Τα μέτρα δεν συγκροτούν πολιτική θεραπείας. Συγκροτούν πολιτική παράτασης. Είναι ασπιρίνες που δίνονται σε μια κοινωνία εξαντλημένη, με την ελπίδα να παραμείνει όρθια, την ώρα που οι βαριές παθογένειες της οικονομίας μένουν ουσιαστικά ανέγγιχτες.
Το νέο πακέτο των περίπου 500 εκατ. ευρώ που ανακοίνωσε η κυβέρνηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, παράταση επιδοτήσεων σε καύσιμα και λιπάσματα, εφάπαξ ενίσχυση για οικογένειες με παιδιά και αυξημένη στήριξη για χαμηλοσυνταξιούχους. Η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως αξιοποίηση του υψηλότερου πρωτογενούς πλεονάσματος του 2025, σε ένα περιβάλλον όπου οι προβλέψεις για το 2026 έχουν ήδη γίνει πιο δυσμενείς, με την ανάπτυξη να αναθεωρείται στο 2% από 2,4% και τον πληθωρισμό στο 3,2% από 2,2%.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι τα μέτρα είναι αχρείαστα. Είναι ότι είναι λάθος κλίμακας και λάθος τύπου σε σχέση με το πρόβλημα. Όταν η οικονομία πιέζεται από επίμονη ακρίβεια, ακριβή ενέργεια, στενότητες στον ανταγωνισμό, υψηλό κόστος στέγασης και κρίση στον πρωτογενή τομέα, οι οριζόντιες ή ημι-στοχευμένες επιδοτήσεις λειτουργούν κυρίως ως μηχανισμός βραχυχρόνιας εξομάλυνσης της δυσαρέσκειας. Δεν θεραπεύουν τις αιτίες που παράγουν ξανά και ξανά την ανάγκη για νέες ενισχύσεις. Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει και το ΔΝΤ, το οποίο, παρότι βλέπει θετική βραχυχρόνια πορεία, επιμένει ότι η Ελλάδα χρειάζεται φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις για τα διαρθρωτικά εμπόδια της πλευράς της προσφοράς, ώστε να ενισχυθούν η παραγωγικότητα και η μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη.
Η επιδοματική πολιτική δεν είναι λύση
Οι πρόσφατες οικονομικές εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη παρουσιάστηκαν ως μια στοχευμένη παρέμβαση ανακούφισης για νοικοκυριά, συνταξιούχους, αγρότες και επαγγελματίες που πιέζονται από το κόστος ζωής. Στην πράξη, όμως, πρόκειται κυρίως για ένα πακέτο επιδοματικών και προσωρινών μέτρων, το οποίο επιχειρεί να μειώσει για λίγο την κοινωνική πίεση χωρίς να αγγίζει τις βαθύτερες αιτίες που την προκαλούν. Οι ενισχύσεις προς συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, η διεύρυνση ορισμένων επιστροφών, οι παρατάσεις επιδοτήσεων σε καύσιμα ή παραγωγικές εισροές και οι ρυθμίσεις για οφειλές μπορεί να έχουν άμεση χρησιμότητα για όσους βρίσκονται σε οικονομική ασφυξία. Δεν συνιστούν όμως μια συνεκτική στρατηγική ανασυγκρότησης της οικονομίας και κοινωνικής προστασίας με διάρκεια.
Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο εδράζεται η κριτική. Τα μέτρα αυτά λειτουργούν ως ασπιρίνες απέναντι σε πολύ πιο βαριές παθογένειες. Δεν ανατρέπουν την ακρίβεια που κατατρώει το διαθέσιμο εισόδημα, δεν αποκαθιστούν την αγοραστική δύναμη που έχει χαθεί, δεν διορθώνουν τις στρεβλώσεις που κάνουν κρίσιμες αγορές να λειτουργούν εις βάρος του πολίτη και δεν προσφέρουν σταθερό έδαφος σε μια κοινωνία που νιώθει ότι ζει από προσωρινή ανάσα σε προσωρινή ανάσα. Η κυβέρνηση επιλέγει και πάλι να απαντήσει σε ένα δομικό πρόβλημα με βραχυπρόθεσμη διαχείριση, σαν να αρκούν λίγες ενέσεις ρευστότητας για να θεραπεύσουν μια βαθύτερη εξάντληση του κοινωνικού σώματος.
Από αυτή την άποψη, το πρόβλημα δεν είναι ότι τα μέτρα είναι αχρείαστα. Είναι ότι είναι κατώτερα των περιστάσεων. Όταν η στεγαστική πίεση, η ακρίβεια στα βασικά αγαθά, η αβεβαιότητα στον πρωτογενή τομέα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η γενικευμένη ανασφάλεια διαμορφώνουν ένα περιβάλλον καθημερινής φθοράς, οι εφάπαξ ή περιορισμένης διάρκειας παρεμβάσεις δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα. Το μόνο που κάνουν είναι να μεταθέτουν χρονικά την έκρηξη της δυσαρέσκειας. Δεν δίνουν προοπτική, δεν χτίζουν ανθεκτικότητα, δεν επιτρέπουν στον πολίτη να αισθανθεί ότι πατάει σε πιο σταθερό έδαφος. Του δίνουν απλώς λίγο οξυγόνο για να συνεχίσει να αντέχει σε ένα περιβάλλον που παραμένει ασφυκτικό.
Ακόμη και εκεί όπου οι παρεμβάσεις ακούγονται πιο γενναίες, η λογική παραμένει η ίδια: προσωρινή ανακούφιση αντί για ουσιαστική αλλαγή. Αντί να μειωθεί μόνιμα το βάρος που σηκώνει το νοικοκυριό, επιστρέφεται ένα μικρό μέρος του. Αντί να αλλάξουν οι όροι λειτουργίας της οικονομίας ώστε να περιοριστεί η πίεση στην πηγή της, το κράτος επιλέγει να καλύψει αποσπασματικά μέρος της ζημιάς αφού αυτή έχει ήδη γίνει. Έτσι, η πολιτική δεν γίνεται θεραπεία αλλά διαχείριση συμπτωμάτων. Και αυτή η διαχείριση, όσο χρήσιμη κι αν είναι σε ατομικό επίπεδο για όσους θα εισπράξουν μια ενίσχυση, σε συλλογικό επίπεδο αποτυπώνει τη φτώχεια της ίδιας της κυβερνητικής στρατηγικής.
Γι’ αυτό και ο πιο ακριβής τρόπος να διαβαστούν οι εξαγγελίες δεν είναι ως τομή, αλλά ως προσπάθεια συντήρησης. Η κυβέρνηση δεν δείχνει να αλλάζει τους όρους που κάνουν την κοινωνία ολοένα πιο εύθραυστη· δείχνει να προσπαθεί να τη διατηρήσει στη ζωή με επιδοματικά μέσα. Δεν θεραπεύει τις βαριές παθογένειες της οικονομίας, αλλά επιχειρεί να καταστήσει προσωρινά υποφερτές τις συνέπειές τους. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε μπροστά μας ένα σχέδιο εξόδου από την κρίση της καθημερινότητας, αλλά μια ακόμη επιχείρηση παράτασης της αντοχής μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να επιβιώσει.
Τα μέτρα αυτά δεν συγκροτούν πολιτική θεραπείας. Συγκροτούν πολιτική παράτασης. Είναι ασπιρίνες που δίνονται σε μια κοινωνία εξαντλημένη, με την ελπίδα να παραμείνει όρθια, την ώρα που οι βαριές παθογένειες της οικονομίας μένουν ουσιαστικά ανέγγιχτες.
Το πιο κρίσιμο σημείο είναι η ακρίβεια. Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος της είναι εισαγόμενο: διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, πόλεμοι, αστάθεια στις αλυσίδες εφοδιασμού. Όμως στην Ελλάδα το σοκ αυτό δεν προσγειώθηκε σε μια ουδέτερη οικονομία. Προσγειώθηκε σε μια οικονομία με επίμονες ρυθμιστικές στρεβλώσεις, φραγμούς εισόδου και αδύναμο ανταγωνισμό σε κρίσιμες αγορές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ρητά ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει από τα υψηλότερα εμπόδια εισόδου και άσκησης δραστηριότητας στις υπηρεσίες στην ΕΕ, ότι υπάρχουν εμπόδια για νέους παίκτες σε αγορές προϊόντων, και ότι ακόμη και το λιανεμπόριο επιβαρύνεται από αδειοδοτικές και ρυθμιστικές αγκυλώσεις που δυσχεραίνουν την εύρυθμη λειτουργία του. Το ΔΝΤ κινείται στην ίδια γραμμή, τονίζοντας ότι η μείωση του ρυθμιστικού βάρους και των εμποδίων εισόδου, ειδικά στις υπηρεσίες, θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό, την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις.
Από αυτή την οπτική, έχει βάση η κριτική ότι η κυβέρνηση δεν έσπασε εγκαίρως συγκεντρωτικές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις σε ορισμένους κλάδους. Δεν θα ήταν ακριβές να ειπωθεί ως τετελεσμένο ότι «στήριξε καρτέλ» με τη νομική έννοια. Είναι όμως εύλογο να υποστηριχθεί ότι ανέχθηκε ή δεν αποδυνάμωσε επαρκώς δομές αγοράς που επιτρέπουν σε αυξήσεις κόστους να περνούν γρήγορα στον καταναλωτή, ενώ οι αποκλιμακώσεις να αργούν. Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικό σύνθημα. Είναι συμβατό με την επίσημη διάγνωση της Επιτροπής και του ΔΝΤ ότι τα προβλήματα ανταγωνισμού και οι ρυθμιστικοί φραγμοί παραμένουν σοβαρό εμπόδιο για την ελληνική οικονομία.

Το ενεργειακό πεδίο είναι ίσως το καθαρότερο παράδειγμα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι, παρά την αύξηση του μεριδίου των ΑΠΕ, η Ελλάδα παραμένει πολύ εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα, ότι οι τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, εν μέρει λόγω της εξάρτησης από το φυσικό αέριο, και ότι χρειάζονται περισσότερες επενδύσεις σε αποθήκευση, δίκτυα και διασυνδέσεις. Προσθέτει μάλιστα ότι η χώρα διατηρεί σημαντικές επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων χωρίς προγραμματισμένη κατάργηση έως το 2030, ενώ ορισμένες από αυτές κρίνονται οικονομικά αναποτελεσματικές και διαιωνίζουν την εξάρτηση. Το ΔΝΤ επίσης επιμένει στην ανάγκη ενίσχυσης δικτύων και αποθήκευσης για λόγους ενεργειακής ασφάλειας και παραγωγικότητας. Αυτό δίνει στέρεη βάση στην άποψη ότι μέρος της σημερινής ακρίβειας στην ενέργεια δεν είναι απλώς «εξωτερικό κακό», αλλά και αποτέλεσμα του ότι η χώρα μπήκε στην κρίση με ατελή ενεργειακή θωράκιση και με επιλογές που δεν διόρθωσαν έγκαιρα την εξάρτηση και τις εσωτερικές αδυναμίες της αγοράς.
Αντίστοιχα, στην αγορά καυσίμων, η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει προχωρήσει σε ειδική ρυθμιστική παρέμβαση ακριβώς επειδή εξέτασε αν υπάρχουν συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε διύλιση, χονδρική και λιανική. Τα δικά της ευρήματα μιλούν για το φαινόμενο της ασύμμετρης μετακύλισης τιμών — το γνωστό «οι αυξήσεις περνούν σαν πύραυλος και οι μειώσεις πέφτουν σαν πούπουλο» —, για υψηλή συγκέντρωση στη διύλιση, για ενδείξεις αύξησης περιθωρίων κέρδους, και για ερωτήματα ως προς το αν η αύξηση των τιμών συνδέεται με απουσία αποτελεσματικού ανταγωνισμού και φραγμούς εισόδου. Άρα, η κριτική ότι η ακρίβεια στην Ελλάδα διογκώνεται και από τον τρόπο λειτουργίας ορισμένων αγορών δεν είναι αυθαίρετη· στηρίζεται σε θεσμική διερεύνηση από την ίδια την αρμόδια αρχή ανταγωνισμού.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το νέο πακέτο μέτρων μοιάζει περισσότερο με μεταφορά δημοσιονομικών πόρων προς τις συνέπειες του προβλήματος παρά με παρέμβαση στις αιτίες του. Όταν επιδοτείς καύσιμα, λιπάσματα ή ενεργειακό κόστος χωρίς να έχεις προηγουμένως ενισχύσει επαρκώς τον ανταγωνισμό, τη διαφάνεια, τις υποδομές και την παραγωγική προσαρμογή, στην πράξη αγοράζεις χρόνο για ένα σύστημα που συνεχίζει να παράγει πίεση. Με οικονομικούς όρους, αυτό είναι πολιτική βραχυχρόνιας εξομάλυνσης της ζήτησης, όχι πολιτική βελτίωσης της προσφοράς και της παραγωγικής αποτελεσματικότητας.

Η ανεπάρκεια αυτή φαίνεται ακόμη πιο έντονα στον αγροτικό τομέα. Εκεί η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει απλώς μια δύσκολη συγκυρία, αλλά μια συστημική κρίση διοίκησης, ρευστότητας και αξιοπιστίας. Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ οδήγησε την ΕΕ σε πρόστιμο 392,2 εκατ. ευρώ για εκτεταμένη κακοδιαχείριση και απάτη στις αγροτικές επιδοτήσεις, ενώ οι καθυστερήσεις στις πληρωμές δημιούργησαν, σύμφωνα με τους αγρότες, χρηματοδοτικό κενό περίπου 600 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, την 1η Απριλίου 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε ότι ζήτησε την άρση ασυλίας 11 εν ενεργεία βουλευτών στο πλαίσιο της έρευνας για οργανωμένο σχήμα απάτης με αγροτικά κονδύλια. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοσιονομικό ή ηθικό. Είναι βαθιά αναπτυξιακό: όταν ο μηχανισμός ενισχύσεων του πρωτογενούς τομέα αποδιαρθρώνεται, καταρρέει η προβλεψιμότητα πάνω στην οποία στηρίζονται παραγωγοί, τοπικές οικονομίες και ολόκληρα κοινωνικά στρώματα της υπαίθρου.
Γι’ αυτό η μεταφορά μικρών ή μεσαίων ενισχύσεων προς τον αγροτικό κόσμο δεν αρκεί. Στον πρωτογενή τομέα το βασικό ζητούμενο δεν είναι άλλη μία προσωρινή ανάσα, αλλά επαναθεμελίωση της θεσμικής αξιοπιστίας, με καθαρές πληρωμές, αποτελεσματική εποπτεία, χαμηλότερο κόστος παραγωγής, καλύτερη οργάνωση της εφοδιαστικής αλυσίδας και ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση του παραγωγού. Διαφορετικά, τα μέτρα λειτουργούν σαν αποζημίωση για μια κρατική αποτυχία που παραμένει άθικτη.
Η οικονομική ουσία, λοιπόν, είναι η εξής: η κυβέρνηση απαντά σε μια δομική κρίση προσφοράς, ανταγωνισμού, ενέργειας και θεσμών με εργαλεία κυρίως ταμειακά και παρηγορητικά. Αυτό δεν είναι αμελητέο πολιτικά, αλλά είναι ανεπαρκές οικονομικά. Μια σοβαρή στρατηγική κατά της ακρίβειας θα έδινε προτεραιότητα στη διάνοιξη αγορών, στη μείωση των φραγμών εισόδου, στην ταχύτερη ενεργειακή αναδιάρθρωση, στην ενίσχυση δικτύων και αποθήκευσης, στην αυστηρότερη εποπτεία αγορών με υψηλή συγκέντρωση και στην εξυγίανση του αγροτικού μηχανισμού πληρωμών. Όσο αυτά δεν γίνονται στον αναγκαίο βαθμό, οι επιδοτήσεις θα λειτουργούν ως ασπιρίνες: ίσως χρήσιμες για τον πόνο της ημέρας, αλλά αδύναμες να θεραπεύσουν την ασθένεια της οικονομίας.




Η αρρώστια της της Παγκοσμίου και φυσικά της δικής μας Οικονομίας θα συνεχίσει να είναι αγιάτρευτη από την ακρίβεια των αγαθών ,βασικά ελλείψει της επαρκούς παραγωγής τους και οικονομικής προσφοράς τους-ειδικά της πρωτογενούς -και της υπερκαταναλώσεως τους ,δεδομένα που οφείλονται σε πολλούς παράγοντες .
Θα παραμείνει αγιάτρευτη και γιατί αυξάνονται οι πάσης φύσεως αποδοχές -συν το μαύρο χρήμα-και γιατί οι αυξημένες αποδοχές αυξάνουν και την ζήτηση, στην δε Ελλάδα μας γίναμε υπερκαταναλωτικοί και στα τατουάζ , σε ποσοστό περίπου 20%.
Ο Φόρος προστιθέμενης αξίας Φ.Π.Α -που μας επεβλήθη από την τότε ΕΟΚ το 1987-τραβάει την ανηφόρα και η μείωσή του θα γίνει μόνο με εντολή της τώρα Ε.Ε .
Ό,που στην Ευρώπη μειώνεται αναπληρώνεται από ισοδύναμο μειώσεως άλλων κρατικών δαπανών(για υγεία , παιδεία, δημόσια έργα κλπ ).
Η τωρινή μας κυβέρνηση δεν μειώνει τον Φ.Π.Α ,αλλά δεν μειώνει και τις δημόσιες δαπάνες (μειώσεις ΦΠΑ χωρίς ισοδύναμα δεν έγιναν και στην 10ετία της οικονομικής κρίσεως), ΟΠΟΤΕ ,
καλοδεχούμενα τα δώρα (που καθιερώθηκαν πριν από 100 χρόνια και καταργήθηκαν στην κρίση ) και τα επιδόματα ,που και αυτά υπήρχαν για πολλές κατηγορίες Ελλήνων .
Το περίεργο για την πολιτική ιστορία μας είναι ότι η κυβέρνηση της Ν.Δ (Δεξιάς) παίρνει και τώρα μέτρα , που εξ ορισμού και πεποιθήσεων έπαιρναν στο παρελθόν κυβερνήσεις σοσιαλιστικές και αυτό ”χαλάει τη σούπα” όλης της σημερινής αντιπολίτευσης ,που και αυτή και οι φίλοι της δεν διάβασαν την Ιδρυτική Διακήρυξη της Ν.Δ που παρουσιάστηκε στις 4 Οκτ.1974 από τον ιδρυτή της Μακεδόνα ,επαρχιώτη από την Πρώτη-Σερρών Κων/νο Καραμανλή και για την οικονομία καθορίζει ότι ”συνδυάζει την ελευθερία της αγοράς με την κοινωνική δικαιοσύνη και την ευρωπαϊκή της προοπτική”.
Ασφαλώς οι επιδοτήσεις είναι απλώς ασπιρίνες κι ενώ όλα τα ευρωπαϊκά κράτη (για τα άλλα δεν ξέρω) έχουν ήδη προβεί στην μείωση ή κατάργηση τού ΕΦΚΑ στα καύσιμα και την μείωση τού ΦΠΑ, οι ημέτεροι ανίκανοι προτιμούν την γελοιότητα των επιδοτήσεων, μέτρου εντελώς πρόχειρου και αναποτελεσματικού.