Αρχική Blog Σελίδα 89

Ἐπικίνδυνο γιά τήν ΕΡΤ τό «Φιόρδ», ἡ ταινία γιά τόν Χριστιανισμό καί τήν οἰκογένεια!

1

Παρομοιάζει τό ἀριστουργηματικό φίλμ μέ «ἄρθρο συντηρητικῆς χριστιανοδημοκρατικῆς φυλλάδας» καί κατηγορεῖ τήν ταινία πώς ταυτίζει τήν woke ἀτζέντα μέ τόν ὁλοκληρωτισμό

«Εἶναι ὑπερτιμημένη καί στρατευμένη» – Ἡ ἱστορία μιᾶς οἰκογένειας πού ἡ νορβηγική Πρόνοια τῆς ἅρπαξε τά πέντε παιδιά μέ πρόσχημα τήν βία

ΕIναι μιά ἱστορία πού ἀναδεικνύει τόν παραλογισμό τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν. Ἡ βραβευμένη μέ Χρυσό Φοίνικα στίς Κάννες ταινία τοῦ Ρουμάνου σκηνοθέτη Κριστιάν Μουντζίου «Φιόρδ» περιγράφει τήν ἐπίθεση πού ἐξαπολύουν μειονότητες πού ἔχουν καταλάβει θέσεις-κλειδιά στά δυτικά κράτη στό ὄνομα ἑνός ἐπικινδύνου γιά τήν κοινωνική συνοχή φιλελευθερισμοῦ (πού ἐλάχιστα διαφέρει ἀπό τόν ἀριστερό φονταμενταλισμό) κατά τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῆς παραδοσιακῆς οἰκογενείας.

Στήν ταινία ἀναδεικνύεται ἡ ἐπίθεσις τήν ὁποία δέχονται τά μέλη μιᾶς οἰκογενειάς Ρουμάνων πού μετοίκησαν στήν Νορβηγία, ὅπου, μέ πρόσχημα τήν οἰκογενειακή βία, παρεμβαίνει ἡ Πρόνοια. Ἡ ρίζα τοῦ προβλήματος ὅμως εἶναι τό γεγονός ὅτι στό σχολεῖο ἐνόχλησε ὁ σχολιασμός τῶν παιδιῶν γιά τόν σεξουαλικό προσανατολισμό σέ ἐρωτήσεις γιά τό τρίτο φῦλο καί ὁ προσδιορισμός τοῦ λάθους μέσα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, Ἀποκαλύπτεται δηλαδή μιά ἀλήθεια χωρίς τόν μονομερῆ τρόπο στόν ὁποῖο ἀρέσκονται οἱ θιασῶτες τῶν σημερινῶν παρακμιακῶν ἀντιλήψεων. Προβάλλεται καί ὁ ἀντίλογος. Ἀκούγεται καί ἡ φωνή τῆς παραδοσιακῆς οἰκογενείας.

Καί, ἀπό ὅ,τι φαίνεται, αὐτό ἀκριβῶς ἐνόχλησε τήν ERTNews, πού στήν ἱστοσελίδα της προβαίνει σέ ἀήθη ἐπίθεση κατά τῆς ταινίας, κατά τοῦ σκηνοθέτου καί κατά τοῦ Φεστιβάλ τῶν Καννῶν. Ὅταν οἱ Χρυσοί Φοίνικες ἀπονέμονται σέ ταινίες πού ὑπηρετοῦν τήν προσπάθεια ἀπαξιώσεως τῶν παραδοσιακῶν ἀξιῶν, σπεύδουν νά χειροκροτήσουν. Ὅταν παίρνουν ἴσες ἀποστάσεις, ἐπικρίνονται ἀδίκως. Ἀλλά αὐτός εἶναι φιλελευθερισμός πού θά ἔκανε τά κόκκαλα τοῦ Βολταίρου νά τρίζουν…

Διαβάζουμε λοιπόν τί ἔγραψε ἡ ἱστοσελίδα ERTNews μεταξύ ἄλλων: «Τό “Fjord” τοῦ Κριστιάν Μουντζίου, πού χάρισε στόν Ρουμάνο σκηνοθέτη τόν δεύτερο Χρυσό Φοίνικα τῆς καριέρας του, δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἀπό τίς λιγώτερο ἐμπνευσμένες πρόσφατες ἐπιλογές τοῦ Φεστιβάλ Καννῶν, ἀλλά μιά ὑπερτιμημένη ταινία μέ πολιτικοκοινωνική στράτευση, πού ἄθελά της ἐνισχύει μιά ἰδεολογική προβληματική σχετικά μέ τίς χῶρες/κράτη δικαίου, πού μεταφράζει μελοδραματικά τά συγκρουσιακά προβλήματα πολιτισμῶν καταλήγοντας σέ συνταγογραφούμενο καταγγελτικό ὀπτικοποιημένο ἄρθρο χριστιανοδημοκρατικῆς φυλλάδας».

Καί παρακάτω: «Τό “Fjord” ὄντως θέλει νά μᾶς προειδοποιήσει γιά τόν φανατισμό καί τῶν δύο ἄκρων, στήν πράξη, ὅμως, προσφέρει κῦρος καί κινηματογραφική σοβαρότητα σέ ἕνα ἤδη γνώριμο ἀντιδραστικό ἐπιχείρημα: ὅτι οἱ πολιτικές προστασίας, ἰσότητας καί συμπερίληψης ἀποτελοῦν μιά νέα μορφή ὁλοκληρωτισμοῦ. Γι’ αὐτό δέν εἶναι ἁπλῶς μιά μέτρια ἤ ἀπογοητευτική ταινία ἀπό ἕναν σκηνοθέτη πού στό παρελθόν γνώριζε νά μετατρέπει τήν ἠθική ἀβεβαιότητα σέ σπουδαῖο σινεμά, ἀλλά προσωπικά μιά ἐξοργιστική καί ἐνδεχομένως ἐπικίνδυνη ταινία, ἐπειδή ἐμφανίζει τήν προκατάληψή της ὡς ἰσορροπία καί τήν ἰδεολογική της χειραγώγηση ὡς ἐλεύθερη σκέψη».

Ἔτσι σχολιάζει ἡ EΡT μιά ταινία πού ἀποκαλύπτει τόν ὁλοκληρωτισμό τῶν μειονοτήτων πού διώκουν τίς πλειονότητες μέσα ἀπό τίς δομές ἑνός ἀποστεωμένου καί παρακμιακοῦ κράτους. Τό εὕρημα τοῦ σκηνοθέτη εἶναι ὁ εἰρηνικός τρόπος πού ἀντιμετώπισε αὐτή ἡ πολύτεκνη οἰκογένεια τήν βίαιη εἰσβολή τοῦ κράτους καί τήν ἁρπαγή τῶν παιδιῶν της. Καί  ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα ἀντιμετώπισαν μέ χριστιανική στωικότητα αὐτήν τήν ἐπίθεση. Δέν ἐξερράγησαν, δέν καθύβρισαν, δέν χειροδίκησαν, ἄν καί ἐδέχθησαν θρησκευτική δίωξη. Τό ὅτι ἡ ταινία δέν χειροκροτεῖ τόν βιασμό τῶν ἀξιῶν μιᾶς ὁλόκληρης κοινωνίας ἡ EΡT θεωρεῖ ὅτι εἶναι «ἐξοργιστικό» καί ὅτι καθιστᾶ τήν ταινία «ἐπικίνδυνη». Ἐπικίνδυνη γιά ποιόν ὅμως; Σίγουρα ὄχι γιά τήν ἐλευθερία τῆς σκέψεως καί τοῦ φρονήματος. Τό ὁποῖο ὁ ψευδοφιλελεύθερος σκοταδισμός προσπαθεῖ νά καταπνίξει.

estianews.gr

Ἡ σταδιακή κατάρρευσις τῆς γερμανικῆς Χριστιανοδημοκρατίας

0
  • Tοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΘΩΜΑ

Οἱ αἰτίες ἀνάγονται στήν οὐσιαστική ἀπεμπόληση τῶν παραδοσιακῶν ἀξιῶν της

Ἡ πρόσφατος διαμάχη πού ξέσπασε γύρω ἀπό τόν Χριστιανοδημοκράτη Γερμανό πολιτικό Γένς Σπάν, κοινοβουλευτικό ἐκπρόσωπο μέχρι προσφάτως τῆς CDU στό Ὁμοσπονδιακό Κοινοβούλιο τῆς Γερμανίας καί φερόμενο ὡς μελλοντικό Καγκελλάριο τῆς Γερμανίας, ὑπῆρξε ἄκρως ἀποκαλυπτική.

Ὁ Σπάν παρητήθη ὅταν ἀπεκαλύφθη ὅτι ὁ ἴδιος καί ὁ σύντροφός του εἶχαν προσλάβει, γιά νά ἀποκτήσουν παιδί, μιάν Ἀμερικανίδα παρένθετη μητέρα, παρ’ ὅτι ὁ ἴδιος ἀνήκει σέ ἕνα κόμμα πού ἐδῶ καί καιρό ἀντιτίθεται στήν διείσδυση τῆς ἀγορᾶς καί τοῦ χρήματος σέ μιά ἀπό τίς σημαντικώτερες ἀνθρώπινες σχέσεις, τήν σχέση μεταξύ μητέρας καί ἀγέννητου παιδιοῦ.

Οἱ περισσότεροι δημοσιογράφοι καί σχολιαστές ἀντιμετώπισαν τήν ὑπόθεση ὡς χαρακτηριστικό φαινόμενο πολιτικῆς ὑποκρισίας, ἐνῷ ἄλλοι πολιτικοί παῖκτες, περισσότερο τυχοδιῶκτες, ἐκμεταλλεύτηκαν τήν πολιτική καί ἐπικοινωνιακή εὐκαιρία γιά νά ζητήσουν τήν περαιτέρω φιλελευθεροποίηση τῆς γερμανικῆς νομοθεσίας πού καλύπτει τήν ἀποκαλουμένη ὑποβοηθουμένη ἀναπαραγωγή στόν ἄνθρωπο. Ὑπάρχουν ὅμως καί ἐκεῖνοι πού ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ μεγάλη σημασία τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ ἐπεισοδίου ἔγκειται ἀλλοῦ.

Ἡ ὑπόθεσις Σπάν εἶναι τυπική μιᾶς γερμανικῆς χριστιανοδημοκρατικῆς παραδόσεως ἡ ὁποία μᾶλλον εἶναι πλέον χριστιανική μόνον κατ’ ὄνομα, γράφει σέ ἀνάλυσή του στήν πολιτική ἐπιθεώρηση «The European Conservative» o Ἀμερικανός συγγραφεύς Τζόου Βόζνιακ.

Τό κόμμα ἱδρύθη ἀπό τόν Κόνραντ Ἀντενάουερ μέ σκοπό τήν ἀνοικοδόμηση τῆς Γερμανίας μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέ θεμέλιο τόν χριστιανικό πολιτισμό καί τήν ἐπούλωση τῶν πληγῶν καί τοῦ σχίσματος στόν εὐρωπαϊκό πολιτισμό πού προεκλήθη ἀπό τήν λαίλαπα τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ. Μέ τό πέρασμα ὅμως τοῦ χρόνου, ἐπισημαίνει στήν ἀνάλυσή του ὁ Βόζνιακ, ἡ CDU σταδιακῶς φαίνεται ὅτι παρεδόθη καί ἀπεμπόλησε τήν κληρονομία της, ἀντήλλαξε ἕνα ὅραμα μετανοίας, αὐτοπεποιθήσεως, πολιτικῆς καί ἐθνικῆς ἀνανεώσεως μέ τήν ἐπιφυλακτική ἰδεολογική στάση ἑνός ἀστικοῦ κόμματος πού κάνει τά πάντα γιά νά κερδίσει καί νά διατηρήσει τήν ἐξουσία.

Μιά ἀκόμη χειρότερη ἑρμηνεία τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων ἀποδίδει στήν γερμανική Χριστιανοδημοκρατία τήν κατηγορία ὅτι ἐγκατέλειψε τό ἀγωνιστικό καί ἀντιστασιακό πνεῦμα καί παρεδόθη ὅπως ἡ Γαλλία τοῦ Βισύ. Πολιτικοί ἀναλυτές, ἀλλά καί Εὐρωπαῖοι πολιτικοί, ὑπενθυμίζουν τήν προειδοποίηση τοῦ Πάπα Βενεδίκτου, ὑπερηφάνου υἱοῦ τῆς Βαυαρίας, πού ἔκανε λόγο γιά τεραστίους κινδύνους οἱ ὁποῖοι ἐκπορεύονται ἀπό τήν ἀποκαλουμένη δικτατορία τοῦ σχετικισμοῦ.

Ἡ περίπτωσις Ἀντενάουερ

Ἡ μεταπολεμική γερμανική Χριστιανοδημοκρατία ἦταν ἕνα εὐφυές τευτονικό σχέδιο, ἀρχιτέκτων τοῦ ὁποίου ἦταν ὁ Κόνραντ Ἀντενάουερ, τόν ὁποῖο ἀντιμετώπιζε μέ τεράστια καχυποψία ἡ βρεταννική στρατιωτική κυβέρνησις τῆς δυτικῆς Γερμανίας, πού τόν θεωροῦσε ἀσήμαντο Καθολικό πολιτικό τῆς Ρηνανίας ὁ ὁποῖος ἀντιπροσώπευε τήν ξεπερασμένη πολιτική ἀρχιτεκτονική τῆς Δημοκρατίας τῆς Βαϊμάρης καί τόν πολιτικό κατακερματισμό ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.

Ὁ Ἀντενάουερ ὅμως ἔδειξε τεράστια εὐελιξία καί προσαρμοστικότητα καί στά μάτια τῶν Συμμάχων ἀνεδείχθη σέ ἔμπειρο ἡγέτη πού ὑλοποίησε ἕνα πολύ δύσκολο σχέδιο γιά τήν ἐπάνοδο τῆς Γερμανίας στούς κόλπους τῶν πολιτισμένων ἐθνῶν, σχέδιο ἡ ἐφαρμογή τοῦ ὁποίου ξεκίνησε μέ τήν ἵδρυση τῆς CDU στήν βρεταννική ζώνη τῆς κατεχομένης Γερμανίας τό 1946.

Ὁ Ἀντενάουερ ἐπιζητοῦσε τήν σύνθεση ἡ ὁποία ἀργότερα ἀπετυπώθη στήν διατύπωση τῆς ἐγκυκλίου Centesimus Annus τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου τοῦ 1991, ἐγκυκλίου πού ὑπερασπίζετο τήν ἰδιωτική περιουσία καί τήν ἀτομική πρωτοβουλία, παραλλήλως πρός τήν κοινωνική δικαιοσύνη. Ὁ Ἀντενάουερ ἐπεδίωξε νά ἀνοικοδομήσει τήν Γερμανία βασιζόμενος στίς ἀρχές τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀπορρίπτοντας τόσο τόν σοσιαλιστικό κολλεκτιβισμό ὅσο καί τόν ὑλιστικό καπιταλισμό, ἀναγνωρίζοντας ὅτι καί οἱ δύο κινοῦνται πολύ μακριά ἀπό τόν πραγματικό καί ἠθικό σκοπό τοῦ ἀτόμου καί τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητος.

Ἀνεγνώριζε δηλαδή τήν καθημερινή ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά τροφή, χωρίς ὅμως νά παραγνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει καί πνευματικό σκοπό καί ἀνάγκες. Ἡ δημοφιλία τῆς CDU ἐστηρίχθη στό ἀνθρωπολογικό αἴτημα καί τήν πεποίθηση ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια στηρίζεται στήν κατ’ εἰκόναν Θεοῦ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί στήν φιλοσοφική ἀποδοχή ὅτι ἡ ἠθική τάξις προηγεῖται τῆς πολιτικῆς.

Ὅπως ἔγραφε στά ἀπομνημονεύματά του, «στήν ἐποχή μας ἡ μεγάλη ἀντιπαράθεσις καί σύγκρουσις λαμβάνει χώρα μεταξύ τοῦ χριστιανισμοῦ καί τοῦ ὑλισμοῦ, ἡ ἀντιπαράθεσις αὐτή σιγοκαίει μέσα σέ ὅλες τίς Δημοκρατίες, ὁ σύγχρονος τεχνικός κόσμος, ἡ τηλεόρασις, τό ραδιόφωνο, τό σινεμά, δημιουργοῦν τήν μαζικοποιημένη κοινωνία καί τόν ἄνθρωπο τῶν μαζῶν, ὁ κόσμος αὐτός θά ρέπει συνεχῶς πρός τόν ὑλισμό».

Καί ἐπεσήμαινε μέ ἔμφαση ὅτι «γιά νά ἐπέλθει λοιπόν ἡ ἰσορροπία χρειαζόμαστε σέ ὅλες τίς χῶρες χριστιανικά κόμματα πού θά ἐμποτίζουν τήν οἰκονομία, τήν πολιτική ζωή καί τήν κοινωνία μέ τίς χριστιανικές ἀξίες, τό χριστιανικό πνεῦμα, ὥστε νά δημιουργοῦνται συνθῆκες γιά τήν ὁμαλή χριστιανική ὕπαρξη τοῦ ἀτόμου».

Οἱ τρέχουσες ἐξελίξεις ὅμως μᾶλλον δικαιώνουν κάθε δύσπιστο πού ἀμφισβητεῖ ἤ θά ἀμφισβητήσει τό πόσο εἶναι πιστή στό χριστιανικό πνεῦμα ἡ σημερινή γερμανική Χριστιανοδημοκρατία, ἰδίως ἀπό τήν περίοδο τῆς Μέρκελ ὡς Καγκελλαρίου καί μετά. Περίοδο κατά τήν ὁποία εἰδικοί ἐπιστήμονες, διανοούμενοι ἀλλά καί ἁπλοί πολῖτες διαπιστώνουν ὅτι ἡ CDU βυθίζεται σέ ἕνα εἶδος μεταμοντέρνου ἰδεολογικοῦ ἀνδρο-γυνισμοῦ, κάτι πού δημιουργεῖ τεράστια ἰδεολογική καί πολιτική ἀντίθεση μέ τίς ρίζες τοῦ κόμματος.

Κάποτε ἡ CDU ὑπεστήριζε τήν δημιουργία μιᾶς νέας συνταγματικῆς τάξεως πού θά ἀναγνωρίζει τίς ὑποχρεώσεις ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῷ τό θεσμικό καί κομματικό σύστημα διακατείχετο ἀπό ἀξιακή αὐτοπεποίθηση, ἡ ὁποία χαρακτήριζε ἀσύμβατες μέ τίς θεμελιώδεις ἀρχές τοῦ βασικοῦ Δικαίου καί τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια de facto ἀποδοκιμασίες τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς, ὅπως ἡ νομιμοποίησις τῶν ἀμβλώσεων. Σήμερα ὅμως ἡ CDU φθίνει, πολιτικῶς, ἰδεολογικῶς καί ἀξιακῶς, μέ συζητήσεις μεταξύ τῶν στελεχῶν της γιά τό ἄν τό πρῶτο C καί ὁ ὅρος Χριστιανική (Δημοκρατία) ἀποτελοῦν ἐμπόδιο γιά τήν μελλοντική ἐξέλιξη τοῦ κόμματος καί ἄν πρέπει νά καταργηθοῦν. Ὑπό αὐτό τό κριτικό πρῖσμα, ἡ γερμανική Χριστιανοδημοκρατία δέν εἶναι μέν ἡ μοναδική πολιτική παράταξις πού ὑποκύπτει σέ ἰδεολογικές ἐκπτώσεις, μπορεῖ ὅμως δικαίως νά κατηγορηθεῖ γιά διαχειριστική ἰδεολογική προσέγγιση μέ σκοπό τό κέρδος προσωρινῆς δημοφιλίας καί φιλο-μοντερνιστικοῦ προφίλ.

Εἶναι βεβαίως δίκαιο νά ἐπισημάνει κάποιος ὅτι ὁ Χριστιανισμός στήν Γερμανία εὑρίσκεται σέ πορεία παρακμῆς μετά τήν ἐπανένωση τῆς Γερμανίας καί τήν ἀλλαγή τῶν ἰσορροπιῶν μεταξύ Καθολικοῦ καί Προτεσταντικοῦ χριστιανικοῦ στοιχείου. Ἡ ἀπορρόφησις τῆς πάλαι ποτέ Ἀνατολικῆς Γερμανίας ἐνέταξε στήν Γερμανική Ὁμοσπονδία ἑκατομμύρια νέους πολῖτες ἐθισμένους στόν ἀθεϊσμό ἐπί 100 ἔτη καί μέ πολύ χαμηλό ἠθικό γενικώτερα λόγῳ τῶν ἐξελίξεων. Ἡ ἀνάλυσις αὐτή τῶν ἐξελίξεων εἶναι ἀναγκαία γιά τό πῶς ἡ CDU πέρασε ἀπό τά χέρια τοῦ ἐπίσης Καθολικοῦ Καγκελλαρίου Χέλμουτ Κόλ στήν περίοδο τῆς στωικῆς Μέρκελ, ἡ ὁποία ὁδήγησε τήν Χριστιανοδημοκρατία πρός τίς δικές της ἰδεολογικές καί θρησκευτικές πεποιθήσεις, ὑπερβαίνοντας τό παραδοσιακό κατ’ εἰκόναν Θεοῦ.

Πολιτικοί, ἀλλά καί διεθνεῖς ἀναλυτές, ἐκτιμοῦν ὅτι ἡ γερμανική Χριστιανοδημοκρατία διέπραξε ἕνα ἱστορικό λάθος μέ τό νά ἀποξενωθεῖ ἀπό τίς πολιτικές, θρησκευτικές καί ἰδεολογικές της ρίζες καί τήν ἐκλογική της πελατεία στήν δυτική κυρίως Γερμανία, υἱοθετῶντας κοσμικές ἀξίες ὅπως ἡ συμπερίληψις καί ἡ κοινωνική ποικιλομορφία, κάτι πού ἀπετέλεσε σημεῖο καμπῆς καί παραβιάσεως τῶν Συνοδικῶν Κανόνων, ἀλλά καί τῶν θεμελιακῶν της ἀξιῶν.

Αὐτό λένε ὅτι ἀπετέλεσε δεῖγμα ὑποταγῆς λόγῳ τῆς ἀπεγνωσμένης προσπαθείας τῶν ὑπευθύνων τῆς CDU νά κερδίσουν ψήφους μέ κάθε τρόπο, ἀκόμη καί ἀπεμπολῶντας τίς ἀξίες τοῦ κόμματος, καταπιέζοντας τούς χριστιανούς πού πιστεύουν στήν Βίβλο νά ζήσουν ὑπό τό κράτος τοῦ ἐκκοσμικευμένου κράτους τοῦ Χάμπερμας.

Ὁ ἐπίλογος αὐτῆς τῆς πορείας δέν ἦρθε μέ τό πολιτικό ἐπεισόδιο τοῦ Γένς Σπάν, ἀλλά μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Προέδρου τῆς Βαυαρίας Μάρκους Σέντερ νά ἐπαναφέρει τόν σταυρό σέ ὅλα τά δημόσια κτήρια, ὄχι ὡς θρησκευτικό χαρακτηριστικό, ἀλλά ὡς ἀντικείμενο πολιτιστικῆς ταυτότητος καί ἱστορικῆς κληρονομίας. Χωρίς ἄλλο, ὁ σταυρός μετατρέπεται σέ στοιχεῖο φολκλόρ, ἀντί γιά σύμβολο ζωντανῆς πίστεως. Τά ἐπεισόδια μέ τόν Γένς Σπάν καί τόν Μάρκους Σέντερ ἀναδεικνύουν τήν ἰδεολογική πατροκτονία στήν ὁποία ἐμπλέκονται οἱ δύο πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι υἱοθετοῦν τήν ἀσαφῆ ἰδέα τῆς πολιτισμικῆς χριστιανικότητος, ἀλλά καί τήν ἐργαλειοποίηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως, πού ἀπομακρύνουν τήν CDU ἀπό τίς ρίζες της καί θά ἔκαναν τά κόκκαλα τοῦ Κόνραντ Ἀντενάουερ νά τρίζουν, ὅπου καί ἄν εὑρίσκεται.

estianews.gr

Η κόκκινη γραμμή του Ισραήλ στη Συρία — και το τίμημα της αντιπαράθεσης με την Τουρκία

0

Έπρεπε το Ισραήλ να αναλάβει στρατιωτική δράση στη Συρία, διακινδυνεύοντας την κλιμάκωση της έντασης με την Τουρκία, και πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει στο εξής την τουρκική εδραίωση στη Συρία;

INSS Insight, αρ. 2189, 27 Αυγούστου 2026 

Carmit Valensi

Amal Hayek

Τη νύχτα της 17ης προς τη 18η Αυγούστου 2026, η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία πραγματοποίησε ένα ασυνήθιστο πλήγμα βαθιά στο συριακό έδαφος, μόλις 60 χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα. Οκτώ πύραυλοι έπληξαν τους διαδρόμους προσγείωσης και απογείωσης του στρατιωτικού αεροδρομίου Αμπού αλ-Ντουχούρ, στην επαρχία Ιντλίμπ. Το Γραφείο του Πρωθυπουργού επιβεβαίωσε εκ των πραγμάτων το πλήγμα, διευκρινίζοντας ότι η ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων σε συριακό έδαφος αποτελεί κόκκινη γραμμή για το Ισραήλ. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Γραφείου του Πρωθυπουργού, μεταξύ των δύο χωρών είχε διαμορφωθεί ένα καθεστώς ασφαλείας, το οποίο η Δαμασκός βρισκόταν στα πρόθυρα να παραβιάσει, επιτρέποντας την ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων στη βάση, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις. Περίπου μία εβδομάδα αργότερα, αναφέρθηκε ότι ο διευθυντής της Μοσάντ, Roman Gofman, συναντήθηκε με τον Σύρο υπουργό Εξωτερικών, Asaad al-Shaibani, σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης της έντασης και εξεύρεσης διπλωματικής λύσης στην κρίση. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις θέσεις των εμπλεκόμενων πλευρών και τις μεταξύ τους διαφορές, διερευνώντας κατά πόσον, δεδομένων των σύνθετων υπολογισμών του Ισραήλ στη Συρία, δικαιολογούνταν η ανάληψη στρατιωτικής δράσης παρά τον κίνδυνο κλιμάκωσης με την Τουρκία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τουρκία διατηρεί παρουσία στη βόρεια Συρία από το 2018. Το Ισραήλ ανησυχεί, ωστόσο, ότι η Τουρκία ενδέχεται να μεταφέρει προηγμένα οπλικά και αντιαεροπορικά συστήματα στο συριακό έδαφος, τα οποία θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία δράσης του. Το άρθρο εξετάζει ποια κριτήρια θα πρέπει να καθοριστούν για την αποδοχή της συνεχιζόμενης τουρκικής παρουσίας στη Συρία, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι αυτή δεν θα θέσει σε κίνδυνο τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ.

Οι ανησυχίες του Ισραήλ

Λίγες ημέρες πριν από το πρόσφατο πλήγμα βαθιά στο εσωτερικό της Συρίας, Ισραηλινοί αξιωματούχοι του τομέα της άμυνας ενημέρωσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι η Τουρκία προετοιμαζόταν να εγκαταστήσει ραντάρ στη βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ και, στη συνέχεια, αντιαεροπορικά συστήματα, καθώς και τις τουρκικές δυνάμεις που θα τα χειρίζονταν — μια κίνηση η οποία, σύμφωνα με το Ισραήλ, θα μετέβαλλε την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων. Στην πραγματικότητα, το Ισραήλ υποψιάζεται ότι η Τουρκία επιδιώκει να εδραιώσει παρουσία σε συριακά αεροδρόμια και στρατηγικές εγκαταστάσεις, χρησιμοποιώντας συστήματα ραντάρ, διοίκησης και ελέγχου που κατασκευάζονται από την ASELSAN, τη μεγαλύτερη τουρκική εταιρεία αμυντικών ηλεκτρονικών συστημάτων. Παρότι δεν είχε οριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία για την άφιξη αυτών των συστημάτων, το Ισραήλ προσδιόρισε τη βάση ως πιθανό στόχο.

Το Ισραήλ θεωρεί τη διατήρηση της ελευθερίας εναέριας δράσης του στη Συρία κρίσιμο στόχο, επί του οποίου δεν είναι διατεθειμένο να συμβιβαστεί. Αυτή ήταν η κατευθυντήρια προσέγγισή του κατά τη διακυβέρνηση του Bashar al-Assad, με στόχο την αποτροπή της ιρανικής εδραίωσης, και παραμένει ίδια και σήμερα, στην εποχή του al-Sharaa. Η Ιερουσαλήμ θεωρεί την ελευθερία δράσης του Ισραήλ απαραίτητη για τέσσερις βασικούς λόγους: τις ισραηλινές υποψίες και τη δυσπιστία ως προς τη φύση και τις προθέσεις του καθεστώτος, δεδομένων των τζιχαντιστικών καταβολών του· την παρουσία εχθρικών παραγόντων και ανεξέλεγκτων ένοπλων πολιτοφυλακών, από τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ έως οργανώσεις του παγκόσμιου τζιχαντισμού· καθώς και τη διεκδικητική στάση της Τουρκίας και την πρόθεσή της να διευρύνει την επιρροή της στη χώρα, δεδομένων, αφενός, των στενών σχέσεών της με τη συριακή ηγεσία και, αφετέρου, της εχθρότητας που έχει επιδείξει η Άγκυρα έναντι του Ισραήλ μετά τον πόλεμο στη Γάζα.

Επιπλέον, υπό το πρίσμα του πολέμου με το Ιράν, το Ισραήλ επιθυμεί να διατηρήσει το συριακό εναέριο χώρο ανοικτό στις επιχειρήσεις της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας, όπως συνέβη στους δύο προηγούμενους γύρους συγκρούσεων με το Ιράν, και φοβάται ότι τα τουρκικά αντιαεροπορικά συστήματα θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν αυτές τις επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, όπως είχε συμβεί τον Απρίλιο του περασμένου έτους στη βάση T4, στη Χομς, το Ισραήλ επέλεξε και πάλι να στείλει ένα μήνυμα μέσω ενός περιορισμένου προειδοποιητικού πλήγματος, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι δεν επιθυμεί κλιμάκωση ούτε με τη Συρία ούτε με την Τουρκία. Αυτό συνέβη αφού, σύμφωνα με πληροφορίες, το Ισραήλ είχε προτρέψει τον Σύρο υπουργό Εξωτερικών να μην επιτρέψει στην Τουρκία να προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια, αλλά οι Σύροι «δεν έλαβαν το μήνυμα».

Η θέση της Συρίας

Ως χώρα που διέρχεται μια εύθραυστη διαδικασία ανάκαμψης από έναν παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο, η Συρία θεωρεί την αποκατάσταση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της τόσο θεμελιώδες κυριαρχικό δικαίωμα όσο και ζωτική επιταγή εθνικής ασφάλειας. Μολονότι η Τουρκία αποτελεί σήμερα τον κυρίαρχο και σχεδόν αποκλειστικό εταίρο της στη διαδικασία συγκρότησης των στρατιωτικών της δυνάμεων, αυτό δεν σημαίνει ότι η Δαμασκός είναι διατεθειμένη να εγκλωβιστεί σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική εξάρτηση από την Άγκυρα. Η συριακή ηγεσία εργάζεται συστηματικά για τη διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης, εκπαίδευσης, εξοπλισμού και επιχειρησιακής υποστήριξής της, αναπτύσσοντας παράλληλες σχέσεις με αραβικά κράτη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη, το Πακιστάν και τη Ρωσία.

Ο Σύρος υπουργός Εξωτερικών, Asaad al-Shaibani, κατέστησε σαφές ότι η Δαμασκός δεν επιθυμεί να μετατραπεί το έδαφός της σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Τόνισε ότι δεν υπήρχε πρόθεση δημιουργίας τουρκικής βάσης στο Αμπού αλ-Ντουχούρ, εγκαθίδρυσης μόνιμης τουρκικής παρουσίας εκεί ή ανάπτυξης ξένων δυνάμεων. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εγκατάσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό εγκαταλελειμμένη και η αποκατάστασή της δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Η θέση αυτή διατυπώθηκε επίσημα και ρητά κατά τη συροϊσραηλινή συνάντηση μεταξύ του al-Shaibani και του διευθυντή της Μοσάντ, Roman Gofman, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Ιορδανία στις 23 Αυγούστου, με τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η συριακή αντιπροσωπεία υπογράμμισε ότι η Συρία είναι κυρίαρχο κράτος, με πλήρες δικαίωμα να ανασυγκροτήσει και να αναπτύξει τις εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις της και να καθορίζει τις συμμαχίες της σύμφωνα με τα συμφέροντά της, απορρίπτοντας κάθε μηχανισμό που θα περιόριζε αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Την ίδια στιγμή, Σύροι αξιωματούχοι επέκριναν το Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι έχει επανειλημμένα υπαναχωρήσει από υπό διαμόρφωση συμφωνίες ασφαλείας, οι οποίες επιτεύχθηκαν με τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρ’ όλα αυτά, παράλληλα με τις επίσημες καταδίκες, ο al-Shaibani εκτίμησε ότι οι διαπραγματεύσεις για τη διαμόρφωση ρυθμίσεων ασφαλείας αναμένεται να επαναληφθούν υπό την πίεση της Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Συρία αναγνωρίζει την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη οι ανησυχίες του Ισραήλ για την ασφάλειά του, προσδοκά όμως, ως αντάλλαγμα, ότι η Ιερουσαλήμ θα σεβαστεί τις ανάγκες ασφαλείας της Δαμασκού, την κυριαρχία της και το δικαίωμά της να αποκαταστήσει τους κρατικούς θεσμούς.

Από την οπτική της συριακής ηγεσίας, η προσέγγιση αυτή εδράζεται σε μια απτή πραγματικότητα ασφαλείας: η Συρία πρέπει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα πυρήνες του ISIS, διασυνοριακά δίκτυα λαθρεμπορίου και τρομοκρατίας, κατάλοιπα του προηγούμενου καθεστώτος, ένοπλες πολιτοφυλακές, καθώς και την απειλή ιρανικών προσπαθειών αποσταθεροποίησης της χώρας μέσω οργανώσεων που ενεργούν για λογαριασμό της Τεχεράνης. Κατά συνέπεια, η συγκρότηση λειτουργικών ενόπλων δυνάμεων, η αποκατάσταση των στρατιωτικών βάσεων και η ανάκτηση του ελέγχου των συνόρων και του εναέριου χώρου της χώρας παρουσιάζονται από τη Δαμασκό όχι ως απόπειρα αμφισβήτησης του Ισραήλ, αλλά ως απαραίτητες προϋποθέσεις για τη σταθεροποίηση της χώρας, την εδραίωση της διακυβέρνησης και την αποτροπή της εκ νέου μετατροπής της Συρίας σε έναν αφύλακτο χώρο δράσης ξένων δυνάμεων και μη κρατικών ένοπλων φορέων.

Οι προθέσεις της Τουρκίας

Έπειτα από χρόνια υποστήριξης ανταρτικών οργανώσεων στη Συρία, με κυριότερη τη Hay’at Tahrir al-Sham, η Τουρκία κατέχει μοναδική θέση και ασκεί σημαντική πολιτική, στρατιωτική και οικονομική επιρροή στη χώρα υπό τη διακυβέρνηση του al-Sharaa. Τα τουρκικά συμφέροντα εκτείνονται από τη σταθεροποίηση του νέου συριακού καθεστώτος και τον περιορισμό των Κούρδων —του PKK και των SDF— έως τη διευκόλυνση της επιστροφής των προσφύγων και τη διεύρυνση της περιφερειακής επιρροής της Τουρκίας.

Παρά τις στενές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, ωστόσο, η Συρία δεν λειτουργεί ως εντολοδόχος της Τουρκίας. Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, ο al-Sharaa επιδιώκει να αποφύγει την πλήρη εξάρτηση από την Άγκυρα. Αντ’ αυτού, επιλέγει να αντισταθμίζει αυτή τη σχέση διατηρώντας επαφές με ποικίλους περιφερειακούς και διεθνείς παράγοντες, σε μια προσπάθεια να ακολουθήσει μια ισορροπημένη πολιτική που θα ενισχύει τη συριακή κυριαρχία, διατηρώντας παράλληλα όσο το δυνατόν μεγαλύτερα περιθώρια αυτόνομων ελιγμών. Επιπλέον, η Δαμασκός γνωρίζει πολύ καλά ότι η πλήρης και άνευ όρων συνεργασία με την Τουρκία αποτελεί εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα για τους περιφερειακούς παράγοντες, με πρώτο το Ισραήλ. Επομένως, η σχέση μεταξύ Άγκυρας και Δαμασκού είναι πιο σύνθετη από όσο γίνεται ενίοτε αντιληπτό στο Ισραήλ και δεν στερείται εντάσεων. Αυτό καταδεικνύεται από μια σειρά διαρθρωτικών αλλαγών που εφάρμοσε πρόσφατα η Δαμασκός στις τάξεις του συριακού στρατού και οι οποίες φανερώνουν την πρόθεσή της να περιορίσει την αυτονομία αυτών των δυνάμεων και τον βαθμό της τουρκικής επιρροής επάνω τους.

Τον Αύγουστο του 2026, η τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία βρισκόταν σε διαδικασία αναδιοργάνωσης. Η Άγκυρα περιόριζε σταδιακά ορισμένα από τα μικρότερα φυλάκια και τις εγκαταστάσεις που είχε δημιουργήσει κατά τα χρόνια του πολέμου —ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι συνθήκες ασφαλείας είχαν μεταβληθεί— και μεταβίβαζε αρμοδιότητες και ευθύνες στους συριακούς κρατικούς θεσμούς. Στην Αφρίν, για παράδειγμα, συνεχιζόταν η εκκένωση επιμέρους εγκαταστάσεων, ενώ στις 9 Αυγούστου οι τουρκικές δυνάμεις εγκατέλειψαν τη βάση στο χωριό Jalbara, έπειτα από παρουσία άνω των οκτώ ετών.

Αυτό, ωστόσο, δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως αποχώρηση της Τουρκίας από τη βόρεια Συρία. Η συνολική εικόνα παραπέμπει σε μια μετάβαση από την ευρεία, αποκεντρωμένη ανάπτυξη σε δεκάδες φυλάκια προς ένα περισσότερο εστιασμένο και συγκεντρωτικό μοντέλο στρατιωτικής παρουσίας, σε συνδυασμό με βαθύτερη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας με τη Δαμασκό. Ο πρέσβης της Τουρκίας στη Συρία, Nuh Yilmaz, υπογράμμισε επίσης ότι οι κυριότερες απειλές κατά μήκος των συνόρων έχουν περιοριστεί σημαντικά, επισημαίνοντας παράλληλα τη συνεχιζόμενη στρατιωτική συνεργασία και τις κοινές αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις.

Ταυτόχρονα, η στρατιωτική επιρροή της Άγκυρας εκτείνεται σήμερα πέρα από την απλή διατήρηση άμεσης παρουσίας σε φυλάκια και περιλαμβάνει την εκπαίδευση, την παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης, την αποκατάσταση υποδομών και τη συνδρομή στη διαμόρφωση της διαδικασίας συγκρότησης των συριακών ενόπλων δυνάμεων.

Μόλις λίγες ημέρες πριν από το ισραηλινό πλήγμα, τουρκική στρατιωτική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε τη βάση, προκειμένου να συνδράμει στην αποκατάστασή της, καθώς αυτή είχε παραμείνει ανενεργή επί περίπου μία δεκαετία εξαιτίας των συγκρούσεων στην περιοχή. Το τουρκικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας διέψευσε ότι στρατιωτικό προσωπικό της χώρας βρισκόταν στη βάση κατά τη στιγμή του πλήγματος, απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι η Τουρκία σκόπευε να εγκαθιδρύσει εκεί στρατιωτική παρουσία και κατηγόρησε το Ισραήλ ότι ενήργησε για λόγους εσωτερικής πολιτικής, εκμεταλλευόμενο το περιστατικό για να αποσταθεροποιήσει τη Συρία.

Η αμερικανική θέση

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιδείξει πρωτοφανή υποστήριξη προς τη συριακή ηγεσία και έχουν λάβει διπλωματικά και οικονομικά μέτρα με στόχο να συμβάλουν στη σταθερότητα της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της άρσης των κυρώσεων. Πιο πρόσφατα, η Ουάσιγκτον έλαβε την ιστορική απόφαση να αφαιρέσει τη Συρία από τον κατάλογο των κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία. Ενώ ο πρόεδρος Trump τήρησε συγκρατημένη στάση απέναντι στο ισραηλινό πλήγμα, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία, Tom Barrack, υιοθέτησε πιο επικριτική θέση. Χαρακτήρισε το πλήγμα αχρείαστη κλιμάκωση που υπονόμευσε την περιφερειακή σταθερότητα και υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση al-Sharaa έχει επανειλημμένα εκφράσει σαφή προτίμηση υπέρ της αποκλιμάκωσης των εντάσεων με το Ισραήλ.

Ο Barrack πρόσθεσε ότι, περίπου έξι ημέρες πριν από το πλήγμα, το Ισραήλ διαβίβασε στην Ουάσιγκτον πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η Τουρκία ενδέχεται να προετοιμαζόταν για τη μεταφορά στρατιωτικού προσωπικού ή μέσων στη βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ. Σύμφωνα με τον Barrack, όταν Αμερικανοί αξιωματούχοι διασταύρωσαν τον ισχυρισμό με τις δικές τους υπηρεσίες πληροφοριών, ενημερώθηκαν ότι δεν βρισκόταν σε εξέλιξη καμία τέτοια κίνηση. Εκτίμησε ότι οι ισραηλινές πληροφορίες ενδέχεται να βασίζονταν σε συζητήσεις σχετικά με την πιθανή επέκταση ενός τουρκικού προγράμματος εκπαίδευσης στη συγκεκριμένη εγκατάσταση και όχι σε πραγματική στρατιωτική ανάπτυξη. Παράλληλα, ο Barrack δήλωσε ότι ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε η Τουρκία είχαν προειδοποιηθεί εκ των προτέρων για το πλήγμα και υποστήριξε ότι η απόφαση ενδέχεται να οφειλόταν σε αστοχία του συντονισμού ή της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, της Μοσάντ και του Γραφείου του Πρωθυπουργού.

Ο Barrack προειδοποίησε, επίσης, ότι το πλήγμα παραλίγο να οδηγήσει σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Έθεσε το ενδεχόμενο το Ισραήλ να επιδίωκε να προκαλέσει τουρκική αντίδραση, καθώς και να διαδραμάτισαν ρόλο στην απόφαση εκλογικοί υπολογισμοί και λόγοι εσωτερικής πολιτικής. Ο υπουργός Άμυνας, Israel Katz, απέρριψε τις δηλώσεις του Barrack, υποστηρίζοντας ότι περιείχαν πολυάριθμες ανακρίβειες. Τόνισε ότι οι πληροφορίες είχαν διαβιβαστεί στους αρμόδιους Αμερικανούς αξιωματούχους και ότι η Δαμασκός είχε προειδοποιηθεί προτού ληφθεί η απόφαση για την πραγματοποίηση του πλήγματος.

Επιπτώσεις

Αξιολόγηση της απειλής: μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας επί του πεδίου

Το ασυνήθιστο ισραηλινό πλήγμα εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα που απαιτούν σοβαρή εξέταση: Σε ποιον βαθμό η τουρκική δραστηριότητα στη βόρεια Συρία συνιστά άμεση απειλή για το Ισραήλ και ήταν δικαιολογημένο να τεθεί σε κίνδυνο η περιφερειακή σταθερότητα προκειμένου να αποτραπεί; Η βόρεια Συρία, όπου η Άγκυρα επιχειρεί εδώ και σχεδόν μία δεκαετία, αποτελεί ζωτικό συμφέρον εθνικής ασφάλειας για την Τουρκία, πρωτίστως σε σχέση με το κουρδικό ζήτημα, σε βαθμό που υπερβαίνει κατά πολύ τη στρατηγική σημασία της περιοχής για το Ισραήλ.

Παράλληλα, η σύγκριση μεταξύ Τουρκίας και Ιράν, η οποία γίνεται συχνά στον ισραηλινό δημόσιο διάλογο, παρουσιάζει διαστρεβλωμένη τη στρατηγική πραγματικότητα. Παρά την επιθετική ρητορική της Άγκυρας, η Τουρκία —σε αντίθεση με το Ιράν— είναι μέλος του ΝΑΤΟ, βασικός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών και διατηρεί διπλωματικές σχέσεις και ενεργούς διαύλους συντονισμού με το Ισραήλ.

Το πλήγμα στη βόρεια Συρία αποσκοπούσε στη διατήρηση της ελευθερίας δράσης των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά οι πραγματικές συνέπειές του ενδέχεται να αποδειχθούν δίκοπο μαχαίρι. Οι διπλωματικές επαφές που αποσκοπούν στην αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης έχουν πλέον δημιουργήσει την προοπτική θέσπισης ενός επίσημου, θεσμοθετημένου και δυνητικά περιοριστικού μηχανισμού αποφυγής συγκρούσεων. Μολονότι ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να συμβάλει στην επίλυση της άμεσης κρίσης, θα μπορούσε επίσης να δέσει τα χέρια του Ισραήλ, να περιορίσει την ευελιξία των αεροπορικών επιχειρήσεών του και να προκαλέσει ακριβώς εκείνους τους επιχειρησιακούς περιορισμούς που το Ισραήλ επιδίωκε εξαρχής να αποφύγει.

Επιπλέον, η υπερβολική προσφυγή στη χάραξη «κόκκινων γραμμών» ενέχει έναν εγγενή κίνδυνο: ο πολλαπλασιασμός των κόκκινων γραμμών δημιουργεί την προσδοκία αυτόματης στρατιωτικής αντίδρασης κάθε φορά που παραβιάζεται κάποια από αυτές, περιορίζοντας έτσι τα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών και επιταχύνοντας μια δυναμική ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.

Κατευθυντήριες αρχές για την αξιολόγηση της τουρκικής παρουσίας στη Συρία

Στο εξής, οι υπολογισμοί του Ισραήλ θα πρέπει να βασίζονται σε σαφείς επιχειρησιακές διακρίσεις:

  • Αποκατάσταση των συριακών υποδομών και εγκαθίδρυση τουρκικής παρουσίας: Θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της τεχνικής συνδρομής, της εκπαίδευσης και της αποκατάστασης εγκαταστάσεων για λογαριασμό του συριακού κράτους, αφενός, και της δημιουργίας αυτόνομων τουρκικών υποδομών διοίκησης και ελέγχου, αφετέρου.
  • Ανάπτυξη συστημάτων στη βόρεια Συρία: Από επιχειρησιακή άποψη, υπάρχει μικρή πρακτική διαφορά μεταξύ της εγκατάστασης τουρκικών συστημάτων ραντάρ, ηλεκτρονικού πολέμου ή αντιαεροπορικής άμυνας στη βόρεια Συρία και της εγκατάστασής τους στη νότια Τουρκία ή στη βόρεια Κύπρο. Η εμβέλειά τους είναι παρόμοια και, ως εκ τούτου, η παρουσία τέτοιων συστημάτων στη βόρεια Συρία δεν συνιστά από μόνη της κόκκινη γραμμή που να δικαιολογεί τη χρήση ισραηλινής στρατιωτικής ισχύος. Το ίδιο ισχύει και για τη θαλάσσια διάσταση: το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει εγγενές πλεονέκτημα στην ανατολική Μεσόγειο και μια περιορισμένη παρουσία κατά μήκος των συριακών ακτών δεν θα μετέβαλλε θεμελιωδώς την ισορροπία δυνάμεων.
  • Γεωγραφική οριοθέτηση — η κεντρική και η νότια Συρία ως περιοχές κρίσιμης σημασίας: Ενώ η Τουρκία δικαιολογεί την παρουσία της στη βόρεια Συρία ως αναγκαία για την αποτροπή απειλών κατά του εδάφους της, η εγκατάσταση τουρκικών βάσεων βαθύτερα στο εσωτερικό της χώρας —στην κεντρική Συρία και, ακόμη περισσότερο, στον νότο— δεν υπαγορεύεται από τέτοιες ανάγκες ασφαλείας. Θα έφερνε, επίσης, τις πιθανές εστίες τριβής πιο κοντά στο μέτωπο του Ισραήλ και θα συνιστούσε προβληματική μεταβολή της περιφερειακής ισορροπίας.
  • Εδραίωση τρομοκρατικών οργανώσεων που λειτουργούν δι’ αντιπροσώπων στη νότια Συρία: Το Ισραήλ θα πρέπει να επικεντρωθεί στην εξουδετέρωση τρομοκρατικών στοιχείων —ιδίως της Χαμάς— και στην αποτροπή της εξασφάλισης ελευθερίας δράσης ή ασφαλούς καταφυγίου υπό τουρκική ή συριακή αιγίδα στη νότια περιοχή που γειτνιάζει με τα ισραηλινά σύνορα.
  • Συμπερασματικά, η παρουσία και η επιρροή της Τουρκίας στη Συρία αποτελούν παγιωμένη πραγματικότητα, η οποία είναι απίθανο να εξαλειφθεί μόνο με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Η πρόκληση για το Ισραήλ δεν είναι να εξαλείψει πλήρως την τουρκική εμπλοκή, αλλά να την περιορίσει και να την εξισορροπήσει. Η αποκλειστική προσφυγή στη στρατιωτική ισχύ και τα πλήγματα εναντίον στόχων οριακής επιχειρησιακής αξίας, χωρίς την παράλληλη ανάπτυξη διπλωματικού διαύλου με τη Δαμασκό, θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα ασφαλείας του Ισραήλ και θα μπορούσαν να παρασύρουν τις εμπλεκόμενες πλευρές σε μια άμεση αντιπαράθεση την οποία καμία τους δεν επιθυμεί. Ως εκ τούτου, οι Ισραηλινοί υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων πρέπει να συνδυάσουν τη στοχευμένη στρατιωτική αποτροπή με τον άμεσο και έμμεσο διάλογο, να αξιοποιήσουν μηχανισμούς αποφυγής συγκρούσεων και να καθορίσουν με σαφήνεια τους τομείς στους οποίους το Ισραήλ είναι διατεθειμένο να επιτρέψει στη Συρία να ανασυγκροτήσει τις δυνατότητές της — προτού η κατάσταση εξελιχθεί σε επικίνδυνη περιφερειακή κλιμάκωση.Στο πλαίσιο αυτό, η καθολική αντίθεση του Ισραήλ σε οποιαδήποτε διαδικασία αποκατάστασης των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Συρίας θα μπορούσε να αποδειχθεί αντιπαραγωγική, ωθώντας τη Δαμασκό σε μεγαλύτερη εξάρτηση από την Άγκυρα. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ευρύτερο περιφερειακό και διπλωματικό περιβάλλον: η Δαμασκός προσεγγίζει σήμερα τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ αποκτά αυξανόμενη νομιμοποίηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι ενέργειες του Ισραήλ γίνονται ολοένα και περισσότερο αντιληπτές ως προσπάθεια αποσταθεροποίησης της Συρίας και, στο πλαίσιο αυτό, το Ισραήλ συγκρίνεται ορισμένες φορές ακόμη και με το Ιράν. Υπό αυτές τις συνθήκες, ενδέχεται να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στο ζήτημα των Υψιπέδων του Γκολάν, όπως έθεσε πρόσφατα ο Barrack, ενώ θα μπορούσε να ενταθεί η περιφερειακή —και ιδίως η διεθνής— πίεση προς το Ισραήλ να αποσυρθεί στις γραμμές που καθορίστηκαν με τη Συμφωνία Διαχωρισμού των Δυνάμεων του 1974, ενδεχομένως ακόμη και χωρίς σημαντικά πολιτικά ανταλλάγματα.

    Οι απόψεις που εκφράζονται στις δημοσιεύσεις του INSS ανήκουν αποκλειστικά στους συγγραφείς.

    Carmit Valensi

    Η δρ Carmit Valensi είναι ανώτερη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (INSS) και επικεφαλής του Τομέα Έρευνας για τη Συρία. Ειδικεύεται στις σύγχρονες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, στις στρατηγικές μελέτες, στα στρατιωτικά δόγματα και στην τρομοκρατία, ενώ μελέτες της για τα θέματα αυτά έχουν δημοσιευθεί σε ακαδημαϊκές και επαγγελματικές εκδόσεις. Είναι συν-συγγραφέας του βιβλίου Syrian Requiem: The Civil War and its Aftermath («Συριακό ρέκβιεμ: Ο εμφύλιος πόλεμος και τα επακόλουθά του»), το οποίο εκδόθηκε από το Princeton University Press το 2021.

    Amal Hayek

    Ο Amal Hayek είναι βοηθός ερευνητής στον Τομέα Έρευνας για τη Συρία του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (INSS). Είναι κάτοχος πτυχίου στις επιστήμες της συμπεριφοράς και μεταπτυχιακού τίτλου στις διεθνείς σχέσεις και τη στρατηγική από το Πανεπιστήμιο Bar-Ilan. Επί του παρόντος, εκπονεί διπλωματική εργασία με αντικείμενο τους μη κρατικούς δρώντες. Παράλληλα, εργάζεται στο Κέντρο Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας (CET), όπου ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την προώθηση της επάρκειας στον προφορικό εβραϊκό λόγο στους κόλπους της αραβικής κοινότητας.

    INSS

Ο δρόμος της απαλλαγής έχει τη δική του ιστορία

4

Του Παντελή Σαββίδη

Ο Κώστας Παπαδόπουλος υπήρξε ένας από τους καλούς νομάρχες της Θεσσαλονίκης, ενώ τόσο η πολιτική παρουσία του με το ΠΑΣΟΚ όσο και η κοινωνική δραστηριότητά του υπήρξαν αξιόλογες.

Ανήκει σε εκείνα τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που παρέμειναν στο Κίνημα παρά τις μεταλλάξεις του.

Σε χθεσινή ανάρτησή του στο Facebook γράφει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Σε συζητήσεις με πολλούς πολίτες για το τι θα γίνει στις επόμενες εκλογές, όλοι παραδέχονται —γιατί υπάρχουν χειροπιαστά παραδείγματα— ότι αυτή η κυβέρνηση του Μητσοτάκη είναι υπόλογη για διαφθορά, καταχρήσεις, συγκάλυψη σκανδάλων, χειραγώγηση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και υποχωρητικότητα στα εθνικά θέματα, παρά τις μεγάλες δαπάνες για εξοπλισμούς. Είναι, επίσης, υπεύθυνη για παράνομες παρακολουθήσεις και, κυρίως, για την ακρίβεια, η οποία ξεπερνά το 40% τα τελευταία πέντε χρόνια.

Όταν φτάνουμε στο διά ταύτα, κάποιοι λένε: “Ναι, παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση εξουσίας”, και ότι αναγκαστικά θα ψηφίσουν πάλι τον Μητσοτάκη».

Γράφει και άλλα, αλλά αυτή είναι η ουσία που αφορά το σχόλιο που θα κάνω.

Φίλος, ο οποίος διετέλεσε και υπουργός, όταν τον ρώτησα γιατί ο Μητσοτάκης αποπληρώνει πρόωρα το χρέος, μου είπε, μεταξύ άλλων, ότι με την κίνηση αυτή διατηρεί το Χρηματιστήριο σε υψηλά επίπεδα, ώστε άνθρωποι που επενδύουν μικρά ποσά και κερδίζουν 20.000 ευρώ τον χρόνο να συνεχίσουν να αποκομίζουν αυτά τα κέρδη. Και, φυσικά, για τον ίδιο λόγο, οι διαπλεκόμενοι με αυτόν επιχειρηματίες να κερδίζουν δισεκατομμύρια.

Ένας άλλος φίλος, μηχανικός με αριστερή προέλευση, μου λέει πως ο Μητσοτάκης έχει καταφέρει να διοχετεύσει στον κλάδο του ποσά που κάνουν πολλούς να μη θέλουν να δοκιμάσουν κάτι άλλο. Προφανώς, κάτι ανάλογο θα έχει κάνει και σε άλλους χώρους.

Η πολιτική μαφία, σε συνδυασμό με τους Αμερικανούς συμβούλους, έχει κάνει επιστημονική δουλειά. Να προσθέσουμε ότι δεν υπάρχει δημοσκοπική εταιρεία που να μην έχει σχέση εξάρτησης από τον Μητσοτάκη. Όσο δε για τα ΜΜΕ, ακόμη και εκείνα των οποίων οι ιδιοκτήτες βρίσκονται σε προσωπική αντιπαράθεση μαζί του τον εξυμνούν.

Ο Μητσοτάκης έχει δεμένη την κοινωνία. Μόνο κάτι ρηξικέλευθο θα μπορούσε να αμφισβητήσει την ηγεμονία του.

Η Καρυστιανού αποτέλεσε μια ασυνέχεια στη γραμμικότητα του βαθιά διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος της χώρας. Και έπεσαν επάνω της θεοί και δαίμονες για να την αποδομήσουν.

Μια συντεταγμένη ασυνέχεια, αλλά εντός του συστήματος, αποτελεί και ο Σαμαράς. Η πείρα και το παρελθόν του τον κάνουν πιο προσεκτικό. Έχει, άλλωστε, ερείσματα που τον προστατεύουν, σε αντίθεση με την Καρυστιανού, η οποία βγήκε μόνη της στο αλώνι.

Η Ελλάδα, ως προς την πολιτική αλλαγή που θα μπορούσε να αμφισβητήσει το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα το οποίο τρώει τα σωθικά της, δεν φαίνεται να έχει τύχη. Η διαφθορά, πέρα από τις πολιτικές και οικονομικές της διαστάσεις, έχει βαθιές κοινωνικές ρίζες. Έχει εμφιλοχωρήσει στην κοινωνία. Δεν είμαι, μάλιστα, σίγουρος αν η κοινωνία επιθυμεί την εξάλειψή της. Αν την επιθυμούσε, δεν θα έδινε στον Μητσοτάκη τα ποσοστά που του δίνει σήμερα, έστω και δημοσκοπικά.

Το φαινόμενο, όμως, πρέπει να αμφισβητηθεί, έστω και μέσα από μια ρωγμή, η δυναμική της οποίας μπορεί να αναμοχλεύσει το πολιτικό σύστημα.

Με βάση τα παραπάνω, η αμφισβήτησή του είναι δύσκολη. Κάτι πρέπει να αλλάξει.

Και εδώ βρίσκεται ο προβληματισμός της στήλης.

Πρέπει να ιδρύσει κόμμα ο Σαμαράς, ώστε να συσπειρώσει τους παραδοσιακούς δεξιούς ψηφοφόρους που αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τον Μητσοτάκη και να μειώσει τα ποσοστά του.

Πρέπει να στηριχθεί η Καρυστιανού, ώστε ένα σημαντικό μέρος όσων απέχουν από την πολιτική να προσέλθει στις κάλπες, γεγονός που, μαθηματικά, θα μειώσει τα ποσοστά της μητσοτακικής ΝΔ. Η Καρυστιανού θα παίξει ρόλο στην ρήξη με το σημερινό απεχθές καθεστώς. Πρόσωπα που θα διαχειριστούν τις τύχες της χώρας θα υπάρξουν. Άλλωστε, τα νεκροταφεία είναι γεμάτα απο αναντικατάστατους. Γι αυτό μην την πυροβολείτε. (Να, λοιπόν,  φίλε Κώστα Παπαδόπουλε γιατί την στηρίζω.)

Πρέπει, επίσης, οι σημιτικοί, συντηρητικοί ψηφοφόροι που στήριξαν τον Μητσοτάκη στις προηγούμενες αναμετρήσεις να επιστρέψουν στο ΠΑΣΟΚ.

Αν δεν συντρέξουν αυτές οι τρεις προϋποθέσεις, η χώρα δεν θα απαλλαγεί από τον Μητσοτάκη και την Ομάδα Διαφθοράς του, η οποία έχει εκμαυλίσει στον μέγιστο βαθμό την κοινωνία.

Η στήλη θεωρεί ωφέλιμη και για άλλους λόγους την παρουσία της Καρυστιανού. Ή εστίασή της σε θέματα δικαιοσύνης και διαφθοράς είναι κάτι που το έχει ανάγκη η κοινωνία. Αυτό, όμως, είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης, την οποία δεν γνωρίζω αν αντέχει η ελληνική κοινωνία.

Καταλήγοντας, πολιτική κάθαρση δεν θα επέλθει αν, επιπλέον,  όλο αυτό το συνονθύλευμα της αυτοαποκαλούμενης Αριστεράς, το οποίο τις κρίσιμες στιγμές στήριξε Μητσοτάκη πρωταγωνιστούντος του ΚΚΕ, βαθιά διεφθαρμένο και αυτό, δεν περάσει στην ιστορική λήθη. Η χώρα έχει ανάγκη από μια νέα Αριστερά, με χαρακτηριστικά τα οποία αναλύουμε σε άρθρο μας το Σάββατο.

Το τέλος του drone

2

Είκοσι drones για την καταστροφή ενός άρματος: η αριθμητική που επαναφέρει τον πόλεμο ελιγμών.

Pelle Taylor

pntshow.substack.com

26 Αυγούστου 2026

Θα αρχίσω να αναδημοσιεύω συνδέσμους προς το podcast γεωπολιτικής που παρουσιάζω μαζί με τον θρυλικό δημοσιογράφο Martin Sieff, ο οποίος έχει την έδρα του έξω από την Ουάσιγκτον. Ονομάζεται Capitals Uncovered, επειδή προσπαθούμε να συνομιλούμε με ανθρώπους που γνωρίζουν όσα κρύβονται πίσω από την ιστορία που παρουσιάζουν τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης και η πολιτική τάξη στις πρωτεύουσες και των δύο πλευρών του Ατλαντικού. 

Η σημερινή εκπομπή, η οποία συνοψίζεται παρακάτω, φιλοξενεί τον καταξιωμένο στρατιωτικό εμπειρογνώμονα Stanislav Krapivnik. Ο Krapivnik έχει ρωσικές ρίζες από το Ντονμπάς και υπηρέτησε ως αξιωματικός στον στρατό των ΗΠΑ. Εκτός του στρατιωτικού χώρου, εργάστηκε ως μηχανικός λογισμικού και ως διευθυντής διαχείρισης εφοδιαστικής αλυσίδας σε εταιρείες πετρελαίου, φυσικού αερίου και μηχανικής. Σήμερα συμμετέχει ως σχολιαστής σε ορισμένα από τα μεγαλύτερα podcast του κλάδου.

Ο Stas μάς λέει ότι το drone θα ακολουθήσει την πορεία άλλων τεχνολογιών, οι οποίες έμοιαζαν επαναστατικές στο πεδίο της μάχης, αλλά σύντομα αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά και εξουδετερώθηκαν. Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης εξακολουθούν να παρουσιάζουν τη σημερινή περίοδο ως την εποχή του drone. Ωστόσο, η εποχή αυτή ενδέχεται να πλησιάζει ήδη στο τέλος της, εφόσον έχει δίκιο ο Stas, ο οποίος διαθέτει ένα εντυπωσιακό δίκτυο επαφών στις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις.

Το 1914, το πολυβόλο ακινητοποίησε πλήρως τις επιχειρήσεις. Το ιππικό, που στάλθηκε στη μάχη για να σπάσει το αδιέξοδο, αποδείχθηκε απλώς ένας ταχύτερος τρόπος παρουσίασης ενός μεγαλύτερου στόχου. Και η επικρατούσα αντίληψη της εποχής —την οποία συμμερίζονταν άνθρωποι που δεν ήταν ούτε ανόητοι ούτε απληροφόρητοι— ήταν ότι ο πόλεμος ελιγμών είχε τελειώσει οριστικά.

Έπειτα εμφανίστηκαν αεροσκάφη που μπορούσαν να πολυβολούν και να βομβαρδίζουν, και κατόπιν τα άρματα μάχης, με αποτέλεσμα να επιστρέψει ο πόλεμος ελιγμών. Στη συνέχεια, το 1942, εμφανίστηκε το Panzerfaust στα χέρια των Γερμανών και το άρμα κηρύχθηκε τελειωμένο. Μετά, η θωράκιση έγινε παχύτερη. Ακολούθησε ο πύραυλος Sagger και οι αιγυπτιακές αντιαρματικές ομάδες, οι οποίες αποδεκάτισαν τα ισραηλινά τεθωρακισμένα κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου του 1973. Έτσι, το άρμα κηρύχθηκε και πάλι τελειωμένο — μέχρι που οι Ισραηλινοί τοποθέτησαν ξανά πεζικό πάνω στα τεθωρακισμένα για να εξουδετερώνει τους χειριστές των πυραύλων, και τελικά δεν ήταν.

Κάθε κύκλος γεννά την ίδια διακήρυξη και την ίδια διάψευση. Το επιχείρημα του Krapivnik, το οποίο αναπτύσσει με αρκετές τεχνικές λεπτομέρειες, είναι ότι ο κύκλος του drone έχει ήδη αρχίσει να αντιστρέφεται και ότι η Δύση συγχαίρει τον εαυτό της για μια επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις ακριβώς τη στιγμή που το κόστος αυτής της επανάστασης αρχίζει να την καθιστά ασύμφορη.

Η σχέση ανταλλαγής

Το σαφέστερο μέτρο είναι ο αριθμός των drones που απαιτούνται για την καταστροφή ενός τεθωρακισμένου οχήματος.

Τα ρωσικά άρματα εμφανίζονται πλέον με επαναπρογραμματισμένα συστήματα ενεργητικής προστασίας τύπου Arena: ένα σύστημα ραντάρ που εντοπίζει το επερχόμενο πυρομαχικό και εκτοξεύει ένα μικρό εκρηκτικό φορτίο στην πορεία του, πυροδοτώντας το ακριβώς μπροστά του. Ο Krapivnik περιγράφει την κίνηση μιας φάλαγγας την περασμένη εβδομάδα —τεσσάρων αρμάτων και ενός τεθωρακισμένου οχήματος μεταφοράς προσωπικού— με διαφορετικές διατάξεις προστατευτικών πλεγμάτων και θωρακισμένων πλακών.

Οι αναλυτές που εξέτασαν το μη επεξεργασμένο οπτικό υλικό μέτρησαν σχεδόν 20 drones τα οποία χρησιμοποιήθηκαν εναντίον ενός μόνο άρματος. Κάποτε, δύο έως τέσσερα θα αρκούσαν για να πυρπολήσουν ένα ακινητοποιημένο όχημα.

Τίποτε από αυτά δεν καθιστά άτρωτα τα τεθωρακισμένα. Καθιστά δαπανηρή την καταστροφή τους — και αυτό ήταν ανέκαθεν το μόνο που απαιτούνταν για να επιστρέψει ο πόλεμος ελιγμών.

Ο χειριστής είναι το ευάλωτο μέρος

Η δεύτερη αιτία της παρακμής δεν έχει καμία σχέση με το ίδιο το μηχάνημα. Άνθρωποι που βρίσκονται στη γραμμή του μετώπου λένε στον Krapivnik ότι τα ουκρανικά drones πλέον πετούν άσχημα — χαρακτηριστικό γνώρισμα άπειρων χειριστών, καθώς οι έμπειροι σκοτώνονται ταχύτερα απ’ όσο μπορούν να τους αντικαταστήσουν οι σχολές εκπαίδευσης.

Ο χειριστής αποτελεί, μάλιστα, έναν εξαιρετικά ευάλωτο κόμβο του συστήματος. Μια ομάδα δύο ή τριών ατόμων κρύβεται σε μια δεντροστοιχία ή σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι, όσο πιο κοντά στη γραμμή επαφής τολμά να πλησιάσει. Τα μέλη της μεταφέρουν σακίδια, τρόφιμα και δέκα έως είκοσι σκάφη FPV, τα οποία κρέμονται από πάνω τους προς κάθε κατεύθυνση. Η διάταξη αυτή λειτουργεί επειδή το μέτωπο παραμένει στατικό και επειδή ένα drone που κοστίζει τρεις ή τέσσερις μονάδες ανά καταστροφή στόχου δικαιολογεί την προώθηση των χειριστών τόσο κοντά στο μέτωπο.

Αν αλλάξει οποιαδήποτε από αυτές τις δύο μεταβλητές, το σύστημα παύει να λειτουργεί. Αν το κόστος ανά καταστροφή στόχου πενταπλασιαστεί, η αριθμητική της προωθημένης ανάπτυξης καταρρέει. Αν αποκατασταθεί έστω και περιορισμένη κινητικότητα —μικρές τοπικές προελάσεις, τίποτε θεαματικό— μια υπερφορτωμένη ομάδα χειριστών drones που κινείται πεζή κινδυνεύει να βρεθεί περικυκλωμένη και να εξουδετερωθεί.

Στο μεταξύ, το πρόβλημα του αντιπυροβολικού έχει επιλυθεί από μια απροσδόκητη κατεύθυνση. Οι Κινέζοι έχουν αναπτύξει ένα drone που δεν κυνηγά οχήματα αλλά ραδιοεκπομπές: διεισδύει βαθιά, ανιχνεύει τα σήματα, εντοπίζει τον χειριστή και διαβιβάζει τις συντεταγμένες του στο πυροβολικό.

Το παλαιότερο σύστημα αντιμετώπισης drones είναι ο καιρός

Στα τέλη Σεπτεμβρίου αρχίζουν οι βροχές. Μαζί με τη βροχή έρχεται και η ομίχλη, η οποία για μεγάλο μέρος του έτους σε εκείνη την περιοχή δεν είναι απλώς μια ελαφριά αχλύ, αλλά τόσο πυκνή ώστε να περιορίζει την ορατότητα σε λίγα μέτρα. Τα drones δεν πετούν μέσα στην ομίχλη. Ούτε έχει νόημα να πετούν πάνω από αυτήν, καθώς δεν μπορούν να διακρίνουν τίποτε μέσα από το στρώμα της. Χάρη όμως στη δορυφορική πλοήγηση, το πεζικό μπορεί να κινείται κανονικά μέσα στην ομίχλη, ενώ τίποτε από ψηλά δεν μπορεί να το παρακολουθεί.

Εκεί όπου το drone είχε ήδη αρχίσει να αποτυγχάνει

Υπάρχει ένα τελευταίο αποδεικτικό στοιχείο — και είναι αυτό που ο δυτικός Τύπος κατάφερε να παρουσιάσει σαν να αποδείκνυε ακριβώς το αντίθετο.

Κατά τη διάρκεια περίπου 50 ημερών εντατικών ουκρανικών επιθέσεων με drones στον διάδρομο Ροστόφ–Μαριούπολη–Ζαπορίζια, καταστράφηκαν περίπου 56 φορτηγά, τα περισσότερα ενώ βρίσκονταν σταματημένα για ανεφοδιασμό, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν οι περισσότεροι οδηγοί τους. Κατά την ίδια περίοδο, περίπου 12.000 φορτηγά πραγματοποίησαν τη διαδρομή. Ένα ποσοστό καταστροφής μικρότερο του 1% παρουσιάστηκε στο Λονδίνο και την Ουάσιγκτον ως αποκοπή της ρωσικής εφοδιαστικής αλυσίδας.

Τα μέσα άμυνας που οδήγησαν σε αυτόν τον αριθμό δεν ήταν εξεζητημένα. Επιτράπηκε στις ρωσικές εταιρείες να συγκροτήσουν δικές τους ένοπλες ομάδες —ουσιαστικά αυτοσχέδια οπλισμένα οχήματα: ένα ημιφορτηγό με βάση στην καρότσα, πάνω στην οποία ήταν τοποθετημένο ένα πολυβόλο των 7,62 χιλιοστών. Τα drones είναι αργά και θορυβώδη, ενώ ένα πολυβόλο είναι πολύ αποτελεσματικό εναντίον αργών και θορυβωδών στόχων. Ακόμη και οι πιο αθόρυβοι, ηλεκτροκίνητοι τύποι Hornet βρίσκονται σαφώς εντός του βεληνεκούς του.

Τίποτε δεν εξαφανίζεται· γίνεται συνηθισμένο

Το πολυβόλο δεν εξαφανίστηκε μετά το 1918. Έπαψε να αποτελεί το καθοριστικό επιχείρημα και έγινε απλώς ένα επιμέρους στοιχείο. Αυτή είναι η πιθανότερη μοίρα του drone και, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Krapivnik, συμβαίνει ήδη: όχι απαξίωση, αλλά υποβάθμιση του ρόλου του.

Το δυσάρεστο συμπέρασμα για τους Δυτικούς επιτελείς είναι ότι ένα ολόκληρο δόγμα οικοδομήθηκε, με μεγάλη ταχύτητα και σημαντικό κόστος, πάνω στην υπόθεση ότι τα τελευταία τρία χρόνια προδιαγράφουν τα επόμενα τριάντα. Σχεδόν σίγουρα δεν τα προδιαγράφουν. Το 1916, η υπόθεση αυτή ονομαζόταν «πρωτοκαθεδρία του πολυβόλου». Δύο χρόνια αργότερα, ονομαζόταν λάθος.

pntshow.substack.com

«Ο αιώνας της Τουρκίας, ξαναγράφεται η Ιστορία»: Νέο παραλήρημα μεγαλείου από τον Ερντογάν

1
FILE - Turkish President Recep Tayyip Erdogan speaks during a joint statement to the media in Baghdad, Iraq, April 22, 2024. (Ahmad Al-Rubaye /Pool Photo via AP, File)
Σε εκδήλωση για τα 955 χρόνια από τη μάχη του Μαντζικέρτ που «έσπασε τη σκουριασμένη κλειδαριά του Βυζαντίου».

Μεγαλοστομίες για «αιώνα της Τουρκίας» και «μία Τουρκία χωρίς τρομοκρατία» χρησιμοποίησε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην ομιλία του, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων μνήμης για την 955η επέτειο της Μάχης του Μαντζικέρτ.

«Η Ιστορία ξαναγράφεται στην περιοχή μας. Η Τουρκία διαμορφώνει την πορεία της ιστορίας μέσω των ευσυνείδητων αρχών και ειρηνικών πολιτικών της» υποστήριξε ο Ερντογάν παρουσία και του υπερεθνικιστή εταίρου στην κυβέρνηση, του Ντεβλέτ Μπαχτσελί

Αναφερόμενος στο Μαντζικέρτ, ο Ερντογάν συνέδεσε την πορεία της Τουρκίας σήμερα με το ιστορικό γεγονός του 1071, υποστηρίζοντας ότι τότε «άνοιξε η κύρια πύλη της Ανατολίας».

«Βρισκόμαστε εδώ μαζί σας στο Μαντζικέρτ, όπου σπάσαμε τη σκουριασμένη κλειδαριά του Βυζαντίου με το κλειδί της πίστης και ανοίξαμε την κύρια πύλη της Ανατολίας», είπε χαρακτηριστικά, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον συμβολισμό του «δεσίματος της ουράς του αλόγου», μια παράδοση που, όπως είπε, συνδέεται με την απόφαση να μην υπάρξει επιστροφή από μια αποστολή έως την ολοκλήρωσή της.

«Όταν ξεκινάμε μια αποστολή, όταν ξεκινάμε ένα μονοπάτι, όταν αναλαμβάνουμε μια εργασία, δένουμε την ουρά του αλόγου μας», σημείωσε, τονίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο δηλώνεται η αποφασιστικότητα «πως ό,τι και να γίνει, δεν θα γυρίσουμε πίσω, ότι θα πάμε μέχρι το τέλος».

Ο Τούρκος Πρόεδρος χρησιμοποίησε τον ίδιο συμβολισμό για να περιγράψει τους στόχους της κυβέρνησής του, κάνοντας λόγο για την οικοδόμηση του «αιώνα της Τουρκίας», αλλά και για την επίτευξη μιας «Τουρκίας χωρίς τρομοκρατία» και μιας «περιοχής χωρίς τρομοκρατία».

Υποστηρίζοντας ότι στόχος της Τουρκίας είναι να μετατραπεί η ευρύτερη περιοχή σε «γη ειρήνης και ηρεμίας», ο Τούρκος πρόεδρος διαμήνυσε, καταλήγοντας, «ότι στην περιοχή η Ιστορία ξαναγράφεται».

https://www.ieidiseis.gr/kosmos/853550/o-aionas-tis-toyrkias-xanagrafetai-i-istoria-neo-paralirima-megaleio-apo-ton-erntogan/

Γι’ αυτό έγινε η επίσκεψη Τ.Ράτκλιφ στην Ρωσία: Η Μόσχα ετοιμάζει πλήγμα κατά της Βρετανίας!

1
Επιβεβαίωση του pronews.gr

Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Άντι Μπέρναμ, έλαβε πληροφορίες από τις υπηρεσίες ασφαλείας που καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι επίκειται πλήγμα στην χώρα του από την Ρωσία.

 

Ένα στρατιωτικό πλήγμα στην Βρετανία ή σε άλλη δυτική χώρα όπως, η Γερμανία περιλαμβάνονταν στους πέντε βασικούς λόγους της αιφνιδιαστικής επίσκεψης του επικεφαλής της CIA Τ.Ράτκλιφ, στην Μόσχα που αποκάλυψε το pronews.gr

To γεγονός ότι χθες οι Ρώσοι έβγαλαν στην θάλασσα το «υποβρύχιο της Αποκάλυψης» Khabarovsk, το οποίο μπορεί να φέρει τις πυρηνικές τορπίλες Poseidon, φέρεται να αποτελεί ένα είδος μηνύματος προς το Λονδίνο.

Βέβαια ο πιο απλός τρόπος για ένα άμεσο πλήγμα στην Βρετανία θα ήταν απλώς η εκτόξευση ενός Oreshnik.

 

Σύμφωνα με ανώτερες πηγές ασφαλείας που επικαλείται η Daily Mail, υπάρχει «συζήτηση» στις ρωσικές υπηρεσίες εδώ και τουλάχιστον δύο εβδομάδες για την προετοιμασία κάποιας μορφής ενέργειας κατά βρετανικών συμφερόντων.

Οι ίδιες πηγές κάνουν λόγο για «αναπόφευκτη» επίθεση σε βρετανικές αμυντικές και υποδομές ασφαλείας, ως αντίποινα για τη σταθερή στήριξη του Λονδίνου στην Ουκρανία.  

H Bρετανία παραδίδει χιλιάδες drones στην Ουκρανία με τα οποία το Κίεβο επιτυγχάνει καθημερινά σοβαρά πλήγματα κατά στρατηγικών ρωσικών υποδομών και θα δώσει επίσης την άδεια στους Ουκρανούς να συναρμολογούν πυραύλους cruise Storm Shadow.

Ο Βρετανός Πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ επιβεβαίωσε την απόφαση κατά την επίσκεψή του στο Κίεβο.

Στην πραγματικότητα η Βρετανία είναι σαν να έχει «κηρύξει» τον πόλεμο στην Ρωσία απλώς δεν το έχει κάνει επίσημα.

Η Μόσχα φαίνεται να θεωρεί ότι η άνοδος του Μπέρναμ στην πρωθυπουργία και η ακόμη πιο ανοιχτή υποστήριξή του στο Κίεβο δημιουργούν επιπλέον πίεση για δοκιμή των ορίων της Δύσης.

Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν ήδη προειδοποιήσει δημόσια ότι η Βρετανία «συμμετέχει στον πόλεμο» και ότι θα πληρώσει «υψηλό τίμημα».

Σύμβουλος του Κρεμλίνου άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο «ημι-στρατιωτικών» ενεργειών κατά εργοστασίων που παράγουν drones για την Ουκρανία, από «άγνωστες πηγές».

Η επίσκεψη του Τζον Ράτκλιφ στη Μόσχα την Τρίτη 25 Αυγούστου αποκτά πλέον νέα διάσταση. Ο επικεφαλής της CIA πέρασε λίγες ώρες στη ρωσική πρωτεύουσα για «επαφές μεταξύ υπηρεσιών ασφαλείας», χωρίς να συναντήσει τον Βλαντιμίρ Πούτιν επισήμως αλλά ανεπισήμως είναι πολύ πιθανό ότι έγινε το αντίθετο.

Ο Β.Πούτιν ήταν άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών και «γνωρίζει το παιχνίδι». Πολύ δύσκολα θα άφηνε κάποιον άλλον να απαντήσει στην θέση του για κάτι τόσο σημαντικό.

Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε την επίσκεψη, αλλά αρνήθηκε οποιαδήποτε συνάντηση σε υψηλό πολιτικό επίπεδο.

Η χρονική σύμπτωση δεν φαίνεται τυχαία. Αμερικανικές υπηρεσίες είχαν ήδη προειδοποιήσει για πιθανή ρωσική κλιμάκωση και για τεστ της αποφασιστικότητας του ΝΑΤΟ.

Η παρουσία του Ράτκλιφ στη Μόσχα εκτιμάται ότι στόχευε στη μετάδοση άμεσου μηνύματος αποτροπής, σε μια στιγμή που τόσο η Ουάσινγκτον όσο και το Λονδίνο ανησυχούν για πιθανές υβριδικές ή πιο άμεσες ρωσικές ενέργειες.

Το Λονδίνο βρίσκεται τις τελευταίες εβδομάδες στο επίκεντρο της ρωσικής ρητορικής. Η απόφαση του Μπέρναμ να ενισχύσει τη στρατιωτική στήριξη στο Κίεβο, σε συνδυασμό με την επίσκεψή του στην ουκρανική πρωτεύουσα την Ημέρα της Ανεξαρτησίας, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τη Μόσχα.

Οι βρετανικές υπηρεσίες φαίνεται να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις προειδοποιήσεις. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η Ρωσία δοκιμάζει ήδη καθημερινά τις βρετανικές υποδομές ασφαλείας, ενώ «κάτι μεγαλύτερο είναι μόνο θέμα χρόνου».

Πόσο μεγάλο θα είναι αυτό; Θα παραμείνει κάτω από το όριο που θα ενεργοποιούσε άμεση αντίδραση του ΝΑΤΟ;

Όταν αρχίζουν τέτοιες καταστάσεις πολύ δύσκολα να σταματάνε πριν ανοίξουν τις «πόρτες του φρενοκομείου».

Η επίσκεψη Ράτκλιφ και οι πληροφορίες που φτάνουν στον Μπέρναμ δείχνουν ότι η ένταση μεταξύ Μόσχας και δυτικών πρωτευουσών έχει περάσει σε νέο στάδιο.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα υπάρξει ρωσική αντίδραση, αλλά ποια μορφή θα πάρει και πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει η Μόσχα.

 

 

https://www.pronews.gr/amyna-asfaleia/gi-ayto-egine-i-episkepsi-t-ratklif-stin-rosia-i-mosxa-etoimazei-pligma-kata-tis-vretanias/

Το Κατάρ χάρισε στον Τραμπ ένα ιπτάμενο παλάτι — και έμεινε απροστάτευτο όταν ξέσπασε ο πόλεμος

0

 

Το Boeing 747 των 400 εκατομμυρίων δολαρίων, η αμερικανική εγγύηση ασφαλείας και η οικονομική παράλυση ενός κράτους που πίστεψε ότι μπορούσε να αγοράσει την προστασία της Ουάσιγκτον

Το πολυτελές Boeing 747 που προσέφερε το Κατάρ στις Ηνωμένες Πολιτείες για να χρησιμοποιηθεί από τον Ντόναλντ Τραμπ ως νέο Air Force One παρουσιάστηκε ως σύμβολο μιας προνομιακής στρατηγικής σχέσης. Λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα, όμως, η Ντόχα βρέθηκε εκτεθειμένη στις συνέπειες του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου με το Ιράν: οι εγκαταστάσεις φυσικού αερίου της δέχθηκαν επιθέσεις, οι εξαγωγές LNG σχεδόν μηδενίστηκαν και τα Στενά του Ορμούζ —η μοναδική ουσιαστικά θαλάσσια έξοδος του Κατάρ— παρέμειναν αποκλεισμένα.

Το The Atlantic συνοψίζει αυτή τη δραματική αντιστροφή με έναν προκλητικό τίτλο: «Οι Καταριανοί έδωσαν στον Τραμπ ένα αεροπλάνο. Εκείνος, ως αντάλλαγμα, παρέλυσε τη χώρα τους».

Ο τίτλος είναι ασφαλώς πολιτικά φορτισμένος. Δεν σημαίνει ότι το αεροπλάνο δόθηκε στο πλαίσιο μιας ρητής συμφωνίας ανταλλαγής ούτε ότι ο Τραμπ επιτέθηκε προσωπικά στο Κατάρ. Αναδεικνύει, όμως, τη διάψευση της πεποίθησης της Ντόχα ότι οι τεράστιες επενδύσεις της στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η προσωπική καλλιέργεια του Αμερικανού προέδρου θα εξασφάλιζαν την προστασία της σε περίπτωση μεγάλης περιφερειακής κρίσης.

Το δώρο των 400 εκατομμυρίων

Το αεροσκάφος είναι ένα Boeing 747-8, αξίας περίπου 400 εκατομμυρίων δολαρίων, που ανήκε στη βασιλική οικογένεια του Κατάρ. Διαθέτει πολυτελείς σουίτες, έντεκα λουτρά, δερμάτινα καθίσματα και επενδύσεις από πολύτιμα ξύλα. Το ιδιωτικό λουτρό της κύριας σουίτας, με ένθετες διακοσμήσεις από φίλντισι, περιγραφόταν σε διαφημιστικό φυλλάδιο ως «σχεδόν έργο τέχνης».

Το αεροσκάφος ήταν ουσιαστικά ένα ιπτάμενο παλάτι. Το λειτουργικό του κόστος, ωστόσο, υπολογίζεται σε περίπου 25.000 δολάρια ανά ώρα πτήσης και ήταν υψηλό ακόμη και για τη βασιλική οικογένεια του Κατάρ. Η καταριανή κυβέρνηση προσπαθούσε να το πουλήσει επί περίπου πέντε χρόνια.

Όπως γράφει το The Atlantic, οι Καταριανοί γνώριζαν ότι ο Τραμπ θα εντυπωσιαζόταν από το αεροπλάνο. Κατανοούσαν τον χαρακτήρα και την αισθητική του, η οποία είχε ήδη αποτυπωθεί στο γεμάτο χρυσές διακοσμήσεις ιδιωτικό Boeing 757, γνωστό ως «Trump Force One».

Αρχικά προετοιμάστηκαν έγγραφα για μια διακρατική πώληση. Στη συνέχεια, όμως, άνθρωποι από το περιβάλλον του Τραμπ φέρεται να πρότειναν το αεροσκάφος να μη πουληθεί, αλλά να δωρηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Κατάρ αποδέχθηκε την πρόταση.

Η αποδοχή ενός τόσο ακριβού δώρου από ξένη κυβέρνηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον, ακόμη και μεταξύ Ρεπουμπλικανών. Νομικοί και πολιτικοί αντίπαλοι του Τραμπ έθεσαν ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων και πιθανής παραβίασης των συνταγματικών περιορισμών για τα δώρα από ξένες δυνάμεις.

Οι αμφιβολίες ενισχύθηκαν όταν ο Τραμπ δήλωσε ότι μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο το αεροσκάφος θα μπορούσε να μεταφερθεί στην προεδρική βιβλιοθήκη του. Έτσι δημιουργήθηκε το ερώτημα εάν επρόκειτο πραγματικά για δώρο προς το αμερικανικό κράτος ή για περιουσιακό στοιχείο που τελικά θα συνδεόταν προσωπικά με τον ίδιο.

Μια σχέση δισεκατομμυρίων

Το Boeing δεν ήταν μια μεμονωμένη καταριανή χειρονομία. Το Κατάρ έχει χρηματοδοτήσει με δισεκατομμύρια δολάρια την κατασκευή και επέκταση της αεροπορικής βάσης Αλ Ουντέιντ, της μεγαλύτερης αμερικανικής στρατιωτικής εγκατάστασης στη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με το The Atlantic, η Ντόχα έχει δαπανήσει περίπου 8 δισεκατομμύρια δολάρια για τη συγκεκριμένη βάση και σχεδίαζε να διαθέσει άλλα 10 δισεκατομμύρια για την επέκταση και τη συντήρησή της. Καταριανά κεφάλαια έχουν επίσης τοποθετηθεί σε αμερικανικές επιχειρήσεις, ακίνητα και επενδυτικά σχήματα που συνδέονται με πρόσωπα του περιβάλλοντος του Τραμπ.

Η στρατηγική της Ντόχα βασιζόταν επί δεκαετίες σε μια ιδιόμορφη εξωτερική πολιτική. Το μικρό εμιράτο προσπαθούσε να διατηρεί σχέσεις με όλες τις πλευρές: φιλοξενούσε αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις, συνομιλούσε με το Ιράν και με οργανώσεις που η Ουάσιγκτον θεωρούσε εχθρικές, αναλάμβανε διεθνείς μεσολαβήσεις και επένδυε τεράστια ποσά στις δυτικές οικονομίες.

Το Κατάρ δεν οικοδομούσε παραδοσιακές συμμαχίες. Οικοδομούσε ένα δίκτυο επενδύσεων, εξαρτήσεων και προσωπικών σχέσεων, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να εξασφαλίσει την επιβίωσή του.

Η υπόσχεση αμερικανικής προστασίας

Τον Σεπτέμβριο του 2025, λίγους μήνες μετά την παράδοση του αεροπλάνου, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύονταν να εγγυηθούν την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα του Κατάρ.

Στο διάταγμα αναφερόταν ότι οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση κατά του εδάφους, της κυριαρχίας ή των κρίσιμων υποδομών του Κατάρ θα θεωρούνταν απειλή για την ειρήνη και την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ουάσιγκτον δεσμευόταν να λάβει όλα τα «νόμιμα και κατάλληλα μέτρα», ακόμη και στρατιωτικά, εφόσον αυτό κρινόταν αναγκαίο.

Για την ηγεσία του Κατάρ, η συγκεκριμένη απόφαση έμοιαζε να επιβεβαιώνει ότι η μακροχρόνια στρατηγική της είχε αποδώσει. Η χώρα είχε προσφέρει στρατιωτικές εγκαταστάσεις, επενδύσεις, διπλωματικές υπηρεσίες και, πλέον, ένα προεδρικό αεροπλάνο. Σε αντάλλαγμα φαινόταν να έχει αποκτήσει μια αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική.

Ο πόλεμος και το πλήγμα στο Ρας Λαφάν

Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ άρχισαν τις επιθέσεις κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026, το Κατάρ φέρεται να έλαβε ελάχιστη προειδοποίηση, παρότι φιλοξενούσε τη σημαντικότερη αμερικανική βάση στην περιοχή.

Η ιρανική απάντηση έπληξε το πιο ευαίσθητο σημείο της καταριανής οικονομίας: το τεράστιο ενεργειακό συγκρότημα του Ρας Λαφάν, περίπου 80 χιλιόμετρα βόρεια της Ντόχα.

Το Κατάρ διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου στον κόσμο. Τα έσοδα από το LNG υπολογίζονταν πριν από τον πόλεμο σε περίπου 50 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως και αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα τέταρτο του ΑΕΠ της χώρας.

Η εξάρτηση αυτή αποτελεί ταυτόχρονα πηγή πλούτου και στρατηγική αδυναμία. Σε αντίθεση με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία διαθέτουν ή αναπτύσσουν αγωγούς προς εναλλακτικά λιμάνια, το Κατάρ δεν μπορεί να μεταφέρει μαζικά το αέριό του μέσω ξηράς. Το LNG πρέπει να φορτωθεί σε ειδικά δεξαμενόπλοια και να περάσει από τα Στενά του Ορμούζ.

Με το στρατηγικό πέρασμα ουσιαστικά κλειστό, η χώρα βρέθηκε ενεργειακά εγκλωβισμένη.

Εξαγωγές μειωμένες κατά 96%

Τα στοιχεία καταδεικνύουν το μέγεθος της ζημιάς. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, μέσα στους πρώτους έξι μήνες του πολέμου οι εξαγωγές καταριανού LNG μειώθηκαν κατά 96%.

Το Κατάρ εξήγαγε μόλις 18 φορτία LNG, έναντι 509 κατά την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Οι απώλειες από τις πωλήσεις φυσικού αερίου υπολογίζονται σε περίπου 24 δισεκατομμύρια δολάρια — ποσό αντίστοιχο με πέντε μήνες κρατικών εσόδων, σύμφωνα με τα δεδομένα του 2025.

Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε περικοπές δαπανών, ενώ η οικονομία της χώρας εισήλθε σε βαθιά ύφεση. Παράλληλα, η εξαφάνιση των καταριανών φορτίων από την αγορά αύξησε τη ζήτηση για αμερικανικό LNG και ενίσχυσε τη θέση των αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών.

Αυτό είναι και ένα από τα πιο οδυνηρά παράδοξα της κρίσης: ο πόλεμος που άφησε το Κατάρ χωρίς τη δυνατότητα εξαγωγής του φυσικού του αερίου δημιούργησε νέες εμπορικές ευκαιρίες για τους παραγωγούς LNG των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το πραγματικό νόημα του τίτλου

Το The Atlantic δεν υποστηρίζει ότι το Κατάρ έδωσε το αεροπλάνο με αντάλλαγμα μια συγκεκριμένη στρατιωτική υπηρεσία ούτε ότι ο Τραμπ επιδίωξε συνειδητά την καταστροφή της καταριανής οικονομίας.

Η βασική θέση του περιοδικού είναι βαθύτερη: το Κατάρ πίστεψε ότι μπορούσε να αγοράσει την εθνική του ασφάλεια μέσω επενδύσεων, προσωπικών σχέσεων και δώρων. Στον Τραμπ, όμως, συνάντησε έναν ηγέτη που αντιμετωπίζει τις διεθνείς σχέσεις ως μια σειρά άμεσων συναλλαγών, χωρίς να αισθάνεται κατ’ ανάγκην δεσμευμένος από προηγούμενες εξυπηρετήσεις.

Η άμεση ευθύνη για τις επιθέσεις στις καταριανές εγκαταστάσεις ανήκει βεβαίως στο Ιράν. Η πολιτική ευθύνη για την έναρξη ενός πολέμου που εξέθεσε έναν στενό αμερικανικό εταίρο αφορά την κυβέρνηση Τραμπ. Η κρίση αποκάλυψε ότι ακόμη και μια επίσημη αμερικανική εγγύηση ασφαλείας μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής όταν η ίδια η Ουάσιγκτον προκαλεί τη σύγκρουση από την οποία υποτίθεται ότι θα προστάτευε τον σύμμαχό της.

Το Κατάρ προσέφερε στον Τραμπ ένα ιπτάμενο παλάτι. Όταν ήρθε η στιγμή της πραγματικής δοκιμασίας, διαπίστωσε ότι είχε αγοράσει πρόσβαση, επιρροή και προσωρινή εύνοια — όχι κατ’ ανάγκην προστασία.

 

Μην υποτιμάτε ποτέ τους Χούθι

1

21 Αυγούστου 2026

Φωτογραφία ενός σκουριασμένου φορτηγού πλοίου, προσαραγμένου σε μια γεμάτη σκουπίδια λωρίδα άμμου.

Φωτογραφία: Khaled Ziad/Agence France-Presse — Getty Images

The New York Times

Της Alexandra Stark

Η δρ Stark είναι πολιτική επιστήμονας στη RAND.

Μόλις πριν από λίγα χρόνια, οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης θεωρούνταν δευτερεύοντα ή τριτεύοντα μέλη του ιρανικού «Άξονα της Αντίστασης», με αποτέλεσμα οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να τους αντιμετωπίζουν ως εξαρτημένο παράρτημα της Τεχεράνης. Παρότι, όμως, επωφελούνται από τα ιρανικά όπλα, την εκπαίδευση και την τεχνογνωσία, οι Χούθι έχουν και δικά τους συμφέροντα — και ενεργούν αναλόγως.

Η ένοπλη αυτή οργάνωση, η οποία ελέγχει μεγάλο μέρος της βόρειας Υεμένης, βρίσκεται σε θέση να επηρεάσει την επόμενη φάση της σύγκρουσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, εάν επιχειρήσει να επαναφέρει τον αποκλεισμό των Στενών Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.

Οι Χούθι θα μπορούσαν να αναζωπυρώσουν τον πόλεμο στην Υεμένη, να υπονομεύσουν τις προσπάθειες επίτευξης συμφωνίας με το Ιράν και να εμπλέξουν ακόμη βαθύτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες στις συγκρούσεις της περιοχής.

Μία από τις βασικές παραδοχές πριν από την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν, η οποία άρχισε τον Φεβρουάριο, ήταν ότι οι οργανώσεις που λειτουργούσαν ως πληρεξούσιοι της Τεχεράνης είχαν αποδυναμωθεί αποφασιστικά.

Η Χεζμπολάχ, η ένοπλη οργάνωση του Λιβάνου που υπήρξε κάποτε ο ισχυρότερος εταίρος του Ιράν στην περιοχή, υπέστη σοβαρά πλήγματα από το Ισραήλ κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα. Το ίδιο συνέβη και με τη Χαμάς. Το Ιράν έχασε ακόμη έναν βασικό σύμμαχο όταν το καθεστώς του Μπασάρ αλ-Άσαντ στη Συρία κατέρρευσε τον Δεκέμβριο του 2024.

Οι Χούθι, των οποίων οι στρατιωτικές δυνατότητες είχαν επίσης αποδυναμωθεί από τα αμερικανικά πλήγματα της περιόδου 2024–2025, δεν έσπευσαν να εμπλακούν ξανά στη σύγκρουση όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ άρχισαν φέτος να πλήττουν το Ιράν. Με τον τρόπο αυτό φαίνεται ότι απέφυγαν να υποστούν ανάλογες επιθέσεις.

Ίσως περίμεναν την κατάλληλη στιγμή. Χάρη σε μια ιδιαιτερότητα της γεωγραφίας, οι Χούθι μπορούν να διαταράξουν την εμπορική ναυσιπλοΐα στα Στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, ένα στρατηγικό σημείο εισόδου στην Ερυθρά Θάλασσα, από το οποίο διέρχεται το 12% έως 15% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου.

Στο άλλο άκρο της Ερυθράς Θάλασσας βρίσκεται η Διώρυγα του Σουέζ, μια ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδός για το πετρέλαιο και το υγροποιημένο φυσικό αέριο που κατευθύνονται στις αγορές της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης.

Με το Ιράν να έχει ουσιαστικά κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, οι Χούθι βρίσκονται πλέον σε μια ασυνήθιστα ισχυρή θέση.

Έχουν ενισχύσει σημαντικά την παγκόσμια επιρροή τους από το 2014, όταν κατέλαβαν την πρωτεύουσα της Υεμένης, Σαναά, και απομάκρυναν από την πόλη τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση στις αρχές του 2015.

Όταν οι δυνάμεις των ανταρτών κινήθηκαν προς τον νότο τον Μάρτιο του ίδιου έτους, επιχειρώντας να καταλάβουν εδάφη στη νότια Υεμένη, παρενέβη ένας συνασπισμός κρατών υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας και με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο μέχρι τότε τοπικός πόλεμος μετατράπηκε σε περιφερειακή σύγκρουση και προκάλεσε μια καταστροφική ανθρωπιστική κρίση. Τελικά, αντιμέτωπες με στρατιωτικό αδιέξοδο και έντονες διεθνείς πιέσεις, οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών τον Απρίλιο του 2022.

Μέχρι τότε, οι Χούθι είχαν δημιουργήσει ένα εκ των πραγμάτων κράτος στη βόρεια Υεμένη, ενώ η αδύναμη κυβέρνηση που υποστηριζόταν από τη Σαουδική Αραβία διατηρούσε ονομαστικά τον έλεγχο τμημάτων του νότου και της δυτικής χώρας.

Οι Χούθι επέδειξαν τη δύναμή τους επιτιθέμενοι σε εμπορικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα κατά την πρώτη περίοδο του πολέμου Ισραήλ–Γάζας, ο οποίος άρχισε το 2023.

Χρησιμοποιώντας χαμηλού κόστους και σχετικά απλά τεχνολογικά μέσα —όπως μη επανδρωμένα αεροσκάφη επιθέσεων μίας κατεύθυνσης, πυραύλους και μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας— οι Χούθι κατέστησαν τη διέλευση πολύ πιο επικίνδυνη.

Το κόστος ασφάλισης των εμπορικών πλοίων αυξήθηκε έως και είκοσι φορές, με αποτέλεσμα τα στενά να κλείσουν ουσιαστικά για μεγάλο μέρος της ναυσιπλοΐας.

Η μοναδική εναλλακτική διαδρομή υποχρέωνε τα πλοία να παρακάμπτουν το νότιο άκρο της αφρικανικής ηπείρου, προσθέτοντας περισσότερα από 4.000 ναυτικά μίλια στο ταξίδι τους και αυξάνοντας σημαντικά το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών.

Τον περασμένο μήνα οι Χούθι επανέλαβαν τις επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, πλήττοντας εμπορικά πετρελαιοφόρα που συνδέονται με τη Σαουδική Αραβία, καθώς και σαουδαραβικές ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές.

Οι επιθέσεις αποτελούσαν απάντηση σε αυτό που οι Χούθι υποστήριξαν ότι ήταν σαουδαραβικά αεροπορικά πλήγματα στον διάδρομο του αεροδρομίου της Σαναά, στις 13 Ιουλίου. Τα πλήγματα φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκαν με σκοπό να εμποδίσουν την προσγείωση μιας εισερχόμενης ιρανικής πτήσης.

Προς το παρόν, τα εμπορικά πλοία εξακολουθούν να διασχίζουν την Ερυθρά Θάλασσα, παρότι η κυκλοφορία των δεξαμενόπλοιων έχει μειωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα.

Οι επιθέσεις των Χούθι συνεχίστηκαν επίσης εναντίον πλοίων τα οποία η οργάνωση χαρακτηρίζει συνδεδεμένα με τη Σαουδική Αραβία. Μια επίθεση σε φορτηγό πλοίο στις 12 Αυγούστου προκάλεσε τους πρώτους καταγεγραμμένους θανάτους αυτού του νέου κύματος επιθέσεων.

Τις τελευταίες ημέρες, οι Χούθι υποστήριξαν ότι επιτέθηκαν σε πλοίο στο λιμάνι Μόκα της Ερυθράς Θάλασσας, το οποίο ελέγχεται από δυνάμεις που είναι σύμμαχοι της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι έπληξαν αεροδρόμια και εγκαταστάσεις διύλισης πετρελαίου στη Σαουδική Αραβία.

Με τα Στενά του Ορμούζ ουσιαστικά κλειστά, η θαλάσσια διαδρομή Ερυθράς Θάλασσας–Σουέζ έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Η Σαουδική Αραβία είχε προσπαθήσει να παρακάμψει τα Στενά του Ορμούζ, μεταφέροντας αργό πετρέλαιο μέσω αγωγού προς το λιμάνι Γιανμπού, στην Ερυθρά Θάλασσα και στη δυτική ακτή της χώρας. Οι νέες επιθέσεις των Χούθι έχουν πλέον διαταράξει και αυτή την εναλλακτική επιλογή.

Το σχεδόν ταυτόχρονο κλείσιμο των οδών του Ορμούζ και του Σουέζ θα μπορούσε να επιδεινώσει σημαντικά τα προβλήματα του παγκόσμιου εμπορίου, ωθώντας ακόμη υψηλότερα το κόστος του πετρελαίου και τον πληθωρισμό.

Οι Χούθι βρίσκονται τώρα σε θέση να ενισχύσουν την εμπλοκή τους σε μια περιφερειακή σύγκρουση που ήδη βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, περιπλέκοντας τις προσπάθειες τερματισμού της.

Ορισμένοι ενδέχεται να υποθέσουν ότι μια τέτοια κίνηση πραγματοποιείται κατόπιν εντολής του Ιράν. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιθανότατα πιο σύνθετη.

Οι Χούθι είναι ιδιαίτερα προσηλωμένοι στα δικά τους συμφέροντα και έχουν αποδειχθεί πραγματιστές στη διεθνή σκηνή. Έχουν επίσης επιδείξει σημαντική πολιτική και στρατηγική οξυδέρκεια στην επιλογή της κατάλληλης στιγμής για να εισέλθουν σε μια σύγκρουση ή να την κλιμακώσουν.

Όταν επιτέθηκαν στη ναυσιπλοΐα της Ερυθράς Θάλασσας την περίοδο 2023–2025, υποστήριξαν ότι στόχος τους ήταν να πιέσουν το Ισραήλ να περιορίσει τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις στη Γάζα.

Τα πλήγματα ενίσχυσαν, όμως, και τη νομιμοποίησή τους στα εδάφη που ελέγχουν στη βόρεια Υεμένη. Παράλληλα, απομάκρυναν την προσοχή από τις αποτυχίες τους στη διακυβέρνηση, σε μια περίοδο κατά την οποία η δημοτικότητά τους είχε υποχωρήσει.

Αυτή τη φορά οι Χούθι φαίνεται να διακρίνουν μια ευκαιρία να αποκτήσουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ στις συνομιλίες με τη Σαουδική Αραβία για την επίτευξη πολιτικής διευθέτησης του πολέμου στην Υεμένη — ή, εναλλακτικά, μια ευκαιρία να επαναλάβουν τις επιθέσεις κατά της διεθνώς υποστηριζόμενης κυβέρνησης.

Ο προηγούμενος κύκλος επιθέσεων των Χούθι, κατά την περίοδο 2023–2025, είχε σημαντικές αλλά τελικά διαχειρίσιμες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Οι σχετικές εκτιμήσεις ανέφεραν ότι οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα θα είχαν περιορισμένη επίδραση στον πληθωρισμό.

Οι οικονομικές συνέπειες, όμως, ενός ταυτόχρονου κλεισίματος των Στενών Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και του Ορμούζ είναι πιθανό να είναι πολύ σοβαρότερες.

Την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να τερματίσουν σταδιακά τον πόλεμο με το Ιράν, οι Χούθι απειλούν να επαναλάβουν τον πόλεμο στην Υεμένη. Μια τέτοια εξέλιξη πιθανότατα θα ενέπλεκε εκ νέου τη Σαουδική Αραβία, θα έθετε σε κίνδυνο το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου και θα διατηρούσε την περιοχή σε κατάσταση αστάθειας.

Θα είναι δύσκολο να αποκλιμακωθούν οι περιφερειακές εντάσεις χωρίς να αντιμετωπιστεί άμεσα η απειλή των Χούθι, αντί να θεωρείται ότι το πρόβλημα μπορεί να επιλυθεί μέσω συνεννόησης με τον υποτιθέμενο καθοδηγητή τους, το Ιράν.

Παράλληλα, κανείς δεν θα πρέπει να υποθέτει ότι μια συμφωνία με το Ιράν θα δεσμεύσει τους Χούθι ως προς τις επόμενες ενέργειές τους.

Η διεθνής κοινότητα οφείλει να τους αντιμετωπίσει ως έναν πραγματιστικό αλλά επικίνδυνο παράγοντα, ο οποίος λαμβάνει αποφάσεις με βάση τα δικά του συμφέροντα.

Η Alexandra Stark είναι πολιτική επιστήμονας στη RAND και συγγραφέας του βιβλίου «The Yemen Model».

The New York Times

Το Ισραήλ «δόλωσε» την Τουρκία με προεκλογικό πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ, υποστηρίζει ο Αμερικανός απεσταλμένος Τομ Μπάρακ

0

Σύμφωνα με τον Μπάρακ, η Άγκυρα εξέτασε το ενδεχόμενο να απογειώσει μαχητικά αεροσκάφη και, για μερικές στιγμές, δύο βασικοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών βρέθηκαν κοντά σε μια αντιπαράθεση την οποία στην πραγματικότητα καμία πλευρά δεν επιθυμεί.

Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία και πρεσβευτής στην Τουρκία Τομ Μπάρακ συμμετέχει σε συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον πρωθυπουργό του Ιράκ Αλί αλ-Ζαΐντι στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, στις 14 Ιουλίου 2026, στην Ουάσιγκτον.

Φωτογραφία: Andrew Harnik/Getty Images

The Jerusalem Post

Του Idan Kweller

22 Αυγούστου 2026, 13:04
Ενημερώθηκε: 22 Αυγούστου 2026, 16:05

Το ισραηλινό πλήγμα που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη εναντίον της στρατιωτικής βάσης Αμπού αλ-Ντουχούρ στη Συρία και παραλίγο να οδηγήσει σε άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τουρκία ενδέχεται να είχε ως στόχο να προκαλέσει την Άγκυρα. Θα μπορούσε επίσης να συνδέεται με πολιτικούς υπολογισμούς ενόψει των εκλογών στο Ισραήλ, υποστήριξε το Σάββατο ο ειδικός απεσταλμένος των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Συρία και πρεσβευτής στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ.

Σε συνέντευξή του στον Μάριο Νάουφαλ μέσω της πλατφόρμας X, πρώην Twitter, ο Μπάρακ υπογράμμισε ότι πρόκειται μόνο για μία πιθανή θεωρία και όχι για συμπέρασμα που βασίζεται σε πληροφορίες των υπηρεσιών ασφαλείας.

Σύμφωνα με τον Μπάρακ, μία πιθανή εκδοχή είναι ότι «οι Ισραηλινοί προσπαθούσαν να παρασύρουν τους Τούρκους σε αντίδραση». Η εκτίμηση αυτή διατυπώθηκε εν μέρει υπό το φως ενός παλαιότερου περιστατικού, κατά το οποίο η Τουρκία κατέρριψε ρωσικό μαχητικό αεροσκάφος που είχε πλησιάσει τα σύνορά της.

Ο Μπάρακ χαρακτήρισε «πολύ επικίνδυνο παιχνίδι» μια κατάσταση κατά την οποία μαχητικά αεροσκάφη επιχειρούν κοντά σε σύνορα χωρίς προηγούμενο συντονισμό ή προειδοποίηση.

Συνέδεσε ευθέως το συγκεκριμένο ενδεχόμενο με την εσωτερική πολιτική κατάσταση στο Ισραήλ, λέγοντας ότι το πλήγμα ενδέχεται να αποτελούσε μια «πολύ επιθετική, αλλά πιθανώς θετικά αποδεκτή, προεκλογική κίνηση».

Αργότερα στη συνέντευξη, ο Μπάρακ αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο η εσωτερική πολιτική μπορεί να επηρεάζει τη ρητορική των περιφερειακών ηγετών.

Η βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ μετά τα αναφερόμενα ισραηλινά πλήγματα στη Συρία, στις 18 Αυγούστου 2026. Φωτογραφία: Reuters/Stringer

«Αυτό που ακούτε στη ρητορική των ανώτερων ηγετών αυτών των χωρών οφείλεται στο γεγονός ότι βρίσκονται όλοι σε προεκλογική περίοδο, έτσι δεν είναι;» δήλωσε ο Μπάρακ.

«Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου οδεύει προς τον Οκτώβριο», σημείωσε. «Γνωρίζει τι επιθυμεί η εκλογική του βάση».

Μπάρακ: Ο Ερντογάν ενδέχεται να προκηρύξει σύντομα πρόωρες εκλογές

Ο Μπάρακ πρόσθεσε ότι και ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πλησιάζει στη λήψη απόφασης σχετικά με το αν θα προκηρύξει πρόωρες εκλογές. Για τον λόγο αυτό πρέπει να λάβει υπόψη τους ψηφοφόρους του, οι οποίοι εμφανίζονται ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι απέναντι στις εξελίξεις στη Γάζα.

Ο Αμερικανός απεσταλμένος παρουσίασε και μια δεύτερη θεωρία για τις συνθήκες που οδήγησαν στο πλήγμα: ότι το Ισραήλ είχε λάβει πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες τουρκικό στρατιωτικό προσωπικό ή τουρκικά στρατιωτικά μέσα θα μπορούσαν να εγκατασταθούν στη συριακή βάση.

Σύμφωνα με τον Μπάρακ, το Ισραήλ είχε γνωστοποιήσει τις ανησυχίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες περίπου έξι ημέρες πριν από την επίθεση.

«Διαθέτουμε ορισμένες πληροφορίες ότι ενδέχεται να υπάρχει τουρκική μετακίνηση προς τη συγκεκριμένη εγκατάσταση, κάτι που θα μας προκαλούσε πολύ μεγάλη ανησυχία», ανέφερε ο Μπάρακ, περιγράφοντας το μήνυμα που είχε μεταφερθεί στην Ουάσιγκτον.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέτασαν τις πληροφορίες σε συνεργασία με τους αρμόδιους αξιωματούχους και έλαβαν σαφή απάντηση: «Όχι, αυτό δεν συμβαίνει».

Οι δηλώσεις αυτές γίνονται ενώ υπάρχουν πληροφορίες για παρασκηνιακές επαφές πριν από την επίθεση. Σύμφωνα με την περιγραφή του Μπάρακ, το ζήτημα εξετάστηκε μέσω διπλωματικών διαύλων, στους οποίους περιλαμβανόταν και μια παρασκηνιακή συνομιλία διάρκειας περίπου δύο ωρών μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ-Σαϊμπανί και του επικεφαλής της Μοσάντ.

Παρά τις επαφές αυτές, αεροσκάφη της Ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας εμφανίστηκαν και έπληξαν τους διαδρόμους της βάσης, χωρίς η Τουρκία να έχει προηγουμένως ενημερωθεί για την επιχείρηση.

Σύμφωνα με τον Μπάρακ, το περιστατικό έπαψε τότε να αποτελεί απλώς ακόμη ένα ισραηλινό πλήγμα στη Συρία και εξελίχθηκε σε μια στιγμή που θα μπορούσε να προκαλέσει μια πολύ πιο επικίνδυνη περιφερειακή αντιπαράθεση.

Ο Μπάρακ υπογράμμισε ότι οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι ισχυρές, καλά εξοπλισμένες και διαθέτουν σημαντικές δυνατότητες συλλογής πληροφοριών.

«Όταν βλέπουν αυτά τα αεροσκάφη να κατευθύνονται προς τα σύνορα και δεν γνωρίζουν ποιος είναι ο σκοπός, η κατεύθυνση ή η πρόθεσή τους, αρχίζουν να λένε: “Θα πρέπει να απογειώσουμε και τα δικά μας”», ανέφερε.

Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε εναέρια συνάντηση ισραηλινών και τουρκικών αεροσκαφών και σε άμεση αντιπαράθεση μεταξύ του Ισραήλ και της Τουρκίας — ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ και ενός από τους σημαντικότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.

Ο Μπάρακ ρωτήθηκε εάν ένα τέτοιο περιστατικό θα μπορούσε να κλιμακωθεί σε «Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο». Απάντησε ότι σχεδόν οποιοδήποτε ακούσιο περιστατικό θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερη κλιμάκωση, υπογράμμισε όμως ότι, κατά την εκτίμησή του, καμία από τις δύο πλευρές δεν επιδιώκει μια τέτοια αντιπαράθεση.

«Ευτυχώς, τελικά επικράτησαν οι ψυχραιμότεροι και καταφέραμε να εκτονώσουμε την κατάσταση», δήλωσε.

Σύμφωνα με τον Μπάρακ, επρόκειτο για μία από εκείνες τις στιγμές κατά τις οποίες «για πολλούς από εμάς πέρασε ολόκληρη η ζωή μας μπροστά από τα μάτια μας», οδηγώντας στο συμπέρασμα: «Πρέπει να υπάρχει καλύτερος τρόπος, παιδιά».

Ο Μπάρακ τόνισε ότι, σύμφωνα με όσα γνωρίζει, η Άγκυρα δεν επιδιώκει πόλεμο με το Ισραήλ.

«Γνωρίζω ότι οι Τούρκοι —η υπηρεσία πληροφοριών τους, η ιεραρχία τους, ο υπουργός Εξωτερικών, ο πρόεδρος και ο επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών— έχουν επικεντρωθεί όλοι στην αυτοσυγκράτηση», είπε.

«Δεν λειτουργούν ως επιτιθέμενοι», πρόσθεσε. «Δεν ενδιαφέρονται να επιτεθούν ούτε να εμπλακούν σε οποιουδήποτε είδους ένοπλη ή εχθρική σχέση με το Ισραήλ. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν καλό για την περιοχή».

Ο Μπάρακ ανέφερε ότι και οι δύο πλευρές αναζητούν τελικά έναν τρόπο αποκλιμάκωσης. Από την τουρκική οπτική, όμως, το παλαιστινιακό ζήτημα είναι ακόμη σημαντικότερο από το Ιράν. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εξελίξεις στη Γάζα προκαλούν μεγάλη ανησυχία τόσο στην τουρκική κοινή γνώμη όσο και στο ευρύτερο μουσουλμανικό κοινό.

Πίσω από την άμεση αντιπαράθεση βρίσκεται ένας πολύ ευρύτερος στρατηγικός αγώνας για το μέλλον της Συρίας μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ, σύμφωνα με τον Μπάρακ.

Μπάρακ: Το συριακό έδαφος προσφέρει στο Ισραήλ «καθαρό οπτικό πεδίο προς το Ιράν»

Το Ισραήλ επιθυμεί η Συρία να παραμείνει απαλλαγμένη από στρατιωτικά συστήματα που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία δράσης του στην περιοχή, ιδιαίτερα απέναντι στο Ιράν. Ο Μπάρακ είχε προηγουμένως περιγράψει το συριακό έδαφος ως χώρο που προσφέρει στο Ισραήλ «καθαρό οπτικό πεδίο προς το Ιράν».

Η Τουρκία, εν τω μεταξύ, διευρύνει τη στρατιωτική και πολιτική παρουσία της στη νέα Συρία. Ο Μπάρακ δήλωσε ότι η αυξανόμενη επιρροή της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης προκαλεί ανησυχίες σε άλλους παράγοντες, εξέφρασε όμως την ελπίδα ότι οι πλευρές θα διατηρήσουν την αυτοσυγκράτησή τους.

Σύμφωνα με τον Μπάρακ, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ρώτησε πρόσφατα τον Ερντογάν γιατί η Τουρκία δεν «καταλαμβάνει» απλώς τη Συρία, δεδομένου του ρόλου που διαδραμάτισε στις εξελίξεις εκεί.

Ο Ερντογάν φέρεται να απάντησε: «Επειδή δεν τη θέλουμε. Θέλουμε η Συρία να είναι μια κυρίαρχη και ανεξάρτητη χώρα».

Ο Μπάρακ αναφέρθηκε επίσης στις αμοιβαίες ανησυχίες σχετικά με υποτιθέμενες εδαφικές φιλοδοξίες. Σύμφωνα με τον ίδιο, στην Τουρκία δημοσιεύονται χάρτες που παρουσιάζουν ένα υποτιθέμενο όραμα του «Μεγάλου Ισραήλ», ενώ στο Ισραήλ εμφανίζονται χάρτες που προειδοποιούν για μια «Οθωμανική Αυτοκρατορία 2.0».

«Δεν πιστεύουμε ότι ισχύει τίποτε από αυτά», ανέφερε.

Παρά τη σοβαρή κρίση, ο Μπάρακ αποκάλυψε ότι στο παρασκήνιο υπάρχει και συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας απέναντι σε μια κοινή απειλή.

«Κάθε βράδυ έχουμε συντονισμό μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας για τον εντοπισμό τρομοκρατών του ISIS», δήλωσε.

Σύμφωνα με τον Μπάρακ, το Ισλαμικό Κράτος επιχειρεί να εκμεταλλευθεί το κενό διακυβέρνησης που δημιουργήθηκε στη Συρία, προκειμένου να ανασυγκροτηθεί.

Ο Αμερικανός απεσταλμένος υπενθύμισε ότι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 το Ισραήλ και η Τουρκία είχαν γνωρίσει μια περίοδο «μήνα του μέλιτος» στις σχέσεις τους και εξέφρασε την ελπίδα ότι οι δύο χώρες θα μπορούσαν τελικά να επιστρέψουν σε μια ανάλογη σχέση.

Το περιστατικό αυτής της εβδομάδας, ωστόσο, κατέδειξε πόσο επικίνδυνη παραμένει η πορεία προς μια τέτοια προσέγγιση. Σύμφωνα με τον απεσταλμένο του Τραμπ, ισραηλινά αεροσκάφη πλησίασαν τα τουρκικά σύνορα χωρίς προειδοποίηση. Η Άγκυρα άρχισε να εξετάζει την απογείωση των δικών της μαχητικών και, για μερικές στιγμές, δύο βασικοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών βρέθηκαν κοντά σε μια αντιπαράθεση την οποία, κατά τον Μπάρακ, καμία πλευρά δεν επιθυμεί πραγματικά.

Υπουργός Άμυνας Κατζ: Οι δηλώσεις του Μπάρακ είναι «γεμάτες ανακρίβειες»

Μετά τις δηλώσεις του Μπάρακ, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατζ υποστήριξε ότι αυτές ήταν «γεμάτες ανακρίβειες» και ότι έρχονταν σε αντίθεση με τις θέσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

«Η προσπάθεια στελεχών της αντιπολίτευσης και μέρους των μέσων ενημέρωσης να προσδώσουν πολιτικά χαρακτηριστικά στην επιχείρηση στη Συρία προκύπτει από έναν συνδυασμό άγνοιας, έλλειψης κατανόησης των συμφερόντων ασφαλείας του Ισραήλ και μόνιμης επιθυμίας να επιτίθενται στην κυβέρνηση. Η προσπάθεια αυτή αξίζει κάθε καταδίκη.

»Η τοποθέτηση του Αμερικανού απεσταλμένου Μπάρακ είναι γεμάτη ανακρίβειες και θέσεις που αντιβαίνουν στην ίδια τη στάση του Τραμπ σχετικά με τα Υψίπεδα του Γκολάν».

Ο Κατζ υποστήριξε επίσης ότι οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις είχαν απευθύνει άμεση προειδοποίηση σε ανώτερους Σύρους αξιωματούχους πριν από τα πλήγματα στο αεροδρόμιο Αμπού αλ-Ντουχούρ, «σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν την κίνηση».

«Αφού το αίτημα δεν έλαβε απάντηση, ο πρωθυπουργός και εγώ εξουσιοδοτήσαμε τις Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις να πραγματοποιήσουν το πλήγμα, το οποίο εκτελέστηκε με επιτυχία. Ο Ερντογάν πιάστηκε με το χέρι στο βάζο με τα μπισκότα και αναγκάστηκε να υποχωρήσει», δήλωσε ο Κατζ.

The Jerusalem Post

Παγκόσμια Έκθεση Αερίου 2026: Ρεκόρ ζήτησης, γεωπολιτικοί κίνδυνοι και αυξανόμενη εξάρτηση από το LNG

0

Η παγκόσμια ζήτηση φυσικού αερίου έφτασε σε ιστορικό υψηλό το 2025, όμως οι αναταράξεις του 2026 στα Στενά του Ορμούζ ανέδειξαν εκ νέου την ευπάθεια των διεθνών αγορών ενέργειας. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της «Παγκόσμιας Έκθεσης Αερίου 2026», που εκπονήθηκε από τη Rystad Energy σε συνεργασία με τη Διεθνή Ένωση Αερίου και τη Snam.

Σύμφωνα με την έκθεση, η παγκόσμια κατανάλωση φυσικού αερίου ανήλθε το 2025 στα 4,202 τρισ. κυβικά μέτρα, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 1,7%. Σε επίπεδα-ρεκόρ κινήθηκαν επίσης η προσφορά, στα 4,147 τρισ. κυβικά μέτρα, και οι καθαρές εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου, στα 580 δισ. κυβικά μέτρα.

Η μεγαλύτερη αύξηση της κατανάλωσης καταγράφηκε στον οικιακό και εμπορικό τομέα, κυρίως λόγω του ψυχρότερου χειμώνα. Η ηλεκτροπαραγωγή παρέμεινε, πάντως, ο μεγαλύτερος τελικός καταναλωτής φυσικού αερίου, απορροφώντας το 34% της παγκόσμιας ζήτησης.

Η Ασία πρόσθεσε 25 δισ. κυβικά μέτρα στη ζήτησή της, ενώ η κατανάλωση στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 10 δισ. κυβικά μέτρα. Η ευρωπαϊκή αύξηση αποδίδεται στις χαμηλότερες θερμοκρασίες και στην περιορισμένη παραγωγή αιολικής ενέργειας κατά τους χειμερινούς μήνες.

Οι ΗΠΑ κυριαρχούν στις εξαγωγές

Η Βόρεια Αμερική πρωταγωνίστησε στην αύξηση της παραγωγής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεπέρασαν τη Ρωσία και αναδείχθηκαν στον μεγαλύτερο καθαρό εξαγωγέα φυσικού αερίου παγκοσμίως.

Μετά τη λήξη της συμφωνίας για τη διέλευση ρωσικού αερίου μέσω της Ουκρανίας, η Ευρώπη επιτάχυνε τη στροφή της μακριά από τους ρωσικούς αγωγούς. Πλέον, περισσότερο από το 50% των ευρωπαϊκών εισαγωγών LNG προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την ευρωπαϊκή διαφοροποίηση από τη Ρωσία, δημιουργεί όμως έναν νέο κίνδυνο συγκέντρωσης. Η αυξανόμενη εξάρτηση από το αμερικανικό LNG σημαίνει ότι μελλοντικά προβλήματα στην παραγωγή ή στις εξαγωγικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά τις ευρωπαϊκές αγορές.

Το σοκ στα Στενά του Ορμούζ

Η ανοδική πορεία της αγοράς δοκιμάστηκε στις αρχές του 2026 από την κρίση στα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με την έκθεση, η αναταραχή περιόρισε περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς LNG, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στο 3% της συνολικής προσφοράς φυσικού αερίου.

Οι μεγαλύτερες πιέσεις εκδηλώθηκαν στις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας και της Αφρικής. Οι υψηλότερες τιμές ανάγκασαν τους πιο ευαίσθητους οικονομικά αγοραστές να μειώσουν την κατανάλωση, να στραφούν σε άλλα καύσιμα ή να αντλήσουν ποσότητες από τις αποθήκες τους.

Το διεθνές εμπόριο LNG μειώθηκε κατά 4% το πρώτο εξάμηνο του 2026, φτάνοντας τα 284 δισ. κυβικά μέτρα. Η έκθεση προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση φυσικού αερίου μπορεί να μειωθεί κατά 7 δισ. κυβικά μέτρα μέσα στο 2026, καταγράφοντας την πρώτη ετήσια υποχώρηση από το 2022.

Παρά την έκταση της διαταραχής, οι τιμές παρέμειναν πολύ χαμηλότερες από τα ακραία επίπεδα της ενεργειακής κρίσης του 2022. Η ευρωπαϊκή τιμή TTF ξεπέρασε τον Μάρτιο του 2026 τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι κορύφωσης άνω των 227 ευρώ το 2022.

Η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα αποδίδεται στις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σε νέες πηγές προμήθειας, εγκαταστάσεις υγροποίησης και επαναεριοποίησης, αποθηκευτικούς χώρους και εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές.

Τεχνητή νοημοσύνη και καύσωνες αυξάνουν τη ζήτηση

Η έκθεση εντοπίζει δύο νέους παράγοντες που αναμένεται να αυξήσουν τη μελλοντική ενεργειακή ζήτηση: την ταχεία ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων και τις αυξανόμενες ανάγκες ψύξης εξαιτίας των ακραίων θερμοκρασιών.

Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από τα κέντρα δεδομένων έφτασε τις 557 τεραβατώρες το 2025 και, εάν υλοποιηθούν όλα τα σχεδιαζόμενα έργα, θα μπορούσε να πλησιάσει τις 2.904 τεραβατώρες έως το 2030. Η έκρηξη των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί σταθερή και αδιάλειπτη παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία τα συστήματα αποθήκευσης και οι ανανεώσιμες πηγές δεν μπορούν πάντοτε να εξασφαλίσουν.

Οι συντάκτες θεωρούν ότι το φυσικό αέριο θα εξακολουθήσει να λειτουργεί ως εφεδρική και ευέλικτη πηγή ηλεκτροπαραγωγής, ιδιαίτερα όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές μειώνεται ή η ζήτηση αυξάνεται απότομα.

Προειδοποιούν, παράλληλα, για πιθανό έλλειμμα προσφοράς έως το 2030. Εάν συνεχιστούν οι πρόσφατοι ρυθμοί αύξησης, η παγκόσμια ζήτηση θα μπορούσε να φτάσει τα 4,516–4,575 τρισ. κυβικά μέτρα, έναντι περίπου 3,670 τρισ. κυβικών μέτρων από ήδη εγκεκριμένες πηγές παραγωγής.

Ψηφιοποίηση και αέρια χαμηλών εκπομπών

Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην τεχνολογική και περιβαλλοντική προσαρμογή της βιομηχανίας. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα ψηφιακά δίδυμα, η προληπτική συντήρηση, οι αυτόνομες επιθεωρήσεις και τα προηγμένα συστήματα εντοπισμού διαρροών χρησιμοποιούνται ήδη για τη μείωση του κόστους και των εκπομπών μεθανίου.

Πρόοδος καταγράφεται επίσης στη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα. Το 2025 τέθηκαν σε λειτουργία εγκαταστάσεις δυναμικότητας περίπου 8 εκατ. τόνων διοξειδίου του άνθρακα ετησίως, ανεβάζοντας την παγκόσμια επιχειρησιακή δυναμικότητα στα 74 εκατ. τόνους.

Η παραγωγική δυναμικότητα βιομεθανίου αυξήθηκε κατά περίπου 15%, στα 16,5 δισ. κυβικά μέτρα, ενώ η δυναμικότητα καθαρού υδρογόνου έφτασε στις αρχές του 2026 τους 1,2 εκατ. τόνους ετησίως. Το βασικό εμπόδιο παραμένει η διαφορά μεταξύ του υψηλού κόστους των έργων και του ποσού που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οι καταναλωτές.

Το γενικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι το φυσικό αέριο και το LNG θα παραμείνουν κεντρικά στοιχεία του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος. Η θέση αυτή, πάντως, εκφράζει την οπτική των φορέων της βιομηχανίας που συνέταξαν την έκθεση και προϋποθέτει συνεχιζόμενες επενδύσεις, τεχνολογική καινοτομία, μείωση των εκπομπών και πολιτικές που θα στηρίζουν τη ζήτηση για αέρια χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος.

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ

1787633179-2026-global-gas-report

Οι υπό κουρδική ηγεσία Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις ανακοίνωσαν τη διάλυσή τους

0

26 Αυγούστου 2026 | FDD’s Long War Journal

Ahmad Sharawi | Ανώτερος ερευνητικός αναλυτής

Ο Μαζλούμ Αμπντί, διοικητής των υπό κουρδική ηγεσία Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων. (Wikimedia)

Ο Μαζλούμ Αμπντί, διοικητής των υπό κουρδική ηγεσία Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), οι οποίες υπήρξαν εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους, ανακοίνωσε στις 25 Αυγούστου τη διάλυση των δυνάμεών του, έπειτα από την πλήρη συγχώνευσή τους στους κρατικούς θεσμούς της Συρίας — τόσο στους στρατιωτικούς όσο και στους πολιτικούς.

Η ανακοίνωση έγινε έπειτα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις και την ένταξη δυνάμεων των SDF σε αρκετές ταξιαρχίες του Συριακού Αραβικού Στρατού, βάσει συμφωνίας που υπογράφηκε στις 29 Ιανουαρίου και καθόρισε το πλαίσιο ενσωμάτωσης των SDF στο συριακό κράτος.

Της συμφωνίας του Ιανουαρίου είχε προηγηθεί σειρά συγκρούσεων μεταξύ του Συριακού Στρατού και των SDF, οι οποίες είχαν ως τελικό αποτέλεσμα να αποκτήσει η Δαμασκός τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της βορειοανατολικής Συρίας — μιας περιοχής που προηγουμένως ελεγχόταν από τις SDF.

Η διάλυση σηματοδοτεί το τέλος μιας περιόδου μεγαλύτερης των δέκα ετών, κατά την οποία στη βορειοανατολική Συρία λειτουργούσε μια εκ των πραγμάτων αυτόνομη διοίκηση υπό κουρδική ηγεσία. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βήματα της Δαμασκού για την αποκατάσταση της κεντρικής κρατικής εξουσίας σε ολόκληρη τη χώρα.

Περίπου 10.000 μαχητές των SDF έχουν ήδη ενταχθεί στον Συριακό Στρατό, ενώ ανώτερα στελέχη των SDF αναφέρουν ότι ο τελικός αριθμός θα μπορούσε να φτάσει περίπου τους 12.000.

Η διαδικασία ενσωμάτωσης επικεντρώθηκε σε ταξιαρχίες με έδρα τη Χασάκα, το Καμισλί, το Ντερίκ και το Κομπάνι — ή Άιν αλ-Αράμπ. Καθεμία από αυτές διοικείται από πρώην αξιωματικούς των SDF.

Τρεις από τις ταξιαρχίες είχαν αρχικά υπαχθεί στην 60ή Μεραρχία του Συριακού Στρατού και μία στην 72η Μεραρχία. Μεταγενέστερη αναδιοργάνωση του στρατεύματος, ωστόσο, ενέταξε τους συγκεκριμένους σχηματισμούς στο νεοσύστατο 2ο Σώμα Στρατού.

Ο πρώην διοικητής των SDF Τζίγια Κομπάνι υπηρετεί ως υποδιοικητής του Σώματος, ενώ ο επίσης πρώην διοικητής των SDF Σιπάν Χάμο υπηρετεί ως υφυπουργός Άμυνας.

Η Δαμασκός ενσωμάτωσε επίσης στο συριακό υπουργείο Εσωτερικών τις Δυνάμεις Εσωτερικής Ασφάλειας που συνδέονταν με τις SDF και είναι ευρύτερα γνωστές ως Asayish.

Η διαδικασία άρχισε με την υποβολή καταλόγου περίπου 9.000 μελών των Asayish, τα οποία θα μπορούσαν να ενταχθούν στο υπουργείο. Η Δαμασκός υπέβαλε τα συγκεκριμένα στελέχη σε διαδικασία ελέγχου, χωρίς όμως να έχει ανακοινωθεί οριστικός αριθμός όσων τελικά ενσωματώθηκαν.

Παράλληλα, ο ανώτερος διοικητής των Asayish Μαχμούντ Χαλίλ Αλί διορίστηκε υποδιοικητής των Δυνάμεων Εσωτερικής Ασφάλειας στην επαρχία Χασάκα.

Ένα σημαντικό ζήτημα που αφορά το μέλλον των αμιγώς γυναικείων Μονάδων Προστασίας Γυναικών (YPJ) των SDF παραμένει άλυτο.

Η Δαμασκός απέρριψε το αίτημα των YPJ να ενταχθούν στο υπουργείο Άμυνας ως ενιαίος και αυτοτελής στρατιωτικός σχηματισμός, υποστηρίζοντας ότι ο Συριακός Στρατός δεν διαθέτει γυναικείες μάχιμες μονάδες.

Οι ηγεσίες των YPJ, ωστόσο, αντιτάχθηκαν στην ατομική ένταξη των μελών τους και επιμένουν ότι οι μαχήτριές τους πρέπει να διατηρήσουν διακριτή οργανωτική ταυτότητα και δική τους δομή διοίκησης.

Τον Μάιο η Δαμασκός πρότεινε τη διασπορά του προσωπικού των YPJ σε πολιτικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων η Τουριστική Αστυνομία και οι υπηρεσίες μετανάστευσης και έκδοσης διαβατηρίων. Οι διοικήτριες των YPJ απέρριψαν την πρόταση.

Οι δύο πλευρές εξετάζουν πλέον έναν συμβιβασμό, βάσει του οποίου περίπου 2.000 μέλη των YPJ θα εντάσσονταν σε πολιτικούς κρατικούς θεσμούς.

Η ενσωμάτωση της πολιτικής διοίκησης είναι σχεδόν εξίσου σημαντική με τη στρατιωτική ένταξη των SDF. Οι διοικητικές δομές που είχαν δημιουργηθεί στη βορειοανατολική Συρία ενσωματώνονται επίσης σταδιακά στους θεσμούς του συριακού κράτους.

Η Δαμασκός ανέλαβε τον έλεγχο των σημαντικότερων πετρελαϊκών και αεριοπαραγωγικών υποδομών της βορειοανατολικής Συρίας, συμπεριλαμβανομένων των κοιτασμάτων Ρουμέιλαν και Σουαϊντίγια. Οι πρώην εργαζόμενοι σε αυτές τις εγκαταστάσεις εντάσσονται στη Συριακή Εταιρεία Πετρελαίου.

Τα συνοριακά περάσματα που προηγουμένως διοικούνταν από τις SDF ενσωματώθηκαν στο εθνικό τελωνειακό σύστημα της Δαμασκού. Παράλληλα, η Γενική Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας της Συρίας ανέλαβε τον διοικητικό και επιχειρησιακό έλεγχο του Διεθνούς Αεροδρομίου του Καμισλί.

Η διαδικασία επεκτάθηκε και στις υπηρεσίες προς τους πολίτες. Περίπου 20.000 εργαζόμενοι της εκπαιδευτικής διοίκησης της βορειοανατολικής Συρίας εντάχθηκαν στο συριακό υπουργείο Παιδείας και πλέον μισθοδοτούνται από το κράτος.

Περίπου 1.400 εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας ενσωματώθηκαν στο υπουργείο Υγείας, ενώ ακόμη 700 υπάλληλοι από τους φορείς ηλεκτρικής ενέργειας της βορειοανατολικής Συρίας εντάχθηκαν στις αντίστοιχες κρατικές δομές.

Ο Ahmad Sharawi είναι ανώτερος ερευνητικός αναλυτής στο Foundation for Defense of Democracies και ειδικεύεται στην ιρανική παρέμβαση στις αραβικές υποθέσεις και στην περιοχή του Λεβάντε.

FDD