Ο Νίκος Πουλαντζάς και το αυταρχικό κράτος

Ο Νίκος Πουλαντζάς ανέπτυξε μια ιδιαίτερα πρωτότυπη ερμηνεία του φασισμού, θεωρώντας τον μια δυνατότητα που ενυπάρχει σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη υπό συνθήκες κρίσης. Το έργο του μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τον κίνδυνο που θέτει σήμερα ο δεξιός αυταρχισμός.

Περιοδικό Jacobin — 19 Οκτωβρίου
Του Παναγιώτη Σωτήρη

Νίκος Πουλαντζάς.

Ο Έλληνας πολιτικός στοχαστής Νίκος Πουλαντζάς ήταν ένας από εκείνους τους μαρξιστές που επιχείρησαν να προσεγγίσουν τον φασισμό ως μια πρόκληση ταυτόχρονα θεωρητική και στρατηγική. Τα κείμενά του για τον φασισμό δεν είχαν ως αφετηρία μόνο θεωρητικούς προβληματισμούς, αλλά και επιτακτικές πολιτικές ανάγκες. Επιδίωξε όχι μόνο να περιγράψει τι οδήγησε στον φασισμό, αλλά και να τον διακρίνει από άλλες μορφές «κράτους έκτακτης ανάγκης».

Ο Πουλαντζάς απέρριπτε τη φιλελεύθερη προσέγγιση που παρουσίαζε τον φασισμό ως μια ανωμαλία στην ιστορία του καπιταλισμού, η οποία δεν μας έλεγε τίποτα για το σύστημα γενικότερα. Παράλληλα, όμως, αμφισβητούσε και τον οικονομικό ντετερμινισμό εκείνων των μαρξιστών που παρουσίαζαν τα φασιστικά καθεστώτα ως αναγκαία λειτουργία της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τον Μεσοπόλεμο. Σύμφωνα με τον Πουλαντζά, η δυνατότητα του φασισμού ενυπήρχε στα καπιταλιστικά κράτη, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτιόταν από την έκβαση των ταξικών αγώνων.

Με την άνοδο ακροδεξιών πολιτικών κινημάτων στην Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, συζητείται ευρέως κατά πόσον αυτά τα κινήματα θα επαναλάβουν, συνολικά ή εν μέρει, την εμπειρία του φασισμού του Μεσοπολέμου. Ο Πουλαντζάς μπορεί να αποτελέσει σημαντικό σημείο αναφοράς γι’ αυτές τις συζητήσεις. Η προειδοποίησή του ότι οι καπιταλιστικές δημοκρατίες μετατοπίζονταν προς ένα είδος «αυταρχικού κρατισμού», που θα διατηρούσε τις μορφές της φιλελεύθερης δημοκρατικής διακυβέρνησης ενώ θα καταπατούσε τις ατομικές ελευθερίες, φαίνεται σήμερα ιδιαίτερα προφητική υπό το φως των σύγχρονων τάσεων.

Το πραξικόπημα στην Ελλάδα

Η εμπειρία της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967–1974 στην Ελλάδα υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική για τη στροφή του Πουλαντζά στο ζήτημα του φασισμού. Η δικτατορία αποτέλεσε σημείο καμπής για το ελληνικό πολιτικό σύστημα και την ελληνική Αριστερά — ειδικότερα για το κομμουνιστικό κίνημα. Ανέδειξε τα όρια του αντικομμουνιστικού κράτους που διαμορφώθηκε μετά τη νίκη της μοναρχικής παράταξης στον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο στα τέλη της δεκαετίας του 1940.

Το κράτος αυτό συνδύαζε ορισμένα τυπικά στοιχεία κοινοβουλευτισμού με την ποινικοποίηση της κομμουνιστικής πολιτικής δράσης και την ύπαρξη ενός «παρασυντάγματος» αυταρχικών μέτρων και κέντρων εξουσίας στο εσωτερικό του κράτους, όπως ο στρατός και η μοναρχία. Έπειτα από μια περίοδο έντονων κοινωνικών αγώνων και πολιτικών κρίσεων, ο στρατός ανέλαβε την εξουσία ως «κόμμα του κράτους», ύστερα από ένα πραξικόπημα που είχε τη στήριξη τουλάχιστον ορισμένων τμημάτων του αμερικανικού κράτους και των υπηρεσιών του.

Ταυτόχρονα, η δικτατορία αποτέλεσε στιγμή στρατηγικής κρίσης για την Αριστερά. Τα αριστερά κόμματα δεν ήταν ουσιαστικά προετοιμασμένα γι’ αυτήν — γεγονός που οδήγησε σε μαζικές συλλήψεις — ενώ η επιβολή της όξυνε στο έπακρο τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), λειτουργώντας ως καταλύτης για τη διάσπαση του κόμματος το 1968. Ο Πουλαντζάς, όμως, είχε και άλλους προβληματισμούς.

Σε ορισμένα τμήματα της μετα-1968 επαναστατικής Αριστεράς στη Γαλλία, όπως η μαοϊκή Gauche Prolétarienne («Προλεταριακή Αριστερά»), υπήρχε η τάση να παρουσιάζεται ο γκωλισμός ως μορφή φασισμού, κάτι με το οποίο ο Πουλαντζάς διαφωνούσε. Ήθελε να διαχωρίσει τη θέση του από εκείνους που επέκτειναν τον χαρακτηρισμό «φασιστικός» σε μορφές αυταρχικής διακυβέρνησης που στην πραγματικότητα διέφεραν από τον φασισμό.

Παράλληλα, ήθελε να εξετάσει πώς μπορούσαν να αναδυθούν φασιστικές και, γενικότερα, «έκτακτες» κρατικές μορφές σε συγκυρίες πολιτικής κρίσης ή ακόμη και κρίσης του κράτους. Αυτή η προσέγγιση ερχόταν σε αντίθεση με την τάση, εμφανή σε πολλές κυρίαρχες ερμηνείες του φασισμού, να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα είδος πολιτικής «παθολογίας» ή «ανωμαλίας», αντί ως μια λανθάνουσα δυνατότητα μέσα στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.

Σε ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στα ελληνικά το 1967, στο περιοδικό της Ένωσης Ελλήνων Φοιτητών στο Παρίσι, ο Πουλαντζάς επέμενε ότι το πραξικόπημα του 1967 δεν ήταν φασιστικό, καθώς δεν μπορούσε να εντοπιστεί η «λαϊκή βάση» που συνδεόταν με τον κλασικό φασισμό. Ούτε ήταν «βοναπαρτιστικό», αφού στην Ελλάδα των τελών της δεκαετίας του 1960 δεν διακρινόταν η καταστροφική ισορροπία που θα μπορούσε να οδηγήσει στον βοναπαρτισμό, σύμφωνα με την ανάλυση της γαλλικής πολιτικής του 19ου αιώνα που ανέπτυξαν ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς.

Αντίθετα, για τον Πουλαντζά επρόκειτο για ένα πραξικόπημα που αντιστοιχούσε στη διεθνή στρατηγική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Η συγκυρία χαρακτηριζόταν από σημαντική κλιμάκωση των λαϊκών αγώνων — οι οποίοι δεν είχαν φτάσει σε σημείο ισορροπίας δυνάμεων με την αστική τάξη — αλλά και από διαιρέσεις στο εσωτερικό των κυρίαρχων τάξεων. Το γεγονός ότι τμήματα του κράτους, όπως ο ελληνικός στρατός, είχαν αποκτήσει σχετική αυτονομία αποτελούσε ένα ακόμη σύμπτωμα αυτής της κατάστασης.

Ο Πουλαντζάς κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, εφόσον η κατάληψη της εξουσίας από τον στρατό το 1967 δεν αποτελούσε φασιστικό πραξικόπημα και στερούνταν λαϊκής βάσης, η Αριστερά όφειλε να μποϊκοτάρει κάθε προσπάθεια του νέου καθεστώτος να δημιουργήσει μαζικές οργανώσεις:

Σύμφωνα, για παράδειγμα, με την έκθεση του [Γκεόργκι] Δημητρόφ, τέτοιες οργανώσεις πρέπει να αξιοποιούνται — όπως συνέβη στη Γερμανία και την Ιταλία — επειδή ένας επαναστάτης οφείλει να βρίσκεται όπου βρίσκονται οι μάζες. Και ο Δημητρόφ ειρωνεύεται ανελέητα τους «επαναστάτες» που θέτουν το ζήτημα στο επίπεδο της ατομικής «εντιμότητας». Από την άλλη πλευρά, αν, όπως πιστεύω ότι συμβαίνει, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα φασιστικό πραξικόπημα, και ασφαλώς όχι με ένα σταθεροποιημένο τέτοιο καθεστώς, τότε η γραμμή πρέπει να είναι το απόλυτο μποϊκοτάρισμα των οργανώσεων που ενδέχεται να δημιουργήσει το καθεστώς για να προσελκύσει τις μάζες, ώστε να διατηρηθεί η απομόνωσή του.

Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στη φρανκική Ισπανία, όπου τα παράνομα αριστερά κόμματα διείσδυαν στην επίσημη κρατική συνδικαλιστική οργάνωση που είχε δημιουργήσει το καθεστώς.

Σύμφωνα με τον Πουλαντζά, η δυνατότητα του φασισμού ενυπήρχε στα καπιταλιστικά κράτη, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτιόταν από την έκβαση των ταξικών αγώνων.

Φασισμός και δικτατορία

Η κύρια θεωρητική αναμέτρηση του Πουλαντζά με αυτά τα ζητήματα ήταν το βιβλίο Φασισμός και δικτατορία, που πρωτοκυκλοφόρησε στα γαλλικά το 1970, δύο χρόνια μετά το περίφημο έργο του Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις. Συνέχιζε την προσπάθεια να αναπτυχθεί μια συνεκτική θεωρητική προσέγγιση του φασισμού και να διακριθεί από άλλες μορφές κράτους έκτακτης ανάγκης, ενώ παράλληλα επανερχόταν σε ζητήματα επαναστατικής στρατηγικής στον απόηχο του Μάη του 1968.

Για τον Πουλαντζά, ο φασισμός αποτελούσε «μία από τις δυνατές συγκυρίες» του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού. Θεωρούσε τον ιμπεριαλισμό «στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο σύνολό της», το οποίο «δεν είναι απλώς ή αποκλειστικά οικονομικό φαινόμενο· με άλλα λόγια, δεν καθορίζεται μόνο από όσα συμβαίνουν στον οικονομικό τομέα ούτε μπορεί να εντοπιστεί αποκλειστικά μέσα σε αυτόν». Ο Πουλαντζάς αντιπαρέθετε αυτή την οπτική στον οικονομισμό της Τρίτης Διεθνούς.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του σταδίου, πέρα από τις οικονομικές μεταβολές του, ήταν ότι ανέθετε νέο ρόλο στο καπιταλιστικό κράτος, «δίνοντάς του νέες λειτουργίες και ένα διευρυμένο πεδίο παρέμβασης, καθώς και έναν νέο βαθμό αποτελεσματικότητας». Ο Πουλαντζάς συνέδεε αυτή την εξέλιξη με τη συσσώρευση αντιφάσεων στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα κατά τον Μεσοπόλεμο: «Ενώ η επανάσταση έγινε στον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας, τη Ρωσία, ο φασισμός εμφανίστηκε στους δύο επόμενους κρίκους, δηλαδή σε εκείνους που ήταν, συγκριτικά, οι πιο αδύναμοι στην Ευρώπη εκείνη την εποχή».

Ο Πουλαντζάς επέμενε ότι ο φασισμός μπορούσε να εξηγηθεί μόνο «με αναφορά στη συγκεκριμένη κατάσταση της ταξικής πάλης, καθώς δεν μπορεί να αναχθεί σε κάποια αναπόφευκτη ανάγκη της “οικονομικής” ανάπτυξης του καπιταλισμού». Απέρριπτε αυτό που αποκαλούσε «οικονομίστικο καταστροφισμό» της Τρίτης Διεθνούς και θεωρούσε ότι αυτό το εσφαλμένο ερμηνευτικό σχήμα μπορούσε να εξηγήσει πολλές από τις στρατηγικές αποτυχίες του ευρωπαϊκού κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στον φασισμό.

Ο Πουλαντζάς υποστήριζε ότι ήταν καταστροφικό, τόσο αναλυτικά όσο και πολιτικά, να παρουσιάζεται ο φασισμός ως φαινόμενο που θα έφερνε την επανάσταση πιο κοντά, επειδή αποτελούσε έκφραση της καταστροφικής οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού. Στο Φασισμός και δικτατορία, επιχείρησε να αναπτύξει μια θεωρία που θα αντιμετώπιζε τον φασισμό ως «μια μορφή κράτους και καθεστώτος στο ακραίο “όριο” του καπιταλιστικού κράτους». Αυτό σήμαινε ότι δεν αποτελούσε ούτε «παθολογία» του αστικού κράτους ούτε αναπόφευκτη εξέλιξή του, αλλά εξαρτιόταν από ιδιαίτερες συγκυρίες που καθορίζονταν από την έκβαση των ταξικών αγώνων.

Ο Πουλαντζάς υπογράμμιζε τη σημασία των αναλύσεων για τον φασισμό που είχαν αναπτύξει κομμουνιστές στοχαστές όπως ο Άουγκουστ Ταλχάιμερ, ο Αντόνιο Γκράμσι και ο Λέον Τρότσκι. Παράλληλα, ωστόσο, ασκούσε κριτική σε ορισμένα επιχειρήματά τους. Για παράδειγμα, θεωρούσε ότι η έννοια της καταστροφικής ισορροπίας, την οποία είχαν χρησιμοποιήσει ο Ταλχάιμερ και ο Γκράμσι αντλώντας από την ερμηνεία του Μαρξ για τον βοναπαρτισμό, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις όπου η εργατική τάξη είχε ήδη ηττηθεί. Πίστευε επίσης ότι ο Τρότσκι είχε εκτιμήσει λανθασμένα πως υπήρχε άμεσος φασιστικός κίνδυνος στη Γαλλία τη δεκαετία του 1930.

Τα στοιχεία του φασισμού

Σύμφωνα με τον Πουλαντζά, τα βασικά στοιχεία για την εμφάνιση του φασισμού ήταν τα ακόλουθα.

Πρώτον, υπήρχε μια διαδικασία «εμβάθυνσης και όξυνσης των εσωτερικών αντιφάσεων ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις και τις ταξικές μερίδες».

Δεύτερον, υπήρχε κρίση ηγεμονίας, με την έννοια ότι «καμία κυρίαρχη τάξη ή ταξική μερίδα δεν φαίνεται ικανή να επιβάλει την “ηγεσία” της στις άλλες τάξεις και μερίδες του συνασπισμού εξουσίας, είτε με τις δικές της μεθόδους πολιτικής οργάνωσης είτε μέσω του “κοινοβουλευτικού δημοκρατικού” κράτους».

Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούσε κανείς να παρατηρήσει την «ηγεμονία μιας νέας ταξικής μερίδας στο εσωτερικό του συνασπισμού εξουσίας: εκείνης του χρηματιστικού κεφαλαίου ή του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου», καθώς και μια κρίση κομματικής εκπροσώπησης και κυρίαρχης ιδεολογίας. Μια «επιθετική στρατηγική από την πλευρά της αστικής τάξης» συνέπιπτε με μια «υποχώρηση της εργατικής τάξης σε αμυντική θέση».

Παρουσιάζοντας αυτά τα στοιχεία, ο Πουλαντζάς ήθελε να αποφύγει κάθε στενά «εργαλειακή» αντίληψη του φασισμού. Επέμενε ότι, κατά την άνοδό τους στην εξουσία και μετά από αυτήν, τα φασιστικά κόμματα και κράτη διέθεταν κατά κανόνα «σχετική αυτονομία» τόσο απέναντι στον ευρύτερο συνασπισμό εξουσίας όσο και απέναντι στις συγκεκριμένες μερίδες του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου των οποίων είχαν εδραιώσει την ηγεμονία.

Ο Πουλαντζάς ασκούσε έντονη κριτική σε ορισμένες πλευρές της ανάλυσης του φασισμού που είχε αναπτύξει η Τρίτη Διεθνής. Σε αυτές περιλαμβάνονταν οι διατυπώσεις του Βούλγαρου κομμουνιστή ηγέτη Γκεόργκι Δημητρόφ στο Έβδομο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1935, όπου περιέγραψε τον φασισμό ως δικτατορία «των πιο αντιδραστικών, σοβινιστικών και ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου».

Για τον Πουλαντζά, αυτή ήταν μια υπερβολικά περιοριστική αποτύπωση των οικονομικών συμφερόντων που εκπροσωπούσε το φασιστικό κράτος. Άνοιγε επίσης τον δρόμο για μια στρατηγική συμμαχιών που θα μπορούσε να περιλάβει όλες τις μερίδες του κεφαλαίου, με εξαίρεση εκείνες που είχε κατονομάσει ο Δημητρόφ. Παρότι ο φασισμός εξέφραζε έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό των κυρίαρχων τάξεων, αυτό, κατά την άποψή του, δεν σήμαινε ότι εκπροσωπούσε αποκλειστικά τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Σε αντίθεση με τη ρητορική της Τρίτης Διεθνούς, ο Πουλαντζάς επέμενε ότι οι σημαντικές ήττες των εργατικών τάξεων και η ιδεολογική κρίση του εργατικού κινήματος και των οργανώσεών του αποτελούσαν σημαντικές πλευρές της ανόδου του φασισμού. Υπογράμμιζε επίσης την ανεπάρκεια της έννοιας του «σοσιαλφασισμού», η οποία παρουσίαζε τη σοσιαλδημοκρατία και τον φασισμό ως δίδυμες δυνάμεις που θα μπορούσαν να συνεργαστούν, υποτιμώντας το γεγονός ότι τα φασιστικά κόμματα είχαν αναπτύξει τη δική τους κοινωνική βάση.

Επιπλέον, εξέταζε την ιδιαίτερη προσκόλληση των μικροαστικών στρωμάτων στα φασιστικά κόμματα. Ο Πουλαντζάς υποστήριζε ότι, σε μια περίοδο οικονομικής και πολιτικής κρίσης, ορισμένα στοιχεία της ιδεολογίας των φασιστικών κομμάτων προσέφεραν διέξοδο σε αυτά τα στρώματα, όπως η «κρατολατρία», ο εθνικισμός, ο ελιτισμός, ο ρατσισμός και ο μιλιταρισμός.

Ο Πουλαντζάς προσέφερε μια ιδιαίτερα λεπτομερή ανάλυση του φασισμού στην εξουσία ως παρεμβατικού «κράτους έκτακτης ανάγκης», το οποίο συνέβαλλε στην υπέρβαση μιας ιδεολογικής κρίσης και διεύρυνε το πεδίο της κρατικής παρέμβασης πέρα από τα όρια που έθετε ο νόμος. Παρότι το μονοκομματικό σύστημα δεν εξάλειφε τις αντιφάσεις ανάμεσα στις διαφορετικές μερίδες των κυρίαρχων τάξεων, επέμενε ότι προσέφερε:

 

μορφές «άμεσης εκπροσώπησης», χαρακτηριστικές καταστάσεων όπου ο συνασπισμός εξουσίας είναι πολιτικά αποδιοργανωμένος, όπου τα πολιτικά κόμματα παρακάμπτονται από τον άμεσο «οργανωτικό» ρόλο των άλλων κρατικών μηχανισμών και όπου οι μάζες υπόκεινται, κατά χαρακτηριστικό τρόπο, στην κυρίαρχη ιδεολογία.

 

Η αναστολή των ανταγωνιστικών, πολυκομματικών εκλογών δεν σήμαινε αναστολή της νομιμοποίησης καθαυτής, σύμφωνα με τον Πουλαντζά. Τα φασιστικά κόμματα στην εξουσία επικαλούνταν διαρκώς κάποια μορφή «λαϊκής κυριαρχίας» και κινητοποιούσαν τακτικά τις μάζες.

Οργανικές κρίσεις

Το Φασισμός και δικτατορία αποτέλεσε σημαντική συμβολή στη συζήτηση. Είχε ασφαλώς τις αδυναμίες του, όπως την τάση του συγγραφέα να θεωρεί ότι οι στρατηγικές που διαμορφώνονταν στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών καθορίζονταν κυρίως από τον συσχετισμό δυνάμεων εντός και μεταξύ των κυρίαρχων ταξικών μερίδων. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τη δική του επιμονή στη σχετική αυτονομία του κράτους. Ο Πουλαντζάς υποτιμούσε επίσης τον βαθμό στον οποίο ο φασισμός στηριζόταν σε μια μορφή μαζικής πολιτικής.

Παρ’ όλα αυτά, η ανάλυσή του κατόρθωσε να επιτύχει μια σημαντική ισορροπία. Από τη μία πλευρά, αντιμετώπιζε τον φασισμό ως «οργανική» πτυχή ορισμένων ιστορικών περιόδων, συνδεδεμένη με τον μετασχηματισμό τόσο των καθεστώτων συσσώρευσης όσο και των κρατικών μηχανισμών. Από την άλλη, τόνιζε τα ενδεχομενικά χαρακτηριστικά του, τα οποία αντανακλούσαν τη συγκυριακή δυναμική της ταξικής πάλης στη μία ή την άλλη χώρα. Με αυτόν τον τρόπο, ο Πουλαντζάς υπογράμμιζε τη δυνατότητα εμφάνισης του φασισμού, δείχνοντας παράλληλα ότι δεν ήταν φασιστική κάθε μορφή κρατικού αυταρχισμού.

Με αυτόν τον τρόπο, ο Πουλαντζάς υπογράμμιζε τη δυνατότητα εμφάνισης του φασισμού, δείχνοντας παράλληλα ότι δεν ήταν φασιστική κάθε μορφή κρατικού αυταρχισμού.

Η ίδια επιθυμία να αποφύγει την παρουσίαση όλων των «κρατών έκτακτης ανάγκης» ως φασιστικών ήταν εμφανής και στην Κρίση των δικτατοριών του 1975. Επρόκειτο για ένα βιβλίο με πιο άμεσα παρεμβατικό χαρακτήρα από τα άλλα έργα του, γραμμένο ως προσπάθεια ανάλυσης της κατάρρευσης των δεξιών αυταρχικών καθεστώτων στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Περιλάμβανε ορισμένες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τον ρόλο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Ο Πουλαντζάς εντόπιζε μια «πολλαπλότητα αμερικανικών τακτικών» στην αντιμετώπιση των καθεστώτων της Νότιας Ευρώπης, η οποία «συνδεόταν με τις αντιφάσεις του ίδιου του αμερικανικού κεφαλαίου» — αντιφάσεις που εκφράζονταν στο εσωτερικό του αμερικανικού κράτους:

Η ιδιαιτερότητα του αμερικανικού κράτους έγκειται στο ότι ο «εξωτερικός φασισμός» του, δηλαδή μια εξωτερική πολιτική που γενικά δεν διστάζει να καταφύγει στις χειρότερες μορφές γενοκτονίας, ενσαρκώνεται σε θεσμούς οι οποίοι, μολονότι απέχουν πολύ από το να αποτελούν ιδανική περίπτωση αστικής δημοκρατίας — αρκεί να θυμηθεί κανείς την κατάσταση των κοινωνικών και εθνικών μειονοτήτων στις ΗΠΑ —, εξακολουθούν να επιτρέπουν την οργανική εκπροσώπηση των διαφόρων μερίδων του κεφαλαίου μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς και στους κλάδους του κατασταλτικού μηχανισμού. Ένα τέτοιο καθεστώς, ακόμη κι αν στηρίζεται σε μια πραγματική ιερή ένωση της μεγάλης πλειονότητας του έθνους γύρω από μείζονες πολιτικούς στόχους — και θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά γι’ αυτό —, συνοδεύεται αναγκαστικά από διαρκείς και ανοιχτές αντιφάσεις στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών.

Σε κάθε δεδομένη στιγμή, υποστήριζε ο Πουλαντζάς, η στάση της Ουάσιγκτον μπορούσε να περιλαμβάνει «μια σειρά πιθανών λύσεων», που εκτείνονταν από «διάφορους βαθμούς υποστήριξης έως την περισσότερο ή λιγότερο παθητική αποδοχή λύσεων τις οποίες θεωρεί μικρότερο κακό — μέχρι του σημείου μιας ορισμένης ρήξης». Οι διαφορετικοί κρατικοί μηχανισμοί που εμπλέκονταν στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μπορούσαν ακόμη και να κινούνται, σε κάποιον βαθμό, προς αντίθετες κατευθύνσεις:

Η CIA, το Πεντάγωνο και ο στρατιωτικός μηχανισμός, καθώς και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υιοθετούν συχνά διαφορετικές τακτικές, όπως συμβαίνει και με την κυβέρνηση και την εκτελεστική εξουσία στο σύνολό της σε αντιδιαστολή προς το Κογκρέσο· αυτό είναι απολύτως εμφανές στις περιπτώσεις της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Επιπλέον, αυτές οι τακτικές συχνά ακολουθούνται παράλληλα, δημιουργώντας παράλληλα δίκτυα που αγνοούν το ένα το άλλο, ακόμη και συγκρούονται μεταξύ τους.

Αυταρχικός κρατισμός

Τη δεκαετία του 1970, ο Πουλαντζάς συνέχισε να επεξεργάζεται ζητήματα σχετικά με το κράτος, στρέφοντας τις μελέτες του προς δύο σημαντικές κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, ανέπτυξε έναν ιδιαίτερα πρωτότυπο, σχεσιακό ορισμό του κράτους, σύμφωνα με τον οποίο το κράτος δεν ήταν μια «οντότητα» που διέθετε τη δική της «εγγενή εργαλειακή ουσία […] είναι το ίδιο μια σχέση, ακριβέστερα η συμπύκνωση μιας ταξικής σχέσης».

Από την άλλη πλευρά, πρότεινε μια πιο επεξεργασμένη θεωρητική προσέγγιση της κρατικής κρίσης:

Αυτή η σειρά αντιφάσεων εκφράζεται στην ίδια την καρδιά του κράτους — το κράτος είναι σχέση — και αποτελεί παράγοντα που καθορίζει τα χαρακτηριστικά της κρατικής κρίσης: συσσώρευση εσωτερικών αντιφάσεων μεταξύ κλάδων και μηχανισμών του κράτους, σύνθετες μετατοπίσεις της κυριαρχίας μεταξύ μηχανισμών, ανακατανομή λειτουργιών, ενίσχυση του ιδεολογικού ρόλου ενός συγκεκριμένου μηχανισμού που συνοδεύει την εντατικότερη χρήση της κρατικής βίας, και ούτω καθεξής. Όλα αυτά μαρτυρούν τις προσπάθειες του κράτους να αποκαταστήσει μια κλονιζόμενη ταξική ηγεμονία.

Για τον Πουλαντζά, αυτή η διαδικασία οδηγούσε σε μια αυταρχική στροφή «που θα μπορούσε να σημαίνει απλώς ότι μια ορισμένη μορφή “δημοκρατικής πολιτικής” έχει φτάσει στο τέλος της μέσα στον καπιταλισμό».

Ο Πουλαντζάς εντόπιζε μια σειρά μετασχηματισμών που συγκροτούσαν αυτόν τον νέο αυταρχισμό του «ισχυρού κράτους»:

Τεράστια συγκέντρωση εξουσίας στην εκτελεστική εξουσία, εις βάρος όχι μόνο της «λαϊκής» κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης αλλά και μιας σειράς δικτύων που στηρίζονται στη λαϊκή ψήφο […] οργανική σύγχυση των τριών εξουσιών — εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής — και διαρκής καταπάτηση των πεδίων δράσης και αρμοδιότητας των μηχανισμών ή κλάδων που αντιστοιχούν σε αυτές […] επιτάχυνση των αυθαίρετων κρατικών πολιτικών που περιορίζουν τις πολιτικές ελευθερίες των πολιτών […] ραγδαία υποχώρηση του ρόλου των αστικών πολιτικών κομμάτων και μετατόπιση των πολιτικών και οργανωτικών λειτουργιών τους — τόσο από την οπτική του συνασπισμού εξουσίας όσο και από εκείνη των κυριαρχούμενων τάξεων — προς όφελος της κρατικής διοίκησης και γραφειοκρατίας […] εντατικοποίηση της χρήσης της κρατικής βίας, τόσο με την έννοια της σωματικής όσο και της «συμβολικής βίας» […] δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου νέων κυκλωμάτων «κοινωνικού ελέγχου»: διευρυμένη αστυνομική επιτήρηση, ψυχολογικές και ψυχαναλυτικές υπηρεσίες, έλεγχοι μέσω της κοινωνικής πρόνοιας.

Στο τελευταίο του έργο, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, ο Πουλαντζάς περιέγραφε αυτούς τους μετασχηματισμούς των καπιταλιστικών κρατών ως ανάδυση του «αυταρχικού κρατισμού»:

Ελλείψει καλύτερου όρου, θα αναφερθώ σε αυτή την κρατική μορφή ως αυταρχικό κρατισμό. Ο όρος αυτός ίσως υποδηλώνει τη γενική κατεύθυνση της αλλαγής: δηλαδή, εντατικοποίηση του κρατικού ελέγχου σε κάθε σφαίρα της κοινωνικοοικονομικής ζωής, σε συνδυασμό με τη ριζική υποχώρηση των θεσμών της πολιτικής δημοκρατίας και τον δρακόντειο, πολύμορφο περιορισμό των λεγόμενων «τυπικών» ελευθεριών, των οποίων την πραγματική υπόσταση ανακαλύπτουμε τώρα που καταργούνται.

Ο Πουλαντζάς φρόντιζε να διακρίνει αυτόν τον αυταρχικό κρατισμό από τον ολοκληρωτισμό ή τον φασισμό. Αυτό δεν συνέβαινε επειδή υποτιμούσε την έκταση αυτών των μετασχηματισμών ή τον αυταρχικό χαρακτήρα τους. Αντίθετα, οφειλόταν στο ότι δεν είχαμε να κάνουμε με κάποια μορφή «κράτους έκτακτης ανάγκης», αλλά με την αυταρχική μετάλλαξη των ίδιων των «δημοκρατικών» καπιταλιστικών κρατών:

Η εμφάνιση του αυταρχικού κρατισμού δεν μπορεί να ταυτιστεί ούτε με μια νέα φασιστική τάξη πραγμάτων ούτε με μια τάση προς τον φασισμό. Το σημερινό κράτος δεν αποτελεί ούτε τη νέα μορφή ενός γνήσιου κράτους έκτακτης ανάγκης ούτε, καθαυτό, μια μεταβατική μορφή προς ένα τέτοιο κράτος: αντιπροσωπεύει μάλλον τη νέα «δημοκρατική» μορφή της αστικής δημοκρατίας στη σημερινή φάση του καπιταλισμού. […] Για πρώτη φορά στην ιστορία των δημοκρατικών κρατών, η σημερινή μορφή όχι μόνο περιέχει διάσπαρτα στοιχεία ολοκληρωτισμού, αλλά αποκρυσταλλώνει την οργανική τους διάταξη σε μια μόνιμη δομή που λειτουργεί παράλληλα με το επίσημο κράτος.

Εκείνη την περίοδο, ο Πουλαντζάς ασχολούνταν τόσο με τον αυταρχικό μετασχηματισμό των καπιταλιστικών κρατών όσο και με τον αυταρχικό ή «ολοκληρωτικό» χαρακτήρα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στο ανατολικό μπλοκ υπό σοβιετική ηγεσία. Κατά μία έννοια, η αντίληψη ενός δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, την οποία διατύπωσε στο Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, ήταν ο τρόπος του να αντιμετωπίσει και τις δύο προκλήσεις.

Ο Πουλαντζάς πίστευε ότι, χάρη στην ύπαρξη ισχυρών κοινωνικών κινημάτων, θα μπορούσαν να επιβληθούν βαθιές αλλαγές στο εσωτερικό του κράτους, οι οποίες να συμπυκνώνουν τον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων. Μέσα από μια στρατηγική που θα συνδύαζε την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας με την αυτόνομη κοινωνική κινητοποίηση, θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Αυτή η ιδέα ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού, που θα συνδύαζε αντιπροσωπευτικές και άμεσες μορφές δημοκρατίας, αποτελούσε επίσης την απάντησή του στο αδιέξοδο του σοβιετικού τύπου «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Διαβάζοντας τον Πουλαντζά σήμερα

Ο Πουλαντζάς έχει δεχθεί έντονη κριτική για την υπερβολική αισιοδοξία του ως προς τη δυνατότητα ενός ριζοσπαστικού δημοκρατικού μετασχηματισμού του κράτους και επειδή υποτίμησε το πώς οι υλικές δυναμικές που είναι εγγεγραμμένες στο κράτος — ακριβώς εκείνες που περιέγραφε ως «αυταρχικό κρατισμό» — θα επέβαλλαν τη λογική τους σε κάθε απόπειρα αριστερού κυβερνητισμού, όπως θα έδειχνε η εμπειρία χωρών όπως η Γαλλία και η Ελλάδα τη δεκαετία του 1980. Η αυτοκτονία του το 1979 έθεσε πρόωρο τέλος στη θεωρητική του διαδρομή, αφήνοντας πολλά ανοιχτά ερωτήματα για τις κατευθύνσεις που θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει στη συνέχεια η σκέψη του.

Ωστόσο, ο Πουλαντζάς μάς άφησε ορισμένες ανεκτίμητες θεωρητικές παρακαταθήκες για τον μετασχηματισμό των καπιταλιστικών κρατών. Ιδιαίτερη σημασία είχε ο εντοπισμός αυταρχικών τάσεων και μετατοπίσεων που θα γίνονταν πολύ πιο εμφανείς τα επόμενα χρόνια. Οι αυταρχικές και πειθαρχικές πτυχές των νεοφιλελεύθερων κρατών μάς είναι πλέον απολύτως οικείες, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης της «αντιτρομοκρατικής» νομοθεσίας ως καλύμματος για κατασταλτικές πρακτικές και μηχανισμούς επιτήρησης.

Ο Πουλαντζάς προέβλεψε επίσης σωστά ότι η νεοφιλελεύθερη ατζέντα των ιδιωτικοποιήσεων και της απορρύθμισης υπέρ της αγοράς δεν θα συνεπαγόταν υποχώρηση του κράτους. Αντίθετα, θα απαιτούσε τη διεύρυνση των διοικητικών παρεμβάσεων και μηχανισμών, οι περισσότεροι από τους οποίους θα θωρακίζονταν απέναντι σε κάθε μορφή δημοκρατικού ελέγχου ή παρέμβασης των λαϊκών κινημάτων.

Ο πολλαπλασιασμός των υποτιθέμενα ανεξάρτητων — και μη εκλεγμένων — αρχών και η αυξημένη εξουσία των κεντρικών τραπεζών αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η επιβολή νεοφιλελεύθερων πολιτικών υπό την αιγίδα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει σημάνει τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των μη εκλεγμένων θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την προτεραιότητα των ευρωπαϊκών ρυθμίσεων έναντι των δημοκρατικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων σε εθνικό επίπεδο.

Το έργο του Πουλαντζά μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα το σημερινό κύμα ακροδεξιών πολιτικών κινημάτων, το οποίο συνδέεται όχι μόνο με καταστάσεις πολιτικής κρίσης — συμπεριλαμβανομένης της κρίσης της Αριστεράς στις διάφορες εκδοχές της — αλλά και με τον αυταρχικό μετασχηματισμό των κρατών, με νέες μορφές κρατικού ρατσισμού που στρέφονται κατά των μεταναστών και των προσφύγων. Επιπλέον, και ίσως πάνω απ’ όλα, το έργο του υπογραμμίζει εμφατικά ότι δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την αντίσταση στον φασισμό και τον κρατικό αυταρχισμό από τους ευρύτερους αντικαπιταλιστικούς αγώνες.

Μια τέτοια αντίσταση μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο αν στηρίζεται σε έναν συνασπισμό των εργατικών τάξεων με τις άλλες υποτελείς τάξεις, και όχι σε συμμαχίες ελάχιστων στόχων που περιορίζονται στην απλή υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Άλλωστε, κυρίως τα κόμματα του λεγόμενου συνταγματικού τόξου είναι εκείνα που έχουν ενορχηστρώσει τις σημερινές «μεταδημοκρατικές» μεταλλάξεις των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Τα περισσότερα ακροδεξιά πολιτικά κινήματα δεν έχουν κανένα πρόβλημα να δηλώνουν ότι συμμορφώνονται πλήρως με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των υπερεθνικών εκφράσεών του, όπως η ΕΕ.

Αυτό αναδεικνύει ένα ακόμη σημαντικό δίδαγμα που μπορούμε να αντλήσουμε από τον Πουλαντζά. Παρότι το όραμά του για έναν δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό έχει δικαιολογημένα επικριθεί για τις πιθανές ρεφορμιστικές αναγνώσεις του, η θέση του ότι «ο σοσιαλισμός δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατικός» δεν αποτελούσε απλώς έναν τρόπο αποστασιοποίησης από την εμπειρία της ΕΣΣΔ και των συμμάχων της. Συνεπάγεται επίσης ότι «η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι σοσιαλιστική», με την έννοια ότι δεν υπάρχει «οργανική» σύνδεση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία. Ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί η δημοκρατία ως αυτοκυβέρνηση των υποτελών τάξεων είναι μέσα από έναν αγώνα για την υπέρβαση του καπιταλισμού.

Ο Παναγιώτης Σωτήρης εργάζεται ως δημοσιογράφος στην Αθήνα και διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Historical Materialism.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα