ο διευθυντής Επικοινωνίας της Προεδρίας, Μπουρχανετίν Ντουράν, ενίσχυσε αυτή τη θεσμική στάση καταδικάζοντας την επίθεση μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τόνισε ότι η Τουρκία, υπό την ηγεσία του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θα συνέχιζε να στηρίζει την κυριαρχία της Συρίας απέναντι σε ενέργειες που απειλούν την περιφερειακή ειρήνη.[8]
Κατά την εβδομαδιαία ενημέρωση του Τύπου, στις 20 Αυγούστου 2026, επί του πλοίου TCG Koçhisar στο Κοτζάελι, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (MSB) διέψευσε ότι οποιαδήποτε τουρκική στρατιωτική αντιπροσωπεία βρισκόταν στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ πριν ή κατά τη διάρκεια του πλήγματος. Το υπουργείο υπογράμμισε ότι οι επιθέσεις του Ισραήλ αποσκοπούσαν στην υπονόμευση της σταθερότητας της Συρίας και στην παρεμπόδιση των προσπαθειών ανοικοδόμησής της.[9]
Η αποφασιστικότητα του τουρκικού κράτους να αποφύγει την κλιμάκωση και να περιοριστεί σε διπλωματικές επικρίσεις έχει βαθιές ρίζες στην έννοια της στρατηγικής αυτοσυγκράτησης ή μετριοπάθειας (Stratejik İtidal).[10] Αυτή η στρατηγική μετριοπάθεια δεν αποτελεί γραπτό δόγμα, αλλά θεσμοποιημένη αρχή που αποσκοπεί στην αποτροπή δυνητικών αρνητικών συνεπειών. Λειτουργεί ως αντίβαρο σε άλλες τάσεις της τουρκικής πολιτικής που μπορεί να εμφανίζονται επιθετικές.[11]
Τούρκοι γεωπολιτικοί αναλυτές εκτίμησαν ότι το πλήγμα στο Αμπού αλ-Ντουχούρ ήταν ουσιαστικά μια πολιτική παγίδα που έστησε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ενόψει των ισραηλινών γενικών εκλογών της 27ης Οκτωβρίου. Το τουρκικό κράτος ερμήνευσε το πλήγμα ως μέρος της στρατηγικής «εκλογικής επένδυσης» (Seçim Yatırımı) του Νετανιάχου.[12]
Ενώ η επίσημη κρατική αντίδραση ήταν πειθαρχημένη, οι ανεπίσημες αντιδράσεις στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης — εθνικιστικά, κοσμικά και εξειδικευμένα σε θέματα άμυνας — ήταν εντονότερες, αντανακλώντας τη δημόσια αγανάκτηση και πολιτικούς υπολογισμούς. Τόσο οι ανεπίσημοι δίαυλοι ενημέρωσης όσο και τα επαγγελματικά μέσα επιδίωξαν να προβάλουν τεχνολογική υπεροχή, να υποστηρίξουν την περιφερειακή κυριαρχία της Τουρκίας και να αξιολογήσουν τις εσωτερικές συνέπειες μιας κλιμάκωσης με το Ισραήλ.
Μετά το πλήγμα αναδύθηκε επίσης μια διακριτή αφήγηση στα μέσα ενημέρωσης, επικεντρωμένη στην άμυνα και την τεχνολογία. Μέσα με έντονο ενδιαφέρον για την άμυνα και την εθνική ασφάλεια, όπως το OdaTV, παρουσίασαν το περιστατικό κυρίως ως επίδειξη των στρατιωτικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων της Τουρκίας, αντί να εστιάσουν στις ζημιές που προκλήθηκαν στη συριακή αεροπορική βάση.[13] Η αφήγηση μετατοπίστηκε προς την ικανότητα της Τουρκίας να παρακολουθεί ηλεκτρονικά και ενδεχομένως να αναχαιτίζει ισραηλινές εναέριες διεισδύσεις, δίνοντας έμφαση στις δυνατότητες των επίγειων συστημάτων ραντάρ ALP 300-G και ALP 100-G της ASELSAN, καθώς και των αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου Boeing E-7T.[14] Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κομπασμοί μέσων ενημέρωσης που συνδέονται με την τουρκική αμυντική βιομηχανία σχετικά με τις δυνατότητες των ραντάρ επιβεβαιώνουν τις ισραηλινές εξηγήσεις για τους λόγους του πλήγματος.
Το ραντάρ ALP 300-G, ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης (AESA) στη ζώνη S, χρησιμοποιεί τεχνολογία νιτριδίου του γαλλίου και μπορεί να παρακολουθεί στόχους χαμηλής παρατηρησιμότητας και βαλλιστικούς πυραύλους σε μεγάλες αποστάσεις. Ο Ακιόλ σημείωσε ότι μπορεί να εντοπίζει τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό σε απόσταση 700 χιλιομέτρων. Το ALP 100-G παρακολουθεί στόχους χαμηλού ύψους σε αποστάσεις έως 200 χιλιομέτρων, ενώ τα ραντάρ Kalkan-II της ζώνης X εντοπίζουν στόχους έως 120 χιλιόμετρα. Το ραντάρ MESA του E-7T μπορεί να παρακολουθεί 1.500 στόχους σε ακτίνα 400 χιλιομέτρων, όταν το αεροσκάφος πετά σε ύψος 10.000 μέτρων.[15]
Παρουσιάζοντας λεπτομερώς τις δυνατότητες και τις παραμέτρους απόδοσης των τουρκικών συστημάτων αεράμυνας, τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης φάνηκε να απευθύνουν μεγάλο μέρος των μηνυμάτων τους στο εγχώριο κοινό. Η κάλυψη αυτή επιδίωκε να καθησυχάσει την κοινή γνώμη ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις διατηρούσαν υψηλό επίπεδο επίγνωσης της επιχειρησιακής κατάστασης και επιχειρησιακού ελέγχου, προβάλλοντας ταυτόχρονα τα επιτεύγματα της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Τέτοια δημοσιεύματα ενδέχεται επίσης να αποσκοπούσαν στον μετριασμό του ψυχολογικού αντίκτυπου του ισραηλινού πλήγματος και στην αντιμετώπιση οποιασδήποτε εντύπωσης περί τουρκικής ευπάθειας.
Παράλληλα με την κάλυψη που επικεντρωνόταν στην άμυνα, αναδύθηκε και μια διακριτή εθνικιστική και συντηρητική αφήγηση. Συντηρητικά και φιλοκυβερνητικά μέσα, όπως η Yeni Şafak, ενέταξαν το πλήγμα στο ευρύτερο πλαίσιο αυτού που παρουσίαζαν ως υπαρξιακό αγώνα για την ασφάλεια και την περιφερειακή θέση της Τουρκίας. Οι αρθρογράφοι Καντίρ Ουστούν και Γιαχιά Μποστάν ερμήνευσαν τον βομβαρδισμό του Αμπού αλ-Ντουχούρ όχι ως τακτική επιχείρηση παρεμπόδισης, αλλά ως απεγνωσμένη προσπάθεια του Ισραήλ να επιβάλει απόλυτη περιφερειακή υπεροχή και να διατηρήσει τη Μέση Ανατολή κατακερματισμένη.[16] Ο Μποστάν υποστήριξε ότι το Ισραήλ επιδίωκε να προκαλέσει μια πρόωρη σύγκρουση — έναν «πρόωρο τοκετό» (erken doğum), όπως το διατύπωσε — ώστε να εμποδίσει την εδραίωση του συριακού κράτους ως σταθερού περιφερειακού παράγοντα, ικανού να υπερασπίζεται τα σύνορά του μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Η Yeni Şafak πρόβαλε ιδιαίτερα δηλώσεις του Ρώσου στρατηγού Απτί Αλαουντίνοφ,[17] ο οποίος προειδοποίησε ότι η υπέρμετρη επέκταση των επιδιώξεων του Ισραήλ και η επιθυμία του να παρασύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια ευρύτερη σύγκρουση θα μπορούσαν τελικά να επισπεύσουν το τέλος του ισραηλινού κράτους.[18]
Αντίθετα, τα αντιπολιτευόμενα μέσα, συμπεριλαμβανομένης της εφημερίδας Cumhuriyet, που υπερασπίζεται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, καθώς και δηλώσεις στελεχών του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), προσέγγισαν το γεγονός με έντονο σκεπτικισμό και υπό το πρίσμα της εσωτερικής πολιτικής χειραγώγησης.[19] Ο ηγέτης του CHP, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, επέκρινε έντονα τις ενέργειες του Ισραήλ ως απερίσκεπτη απειλή για ολόκληρη τη χώρα.[20]
Ωστόσο, ο Γιλμάζ Πολάτ της Cumhuriyet κάλεσε την τουρκική κοινή γνώμη να μην παρασυρθεί σε αυτό που περιέγραψε ως πολεμική υστερία, τροφοδοτούμενη από την πολιτική ελίτ της χώρας. Υποστήριξε ότι το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την απειλή μιας επικείμενης σύγκρουσης με το Ισραήλ για να προωθήσει τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών.[21]
Η στρατηγική της Τουρκίας στη Συρία: Διακηρυγμένοι στόχοι και πραγματικότητα επί του πεδίου
Για να ενταχθεί το ισραηλινό πλήγμα στο πλαίσιό του, πρέπει να κατανοηθεί πώς εξελίχθηκαν οι στρατηγικοί στόχοι της Τουρκίας στη Συρία μετά τις τεκτονικές αλλαγές στα τέλη του 2024 και τη μετάβαση στη μετά Άσαντ εποχή. Οι Τούρκοι αναλυτές θεωρούν τις δραστηριότητες του Ισραήλ στη Συρία απειλές για τη σταθερότητα της χώρας.[22]
Προηγουμένως, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις της Τουρκίας στη Συρία υπαγορεύονταν κυρίως από ζητήματα ασφάλειας των συνόρων. Για τον σκοπό αυτό, η Άγκυρα εξαπέλυσε τρεις ξεχωριστές αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, με στόχο την εξουδετέρωση της απειλής που συνιστούσαν το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) και η συνδεδεμένη με αυτό συριακή οργάνωση, οι Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG).
Με την επιτυχή ανάληψη της εξουσίας από τη νέα συριακή μεταβατική κυβέρνηση τον Δεκέμβριο του 2024, η Τουρκία αποσύρθηκε επισήμως από τις περισσότερες περιοχές που είχε καταλάβει σε διαδοχικές επιθετικές επιχειρήσεις από το 2019 και μετά. Ωστόσο, στο νέο πλαίσιο, μετατράπηκε από δύναμη διασφάλισης των συνόρων στον κύριο αρχιτέκτονα της ανασυγκρότησης του συριακού κράτους.[23] Ακρογωνιαίος λίθος αυτής της νέας στρατηγικής είναι η αντίληψη του «Ενιαίου Στρατού» (Tek Ordu), η οποία αναπτύχθηκε για τις ένοπλες δυνάμεις του νέου συριακού καθεστώτος. Αντί να διαιωνίζει ένα κατακερματισμένο τοπίο ένοπλων παρατάξεων και πολιτοφυλακών που λειτουργούν ως δυνάμεις αντιπροσώπων, η Άγκυρα επιδίωξε ένα πλαίσιο στρατιωτικής και αμυντικής συνεργασίας με στόχο την ενοποίηση αυτών των ομάδων σε έναν ενιαίο συριακό εθνικό στρατό υπό την εξουσία της Δαμασκού.
Η εφαρμογή αυτής της αμυντικής συμφωνίας απαιτεί την επαναλειτουργία υποβαθμισμένων συριακών στρατιωτικών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου, δικτύων αεράμυνας και κρίσιμων αεροπορικών βάσεων, όπως η Τίγιας (T4) στη Χομς και το Αμπού αλ-Ντουχούρ στο Ιντλίμπ.[24] Ο διακηρυγμένος στόχος της τουρκικής πολιτικής είναι η παροχή στρατιωτικής εκπαίδευσης, τεχνικής υποστήριξης και βοήθειας για την ανάπτυξη δυνατοτήτων, ώστε να διασφαλιστούν η εδαφική ακεραιότητα και η εσωτερική σταθερότητα της νότιας γειτονικής χώρας. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να διευκολυνθεί η επιστροφή εκατομμυρίων προσφύγων και να αποτραπεί η ανασύσταση τρομοκρατικών θυλάκων.[25]
Οι τουρκικές πολιτικές στη Συρία: Πραγματικότητα και δηλώσεις
Κατ’ αρχήν, οι επίσημα διακηρυγμένοι στόχοι της Τουρκίας στη Συρία είναι θεμιτοί και, από μόνοι τους, ούτε απειλητικοί ούτε επιθετικοί, παρότι τα συριακά εδάφη βρίσκονταν υπό οθωμανική κυριαρχία επί τέσσερις αιώνες. Ωστόσο, η πραγματικότητα επί του πεδίου παρουσιάζει διαφορετική εικόνα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζουν να αναδύονται οι τριβές μεταξύ Άγκυρας και Ισραήλ.
Παρότι Τούρκοι αξιωματούχοι διέψευσαν ότι εγκαθίστατο μόνιμη στρατιωτική αντιπροσωπεία ή βάση στο Αμπού αλ-Ντουχούρ, η πραγματικότητα από πλευράς επιμελητείας και επιχειρήσεων είναι ότι η ανακατασκευή των συριακών αεροπορικών βάσεων συνδέεται εγγενώς με την τουρκική στρατιωτική αρχιτεκτονική. Ενοποιώντας τα συριακά δίκτυα ραντάρ και επικοινωνιών με τα τουρκικά συστήματα, η Τουρκία ουσιαστικά επεκτείνει την ομπρέλα αεράμυνας αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/AD) βαθιά μέσα στο συριακό έδαφος, υπό τον μανδύα της ανασυγκρότησης ενός κυρίαρχου συριακού κράτους.
Οι Συριακές Ένοπλες Δυνάμεις αναμένεται να παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τουρκικά όπλα, στρατιωτικό εξοπλισμό, εκπαίδευση και υποστήριξη στον τομέα των πληροφοριών.[26] Σύμφωνα με εκτιμήσεις από το εξωτερικό, καθώς και δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων και αναλυτών, αυτή η αυξανόμενη εξάρτηση υπονομεύει σταδιακά την αυτονομία της Συρίας σε ζητήματα ασφάλειας και άμυνας, μετατρέποντας ουσιαστικά τη χώρα σε ντε φάκτο τουρκικό προτεκτοράτο.[27] Μια τέτοια κατάσταση είναι απαράδεκτη για το Ισραήλ, ανεξαρτήτως του ποια ισραηλινή κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία.
Η δυσάρεστη πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι οι επίσημες τουρκικές δηλώσεις και μεγάλο μέρος του συνοδευτικού λόγου στα μέσα ενημέρωσης συσκοτίζουν τον βαθμό στον οποίο οι συνθήκες επί του πεδίου αποκλίνουν από το διακηρυγμένο όραμα της Άγκυρας για τη Συρία. Στον πυρήνα αυτής της απόκλισης βρίσκεται ένα επίμονο κενό κρατικής εξουσίας. Παρότι έχουν σταδιακά συγκροτηθεί επίσημοι θεσμοί, η ύπαρξή τους δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε αποτελεσματική διακυβέρνηση σε ολόκληρη τη χώρα. Η Δαμασκός έχει συγκροτήσει Λαϊκή Συνέλευση στο πλαίσιο της μεταβατικής πολιτικής διαδικασίας, ενώ μια σειρά διορισμών στον τομέα της ασφάλειας, που ανακοινώθηκαν τον Ιούλιο του 2026, συγκέντρωσε περαιτέρω τον μηχανισμό ασφαλείας υπό τον Ανάς Χατάμπ. Ωστόσο, στους θεσμούς αυτούς εξακολουθούν να κυριαρχούν σε μεγάλο βαθμό πρόσωπα που συνδέονται με τη Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ (HTS), ενώ η πραγματική εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης πέρα από τη Δαμασκό παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.[28]
Η Τουρκία και το Κατάρ έχουν ταχθεί δημόσια υπέρ της ενοποίησης της Συρίας και της δημιουργίας ενός ενιαίου εθνικού στρατού, αλλά οι πολιτικές διακηρύξεις έχουν μέχρι στιγμής προχωρήσει περισσότερο από τις εξελίξεις επί του πεδίου. Ο αλ-Σάρα δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι η κυβέρνησή του μπορεί να ενοποιήσει ειρηνικά τις διαφορετικές ένοπλες παρατάξεις, τις φυλετικές δομές και τα τοπικά κέντρα εξουσίας που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη τη χώρα, ιδίως στη νότια Συρία.
Η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας επιτείνεται από την επίμονη ανασφάλεια και τη βία που εκτείνονται σε ολόκληρη τη Συρία και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στην αστάθεια της περιφέρειας ή στις συγκρούσεις μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων.[29] Ωστόσο, οι θρησκευτικές εντάσεις αποτελούν ιδιαίτερα σοβαρή διάσταση αυτής της ευρύτερης κρίσης ασφάλειας. Οι παράκτιες περιοχές και η κεντρική Συρία έχουν αναδειχθεί σε βασικές εστίες θρησκευτικής βίας και αντιποίνων, με αναφορές να καταγράφουν συνεχιζόμενες δολοφονίες εκδίκησης και φόνους με θρησκευτικά κίνητρα καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026.[30]
Παράλληλα, η ένοπλη τζιχαντιστική δράση παραμένει ένα ακόμη σημαντικό εμπόδιο στη σταθεροποίηση. Η ίδια η HTS του αλ-Σάρα προέκυψε από το τζιχαντιστικό περιβάλλον της Συρίας και έχει τις οργανωτικές της ρίζες στο πρώην συριακό παρακλάδι της αλ Κάιντα, ενώ το ISIS συνεχίζει να διεξάγει ανταρτοπόλεμο κατά των μεταβατικών συριακών δυνάμεων ασφαλείας στην ανατολική Συρία, με αναφορές για αύξηση των επιθέσεων από τον Φεβρουάριο του 2026.[31] Παρότι το ISIS λειτουργεί υπό σημαντική οργανωτική και οικονομική πίεση και φέρεται σε ορισμένες περιπτώσεις να έχει καταφύγει στη στρατολόγηση εφήβων έναντι σχετικά μικρής αμοιβής, διατηρεί την ικανότητα να εξαπολύει επίμονες επιθέσεις χαμηλής έντασης. Εκτιμήσεις του ΟΗΕ από τις αρχές του 2026 υπολόγιζαν ότι περίπου 3.000 μαχητές του ISIS παρέμεναν ενεργοί, οι περισσότεροι στη Συρία.[32]
Συνολικά, η αδυναμία των κρατικών θεσμών, ο κατακερματισμός της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας, η βία μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων και η συνεχιζόμενη τζιχαντιστική απειλή αποκαλύπτουν ένα σημαντικό χάσμα ανάμεσα στο όραμα μιας ενωμένης και σταθερής Συρίας που προωθεί η Άγκυρα και στην πραγματικότητα επί του πεδίου.
Σε αυτό το πλαίσιο, στόχος του Ισραήλ δεν είναι να παρεμποδίσει την πολιτική ή εδαφική ενοποίηση της Συρίας, ιδίως από τη στιγμή που μια τέτοια διαδικασία δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί με ουσιαστικό τρόπο. Αντίθετα, η προσέγγιση της ισραηλινής κυβέρνησης απέναντι στη Συρία αντανακλά ένα σύνολο στρατηγικών αρχών που έχουν αποκτήσει αυξανόμενη βαρύτητα από τις 8 Δεκεμβρίου 2024.
Κυριότερη μεταξύ αυτών είναι η αποφασιστικότητα του Ισραήλ να αποτρέψει την εμφάνιση μιας νέας τζιχαντιστικής απειλής, ικανής να διαπράξει μαζική βία κατά Ισραηλινών πολιτών ή κοινοτήτων τις οποίες θεωρεί συμμάχους, ιδίως των Δρούζων στη νότια Συρία. Η βία στη Σουέιντα ενίσχυσε τους ήδη υπάρχοντες φόβους των συριακών μειονοτήτων για την ευάλωτη θέση τους, ελλείψει αποτελεσματικής κρατικής προστασίας.[33] Υπό αυτό το πρίσμα, οι ισχυρισμοί ότι οι ίδιοι οι Δρούζοι αποτελούν εμπόδιο στην ενοποίηση της Συρίας παραβλέπουν τις ανησυχίες για την ασφάλεια που διαμορφώνουν τη στάση τους. Από την οπτική του Ισραήλ, η αποτροπή της δημιουργίας ενός κενού ασφάλειας υπό τον έλεγχο τζιχαντιστών αμέσως βόρεια των συνόρων του απαιτεί, επομένως, τη διατήρηση της δυνατότητας στρατιωτικής επέμβασης στο συριακό έδαφος όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο.[34]
Μια δεύτερη αρχή αφορά την ίδια τη στρατιωτική ισορροπία. Το Ισραήλ επιδιώκει να αποτρέψει την εγκατάσταση δυνητικά αντίπαλων ένοπλων δυνάμεων ή στρατιωτικών δυνατοτήτων στη Συρία με τρόπους που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία δράσης του ή να αμφισβητήσουν την αεροπορική υπεροχή του. Υπό αυτή την οπτική, η ισραηλινή στρατιωτική δραστηριότητα στη Συρία δεν αποσκοπεί στην αποτροπή της ανάδυσης ενός λειτουργικού συριακού κράτους, αλλά στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος ασφάλειας σε μια περίοδο κατά την οποία η πραγματική ισχύς της κεντρικής εξουσίας παραμένει περιορισμένη. Η υποκείμενη λογική είναι προληπτική. Θέτοντας και επιβάλλοντας κόκκινες γραμμές ασφάλειας προτού εδραιωθούν δυνητικά εχθρικές στρατιωτικές δυνατότητες κοντά στα σύνορά του, το Ισραήλ επιδιώκει να μειώσει τον κίνδυνο μιας πιο επικίνδυνης αντιπαράθεσης σε μεταγενέστερο στάδιο.[35]
Συμπέρασμα
Το ισραηλινό πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη Συρία προκάλεσε φόβους ότι θα κλιμάκωνε τη στρατιωτική αντιπαράθεση με την Άγκυρα. Παράλληλα, οι περισσότερες δεξαμενές σκέψης και τα μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν ότι το πλήγμα ήταν αντιπαραγωγικό και ότι δεν θα βοηθούσε το Ισραήλ να εκδιώξει την Τουρκία από τη Συρία.[36]
Ωστόσο, οι τουρκικές αντιδράσεις εξηγούν καλύτερα το πλήγμα. Ο τουρκικός στρατός σκόπευε να εγκαταστήσει στο Αμπού αλ-Ντουχούρ ραντάρ που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία δράσης του Ισραήλ. Οι επίσημες δηλώσεις και διάφορα ανεπίσημα μέσα ενημέρωσης πρότειναν αρκετές εξηγήσεις, αποδίδοντας την ευθύνη αποκλειστικά στη συμπεριφορά του Ισραήλ. Συνολικά, οι τουρκικές αντιδράσεις ήταν μετρημένες και περιορισμένες. Η ίδια αυτή συμπεριφορά της Τουρκίας διαψεύδει τους φόβους ότι η ισραηλινή επίθεση θα οδηγούσε σε έναν ανεπιθύμητο λανθασμένο υπολογισμό. Ομοίως, οι κομπασμοί της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας για την ποιότητα των συστημάτων της επιβεβαιώνουν τις ισραηλινές εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους η αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ έγινε στόχος.
Οι τουρκικές πολιτικές στη Συρία επιδιώκουν θετικούς στόχους, μεταξύ των οποίων η ενοποίηση και η σταθεροποίηση της χώρας και η δημιουργία ενιαίου στρατού. Οι στόχοι αυτοί δεν συγκρούονται με τα συμφέροντα του Ισραήλ. Ωστόσο, οι τριβές μεταξύ Άγκυρας και ισραηλινής κυβέρνησης ανακύπτουν μέσα στο πλαίσιο των δυσεπίλυτων προβλημάτων της Συρίας. Η ανασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίας τζιχαντιστών, κυριαρχεί στη χώρα σε τέτοιο βαθμό ώστε καμία περιοχή να μην είναι ήρεμη. Το συριακό κράτος υπάρχει μόνο κατ’ όνομα και στερείται λειτουργικών θεσμών. Μέχρι σήμερα, η Άγκυρα δεν έχει κάνει τίποτε για να διασκεδάσει τους φόβους όχι μόνο του Ισραήλ αλλά και των συριακών μειονοτήτων ότι αδυνατεί να ελέγξει τη δύναμη που λειτουργεί ως αντιπρόσωπός της, την HTS του αλ-Σάρα.
Η συμφωνία μεταξύ των υπό κουρδική ηγεσία Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) και της Δαμασκού επιτεύχθηκε υπό σημαντική πίεση τόσο από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και από την Τουρκία. Αντί να θεωρηθεί ένδειξη πολιτικής και εδαφικής ενοποίησης της Συρίας, η συμφωνία ερμηνεύτηκε ευρέως ως συνθηκολόγηση των κουρδικών δυνάμεων. Επιπλέον, ελάχιστα συνέβαλε στην άμβλυνση των ανησυχιών των μειονοτικών κοινοτήτων της Συρίας. Η διάλυση των SDF ουσιαστικά εξάλειψε την κύρια στρατιωτική δύναμη κοσμικού χαρακτήρα που προσέφερε προστασία στους μειονοτικούς πληθυσμούς της βόρειας και ανατολικής Συρίας. Κατά συνέπεια, οι κοινότητες αυτές έχουν καταστεί ολοένα πιο ευάλωτες στις πολιτικές και τις ενέργειες των νέων συριακών αρχών και των ένοπλων ομάδων που συνδέονται μαζί τους.[37]
Υπό αυτές τις συνθήκες, μια τουρκική στρατιωτική παρουσία θα ενίσχυε απλώς την αίσθηση αστάθειας και ανασφάλειας.
Φαίνεται, επομένως, ότι το Ισραήλ θα συνεχίσει να λαμβάνει μέτρα για να αποτρέψει την εμφάνιση νέων απειλών κοντά στα σύνορά του. Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν καταστήσει σαφές ότι η κυβέρνησή τους δεν θα επιτρέψει άλλη σφαγή μειονοτήτων κοντά στα σύνορα της χώρας. Προς το παρόν, φαίνεται ότι η Άγκυρα και η Δαμασκός έχουν λάβει αυτό το μήνυμα, όπως δείχνει το συνεχιζόμενο αδιέξοδο στη Σουέιντα.
Η ύπαρξη και μόνο στρατιωτικών τριβών δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην στρατιωτική σύγκρουση. Η συμπεριφορά και οι δηλώσεις της Άγκυρας χαρακτηρίζονταν πάντοτε από λεπτούς χειρισμούς και προσεκτικούς υπολογισμούς, και τίποτε δεν υποδηλώνει ότι η Τουρκία επιθυμεί στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Βεβαίως, η προσοχή και η επίγνωση των ορίων της ισχύος είναι απαραίτητες, αλλά δεν μπορεί να αναμένεται από καμία χώρα να εγκαταλείψει τα ζωτικά της συμφέροντα επειδή μια άλλη πλευρά διαφωνεί.
Υπό το φως της σημερινής στάσης της Άγκυρας απέναντι στο Ισραήλ, και αντιστρόφως, μένει να φανεί αν η Τουρκία, η Συρία και το Ισραήλ θα υπερβούν το σχήμα «φίλος ή εχθρός» και θα αναζητήσουν κοινούς στόχους, όπως η αποτροπή της επανεμφάνισης μη κρατικών δρώντων ή της δημιουργίας μακροχρόνιων κενών εξουσίας.
Ο έφεδρος ταγματάρχης Αλεξάντερ Γκρίνμπεργκ είναι ειδικός σε θέματα Ιράν και Μέσης Ανατολής στο Ινστιτούτο Στρατηγικής και Ασφάλειας της Ιερουσαλήμ. Κατέχει ακαδημαϊκούς τίτλους στις Μεσανατολικές και Ισλαμικές Σπουδές, καθώς και στην Αραβική Γλώσσα και Λογοτεχνία, από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Το έργο του επικεντρώνεται στο Ιράν, την ευρύτερη Μέση Ανατολή και τη γεωπολιτική, ενώ διαθέτει επίσης εξειδίκευση στην εφαρμοσμένη γλωσσολογία. Μιλά άπταιστα περσικά, αραβικά, τουρκικά, γαλλικά, ισπανικά, ρωσικά και εβραϊκά.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στις δημοσιεύσεις του MDC εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους.


