Ο Στέφανος Ληναίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 98 ετών, το Σάββατο 18 Απριλίου, ενώ η είδηση έγινε γνωστή λίγες ημέρες αργότερα, στις 22 Απριλίου, μέσα από ανάρτηση της κόρης του, Μαργαρίτας Μυτιληναίου. Το τέλος του έκλεισε έναν κύκλο δεκαετιών για το ελληνικό θέατρο, αλλά και για έναν τύπο καλλιτέχνη που δεν αντιμετώπισε ποτέ την τέχνη ως απλή δημόσια προβολή, αλλά ως χρέος, θέση και παρέμβαση.
Το «τελευταίο αντίο» δεν δόθηκε με ταφή, αλλά με αποτέφρωση, σύμφωνα με την επιθυμία του ίδιου και της οικογένειάς του. Η τελετή έγινε στο Αποτεφρωτήριο Ριτσώνας, σε στενό κύκλο, παρουσία των οικείων του. Σύμφωνα με τα σχετικά ρεπορτάζ, η αποχαιρετιστήρια ατμόσφαιρα πλαισιώθηκε από τραγούδια του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη και του Λοΐζου, σε μια τελετή λιτή αλλά βαθιά φορτισμένη, που έμοιαζε ταιριαστή με τη σεμνότητα που χαρακτήριζε τον ίδιο.
Γεννημένος στη Μεσσήνη το 1928, με το πραγματικό όνομα Διονύσιος Μυτιληναίος, ο Στέφανος Ληναίος σπούδασε υποκριτική στη σχολή του Σωκράτη Καραντινού, στον Μορφωτικό Σύλλογο «Αθήναιον» και αργότερα στη RADA του Λονδίνου. Ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή το 1954, στο Θέατρο Κοτοπούλη, και στη συνέχεια ακολούθησε μια πολύ μεγάλη διαδρομή, με συμμετοχή σε περίπου 100 θεατρικά έργα και ισάριθμες κινηματογραφικές, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές παραγωγές. Στον κινηματογράφο άφησε το στίγμα του σε ταινίες όπως «Ο θησαυρός του μακαρίτη», «Το κλωτσοσκούφι», «Μιας πεντάρας νιάτα» και «Η κόμισσα της φάμπρικας», ενώ το βασικό του πεδίο έμεινε πάντοτε το θέατρο.

Στο θέατρο, η φυσιογνωμία του συνδέθηκε όσο λίγων με το Θέατρο Άλφα και το «Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο», που ίδρυσε μαζί με τη σύζυγό του, Έλλη Φωτίου. Εκεί διαμόρφωσε ένα ρεπερτόριο με σαφή κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό, ανεβάζοντας δεκάδες έργα, ανάμεσά τους τα «Καληνύχτα Μαργαρίτα», «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», «Τυχαίο ατύχημα», «Ένας εχθρός του λαού» και «Οι Ρόζεμπεργκ δεν πρέπει να πεθάνουν». Δεν ήταν ένας καλλιτέχνης που αρκέστηκε στη δημοφιλία του· επιχείρησε να δώσει στο θέατρο χαρακτήρα δημόσιου λόγου και κοινωνικής ευθύνης.
Αυτό ακριβώς εξηγεί και τη βαρύτητα της πολιτικής του παρουσίας. Ο Ληναίος υπήρξε γενικός γραμματέας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών την περίοδο 1965-1967, μέχρι τη διάλυση του σωματείου από τη δικτατορία. Στα χρόνια 1967-1970 βρέθηκε αυτοεξόριστος στο Λονδίνο, εργάστηκε στο BBC και στη Deutsche Welle και ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση, συνδέοντας καθαρά την τέχνη με τη δημοκρατική αντίσταση. Αργότερα, εντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ, εκλέχθηκε βουλευτής το 1989, διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Αθηναίων από το 1986 έως το 1990 και υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος του δημοτικού ραδιοσταθμού «Κύκλος». Η πολιτική του παρουσία δεν ήταν εξωραϊσμός βιογραφικού· ήταν οργανικό μέρος της διαδρομής του.
Όσοι τον έζησαν ή έγραψαν γι’ αυτόν στέκονται συνήθως στο ίδιο στοιχείο: στο ήθος του. Η Καθημερινή θυμίζει μια παλαιότερη φράση του, ότι έμαθε από μικρός «να είναι ωφέλιμος» ως άνθρωπος και ως επαγγελματίας, ενώ η ΕΡΤ και άλλα αφιερώματα τον περιγράφουν ως σεμνό, απλό, πνευματικά ακμαίο και αφοσιωμένο στην ευθύνη του καλλιτέχνη απέναντι στην κοινωνία. Αυτή η εικόνα δεν προέκυψε εκ των υστέρων· ήταν το νήμα που ένωνε τη δημόσια, την πολιτική και την προσωπική του παρουσία.

Ξεχωριστό κεφάλαιο της ζωής του υπήρξε η Έλλη Φωτίου. Δεν ήταν απλώς η σύντροφός του, αλλά η σταθερή συνοδοιπόρος του στη ζωή και στην τέχνη. Γνωρίστηκαν το 1957, παντρεύτηκαν το 1963, απέκτησαν δύο παιδιά και πορεύτηκαν μαζί για περισσότερες από έξι δεκαετίες, συγκροτώντας ένα από τα πιο σταθερά και δημιουργικά καλλιτεχνικά ζευγάρια της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μαζί ίδρυσαν το «Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο» και μαζί σφράγισαν το Θέατρο Άλφα. Η ίδια η Φωτίου είχε διακριτή πορεία, απόφοιτη της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, με σημαντικές συνεργασίες και βραβευμένες εμφανίσεις, αλλά η κοινή τους πορεία έδωσε και στους δύο κάτι ευρύτερο από μια συζυγική σχέση: μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα.
Αυτή η κοινή παρουσία φάνηκε και στην τηλεόραση. Το 1972 πρωταγωνίστησαν μαζί στο τηλεοπτικό θρίλερ «Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο», μια σειρά που σημείωσε επιτυχία και οδήγησε στη συνέχειά της, τον «Εφιάλτη». Σύμφωνα με τα διαθέσιμα αρχειακά στοιχεία, στη σειρά η Έλλη Φωτίου υποδυόταν τη χειρουργό Μάρθα Δαμίγου, ενώ συμμετείχε και ο ίδιος ο Ληναίος σε βασικό ρόλο. Η σειρά αυτή έχει μείνει στη μνήμη ως μία από τις χαρακτηριστικές τηλεοπτικές συνεργασίες τους, αλλά και ως παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το ζευγάρι μετέφερε τη χημεία του από το θέατρο και στην οθόνη.

Ο Στέφανος Ληναίος δεν αφήνει πίσω του μόνο μια μεγάλη καριέρα. Αφήνει μια παλαιότερη, ολοένα και πιο σπάνια ιδέα για τον καλλιτέχνη: ότι ο άνθρωπος του θεάτρου οφείλει να έχει γνώμη, ευθύνη, πολιτική μνήμη και μέτρο. Ότι μπορεί να είναι ταυτόχρονα δημιουργός, πολίτης και σύντροφος ζωής, χωρίς να προδώσει καμία από αυτές τις ιδιότητες. Και γι’ αυτό ο αποχαιρετισμός του δεν αφορά μόνο έναν ηθοποιό που πέθανε. Αφορά έναν ολόκληρο τρόπο να στέκεται κανείς μέσα στην τέχνη και μέσα στον δημόσιο χώρο.


