Αρχική Blog Σελίδα 276

«Τέλος» το πετρέλαιο στην Γερμανία μέσω Ρωσίας και η ειρωνεία του Κρεμλίνου: «Δεν το θέλουν , δηλώναν όλα καλά»

0

Η Ρωσία θα σταματήσει τις εξαγωγές από το Καζακστάν προς την Γερμανία μέσω του αγωγού πετρελαίου Druzhba

Η Ρωσία θα εκτρέψει τις προμήθειες πετρελαίου από το Καζακστάν που προορίζονταν προηγουμένως για την Γερμανία μέσω του αγωγού πετρελαίου Druzhba προς άλλες κατευθύνσεις, αρχίζοντας από την 1η Μαΐου, δήλωσε σήμερα ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Αλεξάντρ Νόβακ.

Ο Νόβακ είπε ότι η υλικοτεχνική αυτή αλλαγή έγινε λόγω «τεχνικών δυνατοτήτων» και έχει συμφωνηθεί με το Καζακστάν.

«Οι Γερμανοί έχουν εγκαταλείψει το ρωσικό πετρέλαιο, άρα τα πάνε καλά», δήλωσε ο Νόβακ σχετικά με την απόφαση της Ευρώπης να μειώσει τις εισαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία.

Το Reuters μετέδωσε την Τρίτη ότι η Ρωσία προτίθεται να σταματήσει τις εξαγωγές από το Καζακστάν προς την Γερμανία μέσω του αγωγού πετρελαίου Druzhba αρχίζοντας από την 1η Μαΐου.

Ο υπουργός Ενέργειας του Καζακστάν δήλωσε την Τετάρτη ότι δεν έχει προγραμματιστεί ροή καζακικού πετρελαίου μέσω του ρωσικού αγωγού Druzhba προς τη Γερμανία τον Μάιο, μια διαταραχή που, όπως είπε, πιθανότατα προκλήθηκε από ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

https://www.pronews.gr/oikonomia/energeia/telos-to-petrelaio-stin-germania-meso-rosias-kai-i-eironeia-tou-kremlinou-den-to-theloun-dilonan-ola-kala/

ΠΑΟΚ: Πέθανε ο αδερφός του Ιβάν Σαββίδη, Παύλος

0

Νέο πλήγμα στην οικογένεια του ΠΑΟΚ. Πέθανε σε ηλικία 72 ετών ο αδερφός του Ιβάν Σαββίδη, Παύλος.

Η οικογένεια του ΠΑΟΚ πενθεί ξανά. Μετά τις απώλειες των οπαδών της ομάδας της Θεσσαλονίκης στη Ρουμανία, τη δολοφονία του 20χρονου Κλεομένη και τον θάνατο των Μιρτσέα Λουτσέσκου και Στέφανου Μπορμπόκη, ο ΠΑΟΚ θρηνεί και τον αδερφό του Ιβάν Σαββίδη, Παύλο.

Ο μεγαλύτερος αδερφός του μεγαλομετόχου της ΠΑΕ ΠΑΟΚ έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της Τετάρτης σε ηλικία 72 ετών. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος της άφιξης του Ιβάν Σαββίδη στη Θεσσαλονίκη, στην οποία βρίσκεται από χθες, Τρίτη (21/4).

https://www.ieidiseis.gr/athlitismos/745148/paok-pethane-o-aderfos-toy-ivan-savvidi-paylos/

Παραλήρημα Βούλτεψη κατά Κοβέσι με αναφορές στον Τσαουσέσκου και τον Μοντεσκιέ

2

Δριμεία κριτική άσκησε στην Ευρωπαία Εισαγγελέα η Σοφία Βούλτεψη, με αναφορές στο κομμουνιστικό παρελθόν της Ρουμανίας.

Σφοδρή επίθεση κατά της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι εξαπέλυσε η βουλεύτρια της Νέας Δημοκρατίας, Σοφία Βούλτεψη, συνδέοντας την κριτική της με αναφορές στην καταγωγή και το πολιτικό παρελθόν της.

Η κ. Βούλτεψη, μιλώντας στον ΣΚΑΪ, υποστήριξε ότι η Ρουμανία δεν έχει παράδοση στη θεσμική διάκριση των εξουσιών, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Προέρχεται από μία χώρα η οποία, το ξαναλέω, δεν έχει παράδοση στη διάκριση των εξουσιών, γι’ αυτό και προσπάθησε να πετύχει ανανέωση εκτός δικαστικού συμβουλίου, όπως έγινε στη δική της πατρίδα προχθές, μέσω του εαυτού της».

«Εγώ δεν θέλω δικαιοσύνη Τσαουσέσκου στην Ελλάδα»

Παράλληλα, άσκησε κριτική στον τρόπο επιλογής της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, σημειώνοντας: «Θα ήθελα η Ευρωπαϊκή Ένωση να είχε τοποθετήσει σε αυτήν την πρώτη εισαγγελία έναν εισαγγελέα από τη Γαλλία, που ξέρει τον Μοντεσκιέ και ξέρει ότι δεν μπορεί να ανακατεύεται και να λέει ότι παραβίασε τον νόμο σου που λέει δικαστικό συμβούλιο».

Σε πιο αιχμηρό τόνο πρόσθεσε: «Άμα παίρνεις από τον Τσαουσέσκου… Είναι πολύ πρόσφατα αυτά στη Ρουμανία, θέλει πολύ χρόνο για να συνέλθει». Και συνέχισε αναφερόμενη στο κομμουνιστικό καθεστώς: «Επί Τσαουσέσκου είχε τα παιδιά να ρουφιανεύουν τους γονείς τους μέσα στο σπίτι τους».

Η ίδια συνέδεσε την τοποθέτησή της με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις έρευνες που αφορούν 13 βουλευτές της ΝΔ, επιχειρώντας συγκρίσεις με παλαιότερες δικαστικές υποθέσεις. Όπως είπε: «Λέω το εξής, follow the money, να ακολουθήσει το χρήμα. Εδώ έχουμε δεδομένα σαν την Novartis, αντί να δικαστούν αυτοί που έκαναν τις συνταγογραφήσεις, έψαχναν τον Πικραμένο».

Σε άλλο σημείο ανέφερε: «Αν μου φέρει κάποιον από το ΠΑΣΟΚ που πήρε ένα τηλέφωνο και ένας αγρότης πήρε 190,87 ευρώ, θα πω “παιδιά χαλαρώστε, γιατί δεν είναι έτσι τα πράγματα”».

Αναφερόμενη σε ευρωπαϊκές υποθέσεις, πρόσθεσε: «Έχει κρεμάσει στα μανταλάκι τον Βέμπερ, αθωώθηκε, δύο χρόνια τον βασάνιζε, δεν βρέθηκαν στοιχεία. Έχει τσακωθεί με την Ιρλανδία».

Κλείνοντας, επανήλθε σε αναφορές στο κομμουνιστικό παρελθόν της Ρουμανίας, δηλώνοντας: «Εγώ δεν θέλω δικαιοσύνη Τσαουσέσκου στην Ελλάδα. Όταν έπεσε το καθεστώς Τσαουσέσκου είχε 500.000 σεκουριτάτες (η Κρατική Υπηρεσία Ασφαλείας) και είχε και τα παιδιά να ρουφιανεύουν τους γονείς τους μέσα στο σπίτι τους. Αυτά δεν φεύγουν από μέσα σου. Αυτοί οι 500.000 κάπου πήγανε, κάπου χωθήκανε».

https://www.ieidiseis.gr/politiki/745437/voyltepsi-kata-laoyra-kovesi-ego-den-thelo-dikaiosyni-tsaoyseskoy-stin-ellada/

Γεραπετρίτης στο CNN για την επίθεση σε πλοίο ελληνικών συμφερόντων στα Στενά

0

 

Συνέντευξη του Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στο CNN και τη δημοσιογράφο Becky Anderson (22.04.2026)

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μαζί μας για να συζητήσουμε το θέμα αυτό είναι ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης. Χαιρόμαστε που είστε μαζί μας, κύριε Υπουργέ. Σας ευχαριστούμε που βρίσκεστε εδώ. Είναι μια σημαντική ημέρα για να κάνουμε αυτή τη συζήτηση. Τι μπορείτε να μας πείτε για αυτό το ελληνόκτητο πλοίο που ενεπλάκη στη σημερινή επίθεση του Ιράν και για το πλήρωμά του;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση. Μπορώ να επιβεβαιώσω ότι υπήρξε επίθεση εναντίον ενός ελληνόκτητου φορτηγού πλοίου, αλλά δεν μπορώ να επιβεβαιώσω ότι έχει κατασχεθεί από τους Ιρανούς. Υπάρχουν, λοιπόν, εκτεταμένες ζημιές, αλλά αυτή τη στιγμή δεν κρατείται.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έχει το γραφείο σας ή κάποια άλλη ελληνική κρατική υπηρεσία, απ’ όσο γνωρίζετε, επικοινωνήσει με το πλήρωμα ή με κάποιον που εμπλέκεται άμεσα με το ελληνόκτητο πλοίο από τη στιγμή που έγινε στόχος;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Έχουμε ήδη μιλήσει με τον ιδιοκτήτη του φορτηγού πλοίου και με την εταιρεία, η οποία στην πραγματικότητα παρακολουθεί το πλοίο. Όλοι οι ναυτικοί είναι καλά στην υγεία τους. Υπάρχουν εξαιρετικά εκτεταμένες ζημιές, αλλά αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κίνδυνος να προκληθούν περαιτέρω ζημιές ή να βυθιστεί το φορτηγό πλοίο.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Όπως αντιλαμβάνομαι, πρόκειται για ελληνόκτητο πλοίο με σημαία Λιβερίας, που κατευθυνόταν προς την Ινδία. Μπορείτε να μας δώσετε περισσότερες λεπτομέρειες για τις συνθήκες υπό τις οποίες βρισκόταν το πλοίο αυτό;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Πράγματι, ήταν πλοίο με σημαία Λιβερίας και ελληνικής ιδιοκτησίας. Προσπαθούσε να εξέλθει από τα Στενά του Ορμούζ. Ήταν φορτηγό πλοίο και κατευθυνόταν προς έναν προορισμό που δυστυχώς δεν μπορώ να επιβεβαιώσω. Η κατάσταση επί του πεδίου είναι αρκετά ανησυχητική. Προφανώς, δεν πρόκειται για μια εύκολη και ήρεμη κατάσταση. Έτσι, έχουμε αποστείλει γενική ειδοποίηση προς όλα τα ελληνόκτητα πλοία να είναι εξαιρετικά προσεκτικά, να επιδείξουν τη μέγιστη δυνατή αυτοσυγκράτηση και να αποφύγουν τη διέλευση από τα Στενά.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γνωρίζετε αν ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες ή πληρώματα σε ελληνόκτητα ή ελληνικής σημαίας πλοία έχουν συνεργαστεί άμεσα με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) ή/και έχουν καταβάλει τέλος διέλευσης για ασφαλές πέρασμα;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Αυτή τη στιγμή μπορώ να επιβεβαιώσω ότι υπάρχουν 11 ελληνικά πλοία, πλοία με ελληνική σημαία, εντός του Κόλπου, και παραμένουν εκεί. Και έχουμε τουλάχιστον άλλα 40 έως 50 που είναι ελληνόκτητα αλλά φέρουν σημαία άλλων χωρών. Μπορώ να επιβεβαιώσω ότι έχουν γίνει προσπάθειες προκειμένου να εξέλθουν από τα Στενά, αλλά δεν είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω ότι καταβλήθηκαν τέλη διέλευσης στην ιρανική κυβέρνηση ή στους Φρουρούς της Επανάστασης για αυτόν τον σκοπό. Πράγματι, ωστόσο, υπήρξαν ορισμένες —ένας μικρός αριθμός— περιπτώσεων δεξαμενόπλοιων που έχουν εξέλθει από τα Στενά του Ορμούζ.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Λέτε ότι δεν μπορείτε να πείτε αν πλήρωσαν ή όχι κάποιο τέλος προκειμένου να πραγματοποιήσουν αυτό το ταξίδι. Δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί δεν μπορείτε να δώσετε αυτή την πληροφορία. Ζητώ συγγνώμη.

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Διότι δεν διαθέτω αυτή την πληροφορία, επειδή αυτή έχει παραμείνει στα χέρια των πλοιοκτητών. Υπάρχουν κάποια, ας πούμε, εμπορικά απόρρητα που δεν μπορούν να αποκαλυφθούν. Επομένως, στο μέτρο της γνώσης μου, μπορώ να επιβεβαιώσω ότι υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις που έχουν εξέλθει, αλλά δεν μπορώ να πω αν καταβλήθηκε τέλος διέλευσης ή όχι.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κατανοητό. Θα διερευνήσει η Ελλάδα οποιαδήποτε πλοία φέρονται να έχουν συνεργαστεί άμεσα με τους IRGC, οι οποίοι φυσικά έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Εάν υπάρξουν ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία που να στηρίζουν οποιαδήποτε διασύνδεση με τρομοκρατικές οργανώσεις, προφανώς οι ελληνικές αρχές θα ενεργήσουν αναλόγως. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει τέτοια πληροφορία ή σχετική ενημέρωση, επομένως δεν μπορώ να πω ότι θα προχωρήσουμε σε περαιτέρω έρευνα. Συντονιζόμαστε με τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με συντονισμένες ενέργειες για τη διερεύνηση τέτοιων περιπτώσεων, αλλά προς το παρόν δεν διαθέτουμε κανένα απτό αποδεικτικό στοιχείο επ’ αυτού.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πώς εκτιμάτε ότι αυτές οι ιρανικές επιθέσεις, σε τουλάχιστον τρία πλοία όπως καταλαβαίνουμε μέχρι στιγμής, θα επηρεάσουν αυτή την εκεχειρία που ο Πρόεδρος των ΗΠΑ μόλις παρέτεινε πριν από λίγες ώρες; Ποια είναι η εκτίμησή σας αυτή τη στιγμή;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Αυτή δεν είναι μια εποικοδομητική προσέγγιση. Καταρχάς, θα ήθελα να επαινέσω την πρωτοβουλία του Προέδρου Τραμπ να παρατείνει μονομερώς την εκεχειρία. Είναι σημαντικό να εξαντλήσουμε κάθε δυνατό μέσο διπλωματίας προκειμένου να επιλυθεί η σύγκρουση. Είναι απολύτως κρίσιμο όχι μόνο για τις δύο χώρες, για το Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο, διότι επηρεάζει έντονα την οικονομία όλων των κρατών. Επομένως, είναι σημαντικό να συνεχιστεί η διπλωματία. Καλώ τις ιρανικές αρχές να επιδείξουν τη μέγιστη δυνατή αυτοσυγκράτηση σε ό,τι αφορά τέτοιες επιθέσεις. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν είναι διαπραγματεύσιμη.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στη ναυτική αποστολή της ΕΕ ASPIDES, προστατεύοντας φυσικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, Kaja Kallas, μου είπε πολύ πρόσφατα ότι γίνονται συζητήσεις για επέκταση αυτής της αποστολής ώστε να περιλάβει και τα Στενά του Ορμούζ. Μπορείτε να επιβεβαιώσετε ότι πρόκειται για μια πιθανότητα που συζητείται σε επίπεδο υπουργών της ΕΕ; Και ποια ήταν η αντίδραση της Ελλάδας σε αυτή την ιδέα;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Αυτό πράγματι έχει συζητηθεί μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ. Και υπάρχουν κάποιες άλλες πρωτοβουλίες, ουσιαστικά από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, προς την κατεύθυνση μιας μελλοντικής επιχείρησης —ουσιαστικά μιας επιχείρησης συνοδείας πλοίων— στα Στενά του Ορμούζ. Προς το παρόν, δεν έχουμε ακόμη αποφασίσει να επεκτείνουμε την εντολή της επιχείρησης ASPIDES. Όπως σωστά επισημάνθηκε, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των λίγων χωρών που έχουν διαθέσει πολεμικά πλοία για να συνδράμουν ουσιαστικά στην κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα, η οποία επίσης είναι αρκετά ασταθής. Η αρχική μας θέση είναι ότι δεν αποκλείουμε μια ευρωπαϊκή επιχείρηση στον Κόλπο, αλλά αυτό μπορεί να συμβεί μόνο εάν η ένοπλη σύγκρουση έχει τουλάχιστον παύσει ή τερματιστεί.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κατανοητό. Πολύ σύντομα, μπορείτε απλώς να μας δώσετε μια εικόνα για τον αντίκτυπο αυτής της σύγκρουσης στην ελληνική ναυτιλιακή βιομηχανία; Πιο συγκεκριμένα, τι ακριβώς συμβαίνει στα Στενά και ποιος είναι ο αντίκτυπος που έχει υποστεί η Ελλάδα, αλλά και ο αλυσιδωτός αντίκτυπος που αισθάνονται τόσες πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο, εξαιτίας των ζητημάτων εφοδιασμού σε ενέργεια και σε άλλα προϊόντα;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Όπως πολύ σωστά αναφέρατε, η Ελλάδα διαθέτει τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο, οπότε προφανώς υπάρχει τεράστια επίπτωση στην ελληνική οικονομία και στην κοινότητα των Ελλήνων πλοιοκτητών. Αυτή τη στιγμή, όπως ανέφερα, έχουμε 11 πλοία με ελληνική σημαία και άλλα 40-50 ελληνόκτητα πλοία, τα οποία είναι ουσιαστικά εγκλωβισμένα εντός του Κόλπου. Υφιστάμεθα πιέσεις από τις εκτινασσόμενες τιμές που αφορούν το πετρέλαιο, το αργό πετρέλαιο και άλλα πετρελαϊκά προϊόντα. Αναμένουμε να αντιμετωπίσουμε περαιτέρω αυξήσεις τιμών και σε άλλα αγαθά. Αυτή τη στιγμή έχουμε σημαντικό πληθωρισμό σε σχέση με συγκεκριμένα αγαθά, όπως τα λιπάσματα και τα πετρελαϊκά προϊόντα, αλλά αναμένουμε ότι θα υπάρξει ένα ντόμινο και σε άλλες τιμές. Συντονίζουμε τις ενέργειές μας με τους εταίρους μας στην ΕΕ, προκειμένου να δούμε πώς θα διαχειριστούμε την κατάσταση. Σήμερα, ο Έλληνας Πρωθυπουργός ανακοίνωσε ένα σημαντικό πακέτο οικονομικών μέτρων για τους ευάλωτους πολίτες, ώστε να αντιμετωπιστούν ζητήματα ελλείψεων ή αυξήσεων τιμών σε σχέση με τη χρήση πετρελαίου. Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε τους πολίτες για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Όμως η αλήθεια είναι ότι, εκτός αν υπάρξει μια πραγματικά βιώσιμη και ανθεκτική ειρήνη στην περιοχή, η παγκόσμια οικονομία θα βρεθεί σε σημαντική αναταραχή.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γεώργιε Γεραπετρίτη, είναι πραγματικά πολύ καλό που ήσασταν μαζί μας, κύριε Υπουργέ. Μια σημαντική συζήτηση. Εκτιμώ ιδιαίτερα τον χρόνο σας σήμερα. Σας ευχαριστώ.

Αν θέλεις, μπορώ να στο δώσω και σε πιο δημοσιογραφικά ελληνικά, πιο επίσημη κυβερνητική απόδοση, ή έτοιμο για ανάρτηση/δελτίο τύπου.

Στέφανος Ληναίος: Το τελευταίο αντίο σε έναν άνθρωπο του θεάτρου, της δημοκρατίας και της συνέπειας

0

 Ο Στέφανος Ληναίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 98 ετών, το Σάββατο 18 Απριλίου, ενώ η είδηση έγινε γνωστή λίγες ημέρες αργότερα, στις 22 Απριλίου, μέσα από ανάρτηση της κόρης του, Μαργαρίτας Μυτιληναίου. Το τέλος του έκλεισε έναν κύκλο δεκαετιών για το ελληνικό θέατρο, αλλά και για έναν τύπο καλλιτέχνη που δεν αντιμετώπισε ποτέ την τέχνη ως απλή δημόσια προβολή, αλλά ως χρέος, θέση και παρέμβαση.

Το «τελευταίο αντίο» δεν δόθηκε με ταφή, αλλά με αποτέφρωση, σύμφωνα με την επιθυμία του ίδιου και της οικογένειάς του. Η τελετή έγινε στο Αποτεφρωτήριο Ριτσώνας, σε στενό κύκλο, παρουσία των οικείων του. Σύμφωνα με τα σχετικά ρεπορτάζ, η αποχαιρετιστήρια ατμόσφαιρα πλαισιώθηκε από τραγούδια του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη και του Λοΐζου, σε μια τελετή λιτή αλλά βαθιά φορτισμένη, που έμοιαζε ταιριαστή με τη σεμνότητα που χαρακτήριζε τον ίδιο.

Γεννημένος στη Μεσσήνη το 1928, με το πραγματικό όνομα Διονύσιος Μυτιληναίος, ο Στέφανος Ληναίος σπούδασε υποκριτική στη σχολή του Σωκράτη Καραντινού, στον Μορφωτικό Σύλλογο «Αθήναιον» και αργότερα στη RADA του Λονδίνου. Ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή το 1954, στο Θέατρο Κοτοπούλη, και στη συνέχεια ακολούθησε μια πολύ μεγάλη διαδρομή, με συμμετοχή σε περίπου 100 θεατρικά έργα και ισάριθμες κινηματογραφικές, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές παραγωγές. Στον κινηματογράφο άφησε το στίγμα του σε ταινίες όπως «Ο θησαυρός του μακαρίτη», «Το κλωτσοσκούφι», «Μιας πεντάρας νιάτα» και «Η κόμισσα της φάμπρικας», ενώ το βασικό του πεδίο έμεινε πάντοτε το θέατρο.

Στο θέατρο, η φυσιογνωμία του συνδέθηκε όσο λίγων με το Θέατρο Άλφα και το «Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο», που ίδρυσε μαζί με τη σύζυγό του, Έλλη Φωτίου. Εκεί διαμόρφωσε ένα ρεπερτόριο με σαφή κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό, ανεβάζοντας δεκάδες έργα, ανάμεσά τους τα «Καληνύχτα Μαργαρίτα», «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», «Τυχαίο ατύχημα», «Ένας εχθρός του λαού» και «Οι Ρόζεμπεργκ δεν πρέπει να πεθάνουν». Δεν ήταν ένας καλλιτέχνης που αρκέστηκε στη δημοφιλία του· επιχείρησε να δώσει στο θέατρο χαρακτήρα δημόσιου λόγου και κοινωνικής ευθύνης.

Αυτό ακριβώς εξηγεί και τη βαρύτητα της πολιτικής του παρουσίας. Ο Ληναίος υπήρξε γενικός γραμματέας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών την περίοδο 1965-1967, μέχρι τη διάλυση του σωματείου από τη δικτατορία. Στα χρόνια 1967-1970 βρέθηκε αυτοεξόριστος στο Λονδίνο, εργάστηκε στο BBC και στη Deutsche Welle και ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση, συνδέοντας καθαρά την τέχνη με τη δημοκρατική αντίσταση. Αργότερα, εντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ, εκλέχθηκε βουλευτής το 1989, διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Αθηναίων από το 1986 έως το 1990 και υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος του δημοτικού ραδιοσταθμού «Κύκλος». Η πολιτική του παρουσία δεν ήταν εξωραϊσμός βιογραφικού· ήταν οργανικό μέρος της διαδρομής του.

Όσοι τον έζησαν ή έγραψαν γι’ αυτόν στέκονται συνήθως στο ίδιο στοιχείο: στο ήθος του. Η Καθημερινή θυμίζει μια παλαιότερη φράση του, ότι έμαθε από μικρός «να είναι ωφέλιμος» ως άνθρωπος και ως επαγγελματίας, ενώ η ΕΡΤ και άλλα αφιερώματα τον περιγράφουν ως σεμνό, απλό, πνευματικά ακμαίο και αφοσιωμένο στην ευθύνη του καλλιτέχνη απέναντι στην κοινωνία. Αυτή η εικόνα δεν προέκυψε εκ των υστέρων· ήταν το νήμα που ένωνε τη δημόσια, την πολιτική και την προσωπική του παρουσία.

Ξεχωριστό κεφάλαιο της ζωής του υπήρξε η Έλλη Φωτίου. Δεν ήταν απλώς η σύντροφός του, αλλά η σταθερή συνοδοιπόρος του στη ζωή και στην τέχνη. Γνωρίστηκαν το 1957, παντρεύτηκαν το 1963, απέκτησαν δύο παιδιά και πορεύτηκαν μαζί για περισσότερες από έξι δεκαετίες, συγκροτώντας ένα από τα πιο σταθερά και δημιουργικά καλλιτεχνικά ζευγάρια της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μαζί ίδρυσαν το «Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο» και μαζί σφράγισαν το Θέατρο Άλφα. Η ίδια η Φωτίου είχε διακριτή πορεία, απόφοιτη της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, με σημαντικές συνεργασίες και βραβευμένες εμφανίσεις, αλλά η κοινή τους πορεία έδωσε και στους δύο κάτι ευρύτερο από μια συζυγική σχέση: μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα.

Αυτή η κοινή παρουσία φάνηκε και στην τηλεόραση. Το 1972 πρωταγωνίστησαν μαζί στο τηλεοπτικό θρίλερ «Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο», μια σειρά που σημείωσε επιτυχία και οδήγησε στη συνέχειά της, τον «Εφιάλτη». Σύμφωνα με τα διαθέσιμα αρχειακά στοιχεία, στη σειρά η Έλλη Φωτίου υποδυόταν τη χειρουργό Μάρθα Δαμίγου, ενώ συμμετείχε και ο ίδιος ο Ληναίος σε βασικό ρόλο. Η σειρά αυτή έχει μείνει στη μνήμη ως μία από τις χαρακτηριστικές τηλεοπτικές συνεργασίες τους, αλλά και ως παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το ζευγάρι μετέφερε τη χημεία του από το θέατρο και στην οθόνη.

Ο Στέφανος Ληναίος δεν αφήνει πίσω του μόνο μια μεγάλη καριέρα. Αφήνει μια παλαιότερη, ολοένα και πιο σπάνια ιδέα για τον καλλιτέχνη: ότι ο άνθρωπος του θεάτρου οφείλει να έχει γνώμη, ευθύνη, πολιτική μνήμη και μέτρο. Ότι μπορεί να είναι ταυτόχρονα δημιουργός, πολίτης και σύντροφος ζωής, χωρίς να προδώσει καμία από αυτές τις ιδιότητες. Και γι’ αυτό ο αποχαιρετισμός του δεν αφορά μόνο έναν ηθοποιό που πέθανε. Αφορά έναν ολόκληρο τρόπο να στέκεται κανείς μέσα στην τέχνη και μέσα στον δημόσιο χώρο.

Βουλή: Με ευρεία πλειοψηφία ήρθη η ασυλία 13 βουλευτών της ΝΔ για τις δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ

0

 

Με ονομαστική ηλεκτρονική ψηφοφορία, η Ολομέλεια της Βουλής ενέκρινε την Τετάρτη 22 Απριλίου την άρση ασυλίας και των 13 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας που περιλαμβάνονται σε δύο δικογραφίες σχετικές με την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ. Η σχετική διαδικασία είχε ενταχθεί στην ειδική ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας για τις 12.00, με βάση το άρθρο 62 του Συντάγματος και τα άρθρα 43Α και 83 του Κανονισμού της Βουλής.

Στην πρώτη δικογραφία περιλαμβάνονταν έντεκα βουλευτές της ΝΔ: Κατερίνα Παπακώστα, Κώστας Αχ. Καραμανλής, Γιάννης Κεφαλογιάννης, Νότης Μηταράκης, Κώστας Τσιάρας, Κώστας Σκρέκας, Δημήτρης Βαρτζόπουλος, Μάξιμος Σενετάκης, Λάκης Βασιλειάδης, Χρήστος Μπουκώρος και Θεόφιλος Λεονταρίδης. Στη δεύτερη δικογραφία περιλαμβάνονταν οι Χαράλαμπος Αθανασίου και Τάσος Χατζηβασιλείου. Τα ονόματα και ο διαχωρισμός σε δύο δικογραφίες αποτυπώνονται και στην επίσημη ημερήσια διάταξη της Βουλής.

Η υπόθεση συνδέεται με τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για μεγάλης κλίμακας αγροτική απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Στις 1 Απριλίου, η EPPO είχε γνωστοποιήσει ότι ζητεί την άρση ασυλίας 11 εν ενεργεία Ελλήνων βουλευτών, προκειμένου να προχωρήσει η διερεύνηση για αδικήματα όπως η ηθική αυτουργία σε απιστία, η απάτη με υπολογιστή και η ψευδής βεβαίωση με σκοπό παράνομο όφελος, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.

Πριν από την Ολομέλεια, η Επιτροπή Δεοντολογίας είχε γνωμοδοτήσει ομόφωνα υπέρ της άρσης ασυλίας και για τους 13 βουλευτές, ενώ οι ίδιοι είχαν ζητήσει να αρθεί η ασυλία τους είτε με προσωπική παρουσία είτε με υπόμνημα. Η κυβερνητική πλευρά είχε επίσης ξεκαθαρίσει ότι δεν θα τεθεί κομματική πειθαρχία στην ψηφοφορία.

Η συζήτηση στην αίθουσα είχε έντονο πολιτικό και θεσμικό ενδιαφέρον. Οι 13 βουλευτές υπερασπίστηκαν την αθωότητά τους, αλλά ζήτησαν οι ίδιοι να ανοίξει ο δρόμος για τη δικαστική διερεύνηση. Ο Κώστας Τσιάρας δήλωσε από το βήμα της Βουλής «ζητώ την άρση της ασυλίας μου», ενώ ο Κώστας Αχ. Καραμανλής είπε ότι δεν θα είναι εκ νέου υποψήφιος, ζητώντας να «καθαρίσει το όνομά» του. Στην ίδια γραμμή, ο Νότης Μηταράκης υποστήριξε ότι «δεν στέκει νομικά η άρση ασυλίας» του, αλλά την ζήτησε για πολιτικούς και προσωπικούς λόγους, ενώ ο Τάσος Χατζηβασιλείου δήλωσε ότι ζητεί την άρση «παρά την έλλειψη αδικήματος».

Η ψηφοφορία κατέληξε σε ευρύτατες πλειοψηφίες υπέρ της άρσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, τα “ναι” κυμάνθηκαν από 285 έως 287 ανά περίπτωση, με τον Χαράλαμπο Αθανασίου να καταγράφει 285 υπέρ, 2 κατά και 1 «παρών». Στη διαδικασία ψήφισαν 288 βουλευτές, με τα “κατά” να είναι από ένα έως δύο ανά πρόσωπο.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, μεταφέρθηκε και στις διαφοροποιήσεις της ψηφοφορίας. Όπως καταγράφηκε, από τη διαδικασία απείχαν ο Στέλιος Πέτσας, ο Νότης Μηταράκης, ο Μίλτος Χρυσομάλλης, ο Αντώνης Σαμαράς, ο Μάριος Σαλμάς και ο Γιώργος Ασπιώτης. Παράλληλα, ο ανεξάρτητος βουλευτής Κωνσταντίνος Φλώρος δήλωσε δημόσια ότι ήταν ο ένας βουλευτής που ψήφισε κατά των άρσεων ασυλίας, υποστηρίζοντας πως η ΝΔ «υποχώρησε μπροστά στον λαϊκισμό».

Πολιτικά, η σημερινή συνεδρίαση δεν έκλεισε την υπόθεση· αντίθετα, άνοιξε το επόμενο και πιο κρίσιμο κεφάλαιο. Μετά την άρση της ασυλίας, η δικαστική διερεύνηση μπορεί να προχωρήσει για τα πολιτικά πρόσωπα που αναφέρονται στις δικογραφίες, σε μια υπόθεση που ήδη έχει επιβαρύνει σοβαρά το κυβερνητικό στρατόπεδο και έχει προκαλέσει ευρύτερους κραδασμούς γύρω από τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων.

Οικονομικές εξαγγελίες Μητσοτάκη: η επιδοματική πολιτική δεν είναι λύση

2

Τα μέτρα δεν συγκροτούν πολιτική θεραπείας. Συγκροτούν πολιτική παράτασης. Είναι ασπιρίνες που δίνονται σε μια κοινωνία εξαντλημένη, με την ελπίδα να παραμείνει όρθια, την ώρα που οι βαριές παθογένειες της οικονομίας μένουν ουσιαστικά ανέγγιχτες.

Το νέο πακέτο των περίπου 500 εκατ. ευρώ που ανακοίνωσε η κυβέρνηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, παράταση επιδοτήσεων σε καύσιμα και λιπάσματα, εφάπαξ ενίσχυση για οικογένειες με παιδιά και αυξημένη στήριξη για χαμηλοσυνταξιούχους. Η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως αξιοποίηση του υψηλότερου πρωτογενούς πλεονάσματος του 2025, σε ένα περιβάλλον όπου οι προβλέψεις για το 2026 έχουν ήδη γίνει πιο δυσμενείς, με την ανάπτυξη να αναθεωρείται στο 2% από 2,4% και τον πληθωρισμό στο 3,2% από 2,2%.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι τα μέτρα είναι αχρείαστα. Είναι ότι είναι λάθος κλίμακας και λάθος τύπου σε σχέση με το πρόβλημα. Όταν η οικονομία πιέζεται από επίμονη ακρίβεια, ακριβή ενέργεια, στενότητες στον ανταγωνισμό, υψηλό κόστος στέγασης και κρίση στον πρωτογενή τομέα, οι οριζόντιες ή ημι-στοχευμένες επιδοτήσεις λειτουργούν κυρίως ως μηχανισμός βραχυχρόνιας εξομάλυνσης της δυσαρέσκειας. Δεν θεραπεύουν τις αιτίες που παράγουν ξανά και ξανά την ανάγκη για νέες ενισχύσεις. Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει και το ΔΝΤ, το οποίο, παρότι βλέπει θετική βραχυχρόνια πορεία, επιμένει ότι η Ελλάδα χρειάζεται φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις για τα διαρθρωτικά εμπόδια της πλευράς της προσφοράς, ώστε να ενισχυθούν η παραγωγικότητα και η μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη.

 

Η επιδοματική πολιτική δεν είναι λύση

Οι πρόσφατες οικονομικές εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη παρουσιάστηκαν ως μια στοχευμένη παρέμβαση ανακούφισης για νοικοκυριά, συνταξιούχους, αγρότες και επαγγελματίες που πιέζονται από το κόστος ζωής. Στην πράξη, όμως, πρόκειται κυρίως για ένα πακέτο επιδοματικών και προσωρινών μέτρων, το οποίο επιχειρεί να μειώσει για λίγο την κοινωνική πίεση χωρίς να αγγίζει τις βαθύτερες αιτίες που την προκαλούν. Οι ενισχύσεις προς συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, η διεύρυνση ορισμένων επιστροφών, οι παρατάσεις επιδοτήσεων σε καύσιμα ή παραγωγικές εισροές και οι ρυθμίσεις για οφειλές μπορεί να έχουν άμεση χρησιμότητα για όσους βρίσκονται σε οικονομική ασφυξία. Δεν συνιστούν όμως μια συνεκτική στρατηγική ανασυγκρότησης της οικονομίας και κοινωνικής προστασίας με διάρκεια.

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο εδράζεται η κριτική. Τα μέτρα αυτά λειτουργούν ως ασπιρίνες απέναντι σε πολύ πιο βαριές παθογένειες. Δεν ανατρέπουν την ακρίβεια που κατατρώει το διαθέσιμο εισόδημα, δεν αποκαθιστούν την αγοραστική δύναμη που έχει χαθεί, δεν διορθώνουν τις στρεβλώσεις που κάνουν κρίσιμες αγορές να λειτουργούν εις βάρος του πολίτη και δεν προσφέρουν σταθερό έδαφος σε μια κοινωνία που νιώθει ότι ζει από προσωρινή ανάσα σε προσωρινή ανάσα. Η κυβέρνηση επιλέγει και πάλι να απαντήσει σε ένα δομικό πρόβλημα με βραχυπρόθεσμη διαχείριση, σαν να αρκούν λίγες ενέσεις ρευστότητας για να θεραπεύσουν μια βαθύτερη εξάντληση του κοινωνικού σώματος.

Από αυτή την άποψη, το πρόβλημα δεν είναι ότι τα μέτρα είναι αχρείαστα. Είναι ότι είναι κατώτερα των περιστάσεων. Όταν η στεγαστική πίεση, η ακρίβεια στα βασικά αγαθά, η αβεβαιότητα στον πρωτογενή τομέα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η γενικευμένη ανασφάλεια διαμορφώνουν ένα περιβάλλον καθημερινής φθοράς, οι εφάπαξ ή περιορισμένης διάρκειας παρεμβάσεις δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα. Το μόνο που κάνουν είναι να μεταθέτουν χρονικά την έκρηξη της δυσαρέσκειας. Δεν δίνουν προοπτική, δεν χτίζουν ανθεκτικότητα, δεν επιτρέπουν στον πολίτη να αισθανθεί ότι πατάει σε πιο σταθερό έδαφος. Του δίνουν απλώς λίγο οξυγόνο για να συνεχίσει να αντέχει σε ένα περιβάλλον που παραμένει ασφυκτικό.

Ακόμη και εκεί όπου οι παρεμβάσεις ακούγονται πιο γενναίες, η λογική παραμένει η ίδια: προσωρινή ανακούφιση αντί για ουσιαστική αλλαγή. Αντί να μειωθεί μόνιμα το βάρος που σηκώνει το νοικοκυριό, επιστρέφεται ένα μικρό μέρος του. Αντί να αλλάξουν οι όροι λειτουργίας της οικονομίας ώστε να περιοριστεί η πίεση στην πηγή της, το κράτος επιλέγει να καλύψει αποσπασματικά μέρος της ζημιάς αφού αυτή έχει ήδη γίνει. Έτσι, η πολιτική δεν γίνεται θεραπεία αλλά διαχείριση συμπτωμάτων. Και αυτή η διαχείριση, όσο χρήσιμη κι αν είναι σε ατομικό επίπεδο για όσους θα εισπράξουν μια ενίσχυση, σε συλλογικό επίπεδο αποτυπώνει τη φτώχεια της ίδιας της κυβερνητικής στρατηγικής.

Γι’ αυτό και ο πιο ακριβής τρόπος να διαβαστούν οι εξαγγελίες δεν είναι ως τομή, αλλά ως προσπάθεια συντήρησης. Η κυβέρνηση δεν δείχνει να αλλάζει τους όρους που κάνουν την κοινωνία ολοένα πιο εύθραυστη· δείχνει να προσπαθεί να τη διατηρήσει στη ζωή με επιδοματικά μέσα. Δεν θεραπεύει τις βαριές παθογένειες της οικονομίας, αλλά επιχειρεί να καταστήσει προσωρινά υποφερτές τις συνέπειές τους. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε μπροστά μας ένα σχέδιο εξόδου από την κρίση της καθημερινότητας, αλλά μια ακόμη επιχείρηση παράτασης της αντοχής μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να επιβιώσει.

Τα μέτρα αυτά δεν συγκροτούν πολιτική θεραπείας. Συγκροτούν πολιτική παράτασης. Είναι ασπιρίνες που δίνονται σε μια κοινωνία εξαντλημένη, με την ελπίδα να παραμείνει όρθια, την ώρα που οι βαριές παθογένειες της οικονομίας μένουν ουσιαστικά ανέγγιχτες.

 

Το πιο κρίσιμο σημείο είναι η ακρίβεια. Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος της είναι εισαγόμενο: διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, πόλεμοι, αστάθεια στις αλυσίδες εφοδιασμού. Όμως στην Ελλάδα το σοκ αυτό δεν προσγειώθηκε σε μια ουδέτερη οικονομία. Προσγειώθηκε σε μια οικονομία με επίμονες ρυθμιστικές στρεβλώσεις, φραγμούς εισόδου και αδύναμο ανταγωνισμό σε κρίσιμες αγορές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ρητά ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει από τα υψηλότερα εμπόδια εισόδου και άσκησης δραστηριότητας στις υπηρεσίες στην ΕΕ, ότι υπάρχουν εμπόδια για νέους παίκτες σε αγορές προϊόντων, και ότι ακόμη και το λιανεμπόριο επιβαρύνεται από αδειοδοτικές και ρυθμιστικές αγκυλώσεις που δυσχεραίνουν την εύρυθμη λειτουργία του. Το ΔΝΤ κινείται στην ίδια γραμμή, τονίζοντας ότι η μείωση του ρυθμιστικού βάρους και των εμποδίων εισόδου, ειδικά στις υπηρεσίες, θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό, την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις.

Από αυτή την οπτική, έχει βάση η κριτική ότι η κυβέρνηση δεν έσπασε εγκαίρως συγκεντρωτικές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις σε ορισμένους κλάδους. Δεν θα ήταν ακριβές να ειπωθεί ως τετελεσμένο ότι «στήριξε καρτέλ» με τη νομική έννοια. Είναι όμως εύλογο να υποστηριχθεί ότι ανέχθηκε ή δεν αποδυνάμωσε επαρκώς δομές αγοράς που επιτρέπουν σε αυξήσεις κόστους να περνούν γρήγορα στον καταναλωτή, ενώ οι αποκλιμακώσεις να αργούν. Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικό σύνθημα. Είναι συμβατό με την επίσημη διάγνωση της Επιτροπής και του ΔΝΤ ότι τα προβλήματα ανταγωνισμού και οι ρυθμιστικοί φραγμοί παραμένουν σοβαρό εμπόδιο για την ελληνική οικονομία.

Το ενεργειακό πεδίο είναι ίσως το καθαρότερο παράδειγμα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι, παρά την αύξηση του μεριδίου των ΑΠΕ, η Ελλάδα παραμένει πολύ εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα, ότι οι τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, εν μέρει λόγω της εξάρτησης από το φυσικό αέριο, και ότι χρειάζονται περισσότερες επενδύσεις σε αποθήκευση, δίκτυα και διασυνδέσεις. Προσθέτει μάλιστα ότι η χώρα διατηρεί σημαντικές επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων χωρίς προγραμματισμένη κατάργηση έως το 2030, ενώ ορισμένες από αυτές κρίνονται οικονομικά αναποτελεσματικές και διαιωνίζουν την εξάρτηση. Το ΔΝΤ επίσης επιμένει στην ανάγκη ενίσχυσης δικτύων και αποθήκευσης για λόγους ενεργειακής ασφάλειας και παραγωγικότητας. Αυτό δίνει στέρεη βάση στην άποψη ότι μέρος της σημερινής ακρίβειας στην ενέργεια δεν είναι απλώς «εξωτερικό κακό», αλλά και αποτέλεσμα του ότι η χώρα μπήκε στην κρίση με ατελή ενεργειακή θωράκιση και με επιλογές που δεν διόρθωσαν έγκαιρα την εξάρτηση και τις εσωτερικές αδυναμίες της αγοράς.

Αντίστοιχα, στην αγορά καυσίμων, η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει προχωρήσει σε ειδική ρυθμιστική παρέμβαση ακριβώς επειδή εξέτασε αν υπάρχουν συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε διύλιση, χονδρική και λιανική. Τα δικά της ευρήματα μιλούν για το φαινόμενο της ασύμμετρης μετακύλισης τιμών — το γνωστό «οι αυξήσεις περνούν σαν πύραυλος και οι μειώσεις πέφτουν σαν πούπουλο» —, για υψηλή συγκέντρωση στη διύλιση, για ενδείξεις αύξησης περιθωρίων κέρδους, και για ερωτήματα ως προς το αν η αύξηση των τιμών συνδέεται με απουσία αποτελεσματικού ανταγωνισμού και φραγμούς εισόδου. Άρα, η κριτική ότι η ακρίβεια στην Ελλάδα διογκώνεται και από τον τρόπο λειτουργίας ορισμένων αγορών δεν είναι αυθαίρετη· στηρίζεται σε θεσμική διερεύνηση από την ίδια την αρμόδια αρχή ανταγωνισμού.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το νέο πακέτο μέτρων μοιάζει περισσότερο με μεταφορά δημοσιονομικών πόρων προς τις συνέπειες του προβλήματος παρά με παρέμβαση στις αιτίες του. Όταν επιδοτείς καύσιμα, λιπάσματα ή ενεργειακό κόστος χωρίς να έχεις προηγουμένως ενισχύσει επαρκώς τον ανταγωνισμό, τη διαφάνεια, τις υποδομές και την παραγωγική προσαρμογή, στην πράξη αγοράζεις χρόνο για ένα σύστημα που συνεχίζει να παράγει πίεση. Με οικονομικούς όρους, αυτό είναι πολιτική βραχυχρόνιας εξομάλυνσης της ζήτησης, όχι πολιτική βελτίωσης της προσφοράς και της παραγωγικής αποτελεσματικότητας.

Η ανεπάρκεια αυτή φαίνεται ακόμη πιο έντονα στον αγροτικό τομέα. Εκεί η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει απλώς μια δύσκολη συγκυρία, αλλά μια συστημική κρίση διοίκησης, ρευστότητας και αξιοπιστίας. Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ οδήγησε την ΕΕ σε πρόστιμο 392,2 εκατ. ευρώ για εκτεταμένη κακοδιαχείριση και απάτη στις αγροτικές επιδοτήσεις, ενώ οι καθυστερήσεις στις πληρωμές δημιούργησαν, σύμφωνα με τους αγρότες, χρηματοδοτικό κενό περίπου 600 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, την 1η Απριλίου 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε ότι ζήτησε την άρση ασυλίας 11 εν ενεργεία βουλευτών στο πλαίσιο της έρευνας για οργανωμένο σχήμα απάτης με αγροτικά κονδύλια. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοσιονομικό ή ηθικό. Είναι βαθιά αναπτυξιακό: όταν ο μηχανισμός ενισχύσεων του πρωτογενούς τομέα αποδιαρθρώνεται, καταρρέει η προβλεψιμότητα πάνω στην οποία στηρίζονται παραγωγοί, τοπικές οικονομίες και ολόκληρα κοινωνικά στρώματα της υπαίθρου.

Γι’ αυτό η μεταφορά μικρών ή μεσαίων ενισχύσεων προς τον αγροτικό κόσμο δεν αρκεί. Στον πρωτογενή τομέα το βασικό ζητούμενο δεν είναι άλλη μία προσωρινή ανάσα, αλλά επαναθεμελίωση της θεσμικής αξιοπιστίας, με καθαρές πληρωμές, αποτελεσματική εποπτεία, χαμηλότερο κόστος παραγωγής, καλύτερη οργάνωση της εφοδιαστικής αλυσίδας και ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση του παραγωγού. Διαφορετικά, τα μέτρα λειτουργούν σαν αποζημίωση για μια κρατική αποτυχία που παραμένει άθικτη.

Η οικονομική ουσία, λοιπόν, είναι η εξής: η κυβέρνηση απαντά σε μια δομική κρίση προσφοράς, ανταγωνισμού, ενέργειας και θεσμών με εργαλεία κυρίως ταμειακά και παρηγορητικά. Αυτό δεν είναι αμελητέο πολιτικά, αλλά είναι ανεπαρκές οικονομικά. Μια σοβαρή στρατηγική κατά της ακρίβειας θα έδινε προτεραιότητα στη διάνοιξη αγορών, στη μείωση των φραγμών εισόδου, στην ταχύτερη ενεργειακή αναδιάρθρωση, στην ενίσχυση δικτύων και αποθήκευσης, στην αυστηρότερη εποπτεία αγορών με υψηλή συγκέντρωση και στην εξυγίανση του αγροτικού μηχανισμού πληρωμών. Όσο αυτά δεν γίνονται στον αναγκαίο βαθμό, οι επιδοτήσεις θα λειτουργούν ως ασπιρίνες: ίσως χρήσιμες για τον πόνο της ημέρας, αλλά αδύναμες να θεραπεύσουν την ασθένεια της οικονομίας.

 

Μαξ Βέμπερ, Η Προτεσταντική Ηθική και το Αίνιγμα της Νεωτερικότητας

0
Ο νεότερος Μαξ Βέμπερ

Λέσχη Βιβλίου Παγκόσμιας Ιστορίας, Ιστορικοί που με διαμόρφωσαν: Μαξ Βέμπερ

jeffrich.substack.com

22 Απριλίου 2026

Ο Μαξ Βέμπερ, ο Γερμανός κοινωνιολόγος, είναι ο επόμενος σε αυτή τη σειρά της Λέσχης Βιβλίου Παγκόσμιας Ιστορίας για τους ιστορικούς που με διαμόρφωσαν. Ο νεαρός, μυστικιστής Μαξ μού δίδαξε πολύ περισσότερα για τη νεωτερικότητα απ’ ό,τι ο αυστηρόφωνος πατέρας του ιστορικού υλισμού, ο Καρλ Μαρξ.

Ορισμένοι από τους αναγνώστες μου ασφαλώς συνδέονται με τον μαρξισμό ή τον υλισμό, και μάλιστα κάποιοι μου έχουν προτείνει να διαβάσω την ομιλία του Σι Τζινπίνγκ για την ιστορική σημασία του μαρξισμού. Σέβομαι αυτή την παράδοση και, πριν από το 1989, είχα μελετήσει σε βάθος μέσα σε αυτήν. Αλλά εκείνη τη χρονιά της δικής μου φτώχειας πούλησα το έργο του Κολακόφσκι, Main Currents of Marxism, και, εν πάση περιπτώσει, ο Βέμπερ σήμαινε πάντοτε περισσότερα για μένα.

Όχι επειδή είμαι βεμπεριανός, με την κοινωνιολογική και αμερικανική λειτουργιστική προσαρμογή της σκέψης του Βέμπερ μέσω του Τάλκοτ Πάρσονς. Αυτή η παράδοση απολιθώνει τον Βέμπερ ως τον ιδρυτή της σύγχρονης αξιακά ουδέτερης κοινωνικής επιστήμης, αλλά υποβαθμίζει το κείμενο που με γοητεύει περισσότερο, όταν ο Βέμπερ βρισκόταν στην πιο ιστορική, μυστικιστική και ακόμη νωπή μετά από μια περίοδο τρέλας φάση του: Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού (1905).

Αυτό το κείμενο, τόσο παρεξηγημένο με τρόπο σχεδόν «ιογενή», είναι το κλασικό μου κείμενο για τη Λέσχη Βιβλίου Ιστορίας αυτού του μήνα. Αν είστε νέοι στον Βέμπερ, παρακαλώ σημειώστε ότι η φράση «Προτεσταντική Ηθική της Εργασίας» δεν εμφανίζεται στον τίτλο.

Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού (από εδώ και στο εξής θα χρησιμοποιώ το ακρωνύμιο TPESC) με ενδιαφέρει όχι επειδή ο Βέμπερ ήταν ο αντί-Μαρξ ή ο κατεξοχήν δάσκαλος της κοινωνιολογίας, αλλά επειδή το κείμενο αυτό είναι μια μορφή ποίησης και προσωπικής συνάντησης με τις μοίρες της ιστορίας. Αυτό μπορεί να φαίνεται παράξενο να λέγεται για ένα εξαιρετικά τυπικό κοινωνιολογικό κείμενο, στο οποίο υπάρχουν εκατοντάδες μακροσκελείς υποσημειώσεις. Όμως το TPESC παλεύει με το αίνιγμα της νεωτερικότητας —τη βιομηχανία της, την ορθολογικότητά της και την απομάγευση του κόσμου— και με το αν εμείς, και η γη, μπορούμε να ξεφύγουμε από τον τρόπο ζωής μέσα στον οποίο μας έχει φυλακίσει.

Υπάρχει ένα πολύ συχνά παρατιθέμενο, και ποικιλοτρόπως μεταφρασμένο, απόσπασμα προς το τέλος του TPESC που συμπυκνώνει αυτά τα μεγάλα θέματα του έργου του Βέμπερ: τις ακούσιες συνέπειες των ιδεών, την επίδραση της θρησκείας στην κοινωνία, την πολιτισμική συγκρότηση των οικονομικών συστημάτων, τη διαδικασία εξορθολογισμού στην εξουσία και στη σύγχρονη ιστορία, και το «σιδερένιο κλουβί» της νεωτερικής ορθολογικότητας μέσα στο οποίο ζούμε. Η φράση «σιδερένιο κλουβί» ήταν μια δημιουργική μετάφραση του Τάλκοτ Πάρσονς για την αρχική γερμανική φράση του Βέμπερ «stahlhartes Gehäuse», η οποία κυριολεκτικά μεταφράζεται ως «κέλυφος σκληρό σαν ατσάλι».

Η φράση εμφανίζεται στην τέταρτη από το τέλος παράγραφο του δοκιμίου. Αν πιεστείτε, μπορείτε να συλλάβετε όλο το λεπτό επιχείρημα του Βέμπερ διαβάζοντας τις τελευταίες επτά παραγράφους, σε δυόμισι σελίδες του δοκιμίου, συμπεριλαμβανομένου του περίφημου αποσπάσματος για το «σιδερένιο κλουβί».

Εκεί συνοψίζει το βασικό του επιχείρημα.

«Ένα συστατικό μέρος του πνεύματος του καπιταλισμού, και όχι μόνο αυτού αλλά και του σύγχρονου πολιτισμού, δηλαδή η ορθολογική διεξαγωγή της ζωής πάνω στη βάση της ιδέας του επαγγελματικού καλέσματος, γεννήθηκε (όπως δείχνει αυτό το δοκίμιο) από το πνεύμα του χριστιανικού ασκητισμού.»

Βέμπερ, TPESC, σ. 120

Υπήρξαν πολλές μορφές ασκητισμού και κερδοσκοπικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων πριν από εκείνη που περιέγραψε ο Βέμπερ σε αυτό το δοκίμιο, αλλά ο προτεσταντικός ενδοκοσμικός ασκητισμός του 17ου αιώνα αποτέλεσε τη ρήξη μέσω της οποίας η νεωτερικότητα εισήλθε στην ιστορική μας ζωή. Η προτεσταντική ηθική είναι αυτή ακριβώς η ιδιαίτερη μορφή ασκητισμού —και όχι η «ηθική της εργασίας» της κοινής παρανόησης— της οποίας τη γενεαλογία ο Βέμπερ ιχνηλάτησε από τη Μεταρρύθμιση έως τις κοινοτοπίες του Βενιαμίν Φραγκλίνου. Αυτό που είχε πραγματικά σημασία ήταν ότι το ιδανικό του «αναγεννησιακού ανθρώπου», της πλήρους έκφρασης της οικουμενικής ανθρωπινότητας, εγκαταλείφθηκε υπέρ της εξειδίκευσης. Ως καλλιεργημένος Γερμανός λόγιος, ωστόσο, ο Βέμπερ συνέκρινε αυτή την παραίτηση με την παρακμή του Φάουστ ή με την απώλεια της αθηναϊκής αρχαιότητας. Η «αναπόφευκτη συνέπεια της εγκατάλειψης της φαουστικής οικουμενικότητας της ανθρωπότητας [Menschentum] είναι η προϋπόθεση, στον σημερινό κόσμο, για κάθε άξια λόγου πράξη.» Θα επιστρέψουμε στη συνέχεια στο ίδιο το ψυχολογικό σχήμα του Βέμπερ, το οποίο είναι εγκιβωτισμένο μέσα σε αυτή τη σκληρή σαν ατσάλι διατύπωση.

«Οι Πουριτανοί ήθελαν να είναι άνθρωποι του καλέσματος», έγραψε ο Βέμπερ, αναφερόμενος στη θρησκευτική έννοια της κλήσης που εντόπισε στην προτεσταντική ηθική, «εμείς, αντίθετα, είμαστε υποχρεωμένοι να είμαστε». Εδώ ο Βέμπερ γράφει ταυτόχρονα την ιστορία του καπιταλισμού, της νεωτερικότητας και της ίδιας της ιδιωτικής του ψυχής. Έγραψε αυτό το εμβληματικό δοκίμιο ύστερα από μια ψυχική κατάρρευση και μια περίοδο βαθιάς κατάθλιψης, από την οποία δεν ανέκτησε ποτέ πλήρως την παλαιότερη, πειθαρχημένη και απαιτητική εργασιακή του αυτοσυγκράτηση. Είχε θελήσει να γράψει ορθολογικές, καθολικές ιστορίες της κοινωνίας, όμως η εσωτερική πάλη και οι ψυχολογικές πιέσεις —προσαρμοσμένες από τον ίδιο τον ασκητικό πιετιστικό μυστικισμό της μητέρας του— τον ανάγκασαν να σταματήσει. Αυτό τον άφησε αντιμέτωπο με μια επιλογή: να εξειδικευθεί στο πεδίο της κοινωνιολογίας, με το οποίο ποτέ δεν ένιωσε απολύτως άνετα, και να αποδεχθεί τα όρια του ορθολογικού μέσα στη ζωή.

Το TPESC ήταν το πρώτο κείμενο που έγραψε μετά την ψυχική του ασθένεια. Η σύζυγός του και βιογράφος του περιέγραψε πώς ξαναζωντάνεψε γράφοντας αυτό το κείμενο και ότι έριξε ολόκληρη την ψυχή του στο έργο. Ήταν κάτι περισσότερο από κοινωνιολογία. Ήταν η ιστορία ως θεραπευτική ανάρρωση. Ήταν μια απελευθέρωση από το σιδερένιο κλουβί των οικογενειακών και πολιτισμικών του σχημάτων.

Το TPESC ήταν επίσης πολύ περισσότερα από ένα σχόλιο πάνω στη μέθοδο των κοινωνικών επιστημών ή μια πολεμική κατά του μαρξισμού. Ήταν μια ενασχόληση με το νόημα της σύγχρονης Kultur — το αίνιγμα της νεωτερικότητας που τόσο πολλοί αισθάνονταν στο γύρισμα του αιώνα, όπως είχα συζητήσει σε δοκίμια πέρυσι για την Κίνα και για το 1910: Η Χρονιά που Άλλαξε ο Ανθρώπινος Χαρακτήρας. Το νοητικό πείραμα του Βέμπερ συνελήφθη μέσα σε ένα εργαστήριο κοινωνικών αγώνων ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, στους άνδρες και τις γυναίκες, στις αυτοκρατορίες και τις αποικίες, στους πολιτισμούς και τις θρησκείες. Πλαισιώθηκε από συζητήσεις μέσα στους γερμανικούς και ευρωπαϊκούς διανοητικούς κύκλους ανάμεσα στην Gemeinschaft και την Gesellschaft, ανάμεσα στην Kultur και τον Πολιτισμό, ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό, ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό, ανάμεσα στον φεμινισμό και την ανδρική αυθεντία, ανάμεσα στο βιεννέζικο ασυνείδητο και την αστική σύμβαση, ανάμεσα στην αστική βιομηχανική και την πράσινη αγροτική ζωή, ανάμεσα στα μαύρα σατανικά εργοστάσια και τα κινήματα επιστροφής στη φύση, ανάμεσα στην πρόοδο και την καταστροφή του κόσμου, ανάμεσα στη Βαλχάλλα και το Götterdämmerung. Με κάποιον τρόπο, ο Βέμπερ έλιωσε όλα αυτά τα μέταλλα μέσα στο ατσάλινο περίβλημα του δοκιμίου του.

«Διότι όταν ο ασκητισμός βγήκε από τα μοναστικά κελιά και εισήλθε στην εργασιακή ζωή, και άρχισε να κυριαρχεί στην ενδοκοσμική ηθική, συνέβαλε στην οικοδόμηση εκείνου του πανίσχυρου κόσμου της σύγχρονης οικονομικής τάξης (που είναι δεμένος με τις τεχνικές και οικονομικές συνθήκες της μηχανικής και βιομηχανικής παραγωγής). Σήμερα αυτός ο πανίσχυρος κόσμος καθορίζει, με συντριπτικό καταναγκασμό, το ύφος της ζωής όχι μόνο όσων εμπλέκονται άμεσα στις επιχειρήσεις αλλά κάθε ατόμου που γεννιέται μέσα σε αυτόν τον μηχανισμό…»
Βέμπερ, TPESC, σσ. 120-121

Ο Βέμπερ δεν περιγράφει την καταπίεση μιας τάξης από μια άλλη, αλλά τον «συντριπτικό καταναγκασμό» του «τρόπου ζωής» μέσα στον οποίο γεννιούνται όλοι οι νεωτερικοί άνθρωποι. Είναι μια φράση γραμμένη από έναν συγγραφέα που ήξερε, ως το μεδούλι του, ότι ο νους μετρά εξίσου με την υλική ζωή, και, μαζί με τον ποιητή Χόπκινς, ότι αυτοί οι νούς έχουν βουνά.

Ω νου, ο νους έχει βουνά· γκρεμούς καταρράκτη

τρομακτικούς, απότομους, αχαρτογράφητους από άνθρωπο. Ας τους υποτιμά

όποιος ποτέ δεν κρεμάστηκε εκεί.

Gerald Manley Hopkins, “No worst, there is none. Pitched past pitch of grief” (1885), ένα από τα «Τρομερά Σονέτα» του

Όμως ίσως σας εκπλήξει το τι έγραψε αμέσως μετά ο Μαξ Βέμπερ, αυτός ο πολιτικός κεντρώος και συγγραφέας για την οικονομική οργάνωση. Ήταν η κορύφωση της βιομηχανικής έκρηξης της Γερμανίας που τροφοδοτούνταν από άνθρακα και πετρέλαιο, και ίσως η κορυφή της παγκόσμιας πολιτισμικής της επιρροής, αλλά ο Βέμπερ δεν ολοκλήρωσε τον συλλογισμό του με φιλελεύθερη αισιοδοξία. Τοποθέτησε μια ωρολογιακή βόμβα στο τέλος της πρότασης για τον συντριπτικό καταναγκασμό ενός τρόπου ζωής μέσα στον οποίο είχε γεννηθεί. Διέκοψα εκείνη την πρόταση πριν από το τέλος της, όταν ο Βέμπερ έδωσε μια τελευταία νότα ζόφου: «και είναι πολύ πιθανό να συνεχίσει να το κάνει έως την ημέρα που θα έχει καταναλωθεί και ο τελευταίος τόνος ορυκτού καυσίμου». Η ημέρα αυτή μοιάζει σε εμάς ακόμη πιο κοντινή απ’ όσο φαινόταν στον Βέμπερ το 1905.

Ακριβώς στην επόμενη πρόταση εμφανίζεται το περίφημο απόσπασμα για το «σιδερένιο κλουβί» ή stahlhartes Gehäuse. Αντιπαραθέτει το σύγχρονο πνεύμα, εξαναγκασμένο σε έναν τρόπο ζωής, προς τη μυστικιστική ιδέα του καλέσματος, όπως την είχε υιοθετήσει ένας θεολογικός συγγραφέας και εφημέριος της αγγλικής υπαίθρου του 17ου αιώνα, ο Richard Baxter.

«Κατά την άποψη του Μπάξτερ, η μέριμνα για τα εξωτερικά αγαθά θα έπρεπε να βαραίνει ελαφρά τους ώμους των αγίων του “σαν έναν λεπτό μανδύα που μπορεί να απορριφθεί ανά πάσα στιγμή”. Όμως η μοίρα όρισε ότι ο μανδύας αυτός θα μετατρεπόταν σε κέλυφος σκληρό σαν ατσάλι [stahlhartes Gehäuse]. Καθώς ο ασκητισμός άρχισε να αλλάζει τον κόσμο και να επιχειρεί να ασκήσει επάνω του την επιρροή του, τα εξωτερικά αγαθά αυτού του κόσμου απέκτησαν αυξανόμενη και τελικά αναπόδραστη δύναμη πάνω στους ανθρώπους, όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία.»

Βέμπερ, TPESC, σ. 121  

Εδώ βρισκόταν το κεντρικό αίνιγμα της σκέψης του Βέμπερ. Μια εσωτερική στροφή του νου, μέσα στη θρησκευτική σκέψη, επέφερε —μέσω ακούσιων συνεπειών, αλλά κατά μήκος ανιχνεύσιμων διαδρομών— μια μεταβολή του κόσμου σε μια αμείλικτη, ορθολογική, καπιταλιστική, βιομηχανική, υλιστική νεωτερικότητα. Επέστρεψε στο πώς οι ιδέες διαμορφώνουν τον κόσμο, εξίσου όσο και οι υλικές συνθήκες, στην καταληκτική του παράγραφο. Πρώτα, όμως, στράφηκε σε σκέψεις για το τι θα μπορούσε να συμβεί μετά το Λυκόφως των Θεών, πεπεισμένος ότι κάθε πνευματικό νόημα είχε εγκαταλείψει τη σύγχρονη ορθολογική Kultur, το σιδερένιο κλουβί της νεωτερικότητας, μέσα στο οποίο είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε φαντάσματα των πολιτικά νεκρών.

«Κανείς δεν γνωρίζει ακόμη ποιος θα κατοικεί στο μέλλον μέσα σε αυτό το κέλυφος. Ίσως αναδυθούν νέοι προφήτες ή ισχυρές παλιές ιδέες και ιδανικά ξαναγεννηθούν στο τέλος αυτής της τερατώδους εξέλιξης. Ή ίσως —αν δεν συμβεί τίποτε από αυτά— εγκατασταθεί μια “κινεζική” απολίθωση [ο Βέμπερ έγραφε στα τελευταία χρόνια της δυναστείας Τσινγκ, όπως συζητήθηκε σε αυτό το περσινό δοκίμιο], περιβεβλημένη με ένα είδος απελπισμένης αυτοσημασίας.»

Βέμπερ, TPESC, σ. 121

Κανείς αναρωτιέται αν τόσο η απολίθωση όσο και μια απελπισμένη αίσθηση αυτοσημασίας έχουν μολύνει σήμερα τις ΗΠΑ, οι οποίες, ακόμη και όταν ο Βέμπερ έγραφε το δοκίμιό του, θεωρούνταν η κοινωνία όπου «ο καπιταλισμός είναι στην πιο ασυγκράτητη μορφή του· στις Ηνωμένες Πολιτείες, η επιδίωξη του πλούτου, απογυμνωμένη από τη μεταφυσική της σημασία, τείνει σήμερα να συνδέεται με καθαρά στοιχειώδη πάθη, που ορισμένες φορές σχεδόν τη μετατρέπουν σε αθλητικό διαγωνισμό» (TPESC, σ. 121). Στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία, εκείνο που ο Βέμπερ έλεγε για τον πλούτο ισχύει πλέον και για την εξουσία και το κύρος. Ο Βέμπερ έβλεπε ένα ζοφερό μέλλον για τη νεωτερική Kultur στη δική του Ευρώπη, εμπνευσμένος από τις νιτσεϊκές αφηγήσεις για τους «τελευταίους ανθρώπους» και ταραγμένος από τις διατριβές περί εκφυλισμού. Το δοκίμιό του για το πνεύμα του καπιταλισμού δεν ήταν ένας εορτασμός του εξορθολογισμού, αλλά μια πρόωρη ελεγεία.

Τότε, πράγματι, θα μπορούσε να ειπωθεί για τους «τελευταίους ανθρώπους» αυτής της πολιτισμικής εξέλιξης: «ειδικοί χωρίς πνεύμα, ηδονιστές χωρίς καρδιά, αυτά τα μηδενικά φαντάζονται ότι έχουν φθάσει σε ένα στάδιο ανθρωπότητας [Menschentum] που δεν είχε επιτευχθεί ποτέ πριν».

Βέμπερ, TPESC, σ. 121

Είναι μια φράση που ταιριάζει απόλυτα στους σκοτεινούς «βρολιγάρχες» του Dark Enlightenment, οι οποίοι έχουν παγιδεύσει τις ΗΠΑ μέσα στο σιδερένιο κλουβί της μιλιταριστικής επιτήρησης — σε αυτά τα μηδενικά όπως ο Peter Thiel, ο Elon Musk ή εκείνος ο διαβόητος συγγραφέας του Substack, κοντά στην κορυφή του πίνακα της ιστορίας, ο Curtis Yarvin. Πολλοί αποδίδουν τη φράση «ειδικοί χωρίς πνεύμα» στον ίδιο τον Μαξ Βέμπερ. Όμως πρόκειται για μια φράση που, όπως έχουν διαπιστώσει οι μελετητές, ο Βέμπερ παρέθεσε ελαφρώς παραποιημένη από μνήμης· είχε γραφτεί από τον Γερμανό οικονομολόγο Gustav Schmoller, ο οποίος ήταν κυρίως —και εύλογα, για το Burning Archive— γραφειοκράτης.

Οι δύο τελευταίες παράγραφοι του δοκιμίου είναι λιγότερο ποιητικές και λιγότερο ψυχικά κατειλημμένες, και περισσότερο στραμμένες σε επιφυλακτικές υπομνήσεις για τη μέθοδο. Ο Βέμπερ επέμεινε ότι δεν επιδίωκε να προτείνει, εναντίον του Μαρξ, πως όλη η ιστορία δεν είναι η ιστορία της ταξικής πάλης, αλλά μάλλον η ιστορία των θρησκευτικών ιδεών.

«Ωστόσο, βεβαίως, δεν μπορεί να είναι σκοπός μας να αντικαταστήσουμε μια μονομερή “υλιστική” αιτιακή ερμηνεία του πολιτισμού και της ιστορίας με μια εξίσου μονομερή πνευματική. Και οι δύο είναι εξίσου δυνατές, αλλά καμία τους δεν θα υπηρετήσει την ιστορική αλήθεια, αν διεκδικήσει να είναι το συμπέρασμα της έρευνας και όχι απλώς η προκαταρκτική εργασία γι’ αυτήν.»

Βέμπερ, TPESC, σ. 122

Μέσα σε αυτές τις δύο τελευταίες προτάσεις αυτού του κλασικού ιστορικού κειμένου, ο Βέμπερ δήλωνε επίσης ότι είναι ιστορικός και όχι κοινωνιολόγος, πλουραλιστής και όχι δογματικός, και αναζητητής της αλήθειας, όχι ένας από εκείνους τους «τελευταίους ανθρώπους» που, μέσα σε μια μηδενιστική σύγχυση, διακηρύσσουν με αποκαλυπτική βεβαιότητα ότι βρήκαν την αλήθεια.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ο Μαξ Βέμπερ είναι ένας ιστορικός που με διαμόρφωσε.

Περαιτέρω ανάγνωση

Η βιβλιογραφία και η συζήτηση γύρω από τον Βέμπερ και το κλασικό του δοκίμιο, Η Προτεσταντική Ηθική, είναι τεράστιες. Το έργο θεωρείται ευρέως θεμελιώδες κείμενο της κοινωνικής σκέψης του εικοστού αιώνα.

Το κείμενο είναι εύκολα προσβάσιμο στο διαδίκτυο, όπως εδώ, εδώ ή εδώ. Το τελευταίο από αυτά σας επιτρέπει να διαβάσετε τα διασυνδεδεμένα τμήματα του δοκιμίου, ως εξής:

Κεφάλαιο 1: Θρησκευτική ένταξη και κοινωνική διαστρωμάτωση

Κεφάλαιο 2: Το πνεύμα του καπιταλισμού

Κεφάλαιο 3: Η αντίληψη του Λούθηρου για το κάλεσμα

Κεφάλαιο 4: Τα θρησκευτικά θεμέλια του ενδοκοσμικού ασκητισμού

Α: Καλβινισμός
Β: Πιετισμός
Γ: Μεθοδισμός
Δ: Οι βαπτιστικές αιρέσεις

Κεφάλαιο 5: Ασκητισμός και το πνεύμα του καπιταλισμού

Το κείμενο που χρησιμοποίησα ήταν η έκδοση Penguin Classics, μεταφρασμένη και με εισαγωγή από τους Peter Baehr και Gordon C. Wells. Περιλαμβάνει όλες τις υποσημειώσεις, καθώς και τα μεταγενέστερα σχόλια και τις απαντήσεις που έδωσε ο Βέμπερ στους επικριτές του.

Υπάρχουν πολλοί οδηγοί και σχολιασμοί, μεταξύ άλλων και του Anthony Giddens, τον οποίο ξανανακάλυψα τις τελευταίες εβδομάδες, όπως ανέφερα στο δοκίμιο του Σαββάτου. Η εταιρεία ερευνητικών βάσεων δεδομένων EBSCO διαθέτει εδώ έναν εισαγωγικό οδηγό έρευνας.

Πολλές από τις ερμηνείες του Βέμπερ προέρχονται από τον μαρξισμό και από την κοινωνιολογία. Ωστόσο, ο Peter Ghosh έχει γράψει μια σημαντική μελέτη, Max Weber and ‘The Protestant Ethic’: Twin Histories (2017), ερμηνεύοντας τον Βέμπερ πρωτίστως ως ιστορικό και όχι ως κοινωνιολόγο (όρο που ο ίδιος απέρριπτε λόγω των συνδηλώσεών του με τον Κοντ) και υποστηρίζοντας ότι «στο μέτρο που ήταν ιστορικός, ο Βέμπερ ήταν κατεξοχήν ιστορικός της longue durée». Απόσπασμα αυτής της μελέτης είναι διαθέσιμο δωρεάν στο διαδίκτυο με τίτλο History and Theory in Max Weber’s ‘Protestant Ethic.’ Ο Ghosh υποστήριξε ότι ο Βέμπερ δεν ήταν μόνο ιστορικός, αλλά και ένας ανομολόγητος νομοθέτης της σύγχρονης ιστορικής πρακτικής.

Το κύριο επίτευγμα του Βέμπερ ήταν ότι διατύπωσε ένα σύνολο προτάσεων που αποτελούν σήμερα βάση της σκέψης μας: την χωρίς διαδρομές «απειρία» ή το «χάος» του παρελθόντος ως συμβάντος (Geschehen), το αναπόφευκτο της ιστορικής αλλαγής και της παλαίωσης· και, συνεπώς, την ανάγκη να συγκροτούμε στο παρόν πεπερασμένα και νοηματοδοτημένα τμήματα του παρελθόντος ως τη μόνη δυνατή απάντηση σε αυτή την απειρία· με την αντιστάθμιση, ωστόσο, της αναγνώρισης ότι κάθε τέτοια κατασκευή θα ήταν κενή αν παρέκαμπτε την εμπειρική πραγματικότητα.

Ghosh, History and Theory in Max Weber’s ‘Protestant Ethic’

Η ιστορία είναι χαοτική, όχι πανούργα. Ο Βέμπερ δεν με διαμόρφωσε μόνο ως ιστορικό. Μαζί με πολλούς άλλους, διαμόρφωσε τη σύγχρονη ιστορία.

Ο Βέμπερ υπήρξε βασική επιρροή για τον Emmanuel Todd, για το La Défaite de l’Occident και για το επιχείρημά του ότι η Δύση ορίζεται πρωτίστως από τον προτεσταντισμό. Ο Todd προσάρμοσε το επιχείρημα του Βέμπερ, όπως έκαναν και άλλοι ιστορικοί, μεταβάλλοντας την υπόθεση περί εκκοσμίκευσης (την πτώση της κρατικής θρησκείας στο μηδέν) και τονίζοντας ότι η προτεσταντική ηθική αύξησε τον αλφαβητισμό εξίσου όσο και τον ενδοκοσμικό ασκητισμό ή τον καπιταλισμό. Ίσως θελήσετε να δείτε τον οδηγό μου για το βιβλίο του Emmanuel Todd, το οποίο ακόμη δεν είναι διαθέσιμο σε αγγλική μετάφραση.

Ο αμερικανικός, λογοκριμένος και απλουστευμένος Βέμπερ —που έδινε έμφαση στην ηθική της εργασίας, στην πρωτοκαθεδρία των ιδεών έναντι των συμφερόντων και στη λειτουργιστική κοινωνιολογία— επηρέασε επίσης συγγραφείς όπως ο Samuel Huntington, ο οποίος όριζε πρωτίστως τους πολιτισμούς με βάση τη θρησκεία και προέκρινε τον δυτικό προτεσταντισμό. Ωστόσο, ο Felipe Fernández-Armesto ορθά υποστηρίζει ότι ο Βέμπερ έκανε λάθος σε πολλά σημεία. Γράφοντας από την οπτική τόσο της παγκόσμιας ιστορίας όσο και της καθολικής πίστης, ο Fernández-Armesto σημείωσε:

«Αν ήταν πράγματι αλήθεια ότι οι αξίες των Προτεσταντών συνήθως ανυψώνουν την εργασία σε ένα είδος ηθικής, εγώ θα το θεωρούσα αυτό απόδειξη της ηθικής ανωτερότητας του Καθολικισμού. Το λογικό αποτέλεσμα ενός ήθους που υπερτιμά την εργασία είναι ο έπαινος της εργασίας που δέσποζε πάνω από τις πύλες των ναζιστικών στρατοπέδων θανάτου: Arbeit Macht Frei. Οι ιστορικές συνέπειες που υποτίθεται ευρέως ότι απορρέουν από την προτεσταντική ηθική της εργασίας —ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός, ο βιομηχανισμός— όταν φτάνουν στα άκρα τους είναι κακά, για τα οποία θα ήθελα πολύ να μπορώ να απαλλάξω τους Καθολικούς. Όμως δεν είναι ιδιαιτέρως προτεσταντικά ελαττώματα· είναι ανθρώπινα ελαττώματα, στα οποία, δυστυχώς, οι Καθολικοί υπήρξαν εξίσου βαθιά εμπλεκόμενοι όσο και όλοι οι άλλοι».

Fernández-Armesto, Our America 

jeffrich.substack.com

The New York Times: Ντόναλντ Τράμπ: «Με διαφορά ο χειρότερος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ»

0

The New York Times

21 Απριλίου 2026

Του Thomas B. Edsall

Ο κ. Edsall γράφει εβδομαδιαία δοκίμια από την Ουάσιγκτον για την πολιτική και τη δημογραφία.

Η ζημιά που έχει προκαλέσει ο πρόεδρος Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον κόσμο είναι τόσο τεράστια και τόσο εκτεταμένη, ώστε είναι δύσκολο να συλληφθεί.

Εκτείνεται σε όλο το φάσμα, από τους δημόσιους και ιδιωτικούς θεσμούς έως τα θεμελιώδη δημοκρατικά ήθη και τις παραδόσεις, από το νομικό σύστημα έως τα πανεπιστήμια, από αθώους στόχους απάτης έως εκείνους που εξαπατήθηκαν ώστε να πιστέψουν ότι τα εμβόλια προκαλούν περισσότερο κακό παρά καλό.

Ένας τρόπος να γίνει αντιληπτό το βάθος της αναλγησίας του Τραμπ είναι να εξετάσει κανείς μια συγκεκριμένη περίπτωση. Τον Μάιο του 2025, η Anjee Davis, διευθύνουσα σύμβουλος της οργάνωσης Fight Colorectal Cancer, μιας ομάδας υπεράσπισης ασθενών, δήλωσε στο CBS News:

«Έχουμε ένα μέλος που λάμβανε θεραπεία για καρκίνο του παχέος εντέρου σταδίου IV. Είχε μόλις εξασφαλίσει τη δυνατότητα να συμμετάσχει σε μια κλινική δοκιμή, η οποία θα ήταν η τελευταία της ευκαιρία να επιβραδύνει την εξάπλωση του καρκίνου.

Η δοκιμή της επρόκειτο να ξεκινήσει όταν, μέσα σε μία νύχτα, αποσύρθηκε η χρηματοδότηση από τα N.I.H. και η δοκιμή ακυρώθηκε.»

Η Davis απάντησε με email σε ερώτημά μου σχετικά με την υπόθεση. «Η ασθενής αυτή έχει στο μεταξύ πεθάνει χωρίς να λάβει την κλινική δοκιμή στην οποία υπολόγιζε», έγραψε.

«Αυτό που δεν θα μάθουμε ποτέ», πρόσθεσε η Davis, «είναι αν αυτή η δοκιμή θα μπορούσε να της είχε δώσει περισσότερο χρόνο με τα παιδιά της».

Σε προηγούμενα άρθρα μου έχω περιγράψει αποσπασματικά πλευρές της καταστροφικότητας του Τραμπ, όμως ο κατάλογος μεγαλώνει καθημερινά.

Οι προβολές δείχνουν ότι θα υπάρξουν εκατομμύρια νεκροί άνδρες, γυναίκες και παιδιά ως αποτέλεσμα των περικοπών του προϋπολογισμού του, οι οποίες έγιναν χωρίς άμεση έγκριση του Κογκρέσου. Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο The Lancet, το ιατρικό περιοδικό με έδρα το Λονδίνο, διαπίστωσε ότι οι περικοπές της κυβέρνησης Τραμπ στη χρηματοδότηση της U.S.A.I.D. «θα οδηγήσουν σε περίπου 1.776.539 θανάτους σε όλες τις ηλικίες και 689.900 θανάτους παιδιών κάτω των 5 ετών» μόνο μέσα στο 2025.

«Στο υπόλοιπο της περιόδου», συνεχίζει η μελέτη, «η πλήρης διακοπή της χρηματοδότησης της U.S.A.I.D. θα προκαλούσε κατ’ εκτίμηση 2.450.000 θανάτους ετησίως σε όλες τις ηλικίες, οδηγώντας συνολικά έως το 2030 σε 14.051.750 επιπλέον θανάτους σε όλες τις ηλικίες και 4.537.157 επιπλέον θανάτους παιδιών κάτω των 5 ετών».

Υπάρχουν επίσης τα θύματα απάτης που δεν θα λάβουν ποτέ τη χρηματική αποζημίωση που επιδίκασαν τα δικαστήρια, επειδή ο Τραμπ έδωσε χάρη στους ενόχους. Σε έκθεση του Ιουνίου 2025, οι Δημοκρατικοί στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής διαπίστωσαν ότι «οι χάρες του Τραμπ στερούν από τα θύματα ένα ασύλληπτο ποσό 1,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε αποζημιώσεις και πρόστιμα, επιτρέποντας σε απατεώνες, φοροφυγάδες και διακινητές ναρκωτικών να διατηρήσουν παράνομα αποκτηθέντα κέρδη».

Και δεν σταματά εκεί. Η Αμερική μπορεί επίσης να «ευχαριστήσει» τον πρόεδρο για την περιβαλλοντική απορρύθμιση, η οποία θα μπορούσε να αρρωστήσει και να σκοτώσει ανθρώπους κατά δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες.

Με τον Τραμπ, όλα συμβαίνουν τόσο γρήγορα και τόσο αποσπασματικά, ώστε είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς τι συνέβη ακόμη και μόλις πέρυσι.

Έρευνα του Associated Press, που δημοσιεύθηκε το 2025, διαπίστωσε ότι η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος του Τραμπ επιδίωκε να καταργήσει ή να αποδυναμώσει «τουλάχιστον 30 σημαντικούς κανονισμούς που αποσκοπούν στην προστασία του αέρα και του νερού και στη μείωση των εκπομπών που προκαλούν την κλιματική αλλαγή».

Αν πετύχαινε, η E.P.A. θα αποδυνάμωνε καθοριστικά κανόνες για τη ρύπανση οι οποίοι, σύμφωνα με το Associated Press, εκτιμάται ότι σώζουν «περισσότερες από 30.000 ζωές ετησίως».

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση ακύρωνε χρηματοδότηση για επιστημονική και ιατρική έρευνα που σώζει ζωές. Τον Νοέμβριο, το JAMA Internal Medicine δημοσίευσε τη μελέτη «Κλινικές δοκιμές που επηρεάστηκαν από τερματισμούς ερευνητικών επιχορηγήσεων στα National Institutes of Health».

Η μελέτη ανέφερε ότι «κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, τα N.I.H. τερμάτισαν επιχορηγήσεις που στήριζαν 383 μοναδικές κλινικές δοκιμές, επηρεάζοντας 74.311 άτομα».

Σε συνοδευτικό σχόλιο, δύο ερευνητές, η δρ Τέβα Ντ. Μπρέντερ και ο δρ Κάρι Π. Γκρος, έγραψαν για τη μελέτη του JAMA:

«Υπάρχει μια πιο άμεση και πιο ζοφερή επίπτωση από τον πρόωρο και επιστημονικά αδικαιολόγητο τερματισμό κλινικών δοκιμών: η παραβίαση θεμελιωδών ηθικών αρχών της έρευνας με ανθρώπινους συμμετέχοντες.

Πρώτα απ’ όλα, πρόκειται για προδοσία των βασικών αρχών της ενημερωμένης συναίνεσης στην έρευνα» και «οι συμμετέχοντες που έχουν εκτεθεί σε μια παρέμβαση στο πλαίσιο μιας δοκιμής μπορεί να υποστούν βλάβη από την πρόωρη διακοπή της ή από την ανεπαρκή παρακολούθηση και εποπτεία για ανεπιθύμητες ενέργειες».

Στο τεύχος Οκτωβρίου 2025 του Nature Medicine, η Marianne Guenot ανέφερε ότι «τουλάχιστον 148 κλινικές δοκιμές έχουν επηρεαστεί, με πάνω από 138.000 ασθενείς να πρόκειται να ενταχθούν ή να έχουν ήδη ενταχθεί», ως αποτέλεσμα των ακυρώσεων. Η λέξη «επηρεάστηκαν» υπολείπεται κατά πολύ του τι απαιτείται για να περιγράψει την κατάσταση αυτών των 138.000 ασθενών.

Με τη σταθερή τους περιφρόνηση προς την επιστημονική έρευνα, ο Τραμπ και οι διορισμένοι του ανύψωσαν σκόπιμα ατεκμηρίωτους φόβους για τα εμβόλια, ουσιαστικά εγγυώμενοι περισσότερες παιδικές ασθένειες και επιδημίες λοιμώξεων.

Πέρα από τις πολιτικές που προκαλούν ασθένεια και θάνατο, ο Τραμπ έχει επίσης υπονομεύσει την ικανότητα της Αμερικής να ανταγωνιστεί την Κίνα στην καθαρή ενέργεια. Τον Σεπτέμβριο, το CarbonCredits.com, ειδησεογραφική πλατφόρμα για την ενέργεια, δημοσίευσε το άρθρο «Ο ενεργειακός πόλεμος της Τεχνητής Νοημοσύνης: Πώς η ηλιακή και η πυρηνική ενέργεια της Κίνας ξεπερνούν τις ΗΠΑ», συνοψίζοντας πολύ εύστοχα το πρόβλημα.

«Η Κίνα οδεύει προς τα 1.400 GW, ενώ οι ΗΠΑ θα φτάσουν μόλις περίπου τα 350 GW».

«Η Κίνα σχεδιάζει να προσθέσει 212 γιγαβάτ ηλιακής ενέργειας και 51 GW αιολικής, σε σύγκριση με λιγότερα από 100 GW συνολικά» στις Ηνωμένες Πολιτείες.

«Υπεράκτια αιολική ενέργεια: η Κίνα έχει ήδη εγκατεστημένα 42,7 γιγαβάτ, σε σύγκριση με το αμερικανικό έργο Empire Wind (816 μεγαβάτ στην 1η φάση, με πιθανή επέκταση στα 2,1 γιγαβάτ)».

Ο Τραμπ δεν κρύβει την περιφρόνησή του για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και για την ίδια την έννοια της κλιματικής αλλαγής. Σε ομιλία του τον Σεπτέμβριο στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο πρόεδρος είπε ότι η κλιματική αλλαγή είναι «η μεγαλύτερη απάτη που διαπράχθηκε ποτέ εις βάρος του κόσμου». Πρόσθεσε:

«Όλες αυτές οι προβλέψεις που έγιναν από τα Ηνωμένα Έθνη και πολλούς άλλους, συχνά για κακούς λόγους, ήταν λανθασμένες. Έγιναν από ανόητους ανθρώπους που κόστισαν στις χώρες τους περιουσίες και στέρησαν από τις ίδιες αυτές χώρες κάθε πιθανότητα επιτυχίας».

Οι απειλές του Τραμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ και οι δασμοί του, για να μην αναφερθούν οι αδιάκοπες γκρίνιες και οι συστηματικές αιτιάσεις του κατά Ευρωπαίων ηγετών, έχουν αποξενώσει συμμάχους που στέκονταν στο πλευρό μας για περισσότερες από επτά δεκαετίες.

Στα χρόνια του Τραμπ, οι ευρωπαϊκές αντιλήψεις για την Αμερική κατρακύλησαν.

Στις 8 Απριλίου, το Politico δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας έρευνας με τον τίτλο «Περισσότεροι Ευρωπαίοι βλέπουν τις ΗΠΑ ως απειλή παρά την Κίνα». Η έρευνα διαπίστωσε ότι:

«Μόνο το 12% όσων συμμετείχαν στη δημοσκόπηση τον Μάρτιο στην Πολωνία, την Ισπανία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία θεωρούσε την Αμερική στενό σύμμαχο, ενώ το 36% τη θεωρούσε απειλή.

Αντιθέτως, η Κίνα θεωρήθηκε απειλή από το 29% των ερωτηθέντων στις έξι αυτές χώρες».

Ο Τραμπ έχει πλήξει την ακεραιότητα του προεδρικού αξιώματος, μετατρέποντας τον Λευκό Οίκο σε μια διεφθαρμένη επιχείρηση, απονέμοντας χάρες σε δωρητές την ώρα που οι εταιρείες της οικογένειάς του λαμβάνουν εκατομμύρια μέσω αγορών κρυπτονομισμάτων από ξένες εταιρείες και φορείς της αγοράς κρύπτο που υπόκεινται σε αμερικανική ρύθμιση.

Η ατζέντα του Τραμπ εκτείνεται βαθιά και στον ιδιωτικό τομέα.

Ο Τραμπ και οι διορισμένοι του στις ρυθμιστικές αρχές άνοιξαν τον δρόμο στους συντηρητικούς συμμάχους του, τον Λάρι Έλισον και τον γιο του, Ντέιβιντ Έλισον, να αποκτήσουν το CBS, την Paramount Pictures, το MTV, το Comedy Central και το Nickelodeon, μαζί με την υπηρεσία streaming Paramount+.

Αν, όπως αναμένεται, οι ρυθμιστικές αρχές του Τραμπ εγκρίνουν και την εξαγορά της Warner Bros. Discovery, η αυτοκρατορία μέσων ενημέρωσης των Έλισον θα διευρυνθεί ακόμη περισσότερο, ώστε να περιλαμβάνει και το HBO Max, το CNN και τη Warner Bros.

Ζήτησα από τον Donald Kettl, ομότιμο καθηγητή και πρώην κοσμήτορα της Σχολής Δημόσιας Πολιτικής του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ και συγγραφέα του βιβλίου The Right-Wing Idea Factory: From Traditionalism to Trumpism, που θα κυκλοφορήσει τον Μάιο, να εκτιμήσει — ανεξαρτήτως αξιολογικής κρίσης — πόσο καθοριστική θα αποδειχθεί η προεδρία Τραμπ.

Με αυτό το κριτήριο, ο Kettl τοποθέτησε τον Τραμπ στην πρώτη πεντάδα των Αμερικανών προέδρων, δίπλα στον Τζορτζ Ουάσιγκτον, τον Αβραάμ Λίνκολν, τον Φράνκλιν Ρούζβελτ και τον Λίντον Τζόνσον, σημειώνοντας ωστόσο ότι «οι συνέπειες του Τραμπ υπήρξαν επιθετικές προσπάθειες αποδόμησης των ιδεών των άλλων τεσσάρων προέδρων».

Ο Kettl απαρίθμησε ορισμένες από τις ίδιες μόνιμες ή ημιμόνιμες κληρονομιές του Τραμπ που έχω ήδη περιγράψει, αλλά πρόσθεσε και μερικές ακόμη:

«Έχει επιβάλει ένα βαθύ ρήγμα στη χώρα: ανάμεσα στις πολιτείες, ανάμεσα στους μετανάστες και πολλούς άλλους, ανάμεσα στις τάξεις και ανάμεσα στην πνευματική ελίτ και στον υπόλοιπο πληθυσμό της χώρας.

Έχει περικόψει δραστικά το μέγεθος της ομοσπονδιακής γραφειοκρατίας και έχει καταστήσει τις ομοσπονδιακές θέσεις εργασίας πολύ λιγότερο ελκυστικές. Θα χρειαστεί πάρα πολύς καιρός μέχρι οι φοιτητές να εμπιστευθούν ξανά την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία.

Έχει υπονομεύσει θεμελιωδώς την έννοια της ετήσιας δημοσιονομικής διαδικασίας και την ιδέα ενός ισοσκελισμένου ομοσπονδιακού προϋπολογισμού. Αυτές οι ιδέες ήδη κλυδωνίζονταν πριν από την προεδρία του, αλλά η κυβέρνηση Τραμπ εγκατέλειψε ακόμη και την προσποίηση ότι επιδιώκει ισορροπία ή ένα ετήσιο σχέδιο δαπανών».

Ο Michael Bailey, πολιτικός επιστήμονας στο Georgetown, προλόγισε την εκτίμησή του για τη σημασία του Τραμπ επισημαίνοντας ευθέως ότι θα τον κατέτασσε «με διαφορά ως τον χειρότερο πρόεδρο στην ιστορία των ΗΠΑ. Η διαφθορά και η ζημιά που προκάλεσε στους μακροπρόθεσμους αμερικανικούς θεσμούς και στη φήμη της χώρας ξεπερνούν κατά πολύ οτιδήποτε έχουμε δει στο παρελθόν», συμπεριλαμβανομένων των Andrew Johnson, James Buchanan και Rutherford Hayes.

Ως προς το κατά πόσον υπήρξε καθοριστικός, συνέχισε ο Bailey, ο Τραμπ υπήρξε «εξαιρετικά καθοριστικός με έναν συντριπτικά αρνητικό τρόπο. Θα αφήσει μια διαρκή αρνητική κληρονομιά».

Ο Bailey απαρίθμησε τρεις από αυτές τις κληρονομιές: «τη διάβρωση της εμπιστοσύνης προς τις ΗΠΑ από τους Ευρωπαίους και Ασιάτες συμμάχους τους· τη διάβρωση της αμερικανικής κυριαρχίας στην ανώτατη εκπαίδευση· και τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα (όχι μόνο εξαιτίας του Τραμπ, αλλά επιδεινωμένα από αυτόν)».

Η Kate Shaw, μελετήτρια συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, επικαλέστηκε «την παραβίαση πολυάριθμων νόμων που ψήφισε το Κογκρέσο από τον Τραμπ» για να σημειώσει:

«Δεν είναι ότι συγκεκριμένες αποφάσεις παραβίασης νόμων δεν μπορούν να αναιρεθούν ή να ανατραπούν· πολλές, ίσως ακόμη και οι περισσότερες, μπορούν. Όμως ο συνδυασμός των πολυάριθμων και κραυγαλέων παραβιάσεων της νομοθεσίας από τον πρόεδρο και της αποτυχίας του Κογκρέσου να αμφισβητήσει αυτές τις παραβιάσεις δημιούργησε μια δομή ανοχής για μελλοντικούς προέδρους, ώστε να αγνοούν τους νόμους κάθε φορά που αυτοί τους φαίνονται άβολοι».

Ο Gary Jacobson, ομότιμος καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, ανέπτυξε περαιτέρω το κατηγορητήριο κατά του Τραμπ:

«Έχει προκαλέσει σοβαρή ζημιά σε πολλές πτυχές της αμερικανικής κυβέρνησης και πολιτικής, ζημιά που θα είναι δύσκολο και δαπανηρό να ανατραπεί και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αδύνατο.

Οι μαζικές απολύσεις αφοσιωμένων και έμπειρων δημοσίων υπαλλήλων έχουν κάνει την κυβέρνηση πιο αδύναμη και λιγότερο ικανή και θα καταστήσουν δυσκολότερη την προσέλκυση ταλαντούχων αντικαταστατών, ακόμη κι αν η επόμενη κυβέρνηση θελήσει να την καταστήσει πιο έξυπνη και πιο αποτελεσματική.

Η ζημιά στην επιστημονική και ιατρική έρευνα, στο περιβάλλον, στις σχέσεις με συμμάχους και εμπορικούς εταίρους, στην ετοιμότητα αντιμετώπισης καταστροφών, στην ασφάλεια των καταναλωτών, στην ανώτατη εκπαίδευση, στη στρατιωτική ηγεσία, στα πολιτικά δικαιώματα κ.λπ. θα χρειαστεί χρόνια για να αποκατασταθεί, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου αυτό θα είναι δυνατό».

Είναι ήδη σαφές, συνέχισε ο Jacobson, ότι «ο Τραμπ είναι ανάμεσα στους πιο καθοριστικούς προέδρους στην ιστορία των ΗΠΑ, και όχι με καλό τρόπο».

Σε email με το οποίο απάντησε στις ερωτήσεις μου, η Barbara Walter, καθηγήτρια διεθνών υποθέσεων στη Σχολή Παγκόσμιας Πολιτικής και Στρατηγικής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, έγραψε:

Να επισημάνω ένα στοιχείο που ανήκει στον κατάλογό σας με όσα θα αφήσουν μόνιμο αποτύπωμα και που πιθανότατα δεν θα εμφανιστεί στα προφανή σημεία: οι άγραφοι κανόνες.

Η αμερικανική δημοκρατία παρέμεινε ισχυρή για τόσο μεγάλο διάστημα επειδή και τα δύο πολιτικά κόμματα, καθώς και οι πρόεδροί τους, σέβονταν ένα σύνολο άγραφων κανόνων.

Προσθέτοντας ότι, ενώ οι τυπικοί έλεγχοι «ήταν ουσιώδεις, το λάδι που κρατούσε σε κίνηση τους τροχούς της δημοκρατίας ήταν οι άγραφοι κανόνες», η Walter συνέχισε. Ο Τραμπ, είπε, «έδειξε ότι μπορείς να τους παραβιάζεις και να επιβιώνεις πολιτικά. Γκρέμισε τον αόρατο τοίχο που κρατούσε υπό έλεγχο τα χειρότερα ένστικτα της πολιτικής ζωής, και όταν αυτός ο τοίχος πέφτει, αναδύεται ένας νέος, άσχημος κόσμος».

Ο Yphtach Lelkes, καθηγητής στη Σχολή Επικοινωνίας Annenberg του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, συμμερίζεται τις ανησυχίες της Walter, γράφοντας σε email:

«Είμαι λιγότερο βέβαιος για το ποιες συγκεκριμένες πολιτικές ή θεσμοί ανήκουν σε ποιον κατάλογο απ’ ό,τι για τη συνολική επίδραση στους άγραφους κανόνες. Η εκτίμησή μου είναι ότι εδώ θα πέσει η μακρύτερη σκιά του Τραμπ.

Οι άγραφοι κανόνες χρειάζονται πολύ χρόνο για να διαμορφωθούν, επειδή στηρίζονται σε συνήθειες αυτοσυγκράτησης και στην προσδοκία ότι οι παραβιάσεις θα τιμωρούνται. Όμως μπορούν να εξαφανιστούν γρήγορα, μόλις καταστεί σαφές ότι δεν πρόκειται να υπάρξει τιμωρία».

Ως αποτέλεσμα, έγραψε ο Lelkes, «η σημαντικότερη κληρονομιά του Τραμπ μπορεί να μην είναι κάποια μεμονωμένη πολιτική, αλλά το μάθημα που δίδαξε στους πολιτικούς: ότι οι άγραφοι κανόνες μπορούν να παραβιάζονται, επανειλημμένα και ανοιχτά, χωρίς κατ’ ανάγκην να πληρώνεται μεγάλο τίμημα».

Παρότι οι παραβιάσεις των άγραφων κανόνων από τον Τραμπ συνιστούν μείζονα επίθεση κατά της αμερικανικής δημοκρατίας, εγώ είμαι λιγότερο πεπεισμένος από τη Walter ή τον Lelkes ως προς τη μακροχρόνια ζημιά.

Το 2028, ο προεδρικός υποψήφιος των Δημοκρατικών και οι υποψήφιοι των Δημοκρατικών για το Κογκρέσο θα κατέβουν όλοι στις εκλογές με σημαία την αποκήρυξη του Τραμπ, και ακόμη κι αν ένας Δημοκρατικός πρόεδρος μπει στον πειρασμό να προσφύγει σε αυθαίρετες, τραμπικού τύπου ασκήσεις εξουσίας, τα Δημοκρατικά μέλη της Βουλής και της Γερουσίας θα βρεθούν υπό ισχυρή πίεση να το σταματήσουν.

Ακόμη και οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο, οι οποίοι έχουν σταθεί άτολμοι απέναντι στον Τραμπ, θα εξεγείρονταν οργισμένοι αν ένας Δημοκρατικός πρόεδρος ακολουθούσε το παράδειγμά του.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλα θα πάνε καλά. Το πρόβλημα που δημιουργούν οι παραβιάσεις των άγραφων κανόνων δεν είναι τόσο ότι θα γίνουν μόνιμα αποδεκτές, όσο ότι θα χρειαστεί χρόνος —χρόνια και χρόνια— για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση που ο Τραμπ κατασπατάλησε.

Ο Donald Moynihan, καθηγητής δημόσιας πολιτικής στη Σχολή Ford του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, αναφέρθηκε ακριβώς σε αυτό το σημείο σε email του:

«Ο Τραμπ μπορεί να είναι ένας ενισχυμένος εκτελεστικός ηγέτης, αλλά το αποτέλεσμα είναι να αποδυναμώνεται η αμερικανική κυβέρνηση σε κάθε περίπτωση όπου ζητείται από τους ανθρώπους να εμπιστευθούν τη μακροπρόθεσμη αξιοπιστία των δεσμεύσεων της αμερικανικής κυβέρνησης. Αυτό ισχύει για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, τους κρατικούς υπαλλήλους και τους διεθνείς συμμάχους.

Καθώς ο Τραμπ έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου ιδιωτικές επιχειρήσεις, πανεπιστήμια ή η κοινωνία των πολιτών μπορούν να απειλούνται από τον πρόεδρο, τέτοιου είδους οργανισμοί μπορούν να θεωρούν ότι οι παραδοσιακοί κανόνες της αμερόληπτης εφαρμογής του νόμου, της δίκαιης διαδικασίας και της ίσης μεταχείρισης, τους οποίους άλλοτε θεωρούσαν δεδομένους, δεν ισχύουν πλέον.

Για παράδειγμα, αν ο πρόεδρος λέει “το εκτελεστικό μου διάταγμα μού επιτρέπει να απολύω δημόσιους υπαλλήλους για όποιον λόγο μου αρέσει”, πόση σημασία έχει αν ένας άλλος πρόεδρος το ανατρέψει, αφού μακροπρόθεσμα οι υποψήφιοι δημόσιοι υπάλληλοι γνωρίζουν πλέον ότι δεν έχουν σταθερότητα στην εργασία τους;»

Το Ανώτατο Δικαστήριο υπήρξε συνεργός στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης, υποστήριξε ο Moynihan:

«Επιτρέποντας στον Τραμπ να διεκδικεί αυτές τις εξουσίες, το Ανώτατο Δικαστήριο αποδυναμώνει την ικανότητα ενός μελλοντικού προέδρου ή του Κογκρέσου να αποκαταστήσουν τη ζημιά που προκαλεί σήμερα. Αν το δικαστήριο υιοθετήσει πλήρως τη θεωρία του ενιαίου εκτελεστικού, αποδυναμώνει την ικανότητα του Κογκρέσου να δεσμεύει τον πρόεδρο ώστε να μην κάνει κακά πράγματα».

Διαβρώνοντας την αξιοπιστία της αμερικανικής κυβέρνησης και την ήπια ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών, κατέληξε ο Moynihan, «ο Τραμπ μπορεί να είναι ταυτόχρονα ένας εξαιρετικά καθοριστικός πρόεδρος και ένας βαθιά καταστροφικός».

Όλα αυτά οδηγούν σε μία ακόμη ανεξίτηλη κληρονομιά: το στίγμα που αφήνει στην Αμερική το ιστορικό αυτό.

Οι ψηφοφόροι σε αυτή τη χώρα εξέλεξαν δύο φορές έναν πρόεδρο χωρίς ηθική, χωρίς ενσυναίσθηση και χωρίς κανένα όριο στον ναρκισσισμό του.

The New York Times

Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός εισέρχεται σε ένα νέο στάδιο

0

Counterpunch

21 Απριλίου 2026

Steve Ellner

Εικόνα: Edgar Serrano.

Η ρητορική και οι ενέργειες του Ντόναλντ Τραμπ εναντίον του Ιράν, της Βενεζουέλας και της Κούβας τον τελευταίο χρόνο έχουν ελάχιστα παράλληλα στη σύγχρονη ιστορία. Πρέπει να θεωρηθούν ως ένδειξη εισόδου σε ένα νέο στάδιο. Ως εκ τούτου, απαιτούν μια επανεκτίμηση της ανάλυσης και της στρατηγικής εκ μέρους της Αριστεράς.

Η επανειλημμένη απειλή του Τραμπ να βομβαρδίσει το Ιράν «και να το γυρίσει πίσω στη Λίθινη Εποχή, εκεί όπου ανήκουν» δεν έχει αντίστοιχο στη ρητορική ακόμη και των πιο διαβόητων και βίαιων ηγετών κρατών του πρόσφατου παρελθόντος. Ο αποκεφαλισμός ολόκληρης της ηγεσίας μιας χώρας προκειμένου να εξαναγκαστεί σε πλήρη υποταγή, όπως έχουν κάνει η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ στο Ιράν, αποτελεί επίσης καινοτομία στη στρατηγική του πολέμου. Η απαγωγή του προέδρου και της πρώτης κυρίας της Βενεζουέλας, ως πρώτο βήμα για την επιβολή μιας αποικιακής σχέσης μέσω του πλήρους ελέγχου της κύριας πηγής εσόδων της χώρας, δηλαδή του πετρελαίου, συνιστά επιστροφή σε πρακτικές που συνδέονται με αυτοκρατορική κυριαρχία προηγούμενων αιώνων.

Αυτά είναι παραδείγματα «υπερ-ιμπεριαλισμού», έννοια που θεωρητικοποίησε ο Σαμίρ Αμίν για να περιγράψει τις Ηνωμένες Πολιτείες «ως τη μοναδική καπιταλιστική υπερδύναμη». Πιο πρόσφατα, το Tricontinental: Institute for Social Research παρατήρησε ότι ο αμερικανικός υπερ-ιμπεριαλισμός επιμένει παρά τη σαφή αποδυνάμωση της οικονομικής του ισχύος και, αν και σε μικρότερο βαθμό, της χρηματοπιστωτικής του δύναμης. Η στρατιωτική του υπεροχή δεν είναι μόνο απαράμιλλη, αλλά συμπληρώνεται και από υβριδικό πόλεμο, κυρίως μέσω των «υπερ-κυρώσεων» και της χρήσης του lawfare.

Εκείνο που πρέπει να προστεθεί στην έννοια του υπερ-ιμπεριαλισμού, ιδιαίτερα στη δική του εκδοχή υπό τον Τραμπ, είναι η sui generis φύση του. Για να βρει κανείς ένα παράλληλο με το είδος ηγεμονίας που ασκούν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες —η οποία αναδεικνύεται από τη συνεχή, αδιάκριτη χρήση βίας και την απειλή χρήσης της— θα έπρεπε να ανατρέξει στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή και ακόμη παλαιότερα. Μία από τις καινοτομίες του Τραμπ είναι η ανάπτυξη του στρατού για την ενίσχυση του συστήματος οικονομικών κυρώσεων, με παραδείγματα την αναχαίτιση πετρελαιοφόρων, τον αποκλεισμό του κουβανικού πετρελαίου και τον ολοκληρωτικό πόλεμο κατά του Ιράν.

Η εξωτερική πολιτική της δεύτερης θητείας Τραμπ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί πλήρης ρήξη με το παρελθόν. Το έδαφος είχε προετοιμαστεί από προηγούμενες κυβερνήσεις, τόσο Δημοκρατικές όσο και Ρεπουμπλικανικές. Ωστόσο, οι ενέργειές του υποχρεώνουν την Αριστερά όχι μόνο να αναδιατυπώσει τις στρατηγικές της, αλλά και να επανεξετάσει προηγούμενες εκτιμήσεις και αναλύσεις σχετικά με τα έθνη του Παγκόσμιου Νότου που υφίστανται ακραίες μορφές ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας. Η αντίσταση στην αμερικανική επιθετικότητα πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος κατά την αξιολόγηση των κυβερνήσεων. Επιπλέον, η λαϊκή απόγνωση και εξάντληση, που διαβρώνουν το επαναστατικό φρόνημα και απομακρύνουν τον λαό από αυτές τις ίδιες κυβερνήσεις, πρέπει να γίνουν κατανοητές υπό το πρίσμα του καθημερινού τραύματος που υφίστανται οι άνθρωποι ως άμεσο αποτέλεσμα των ιμπεριαλιστικών ενεργειών.

Τι μας λέει ο υπερ-ιμπεριαλισμός του Τραμπ

Το σημείο εκκίνησης είναι να αναγνωρίσουμε ότι, από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, το Ιράν, η Βενεζουέλα και η Κούβα βρίσκονται σε μια de facto κατάσταση πολέμου, η οποία συνιστά κλιμάκωση των πολλαπλών μορφών εχθρότητας και επιθετικότητας των προηγούμενων ετών. Αυτό είναι καθοριστικό για το πώς πρέπει να κριθούν και οι τρεις αυτές χώρες. Ενώ η δέσμευση της Αριστεράς στη δημοκρατία πρέπει να παραμείνει αδιαμφισβήτητη και ακλόνητη, σε αυτές τις περιπτώσεις η κύρια ευθύνη για τις κάπως αβέβαιες προοπτικές της δημοκρατίας βαραίνει την πολιορκία που επιβάλλουν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Κανείς άλλος από τον Τζέιμς Μάντισον δεν είπε ότι «από όλους τους εχθρούς της δημόσιας ελευθερίας, ο πόλεμος είναι ίσως ο πιο φοβερός».

Η περικύκλωση που επιβάλλει ο υπερ-ιμπεριαλισμός στο Ιράν, την Κούβα και τη Βενεζουέλα φωτίζει ορισμένα καίρια χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού που έρχονται από παλιά: πρώτον, η Ουάσιγκτον έχει τελειοποιήσει το καθεστώς κυρώσεων σε ένα ισχυρό εργαλείο, το οποίο ορισμένες φορές προκαλεί καταστροφές συγκρίσιμες με εκείνες μιας ένοπλης επέμβασης· δεύτερον, ο ιμπεριαλισμός αποτελεί τον βασικό παράγοντα που τροφοδοτεί τα πιεστικά οικονομικά προβλήματα των τριών αυτών χωρών· τρίτον, η αιτιολόγηση των ενεργειών που στρέφονται εναντίον τους δεν αντέχει σε σοβαρό έλεγχο· και τέταρτον, η αγριότητα του συστήματος κυρώσεων υπογραμμίζει την ανάγκη για την πλήρη κατάργησή του. Η παρακάτω συζήτηση εξετάζει αυτά τα σημεία.

Η απάντηση της Τεχεράνης στην Επιχείρηση Epic Fury υπογραμμίζει τη συντριπτική επίδραση των κυρώσεων. Οι ηγέτες της χώρας έχουν καταστήσει σαφές ότι η άρση των κυρώσεων —καθώς και οι «διεθνείς εγγυήσεις μη επέμβασης των ΗΠΑ» στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας— αποτελούν αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για τον τερματισμό της τρέχουσας σύγκρουσης. Με άλλα λόγια, οι Ιρανοί ηγέτες τοποθετούν την καταστροφή που προκαλούν οι κυρώσεις στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με εκείνη που προκαλούν οι βόμβες.

Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, τα γεγονότα που οδήγησαν στην απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο και της Σίλια Φλόρες στις 3 Ιανουαρίου 2026 αποκαλύπτουν τον εκτεταμένο και άκρως συντονισμένο μηχανισμό πάνω στον οποίο στηρίζεται το καθεστώς κυρώσεων. Η παρακολούθηση από τη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ του «στόλου-φάντασμα» που μετέφερε το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, το οποίο τελούσε υπό κυρώσεις —καθώς και η αναχαίτιση ορισμένων από αυτά τα πλοία— δείχνει πόσο μακριά έχει φτάσει η Ουάσιγκτον στην τελειοποίηση της επιβολής κυρώσεων από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Κουβανικής Επανάστασης.

Η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ πρωτοστάτησε στην προώθηση της λεγόμενης «υπερσυμμόρφωσης» (overcompliance), στο πλαίσιο της οποίας η ευρέως δημοσιοποιημένη επιτήρηση από την Ουάσιγκτον είχε σχεδιαστεί έτσι ώστε να διασφαλίζει ότι εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε ολόκληρο τον κόσμο θα απέφευγαν κάθε συναλλαγή με τη Βενεζουέλα, ακόμη και εκείνες που δεν στοχοποιούνταν ρητά από τις κυρώσεις. Ο στόχος ήταν να επιβληθεί ένας πραγματικός αποκλεισμός. Ο Μάικ Πομπέο και ο Έλιοτ Έιμπραμς ηγήθηκαν μιας εκστρατείας —επιστρατεύοντας το FBI, το Υπουργείο Οικονομικών, τις αμερικανικές πρεσβείες και την κοινότητα πληροφοριών— για να ελέγχουν τις συναλλαγές εταιρειών σε όλο τον κόσμο με τη Βενεζουέλα, σε κάτι που ισοδυναμούσε με προειδοποιητική βολή προς τις επιχειρήσεις διεθνώς. Ακόμη και εταιρείες που συμμετείχαν σε ανταλλαγές πετρελαίου έναντι τροφίμων, οι οποίες δεν απαγορεύονταν από το καθεστώς κυρώσεων, προειδοποιούνταν ότι αναλάμβαναν ρίσκα. Στις εταιρείες που τελούσαν υπό έρευνα λεγόταν επίσης ότι οι κυρώσεις εις βάρος τους θα μπορούσαν να ανασταλούν, εφόσον διέκοπταν κάθε συναλλαγή με τη Βενεζουέλα.

Μια αναδρομική ματιά στα εκτεταμένα μέτρα επιβολής της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ και στις καταστροφικές τους συνέπειες ενισχύει το επιχείρημα ότι οι κυρώσεις υπήρξαν τόσο επιζήμιες ώστε πρέπει να καταργηθούν άνευ όρων και ολοκληρωτικά. Η θέση αυτή έρχεται σε αντίθεση με εκείνη φιλελεύθερων κύκλων, όπως το Washington Office on Latin America (WOLA), το οποίο επέκρινε μεν τις κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας, αλλά ταυτόχρονα υποστήριξε τη χρήση «διαπραγματεύσεων για την ευελιξία των χρηματοπιστωτικών και πετρελαϊκών κυρώσεων» ως μοχλού πίεσης για την εξασφάλιση παραχωρήσεων. Πράγματι, κέντρα εξουσίας στην Ουάσιγκτον υποστήριζαν επίσης την ελάφρυνση των κυρώσεων ως διαπραγματευτικό εργαλείο, προκειμένου να πιεστεί η κυβέρνηση Μαδούρο να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις προσανατολισμένες στην αγορά προς όφελος του αμερικανικού κεφαλαίου.

Η πλήρης κατανόηση της κλίμακας και της σφοδρότητας του «πολέμου» που εξαπέλυσε η Ουάσιγκτον κατά της Βενεζουέλας υπονομεύει την άποψη που υιοθετούν ορισμένοι στην Αριστερά, σύμφωνα με την οποία οι κυρώσεις δεν ευθύνονται περισσότερο από την κυβερνητική κακοδιαχείριση για τα οξυμένα προβλήματα της χώρας. Μια ακόμη πιο σκληρή θέση στην Αριστερά υποστηρίζει ότι οι κυρώσεις «δεν εξηγούν τις βαθύτερες αιτίες της κοινωνικής κατάρρευσης που έχουμε βιώσει».

Ομοίως, η βίαιη απομάκρυνση του Μαδούρο και της Φλόρες καταδεικνύει ότι η Ουάσιγκτον ήταν αποφασισμένη να διαλύσει μια κυβέρνηση της οποίας το παράδειγμα και οι πολιτικές έρχονταν σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Πριν από την απαγωγή της 3ης Ιανουαρίου, ορισμένοι στην Αριστερά, στη Βενεζουέλα και αλλού, αρνούνταν ότι η Ουάσιγκτον επιδίωκε την απομάκρυνση του Μαδούρο από την εξουσία, επειδή ήταν πεπεισμένοι ότι είχε ήδη ουσιαστικά συνθηκολογήσει. Είχαν όμως άδικο, στο μέτρο που η Ουάσιγκτον ήθελε ξεκάθαρα τον Μαδούρο εκτός εξουσίας. Ο Πέδρο Εούσε, ηγετικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Βενεζουέλας (PCV), το οποίο διέκοψε τις σχέσεις του με την κυβέρνηση Μαδούρο το 2020, έγραψε τον Ιούλιο του 2025: «Όλα δείχνουν ότι η πραγματική πρόθεση της πολιτικής επιθετικότητας των ΗΠΑ και των συμμάχων τους απέναντι στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας δεν ήταν η ανατροπή της, αλλά η υποταγή της».

Στην περίπτωση της Κούβας, τα ακραία μέτρα της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ εναντίον της χώρας φωτίζουν επίσης τη σκληρότητα και την αποτελεσματικότητα του ίδιου του συστήματος κυρώσεων. Η καραντίνα στις πετρελαϊκές αποστολές, επιβαλλόμενη από το αμερικανικό ναυτικό, είναι η πρώτη αυτού του είδους για τη χώρα μετά την πυραυλική κρίση του Οκτωβρίου του 1962. Το αποτέλεσμα ήταν επαναλαμβανόμενες διακοπές ρεύματος διάρκειας 16 ωρών, που διέκοψαν την παροχή νερού, τη λειτουργία των νοσοκομείων, την παραγωγή τροφίμων και την αποκομιδή απορριμμάτων.

Η καραντίνα αναδεικνύει τη σχεδόν απόλυτη εξάρτηση της Κούβας από το πετρέλαιο, σε αντίθεση με γειτονικές χώρες όπως η Τζαμάικα και η Δομινικανή Δημοκρατία, οι οποίες παράγουν σημαντικό μέρος της ηλεκτρικής τους ενέργειας από άνθρακα και φυσικό αέριο. Αυτή η εξάρτηση απορρέει ακριβώς από τις κυρώσεις, οι οποίες εμπόδισαν τις εισαγωγές και ώθησαν την Κούβα να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας — μόνο και μόνο για να διακόψει ο Τραμπ και αυτή την προμήθεια.

Πράγματι, η καραντίνα υπογραμμίζει την εξάρτηση της Κούβας από το βενεζουελάνικο πετρέλαιο και την αμοιβαία αλληλεγγύη που είχε ως αποτέλεσμα την ανταλλαγή καυσίμων με κουβανικό ιατρικό προσωπικό. Αυτό είναι ένα θετικό στοιχείο για τον Μαδούρο. Το πρόγραμμα αυτό αποδυναμώνει τον ισχυρισμό ορισμένων στην Αριστερά ότι η εξωτερική πολιτική του Μαδούρο, κατά τη διατύπωση του PCV, δεν ξεπέρασε ποτέ μια «αντιιμπεριαλιστική ρητορική» χωρίς ουσία.

Η αφήγηση που έχει κατασκευάσει η Ουάσιγκτον για την Κούβα και η αντίδραση απέναντί της από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης και την Αριστερά παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Σε αντίθεση με τη δαιμονοποίηση που κατευθύνεται κατά της Βενεζουέλας και του Ιράν, η καταδίκη της Κούβας από την Ουάσιγκτον υπήρξε σχετικά κενή περιεχομένου και δεν βρήκε ιδιαίτερη απήχηση ούτε στα κυρίαρχα μέσα ούτε στους αριστερόστροφους κύκλους. Η δυσφημιστική εκστρατεία κατά της Κούβας —καθοδηγούμενη από έναν σκληροπυρηνικό αντικομμουνισμό— παραμένει σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη στην άκρα δεξιά, με επίκεντρο το Μαϊάμι. Η επίσημη ρητορική αποκλίνει από εκείνη του 1982, όταν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χαρακτήρισε την Κούβα κράτος-χορηγό της τρομοκρατίας λόγω «της μακράς ιστορίας της στην παροχή συμβουλών, ασφαλούς καταφυγίου, επικοινωνιών, εκπαίδευσης και οικονομικής στήριξης σε αντάρτικες ομάδες και μεμονωμένους τρομοκράτες». Σήμερα, η αιτιολόγηση της κυβέρνησης Τραμπ για τον ίδιο χαρακτηρισμό είναι ότι η κουβανική κυβέρνηση παρέχει «ασφαλές καταφύγιο σε τρομοκράτες» και αρνείται να τους εκδώσει.

Όσο ψευδής κι αν είναι η υπόθεση περί «ναρκο-τρομοκρατίας» εναντίον του Μαδούρο, παρ’ όλα αυτά προσέφερε μια αιτιολόγηση που αναμφίβολα βρήκε απήχηση, έστω και σε ένα τμήμα της κοινής γνώμης. Συγκρίνετέ το αυτό με τη γραμμή του Μάρκο Ρούμπιο για την Κούβα, η οποία αρνείται κατηγορηματικά τις καταστροφικές συνέπειες της καραντίνας στο πετρέλαιο. Ο Ρούμπιο ισχυρίζεται ότι «δεν έχουμε κάνει τίποτε τιμωρητικό κατά του κουβανικού καθεστώτος» και προσθέτει ότι οι διακοπές ρεύματος «δεν έχουν καμία σχέση με εμάς». Αντίθετα, επιρρίπτει την ευθύνη στην κουβανική ηγεσία με το επιχείρημα ότι «θέλουν να ελέγχουν τα πάντα». Πρόκειται για κλασική περίπτωση ενοχοποίησης του θύματος, αλλά με ελάχιστους να πείθονται από αυτήν. Μια έρευνα της YouGov τον Μάρτιο διαπίστωσε ότι μόλις το 28% των Αμερικανών ενηλίκων στηρίζει τον αποκλεισμό των πετρελαϊκών αποστολών προς την Κούβα από τις ΗΠΑ, έναντι 46% που αντιτίθεται.

Επιπλέον, ο ισχυρισμός του Ρούμπιο ότι η μόνη καινοτομία είναι πως η Κούβα «δεν λαμβάνει πλέον δωρεάν πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα» είναι κατάφωρα παραπλανητικός. Ο Ρούμπιο γνωρίζει πολύ καλά τη συμφωνία ανταλλαγής της Βενεζουέλας με την Κούβα, η οποία περιλάμβανε τις Διεθνείς Ιατρικές Ταξιαρχίες της τελευταίας, που διατηρούν σημαντική παρουσία στη Βενεζουέλα και αλλού. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο Ρούμπιο έχει επιχειρήσει με ιδιαίτερη ένταση να υπονομεύσει το πρόγραμμα αυτό σε ολόκληρη την περιοχή, δυστυχώς με έναν βαθμό επιτυχίας.

Αν η καραντίνα στο πετρέλαιο αποδεικνύει κάτι, αυτό είναι ότι οι στερήσεις που αντιμετωπίζει ο κουβανικός λαός έχουν τη ρίζα τους στον πόλεμο της Ουάσιγκτον εναντίον της Κούβας, ο οποίος διαρκεί πλέον 65 χρόνια. Η κριτική στις πολιτικές της κουβανικής κυβέρνησης, ή ακόμη και στον ίδιο τον σοσιαλισμό, έρχεται σε σαφώς δεύτερη μοίρα.

Η καταστροφική δεύτερη θητεία Τραμπ πρέπει να λειτουργήσει ως αφύπνιση

Η επιθετική πολιτική εκφοβισμού του Τραμπ στο εξωτερικό έχει τροφοδοτήσει αυξανόμενη αντίθεση προς τον παρεμβατισμό και έχει ακόμη ενισχύσει αντιιμπεριαλιστικά αισθήματα στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μόλις μία εβδομάδα μετά την έναρξη των βομβαρδισμών στο Ιράν το 2026, το 53% του αμερικανικού πληθυσμού αντιτασσόταν στα πλήγματα, σε έντονη αντίθεση με τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, στον Πόλεμο του Κόλπου, στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, οι οποίες στην αρχική τους φάση απολάμβαναν ευρεία πλειοψηφική στήριξη. Το γεγονός ότι ο πρώην διευθυντής του The New Republic χαρακτήρισε τον πόλεμο των ΗΠΑ κατά του Ιράν ιμπεριαλιστικό είναι ενδεικτικό. Σε άρθρο γνώμης στους New York Times, ο Peter Beinart έγραψε: «Το όραμα εξωτερικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ είναι ο ιμπεριαλισμός».

Ένα δίδαγμα των πρόσφατων εξελίξεων είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Αριστερά: η δαιμονοποίηση των αρχηγών κρατών αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη στρατιωτική επέμβαση. Στις περιπτώσεις του Ιράν και της Βενεζουέλας, η απαξίωση αυτή συνδυάζει ορισμένα πραγματικά στοιχεία με μια μεγάλη δόση ψευδών ειδήσεων. Στην περίπτωση του Μαδούρο, η δαιμονοποίηση —η οποία χρονολογείται ήδη από λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας του το 2013— εντάθηκε ακόμη περισσότερο בעקבות των αμφιλεγόμενων προεδρικών εκλογών της 28ης Ιουλίου 2024, τις οποίες η αντιπολίτευση χαρακτήρισε νοθευμένες. Στη συνέχεια, τα εταιρικά μέσα ενημέρωσης συνόδευαν σταθερά το όνομα του Μαδούρο με τις λέξεις «αυταρχικός» και «δικτάτορας». Έξι μήνες αργότερα, ο Τραμπ βρισκόταν στην εξουσία και η σπίλωση είχε ανέβει σε νέο επίπεδο. Πράγματι, η ταύτιση του Μαδούρο με τη «ναρκο-τρομοκρατία» αποτέλεσε αναγκαίο προοίμιο για τον βομβαρδισμό πλοίων στην Καραϊβική και τις επακόλουθες απαγωγές — παρά τις αμφιβολίες που διατύπωσαν ορισμένα μέσα ενημέρωσης ως προς την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού.

Το συμπέρασμα είναι ότι η Αριστερά χρειάζεται να διακρίνει ανάμεσα στην κριτική και τη δαιμονοποίηση και να έχει επίγνωση των δυνητικά ολέθριων συνεπειών της δεύτερης.

Η δαιμονοποίηση του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και του στενού του κύκλου προετοίμασε επίσης το έδαφος για ιμπεριαλιστικές ενέργειες, αν και, βεβαίως, η κυβέρνησή του δεν θα μπορούσε να τοποθετηθεί στην ίδια κατηγορία με εκείνες της Κούβας και της Βενεζουέλας. Η ιρανική κυβέρνηση είναι θεοκρατική, όχι αριστερή, και υπερασπίζεται ενεργά πατριαρχικές αξίες. Επιπλέον, το επίπεδο της θανατηφόρας καταστολής που εξαπολύθηκε κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία το 2022 —και στις κινητοποιήσεις που ξέσπασαν από τα τέλη του περασμένου έτους— δεν έχει αντίστοιχο ούτε στη Βενεζουέλα ούτε στην Κούβα.

Ωστόσο, ο ασφυκτικός κλοιός που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ στο Ιράν καθιστά εξαιρετικά απίθανη μια ειρηνική πορεία προς τον εκδημοκρατισμό. Επιπλέον, όπως και στη Βενεζουέλα και την Κούβα, οι σκληρές κυρώσεις ευνόησαν την ανάπτυξη σκιωδών οικονομιών, πελατειακών δικτύων και δόλιων συναλλαγών — μοτίβα που έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς σε πολυάριθμες μελέτες για τις κυρώσεις σε όλον τον κόσμο.

Ο Eskandar Sadeghi-Boroujerdi, πολυγραφότατος μελετητής του Ιράν και ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στην κυβέρνησή του, δήλωσε στο Jacobin: «Παρότι η Ισλαμική Δημοκρατία είναι παρανοϊκή, βρίσκεται επίσης σε πολύ μεγάλο βαθμό υπό πολιορκία από όλες τις πλευρές». Επισημαίνει επίσης την εγγενή σχέση ανάμεσα στις κυρώσεις και στα πιεστικά προβλήματα της χώρας: «Οι κυρώσεις και οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ιρανικής οικονομίας τρέφονται αμοιβαία — υπάρχει μια συμβιωτική σχέση μεταξύ τους».

Με λίγα λόγια, κάθε σοβαρή ανάγνωση του Ιράν οφείλει να θέτει στο προσκήνιο τον ρόλο των κυρώσεων — μια προσέγγιση που αναπόφευκτα μετριάζει την τάση να παρουσιάζεται η ηγεσία του αποκλειστικά με όρους δαιμονοποίησης.

Τα διδάγματα της 28ης Ιουλίου 2024

Το ζήτημα της ακρίβειας των εκλογικών αποτελεσμάτων της 28ης Ιουλίου 2024 στη Βενεζουέλα χρειάζεται να επαναπλαισιωθεί. Οι εκλογές αυτές δεν θα μπορούσαν να είναι δημοκρατικές, ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων που ανακοινώθηκαν, επειδή οι Βενεζουελάνοι ψηφοφόροι είχαν ένα όπλο στραμμένο στο κεφάλι τους: αν επανεκλεγόταν ο Μαδούρο, οι κυρώσεις θα συνεχίζονταν· αν εκλεγόταν υποψήφιος της αντιπολίτευσης, οι κυρώσεις θα αίρονταν.

Η συντριπτική πλειονότητα των Βενεζουελάνων γνώριζε πολύ καλά τι διακυβευόταν. Ο Luis Vicente León —ο σημαντικότερος δημοσκόπος της χώρας, ο οποίος ανήκει ο ίδιος στην αντιπολίτευση— ανέφερε ότι το 92% του πληθυσμού πίστευε πως οι κυρώσεις επηρέαζαν αρνητικά την οικονομία, ενώ οι περισσότεροι χαρακτήριζαν αυτή την επίδραση ως «πολύ αρνητική». (Η δημοσκόπηση αυτή διαψεύδει τον επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ότι οι κυρώσεις βλάπτουν μόνο κυβερνητικούς αξιωματούχους.)

Ένα παρόμοιο σκηνικό είχε εκτυλιχθεί στις προεδρικές εκλογές της Νικαράγουας το 1990, όταν η υποψήφια της αντιπολίτευσης Βιολέτα Τσαμόρο νίκησε αιφνιδιαστικά τους Σαντινίστας εν μέσω ενός καταστροφικού εμφυλίου πολέμου, τον οποίο προωθούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Υπήρχε όμως μια θεμελιώδης διαφορά. Μακριά από το να δαιμονοποιήσει τους Σαντινίστας, η Τσαμόρο αποδέχθηκε μια μεταβατική συμφωνία συγκυβέρνησης μαζί τους. Αντίθετα, για περισσότερο από μία δεκαετία πριν από τις εκλογές της 28ης Ιουλίου, η βασική ηγέτιδα της αντιπολίτευσης, Μαρία Κορίνα Ματσάδο, είχε αποκλείσει τις διαπραγματεύσεις με όσους φέρονταν ότι είχαν παραβιάσει ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν σταματούσε να επαναλαμβάνει τα συνθήματα «καμία ασυλία», «όχι στην αμνηστία», «καμία συμφωνία με εγκληματίες», συχνά με ρητή αναφορά στους Τσαβίστας και στον ίδιο τον Μαδούρο. Ο Μαδούρο και οι οπαδοί του είχαν κάθε λόγο να φοβούνται το είδος καταστολής που εγκαινίασε η αντιπολίτευση κατά το αποτυχημένο διήμερο πραξικόπημα που οργάνωσε τον Απρίλιο του 2002 εναντίον της κυβέρνησης των Τσαβίστας. Ακόμη και ο δημοσκόπος της αντιπολίτευσης León παραδέχτηκε ότι ο φόβος αυτός ήταν βάσιμος.

Η Μάρτα Χάρνεκερ, η γνωστή αριστερή θεωρητικός, είχε γράψει ότι οι Σαντινίστας έσφαλαν όταν διεξήγαγαν τις εκλογές του 1990 εν μέσω της βίας και του σαμποτάζ που προωθούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Χάρνεκερ χαρακτήρισε την απόφαση να οργανωθούν εκλογές «σε έδαφος διαμορφωμένο από την αντεπανάσταση» ως «στρατηγικό λάθος».

Μια επανεκτίμηση και επανερμηνεία των εκλογών της 28ης Ιουλίου είναι διδακτική. Οι σκληροπυρηνικοί Τσαβίστας αποδέχονται τα επίσημα αποτελέσματα, τα οποία έδιναν στον Μαδούρο νίκη με σχεδόν 52% των ψήφων. Η αντιπολίτευση απορρίπτει αυτόν τον ισχυρισμό. Μια τρίτη θέση υποστηρίζεται από υποστηρικτές του Μαδούρο, οι οποίοι ωστόσο εκφράζουν σκεπτικισμό και επισημαίνουν ότι, εξαιτίας μιας μαζικής επίθεσης χάκινγκ από το εξωτερικό, ίσως να μην καταστεί ποτέ δυνατό να γίνει γνωστή η πραγματική καταμέτρηση.

Η συζήτηση γύρω από την ακρίβεια των επίσημων αποτελεσμάτων της 28ης Ιουλίου παρακάμπτει το κυρίαρχο ζήτημα, δηλαδή αν οι εκλογές έπρεπε καν να είχαν διεξαχθεί εξαρχής. Πράγματι, η ιδέα να συνδεθούν οι εκλογές με την άρση των κυρώσεων δεν ήταν καθόλου τραβηγμένη. Έναν χρόνο πριν από τις εκλογές, ο Μαδούρο, αναφερόμενος στις Ηνωμένες Πολιτείες, δήλωσε: «Αν θέλουν ελεύθερες εκλογές, εμείς θέλουμε εκλογές ελεύθερες από κυρώσεις». Στη συνέχεια, ο Elvis Amoroso, ο Τσαβίστας επικεφαλής του εκλογικού συμβουλίου της χώρας, συνέδεσε τη συμμετοχή εκλογικών παρατηρητών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την άρση των κυρώσεών της. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Μπάιντεν έδειξε προθυμία να διαπραγματευθεί με τη βενεζουελανική κυβέρνηση σε αυτή τη βάση.

Ο Carlos Ron, πρώην υφυπουργός και σήμερα αναλυτής του Tricontinental, μου είπε ότι η ηγεσία των Τσαβίστας απέκλεισε το ενδεχόμενο αναβολής των εκλογών, προκειμένου να αποδείξει τα δημοκρατικά της διαπιστευτήρια απέναντι στη διεθνή εκστρατεία δυσφήμησης. Ο Ron είπε: «Εκείνη τη στιγμή, δόθηκε μεγαλύτερη σημασία στην ανάγκη να υπερασπιστούμε τον δημοκρατικό χαρακτήρα της μπολιβαριανής πολιτικής διαδικασίας και τη συνέχειά της, καθώς και να τηρήσουμε το Σύνταγμα, απέναντι στις ιμπεριαλιστικές πιέσεις».

Οι προθέσεις του Μαδούρο μπορεί να ήταν αξιέπαινες. Όμως η απόφαση αυτή παρέβλεψε έναν επιτακτικό λόγο για την αναστολή της εκλογικής διαδικασίας. Η σύνδεση της διεξαγωγής των εκλογών με την άρση των κυρώσεων θα είχε αποδώσει ολόκληρη την ευθύνη για τις οπισθοχωρήσεις της δημοκρατίας εκεί όπου πραγματικά ανήκε: στην αμερικανική επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Βενεζουέλας.

Υπερασπίζοντας τη δημοκρατία

Κατά κανόνα, η Αριστερά πάντοτε υπερασπιζόταν τη δημοκρατία. Υπό αυτή την έννοια, το όραμα της Αριστεράς συγκρίνεται ευνοϊκά με την αμερικανικού τύπου «φιλελεύθερη δημοκρατία», η οποία διαμορφώνεται από την επιρροή του μεγάλου χρήματος και από άλλες εγγενώς αντιδημοκρατικές πρακτικές, όπως η εκλογική χειραγώγηση των περιφερειών (gerrymandering), το Εκλεκτορικό Κολλέγιο και η καταστολή της ψήφου.

Ιστορικά, ωστόσο, η Αριστερά βρέθηκε αντιμέτωπη με τεράστια εμπόδια σε αυτό το πεδίο. Για παράδειγμα, ήρθε στην εξουσία σε χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Κούβα, όπου έλειπε η δημοκρατική παράδοση. Αυτό όμως ήταν το μικρότερο μέρος του προβλήματος. Το κύριο πρόβλημά της ήταν, και εξακολουθεί να είναι, η ιμπεριαλιστική εχθρότητα, η οποία περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η Αριστερά οφείλει να βαδίζει με προσοχή στον τρόπο με τον οποίο θέτει το ζήτημα της δημοκρατίας σε χώρες που βρίσκονται στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού. Στις τρεις χώρες που εξετάζονται σε αυτό το άρθρο, η Αριστερά δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η δημοκρατία έχει παραβιαστεί. Η κυβέρνηση Μαδούρο, για παράδειγμα, στέρησε από το Κομμουνιστικό Κόμμα Βενεζουέλας (PCV) —το παλαιότερο πολιτικό κόμμα της χώρας, σφυρηλατημένο μέσα σε μια ιστορία μαχητικών αγώνων που περιλάμβανε δύο περιόδους παρανομίας και ένοπλης πάλης στις δεκαετίες του 1950 και του 1960— τη νομική του υπόσταση, μεταβιβάζοντας την αναγνώριση σε μια περιθωριακή αποσχισθείσα φράξια που οικειοποιήθηκε το όνομά του και τα σύμβολά του.

Ούτε μπορεί να αρνηθεί ότι η δυσαρέσκεια είναι σήμερα εκτεταμένη και στις τρεις χώρες, κάτι που έγινε ιδιαίτερα εμφανές στις ιρανικές διαδηλώσεις «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» και σε εκείνες των πρώτων ημερών του τρέχοντος έτους. Στην Κούβα και τη Βενεζουέλα, οι διαμαρτυρίες αντανακλούν μια διάχυτη απογοήτευση, ακόμη κι αν οι κινητοποιήσεις έχουν χειραγωγηθεί και χρηματοδοτηθεί από το εξωτερικό.

Ένα ανησυχητικό σημάδι στη Βενεζουέλα είναι ότι οι αναταραχές έχουν επεκταθεί πέρα από τις συνοικίες της ανώτερης μεσαίας τάξης, όπου περιορίζονταν κατά τη διάρκεια των τετράμηνων διαδηλώσεων (guarimba) του 2014 και, αν και σε μικρότερο βαθμό, εκείνων του 2017. Τις δύο ημέρες που ακολούθησαν τις εκλογές της 28ης Ιουλίου 2024, για παράδειγμα, καταγράφηκαν διαδηλώσεις σε barrios του Καράκας, όπως το Πετάρε, το μεγαλύτερο της πόλης. Αναστοχαζόμενος πάνω σε αυτές τις κινητοποιήσεις, ο μακροχρόνιος κάτοικος του Καράκας και διεθνής σχολιαστής Phil Gunson ανέφερε: «Το Πετάρε είναι παραδοσιακά μια τσαβική ζώνη, αλλά εδώ και μερικά χρόνια ο κόσμος απομακρύνεται από την κυβέρνηση».

Η Αριστερά δεν μπορεί να γυρίσει την πλάτη σε αυτή την πραγματικότητα. Δεν μπορεί όμως και να ευθυγραμμιστεί με τις κυρίαρχες φωνές που διοχετεύουν τη δυσαρέσκεια σε μια συνολική δαιμονοποίηση κυβερνήσεων που τελούν υπό ιμπεριαλιστική πολιορκία. Αντιθέτως, η βασική της γραμμή πρέπει να είναι: «Τι περιμένετε!» Απέναντι στην υπερ-ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, αυτές οι χώρες βρίσκονται σε πόλεμο, μεταφορικά και σε ορισμένες περιπτώσεις κυριολεκτικά. Η κριτική πρέπει να διατυπώνεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

Η έννοια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού του Λένιν —η αρχή που σχεδιάστηκε για να καθοδηγεί την εσωτερική λειτουργία του πολιτικού του κόμματος— είναι διαφωτιστική. Στα γραπτά του σε όλη τη διάρκεια της πολιτικής του διαδρομής, η εσωκομματική δημοκρατία παρέμενε σταθερή αξία, αλλά ο βαθμός συγκεντρωτισμού εξαρτιόταν από το πολιτικό κλίμα στη χώρα. Σε παρόμοια κατεύθυνση, η προσήλωση της Αριστεράς στη δημοκρατία δεν μπορεί ποτέ να υποβαθμίζεται. Ωστόσο, η βάσιμη κριτική προς αντιδημοκρατικές πρακτικές σε χώρες όπως η Βενεζουέλα και η Κούβα, όπου η Αριστερά βρίσκεται στην εξουσία, πρέπει να ιδωθεί ως υπεραντίδραση απέναντι στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα.

Σε αυτή την εποχή εντεινόμενου υπερ-ιμπεριαλισμού, η Αριστερά είναι υποχρεωμένη να σταθεί στο πλευρό χωρών όπως η Κούβα και η Βενεζουέλα και να αναγνωρίσει ότι η πραγματική ευθύνη για τις οπισθοχωρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της παραβίασης των δημοκρατικών κανόνων, βαραίνει τον ιμπεριαλισμό. Οι βάρβαρες ενέργειες της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ καθιστούν αυτή την επιταγή πιο σαφή από ποτέ.

Ο Steve Ellner είναι συνταξιούχος καθηγητής του Universidad de Oriente στη Βενεζουέλα, όπου έζησε για περισσότερα από 40 χρόνια, και σήμερα είναι Associate Managing Editor του Latin American Perspectives. Είναι συγγραφέας και επιμελητής περισσότερων από δώδεκα βιβλίων για τη λατινοαμερικανική πολιτική και ιστορία. Το 2018 μίλησε σε περισσότερες από είκοσι πόλεις στις ΗΠΑ και στον Καναδά στο πλαίσιο μιας περιοδείας αλληλεγγύης προς τη Βενεζουέλα. 

Counterpunch

Γ. Αλογοσκούφης: Ενενήντα χρόνια μετά, η Γενική Θεωρία παραμένει σημείο αναφοράς

0

Γιώργος Αλογοσκούφης 

21/04/2026, 16:19

Συμπληρώνονται φέτος 90 χρόνια από τη δημοσίευση, το 1936, της Γενικής Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, του πρωτοποριακού έργου του Τζον Μέιναρντ Κέινς. Σε μια εποχή αυξημένης αβεβαιότητας και συχνών οικονομικών αναταράξεων, η επέτειος αυτή προσφέρει μια πολύτιμη ευκαιρία αναστοχασμού για τη διαχρονική σημασία των ιδεών του. Σπάνια ένα βιβλίο έχει επηρεάσει τόσο βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη λειτουργία των οικονομιών και τον ρόλο της οικονομικής πολιτικής.

Η Γενική Θεωρία δημοσιεύθηκε στον απόηχο της Μεγάλης Καθίζησης της δεκαετίας του 1930, όταν οι κυρίαρχες κλασικές θεωρίες αδυνατούσαν να εξηγήσουν την ένταση και τη διάρκεια της οικονομικής κατάρρευσης και της μαζικής ανεργίας.

Ο Κέινς αμφισβήτησε τη βασική υπόθεση ότι οι οικονομίες αυτορυθμίζονται και επιστρέφουν γρήγορα στην πλήρη απασχόληση. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η συνολική ζήτηση μπορεί να παραμένει ανεπαρκής για μεγάλα χρονικά διαστήματα, οδηγώντας σε παρατεταμένες υφέσεις.

Κεντρική έννοια της ανάλυσής του είναι η συνολική ζήτηση, δηλαδή το συνολικό επίπεδο δαπανών στην οικονομία.

Υπό συνθήκες βραχυχρόνιας ακαμψίας μισθών και τιμών, η παραγωγή και η απασχόληση καθορίζονται κυρίως από τη ζήτηση και όχι από την προσφορά, όπως υποστήριζαν οι κλασικοί οικονομολόγοι. Η αβεβαιότητα για το μέλλον επηρεάζει καθοριστικά τις επενδυτικές αποφάσεις, ενώ οι προσδοκίες και τα λεγόμενα «ζωώδη ένστικτα» των επιχειρηματιών διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο.

Εξίσου σημαντική είναι η ανάλυση του επιτοκίου ως νομισματικού φαινομένου, που προσδιορίζεται από τη ζήτηση και την προσφορά χρήματος. Μέσω της έννοιας της προτίμησης για ρευστότητα, ο Κέινς εξήγησε γιατί σε περιόδους αποπληθωρισμού τα επιτόκια ενδέχεται να μη μειώνονται επαρκώς ώστε να εξισορροπήσουν αποταμίευση και επένδυση, οδηγώντας σε «παγίδες ρευστότητας».

Η σημαντικότερη ίσως συμβολή της Γενικής Θεωρίας είναι η επαναθεμελίωση του ρόλου της οικονομικής πολιτικής. Σε περιόδους ύφεσης, η δημοσιονομική πολιτική – μέσω αύξησης των δημόσιων δαπανών ή μείωσης των φόρων – μπορεί να ενισχύσει τη ζήτηση και να επιταχύνει την επιστροφή στην πλήρη απασχόληση, ιδίως όταν η νομισματική πολιτική αποδεικνύεται ανεπαρκής. Η προσέγγιση αυτή αποτέλεσε τη βάση για τις πολιτικές διαχείρισης της ζήτησης που κυριάρχησαν διεθνώς στις μεταπολεμικές δεκαετίες.

Η επιρροή του Κέινς υπήρξε καθοριστική, τόσο στην οικονομική επιστήμη όσο και στη χάραξη πολιτικής. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες υιοθέτησαν κεϊνσιανές πολιτικές, συμβάλλοντας σε μια παρατεταμένη περίοδο υψηλής ανάπτυξης και χαμηλής ανεργίας.

Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, με την εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού, οι ιδέες του αμφισβητήθηκαν από μονεταριστικές και νέες κλασικές προσεγγίσεις, αλλά προσαρμόστηκαν και επανεμφανίστηκαν μέσω της «νέας κεϊνσιανής» μακροοικονομικής.

Οι μεγάλες κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών, όπως η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η πανδημία του 2020, ανέδειξαν εκ νέου τη σημασία της ενεργητικής οικονομικής πολιτικής. Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες προσέφυγαν σε μέτρα με σαφή κεϊνσιανή έμπνευση, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική αξία των ιδεών του.

Ενενήντα χρόνια μετά, η Γενική Θεωρία παραμένει σημείο αναφοράς για την κατανόηση των οικονομικών διακυμάνσεων και των πολιτικών που απαιτούνται για την αντιμετώπισή τους. Σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ανισότητες και επαναλαμβανόμενες κρίσεις, το μήνυμα του Κέινς – ότι η σταθεροποίηση της οικονομίας απαιτεί ενεργητική διαχείριση της συνολικής ζήτησης – παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ.

*Ο Γιώργος Αλογοσκούφης είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών.

ΤΑ ΝΕΑ

 

Σχόλια

Πυρά στα Στενά του Ορμούζ κατά πλοίου ελληνικής διαχείρισης – Νέα κλιμάκωση στην κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία

0

 

Νέα σοβαρή κλιμάκωση καταγράφηκε σήμερα, 22 Απριλίου 2026, στα Στενά του Ορμούζ, όπου τουλάχιστον τρία πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων δέχθηκαν πυρά, σύμφωνα με το Reuters και τη βρετανική υπηρεσία ναυτικής ασφάλειας UKMTO. Ανάμεσά τους βρισκόταν και πλοίο ελληνικής διαχείρισης, του οποίου ο πλοίαρχος ανέφερε ότι είχε αρχικά ενημερωθεί πως είχε άδεια να διέλθει από τα Στενά, χωρίς ωστόσο να προηγηθεί ραδιοεπικοινωνία πριν από το περιστατικό.

Σύμφωνα με το Reuters, το πρώτο πλοίο, υπό σημαία Λιβερίας, υπέστη ζημιές στη γέφυρα έπειτα από πυρά και επιθέσεις με ρουκετοβόλα βορειοανατολικά του Ομάν. Η UKMTO ανέφερε ότι ο πλοίαρχος κατήγγειλε προσέγγιση από ταχύπλοο των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) και ακολούθησαν πυρά εναντίον του πλοίου. Το Reuters προσθέτει ότι όλοι οι ναυτικοί είναι ασφαλείς, χωρίς πυρκαγιά ή περιβαλλοντική ρύπανση.

Το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρει ότι και δεύτερο πλοίο, υπό σημαία Παναμά, δέχθηκε πυρά περίπου οκτώ ναυτικά μίλια δυτικά του Ιράν χωρίς να υποστεί ζημιές, ενώ και τρίτο πλοίο, επίσης υπό σημαία Λιβερίας, πυροβολήθηκε κατά την έξοδό του από τα Στενά, με το πλήρωμά του να παραμένει ασφαλές. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η απειλή δεν περιορίζεται πλέον σε μεμονωμένο περιστατικό αλλά αποκτά χαρακτηριστικά συστηματικής παρενόχλησης της εμπορικής ναυσιπλοΐας.

Το σημερινό επεισόδιο έρχεται σε συνέχεια της έντασης των τελευταίων ημερών. Στις 18 Απριλίου 2026, το Reuters είχε μεταδώσει ότι τουλάχιστον δύο εμπορικά πλοία χτυπήθηκαν από πυρά ενώ επιχειρούσαν να περάσουν τα Στενά, ενώ η Ινδία επιβεβαίωσε επισήμως ότι δύο ινδικής σημαίας πλοία δέχθηκαν επίθεση στην ίδια περιοχή. Την ίδια ημέρα, το Ιράν ανακοίνωσε ότι επαναφέρει αυστηρό στρατιωτικό έλεγχο στο πέρασμα, το οποίο θεωρείται από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου.

Η σημασία των Στενών του Ορμούζ είναι τεράστια, καθώς πριν από το ξέσπασμα της τρέχουσας πολεμικής κρίσης από εκεί διερχόταν περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και LNG. Ήδη από τις 20 Απριλίου, το Reuters κατέγραφε σχεδόν πλήρη παράλυση της ναυσιπλοΐας στην περιοχή, με μόλις τρεις διελεύσεις σε 12 ώρες αντί για περίπου 130 την ημέρα, ενώ τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου είχαν αυξηθεί ξανά.

Υπενθυμίζεται ότι δεν είναι η πρώτη φορά που πλοίο συνδεόμενο με ελληνικά συμφέροντα πλήττεται στην περιοχή. Στις 11 Μαρτίου 2026, το Reuters είχε μεταδώσει ότι το bulk carrier Star Gwyneth, ελληνικής ιδιοκτησίας, υπέστη ζημιές από άγνωστο βλήμα περίπου 50 ναυτικά μίλια βορειοδυτικά του Ντουμπάι, με το πλήρωμα τότε να παραμένει ασφαλές. Έτσι, η σημερινή επίθεση σε πλοίο ελληνικής διαχείρισης εντείνει ακόμη περισσότερο την ανησυχία για την ασφάλεια της ελληνόκτητης ναυτιλίας στην ευρύτερη περιοχή.